← Κύπρος

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ.Αίτησης: 13/13, 4/9/2013

ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ, Αρ.Αίτησης: 13/13, 4/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A247 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Κατσικίδη Ε.Δ Αρ.Αίτησης: 13/13 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΥΡΩΠΑΙΚΟΥ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ ΚΑΙ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΩΝ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ ΝΟΜΟ 133(Ι)/2004 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΕΚΖΗΤΟΥΜΕΝΟ ΜΙΧΑΛΗ ΜΙΧΑΗΛΙΔΗ Hμερομηνία: 4 Σεπτεμβρίου, 2013 Εμφανίσεις: Για τον Γενικό Εισαγγελέα: κα Λουίζα Χριστοδουλίδου Ζανέττου & κα Αγγελική Κάρνου (για ν' ακούσει απόφαση γι' αυτές κ. Π. Κυριακίδης) Για τον Εκζητούμενο: κ. Ε. Ευσταθίου, κ. Α. Ευαγγέλου, κ. Σ. Μαμαντόπουλος προσωπικά και για κ. Χ. Μαμαντόπουλο.(για ν' ακούσει απόφαση για κ. Ε. Ευσταθίου ο κ. Α. Ευαγγέλου και για το κ. Χ. Μαμαντόπουλο ο κ. Σ. Μαμαντόπουλος) Εκζητούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Την 19.7.13 Δικαστής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, εξέδωσε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κ. Μιχάλη Μιχαηλίδη κατόχου του υπ' αριθμό Κυπριακού Δελτίου Ταυτότητος 678384 και του υπ' αριθμό Ελληνικού Δελτίου Ταυτότητος Τ157064 (στο εξής καλουμένου «ο Εκζητούμενος»), δυνάμει του άρθρου 16

(2)του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Νόμου του 2004, Ν.133(Ι)/2004(«Ο Νόμος»). Την ίδια μέρα, ήτοι εντός 24 ωρών από τη σύλληψη του, το ως άνω πρόσωπο συνελήφθηκε και οδηγήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο αφού βεβαιώθηκε για την ταυτότητα του συλληφθέντα, ότι δηλαδή είναι ο Εκζητούμενος, ήτοι το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης βάσει των εγγράφων που τέθηκαν ενώπιον του και βρίσκονται στο φάκελο της υπόθεσης, τον ενημέρωσε για την ύπαρξη και το περιεχόμενο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ως επίσης για το δικαίωμα του να προσφύγει στις υπηρεσίες δικηγόρου, δικαίωμα το οποίο διαπιστώθηκε ότι ο Εκζητούμενος είχε εξασκήσει. Ο Εκζητούμενος ενημερώθηκε ακόμη ότι δικαιούτο ο ίδιος ή μέσω των δικηγόρων του να ζητήσει και να λάβει αντίγραφα όλων των εγγράφων, δικαίωμα το οποίο όπως δηλώθηκε είχε επίσης εξασκηθεί. Το Δικαστήριο όρισε στη συνέχεια την υπόθεση για ακρόαση αφού επέβαλε στον Εκζητούμενο όρους, που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των δύο πλευρών, για διασφάλιση της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου. Την 31.7.13 ημερομηνία κατά την οποία η παρούσα υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, οι δύο πλευρές κατέθεσαν εκ συμφώνου τα ακόλουθα έγγραφα: - Αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.7.13 υπογεγραμμένο από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών κ. Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών (Τεκμήριο 1). - Αντίγραφο Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ημερομηνίας 17.7.13 που εκδόθηκε από την Εισαγγελία Εφετών Αθηνών υπογεγραμμένο από τον Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών (Τεκμήριο 2). - Ένορκη Δήλωση του Λοχία 842 Ανδρέα Μίτα του ΤΑΕ (Ε) Αρχηγείου ημερομηνίας 19.7.13 μαζί με τα παραρτήματα της (Τεκμήριο 3). - Ένταλμα Σύλληψης Εκζητούμενου προσώπου δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Ν. 133(Ι)/
  1. (Τεκμήριο 4) - Αντίγραφο της εφημερίδας της κυβέρνησης της Ελληνικής Δημοκρατίας, Τεύχος Πρώτο, Αρ. Φύλλου 127, ημερομηνίας 9.7.04 (Τεκμήριο 5). - Αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών προς Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 24.7.13 υπογεγραμμένη από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, κ. Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών (Τεκμήριο 6). - Αντίγραφο επιστολής της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών προς Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 30.7.13, υπογεγραμμένη από τον Πρωτοδίκη Ανακριτή του Πρωτοδικείου Αθηνών κ. Ιωάννη Σταυρόπουλο, με το οποίο απεστάλη ξανά το υπ' αριθμ. 291 από 24.7.2013 έγγραφο του κ. Ανακριτή του Ν.4022/11, προς συμπλήρωση της εκ παραδρομής μη αποσταλείσας στο Τεκμήριο 6, 2ης σελίδας αυτού, εκ νέου και ολοκληρωμένου (Τεκμήριο 7). - Αντίγραφο επιστολής του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας προς το Γενικό Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων υπογεγραμμένη από την κ. Γιούλικα Χατζηπροδρόμου ημερομηνίας 18.7.12 συνοδευόμενη από εισηγητική έκθεση και νομοσχέδιο τροποποίησης του Συντάγματος (Τεκμήριο 8). Οι δυο πλευρές δήλωσαν πώς το περιεχόμενο των πιο πάνω τεκμηρίων γίνεται αποδεκτό με την επιφύλαξη από πλευράς των συνηγόρων του Εκζητούμενου ότι, οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο Τεκμήριο 1 πώς το Τεκμήριο 2 είναι νέο ένταλμα και οι ισχυρισμοί που περιέχονται στο Τεκμήριο 2 αλλά και στα λοιπά Τεκμήρια, οι οποίοι αποδίδουν στον Εκζητούμενο την διάπραξη αδικημάτων στην Ελλάδα, δεν γίνονται αποδεκτοί. Επίσης δεν έγινε αποδεκτή η εκ συμφώνου κατάθεση του εκδοθέντος υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας Πιστοποιητικού δυνάμει του άρθρου 16.1, του Νόμου 133(Ι)/2004, κάτι πού είχε σαν επακόλουθο να κληθεί να δώσει μαρτυρία η αρμόδια διοικητική λειτουργός κα Μαρία Μούντη, Διοικητική Λειτουργός στη Μονάδα Διεθνούς Νομικής Συνεργασίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως. Η εν λόγω μάρτυρας στην κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι: · Μετά που ελήφθη από την Εισαγγελία Αθηνών στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξεως της Δημοκρατίας το Τεκμήριο 1 με επισυνημμένο σε αυτό το Τεκμήριο 2 και άλλα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, εξεδόθη υπό του Υπουργού Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας Πιστοποιητικο δυνάμει του άρθρου 16.1 του Ν. 133(Ι)/2004 (στο εξής καλουμένου «το Πιστοποιητικό»), αντίγραφο του οποίου κατέθεσε ως άνωθι αναφέρεται χωρίς ένσταση και σημειώθηκε ως Τεκμήριο
  2. · Πριν την έκδοση του Τεκμηρίου 9, η μάρτυς ανέφερε ότι προέβηκε σε εξέταση και έλεγχο όλων των αποσταλέντων εγγράφων έτσι ώστε να διαπιστωθεί αν αυτά πληρούσαν τις προϋποθέσεις της Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Νομοθεσίας, κάτι το οποίο διαπίστωσε ότι συνέτρεχε, εξ ού και εξεδόθη το σχετικό πιστοποιητικό. · Ότι μετά που διαπιστώθηκε πώς έλειπε μέρος του κειμένου σε ένα από τα αποσταλέντα έγγραφα με το Τεκμήριο 6 και συγκεκριμένα μία σελίδα του υπ' αριθμ. 291 από 24.7.2013 εγγράφου του κ. Ανακριτή του Ν.4022/11, απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 24.7.2013 με την οποίαν ζητήθηκαν σχετικές διευκρινήσεις οι οποίες και δόθηκαν με την επιστολή ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ημερομηνίας 30.7.2013 και τα σε αυτήν επισυνημμένα έγγραφα, Τεκμήριο
  3. Την εν λόγω επιστολή κατέθεσε ως Τεκμήριο
  4. · Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης που εξεδόθη και αφορά την παρούσα Αίτηση, ήτοι το Τεκμήριο 2, δεν είναι το πρώτο διότι προηγουμένως είχε εκδοθεί άλλο, ημερομηνίας 2.7.2013, το οποίο όμως ανακλήθηκε από την Ελληνική Δημοκρατία με επιστολή των αρμοδίων αρχών ημερομηνίας 17.7.
  5. Στην αντεξέταση της απαντώντας σε ερωτήσεις και υποβολές του εκ των συνηγόρων του Εκζητούμενου κου Ευσταθίου ανέφερε ότι: · Στο Τεκμήριο 3 στα επισυνημμένα σε αυτό έγγραφα, συμπεριλαμβάνεται σαν μέρος του Παραρτήματος 4, αντίγραφο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εξεδόθη από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές στις 2.7.
  6. · Το εν λόγω Ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 2.7.2013, έχει ανακληθεί και η Ελληνική Δημοκρατία εξέδωσε και απέστειλε νέο. · Με το Τεκμήριου 2, εκείνο το οποίο ζητείται από τις αρμόδιες Ελληνικές Αρχές, ως αναφέρεται στην παράγραφο Β αυτού, είναι η έκδοση του Εκζητούμενου για σκοπούς εκτέλεσης εντάλματος σύλληψης που εξεδόθη εναντίον του εν όψει άσκησης ποινικής δίωξης εναντίον του στην Ελλάδα. · Δεν ήταν σε θέση να απαντήσει διότι δεν γνωρίζει, κατά πόσο εναντίον του Εκζητούμενου έχει αρχίσει στην Κύπρο διαδικασία ανάκρισης για τυχόν διάπραξη αδικήματος στην Κύπρο. · Σε σχετική δε υποβολή ότι πριν την αποστολή του Εντάλματος Τεκμηρίου 2, είχε αρχίσει ανάκριση από τις Κυπριακές Αρχές για διάπραξη αδικημάτων από τον Εκζητούμενο και τον πατέρα του εκτός Κύπρου από Κύπριους πολίτες, απάντησε και πάλιν ότι δεν γνωρίζει. · Σε υποβολή δε ότι άρχισε στην Κύπρο ποινική διαδικασία εις βάρος του Εκζητούμενου για τα ίδια αδικήματα για τα οποία καλείται να δικαστεί στην Ελλάδα, απάντησε και πάλιν ότι δεν γνωρίζει ότι υπήρξε οποιαδήποτε τέτοια διαδικασία. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της Μάρτυρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και αφού δηλώθηκε ότι από πλευράς της Δημοκρατίας δεν θα εκλητεύετο άλλος μάρτυρας, κατατέθηκαν εκ συμφώνου, με δήλωση της εκπροσώπου της Δημοκρατίας πώς δεν γίνεται αποδεκτό ως αληθές το περιεχόμενο τους αλλά ότι έγιναν τα δημοσιεύματα, αριθμός τέτοιων δημοσιευμάτων σε ημερήσιες Κυπριακές Εφημερίδες τα οποία κατέστησαν Τεκμήρια 11(1 - 19). Κατατέθηκαν ακόμη εκ συμφώνου: · ως Τεκμήριο 12, γραπτή ανακοίνωση του Δημοκρατικού Συναγερμού, πολιτικού κόμματος της Κύπρου, ημερομηνίας 4.7.2013, · ως Τεκμήριο 13, γραπτή ανακοίνωση της ΕΔΕΚ, πολιτικού κόμματος της Κύπρου, ημερομηνίας 6.7.2013, και · ως Τεκμήριο 14, γραπτή ανακοίνωση του Κινήματος Οικολόγων Περιβαλλοντιστών, πολιτικού κόμματος της Κύπρου, ημερομηνίας 5.7.2013 Επίσης κατατέθηκαν εκ συμφώνου γραπτά κείμενα, τα οποία σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 16, με δήλωση της εκπροσώπου της Δημοκρατίας πώς δεν γίνεται αποδεκτό το περιεχόμενο τους, αλλά ότι έγιναν οι δηλώσεις που περιέχονται σ' αυτά και ότι είναι αποδεκτό πώς αποτελούν μεταφορά σε γραπτό κείμενο των όσων περιέχονται σε ψηφιακό δίσκο στον οποίον είχαν ηχογραφηθεί οι εν λόγω δηλώσεις από συνεντεύξεις σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές. Τέλος εκ συμφώνου κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 17 αντίγραφο απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στα πλαίσια της Αίτησης υπ' αριθμ. 10/13 ημερομηνίας 19.7.13, στην οποία εκζητούμενος ήταν ο Εκζητούμενος στην παρούσα Αίτηση. Η πλευρά του Εκζητούμενου επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία ο ίδιος αλλά και να μην καλέσει μάρτυρες. Aκολούθησαν οι αγορεύσεις των συνηγόρων των δυο πλευρών τις οποίες αφού ετοίμασαν γραπτώς, αντίγραφα τους κατέθεσαν στο Δικαστήριο και έδωσαν στους συνηγόρους της άλλης πλευράς και ανέγνωσαν. Η αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ.Α.1 και των συνηγόρων του Εκζητούμενου ως Έγγραφο Γ.Α.
  7. Τα όσα αναφέρουν οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις μακροσκελείς και εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους καθώς και τα όσα πρόσθετα ανέφεραν, είναι καταγεγραμμένα, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και γι αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Εκεί πού θα κριθεί αναγκαίο θα γίνεται αναφορά σε αυτές η μέρος τούτων στη συνέχεια. Παραθέτω εξ' αυτών κατωτέρω, τα κύρια σημεία και ζητήματα στα οποία επικεντρώθηκαν: Οι συνήγοροι της Δημοκρατίας στην δική τους αγόρευση επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους στα εξής: - Ότι σκοπός του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης (στο εξής καλούμενο «το Ε.Ε.Σ») είναι η απλοποίηση μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στην διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων. - Ότι το Ε.Ε.Σ ημερ. 17.7.13, Τεκμήριο 2, εξεδόθη νομότυπα από την αρμόδια αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 6 του Νόμου 133(Ι)/2004 και δεν είναι το ίδιο με αυτό που αφορούσε η Αίτηση 10/13 αφού εκείνο ήταν ημερομηνίας 2.7.
  8. Επίσης εντοπίζονται και διαφορές σε αυτά αφού οι αριθμοί των επιταγών που αναγράφονται στο Τεκμήριο 2 δεν είναι οι ίδιοι αριθμοί που αναγράφονται στο ένταλμα ημερομηνίας 2.7.
  9. Συγκεκριμένα στην υπό στοιχείο «Ι» παράγραφο του Τεκμηρίου 2, στην περιγραφή των περιστάσεων τέλεσης των αξιοποίνων πράξεων, αναγράφονται διαφορετικοί αριθμοί επιταγών από εκείνων της αντίστοιχης παραγράφου στο ένταλμα σύλληψης ημερομηνίας 2.7.
  10. - Ότι η διαδικασία έκδοσης προσώπου δυνάμει Ε.Ε.Σ. είναι Suis Generis (ιδιότυπη) και ότι αυτή δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης αφού το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνον κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 4 του Ν.133(Ι)/2004 και ακολούθως προχωρεί στην έκδοση. - Ότι οι αξιόποινες πράξεις οι οποίες αποδίδονται στον Εκζητούμενο είναι αξιόποινες και δυνάμει του Κυπριακού Δικαίου και πρόσθετα δεν είναι εξ` εκείνων που θα πρέπει να συντρέχει το διττό αξιόποινο τους. - Ότι το υπό εξέταση Ε.Ε.Σ. δεν εμπίπτει σε οποιαδήποτε των προϋποθέσεων των άρθρων 13 και 14 του Ν.133(Ι)/2004, που καλύπτουν τις περιπτώσεις υποχρεωτικής άρνησης, εκτέλεσης η και προαιρετικής εκτέλεσης άρνησης Ε.Ε.Σ, αντίστοιχα. Για το συγκεκριμένο δε ζήτημα παραπέμποντας στις πρόνοιες του άρθρου 37 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, είναι η θέση τους ότι ουδεμία ποινική διαδικασία εκκρεμεί στην Δημοκρατία αλλά ούτε και έχει αρχίσει ποινική δίωξη του Εκζητούμενου στην Κύπρο, αφού τέτοια μόνο με την καταχώρηση κατηγορητηρίου αρχίζει. - Ότι το παρόν δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία δυνάμει των προνοιών του Νόμου 133(Ι)/2004, να εξετάσει αν ορθά ή όχι ανακλήθηκε το Ε.Ε.Σ. που αφορούσε τον Εκζητούμενο ημερ. 2.7.
  11. Αυτό το οποίο πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο το Ε.Ε.Σ. που αφορά την παρούσα διαδικασία, Τεκμήριο 2, εξεδόθη νομότυπα από την αρμόδια αρχή έκδοσης. Τα λοιπά ζητήματα θα εξεταστούν μόνο ενώπιον της αρμόδιας αρχής στην Ελλάδα όπου και μπορούν να εγερθούν. - Ότι η απόσυρση διαδικασίας έκδοσης και καταχώρησης νέας εναντίον του ιδίου προσώπου για σκοπούς εκτέλεσης Ε.Ε.Σ. είναι καθόλα επιτρεπτή αφού η απόσυρση δεν αποτελεί και δεν δημιουργεί δεδικασμένο. Αυτό το οποίο μπορεί να εξεταστεί είναι τυχόν κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου όπως γίνεται και σε κάθε άλλη δικαστική διαδικασία. Εν όψει δε του ιδιότυπου χαρακτήρα της παρούσας διαδικασίας (Suis Generis), η οποία δεν αποτελεί διαδικασία διάγνωσης δικαιωμάτων, όπως συμβαίνει στις πολιτικές υποθέσεις που ισχύουν και εφαρμόζονται ρητές πρόνοιες θεσμών και κανονισμών, δεν δημιουργείται δεδικασμένο σε περίπτωση απόσυρσης ή διακοπής της διαδικασίας. - Ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ενήργησε κακόπιστα και καταχρηστικά έναντι του Εκζητούμενου, αφού με το νέο νομικό καθεστώς το οποίο δημιουργήθηκε με την τροποποίηση του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος με την 7η Τροποποίηση, είναι απόλυτα νόμιμο το αίτημα της Δημοκρατίας. - Ότι η Κυπριακή Δημοκρατία όχι μόνο δεν ενήργησε κακόπιστα προχωρώντας στην 7η Τροποποίηση του Συντάγματος, αλλά αντιθέτως αυτή έγινε για πλήρη εναρμόνιση και τήρηση όλων των υποχρεώσεων της έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης και συγκεκριμένα των όσων προνοούνται στην Απόφαση - Πλαίσιο για το Ε.Ε.Σ, της 13ης Ιουνίου 2002, 2002/584/ΔΕΥ, Eπίσημη Eφημερίδα αριθμ. L 190, της 18.07.2002 (στο εξής καλούμενης «η Απόφαση - Πλαίσιο»). Η δε αναγκαιότητα για την τροποποίηση αυτή κατέστη γνωστή στην Βουλή της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Ιούλιο 2012, αφού με σχετικό νομοσχέδιο που υποβλήθηκε προς ψήφιση νόμου, γίνεται εισήγηση για να γινόταν η τροποποίηση αυτή. Συνακόλουθα είναι θέση των συνηγόρων της Δημοκρατίας ότι η 7η Τροποποίηση του Συντάγματος δεν ήταν στοχευμένη ειδικά για τον Εκζητούμενο και τον πατέρα του, αλλά έγινε για να διορθωθεί η ήδη κριθείσα ως μη συνάδουσα με την Απόφαση-Πλαίσιο πρόνοια του άρθρου 11
(2)(στ)(ι) του Συντάγματος. Προς τούτο δε παρέπεμψαν και στην σχετική έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 3 ως Παράρτημα με αριθμό 5, του Παραρτήματος αριθμό 4. Ακόμη είναι η θέση των συνηγόρων της Δημοκρατίας ότι ούτε αναδρομική ισχύς έχει δοθεί με την 7η Τροποποίηση στις πρόνοιες του άρθρου 11
(2)(στ)(ι), αφού αν αυτό ήθελε η Βουλή θα περιλαμβάνετο σε αυτό ρητή περί τούτου πρόνοια. - Ότι η δημοσίευση του νόμου περί της 7ης Τροποποίησης του Συντάγματος, ημέρα Τετάρτη αντί Παρασκευής, ουδεμία κακή πίστη συνεπάγει από πλευράς της Δημοκρατίας αφού δεν καθορίζεται διά νόμου ή κανονισμού συγκεκριμένη ημέρα δημοσίευσης στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας των Νόμων. Συνακόλουθα ούτε και από αυτή την ενέργεια μπορεί να αποδοθεί κακή πίστη στην Δημοκρατία, αντίθετα η άμεση δημοσίευση του νόμου συμβάλει στην γρηγορότερη διεκπεραίωση υποθέσεων που τον αφορούν. Άλλωστε η ανάκληση του πρώτου Ε.Ε.Σ. ημερ. 2.7.13 για τον Εκζητούμενο και η έκδοση του νέου ημερ.17.7.2013, Τεκμήριο 2, μπορούσε να γίνει οποτεδήποτε ακόμη και αν ο Νόμος δημοσιευόταν Παρασκευή. - Αναφορικά με τις δηλώσεις αξιωματούχων του Κράτους που περιέχονται στα Τεκμήρια 11(1-19), 12, 13, 14, 15 και 16, είναι η θέση των συνηγόρων της Δημοκρατίας ότι εξ΄ αυτών, δεν προκύπτει επέμβαση στο έργο του Δικαστηρίου, αντιθέτως με αυτές ξεκάθαρα δηλώνεται πως το Δικαστήριο είναι ο τελικός κριτής για το υπό εξέταση ζήτημα. Επίσης δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός για μη δίκαιη δίκη του Εκζητούμενου αφού στην παρούσα διαδικασία αυτός δεν δικάζεται και θεωρείται αθώος από την αρχή μέχρι το τέλος της. Ούτε και εξετάζει το Δικαστήριο στην παρούσα διαδικασία την δύναμη του μαρτυρικού υλικού που έχει στα χέρια της η αιτήτρια χώρα. - Όσον αφορά τους ισχυρισμούς περί παραβίασης των κατοχυρωμένων από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του Εκζητούμενου από την Ελλάδα, αυτοί είναι γενικοί και αόριστοι και πρόσθετα θα έπρεπε να προσαχθεί σχετική μαρτυρία από πλευράς του προς απόδειξη τούτων, κάτι που δεν έγινε. Πρόσθετα ο Εκζητούμενος θα έχει το δικαίωμα να εγείρει ενώπιον των αρμοδίων αρχών στην Ελλάδα σε περίπτωση έκδοσης του δια των συνηγόρων του οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με αυτά. Ούτε και η επίκληση του μεγάλου χρονικού διαστήματος από την κατ΄ ισχυρισμό τέλεση των αξιόποινων πράξεων μπορεί να επηρεάσει την παρούσα διαδικασία. Και αυτό το ζήτημα πρέπει να τεθεί στο κατάλληλο χρόνο ενώπιον του αρμοδίου Δικαστηρίου στην Ελλάδα. Σε σχέση δε με τούτο το σημείο οι συνήγοροι της Δημοκρατίας επεσήμαναν ότι από τα όσα εκτίθενται στα Τεκμήρια 6 και 7, γεγονότα, δεν μπορεί να αποδοθεί στις Ελληνικές αρχές υπαιτιότητα για την παρατηρούμενη καθυστέρηση. Αντίθετα οι Ελληνικές αρχές από την ημερομηνία που είχαν στα χέρια τους επαρκή στοιχεία εις βάρος του Εκζητούμενου, ήτοι από 17.7.12, προχώρησαν άμεσα στις διαδικασίες έκδοσης του. - Εν κατακλείδι είναι η θέση των συνηγόρων της Δημοκρατίας ότι δεν συντρέχει καμία προϋπόθεση από αυτές που τάσσονται εξαντλητικά στα άρθρα 13 και 14 του Ν.133(Ι)/2004, για την υποχρεωτική ή προαιρετική άρνηση εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ, Τεκμήριο 2 και συνακόλουθα, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρήσει στην έκδοση του Εκζητούμενου στις αρμόδιες Ελληνικές αρχές. Οι συνήγοροι του Εκζητούμενου, ζητώντας την απόρριψη του αιτήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επικέντρωσαν την επιχειρηματολογία τους στα εξής σημεία και ζητήματα: - Ότι δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθ' ότι το νομικό καθεστώς που πρέπει να εφαρμοστεί στο πρόσωπο του Εκζητούμενου είναι εκείνο πού ίσχυε πριν την 7η Τροποποίηση του Συντάγματος με την οποία τροποποιήθηκε το άρθρο 11
(2)(στ). Αυτό διότι τα αποδιδόμενα σε αυτόν αδικήματα διαπράχθηκαν πριν την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το
  1. - Ότι έγινε από πλευράς εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας μέσω διαφόρων δημοσιευμάτων και δηλώσεων στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, αλλα και σε ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, ως αυτές παρουσιάζονται στα Τεκμήρια 11 (1-19), Τεκμήρια 12, 13,14,15 και 16, ανεπίτρεπτη επέμβαση στις αποκλειστικές αρμοδιότητες της δικαστικής εξουσίας. Αυτό είχε σαν συνέπεια την κατάλυση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών και της αυτονομίας και ανεξαρτησίας της δικαστικής εξουσίας. - Ότι η 7η Τροποποίηση του Συντάγματος έγινε στοχευμένα και με απώτερο σκοπό να καταστήσει δυνατή την έκδοση του Εκζητούμενου και του πατέρα του στην Ελλάδα, κάτι που αποδεικνύεται πέραν των όσων τα μέλη της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας δήλωναν και από το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είχε χρονικό περιθώριο συμμόρφωσης με την Απόφαση-Πλαίσιο, μέχρι και την 1.12.14, θέση όμως η οποία εν τέλει μετά το πέρας των αγορεύσεων και μετά από διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου, διαφοροποιήθηκε περιορίζοντας την στην θέση ότι είναι οι κυρώσεις που μπορούν να επιβληθούν σε Κράτη Μέλη που δεν συμμορφώθηκαν πλήρως με την Απόφαση - Πλαίσιο, μετά την 1.12.
  2. - Ότι η στοχευμένη τροποποίηση του Συντάγματος αποδεικνύεται επίσης και από το γεγονός της κατεπείγουσας σύγκλισης της Βουλής της Δημοκρατίας αλλά και την άμεση υπογραφή του σχετικού νόμου από τον Πρόεδρο και την δημοσίευση του εκτάκτως στις 17.7.13, ημέρα Τετάρτη και όχι Παρασκευή, όπως συνηθίζεται και τούτο για να προληφθεί η 18.7.13 που ήταν ορισμένη για ακρόαση η πρώτη αίτηση για την έκδοση του Εκζητούμενου, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. - Ότι η στοχευμένη τροποποίηση του Συντάγματος και η παρέμβαση των δύο άλλων εξουσιών στην Δικαστική εξουσία επηρεάζουν και προσβάλλουν τα δικαιώματα του Εκζητούμενου και ιδιαίτερα αυτό της προσωπικής του ελευθερίας. Ότι δεν θα πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην έκδοση του Εκζητούμενου καθότι η 7η Τροποποίηση του Συντάγματος ως έχει γίνει και για τους λόγους που έχει γίνει, παραβιάζει την θεμελιώδη αρχή της μη αναδρομικότητας των Νόμων και συνακόλουθα εφόσον ούτε και στην ίδια δεν προβλέπεται ρητά τέτοια ισχύς, δεν πρέπει το Δικαστήριο να αποδεχτεί ότι οι πρόνοιες της καλύπτουν και την περίπτωση του Εκζητούμενου. - Ότι με βάση των περί Ερμηνείας Νόμο, Κεφ. 1 άρθρο 10
(2)(γ) και (ε), η 7η Τροποποίηση δεν μπορεί να επηρεάσει δικαιώματα ή νομική διαδικασία και τυχόν εκκρεμούσα διαδικασία συνεχίζεται ως αν ο ακυρωτικός νόμος δεν ψηφιζόταν. Συνακόλουθα και επειδή πριν την 7η Τροποποίηση του Συντάγματος, ο Εκζητούμενος δεν μπορούσε να εκδοθεί, με την εν λόγω τροποποίηση επηρεάζεται δυσμενώς και παραβιάζεται το κεκτημένο αυτό δικαίωμα του. - Ότι παρά την διπλή υπηκοότητα του Εκζητούμενου, Ελληνικής και Κυπριακής, στην περίπτωση του ως πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας και ανεξαρτήτως αν είναι κάτοχος και άλλης ιθαγένειας, εφαρμόζεται γι αυτόν η προστασία και το νομικό καθεστώς του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος προτού τροποποιηθεί,. - Ότι επειδή το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος είναι ειδική διάταξη νόμου υπερισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 1 Α, συνακόλουθα και επειδή η 7η Τροποποίηση επηρεάζει αναδρομικά τα κεκτημένα δικαιώματα του Εκζητούμενου δεν θα πρέπει να εφαρμοστεί στην περίπτωση του αλλά η διαδικασία διέπεται και θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια του νομικού καθεστώτος που ίσχυε πριν από αυτήν. - Ότι στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος ως αυτό της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εξετάζει μόνο κατά πόσο συντρέχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εντάλματος, αλλά και θέματα που άπτονται της προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Εκζητούμενου. Αυτό προνοείται τόσο στην Απόφαση - Πλαίσιο, όσο και στον ίδιο τον Νόμο 133
(1)/2004, άρθρα 12 και 2 αντίστοιχα. Στην περίπτωση δε του Εκζητούμενου είναι βέβαιο πως ενόψει των προνοιών του Ποινικού Κώδικα και Ποινικής Δικονομίας της Ελλάδας, που ειρήσθω εν παρόδω όχι μόνο δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία για τις εν λόγω πρόνοιες αλλά ούτε και κατατέθηκαν αντίγραφα των συγκεκριμένων προνοιών, αυτός θα προφυλακιστεί για χρονικό διάστημα μέχρι και 18 μήνες. Τούτο από μόνο του παραβιάζει τα δικαιώματα του, τόσο αυτό της προσωπικής του ελευθερίας ενόψει μάλιστα του συνοδεύοντος τούτον τεκμηρίου της αθωότητας, αλλά και της μη δυνατότητας να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση του. Αυτά τα δικαιώματα του προστατεύονται πλήρως από το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και την Ποινική Δικονομία, οι πρόνοιες της οποίας καθορίζουν σαν μέγιστο χρόνο προφυλάκισης τους 3 μήνες, αλλά και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. - Προς επίρρωση δε των θέσεων και ισχυρισμών τους σε σχέση με την αναμενόμενη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του Εκζητούμενου αν αυτός εκδοθεί στην Ελλάδα, επικαλέστηκαν αριθμό αποφάσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (στο εξής καλουμένου «το Ε.Δ.Α.Δ») με τις οποίες η Ελλάδα καταδικάστηκε λόγω παραβίασης του τεκμηρίου αθωότητας ενόψει της μακράς περιόδου προφυλάκισης καθώς και για τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης στα σωφρονιστικά της ιδρύματα, κρατουμένων προσώπων. Περαιτέρω παρουσίασαν και παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε άρθρα Έλληνα δικηγόρου, πρώην Υπουργού, χωρίς όμως, επισημαίνω, να προσκομισθούν για τα όσα υποστηρίζονται στο εν λόγω άρθρο οποιαδήποτε επίσημα στοιχεία ή μαρτυρία. - Επίσης επικαλούμενοι το δικαίωμα του Εκζητούμενου για γρήγορη δίκη και εκθέτοντας τις προσωπικές, επαγγελματικές και κοινωνικές του συνθήκες, οι οποίες από το 1997 έχουν αλλάξει δραστικά, εισηγούνται ότι τυχόν έκδοση του ενόψει της αποδεδειγμένης κατ΄ επανάληψη μεγάλης καθυστέρησης στην εκδίκαση ποινικών υποθέσεων στην Ελλάδα, θα παραβιασθεί και αυτό του το δικαίωμα. Παρέπεμψαν δε προς ενίσχυση αυτής τους της θέσης σε άρθρο πρώην υπηρεσιακού Πρωθυπουργού της Ελλάδας με βάση το οποίο ο συγγραφέας του αναφέρεται σε αριθμό καταδικών της Ελλάδας από το Ε.Δ.Α.Δ. λόγω της μεγάλης καθυστέρησης που παρατηρείται στην εκδίκαση υποθέσεων. Ακόμη επικαλούμενοι τις απάνθρωπες συνθήκες κράτησης, υποδίκων στις Ελληνικές φυλακές είναι εισήγηση τους ότι παραβιάζεται το ανθρώπινο δικαίωμα του με το οποίο κατοχυρώνεται η προστασία αυτού από απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση κατά την διάρκεια της προφυλάκισης ή κράτησης του. - Εν κατακλείδι εισηγούνται ότι δυνάμει των προνοιών του άρθρου 14 (α)(β) του Ν.133(Ι)/2004, συντρέχει λόγος δυνάμει του οποίου το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του επιδίκου ευρωπαϊκού εντάλματος. Συγκεκριμένα επειδή δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία από την Δημοκρατία ότι δεν εκκρεμεί εις βάρος του Εκζητούμενου οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, παρά το ότι υπεβλήθη στη μάρτυρα κα Μούντη ότι για τα ίδια αδικήματα έχει αρχίσει τέτοια και επειδή η υποχρέωση αυτή την βάρυνε, δεν θα πρέπει ο Εκζητούμενος να εκδοθεί. Μετά την ανάγνωση και ολοκλήρωση της αγόρευσης των συνηγόρων του Εκζητούμενου ζητήθηκε άδεια και αφού δεν υπήρξε ένσταση από πλευράς των συνηγόρων του Εκζητούμενου αυτή εδόθη, για να απαντήσουν σε συγκεκριμένα σημεία της αγόρευσης τούτων οι συνήγοροι της Δημοκρατίας. Συγκεκριμένα η εκ των συνηγόρων της Δημοκρατίας κα Κάρνου ανέφερε: - Σε σχέση με την θέση των συνηγόρων του Εκζητούμενου ότι κυρώσεις στην Κυπριακή Δημοκρατία θα μπορούν να επιβληθούν αν δεν συμμορφωθεί με τις πρόνοιες της Απόφασης - Πλαίσιο μετά την 1.12.2014, πώς συμφωνεί με αυτήν - Σε σχέση με την θέση ότι τυχόν έκδοση του Εκζητούμενου στην Ελλάδα και τυχόν κράτηση του συνεπάγει αυτόματα και παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του λόγω της κατ΄ επανάληψη καταδίκης της Ελλάδας, απορρίπτοντας την, επεσήμανε πώς αποδοχή μίας τέτοιας θέσης εξυπακούει πώς ουδείς Κύπριος θα πρέπει να εκδίδεται στην Ελλάδα αφού θα τεκμαίρεται εκ των προτέρων πώς σε τέτοια περίπτωση δεν θα τύχουν σεβασμού στο πρόσωπο του τα ανθρώπινα δικαιώματα του αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης και δυνατότητας του να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση του. - Σε σχέση δε με τον χρόνο κράτησης, που οι συνήγοροι του Εκζητούμενου ανέφεραν ότι μπορεί να είναι μέχρι και 18 μήνες, επεσήμανε ότι και πάλιν αυτοί θεωρούν ως δεδομένο πώς θα διαταχθεί η κράτηση του μέχρι την δίκη του σε περίπτωση που κατηγορηθεί και ότι αυτή είναι σίγουρο πώς θα φτάσει το εν λόγω μέγιστο χρονικό διάστημα. Ούτε και οι προηγούμενες καταδίκες εισηγούνται οι συνήγοροι της Δημοκρατίας, της Ελλάδας από το Ε.Δ.Α.Δ από μόνες τους είναι αρκετές για να υποστηρίξουν την θέση αυτή. Όπως η καθιερωμένη αρχή δικαίου αναγνωρίζει, η κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της γεγονότα και η εκ των προτέρων καταδίκη των Ελληνικών Αρχών, διότι αυτή ουσιαστικά είναι η εισήγηση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από μόνη της για να στοιχειοθετήσει την θέση των συνηγόρων του Εκζητούμενου. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία να ακούσω με προσοχή από το εδώλιο του μάρτυρα να καταθέτει ενώπιον μου ενόρκως η μάρτυρας που παρουσίασε η Δημοκρατία, ήτοι την κα Μούντη, που ήταν και η μοναδική μάρτυρας που κατέθεσε στην παρούσα υπόθεση. Μετά από μελέτη της προφορικής μαρτυρίας αλλά και της έγγραφης που έχει κατατεθεί ενώπιον μου, νοιώθω ότι είμαι έτοιμος να προβώ σε αξιολόγηση της ακολουθώντας τις αρχές οι οποίες διαχρονικά έχουν αποκρυσταλλωθεί από τη νομολογία μας και αφορούν το στάδιο ακριβώς που το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει μαρτυρία και να προβώ σε ευρήματα και συμπεράσματα. Η μαρτυρία της κας Μούντη, μπορώ να πω ότι ήταν τυπική. Τα έγγραφα που κατατέθηκαν εκ μέρους της δεν αμφισβητήθηκαν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο ότι είναι γνήσια και ότι προέρχονται από την αρμόδια αρχή της αιτούσας χώρας, αλλά ούτε και το περιεχόμενο τους κατ΄ ουσία, πλήν βεβαίως του αυτονόητου, ότι δηλαδή ο Εκζητούμενος δεν αποδέχεται την διάπραξη των αξιοποίνων πράξεων που του αποδίδονται. Εξάλλου η κα Μούντη ανέφερε ρητά και ειλικρινά ότι για όσα ζητήματα δεν είχε κατ΄ ιδίαν γνώση δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να απαντήσει. Θα αποδεχθώ τη μαρτυρία της κας Μούντη ως γνήσια και θετική τόσο σε σχέση με τα όσα αυτή αφορά από το έγγραφο υλικό το οποίο περιήλθε στην κατοχή της μέσω της νόμιμης οδού, όπως συνηθίζεται σε αυτής της φύσεως υποθέσεις, όσο και σε σχέση με τις ενέργειες της οι οποίες αποδέχομαι πώς ήταν οι νενομισμένες. Η αξιοπιστία της στην ουσία δεν έχει αμφισβητηθεί και η μαρτυρία της στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη και έτσι την αποδέχομαι στην ολότητα της. Άλλωστε ούτε και εισήγηση υπήρξε από πλευράς των συνηγόρων του Εκζητούμενου, περί του αντιθέτου. ΝΟΜΙΚΗ - ΠΤΥΧΗ: Η παρούσα διαδικασία ως είναι πρόδηλο από τα ανωτέρω, αφορά εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και εκείνο που καλείται το παρόν Δικαστήριο να εξετάσει είναι κατά πόσον πληρούνται οι πρόνοιες του Νόμου 133(Ι)/2004. Κρίνω κατ' αρχάς ότι προτού αναλύσω περαιτέρω την νομική πτυχή θα πρέπει να παραθέσω τη κρίση του Δικαστηρίου αναφορικά με το ζήτημα της διπλής υπηκοότητας του Εκζητούμενου και συγκεκριμένα επειδή αυτός είναι κάτοχος τόσο της Κυπριακής όσο και της Ελληνικής Ιθαγένειας, κατά πόσο θα αντιμετωπιστεί από το Δικαστήριο ως Κύπριος ή Έλληνας υπήκοος. Το συγκεκριμένο ζήτημα εξετάστηκε στα πλαίσια των αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Δημοκρατία ν. Αντώνη Σεργίου Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 887, στην οποία αποφασίστηκε πως το γεγονός ότι ο εφεσίβλητος ο οποίος εκτός από πολίτης της Κυπριακής Δημοκρατίας ήταν και ταυτόχρονα κάτοχος άλλης ιθαγένειας, δεν αλλοίωνε τη θέση του ως Κύπριου πολίτη μέσα στη συνταγματική και νομική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως συγκεκριμένα αναφέρεται στην εν λόγω υπόθεση, στη σελίδα 890: «Αφού ακούσαμε τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν από τις δύο πλευρές έχουμε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι, μια και ο εφεσίβλητος είναι Κύπριος υπήκοος, προστατεύεται σχετικά από τη διαδικασία εκδόσεως από το Άρθρο 11.2(στ) του Συντάγματος, το οποίο επιτρέπει τη σύλληψη για σκοπούς εκδόσεως μόνο αλλοδαπών. Κατά την κρίση μας η κατοχή από ένα Κύπριο πολίτη άλλης ή άλλων ιθαγενειών δεν αλλοιώνει τη θέση του μέσα στη συνταγματική και νομική τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η θέση αυτή εκφράζεται με την προσέγγιση του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου στην υπόθεση Attorney General of the Republic v. Afamis 1 R.S.C.C. 121, στην οποία αποφασίστηκε ότι η χρήση της λέξεως "αλλοδαπός", στο Άρθρο 11.2(στ) του Συντάγματος αντί της λέξεως "ατόμου", που χρησιμοποιείται στο Άρθρο 5
(1)(στ) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του 1950 που κυρώθηκε με το Νόμο Αρ. 39 του 1962, αποσκοπούσε στον περιορισμό της εξουσίας στη σύλληψη ή κράτηση "αλλοδαπού", με το αναπόφευκτο αποτέλεσμα η έκδοση να περιορίζεται μόνο στους αλλοδαπούς. Παραπομπή έγινε επίσης στο Άρθρο 33.2 του Συντάγματος σχετικά με το θέμα της ερμηνείας όρων και διατάξεων που προβλέπει ότι αυτοί πρέπει να ερμηνεύονται σεμνά και να μη εφαρμόζονται για οποιοδήποτε σκοπό διάφορο εκείνου για τον οποίο θεσπίστηκαν.» Η θέση δε αυτή επαναβεβαιώθηκε και από την ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Κώστα Κωνσταντίνου
(2005)1 Α.Α.Δ. 1356. Συνακόλουθα ενόψει των όσων αναφέρονται πιο πάνω το νομικό καθεστώς με το οποίο θα εξεταστεί η υπόθεση που έχω ενώπιον μου για τον Εκζητούμενο, κρίνω ότι είναι αυτό το οποίο εφαρμόζεται για Κύπριο πολίτη. Έχοντας υπόψη την πιο πάνω κατάληξη μου, προχωρώ στην εξέταση των λοιπών ζητημάτων που αφορούν την Νομική Πτυχή της ενώπιον μου Αίτησης. Το πνεύμα του Ν.133(Ι)/04 θα πρέπει να αναζητηθεί στο πνεύμα του μνημονίου, παράγραφοι 1 έως 14, της Απόφασης - Πλαισίου της 13ης Ιουνίου 2002, (2002/584/ΔΕΥ Eπίσημη Eφημερίδα αριθμ. L 190, της 18.07.2002), αντίγραφα της οποίας στην Ελληνική και Αγγλική γλώσσα επισυνάπτονται στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας. Με αυτήν ρυθμίζονται τα του Ευρωπαϊκού Ένταλματος Σύλληψης και οι διαδικασίες παράδοσης καταζητούμενων προσώπων μεταξύ των κρατών μελών, δυνάμει των προνοιών και των άρθρων αυτής. Η φιλοσοφία και το πνεύμα της Απόφασης - Πλαισίου διαγράφεται με σαφήνεια στις παραγράφους 1, 2, 5, 6, 7, 10 και 11 του μνημονίου στις οποίες αναφέρεται ότι ο στόχος της Ευρωπαϊκής Ένωσης να αποτελέσει ένα χώρο ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης συνεπάγεται την κατάργηση της έκδοσης μεταξύ των κρατών - μελών και την αντικατάσταση της από το σύστημα παράδοσης μεταξύ των Δικαστικών Αρχών με την εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης προσώπων που έχουν καταδικαστεί ή είναι ύποπτα, προς το σκοπό εκτέλεσης καταδικαστικών ποινικών αποφάσεων ή ποινικής δίωξης που επιτρέπει να αρθεί η πολυπλοκότητα και το ενδεχόμενο καθυστέρησης που διαπιστώθηκε πώς ήταν εγγενή στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης (παράγραφος 5). Τούτο μπορεί να επιτευχθεί με την πρόβλεψη ταχύτερων διαδικασιών έκδοσης προσώπων που έχουν καταδικασθεί ή είναι ύποπτα για αξιόποινες πράξεις (παράγραφος 1). Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης το οποίο προβλέπει η Απόφαση - Πλαίσιο, αποτελεί την πρώτη περίπτωση συγκεκριμένης εφαρμογής στον τομέα του Ποινικού Δικαίου, της Αρχής της Αμοιβαίας Αναγνώρισης, που έχει χαρακτηριστεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο ως "ακρογωνιαίος λίθος" της Δικαστικής Συνεργασίας (παράγραφος 6). Ο μηχανισμός του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης βασίζεται σε υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης μεταξύ των Κρατών - Μελών (παράγραφος 10). Το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ουσιαστικά αντικαθιστά όλες τις προηγούμενες νομικές πράξεις, μεταξύ των Κρατών - Μελών, σχετικά με την έκδοση (παράγραφος 11). Σύμφωνα με το άρθρο 6
(1)της Απόφασης - Πλαισίου, η Δικαστική Αρχή έκδοσης του Εντάλματος είναι Δικαστική Αρχή του Κράτους - Μέλους έκδοσης του εντάλματος που είναι αρμόδια για την έκδοση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους. Σύμφωνα δε με το άρθρο 6
(2), η Δικαστική Αρχή εκτέλεσης είναι η Δικαστική Αρχή του Κράτους - Μέλους εκτέλεσης που είναι η αρμόδια να εκτελέσει το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης δυνάμει του δικαίου αυτού του κράτους. Ακόμη στο άρθρο 6
(3)προνοείται ότι κάθε Κράτος- Μέλος, ενημερώνει τη Γενική γραμματεία του Συμβουλίου σχετικά με την Δικαστική Αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το εσωτερικό του δίκαιο. Δυνάμει δε του άρθρου 7 της Απόφασης - Πλαισίου, κάθε Κράτος- Μέλος μπορεί να ορίσει μια Κεντρική Αρχή η οποία εφ΄ όσον η έννομη τάξη του το προβλέπει, για να επικουρεί τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές. Με βάση δε το άρθρο 7
(2)της Απόφασης - Πλαισίου, ένα Κράτος - Μέλος, εάν είναι αναγκαίο λόγω της οργάνωσης του εσωτερικού δικαστικού του συστήματος, αναθέτει στην ή στις Κεντρικές Αρχές του τη διοικητική διαβίβαση και παραλαβή των Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης καθώς και κάθε επίσημη αλληλογραφία που την ή τις αφορά. Το Κράτος- Μέλος που επιθυμεί να κάνει χρήση των δυνατοτήτων που αναφέρονται στο παρόν άρθρο γνωστοποιεί στη Γενική Γραμματεία του Συμβουλίου, τις πληροφορίες σχετικά με την ή τις Κεντρικές Αρχές που έχει ορίσει. Τα στοιχεία δε αυτά δεσμεύουν όλες τις Αρχές του Κράτους- Μέλους έκδοσης του εντάλματος. Για σκοπούς λοιπόν εναρμόνισης με την αναφερθείσα Απόφαση - Πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Βουλή των Αντιπροσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας, ψήφισε το Ν.133
(1)/04 ο οποίος βασικά σχεδόν αναπαράγει και/ή αντιγράφει την Απόφαση - Πλαίσιο. Όπως δε προνοείται στο άρθρο 3 του Ν.133
(1)/04: «3. To ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης είναι απόφαση ή Διάταγμα δικαστικής αρχής κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που εκδίδεται με σκοπό τη σύλληψη και την παράδοση προσώπου, το οποίο ευρίσκεται στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ζητείται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης του εντάλματος στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας: (α) Για την άσκηση ποινικής δίωξης ή (β) για την εκτέλεση ποινής η μέτρου στερητικών της ελευθερίας.» Το άρθρο δε 4 του Νόμου, Ν.133(Ι)/2004, προνοεί για το περιεχόμενο και τον τύπο του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ενώ το άρθρο 5 αναφέρεται στην Κεντρική Αρχή η οποία επικουρεί τις αρμόδιες αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του στην Κύπρο. Ακόμη σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 11
(1)του Ν.133(Ι)/2004, η αρμόδια Δικαστική Αρχή για την σύλληψη, κράτηση και την απόφαση εκτέλεσης για την παράδοση ή μη εκζητούμενου προσώπου στην Κύπρο, είναι׃ (α) ο αρμόδιος Επαρχιακός Δικαστής στην περιφέρεια του οποίου ευρίσκεται ή πιστεύεται ότι ευρίσκεται ο εκζητούμενος. (β) Επαρχιακός Δικαστής Λευκωσίας στην περίπτωση που είναι άγνωστη η διαμονή του εκζητούμενου. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473 (επισυνημμένο 1 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας), που υιοθετεί όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, σκοπός του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, είναι η απλοποίηση μεταξύ των Ευρωπαϊκών χωρών της διαδικασίας παράδοσης προσώπων που ενέχονται στη διάπραξη ποινικών αδικημάτων. Στην εν λόγω απόφαση γίνεται αναφορά και υιοθετούνται και τα όσα αναφέρθηκαν στις αποφάσεις του Εφετείου και Ανακτοβουλίου της Αγγλίας, στις υποθέσεις Office of the King´s Prosecutor, Brussels v. Cando Armas [2006] 2 A.C. 1, para 21 και Dabas v. High Court of Justice, Madrid [2007] UKHL 6. Ακόμη στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην υπόθεση Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 519 (επισυνημμένο 2 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας) λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Η Κυπριακή Δημοκρατία, υλοποιώντας την υποχρέωση που επιβάλλει η Απόφαση-Πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ημερ.13 Ιουνίου, 2002, σε σχέση με το «ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ κρατών μελών» προχώρησε στη θέσπιση του Περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και των Διαδικασιών Παράδοσης Εκζητουμένων Μεταξύ των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης Νόμου του 2004 (Ν.133(Ι)/2004(ο Νόμος). Η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση, είχε θέσει ως στόχο, τη δημιουργία ενός χώρου ελευθερίας ασφάλειας και δικαιοσύνης, που συνεπάγεται την κατάργηση του συστήματος της έκδοσης προσώπων, τα οποία προσπαθούν να διαφύγουν τη δικαιοσύνη μεταξύ χωρών μελών, και την αντικατάσταση του από ένα σύστημα παράδοσης μεταξύ δικαστικών αρχών (αρ.5 του προϊμίου της Απόφασης-Πλαίσιο). Ταυτοχρόνως επιδιώκετο η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος παράδοσης υπόπτων ή καταδικασθέντων προσώπων, με στόχο την άρση της πολυπλοκότητας και του ενδεχομένου καθυστερήσεων που ενυπάρχουν στις ισχύουσες διαδικασίες έκδοσης. Ως προς την πρόθεση του Συμβουλίου που εκδηλώθηκε με το Νόμο- Πλαίσιο σχετική αναφορά γίνεται στο σύγγραμμα Blackstone´s Criminal Practice 2009, para.D31.2 και στην υπόθεση Hadjiametovic v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 473. Το δε Ευρωπαϊκό ΄Ενταλμα Σύλληψης που προβλέπει η Απόφαση-Πλαίσιο, χαρακτηρίζεται ως ο «ακρογωνιαίος λίθος» της δικαστικής συνεργασίας στον τομέα του ποινικού δικαίου, που βασίζεται στην αρχή της αμοιβαίας αναγνώρισης μεταξύ των κρατών μελών. (άρθρο 6 προϊμίου). Συνακόλουθα οι πρόνοιες του Ν.133(Ι)/2004, θα πρέπει να διαβάζονται σε συνάρτηση με το περιεχόμενο του νόμου Πλαισίου, (άρθρο 1 του Νόμου 133(Ι)/2004).» Όσον αφορά την διαδικασία που ακολουθείται, αλλά και τη φύση της, στην ίδια απόφαση αναφέρονται τα ακόλουθα: «Θα πρέπει από την αρχή να επισημάνουμε ότι δεν πρόκειται περί ποινικής δίκης και η συνήγορος της νομικής υπηρεσίας δεν εμφανίζεται ως εκπρόσωπος κατηγορούσας αρχής. Πρόκειται για διαδικασία sui generis. Αν πληρούνται οι προϋποθέσεις υποχρεωτικής παράδοσης τότε το Εκζητούμενο πρόσωπο πρέπει να παραδοθεί και το ένταλμα να εκτελεστεί. (άρθρο 12 του Νόμου). Αν δεν υφίστανται τα αναγκαία προαπαιτούμενα του άρθρου 4, το Δικαστήριο αρνείται την εκτέλεση (άρθρ.13). Επειδή πρόκειται περί διαδικασίας διερευνητικού χαρακτήρα, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει επιπρόσθετες εξουσίες στη δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος. Αν «κρίνει», τονίζεται στο άρθρο 21
(2)του Νόμου, ότι οι πληροφορίες που διαβιβάστηκαν «δεν αρκούν» ώστε να της επιτρέψουν να αποφασίσει για την παράδοση ζητεί ...». Είναι συνεπώς προστακτική ανάγκη για τη δικαστική αρχή να ζητήσει την προσκόμιση συμπληρωματικών στοιχείων, «ιδίως σε σχέση με τα άρθρα 4 και 13 έως 15.» Επανερχόμενος στην παρούσα υπόθεση, όπως αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, η δικαστική αρχή που το εξέδωσε είναι η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών η οποία εκπροσωπείται από τον Ιωάννη Κούτρα, Αντεισαγγελέα Εφετών Αθηνών ο οποίος και το υπόγραψε. Αναφέρεται ακόμα ως Κεντρική Αρχή το Υπουργείο Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αναφέρεται επίσης στο Τεκμήριο 2 ότι η απόφαση επί της οποίας βασίζεται το ένταλμα σύλληψης, είναι «το υπ' αριθμ. 6 από 17-07-2013 ένταλμα σύλληψης του κ. Ανακριτη ν. 4022/11 πρωτοδικειου αθηνων». Δυνάμει δε των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 5, ήτοι την Επίσημη Εφημερίδα της Ελληνικής Δημοκρατίας με αριθμό φύλλου 127, ημερομηνίας 9.7.2004, το περιεχόμενο του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, αρμόδια αρχή για την έκδοση και διαβίβαση Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης στην Ελλάδα είναι ο εισαγγελέας εφετών στην περιφέρεια του οποίου υπάγεται η κατά τόπον αρμοδιότητα για την εκδίκαση της αξιόποινης πράξης για την οποία ζητείται η σύλληψη και η προσαγωγή του Εκζητούμενου η για την εκτέλεση της ποινής η του μέτρου ασφαλείας, τα οποία στερούν την ελευθερία (άρθρο 4). Συνακόλουθα εν όψει και του περιεχομένου του Τεκμηρίου 5, που επίσης το περιεχόμενο δεν αμφισβητήθηκε, από το οποίο συνάγεται πώς αρμοδιότητα για τις αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον Εκζητούμενο έχει το Πρωτοδικείο Αθηνών, η αρμόδια αρχή έκδοσης του Τεκμηρίου 2 τεκμαίρεται ότι είναι η Εισαγγελία Εφετών Αθηνών η οποία και ορθώς το εξέδωσε. Επίσης η Κυπριακή Δημοκρατία, ασκώντας την δυνατότητα ορισμού Κεντρικής Αρχής, δυνάμει του άρθρου 7
(2)της Απόφασης - Πλαίσιο, όρισε ως Κεντρική Αρχή το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης με σκοπό να επικουρεί τις αρμόδιες αρχές έκδοσης και εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, ιδίως κατά την διοικητική διαβίβαση και παραλαβή του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης καθώς και για κάθε επίσημη σχετική αλληλογραφία (άρθρο 5 του Ν.133
(1)/04). Ακόμη έχει κατατεθεί στο Δικαστήριο από την Μάρτυρα της Δημοκρατίας, της οποίας την μαρτυρία έχω αποδεχθεί στην ολότητα της, το Τεκμήριο 9, που είναι πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 16
(1)του Νόμου, το οποίο εξεδόθει υπό της αρμοδίας στην Κύπρο αρχής, του οποίου το περιεχόμενο τελικά δεν αμφισβητήθηκε και στο οποίο βεβαιούται ότι το Τεκμήριο 2, το οποίο αφορά τον Εκζητούμενο, έχει εκδοθεί με το νόμιμο τύπο. Συνακόλουθα εν όψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι το Τεκμήριο 2, έχει εκδοθεί υπό της αρμοδίας αρχής στην Ελλάδα, περιέχει όλα τα υπό του Νόμου 133(Ι)/2004, απαιτούμενα στοιχεία και ότι είναι στο σωστό τύπο. Στο Μέρος ΤΡΙΤΟ του Νόμου 133(Ι)/2004 (άρθρα 11 έως 31), προνοούνται οι προϋποθέσεις εκτέλεσης αλλά και της άρνησης εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Στο δε άρθρο 12 του Νόμου αναφέρονται οι προϋποθέσεις εκτέλεσης του εντάλματος σύλληψης. Ως λοιπόν προνοείται στο εν λόγω άρθρο: «12.
(1)Υπό την επιφύλαξη των διατάξεων των άρθρων 13 έως 15 του παρόντος Νόµου, το ευρωπαϊκό ένταλµα σύλληψης εκτελείται εφόσον: (α) Η πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλµα σύλληψης, συνιστά έγκληµα το οποίο τιµωρείται µε στερητική της ελευθερίας ποινή ή µε στερητικό της ελευθερίας µέτρο ασφαλείας, σύµφωνα µε το δίκαιο του κράτους που το εκδίδει και είναι αξιόποινη σύµφωνα και µε τους Κυπριακούς ποινικούς νόµους, ανεξαρτήτως του νοµικού χαρακτηρισµού. Στις περιπτώσεις που η αξιόποινη πράξη συνιστά έγκληµα περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγµατος δεν αποτελεί λόγο άρνησης εκτέλεσης του εντάλµατος η διαπίστωση ότι το Κυπριακό κράτος δεν επιβάλλει ιδίου τύπου φόρους ή τέλη ή δεν προβλέπει ιδίου τύπου ρύθµιση περί φόρων, τελών, τελωνείων και συναλλάγµατος µε εκείνη του κράτους µέλους έκδοσης του εντάλµατος. (β) Τα δικαστήρια του κράτους έκδοσης του εντάλµατος καταδίκασαν τον εκζητούµενο σε ποινή ή µέτρο ασφαλείας, στερητικά της ελευθερίας τουλάχιστον τεσσάρων
(4)µηνών για αξιόποινη πράξη.
(2)Η εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλµατος σύλληψης επιτρέπεται, χωρίς έλεγχο του διττού αξιοποίνου, για τις ακόλουθες αξιόποινες πράξεις, όπως αυτές ορίζονται από το δίκαιο του κράτους έκδοσης του εντάλµατος, εφόσον τιµωρούνται στο κράτος αυτό µε στερητική της ελευθερίας ποινή ή στερητικό της ελευθερίας µέτρο ασφάλειας, ανώτατης διάρκειας τουλάχιστον τριών
(3)ετών: (α) Εγκληµατική οργάνωση, .......................................................................... (θ) νοµιµοποίηση εσόδων από εγκληµατικές δραστηριότητες, .................................................................................. (λβ) δολιοφθορά.» Θα πρέπει συναφώς να εξεταστεί πρώτιστα κατά πόσο οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον Εκζητούμενο εμπίπτουν σε αυτές πού αναφέρονται στις υποπαραγράφους (α), (β) του εδαφίου 1 η στο εδάφιο 2, του πιο πάνω άρθρου. Όπως λοιπόν αναφέρεται στο Τεκμήριο 2, στην παράγραφο υπό στοιχείο Ε, ο Εκζητούμενος κατηγορείται για το ότι: «στην Αθήνα, κατά το χρονικό διάστημα από 10.9.1997 έως 20.7.2001, από κοινού με άλλον, με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, με πρόθεση προέβη σε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα, ήτοι σε απόκτηση και μεταβίβαση περιουσίας, που προέρχεται από εγκληματική δραστηριότητα, με σκοπό τη συγκάλυψη της αληθινής προέλευσης της, διαπράττει δε νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα κατ' επάγγελμα». Στη συνέχεια στο Τεκμήριο 2, στις σελίδες 3 μέχρι και 13 της παραγράφου Ε, παρατίθενται λεπτομέρειες και γεγονότα αναφορικά με τις αποδιδόμενες στον Εκζητούμενο αξιόποινες πράξεις καθώς και η φύση και ο νομικός τους χαρακτηρισμός. Ακόμη σύμφωνα με την Παράγραφο Γ, του Τεκμηρίου 2, η προβλεπόμενη ποινή για τις αποδιδόμενες στον Εκζητούμενο αξιόποινες πράξεις στην Ελλάδα, είναι από 10 έως 20 χρόνια. Κατ' αρχάς οι αποδιδόμενες στον Εκζητούμενο αξιόποινες πράξεις που καλύπτονται από το Τεκμήριο 2 κι όχι οποιεσδήποτε άλλες στις οποίες κάνει αναφορά ο ενόρκως δηλών στο Τεκμήριο 3, αποτελούν και κατά τον ουσιώδη χρόνο αποτελούσαν, σύμφωνα με το Κυπριακό Δίκαιο επίσης αξιόποινη συμπεριφορά. Στην Κύπρο δε οι ποινές που προβλέποντο για το αδίκημα και αξιόποινη συμπεριφορά του αδικήματος της συγκάλυψης, ήταν δυνάμει του άρθρου 4 του Περί Συγκάλυψης, Έρευνας και Δήμευσης Εσόδων από ορισμένες Εγκληματικές Πράξεις Νόμου, Ν.61
(1)/96, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 25(Ι)/97, 41(Ι)/98, 120(Ι)/99 και 152(Ι)/2000, που καλύπτουν την επίδικη περίοδο, ποινή φυλάκισης μέχρι 14 χρόνια. Συνακόλουθα διαπιστώνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 12
(1)(α) του Νόμου 133(Ι)/04. Όπως επίσης προκύπτει από τα πιο πάνω αναφερόμενα, οι αξιόποινες πράξεις που αποδίδονται στον Εκζητούμενο για τις οποίες εξεδόθη το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Τεκμήριο 2, εμπίπτουν και στις αξιόποινες πράξεις για τις οποίες η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης επιτρέπεται χωρίς έλεγχο του διττού αξιόποινου εφόσον τιμωρούνται στο Κράτος έκδοσης του εντάλματος με ποινή στερητική της ελευθερίας τουλάχιστον τριών ετών. (Άρθρο 12
(2)(θ) του Νόμου - βλ. επίσης Νικόλα Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολ. Εφ. 196/13, ημερομηνίας 19.7.13 (συνημμένο 16 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας)) Συνακόλουθα είμαι ικανοποιημένος ότι στην ενώπιον μου υπόθεση πληρούνται και οι προϋποθέσεις του άρθρου 12 (β). Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα πρέπει όμως να εξετάσω, ως είναι και η εισήγηση των συνηγόρων του Εκζητούμενου, κατά πόσον συντρέχουν λόγοι για την υποχρεωτική η προαιρετική άρνηση έκδοσης του Εκζητούμενου, σύμφωνα με τα όσα προνοούνται στα άρθρα 13 και 14 του Ν.133(Ι)/2004. Στο άρθρο 13 του Νόμου αναφέρονται οι λόγοι υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, ήτοι: «13. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης αρνείται την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν η αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, καλύπτεται από αμνηστία σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία είχε την αρμοδιότητα για τη δίωξη αυτής της αξιόποινης πράξης, (β) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο Εκζητούμενος έχει δικασθεί τελεσιδίκως για τις ίδιες πράξεις από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο του κράτους μέλους έκδοσης που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (γ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είναι ανεύθυνο ποινικά λόγω της ηλικίας του για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ένταλμα, σύμφωνα με τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους, (δ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της δίωξης ή τιμωρίας προσώπου λόγω του φύλου, της φυλής, της θρησκείας, της εθνοτικής καταγωγής, της ιθαγένειας, της γλώσσας, των πολιτικών φρονημάτων, του γενετήσιου προσανατολισμού του ή της δράσης του υπέρ της ελευθερίας, (ε) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, είναι ημεδαπός και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους, (στ) αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης προς το σκοπό της δίωξης, είναι ημεδαπός, εκτός εάν διασφαλιστεί ότι, μετά από ακρόασή του, θα διαμεταχθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία, ώστε να εκτίσει σ' αυτή την στερητική της ελευθερίας ποινή ή το στερητικό της ελευθερίας μέτρο ασφαλείας που θα απαγγελθεί εναντίον του στο κράτος έκδοσης του εντάλματος.» Είναι πρόδηλο ότι οι πρώτοι τέσσερις προβλεπόμενοι λόγοι δεν ισχύουν στην παρούσα υπόθεση. Ούτε ο πέμπτος λόγος έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση αφού η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης δεν έχει σκοπό την εκτέλεση ποινής αλλά την άσκηση ποινικής δίωξης. Ο έκτος λόγος όμως αφορά την παρούσα περίπτωση αφού ο Εκζητούμενος είναι ημεδαπός, δηλαδή Κύπριος υπήκοος. Διασφαλίζεται όμως ότι, μετά από ακρόαση σε ενδεχόμενη ποινική δίωξη του, πώς ενδεχόμενη επιβολή σ' αυτόν ποινής στερητικής της ελευθερίας, θα την εκτίσει στην Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό καταγράφεται ρητά στο Τεκμήριο 1, ήτοι την επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών, προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 17.7.2013, στην οποίαν ο Εισαγγελέας Εφετών Αθηνών αναφέρει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, σε περίπτωση που κάτι τέτοιο απαιτείται από την Κυπριακή νομοθεσία, ΕΓΓΥΟΜΑΣΤΕ ότι εάν ο ανωτέρω Εκζητούμενος παραδοθεί στη χώρα μας για να δικαστεί/ακουστεί για τη αποδιδόμενη σε αυτόν πράξη που μνημονεύεται στο οικείο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, θα γυρίσει στην Κύπρο για να εκτίσει εκεί την ποινή που τυχόν επιβληθεί σε βάρος του.» Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος περί υποχρεωτικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, Τεκμήριο 2 και συνακόλουθα μη έκδοσης του Εκζητούμενου δυνάμει του άρθρου 13. Το άρθρο 14 του Νόμου αναφέρεται σε λόγους προαιρετικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και έχει ως ακολούθως: «14. Η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης δύναται να αρνηθεί την εκτέλεση του εντάλματος στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Αν το πρόσωπο, εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, διώκεται στην Κυπριακή Δημοκρατία για την ίδια αξιόποινη πράξη με εκείνη που αναφέρεται στο ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, (β) αν οι Κυπριακές αρχές αποφάσισαν είτε να μην ασκήσουν ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, είτε να παύσουν τη δίωξη, (γ) αν έχει επέλθει παραγραφή της ποινικής δίωξης ή της ποινής σύμφωνα με τους νόμους της Κυπριακής Δημοκρατίας και η αξιόποινη πράξη υπάγεται στην αρμοδιότητα των Κυπριακών δικαστικών αρχών σύμφωνα με τους Κυπριακούς Ποινικούς νόμους, (δ) αν ο Εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για την αξιόποινη πράξη, για την οποία έχει εκδοθεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης, σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να κωλύεται η μεταγενέστερη άσκηση δίωξης, (ε) αν από τις πληροφορίες που διαθέτει η δικαστική αρχή που αποφασίζει για την εκτέλεση του εντάλματος προκύπτει ότι ο Εκζητούμενος έχει δικασθεί αμετακλήτως για τις ίδιες πράξεις σε τρίτη χώρα, εφόσον, σε περίπτωση καταδίκης, η ποινή έχει εκτιθεί ή εκτίεται ή δεν μπορεί πλέον να εκτιθεί σύμφωνα με το δίκαιο της χώρας που εξέδωσε την καταδικαστική απόφαση, (στ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί για αξιόποινη πράξη, η οποία: (
  1. i)θεωρείται κατά τον Κυπριακό ποινικό νόμο ότι τελέστηκε εξ ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο ή (
  2. ii)τελέστηκε εκτός του εδάφους του Κράτους μέλους έκδοσης του εντάλματος και κατά τους Κυπριακούς ποινικούς νόμους δεν επιτρέπεται η δίωξη για την ίδια αξιόποινη πράξη που διαπράττεται εκτός του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, (ζ) αν το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης έχει εκδοθεί προς το σκοπό της εκτέλεσης ποινής ή μέτρου ασφαλείας, στερητικών της ελευθερίας, εφόσον ο Εκζητούμενος κατοικεί ή διαμένει στην Κύπρο και η Κυπριακή Δημοκρατία αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει την ποινή ή το μέτρο ασφαλείας σύμφωνα με τους ποινικούς της νόμους.» Έχοντας υπόψη την ενώπιον μου μαρτυρία κρίνω ότι ούτε και οποιοσδήποτε λόγος προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης, συντρέχει. Τούτο διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155: «ποινική διαδικασία» και συναφείς εκφράσεις σημαίνουν οποιαδήποτε διαδικασία που εγείρεται ενώπιον Δικαστηρίου εναντίον οποιουδήποτε προσώπου προς τιμωρία του για ποινικό αδίκημα που διαπράχτηκε κατά παράβαση οποιουδήποτε νομοθετήματος.» Δεν έχει δοθεί μαρτυρία αλλά ούτε και ετέθει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε αποδεικτικό έγγραφο η στοιχείο, που να παραπέμπει σε ποινική διαδικασία ή ποινική δίωξη του Εκζητούμενου στην Κύπρο. Αυτό το οποίο η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα παραδέχθηκε, κατά το στάδιο των αγορεύσεων, εν σχέση με τους προβλεπόμενους λόγους 14 (α), (β) και (στ) ανωτέρω, είναι ότι με αφορμή την υπόθεση για την οποία ζητείται η παράδοση του Εκζητούμενου στην Ελλάδα, ξεκίνησε πριν μερικούς μήνες διερεύνηση και από την Κυπριακή Αστυνομία για να διαπιστωθεί αν έχουν διαπραχθεί παρόμοιας φύσης αδικήματα και στην Κύπρο. Η διερεύνηση αυτή βρίσκεται σε πολύ πρώιμο στάδιο και συγκεκριμένα έχει ληφθεί μόνο μια κατάθεση από ένα μάρτυρα. Η διερεύνηση δε αυτή δεν αφορά τα αδικήματα για τα οποία ζητείται η εκτέλεση του Ε.Ε.Σ, Τεκμήριο 2. Η πιο πάνω παραδοχή κρίνω ότι δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα και συμφωνώ με την εισήγηση της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα πώς η διερεύνηση αυτή δεν αφορά την διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία ζητείται η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος σύλληψης. Επίσης οι στο Τεκμήριο 12 καταγραφόμενες δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας οδηγούν στο ίδιο συμπέρασμα, ότι δηλαδή έγινε κάποια διερεύνηση, προέκυψαν κάποια στοιχεία και διαφάνηκε ότι αυτά τα στοιχεία αποτελούν μέρος μεγαλύτερης υπόθεσης που εξετάζεται στην Ελλάδα η οποία έχει, με βάση τις Διεθνείς Συμβάσεις, προτεραιότητα διερεύνησης της. Πρόσθετα, ούτε και από τις εν λόγω δηλώσεις συνάγεται ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης Τεκμήριο 2, εκδόθηκε για αξιόποινη πράξη η οποία θεωρείται κατά τον Κυπριακό Ποινικό Νόμο πώς τελέστηκε εξ' ολοκλήρου ή εν μέρει στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή σε εξομοιούμενο προς αυτό τόπο. Όπως εξάλλου αναφέρεται στο Τεκμήριο 2 (Μέρος Ε) οι αξιόποινες πράξεις έλαβαν χώρα στην Αθήνα και σε άλλη χώρα, σε καμία δε περίπτωση στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αναφορικά δε με το πιο πάνω ζήτημα, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εκζητούμενου εισηγήθηκαν σε σχέση με το άρθρο 14(α)(β) του Νόμου ότι το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει τις προϋποθέσεις του πιο πάνω άρθρου και γενικά τις προϋποθέσεις για την εκτέλεση ενός Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με το Σύνταγμα, την Απόφαση-Πλαίσιο, την Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τον Νόμο 133(Ι)/2004. Σύμφωνα με τη θέση τους ήταν ευθύνη της πλευράς του Γενικού Εισαγγελέα να αποδείξει την υπόθεση της και να προσκομίσει με μαρτυρία τα αποδεικτικά στοιχεία που απαιτούνται για την εκτέλεση του Εντάλματος, πράγμα το οποίο δεν έκανε και κάλεσαν το Δικαστήριο όπως αρνηθεί την εκτέλεση του. Δεν συμφωνώ με την πιο πάνω εισήγηση. Ο Νόμος στα άρθρα 13 και 14 προβλέπει λόγους υποχρεωτικής μη εκτέλεσης και προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Δεν αποδέχομαι ότι τίθεται θέμα απόδειξης της υπόθεσης εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα. Το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος είτε υποχρεωτικής είτε προαιρετικής μη εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης και στην παρούσα περίπτωση κρίνω, όπως επεξηγείται αναλυτικά πιο πάνω, ότι με βάση τη μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου δεν συντρέχει οποιοσδήποτε τέτοιος λόγος. Είναι άλλωστε βασική αρχή του δικαίου της απόδειξης ότι αυτός ο οποίος επικαλείται ένα ισχυρισμό έχει και το βάρος απόδειξης του. Επισημαίνω δε πώς ο Εκζητούμενος επέλεξε να μην δώσει μαρτυρία ο ίδιος αλλά ούτε και να καλέσει οποιοδήποτε μάρτυρα, συνακόλουθα οι τοποθετήσεις των συνηγόρων του από την στιγμή πού δεν υποστηρίζονται από σχετική μαρτυρία παραμένουν μετέωρες και χωρίς οποιοδήποτε ουσιαστικό αντίκρισμα. Σε σχέση δε με τους λοιπούς λόγους περί προαιρετικής μη έκδοσης του Εκζητούμενου και μη εκτέλεσης του Τεκμηρίου 2, τους οποίους εν πάση περιπτώσει δεν επικαλέστηκαν οι συνήγοροι του, επίσης δεν έχω ενώπιον μου οποιοδήποτε στοιχείο ή μαρτυρία από την οποία να μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα πώς αυτοί τυγχάνουν εφαρμογής. Καταληκτικά κρίνω ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος δυνάμει του άρθρου 14 του Ν.133(Ι)/2004, για προαιρετική άρνηση υπό του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση, έκδοσης του Εκζητούμενου και μη εκτέλεσης του Τεκμηρίου 2. (Αναφορικά δε με τα ζητήματα της υποχρεωτικής και προαιρετικής μη εκτέλεσης Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης παραπέμπω στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την Εκζητούμενη Alexandrina Iancu, Πολ. Εφ. 417/2011 ημερομηνίας 23.11.11 και Νικόλα Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, (ανωτέρω) από τις οποίες έχω σχετική αντλήσει καθοδήγηση η οποία συνάδει πλήρως με τα πιό πάνω αποφασισθέντα). Αναφορικά με την θέση των συνηγόρων του Εκζητούμενου ότι δεν υπήρχε δυνατότητα καταχώρησης της παρούσας διαδικασίας λόγω της απόφασης του Ε.Δ. Λεμεσού στην Αίτηση 10/13, η οποία επίσης αφορούσε τούτον σε σχέση με τα ίδια αποδιδόμενα σε αυτών ποινικά αδικήματα, Τεκμήριο 17, δεν με βρίσκει επίσης σύμφωνο. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση 10/13 ημερομηνίας 19.7.2013, η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα ημερομηνίας 2.7.2013, για το οποίο ζητήθηκε η εκτέλεση και παράδοση του Εκζητούμενου (Παράρτημα 2 του Παραρτήματος 4 που επισυνάπτεται στο Τεκμηρίου 3) ανακλήθηκε από τις Ελληνικές Αρχές και ότι εκδόθηκε νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης (που αφορά τη παρούσα υπόθεση, ήτοι το Τεκμήριο 2), το οποίο διαβιβάστηκε στη Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση και ότι η διαδικασία είχε πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου. Το Δικαστήριο μετά την εξέλιξη αυτή με την απόφαση του ημερομηνίας 19.7.2013, τερμάτισε τη διαδικασία. Το γεγονός αυτό, έχοντας υπόψη και την σχετική επί του θέματος νομολογία, κρίνω ότι δεν δημιουργεί με οποιοδήποτε τρόπο δεδικασμένο και ούτε αποτελούσε με οποιοδήποτε τρόπο νομικό κώλυμα στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Ούτε και το παρόν Δικαστήριο δύναται να εξετάσει κατά πόσο καλώς η κακώς ανακλήθηκε από τις αρμόδιες Ελληνικές αρχές, το προηγούμενο Ε.Ε.Σ που αφορούσε τον Εκζητούμενο, ημερομ.2.7.2013. Όπως έχει αναφερθεί στη Παναγιώτη Λιάκου Μελά ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261 (επισυνημμένο 4 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας) στη σελ. 2264: «Προκύπτει, από τις αποφάσεις της Ολομέλειας στη Δ/ντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217 και στη Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, ότι η εγκατάλειψη αίτησης για έκδοση φυγοδίκου και η συνακόλουθη απόρριψή της δε δημιουργούν κώλυμα για την έγερση δεύτερης αίτησης για την έκδοση του ιδίου ατόμου, για να δικαστεί ή να εκτίσει την ποινή του για τα ίδια αδικήματα. Αντίθετα, η ταυτόχρονη προώθηση παράλληλων διαδικασιών για την έκδοση φυγοδίκου αποτελεί κατάχρηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και μπορεί να περισταλεί, όπως ορίζεται στις ίδιες αποφάσεις.» Ακολούθως στις σελίδες 2264 - 2265 αναφέρεται ότι: «Η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Τζεννάρο Περέλλα, Αρ. 2
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1009, απαντά ευθέως το ερώτημα κατά πόσο γεννάται δεδικασμένο από την απόσυρση ή εγκατάλειψη αιτήματος για την έκδοση φυγοδίκου. Η απάντηση είναι αρνητική.» Περαιτέρω στην υπόθεση Scattergood v. Γενικός Εισαγγελέας
(2005)1 Α.Α.Δ. 142, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο εφεσείων υποστήριξε περαιτέρω ότι η παρούσα διαδικασία αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας, αφού προηγήθηκε άλλη με βάση τον περί ΄Εκδοσης Φυγοδίκων Νόμο, η οποία ύστερα από έντεκα μήνες ακρόασης απορρίφθηκε. Σαφώς διευκρινίστηκε ότι δεν τίθεται θέμα δεδικασμένου, αλλά μόνο κατάχρησης της διαδικασίας. ΄Οπως αποφασίστηκε στην υπόθεση Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261, η διαδικασία η οποία διέπει την έκδοση φυγοδίκου είναι ειδική και ο νόμος δεν απαγορεύει την επανάληψή της, παρ΄ όλον ότι αυτή ελέγχεται, προς αποτροπή κατάχρησης της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Το αντικείμενο της διαδικασίας έκδοσης, όπως και της παρούσας, έχει ως λόγο τη διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων για την κίνηση του διεθνούς μηχανισμού για τη μεταφορά του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγήσαντος σε άλλη χώρα, για να δικαστεί ή να εκτίσει την ποινή του. Εξ άλλου, στην υπόθεση Rees v. Secretary of State for the Home Department and another
(1986)2 All E.R. 321, 332, αποφασίστηκε ότι η απόφαση δικαστηρίου που απολύει πρόσωπο σε διαδικασία με βάση τη νομοθεσία για έκδοση φυγοδίκων, δεν αποκλείει την έκδοσή του στο μέλλον σε σχέση με το θέμα για το οποίο έγινε η πρώτη διαδικασία. Αφού η ύπαρξη προγενέστερης διαδικασίας δεν συνιστά δεδικασμένο, αλλά ούτε καν κώλυμα για την έναρξη άλλης, το μόνο γεγονός για το οποίο παραπονείται ο εφεσείων ισχυριζόμενος κατάχρηση, είναι η διάρκεια της προηγούμενης διαδικασίας. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει από μόνο του ισχυρισμό για κατάχρηση εξουσίας, όχι μόνο γιατί αναφέρεται σε διαδικασία η οποία ανήκει στο παρελθόν, αλλά και γιατί δεν έχουμε στοιχεία που να καταδεικνύουν τους λόγους αυτής της διάρκειας. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι η παρούσα διαδικασία, παρά τη συγγένειά της με την έκδοση φυγοδίκων δεν παύει να είναι διαφορετική, βασισμένη σε άλλο νόμο που ψηφίστηκε μέσα στα πλαίσια της εισδοχής μας στην Ευρωπαϊκή ΄Ενωση. Κατάχρηση διαδικασίας έχουμε συνήθως όταν η διαδικασία καταστρατηγεί την καλή πίστη, είναι άσχετη, εκδικητική ή καταπιεστική. Τίποτε από όλα αυτά δεν παρατηρούνται στην παρούσα υπόθεση.» [βλ. επίσης, την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Andrew Symeou v. Public Prosecutor's Office at the Court of Appeal, Patras, Greece
(2009)1W.L.R 2384, καθώς επίσης και την γνώμη της Γενικής Εισαγγελέως Juliane Kokott, ημερομηνίας 6.8.2008 (επισυνημμένα 3 και 6, στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας) οι οποίες παρά τω ότι δεν είναι δεσμευτικές εντούτοις αποτελούν και παρέχουν χρήσιμη καθοδήγηση εν όψει και των νεοφανών ζητημάτων που εξετάζονται]. Ακόμα στην απόφαση του Ανωτάτου Δοκιμαστηρίου στην υπόθεση Αναφορικά με την Luchian Marina Tudor, Πολ. Εφ. 342/2010, ημερ. 1.7.2011(επισυνημμένο 5 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας), αναφέρθηκαν τα εξής: «Συναφώς απέρριψε εισήγηση της υπεράσπισης ότι δημιουργήθηκε δεδικασμένο προερχόμενο εκ του γεγονότος ότι είχε καταχωρηθεί και προηγουμένως αίτηση έκδοσης για το ίδιο πρόσωπο και συγκεκριμένα η Αίτηση αρ. 3/09, η οποία όμως απερρίφθη στις 7.12.09, λόγω έλλειψης προώθησης εκ μέρους της Δημοκρατίας. Η απόρριψη του συγκεκριμένου λόγου υπεράσπισης έγινε στη βάση των αποφάσεων Μελάς ν. Αρχηγού Αστυνομίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 2261, καθώς και στην Αναφορικά με την Αίτηση του Γενικού Εισαγγελέα (Αρ. 3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 361, στις οποίες τονίστηκε το ειδικό της διαδικασίας που προνοείται από τον περί Εκδόσεως Φυγοδίκων Νόμο αρ. 97/1970, ο οποίος και δεν απαγορεύει την επανάληψη αίτησης για την έκδοση φυγοδίκων. Εκείνο που ελέγχεται είναι να μην υπάρχει κατάχρηση της διαδικασίας έκδοσης, κάτι που δεν κρίθηκε να συμβαίνει όταν προηγούμενη αίτηση αποσύρεται ή απορρίπτεται. Εξηγήθηκε ότι αντικείμενο της διαδικασίας έκδοσης φυγόδικου είναι η διαπίστωση των προϋποθέσεων που θέτει ο σχετικός Νόμος, διαπίστωση που δεν είναι ρυθμιστική ή καθοριστική των τελικών δικαιωμάτων του φυγόδικου.» Στο ζήτημα της αλλαγής του νομικού καθεστώτος υπό το πρίσμα του οποίου θα εξεταστεί το αίτημα της Δημοκρατίας, οι συνήγοροι του Εκζητούμενου προέβαλαν ιδιαίτερα εκτενή επιχειρηματολογία. Κρίνω λοιπόν πώς είναι χρήσιμο στο στάδιο αυτό να παραθέσω μία ιστορική αναδρομή των Τροποποιήσεων του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος. Ανατρέχοντας στην αρχική τροποποίηση του Συντάγματος για το ζήτημα της έκδοσης πολίτη της Κυπριακής Δημοκρατίας, προκύπτει ότι την 28.7.2006 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, Παράρτημα Πρώτο, Μέρος Ι, αρ. 4090 ο περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2006 (Ν.127(Ι)/2006)με τον οποίο επιτράπηκε η παράδοση πολίτη της Δημοκρατίας με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, πλήν όμως μόνον αναφορικά με γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δηλαδή μετά την 1.5.2004. (βλ Θεοδώρου ν. Αναφορικά με τον περί Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης Νόμο
(2009)1 (Β) ΑΑΔ 1309). Προηγουμένως, ήτοι πρίν την Πέμπτη Τροποποίηση, δεν υπήρχε αυτή η δυνατότητα. (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντίνου
(2005)1 (Β) ΑΑΔ 1356 (επισυνημμένο 9 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας).) Ακολούθως την 17.7.13 δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας Παράρτημα Πρώτο, Μέρος I, αρ. 4400 ο περί της Έβδομης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2013 (Ν.68(Ι)/2013)ο οποίος έχει απαλείψει τον πιο πάνω χρονικό περιορισμό με την αντικατάσταση της υποπαραγράφου (στ) της παραγράφου 2 του άρθρου 11 του Συντάγματος και της τροποποίησης της παραγράφου 3 του ίδιου άρθρου δια προσθήκης στο τέλος αυτής (αντίγραφο του οποίου επίσης επισυνάπτεται στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω τροποποιήσεων τα άρθρα 1Α και 11
(2)(στ) και
(3)του Συντάγματος έχουν ως ακολούθως: «ΑΡΘΡΟ 1Α Ουδεμία διάταξη του Συντάγματος θεωρείται ότι ακυρώνει νόμους που θεσπίζονται, πράξεις που διενεργούνται ή μέτρα που λαμβάνονται από τη Δημοκρατία τα οποία καθίστανται αναγκαία από τις υποχρεώσεις της ως κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ούτε εμποδίζει Κανονισμούς, Οδηγίες ή άλλες πράξεις ή δεσμευτικά μέτρα νομοθετικού χαρακτήρα που θεσπίζονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή από τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή από τα θεσμικά τους όργανα ή από τα αρμόδιά τους σώματα στη βάση των συνθηκών που ιδρύουν τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες ή την Ευρωπαϊκή Ένωση από του να έχουν νομική ισχύ στη Δημοκρατία.» «ΑΡΘΡΟ 11
  1. .....................................
  2. Ουδείς στερείται της ελευθερίας αυτού, ειμή ότε και όπως ο νόμος ορίζει εις τας περιπτώσεις: (α) .................................... (β) .................................... (γ) .................................... (δ) .................................... (ε) .................................... (στ) σύλληψης ή κράτησης ατόμου προς παρεμπόδιση της χωρίς άδεια εισόδου στο έδαφος της Δημοκρατίας ή σύλληψης ή κράτησης αλλοδαπού εναντίον του οποίου έγιναν ενέργειες προς το σκοπό απέλασης ή έκδοσης ή σύλληψης ή κράτησης πολίτη της Δημοκρατίας προς το σκοπό της έκδοσης ή παράδοσής του με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης ή σύμφωνα με διεθνή σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, υπό τον όρο ότι τέτοια σύμβαση εφαρμόζεται αντίστοιχα και από τον αντισυμβαλλόμενο. Η σύλληψη ή η κράτηση όμως οποιουδήποτε προσώπου προς το σκοπό έκδοσης ή παράδοσής του δεν είναι δυνατή εάν το αρμόδιο κατά νόμο όργανο ή αρχή έχει ουσιώδη λόγο να πιστεύει ότι το αίτημα της έκδοσης ή παράδοσης έγινε με σκοπό την ποινική δίωξη ή την τιμωρία προσώπου συνεπεία της φυλής, της θρησκείας, της εθνικότητας, της εθνοτικής καταγωγής, των πολιτικών πεποιθήσεων ή των νόμιμων κατά το διεθνές δίκαιο διεκδικήσεων συλλογικών ή ατομικών δικαιωμάτων.
  3. Εξαιρουμένου του δια θανάτου ή φυλακίσεως, ότε και όπως ο νόμος ορίζη, τιμωρουμένου αυτοφώρου αδικήματος, ουδείς συλλαμβάνεται, ειμή κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους, ή με βάση ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης.» Σύμφωνα δε με τους ευπαίδευτους συνήγορους του Εκζητούμενου, αυτός παρουσιάστηκε την 8.7.13 ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού, στα πλαίσια της προηγούμενης διαδικασίας εναντίον του, δηλαδή της υπ΄ αριθμό 10/13, δυνάμει ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης το οποίο είχε εκδοθεί εναντίον του την 2.7.13 και το οποίο είχε αποσταλεί προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως της Κύπρου την ίδια ημέρα. Η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.7.13, αφού ο Εκζητούμενος δεν συναίνεσε στην εκτέλεση του εντάλματος, ενώ η υπεράσπιση του Εκζητούμενου είχε αποκαλυφθεί και δημοσιευθεί τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό τύπο. Μετά την λήψη του ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 2.7.2013, άρχισε εκτεταμένη δημοσιότητα επί του θέματος στο σύνολο σχεδόν του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου της Κύπρου όπως φαίνεται στα δημοσιεύματα υπ΄ αριθμό 1 - 19 του Τεκμηρίου 11 αλλά και στις ανακοινώσεις των Τεκμηρίων 12, 13 και
  4. Σύμφωνα λοιπόν με τους ευπαίδευτους συνήγορους του Έκζητούμενου όπως και άνωθι αναφέρεται: α) Τα δημοσιεύματα περιέχουν δηλώσεις ανώτατων αξιωματούχων του Κράτους που παραινούν ή προτρέπουν το Δικαστήριο που ανέλαβε την εξέταση της υποθέσεως, να εκδώσει τον Εκζητούμενο και τον πατέρα του ευθέως και χωρίς καμία επιφύλαξη. Οι δηλώσεις αυτές προέρχονται από τα ανώτατα επίπεδα της εκτελεστικής και της νομοθετικής εξουσίας περιλαμβανομένων και δηλώσεων από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. β) Περαιτέρω άρχισαν δηλώσεις της ηγεσίας των πολιτικών κομμάτων που αντιπροσωπεύουν το σύνολο σχεδόν των βουλευτών της Βουλής των Αντιπροσώπων, προτρέποντας και πάλιν το Δικαστήριο να εκδώσει τον Εκζητούμενο, ανεξάρτητα από το εάν επιτρέπει τούτο ο Νόμος και το Σύνταγμα. γ) Η προτροπή δε του Γενικού Εισαγγελέως η οποία φαίνεται στο έγγραφο 8, του Τεκμηρίου 11, ήταν να πραγματοποιήσει το Δικαστήριο την έκδοση και, εάν αυτό δεν ήτο εφικτό, να προχωρήσει η Βουλή των Αντιπροσώπων στην τροποποίηση του Συντάγματος για να επιτευχθεί η έκδοση. δ) Σαφώς δε τα δημοσιεύματα ανέφεραν ή υπονοούσαν ότι ο Εκζητούμενος και ο πατέρας του ήσαν ένοχοι των αποδιδομένων σε αυτούς αδικημάτων. Στο διάστημα που μεσολάβησε από 8.7.13 μέχρι 18.7.13 παρουσιάστηκε, σύμφωνα πάντα με τούς συνηγόρους του Εκζητούμενου, μια απίστευτη και πρωτοφανής εικόνα με την οποία προαναγγέλθηκε η τροποποίηση του Συντάγματος με πρόταση νόμου πολιτικού κόμματος, ώστε να επιτρέπεται η έκδοση Κυπρίων για αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν το 2004 (Έγγραφο 11 του Τεκμηρίου 11) και με σαφή πρόθεση ή στόχο την έκδοση του Εκζητούμενου και του πατέρα του. Επίσης ο Γενικός Εισαγγελέας καλούσε την Βουλή των Αντιπροσώπων να προχωρήσει, εάν το Δικαστήριο δεν εκτελούσε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, στην τροποποίηση του Συντάγματος ώστε να περιλαμβάνονται και αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από το 2004 (Έγγραφο 12 του Τεκμηρίου 11). Ακόμη εγίνετο αναφορά εκ προϊμίου ότι στις 11.7.13 θα τροποποιείτο το Σύνταγμα με παράλληλη δήλωση του Υπουργού Δικαιοσύνης, ότι επιβάλλετο η τροποποίηση του άρθρου 11 ώστε να επιτευχθεί η έκδοση του Εκζητούμενου και του πατέρα του και στο δημοσίευμα παρουσιάζετο και φωτογραφία του πατέρα του Εκζητούμενου (Έγγραφα 13 και 14 του Τεκμηρίου 11). Γινόταν επίσης αναφορά σε τροποποίηση - ταξίδι του Εκζητούμενου στην Ελλάδα (Έγγραφο 15 του Τεκμηρίου 11). Συνδεόταν ακόμη η τροποποίηση του Συντάγματος με την έκδοση του Εκζητούμενου και του πατέρα του στην Ελλάδα (Έγγραφα 16 και 19 του Τεκμηρίου 11). Επίσης ότι η τροποποίηση «άνοιγε» το δρόμο για έκδοση του Εκζητούμενου στις Ελληνικές Αρχές (Έγγραφο 17 του Τεκμηρίου 11), γινόταν αναφορά ότι με την τροποποίηση «εισιτήριο σε Ντίνο έκοψε η Βουλή», «η Βουλή άναψε χθες το βράδυ ομόφωνα το πράσινο φως για την έκδοση του Ντίνου Μιχαηλίδη και του υιού του Μιχάλη στις Ελληνικές αρχές» (Έγγραφο 18 του Τεκμηρίου 11). Στο δε Τεκμήριο 12 ημερ. 4.7.13, καταγράφεται η ανακοίνωση του Δημοκρατικού Συναγερμού, πολιτικού κόμματος, που διατυπώνει την άποψη ότι η Κυπριακή Πολιτεία πρέπει να βρει τον τρόπο για την έκδοση του Εκζητούμενου στις Ελληνικές αρχές και ότι το κόμμα θα καταθέσει πρόταση νόμου για την τροποποίηση του Συντάγματος ενώ στο Τεκμήριο 13, καταγράφεται ανακοίνωση της ΕΔΕΚ, άλλου πολιτικού κόμματος ημερ. 6.7.13 όπου ο Πρόεδρος του κόμματος αναφέρει ότι το ζήτημα της εκτέλεσης των ενταλμάτων έκδοσης συνδέεται άρρηκτα με την αξιοπιστία της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιβάλλεται η τροποποίηση του Συντάγματος. Τέλος στο Τεκμήριο 14 περιέχεται ανακοίνωση του Κινήματος Οικολόγων και Περιβαλλοντιστών, ενός ακόμα πολιτικού κόμματος, με την οποία ζητείται η έκδοση του Εκζητούμενου και του πατέρα του. Ανάλογες δηλώσεις, παραινέσεις και επεμβάσεις έγιναν, σύμφωνα με τους συνήγορους του Εκζητούμενου και σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα μαζικής επικοινωνίας (Τεκμήρια 15 και 16). Οι συνήγοροι του Εκζητούμενου, υποστηρίζουν επίσης ότι η Βουλή τροποποίησε το Σύνταγμα την 11.7.13 και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας υπέγραψε το κείμενο της τροποποίησης την 16.7.13 ενώ την επομένη (17.7.13) έλαβε χώρα έκτακτα η εκτύπωση της τροποποίησης στο Κυβερνητικό Τυπογραφείο με προφανή σκοπό να προληφθεί η εξέταση του αιτήματος του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης ημερ. 2.7.13 που εκκρεμούσε ενώπιον του Ε.Δ. Λεμεσού και ήταν ορισμένο για ακρόαση την 18.7.
  5. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό, υποστηρίζουν οι συνήγοροι, ότι την 17.7.13 ετοιμάστηκε και απεστάληκε αυθημερόν στην Κύπρο το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που αφορά την παρούσα υπόθεση, Τεκμήριο 2, που έχει το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με αυτό της 2.7.13, για το οποίο η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου δεν περατώθηκε. Είναι η θέση των συνηγόρων του Εκζητούμενου, με αναφορά σε νομολογία, ότι όλα τα πιο πάνω δημιουργούν μια πρωτοφανή εικόνα ωμής επέμβασης στο έργο της Δικαστικής εξουσίας από τις άλλες συντεταγμένες εξουσίες και συγκεκριμένα παραβιάζεται κατάφωρα η αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Περαιτέρω παραβιάζονται τα ατομικά δικαιώματα του Εκζητούμενου και του πατέρα του κατά τρόπο πρωτοφανή, κάτι εντελώς απαράδεκτο σε μία ευνομούμενη ευρωπαϊκή πολιτεία. Έλαβα υπόψη μου και μελέτησα όλα όσα ισχυρίζεται η πλευρά του Εκζητούμενου που στηρίζονται στο περιεχόμενο αλλά κυρίως στους τίτλους των ως άνω δημοσιευμάτων τους οποίους επέλεξαν οι διάφοροι δημοσιογράφοι. Από την με ιδιαίτερη δε προσοχή μελέτη του περιεχόμενου των δημοσιευμάτων που περιέχονται στα Τεκμήρια 11, 12, 13 και 14, δεν έχω διαπιστώσει να επιδιώκεται παραίνεση ή προτροπή του Δικαστηρίου προς έκδοση του Εκζητούμενου ή του πατέρα του. Αντίθετα διαπιστώνεται στη μεγάλη πλειοψηφία των δημοσιευμάτων, ότι υπάρχει αναγνώριση προς το έργο του Δικαστηρίου και σεβασμός στο ρόλο που έχει να επιτελέσει και στην απόφαση που θα εκδώσει στην παρούσα υπόθεση. Ενδεικτικά αναφέρω ότι στα δημοσιεύματα αριθμ. 2, 3, 4 και 5 γίνεται αναφορά σε νενομισμένες διαδικασίες που θα ακολουθηθούν. Στα δημοσιεύματα αρ. 6, 7 και 8 φιλοξενούνται δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως στις οποίες αναφέρει πώς είναι το Δικαστήριο που θα αποφασίσει κατά πόσο θα εκτελεστεί το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης για τον Εκζητούμενο και ότι η υποχρέωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι στο πλαίσιο της οδηγίας να υποβληθεί το αίτημα για εκτέλεση του ευρωπαϊκού εντάλματος ενώπιον του Δικαστηρίου. Στο δημοσίευμα αρ. 9 αναφέρεται ότι αφήνεται να αποφασίσει επί του θέματος το Δικαστήριο. Στο δημοσίευμα αρ. 11 πράγματι υπάρχει άρθρο με επικεφαλίδα «Αλλάζει το Σύνταγμα για να εκδοθούν», η οποία όμως αφορά επικεφαλίδα που επέλεξε ο συγκεκριμένος δημοσιογράφος και όχι οποιοσδήποτε αξιωματούχος ενώ στην συνέχεια γίνεται αναφορά στην ακροαματική διαδικασία που θα ακολουθηθεί. Στο δημοσίευμα αρ. 12 γίνεται αναφορά στην απόφαση του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει επί του θέματος. Στα δημοσιεύματα αρ. 13 και 14 φιλοξενούνται και πάλι δηλώσεις του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως όπου αναφέρει ότι η έκδοση του Εκζητούμενου εξαρτάται από το Δικαστήριο. Στο δημοσίευμα αρ. 16 αναφέρεται σε νομική μάχη που αναμένεται στο Δικαστήριο και σε άλλο τίτλο ότι «θα αποφασίσει το Δικαστήριο». Στο δημοσίευμα αρ. 17 γίνεται αναφορά ότι υπάρχει νομικό ζήτημα ακόμη και μετά την τροποποίηση του Συντάγματος και ότι «ο τελικός λόγος» ανήκει στο Δικαστήριο. Στο δημοσίευμα αρ. 18 αναφέρεται ότι «η Βουλή άντεξε στις πιέσεις», ότι δηλαδή υπήρξαν παρεμβάσεις, τηλεφωνήματα, πιέσεις και «πολιτικές τρίπλες» αλλά η Βουλή προχώρησε με την τροποποίηση του Συντάγματος. Δηλαδή ότι υπήρξαν πιέσεις από τρίτους για μη τροποποίηση του Συντάγματος, ήτοι προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή πού οι συνήγοροι του Εκζητούμενου εισηγούνται. Το δημοσίευμα αρ. 19 αναφέρει στην επικεφαλίδα του «ότι άνοιξε ο δρόμος για έκδοση Κυπρίων» με την τροποποίηση του Συντάγματος. Τα δημοσιεύματα των Τεκμηρίων 12 και 13 αφορούν τις ανακοινώσεις δύο πολιτικών κομμάτων, γίνεται όμως αναφορά ότι η ενοχή ή αθωότητα του Εκζητούμενου και του πατέρα του θα φανεί μέσα από τις νενομισμένες διαδικασίες, ότι το κόμμα δεν παίρνει θέση επί τούτου και ότι ο καθένας παραμένει αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Επίσης ότι η εκτέλεση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης αποτελεί καθήκον των συντεταγμένων αρχών της Δημοκρατίας. Όσον αφορά το δημοσίευμα του Τεκμηρίου 14 στο οποίο καταγράφονται οι δηλώσεις της Εκπροσώπου Τύπου ενός κόμματος, εκείνο πού αναφέρεται σε αυτό είναι ότι η όλη η ιστορία δεν πρέπει να αποσιωπηθεί. Στα ίδια δημοσιεύματα περιέχονται και δηλώσεις εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα ότι η θέση της νομικής υπηρεσίας κατά το χρόνο της 5ης τροποποίησης του Συντάγματος ήταν ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχει χρονικός περιορισμός για εκτέλεση ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης που αφορούν Κύπριους υπηκόους (βλ. μεταξύ άλλων δημοσιεύματα υπ' αριθμ. 6 και 7). Σε σχέση δε με το ζήτημα αυτό κατατέθηκε στο Δικαστήριο το Τεκμήριο 8 που είναι επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως προς τον Γενικό Διευθυντή της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερ. 18.7.12 στην οποία επισυνάπτεται νομοσχέδιο με τίτλο «Ο Περί της 7ης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος του 2012», συνοδευόμενο από εισηγητική έκθεση. Αναφέρεται στην εισηγητική έκθεση ότι με τον περί της 5ης τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 επιτράπηκε η έκδοση Κυπρίων υπηκόων στην βάση ευρωπαϊκού εντάλματος σύλληψης, πλην όμως μόνο για γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ημερομηνία προσχώρησης της Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρεται επίσης ότι με την έκθεση που ακολούθησε τον 4ο γύρο αξιολόγησης της Κύπρου επί της εφαρμογής της Απόφασης - Πλαισίου 2002/585/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 13ης Ιουνίου 2002 για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα σύλληψης, διαπιστώθηκε ότι ο πιο πάνω περιορισμός που εισήξε η Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος παραβιάζει κατάφωρα τις πρόνοιες της πιο πάνω Απόφασης - Πλαισίου για το ευρωπαϊκό ένταλμα σύλληψης και τις διαδικασίες παράδοσης μεταξύ Κρατών Μελών. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στη σελίδα 30 της Έκθεσης του Συμβουλίου της Ευρώπης αναφορικά με την εκτίμηση κατά πόσο η πρακτική που εφαρμόζεται και ακολουθείται για τα ευρωπαϊκά εντάλματα σύλληψης και που αφορά την Κύπρο, Παράρτημα 2 του Παραρτήματος 4 του Τεκμηρίου 3 στη σελίδα 30 αυτής: «This limitation is a clear violation of the Framework Decision on the EAW, which in addition (and even under the Constitution itself) has primacy over the Cypriot Constitution». Διαπιστώνεται από τα πιο πάνω ότι θέση του Υπουργείου Δικαιοσύνης πώς επιβάλλετο η τροποποίηση του Συντάγματος με την άρση του πιο πάνω χρονικού περιορισμού υπήρχε πριν από την έκδοση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που αφορά τον Εκζητούμενο, Τεκμήριο 2, και μάλιστα 12 μήνες προηγουμένως. Επομένως, ο ισχυρισμός ότι η 7η τροποποίηση του Συντάγματος που έγινε διά του Νόμου (Ν.68(Ι)/2013), έγινε για να επιτευχθεί η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του Εκζητούμενου και του πατέρα του δεν μπορεί να γίνει δεκτός αφού τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας όσο και το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως είχαν εκφράσει την άποψη ότι ήτο αναγκαία η τροποποίηση του Συντάγματος πολύ πριν από την έκδοση των ευρωπαϊκών ενταλμάτων σύλληψης εναντίον του Εκζητούμενου και του πατέρα του. Όπως εξάλλου αναφέρεται στο προοίμιο του Ν. 68(Ι)/2013, η τροποποίηση γίνεται επειδή η Κυπριακή Δημοκρατία έχει αναλάβει συμβατική υποχρέωση να εκδίδει ή παραδίδει πολίτες της που διέπραξαν ποινικά αδικήματα στην αλλοδαπή και επειδή η 5η Τροποποίηση του Συντάγματος στο βαθμό που ρυθμίζει την έκδοση Κυπρίων υπηκόων στην αλλοδαπή δεν συνάδει πλήρως με τις υποχρεώσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας όπως προκύπτουν από το Ευρωπαϊκό κεκτημένο και, ειδικότερα από την Απόφαση - Πλαίσιο 2002/584/ΔΕΥ. Επίσης είναι πρόδηλο από τα πιο πάνω ότι η ανάγκη για τροποποίηση δεν προέκυψε αλλά ούτε και ήταν απόρροια, των όσων διάφορα πρόσωπα υπό διαφορετικές ιδιότητες εδήλωναν στα μέσα ενημέρωσης ή σε ανακοινώσεις τους. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι τα δημοσιεύματα ανέφεραν ή υπονοούσαν ότι Εκζητούμενος και ο πατέρας του είναι ένοχοι των αποδιδόμενων σε αυτούς αξιοποίνων πράξεων, κρίνω πώς ούτε αυτός ευσταθεί αφού μελέτη των εν λόγω δημοσιευμάτων δεν οδηγεί σε τέτοιο συμπέρασμα. Αντίθετα φαίνεται να τηρείται απόσταση εν σχέση με το ζήτημα αυτό. Αναφέρεται ενδεικτικά στα δημοσιεύματα αρ. 2, 3, 4, 5, 6 και 7, του Τεκμηρίου 11, όπου γίνεται αναφορά και σε ανακοίνωση πολιτικού κόμματος, ότι το εν λόγω κόμμα δεν παίρνει θέση για την αθωότητα ή την ενοχή του Εκζητούμενου και του πατέρα του, αφού αυτή θα φανεί μέσα από τις νενομισμένες διαδικασίες και πώς ο καθένας παραμένει αθώος μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου. Το ίδιο και στο δημοσίευμα αρ. 10 όπου άλλο πολιτικό κόμμα «κάλεσε τους πάντες να σεβαστούν το τεκμήριο αθωότητας του Ντίνου Μιχαηλίδη». Το ίδιο ισχύει για το περιεχόμενο του Τεκμηρίων 15 και
  6. Στο Τεκμήριο 15, που περιέχονται δηλώσεις του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας σε τηλεοπτική εκπομπή την 9.7.2013, αυτός αναφερόμενος στο χρόνο κατά τον οποίο ψηφίστηκε η πέμπτη τροποποίηση του Συντάγματος επισημαίνει πώς ο ίδιος εξέφρασε στη Βουλή των Αντιπροσώπων την άποψη ότι δεν θα έπρεπε να υπάρχουν χρονικοί περιορισμοί στην εκτέλεση Ευρωπαϊκών Ενταλμάτων Σύλληψης εναντίον Κυπρίων υπηκόων. Στο δε Τεκμήριο 16 καταγράφονται δηλώσεις δύο εκπροσώπων πολιτικών κομμάτων σε τηλεοπτική εκπομπή την 12.7.2013, αναφορικά με τις απόψεις τους σε σχέση με την έβδομη τροποποίηση του Συντάγματος που έγινε με την ψήφιση του Νόμου 68(Ι)/
  7. Ο πρώτος εκπρόσωπος ανέφερε ότι η τροποποίηση του Συντάγματος έγινε λόγω του ότι υπήρχε κάποιο κενό στο Σύνταγμα από την προηγούμενη τροποποίηση και ότι όφειλε η Νομοθετική Εξουσία να καλύψει αυτό το κενό. Σε σχόλιο του δημοσιογράφου ότι αυτή η τροποποίηση έγινε μετά την γνωστή υπόθεση του Εκζητούμενου απάντησε ότι πολλές υποθέσεις έρχονται στην επιφάνεια μέσα από την επικαιρότητα και πολλά λάθη διορθώνονται και πάλι μέσα από την επικαιρότητα. Ο δεύτερος εκπρόσωπος ανέφερε ότι με την τροποποίηση επήλθε συμμόρφωση της Κυπριακής Δημοκρατίας με το νομικό πλαίσιο, με το κεκτημένο, της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε ερώτηση δημοσιογράφου κατά πόσο η τροποποίηση ανοίγει τον δρόμο ή δίνει το πράσινο φως στη Δικαστική εξουσία για να βοηθήσει τις Ελληνικές Αρχές όσο αφορά την υπόθεση του Εκζητούμενου, απάντησε ότι ο πιο αρμόδιος να απαντήσει σε αυτό το ερώτημα είναι ο Γενικός Εισαγγελέας και ότι μια τελική τοποθέτηση του είναι πώς τα Δικαστήρια κρίνουν με βάση το νομοθετικό πλαίσιο την ώρα που προκύπτει ένα αίτημα και ότι δεν γνωρίζει τι θα γίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Όσον αφορά το χρόνο δημοσίευσης του Νόμου 68(Ι)/2003 δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ενώπιον μου που να δείχνει ότι αυτό έγινε εσκεμμένα και με προφανή σκοπό να προηγηθεί της ακρόασης της υπόθεσης υπ' αριθμό 10/13 η οποία ήταν ορισμένη για Ακρόαση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού την 18.7.
  8. Εξάλλου η διαδικασία στην ως άνω υπόθεση εγκαταλείφθηκε και τελικά το Δικαστήριο την τερμάτισε. Θα συμφωνήσω δε με την θέση των συνηγόρων της Δημοκρατίας ότι οποτεδήποτε και αν εδημοσιεύετο ο Νόμος 68(Ι)/2013 οι Ελληνικές Αρχές είχαν το δικαίωμα να ανακαλέσουν το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 2.7.2013 και να προχωρήσουν στην έκδοση νέου Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Αυτό θα μπορούσε να γίνει ακόμα και αν άρχιζε η ακρόαση στην Αίτηση Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμ. 10/
  9. Καταλήγω επομένως ότι, έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μου, δεν διαπιστώνεται παραβίαση της αρχής της διάκρισης των εξουσιών ή των ατομικών δικαιωμάτων του Εκζητούμενου για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω. Αναφορικά με τις παραπομπές των συνηγόρων του Εκζητούμενου σε αριθμό αποφάσεων σχετικών με το ζήτημα της στοχευμένης τροποποίησης του Συντάγματος και τη θέση πως αυτή παραβιάζει κατάφορα τη διάκριση των εξουσιών, πρέπει να σημειώσω ότι τα γεγονότα των εν λόγω υποθέσεων δεν συνάδουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η με έκταση δε αναφορά και ανάλυση της απόφασης του Ανακτοβουλίου της Αγγλίας στην υπόθεση Don John Francies Douglas Liyanage κ.α. ν. The Queen
(1966)2 W.L.R. 682, δεν μπορεί να υποστηρίξει την θέση τους αυτή. Τούτο διότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε θέσπιση νόμου ειδικά και αποκλειστικά για συγκεκριμένη κατηγορία προσώπων, για τη διάπραξη συγκεκριμένου αδικήματος στην οποία δόθηκε αναδρομική ισχύς και περαιτέρω συγκεκριμένη χρονική διάρκεια, αφού με τις πρόνοιες της ίδιας της νομοθεσίας μετά την ολοκλήρωση των δικαστικών διαδικασιών για τα αναδρομικά δημιουργούμενα ποινικά αδικήματα, η σχετική νομοθεσία θα έπαυε να ισχύει. Συνακόλουθα ενόψει της διαφοροποίησης των γεγονότων που αφορούν την παρούσα υπόθεση οι αποφάσεις στις οποίες παραπέμπουν οι συνήγοροι του Εκζητούμενου δεν υποστηρίζουν τη θέση που έχουν εκφράσει και δεν γίνονται και για το λόγο αυτό αποδεκτές. Ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα των ατομικών δικαιωμάτων του Εκζητούμενου, που όπως αντιλαμβάνομαι παραπέμπουν στο δικαίωμα για δίκαιη και ανεπηρέαστη δίκη το οποίο κατοχυρώνεται από άρθρο 30.2 του Συντάγματος, επισημαίνω πώς η παρούσα διαδικασία δεν είναι ποινική διαδικασία, η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα δεν έχει υποχρέωση να αποδείξει την υπόθεση της και τέλος το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί της ενοχής ή όχι του Εκζητούμενου. Όπως αναφέρεται στην Πηγασίου ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) η παρούσα διαδικασία είναι διαδικασία sui generis και δεν είναι ποινική διαδικασία. Είναι διαδικασία διερευνητικού χαρακτήρα όπως έχει επεξηγηθεί πιο πάνω. Ακόμη και εάν αποδεχόμουν ότι τα δημοσιεύματα είναι δυσμενή, είτε για τον Εκζητούμενο είτε για το Δικαστήριο, στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευσταθίου
(2009)2 Α.Α.Δ. 501, η οποία παραπέμπει στην Αστυνομία ν. Φάντη κ.α.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και στη Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232, λέχθηκε ότι δεν τίθεται θέμα κατάργησης της δίκης εξαιτίας δυσμενών δημοσιευμάτων. Στην ίδια απόφαση λέχθηκε ότι αρνητικά δημοσιεύματα στον Τύπο σε σχέση με υπόθεση που εκδικάζεται ενώπιον Δικαστηρίου ή που θα αχθεί ενώπιον Δικαστηρίου δεν εξισούνται και δεν οδηγούν, χωρίς άλλο, σε μη δίκαιη δίκη. Στην Αχτάρ κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ., 397, 413 λέχθηκε ότι: «Τα ίδια στην ουσία λέχθηκαν και στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Ευσταθίου κ.ά.
(2010)2 Α.Α.Δ. 94, όπου τονίστηκε ότι «. τα δυσμενή δημοσιεύματα είναι δυνατό να έχουν επίδραση στη δίκαιη δίκη ανάλογα με τη συγκεκριμένη επίδραση τους στο πλαίσιο της δίκης που καθηκόντως διεξάγεται.» Δεν υπάρχει όμως αρχή ότι χωρίς συγκεκριμένη αρνητική επίδραση επί των παραγόντων της δίκης, τα δυσμενή δημοσιεύματα καθιστούν «.. αυτοτελώς τη δίκη μη δίκαιη». Εδώ, δεν υπήρξε καμία συγκεκριμένη εισήγηση προς την κατεύθυνση αυτή και επομένως εντελώς αόριστο και μετέωρο παρέμεινε το όλο επιχείρημα.» Στην παρούσα υπόθεση οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εκζητούμενου δεν έχουν κατορθώσει να πείσουν ότι υπήρξε συγκεκριμένη αρνητική επίδραση επί των παραγόντων της δίκης αφού τίποτα δεν ετέθει ενώπιον μου που να υποστηρίζει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Η πλευρά του Εκζητούμενου εισηγήθηκε επίσης ότι ο περί της Έβδομης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμος 68(Ι)/2013, δεν επηρεάζει δικαιώματα ή νομικές διαδικασίες, ούτε και θεραπείες σχετικά με οποιαδήποτε δικαιώματα, εκτός εάν εκδηλώνεται αντίθετη πρόθεση στον ακυρωτικό νόμο, που στην υπό εξέταση υπόθεση τέτοια πρόθεση δεν εκδηλώνεται. Η νομική διαδικασία συνεχίζεται και η θεραπεία εκτελείται ως εάν ο ακυρωτικός νόμος δεν ψηφιζόταν. Δηλαδή, σύμφωνα πάντα με τους ευπαίδευτους συνήγορους του Εκζητούμενου, ο Νόμος 68(Ι)/2013 δημοσιεύθηκε ενώ εκκρεμούσε η προηγούμενη διαδικασία εναντίον του Εκζητούμενου (η Αίτηση υπ' αρ. 10/13). Ο Νόμος 68(I)/2013 δεν έχει διάταξη περί αναδρομικής ισχύος και επομένως σύμφωνα με το άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1 τίθεται σε ισχύ κατά την ημερομηνία της δημοσίευσης του. Σύμφωνα δε με το άρθρο 10
(2)(γ) και (ε) του Κεφ. 1: «10
(1)............................
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα - ............................. (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή ............................. (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, και τέτοια έρευνα, νομική διαδικασία, ή θεραπεία μπορεί να εγερθεί, συνεχιστεί, ή εκτελεσθεί και τέτοια ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία μπορεί να επιβληθεί ωσάν ο ακυρωτικός Νόμος δεν ψηφιζόταν». Είναι λοιπόν η θέση των συνηγόρων, με αναφορά και σε νομολογία (Republic v. Menelaou
(1982)3 C.L.R. 419, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου
(1999)2 Α.Α.Δ. 254, Maxwell on the Interpretation of Statutes, 12η έκδοση, σελ. 216), ότι πριν από την τροποποίηση του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος με τον Ν. 68(Ι)/13, ο Εκζητούμενος ως Κύπριος πολίτης απολάμβανε συνταγματικής προστασίας και δεν ήταν δυνατή η έκδοση του. Με τον Ν. 68(Ι)/13 καταργούνται συνταγματικά δικαιώματα του Εκζητούμενου όπως το δικαίωμα της ελευθερίας και προσωπικής ασφάλειας, που είναι το πολυτιμότερο αγαθό μετά το δικαίωμα της ζωής. Περαιτέρω με τον Ν. 68(Ι)/2013 καταργούνται συνταγματικά δικαιώματα του Εκζητούμενου όπως η προστασία που του παρείχε το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος. (Προς υποστήριξη δε της θέσης τους οι συνήγοροι με παρέπεμψαν και στις υποθέσεις Τιμόθεος Χριστοδούλου κ.α. ν. Αστυνομίας
(1995)2 Α.Α.Δ. 1, Νικόλαος Γαβριήλ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2002)2 Α.Α.Δ. 289, Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου (ανωτέρω), Medochemie Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2000)4 Α.Α.Δ. 562). Το γεγονός, υποστηρίζουν ότι το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 2.7.2013, (Παράρτημα 2 του Παραρτήματος 4, του Τεκμηρίου 3) ανακλήθηκε και εξεδόθηκε νέο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 17.7.2013 (Τεκμήριο 2) το οποίο είναι ουσιαστικά το ίδιο, δεν αλλάζει την κατάσταση. Πρόκειται για την ίδια έρευνα και νομική διαδικασία που άρχισε στις 2.7.2013 και συνεχίζεται χωρίς να υπάρχει οτιδήποτε διαφορετικό που να δικαιολογούσε την ανάκληση. Απλώς με το Τεκμήριο 2, σύμφωνα πάντα με την θέση τους, έγινε προσπάθεια καταστρατήγησης των δικαιωμάτων που είχε ο Εκζητούμενος βάσει του άρθρου 11
(2)του Συντάγματος προτού τροποποιηθεί. Δεν αποδέχομαι την ανωτέρω θέση των συνηγόρων του Εκζητούμενου. Με το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ημερομηνίας 17.7.2013, που είναι αυτονόητο πώς πρόκειται περί νέου, ουδόλως επηρεάζονται κεκτημένα δικαιώματα του Εκζητούμενου που κατ' ισχυρισμό κατοχυρώνονταν από την Πέμπτη Τροποποίηση του Συντάγματος. Το γεγονός ότι ό Νόμος 68(Ι)/13 δεν έχει αναδρομική ισχύ, συμφωνεί και η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα, ότι δηλαδή το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος όπως έχει τροποποιηθεί με τον Ν.68
(1)/2013 θα πρέπει να εφαρμόζεται σε σχέση με οποιοδήποτε νέο αίτημα διαβιβάζεται στη Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης. Οι συνήγοροι της Δημοκρατίας, επικαλούμενες την υπόθεση Republic v. Menelaou (ανωτέρω, συνημμένο 10 στην αγόρευση τους) ως επίσης το σύγγραμμα Bennion Statutory Interpretation, 4η έκδοση, Butterworths 2002 (συνημμένο 11 στην αγόρευση τους), σε σχέση με το αντίστοιχο άρθρο στο Interpretation Act της Αγγλίας και την Αγγλική υπόθεση Abbot v. The Minister for Lands
(1895)A. C. 425 (συνημμένο 12 στην αγόρευση τους), υποστήριξαν ότι για να μπορεί να λεχθεί πώς κάποιο πρόσωπο απέκτησε δικαίωμα στη βάση του άρθρου 10
(2)του Κεφ. 1 θα πρέπει να έχει κάνει χρήση του εν λόγω δικαιώματος και να έχει επωφεληθεί στην πράξη από αυτό. Συμφωνώ απόλυτα με τη θέση αυτή. Ο Εκζητούμενος συνελήφθη αρχικά δυνάμει εντάλματος σύλληψης ημερομηνίας 8.7.2013 που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Νόμου με βάση το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που είχε εκδοθεί εναντίον του. Από την στιγμή που δεν εξεδόθη οποιαδήποτε τελεσίδικη Δικαστική απόφαση με την οποία διεγνώσθη ότι ο Εκζητούμενος είχε δικαίωμα στη βάση του άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος, προτού αυτό τροποποιηθεί από το Ν.68(Ι)/2013, να μην εκδοθεί και παραδοθεί στις Ελληνικές Αρχές, τότε δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η θέση ότι ο Εκζητούμενος είτε επωφελήθηκε είτε έκανε χρήση οποιουδήποτε δικαιώματος στη βάση των όσων προνοούνταν στο άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος πρίν αυτό τροποποιηθεί και ούτω να θεωρείται ότι απέκτησε κεκτημένο δικαίωμα το οποίο να μην μπορεί να του αφαιρεθεί. Το γεγονός ότι προηγήθηκε αίτημα στη βάση των ίδιων γεγονότων το οποίο εγκαταλείφθηκε δεν έχει σημασία και δεν διαφοροποιεί τα δεδομένα. Ούτε και δεδικασμένο, ως άνωθι αναφέρεται υπήρξε έτσι ώστε να δημιουργείτο κώλυμα ή κατάχρηση με την έγερση νέας διαδικασίας. Ακόμη τα όσα αναφέρθηκαν στην απόφαση του Aνωτάτου Δικαστηρίου της Ιρλανδίας στην υπόθεση Minister of Justice Equality and Law Reform v. Bailey
(2012)IESC 16, στην οποία με παρέπεμψαν οι συνήγοροι της Δημοκρατίας (επισυνημμένο 13 στην αγόρευση τους), είναι απόλυτα καθοδηγητικά για την υπό εξέταση υπόθεση. Η εν λόγω υπόθεση αφορούσε αίτημα των Γαλλικών αρχών για παράδοση του εφεσίβλητου δυνάμει Ε.Ε.Σ για αδίκημα που διαπράχθηκε στην Ιρλανδία το έτος 1996. Για το αδίκημα αυτό, ήτοι το αδίκημα του φόνου, η αρμόδια αρχή στην Ιρλανδία είχε αποφασίσει αρκετές φορές μεταξύ 1997 - 2001 να μην διώξει ποινικά τον εφεσίβλητο. Σύμφωνα δε με το Άρθρο 42(
  1. c)του σχετικού Νόμου του 2003, το γεγονός αυτό μπορούσε να αποτελέσει λόγο άρνησης εκτέλεσης του Ε.Ε.Σ. Το εν λόγω Άρθρο καταργήθηκε τελικά το 2005. Το έτος 2010 υποβλήθηκε αίτημα για την έκδοση του εφεσίβλητου στην Γαλλία. Η θέση των συνηγόρων του εφεσίβλητου ήταν παρόμοια με την θέση του Εκζητούμενου στην παρούσα, ότι δηλαδή κατά τον χρόνο πού ίσχυε το Άρθρο 42 (
  2. c)του Nόμου 2003 ο εφεσίβλητος είχε αποκτήσει δικαίωμα να μην παραδοθεί στις Γαλλικές αρχές αφού στην Ιρλανδία είχε αποφασισθεί αρκετές φορές να μην διωχθεί για το ίδιο αδίκημα και συνακόλουθα η τροποποίηση του εν λόγω άρθρου που έγινε το 2005 δεν μπορούσε να του αφαιρέσει το δικαίωμα αυτό. Το Ανώτατο Δικαστήριο της Ιρλανδίας αποφάσισε ομόφωνα ότι η ύπαρξη και μόνο νομοθεσίας η οποία θα μπορούσε κατά το χρόνο ισχύος της να χρησιμοποιηθεί ως εμπόδιο στην εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, δεν συνιστούσε από μόνη της κεκτημένο δικαίωμα για τους σκοπούς του Άρθρου 21
(1)(c) του Ιρλανδικού Περί Ερμηνείας Νόμου (Interpretation Act 1937) του οποίου το λεκτικό είναι ακριβώς το ίδιο με το Άρθρο 10
(2)(γ) του δικού μας Περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1. Συνακόλουθα συμφωνώ και αποδέχομαι τη θέση των συνηγόρων της Δημοκρατίας ότι ο Εκζητούμενος δεν έχει αποκτήσει οποιοδήποτε δικαίωμα το οποίο του αποστερείται με την 7η Τροποποίηση του Συντάγματος, επειδή ενδεχόμενα μπορούσε να χρησιμοποιήσει και να επικαλεστεί τις πρόνοιες του Άρθρου 11
(2)(στ), ως ίσχυαν πριν την τροποποίηση, για να εμποδίσει την παράδοση του στις Ελληνικές Αρχές με βάση το προηγούμενο Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερομηνίας 2.7.2013. Όσον αφορά την εισήγηση των δικηγόρων του Εκζητούμενου πως οι πρόνοιες του Άρθρου 11
(2)(στ) του Συντάγματος ως ειδική πρόνοια νόμου, υπερισχύει των προνοιών του Άρθρου 1(Α) του Συντάγματος η οποία είναι γενική, αυτή καθίσταται άνευ αντικειμένου μετά και την 7η Τροποποίηση του Συντάγματος. Η υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γιάγκου (ανωτέρω), στην οποία βάσισαν μεγάλο μέρος της επιχειρηματολογίας τους οι συνήγοροι του Εκζητούμενου, (αντίγραφο της οποίας επισυνάπτουν στην αγόρευση τους), δεν έχει εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση. Στην εν λόγω υπόθεση, κατά την έναρξη της διαδικασίας στο Κακουργιοδικείο με την καταχώριση σ' αυτό της κατηγορίας, ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 155 δεν παρείχε δικαίωμα έφεσης στον Γενικό Εισαγγελέα εναντίον αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου ή της ποινής που αυτό επιβάλλει. Ενώ δε η υπόθεση εκκρεμούσε, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα υπόθεση, δημοσιεύτηκε ο περί Ποινικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Νόμος του 1998 Ν. 54(Ι)/1998που τροποποίησε το άρθρο 137 του βασικού περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, έτσι που να παρέχεται πλέον δικαίωμα στον Γενικό Εισαγγελέα να ασκεί ή να εγκρίνει έφεση κατά αθωωτικής απόφασης Κακουργιοδικείου καθώς και κατά ποινής που τούτο επιβάλλει. Το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά σε νομολογία έκρινε ότι η καταχώριση έφεσης του Γενικού Εισαγγελέα εναντίον της επιβληθείσας από το Κακουργιοδικείο ποινής έγινε χωρίς να έχει προς τούτο νόμιμο δικαίωμα και απορρίφθηκε. Ούτε και οι αναφορές σε άλλες αποφάσεις που έγιναν από τούς συνηγόρους του, βοηθούν την πλευρά του Εκζητούμενου καθ' ότι σε όλες εκκρεμούσαν ήδη δικαστικές διαδικασίες η επρόκειτο να ληφθούν εναντίον προσώπων τέτοιες αναφορικά με ποινικά αδικήματα τα οποία θεσμοθετήθηκαν μετά τα γεγονότα στα οποία εμπλέκοντο τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Κάτι βεβαίως που διαφοροποιεί την παρούσα υπόθεση αφού η ενώπιον μου διαδικασία ουδεμία σχέση έχει με ποινική διαδικασία. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εκζητούμενου υποστήριξαν επίσης ότι το Ένταλμα Σύλληψης και κράτησης τούτου με σκοπό την παράδοση του στις Ελληνικές Αρχές, είναι παράνομο και πρέπει να απορριφθεί καθότι επεμβαίνει στο δικαίωμα ελευθερίας, το οποίο κατοχυρώνετο από το άρθρο 11
(2)(στ) του Συντάγματος όπως αυτό έχει τροποποιηθεί με τον περί της 5ης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο του 2006 (Νόμος 127(Ι)/2006). Τούτο διότι, σύμφωνα πάντα με την θέση τους, δυνάμει των προνοιών τούτου και προτού τροποποιηθεί, η έκδοση Κύπριου Πολίτη με βάση Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, ήταν δυνατή αλλά μόνο αναφορικά με γεγονότα που επεσυνέβησαν ή πράξεις που τελέστηκαν μετά την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το έτος 2004 και όχι προηγουμένως. Βάσισαν δε την εισήγηση τους αυτή και σε σχετική Νομολογία (In Re The Attorney General of Republic and Andreas Afamis
(1961)2 R.S.C.C. 121, Δημοκρατία ν. Αντώνης Σεργίου Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 887, Γενικός Εισαγγελέας ν. Κώστας Κωνσταντίνου (ανωτέρω), Κόκου Ιωάννου (Ρωσσίδη) ν. Γενικού Εισαγγελέα, Πολιτική Έφεση αρ. 346/2011, ημ. 15.9.2011). Ούτε αυτή η εισήγηση γίνεται αποδεκτή. Κατ' αρχάς το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης που αφορά η παρούσα υπόθεση εκδόθηκε στις 17.7.2013, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 68(Ι)/2013 και διαμόρφωσε το άρθρο 11
(2)(στ),
(3)του Συντάγματος όπως ισχύει μέχρι σήμερα. Ο Νόμος δε Ν.68(Ι)/2013, δια της 7ης Τροποποίησης του Συντάγματος, επέφερε άρση των χρονικών περιορισμών που υπήρχαν όσον αφορά την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον Κύπριου πολίτη. Το δε ένταλμα σύλληψης εναντίον του Εκζητούμενου που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 16
(2)του Ν.133(Ι)/2004 (Τεκμήριο 6), εξεδόθη την 17.7.2013 δηλαδή μετά που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.68(Ι)/
  1. Σημειώνεται ακόμα, όπως και άνωθι αναφέρεται, πώς το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία βάσει του Ν. 133(Ι)/2004 να εξετάσει κατά πόσο ορθά ανακλήθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερ. 2.7.2013 και κατά πόσο ορθά εκδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης ημερ. 17.7.
  2. Περαιτέρω, στην υπόθεση Νικόλα Κυριάκου ν. Γενικού Εισαγγελέα, (ανωτέρω), το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τον Ν.127(Ι)/2006 διέταξε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που εκδόθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών και αφορούσε μεταξύ άλλων ένταλμα σύλληψης (υπ' αρ. 14) που εξεδόθη την 28.3.2008 από την Κ. Ανακρίτρια του 21ου Τακτικού Ανακριτικού Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών σε σχέση με ισχυριζόμενα αδικήματα που διαπράχθηκαν μεταξύ 9.12.2004 - 22.12.
  3. Δηλαδή στην πιο πάνω υπόθεση, στην οποίαν τα γεγονότα της ομοιάζουν πολύ με αυτά της παρούσας υπόθεσης, το Πρωτόδικο Δικαστήριο διέταξε την εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εφαρμόζοντας Νόμο που θεσπίστηκε μετά την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία εξεδόθηκε το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης. Δηλαδή, ο Ν.127(Ι)/2006εφαρμόστηκε για ισχυριζόμενα αδικήματα που διαπράχθηκαν πριν από την θέσπιση του. Το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση αποδεχόμενο ότι ο Ν.127(Ι)/2006είχε εφαρμογή για οποιοδήποτε νέο αίτημα διαβιβαζόταν στην Κυπριακή Δημοκρατία για εκτέλεση Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης που αφορούσε Κύπριο υπήκοο. Τα όσα δε αποφασίστηκαν στην εν λόγω υπόθεση, εν όψει της ομοιότητας των γεγονότων αλλά και νομικών υπό εξέταση σημείων, κρίνω πώς ισχύουν και για την παρούσα υπόθεση. Συνακόλουθα κρίνω πώς το Δικαστήριο και στην παρούσα υπόθεση, θα εφαρμόσει το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, Τεκμήριο 2, ήτοι κατά την 17.7.2013, δηλαδή θα κρίνει την παρούσα υπόθεση με βάση το Ν.133(Ι)/2004σε συνάρτηση βεβαίως με τα όσα προνοούνται στο άρθρο 1Α του Συντάγματος, το οποίο καθιερώνει υπεροχή της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας έναντι του ημεδαπού δικαίου και με βάση το άρθρο 11
(2)(στ)
(3)του Συντάγματος όπως έχει τροποποιηθεί από το Ν.68(Ι)/2013. Τέλος, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του Εκζητούμενου ισχυρίζονται ότι η εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης παραβιάζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος. Είναι εισήγηση τους ότι με βάση τα άρθρα 12 και 13 της εισαγωγικής αιτιολογίας της Απόφασης - Πλαίσιο για το Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης, καθώς επίσης το άρθρο 1
(3)καθορίζεται και θεσμοθετείται ότι πρέπει να προστατεύονται τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Γι' αυτό το λόγο η Απόφαση - Πλαίσιο σέβεται τα Ανθρώπινα Δικαιώματα καθώς επίσης τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 2
(2)του Ν.133 (Ι)/2004 και της παραγράφου 12 της Απόφασης - Πλαίσιο η εφαρμογή των διατάξεων του Ν.133(Ι)/2004 δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών, σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα κάθε ατόμου για δίκαιη δίκη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Το δικαίωμα αυτό διασφαλίζεται στη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 30, του δικού μας Συντάγματος. Τυχόν εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, σύμφωνα με τους συνήγορους του Εκζητούμενου, θα έχει ως αποτέλεσμα την άμεση προφυλάκιση του για αόριστο χρόνο, μέχρι και 18 μήνες, γεγονός που θα του στερήσει τη δυνατότητα να εξεύρει τα απαραίτητα στοιχεία και να έχει εύκολη επικοινωνία με τους δικηγόρους του, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας της Ελλάδας, άρθρα 282 - 288. Ακόμα και αν υπάρχει μόνο ορατή πιθανότητα για δεκαοκτάμηνη κράτηση του Εκζητούμενου αυτό το γεγονός, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση των συνηγόρων του Εκζητούμενου, αποτελεί σοβαρή παραβίαση των δικαιωμάτων του όπως αυτά προστατεύονται από το Σύνταγμα και την Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα. Τυχόν εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης θα στερήσει επίσης από τον Εκζητούμενο το δικαίωμα που του διασφαλίζει η παράγραφος 30
(3)του Συντάγματος για να έχει επαρκή χρόνο για τη προπαρασκευή της υπεράσπισης του, να εξεύρει έγγραφα, να προσάξει μαρτυρία και γενικά να προετοιμάσει επαρκώς την υπεράσπιση του. Επίσης πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα πάντα με την εισήγηση των συνηγόρων του Εκζητούμενου, λόγω του πολύ μεγάλου χρόνου από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων, τα αποδεικτικά στοιχεία που στοιχειοθετούν την αθωότητα του Εκζητούμενου ενδεχομένως να έχουν απωλεσθεί ή καταστραφεί. Προς υποστήριξη των θέσεων τους οι συνήγοροι του Εκζητούμενου επικαλέσθηκαν άρθρο, Δικηγόρου και πρώην Υπουργού που δημοσιεύθηκε σε εφημερίδα των Αθηνών, σε δηλώσεις πρώην υπηρεσιακού Πρωθυπουργού και Προέδρου του Συμβουλίου Επικρατείας, για καταδίκες της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκού Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Στρασβούργου, στην υπόθεση Peers v. Greece, Αίτηση Αρ. 28524/95, ημερομηνίας 19.4.2001 και σε άλλη Νομολογία. Ούτε αυτή η εισήγηση μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Κόκου Ιωάννου (Ρωσσίδη) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολ. Έφ. 346/2011, ημερ. 15.11.2011(επισυνημμένο 15 στην αγόρευση των συνηγόρων της Δημοκρατίας), οι μόνες προϋποθέσεις για τη μη εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης από τη Δικαστική Αρχή που επιφορτίζεται το έργο της εξέτασης του εντάλματος είναι οι αναφερόμενες στα άρθρα 13 και 14 του Ν.133(Ι)/2004 που αφορούν τους υποχρεωτικούς και τους προαιρετικούς, αντίστοιχα λόγους μη εκτέλεσης, οι οποίοι όπως ήδη έχω αποφασίσει, δεν συντρέχουν εδώ. Όσον αφορά τον χρόνο που έχει παρέλθει από την ισχυριζόμενη διάπραξη των αδικημάτων μέχρι σήμερα, στην υπόθεση Νικόλας Κυριάκου ν. Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω) το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του η οποία επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο, προσεγγίζοντας το θέμα παρατήρησε ότι: «στον Ν. 133(Ι)/2004 δεν υπάρχει κάποια πρόνοια για παραβίαση δικαιώματος δίκης εντός ευλόγου χρόνου ή κάποια κύρωση ή συνέπεια σε περίπτωση καθυστέρησης των διωκτικών αρχών της αιτήτριας χώρας να προωθήσουν το αίτημα τους». Ακόμη η ενώπιον μου υπόθεση αφορά Ευρωπαϊκό Ένταλμα Σύλληψης για το οποίο, όπως αναφέρθηκε υπό του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση: «έχουμε Ευρωπαϊκά Εντάλματα Σύλληψης και η εκτέλεση τους διέπεται από τον Ν.133(Ι)/2004 στον οποίο δεν υπάρχουν ρητές πρόνοιες περί παρόδου χρόνου, αδικαιολόγητης καθυστέρησης και αλλαγής συνθηκών, όπως υπήρχαν στους Περί Φυγοδίκων Νόμους». Σύμφωνα με το Τεκμήριο 6 που είναι επιστολή της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων & Δικαστικών Συνδρομών προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 24.7.2013, η οποία υπογράφεται από τον Εισαγγελέα Εφετών Αθηνών, Ιωάννη Κούτρα και στην οποία επισυνάπτεται έγγραφο του Κ. Ανακριτή αναφέρεται ότι η πρώτη αναφορά για τον Εκζητούμενο και τον πατέρα του ως συναυτουργούς σε νομιμοποίηση παρανόμων εσόδων, έγινε την 17.7.2012, και ακολούθησε αίτημα Δικαστικής Συνδρομής προς τις δικαστικές αρχές της Ελβετίας. Σύμφωνα ακόμα με το Τεκμήριο 7, την 17.5.2013 επιδόθηκε στον Εκζητούμενο κλήση προς απολογία για να εμφανιστεί την 27.6.2013 ενώπιον του Ανακριτή Ν.4022/11 στο Πρωτοδικείο Αθηνών. Τέλος σύμφωνα και πάλι με το Τεκμήριο 7, κατόπιν της από απείθεια μη εμφάνισης του Εκζητούμενου ενώπιον του Ανακριτή κατά την 27.6.2013 ακολούθησε η έκδοση εναντίον του εντάλματος σύλληψης. Επομένως ο ισχυρισμός περί καθυστέρησης των Διωκτικών Αρχών της αιτήτριας χώρας για προώθηση του αιτήματος της δεν φαίνεται να έχει έρεισμα έχοντας υπόψη το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 6 και
  1. Το ζήτημα της ενδεχόμενης προφυλάκισης που έχει τεθεί εκ μέρους της πλευράς του Εκζητούμενου κρίνω ότι είναι σε μεγάλο βαθμό θεωρητικό και πρόωρο. Δεν μπορεί να γνωρίζει κανείς εκ των προτέρων ποιες θα είναι οι ενέργειες των Ελληνικών Αρχών και πως θα αντιμετωπίσουν τον Εκζητούμενο σε περίπτωση εκτέλεσης του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης εναντίον του. Όσον αφορά τα πιο πάνω άρθρα και τις δηλώσεις των κ.κ. Φούσα και Πικραμμένου (συνημμένα 20 και 21 της αγόρευσης των συνηγόρων του Εκζητούμενου), αυτές αντιμετωπίζονται από το Δικαστήριο ως προσωπικές απόψεις των προσώπων αυτών. Τα εν λόγω πρόσωπα δεν κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και επομένως το περιεχόμενο των εν λόγω απόψεων δεν αποτελεί μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον μου. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές περί καταδίκης της Ελλάδας στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η υπόθεση Peers v. Greece (ανωτέρω), την οποία επικαλέσθηκε η πλευρά του Εκζητούμενου εκδόθηκε πριν από 12 περίπου χρόνια και στηρίχθηκε στα δικά της γεγονότα και επομένως δεν μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα στην παρούσα υπόθεση. Θα πρέπει ακόμα να σημειωθεί ότι η νομολογία, όπως και τα πιο πάνω άρθρα και δηλώσεις, δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μαρτυρία. Δηλαδή, δεν μπορεί να προσφέρεται μαρτυρία μέσω της νομολογίας για τα γεγονότα της υπόθεσης. Εν πάση περιπτώσει όλα αυτά τα ζητήματα όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως δεν αποτελούν λόγους οι οποίοι σύμφωνα με το Νόμο 133(Ι)/2004 θα μπορούσαν να οδηγήσουν το Δικαστήριο να αρνηθεί την εκτέλεση του Ευρωπαϊκού Εντάλματος Σύλληψης, Τεκμήριο
  2. Τέτοιοι λόγοι όπως η προφυλάκιση του Εκζητούμενου, η παροχή ευχέρειας ετοιμασίας της υπεράσπισης του, η πάροδος μεγάλου χρονικού διαστήματος από την ισχυριζόμενη τέλεση των αδικημάτων κλπ, αποτελούν λόγους οι οποίοι μπορούν να τεθούν ενώπιον των Ελληνικών Αρχών στον κατάλληλο χρόνο και διαδικασίες. Επίσης θα πρέπει να επισημάνω ότι οι γενικές και αόριστες τοποθετήσεις των συνηγόρων του Εκζητούμενου ότι τυχόν έκδοση του στην Ελλάδα θα επιφέρει κατάφορη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του δεν υποστηρίζεται και από την σχετική νομολογία στην οποία και οι ίδιοι έχουν παραπέμψει το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κόκου Ιωάννου (Ρωσσίδη) ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (ανωτέρω), στις σελίδες 8-11 το Ανώτατο Δικαστήριο επισημαίνοντας ότι οι διευκρινήσεις / εγγυήσεις που δόθηκαν από την αιτήτρια χώρα, που και στην εν λόγω υπόθεση ήταν η Ελληνική Δημοκρατία και περιέχοντο σε τεκμήρια που είχαν κατατεθεί ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ήταν αρκούντως ικανοποιητικές και δεν διαπιστώνετο καμία απολύτως παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από το Ανώτατο Δικαστήριο: « Ο κ. Ευσταθίου τόνισε τη σημασία της αρχής που ρητά εμπεριέχεται και στο άρθρο 2
(2)του Νόμου, ότι εφαρμόζοντας τις διατάξεις του, δεν είναι δυνατή η «. ... παραβίαση της υποχρέωσης σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων και αρχών σύμφωνα με το άρθρο 6 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση». Επεκτείνοντας έτσι τη σκέψη του κατά τρόπο που να συμπλέκει και το δεύτερο λόγο έφεσης που, όπως ήδη λέχθηκε, ανεφύη κατά τη διάρκεια της συζήτησης της έφεσης. Η πιο πάνω εισήγηση είναι άνευ ερείσματος. Κατ΄ αρχάς να υποδειχθεί ότι η θέση του συνηγόρου ότι ο Νόμος έπεται κατά την ιεράρχηση των πηγών δικαίου, του Συντάγματος, είναι εσφαλμένη. Ο Νόμος δεν αποτελεί διεθνή σύμβαση, αλλά εναρμονιστικό κείμενο συνάδον με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας της Κύπρου ως κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης που μεταφέρει στο ημεδαπό δίκαιο, το δίκαιο της Ένωσης. Έπεται ότι έχει αυξημένη ισχύ από τις πρόνοιες του Συντάγματος υπό τον όρο ότι αποτελεί νόμιμη μεταφορά στη Δημοκρατία, δηλαδή, οι διατάξεις του Νόμου δεν είναι αντίθετες με τις πρόνοιες του Συντάγματος. (δέστε Γενικός Εισαγγελέας ν. Κωνσταντίνου - ανωτέρω -). Μετέπειτα, αποκτούν σημασία και τα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ισχύοντα, όπως τα εξήγησε η κα Κάρνου και ενώπιον του Εφετείου. ......................................................................................................................................................................................................................................................................... Τα πιο πάνω περιέχονταν στα Τεκμήρια 5 και 6 που κατατέθηκαν στο πρωτόδικο Δικαστήριο εκ συμφώνου, χωρίς να αμφισβητηθούν οποτεδήποτε. Υπό το φως και των ανωτέρω διευκρινίσεων/εγγυήσεων, δεν διαπιστώνεται καμία απολύτως παραβίαση των διατάξεων του Άρθρου 30 του Συντάγματος. Εφόσον η ερημοδικία επιτρέπεται από τη νομοθεσία του κράτους που επιδιώκει την έκδοση δεν τίθεται θέμα παραβίασης των αρχής της φυσικής δικαιοσύνης ή της διεξαγωγής δίκαιης δίκης. Πόσο μάλλον εδώ, που στον εφεσείοντα προσφέρεται η δυνατότητα ασκήσεως έφεσης ή και ακύρωσης της διαδικασίας ακριβώς λόγω της ερήμην καταδίκης του. Το τι το ημεδαπό Δικαστήριο οφείλει να διαπιστώσει είναι να μην εκδοθεί το εκζητούμενο πρόσωπο σε χώρα όπου θα διατρέχει σοβαρό κίνδυνο να του επιβληθεί η ποινή του θανάτου ή να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή άλλη απάνθρωπη ή εξευτελιστική ποινή ή μεταχείριση. (δέστε άρθρο 2
(2)του Νόμου). Κατά τα λοιπά, η Απόφαση-Πλαίσιο και ο Νόμος στηρίζονται εν πολλοίς στην αμοιβαιότητα, αλλά και την εμπιστοσύνη και σεβασμό που τεκμαίρεται να υφίσταται μεταξύ των δικαστικών αρχών (δέστε την παρ. 8 της απόφασης του Lord Bingham στην υπόθεση Dabas - ανωτέρω -). Οι διασφαλίσεις/ εγγυήσεις που δόθηκαν από την Ελληνική Δημοκρατία εμπίπτουν σ΄ αυτά τα πλαίσια και σχετίζονται με την ουσία του θέματος και όχι τον τύπο του εντάλματος. Άλλωστε, όπως ορθά διαπίστωσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η προσέγγιση του εφεσείοντος ως προς τον τρόπο που θα συσχετισθούν οι επιβληθείσες ποινές με την κατηγορία που αναμένεται να εκδικαστεί στην Ελλάδα, είναι θεωρητική ως προς την εισήγηση ότι θα υπάρξει παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως ήδη αναφέρθηκε, παρέχονται, όταν εκδοθεί, στον εφεσείοντα διάφορα δικονομικά και ουσιαστικά μέτρα, τόσο για αμφισβήτηση των ποινών που επιβλήθησαν, όσο και για τον καθορισμό της συνολικής διάρκειας τους.» Ως εκ των ανωτέρω δεν έχω ικανοποιηθεί πώς τυχόν έκδοση του Εκζητούμενου στην Ελλάδα θα του παραβιάσει με την γενική και αφηρημένη (in abstracto), τοποθέτηση των συνηγόρων του, τα ανθρώπινα δικαιώματα του. Αυτός θα έχει στην διάθεση του όλα τα ένδικα μέσα, που σε καμία απολύτως περίπτωση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι είναι διαθέσιμα, για να προβάλει όχι μόνο την υπεράσπιση του σε περίπτωση που κατηγορηθεί αλλά και να εγείρει οποιαδήποτε άλλα ζητήματα που ο ίδιος η οι συνήγοροι του θα κρίνουν ότι πρέπει να εγερθούν. Επισημαίνω δε, ως έχει ενώπιον μου δηλωθεί, ότι ο Εκζητούμενος ήδη εκπροσωπείται από δικηγόρο, η οποία μάλιστα ήταν παρούσα κατά την διάρκεια όλης της ενώπιον μου διαδικασίας, για την όποια διαδικασία τυχόν θα ακολουθήσει στην Ελλάδα, στοιχείο που καταδεικνύει πώς και χρόνο και τα μέσα έχει για να προετοιμάσει κατάλληλα την υπεράσπιση και την υπόθεση του. Σε σχέση δε με τις καταδίκες της Ελλάδας από το Ε.Δ.Α.Δ που επικαλούνται οι συνήγοροι του Εκζητούμενου επισημαίνω πρόσθετα με τα όσα αναφέρω ανωτέρω, ότι σε καμία από αυτές η καταδίκη αφορούσε γενικά το Νομικό καθεστώς η τις Δικαστικές διαδικασίες στην Ελλάδα, αναφορικά με ελλείψεις στην εφαρμογή και προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ήταν η τελική τοποθέτηση των συνήγορων του Εκζητούμενου ότι αυτός δεν προσπαθεί να αποφύγει τη δικαιοσύνη και ότι τα ισχυριζόμενα αδικήματα είναι τέτοιας φύσεως που δύνανται να δικαστούν στην Κύπρο σύμφωνα με το άρθρο 5(Ι)(δ) του Ποινικού Κώδικα. Ο Εκζητούμενος όμως δεν έχει δικαίωμα να επιλέξει που θα διωχθεί. Έχοντας δε υπόψη τις πρόνοιες του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ειδικότερα του άρθρου 37 ως επίσης τις πρόνοιες του Συντάγματος και ειδικότερα τα άρθρα 30 και 35 και την θέση της Δημοκρατίας πώς ουδεμία ποινική διαδικασία άρχισε αλλά ούτε και έχω μαρτυρία ενώπιον μου από την οποία συνάγεται πώς υπάρχει πρόθεση για έναρξη της, κρίνω πώς η θέση αυτή και πρόωρη είναι και χωρίς οποιοδήποτε έρεισμα. Ούτε και μπορεί οποιοδήποτε πρόσωπο η αρχή να υποχρεώσει τον Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας να προχωρήσει στην έναρξη ποινικής διαδικασίας εναντίον του Εκζητούμενου, ο οποίος είναι αυταπόδεικτο πώς με την επιλογή η Δημοκρατία να καταχωρήσει και να προωθήσει την παρούσαν αίτηση δεν προτίθεται να διώξει τον Εκζητούμενο στην Κύπρο. Στο σημείο αυτό και επειδή στις 2.9.2013, έχει εκδοθεί η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολιτική Έφεση υπ' αριθμό 221/2013, που αφορούσε την αίτηση για την έκδοση του πατέρα του Εκζητούμενου στην παρούσαν, του οποίου είχε διαταχθεί η έκδοση σε σχέση με τις ίδιες αξιόποινες πράξεις ως συναυτουργού με τον Εκζητούμενο, με την οποία το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, νοιώθω πώς επιβάλλεται, παρά τω ότι η ετοιμασία της απόφασης μου είχε ολοκληρωθεί προηγουμένως, να παραθέσω μέρος των λεχθέντων σε αυτήν. Επισημαίνω δε ότι τα πραγματικά γεγονότα, η νομική πτυχή και επιχειρηματολογία που παρατέθηκε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου αλλά και του Εφετείου στην εν λόγω υπόθεση, συνάδουν και ταυτίζονται πλήρως με τα όσα τέθηκαν, εξετάστηκαν και αποφασίστηκαν από το παρόν Δικαστήριο ανωτέρω. Όπως λοιπόν αναφέρεται στη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην εν λόγω υπόθεση: «............................................................................ Η όλη βάση στην οποία στηρίχθηκε το Tampere European Council τον Οκτώβριο 1999, απαρχή της νέας Ευρωπαϊκής ιδέας στον συντονισμό και ρύθμιση των ευρύτερων ζητημάτων έκδοσης, ήταν αφενός η εδραίωση των ιδεών της ελευθερίας, ασφάλειας και δικαιοσύνης εντός των κόλπων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και, περαιτέρω, η σύγκλιση στην αμοιβαία αναγνώριση των δικαστικών αποφάσεων που εκδίδονται από τα ποινικά όργανα των κρατών-μελών. Στόχος λοιπόν της όλης διαδικασίας είναι η παροχή δικαστικής συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών ώστε να συμμορφώνονται και να παραδίδονται οι ύποπτοι χωρίς ιδιαίτερες περίπλοκες διαδικασίες ή αχρείαστες καθυστερήσεις. Γι΄ αυτό και οι στενές χρονικές περίοδοι, διότι η όλη διαδικασία δεν αφορά, ούτε ανάγεται σε καθαυτή ποινική δίωξη, ούτε η διαδικασία προσφέρεται για την εξέταση και θεμελίωση τυχόν ποινικής ευθύνης του Εκζητούμενου. Αυτό αποτελεί κατ΄εξοχήν το έργο της χώρας η οποία επιδιώκει την έκδοση του υπόπτου στο έδαφος της, οι δικαστικές αρχές της οποίας είναι και οι μόνες υπεύθυνες για την εξέταση και διαπίστωση της όποιας ποινικής ευθύνης του Εκζητούμενου, στη βάση των ισχυόντων στην επικράτεια της, κανόνων δικαίου, ουσιαστικών και δικονομικών. .............................................................................. Τα πιο πάνω και άλλα δημοσιεύματα σχολίασε εκτενώς το πρωτόδικο Δικαστήριο και όντως ήταν ορθή η θέση του ότι τα δημοσιεύματα αυτά δεν παρενέβαιναν στο έργο του Δικαστηρίου, ούτε επιδεικνύεται ασέβεια ή προσπάθεια υπόδειξης ή καθοδήγησης του τρόπου ενέργειας του

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.