← Κύπρος

ΤΙFFANY INVESTMENTS LTD κ.α. ν. AC INTEL LTD, Αρ. Αγωγής 1030/11, 20/9/2013

ΤΙFFANY INVESTMENTS LTD κ.α. ν. AC INTEL LTD, Αρ. Αγωγής 1030/11, 20/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A259 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1030/11 Μεταξύ: ΤΙFFANY INVESTMENTS LTD

  1. MIM SERVICES LIMITED Εναγόντων και A.C. INTEL LTD Εναγομένων --------------------- Αίτηση ημερ. 23.7.2013 υπό αιτήτρια-εναγομένη/ανταπαιτήτρια 20 Σεπτεμβρίου 2013 Για εναγομένη-αιτήτρια: κ. Π. Χριστοδουλίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Κάντου) Για ενάγοντες-καθ' ων η αίτηση: κ. Δ. Αραούζος (για ν' ακούσει απόφαση κ. Α. Χαραλάμπους) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων αφορά δικαιώματα από άδειες χρήσης και/ή συμφωνίες διαχείρισης μεταξύ εναγόντων και εναγομένης εταιρείας. Οι ενάγοντες 1 είναι ιδιοκτήτες του εμπορικού κέντρου My Mall στο Ζακάκι, Λεμεσού, ενώ οι ενάγοντες 2 είναι εταιρεία που παρέχει έναντι αμοιβής διαχειριστικές υπηρεσίες καθαριότητας και συντήρησης στους κοινόχρηστους χώρους του εμπορικού κέντρο. Η εναγόμενη ασχολείται με το λιανικό εμπόριο ειδών ρουχισμού και κατά τον ουσιώδη πάντα χρόνο απέκτησαν δικαίωμα - άδειας χρήσης καταστήματος, εντός του κέντρου με ονομασίες Cache - Cache και Naf-Naf. Η εναγόμενη εταιρεία καταχώρησε ανταπαίτηση στην αγωγή αξιώνοντας πέραν του ενός εκατομμυρίου απωλεσθέντα κέρδη. Σημειωτέον ότι η αξίωση των εναγόντων 1 εναντίον της εναγομένης είναι διευρυμένη και περιλαμβάνει: «Α. Δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου ότι οι Συμφωνίες Άδειας Χρήσης και/ή η Συμφωνία Διαχείρισης μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων και/ή οποιεσδήποτε συμπληρωματικές και/ή τροποποιητικές συμφωνίες αυτών τερματίστηκαν νόμιμα από τους Ενάγοντες κατά ή περί την 28.6.2010 με επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων με ισχύ από τις 5.7.
  2. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους υπαλλήλους τους από του να επεμβαίνουν και/ή να εισέρχονται και/ή καθ' οιονδήποτε τρόπο κατέχουν και/ή ελέγχουν στις Μονάδες. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους τους όπως εκκενώσουν και παραδώσουν στους Ενάγοντες ελεύθερη κατοχή των Μονάδων. Στ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες 1 δικαιούνταν και/ή δικαιούνται με βάση τους όρους της Άδειας Χρήσης να σταματήσουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στη Μονάδα. Ζ. Αποζημιώσεις €77.238 πλέον Φ.Π.Α. και €93.135,47 πλέον Φ.Π.Α. που αντιπροσωπεύουν τα οφειλόμενα Δικαιώματα Άδειας και/ή ενδιάμεσα κέρδη σε σχέση με Δικαιώματα Άδειας μέχρι της καταχώρισης της Αγωγής. Η. Αποζημιώσεις ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή απώλεια εισοδημάτων, €6.500 πλέον Φ.Π.Α. και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο για κάθε μήνα από της καταχώρισης της Αγωγής μέχρι της παράδοσης της Μονάδας Αρ. 6 στους Ενάγοντες 1, του πρώτου αρχομένου τον Απρίλιο του
  3. Θ. Αποζημιώσεις ως ενδιάμεσα κέρδη και/ή απώλεια εισοδημάτων, €6.500 πλέον Φ.Π.Α. και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο για κάθε μήνα από της καταχώρισης της Αγωγής μέχρι της παράδοσης της Μονάδας Αρ. 7 στους Ενάγοντες 1, του πρώτου αρχομένου τον Απρίλιο του
  4. Ι. Αποζημιώσεις εκ €478,73 και €478,73 και/ή οποιοδήποτε άλλο ποσό που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης ελεύθερης κατοχής των Μονάδων Αρ. 6 και 7 στους Ενάγοντες 1 από τις 5/7/2010 και/ή οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία που θα καθοριστεί από το Δικαστήριο, ως η παράγραφος 19.29 πιο πάνω. ΙΑ. Το ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. που αντιπροσώπευε τα συμφωνημένα Δικαιώματα Ανοίγματος σε σχέση με τον Μονάδα Αρ.
  5. ΙΒ. Το συμφωνημένο ποσό των €3.000 πλέον Φ.Π.Α. για την τοποθέτηση υαλοπινάκων σε σχέση με τη Μονάδα Αρ.
  6. ΙΓ. Τόκο προς 4% πάνω στο οποιοδήποτε οφειλόμενο ποσό που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο, ως η παράγραφος 19.23 πιο πάνω. ΙΔ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο θεωρήσει δίκαιη και/ή εύλογη να δώσει υπό τις περιστάσεις, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε ποσού που είναι οφειλόμενο σε σχέση με την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος εντός των Μονάδων και/ή σε σχέση με το κεντρικό σύστημα κλιματισμού που αναλογεί στις Μονάδες από τον Μάρτιο 2011 μέχρι της παράδοσης ελεύθερης κατοχής των Μονάδων στους Ενάγοντες
  7. ΙΕ. Νόμιμο τόκο και/ή τόκο προς οποιοδήποτε ποσοστό από οποιαδήποτε ημερομηνία και επί οποιουδήποτε ποσού που το Δικαστήριο αποφασίσει να δώσει υπό τις περιστάσεις.» Στις 8.1.2013 η εναγομένη/ανταπαιτήτρια εταιρεία πέτυχε τα εξής διατάγματα: «
  8. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο διατάττει τους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση αρ.1 και 2 ή και τους υπαλλήλους τους ή και αντιπροσώπους τους ή και οποιαδήποτε άλλα άτομα που ενεργούν με εντολές ή και οδηγίες ή και εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση αρ.1 και 2, να επανασυνδέσουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις μονάδες με αρ.6 και 7, οι οποίες βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο MY MALL, το οποίο ευρίσκεται στο Ζακάκι της Επαρχίας Λεμεσού, οι οποίες μονάδες κατέχονται από την Αιτήτρια και λειτουργούν ως επιχειρήσεις εμπορίας ειδών ρουχισμού και μόδας με τις επωνυμίες Cache-Cache και Naf-Naf.
  9. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο απαγορεύει στους Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση αρ.1 και 2 ή και τους υπαλλήλους τους ή και αντιπροσώπους τους ή και οποιαδήποτε άλλα άτομα που ενεργούν με εντολές ή και οδηγίες ή και εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση αρ.1 και 2, να διακόπτουν την παροχή ηλεκτρικού ρεύματος στις μονάδες με αρ.6 και 7, οι οποίες βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο MY MALL, το οποίο ευρίσκεται στο Ζακάκι της Επαρχίας Λεμεσού, οι οποίες μονάδες κατέχονται από την Αιτήτρια και λειτουργούν ως επιχειρήσεις εμπορίας ειδών ρουχισμού και μόδας με τις επωνυμίες Cache-Cache και Naf-Naf, υπό την προϋπόθεση ότι η Αιτήτρια θα εξοφλεί τα τιμολόγια των Καθ' ων η Αίτηση αρ.1 και 2 τα οποία θα αφορούν την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος εντός τις εν λόγω μονάδες ως οι ενδείξεις των μετρητών των μονάδων εντός 10 εργάσιμων ημερών από την επίδοση τους.» Τα διατάγματα αυτά ακυρώθηκαν μετά από ακρόαση από τον κ. Κονή, Α.Ε.Δ.. στις 12.7.
  10. Επί της απόφασης καταχωρήθηκε έφεση η οποία εκκρεμεί. Αποτέλεσμα της εν λόγω απόρριψης ήταν η καταχώρηση της παρούσας με την οποία ζητείται το εξής: «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να αναστέλλεται η ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που εκδόθηκε στην υπό τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο αγωγή στις 12.7.2013 μέχρι την πλήρη εκδίκαση της έφεσης που ασκήθηκε εναντίον της εν λόγω απόφασης και επαναφορά του ενδιάμεσου διατάγματος ημερ. 8.1.2013.» Η νομική βάση της αίτησης είναι Δ.35, θ.18 και 19, Δ.40 θ.11, Δ.44, θ.11, 12 και 14, Δ.41 και Δ.48 θ.1, 2, 5, 6, 7, 8

(1)(ee), του άρθρου 21 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.6 και επί των γενικών εξουσιών του Δικαστηρίου. Η αιτήτρια πιστεύει με την κατάλληλη νομική συμβουλή ότι η απόφαση απόρριψης είναι λανθασμένη και ότι η έφεση έχει μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Σε σύνοψη λέει τα εξής: «Το αίτημα της εφεσείουσας-αιτήτριας όπως αυτό φαίνεται στο αιτητικό της μονομερούς αίτησης της δεν περιλαμβάνεται στις αξιώσεις της ανταπαίτησης της επειδή ουδέποτε τέθηκε θέμα μεταξύ των διαδίκων, είτε στο στάδιο που καταχωρήθηκε η αγωγή είτε στο στάδιο που καταχωρήθηκε η ανταπαίτηση, για διακοπή του ρεύματος. Η εφεσείουσα-αιτήτρια πλήρωνε τα τιμολόγια για το ρεύμα και οι εφεσίβλητοι συνέχιζαν να το παραχωρούν άρα δεν υπήρχε τέτοιο αντικείμενο διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Το θέμα αυτό προέκυψε μετά από σχεδόν τρία χρόνια οπόταν η εφεσείουσα καταχώρησε την μονομερή αίτηση της ημερομηνίας 7.1.2013 για να διασφαλίσει τη συνέχιση της πρακτικής που δημιούργησαν οι εφεσίβλητοι με τη συμπεριφορά τους. Αποτελεί θέση της αιτήτριας ότι η αναφορά του Πρωτόδικου Δικαστηρίου στην υπόθεση Preford Ltd v. Bomar Navig. Co. Ltd
(1984)1 A.A.Δ 277 είναι λανθασμένη επειδή στην παρούσα υπόθεση η διακοπή ή μη της παροχής του ηλεκτρικού ρεύματος είναι στην πραγματικότητα επίδικο θέμα επειδή στην αξίωση της καθ' ης η αίτηση 1 η οποία είναι η ενάγουσα 1 στην αγωγή στην παράγραφο 46Στ ζητά διάταγμα που να της δίδει το δικαίωμα να διακόψει την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος στην μονάδα. Συνεπάγεται από τα ανωτέρω ότι η συνέχιση ή όχι της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί ξεκάθαρο επίδικο θέμα. Η αιτήτρια δεν περιέλαβε αυτό το αιτητικό στην ανταπαίτηση της επειδή ουδέποτε τέθηκε θέμα διακοπής του ηλεκτρικού ρεύματος. Η εναγομένη υπερασπίζεται αυτή τη θέση και δηλώνει ότι δεν έχουν τέτοιο δικαίωμα οπόταν είναι θέμα που μπορεί να συσχετισθεί με τα επίδικα θέματα επειδή η καθ' ης η αίτηση 1 διεκδικεί αυτό το δικαίωμα ενώ η Αιτήτρια αρνείται ότι υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, άρα υπάρχει σαφές επίδικο θέμα που αφορά την αντιδικία των μερών στο κατά πόσο μπορεί ή όχι η καθ' ης η αίτηση 1 να διακόψει το ηλεκτρικό ρεύμα. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι ενόψει των ανωτέρω και όλων των στοιχείων που παρατέθηκαν στην ένορκη δήλωση του Ανδρέα Χρυσοστόμου που στηρίζει την μονομερή αίτηση ότι η συνέχιση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος αποτελεί επίδικο θέμα το οποίο μπορεί να συσχετιστεί με την μονομερή αίτηση και με τα θέματα που εγείρονται στις αξιώσεις των μερών στα δικόγραφα τους. Προκύπτει επίσης και θέμα κατά πόσο η καθ' ης η αίτηση 1 είχε δικαίωμα να διακόψει μονομερώς την παροχή του ηλεκτρικού ρεύματος από τη στιγμή που διεκδικεί Διάταγμα από το Δικαστήριο για αυτό το σκοπό.» Η αναγκαιότητα της αίτησης προκύπτει ως εξής:
  1. Εάν δεν αποκατασταθεί η παροχή του ρεύματος στα καταστήματα της αιτήτριας η επιχείρηση της θα καταστραφεί. Τέτοια καταστροφή δεν μπορεί να αποτιμηθεί ή να κοστολογηθεί σε χρήμα.
  2. Εάν καταστραφεί η επιχείρηση της αιτήτριας τότε δεν θα μπορεί να πληρώσει οποιαδήποτε τυχόν απόφαση του Δικαστηρίου αφού οι ίδιοι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 (ενάγοντες στην αγωγή) θα της έχουν στερήσει αυτή τη δυνατότητα.
  3. Όπως ανέφερε ο Ανδρέας Χρυσοστόμου στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την μονομερή αίτηση της αιτήτριας, ήδη τηλεφωνούν πελάτες της εταιρείας και ρωτούν γιατί είναι κλειστά τα καταστήματα, ήδη χάνουν πελάτες εξ αιτίας των ενεργειών των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και υφίσταται καθημερινά τεράστια ζημιά η φήμη της αιτήτριας.
  4. Ο σκοπός της μονομερούς αίτησης της αιτήτριας ημερομηνίας 7.1.2013 ήταν για να αποκατασταθεί η κατάσταση των πραγμάτων που επικρατούσε μέχρι τις 22.12.2012, δηλαδή, εάν και εφόσον συνεχίσει να πληρώνει κανονικά τους λογαριασμούς για την παροχή ρεύματος και του ρεύματος για τον κλιματισμό των καταστημάτων της τότε η παροχή αυτών των υπηρεσιών να συνεχίσει κανονικά όπως και προηγουμένως. Είναι εμφανές ότι με αυτό το διάταγμα δεν χάνουν δικαιώματα ούτε επιβαρύνονται με πρόσθετο κόστος οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2.» Καταλήγει ότι είναι ορθό και δίκαιο «να ανασταλεί η ισχύς της πρωτόδικης απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και να επανέλθει η ισχύς του προσωρινού διατάγματος ημερομηνίας 8.1.2013 μέχρις ότι δικαστεί η έφεση της αιτήτριας υπό όρους που ήθελε καθορίσει το Δικαστήριο». Τονίζει ακόμα η αιτήτρια ότι ενώ από την μια η μη συνέχιση παροχής ρεύματος θα επιφέρει καταστροφικές συνέπειες στην επιχείρηση της αιτήτριας από την άλλη η συνέχιση της παροχής ηλεκτρικού ρεύματος δεν θα έχει οποιαδήποτε αρνητική επίπτωση στους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αφού θα αποτελεί βασική προϋπόθεση ότι η χρέωση για το ρεύμα θα πληρώνεται από την αιτήτρια. Η ένσταση των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων έχει τους εξής πυλώνες: «α. Η αίτηση αποτελεί στην ουσία έφεση κατά της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12.7.2013, εφόσον μ' αυτήν οι εναγόμενοι ζητούν την αναστολή της και επαναφορά του ενδιάμεσου διατάγματος ημερομηνίας 8.1.2013, το οποίο το Δικαστήριο όμως ακύρωσε με την Ενδιάμεση απόφαση του. Το Δικαστήριο δεν νονιμοποιείται υπό τις περιστάσεις και με τον τρόπο που το ζητούν οι Εναγόμενοι στην αναθεώρηση της Ενδιάμεσης Απόφασης του η οποία κατέστη τελεσίδικη με την έκδοση της. β. Η Δ.35 κκ. 18-19 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που προνοεί για την αναστολή εκτέλεσης απόφασης εκκρεμούσας έφεσης δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην υπό εξέταση περίπτωση, εφόσον αυτή εφαρμόζεται μόνο σε περιπτώσεις αναστολής θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την υπό έφεση απόφαση. Η Ενδιάμεση Απόφαση δεν είναι τέτοια. γ. Στην περίπτωση που οι πιο πάνω λόγοι δεν γίνονται δεκτοί από τα Δικαστήριο και το Δικαστήριο προχωρήσει εκ νέου στην έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος με την επαναφορά του διατάγματος ημερομηνίας 8.1.2013, οι Ενάγοντες υιοθετούν και επαναλαμβάνουν όλους τους λόγους ένστασης που ανέπτυξαν και στην ένσταση τους ημερομηνίας 29.1.2013 που υποβλήθηκε κατά της αίτησης ημερομηνίας 7.1.2013 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα ημερομηνίας 8.1.
  5. δ. Δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος της Αίτησης, το οποίο για να εκδοθεί θα πρέπει το Δικαστήριο να πειστεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου καθώς και των Άρθρων 4, 8 και 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, πράγμα που δεν υφίσταται.» Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι αγόρευσαν προωθώντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Πάντως και οι δυο πλευρές συμφώνησαν ότι πρόκειται για εξαιρετική θεραπεία που πρέπει να ασκείται με προσοχή. Η κλασσική σχετική αγγλική αυθεντία είναι η υπόθεση Erinford Properties Ltd & Another v. Cheshire County Council
(1974)2 All E.R. 448. Η Erinford απασχόλησε τον Νικολάου Δ στην υπόθεση Ocean Corporation Ltd v. Novorossijkrybpromo Company Ltd (No.2)
(1996)1B A.A.Δ. 1154, όπου αναφέρει τα εξής: «Η διαφύλαξη του δικαιώματος έφεσης με τη διατήρηση του αντικειμένου αποτελεί βέβαια μείζον ζήτημα προς το οποίο το Δικαστήριο δεν παραμένει αδιάφορο. Με εκλαμβανόμενη ως δεδομένη τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων την οποία υποστηρίζει η εν λόγω απόφαση, χωρίς όμως να αποφαίνομαι επ' αυτής οριστικά, το Δικαστήριο οφείλει ακολούθως να εξετάσει το κατά πόσο συντρέχουν λόγοι και είναι δίκαιο να εκδοθεί τέτοιο διάταγμα. Το που κλίνει η πλάστιγγα σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι πάντοτε εύκολο να το διακρίνει κανείς. Στην εν λόγω απόφασή του ο δικαστής Megarry φαίνεται να θεωρεί πως η έκδοση τέτοιου διατάγματος δικαιολογείται ως σχεδόν ζήτημα ρουτίνας με εξαίρεση μόνο όπου συντρέχουν ειδικοί λόγοι. Κατονομάζει δύο. Ο ένας είναι όπου η αίτηση δεν ενέχει σοβαρότητα και ο άλλος είναι όπου το ισοζύγιο ευκολίας δεν θα καθιστούσε σκόπιμη την έκδοση. Αυτή η τόσο ευρεία προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο.» Κατά τη γνώμη μου η έκδοση τέτοιου είδους διαταγμάτων δεν πρέπει να παραγνωρίζει πως είναι επιθυμητό οι αποφάσεις σε ενδιάμεσες διαδικασίες να μην αποτελούν τροχοπέδη στην περαιτέρω εξέλιξη της υπόθεσης. Η πιο πάνω υπογραμμισμένη από εμένα επιφύλαξη του Δικαστή Νικολάου είναι ενδεικτική του βάρους που οι αιτητές έχουν να αποσείσουν σε τέτοιου τύπου αιτήσεις, βάρους που δεν σχετίζεται τόσο με την βασιμότητα της έφεσης αλλά που άπτονται της ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων. Επίσης στην υπόθεση Sturla v. Freccia
(1879)1 Ch. D. 438 αναφορά της οποίας γίνεται στην Erinford (πιο πάνω) o Δικαστής James L.j. αναγνώρισε τον κίνδυνο κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Ανάφερε σχετικά τα εξής: "I had when the case was before us on the former occasion some misgiving which has led to this further argument to-day, and I am not yet entirely free from misgiving, not so much as to whether it is right or wrong to make an order in the present case, but as to whether the making such an order may not be a dangerous precedent and likely to lead to great mischief. What I have been afraid of is that it may be said to be a precedent for holding that if any one applies for an injunction and obtains it the injunction ought to be kept up as long as he can keep the litigation alive. If, however, it is distinctly understood that, as stated by the Master of the Rolls, the granting such an injunction pending an appeal is a thing to be done only under very special and exceptional circumstances, then probably the danger that I have been afraid of will not exist.» Αυτή η κατάληξη είναι σημαντική και πρέπει να προσεχθεί από τα δικαστήρια τα οποία πρέπει να πεισθούν για ύπαρξη εξαιρετικών συνθηκών πριν να προχωρήσουν σε τέτοιου τύπου διατάγματα. Η αγγλική νομολογία κρίνει ότι η συναφής δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν περιορίζεται σε περιπτώσεις που αφορούν σε διατήρηση περιουσίας ή χρηματικού ποσού ως αντικειμένου της αγωγής αλλά βασίζεται σε μια ευρύτερη αρχή ότι για να διασφαλιστούν οι αποφάσεις του Δικαστηρίου και για να μη καταστούν άνευ αξίας με αδικαιολόγητη διάθεση της περιουσίας ή άλλως πως θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει τη δυνατότητα να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση. (Βλ. Ketchum Inernational Plc v. Group Public Relations Holdings Ltd and others
(1996)4 All E.R. 374, η οποία υιοθέτησε την Pollini v. Gray
(1879)12 Ch. D. 439). Η υπόθεση Aspis Liberty Life Insurance Public Co. Ltd ν. Λεονώρας άλλως γνωστή Νόρα Σιακατίδου, Π.Ε. 146/10, ημερ. 20.10.2011 που επικαλέσθηκαν και οι δυο συνήγοροι θέτει το θέμα πλέον σε μια πιο καθαρή θέση ως προς τι μπορεί να ισχύει στην Κύπρο ως καθοδήγηση από την αγγλική νομολογία αφού όπως είναι φανερό στην Αγγλία τέτοιου είδους διατάγματα μπορούν να εκδοθούν με συγκεκριμένη περιορισμένη χρονική περίοδο ώστε το θέμα να το επιληφθεί το Εφετείο. Στην Κύπρο δεν έχουν έτσι τα πράγματα, άρα συμπεραίνει κάποιος ότι η εξουσία του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με ακόμη περισσότερη φειδώ και περίσκεψη, χωρίς όμως να αποκλείεται η ούτως εξυπακουομένη εξουσία του Δικαστηρίου. Είναι σκόπιμο και χρήσιμο να δώσουμε την εκτεταμένη ανάλυση του Δικαστηρίου στην Aspis, ώστε να γίνει το θέμα πιο κατανοητό. Στην αρχή ξεκαθαρίζεται ότι δεν είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων ότι το πρώτο διάταγμα δεν έχει συνταχθεί επίσημα. Παρατηρεί σχετικά το Ανώτατο Δικαστήριο: «Εξάλλου, και σε αριθμό Κυπριακών αποφάσεων, στις οποίες έγινε δεκτή η γενική αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Erinford, οι αιτήσεις με τις οποίες εζητείτο η αναστολή εκτέλεσης διατάγματος, ή η έκδοση νέου διατάγματος εκκρεμούσας έφεσης, είχαν γίνει μεταγενέστερα της έκδοσης της αρχικής απόφασης, χωρίς αυτό το στοιχείο να θεωρηθεί ως κώλυμα. (Βλ. Tafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 CLR 159, Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (Αρ.3)
(2005)1(Β) ΑΑΔ 1255, Ocean Corporation Ltd v. Novorossijskrybprom Company Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Β ΑΑΔ 1154.» Ως προς την ουσία της εξουσίας διαταγμάτων τύπου Erinford το Δικαστήριο αναφέρει τα ακόλουθα: «..η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο εφάρμοσε την ουσία και τις αρχές που τέθηκαν στην προαναφερθείσα υπόθεση Erinford, η οποία αποσκοπεί στη διασφάλιση του ότι το αποτέλεσμα της έφεσης δεν θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Όπως υποστηρίζει η εφεσείουσα, στην παρούσα υπόθεση η εφεσίβλητη έλαβε την προειδοποίηση ότι η εφεσείουσα έχει πιθανότητα να επιτύχει στην απαίτησή της και με την ίδια απόφαση όμως, έφυγε από πάνω της το βάρος του ενδιάμεσου διατάγματος επιβάρυνσης της περιουσίας της, οπότε έχει κάθε λόγο να αποξενώσει την περιουσία της εκκρεμούσας της έφεσης που καταχωρήθηκε, και η έφεση θα καταστεί έτσι άνευ αντικειμένου. Κατ΄ εφαρμογή δε και τηρουμένων των αναλογιών, των αρχών που διέπουν τα της αναβολής εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων εκκρεμούσας έφεσης, το Δικαστήριο θα έπρεπε να είχε εκδώσει το επίδικο διάταγμα. Από την άλλη, η πλευρά της εφεσίβλητης επικαλείται κατά κύριο λόγο την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Αίτηση της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.ά. (ανωτέρω) και ισχυρίζεται ότι, με βάση αυτή την απόφαση και σύμφωνα με πάγια νομολογία, δεν είναι δυνατό ένα Κυπριακό Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που να διατηρεί σε ισχύ και/ή να παρατείνει την ισχύ του ακυρωθέντος παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Εκείνο το οποίο θα πρέπει κατ΄ αρχάς να επισημανθεί είναι ότι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), δεν μπορεί να βοηθήσει τη θέση της εφεσίβλητης, εφόσον διαφορετικά ήσαν εκεί τα γεγονότα και διαφορετική ήταν η αρχή που τέθηκε. Εκείνη η υπόθεση αναφερόταν σε έφεση η οποία ασκήθηκε κατά της απόφασης Δικαστού του Ανωτάτου Δικαστηρίου με την οποία είχε ακυρωθεί με ένταλμα τύπου Certiorari παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επειδή δεν ικανοποιείτο η προϋπόθεση του άρθρου 9
(2)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου ως προς την παροχή εγγύησης. Ο εφεσείων-αιτητής αποτάθηκε, τόσο στον πρωτόδικο Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και στο Εφετείο με μονομερή αίτησή του ζητώντας την έκδοση διατάγματος προς "διατήρησιν σε ισχύν και/ή παράτασιν της ισχύος του διατάγματος ημερομ. 27.7.2005". Ο πρωτόδικος Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου με απόφασή του ημερομηνίας 29.9.2005,
(2005)1 Β ΑΑΔ 1523 αποφάνθηκε ότι δεν είχε εξουσία έκδοσης ενός τέτοιου διατάγματος. Στην απόφαση της Ολομέλειας, την οποία επικαλείται η εφεσίβλητη, εκείνο το οποίο αποφασίστηκε δεν είναι αυτό που ισχυρίζεται, ότι δηλαδή δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα που να διατηρεί σε ισχύ και/ή να παρατείνει την ισχύ ακυρωθέντος παρεμπίπτοντος διατάγματος μέχρι την εκδίκαση της έφεσης. Εκείνο το οποίο αποφάσισε, ή καλύτερα διέγνωσε, η Ολομέλεια ήταν ότι η υπό εξέταση περίπτωση διαφοροποιείτο από την Erinford καθότι το πρόβλημα δεν ήταν κατά πόσο το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ή όχι εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα, αλλά κατά πόσο το Εφετείο στο πλαίσιο έφεσης θα μπορούσε να το εκδώσει. Αφού δε απέδωσε πλήρη αιτιολογία η Ολομέλεια, αποφάνθηκε ότι στην Κύπρο δεν φαίνεται να παρέχεται σε εφεσείοντα το δικαίωμα όπως επιζητεί την έκδοση τέτοιου είδους διατάγματος από το Εφετείο. Το θέμα όμως το οποίο εδώ εξετάζεται στο πλαίσιο της παρούσας έφεσης δεν αφορά τυχόν εξουσία του Εφετείου όπως εκδίδει τέτοιο διάταγμα στο πλαίσιο της έφεσης, παρά μόνο εξετάζεται η δυνατότητα έκδοσης και η ορθότητα της άρνησης έκδοσης του διατάγματος από το πρωτόδικο Επαρχιακό Δικαστήριο. Όμως, από την άλλη, οι παρατηρήσεις στις οποίες προέβηκε το Εφετείο στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω) ως προς την διαφορετικότητα του Κυπριακού νομοθετικού πλαισίου και την ανυπαρξία νομοθετικής ρύθμισης για παροχή τέτοιας θεραπείας από το Κυπριακό Εφετείο, δεν μπορούν παρά να ληφθούν σοβαρά υπόψη. Όπως ορθά διαπίστωσε το Εφετείο, στην Αγγλία ένα τέτοιο θέμα, με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act 1925 μπορούσε να ρυθμισθεί από το ίδιο το Εφετείο. Επομένως, το μόνο θέμα το οποίο εξετάστηκε στην υπόθεση Erinford ήταν κατά πόσο ενδιάμεσα, μέχρι δηλαδή να μπορεί να επιληφθεί του θέματος το Εφετείο, μπορούσε να παρασχεθεί στους αιτητές μια προσωρινή, περιορισμένης έκτασης θεραπεία μερικών ημερών που θα απέτρεπε την πρόκληση τετελεσμένων. Συγκεκριμένα, το Κυπριακό Εφετείο προέβηκε στις ακόλουθες επισημάνσεις, [
(2005)1 Β ΑΑΔ 1534]: "Να δούμε λοιπόν την Erinford η οποία, καθώς μας φαίνεται, στην Κύπρο σε ορισμένες περιπτώσεις θεωρήθηκε πως απεικόνιζε αρχές που ίσχυαν και στο δικό μας σύστημα (βλ. π.χ. την Tafco v. Ship "Lambros L" (No.2)
(1977)1 C.L.R. 159) σε άλλες αντικρίστηκε με επιφυλακτικότητα (βλ. Stavros Makrís Ltd v. Ports Authority
(1985)1 C.L.R. 731) ενώ σε μια τέθηκε ερωτηματικό (βλ. Ocean Corp. Ltd v. Novorossijkrybprom Co Ltd (Αρ. 2)
(1996)1 Α.Α.Δ. 1154). Για να κατανοήσει κανείς την Erinford χρειάζεται όχι μόνο να συλλάβει τη λεπτομέρεια των στοιχείων της αλλά και το πλαίσιο των αγγλικών νομοθετικών διατάξεων στις οποίες εντασσόταν η περίπτωση και οι οποίες, σε ουσιώδη πτυχή, στην οποία θα αναφερθούμε αργότερα, διέφεραν από τις Κυπριακές. Στην Erinford είχε απορριφθεί, στις 14 Μαρτίου 1974, αίτημα των εναγόντων για προσωρινό διάταγμα με το οποίο να εμποδιζόταν η τοπική Αρχή να εξετάσει τις αιτήσεις τους για πολεοδομική άδεια, χωρίς συνάρτηση με παρόμοια εκκρεμούσα αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην αγωγή, σε σχέση με παρακείμενη γη. Μετά την απόρριψη του αρχικού αιτήματος, οι ενάγοντες αποτάθηκαν αμέσως στο πρωτόδικο δικαστήριο για διάταγμα με τους ίδιους όρους για σκοπούς έφεσης την οποία, καθώς δήλωσαν, είχαν πρόθεση να καταχωρίσουν αλλά χρειάζονταν μερικές ημέρες, ήτοι μέχρι τις 20 Μαρτίου το αργότερο. Ας σημειωθεί ότι μεταγενέστερα το ζήτημα θα μπορούσε να ρυθμιστεί με βάση το άρθρο 69
(1)του Supreme Court of Judicature (Consolidation) Act, 1925 και εναγομένων εισηγήθηκε, χωρίς όμως να παραπέμψει σε αυθεντίες, πως σύμφωνα με την πρακτική τέτοιο διάταγμα μόνο το εφετείο είχε εξουσία να εκδώσει. Το δικαστήριο αναφέρθηκε εκτενώς στις αποφάσεις οι οποίες αφορούσαν στο ζήτημα και στις οποίες εμφανιζόταν κάποια διάσταση. Κατέληξε, με την ερμηνεία που τους έδωσε, ότι επειδή καθίστατο αναγκαία η προστασία του δικαιώματος έφεσης, παρεχόταν ανάλογα και εξουσία για την έκδοση σχετικού διατάγματος και ότι, επιπλέον, ήταν προτιμότερο, για λόγους ευκολίας, το ζήτημα να εξεταζόταν αρχικά από το πρωτόδικο δικαστήριο." Το θέμα λοιπόν το οποίο είχε απασχολήσει στην Erinford ήταν το κατά πόσο θα μπορούσε να δοθεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο μια πολύ περιορισμένης χρονικής έκτασης θεραπεία διατήρησης του status quo έξι ημερών, μέχρις ότου να μπορούσε να επιληφθεί του ίδιου θέματος το Αγγλικό Εφετείο και να αποφασίσει κατά πόσο εκείνο να δώσει μακρύτερης χρονικής διάρκειας θεραπεία εκκρεμούσας της έφεσης. Εκείνος δε ο παράγοντας ήταν που τελικά μέτρησε και επενήργησε θετικά στην σκέψη του Megarry J. ώστε να εκδώσει το ζητηθέν προσωρινό διάταγμα. Όπως ο ίδιος ο Megarry J. ανέφερε στην απόφασή του
(1974)2 All E.R. 449: "The county council had previously been bound by an undertaking in similar terms, but this came to an end with the dismissal of the motion and counsel of the county council had no instructions to renew it or offer any other undertaking. He volunteered, however, that the next meeting of the appropriate body of the county council would not be until 28th March and in the end counsel for the plaintiffs was content to seek an ex parte injunction only over 20th March, which, he said would allow time for him to give notice of appeal and to serve notice of motion to extend the injunction. Ultimately, I held that I should grant the injunction in this modified form..." Προκύπτει, επομένως, ότι εκείνο που τελικά είχε βαρύνει την πλάστιγγα στην απόφαση του Megarry J. στην υπόθεση Erinford ήταν το γεγονός ότι οι αιτητές περιόρισαν τη χρονική έκταση του αιτούμενου διατάγματος σε περίοδο μερικών μόνο ημερών μέχρις ότου επιληφθεί του θέματος το Εφετείο. Με δεδομένη όμως τη νομολογία και ιδιαίτερα την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Τράπεζα Κύπρου (ανωτέρω), σύμφωνα με την οποία το Εφετείο δεν κέκτηται εξουσία έκδοσης διατάγματος όπως το εδώ υπό εξέταση, αυτό σημαίνει στην ουσία ότι εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο το οποίο ακυρώνει και τερματίζει την ισχύ ενός διατάγματος, παράσχει νέα θεραπεία η οποία θα επαναφέρει την ισχύ του διατάγματος όχι μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, αλλά μέχρι την εκδίκαση και πλήρη αποπεράτωση έφεσης που ασκήθηκε ή θα ασκηθεί με την οποία προσβάλλεται η ορθότητα της ακυρωτικής απόφασης, θα παρείχε μία μακράς διάρκειας θεραπεία με την οποία για αόριστο χρόνο, σίγουρα μακρό, θα επαναφερόταν η ισχύς του ακυρωθέντος διατάγματος.» Καταλήγει ως εξής το Δικαστήριο στην Aspis: «Κατά την άποψή μας, μια τέτοια εξουσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν θα πρέπει να ασκείται παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες καταδεικνύεται όχι απλά ότι θα εδικαιολογείτο η αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης, αλλά μόνο εκεί όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων ώστε να υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης και η ύπαρξη σοβαρών επιπτώσεων από τη μη απόδοση θεραπείας. Στην υπό εξέταση εδώ περίπτωση, οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται, ως λόγοι έφεσης που καθάπτονται της ορθότητας της πρωτόδικης ακυρωτικής απόφασης, δεν περιέχουν οτιδήποτε πέραν του να στοιχειοθετούν μια συζητήσιμη υπόθεση ως προς την ορθότητα του ευρήματος του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με διαπιστωθείσα καθυστέρηση εκ μέρους της αιτήτριας όπως αποταθεί έγκαιρα στο Δικαστήριο και, συνακόλουθα, τη μη κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος. Αναφορικά δε με τις επαπειλούμενες επιπτώσεις από τη μη απόδοση της ζητούμενης θεραπείας μετά την ακυρωτική απόφαση, η εφεσείουσα έχει προτάξει τη συνήθη περίπτωση κατά την οποία η μη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων με απαγορευτικό διάταγμα, δυνατό να έχει ως αποτέλεσμα τη μη ικανοποίηση της απαίτησης της εφεσείουσας και η ασκηθείσα έφεση δυνατό να καταστεί άνευ αντικειμένου.» Θα έλεγα ότι οι τελευταίες παρατηρήσεις ισχύουν πλήρως εν προκειμένω και θα εξηγήσω γιατί: Γίνεται στην ουσία μια επιλεκτική αναφορά των θέσεων στην απόφαση του Δικαστηρίου για να επαναφερθούν προς εκ νέου αξιολόγηση από το παρόν Δικαστήριο. Είναι φανερό ότι ο σκοπός τέτοιων αιτήσεων, όπως διεφάνη πιο πάνω, είναι η παροχή θεραπείας εκεί «όπου καταδεικνύεται ή έχει μεσολαβήσει ή αποκαλυφθεί τέτοια κατάσταση πραγμάτων» ώστε το Δικαστήριο να εξετάσει στην ουσία το ενδεχόμενο ανατροπής της ακυρωτικής απόφασης. Εν προκειμένω θεωρώ ότι μου ζητείται στην πραγματικότητα υπό το μανδύα της παρούσης αίτησης να επαναθεωρήσω την απόφαση του εκδικάσαντος την αίτηση δικαστή χωρίς την βεβαίωση τέτοιων εξαιρετικών συνθηκών που μεσολάβησαν εν προκειμένω εάν ειδικά ληφθεί υπόψη ότι η ανταπαίτηση η οποία αντανακλά στις δυο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 (και όχι η Έκθεση Απαίτησης, ως επιχειρήθηκε να ερμηνευθεί) δεν περιλαμβάνει, παρά μόνο χρηματική απαίτηση. Κρίνω συνεπακόλουθα ότι η αιτήτρια δεν απέσεισε το βάρος που είχε να πείσει το Δικαστήριο και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση-εναγόντων όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και πληρωθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ................ Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για επαναφορά σε ισχύ διατάγματος που απορρίφθηκε cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.