← Κύπρος

Ιουλία Χαραλάμπους ν. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 742/13, 30/9/2013

Ιουλία Χαραλάμπους ν. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 742/13, 30/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A273 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 742/13 Μεταξύ: Ιουλία Χαραλάμπους, από την Λεμεσό και Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, από την Λευκωσία Ημερομηνία: 30.9.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Σ. Χ΄΄Δημητρίου για κκ Ε. Αναστασίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Καρεκλά) Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κα Φρόσω Βερεσιέ για κ. Κ. Μ. Χατζηπιέρα -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Ενάγουσα / Αιτήτρια στις 7.3.13 με την οποία εξαιτείται: «Διάταγμα και/ή άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και όλων των συναφών δικογράφων με την απάλειψη του ονόματος της Ενάγουσας «ΙΟΥΛΙΑ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ» και της αντικατάστασής του ως ακολούθως: «ΙΟΥΛΙΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ» Άδεια και/ή έγκριση του Δικαστηρίου για συνέχιση της διαδικασίας». Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην Διάταξη 25, Διάταξη 48, θεσμοί 1-3, 8 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας καθώς και στις εγγενείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Έλενας Καραΐσκου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκο δήλωση η ανάγκη για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διαπιστώθηκε πρόσφατα. Η έκδοση δε των αιτουμένων διαταγμάτων είναι υπό τις περιστάσεις ορθή και δίκαιη. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της από τον δικηγόρο της προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντινομική και/ή κακόπιστη 2. η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου 3. με την έγκριση της αίτησης η Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη 4. τυχόν έγκριση της αίτησης θα περιπλέξει περαιτέρω την διαδικασία και θα καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση. Με τις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνονται οι τρεις πρώτοι λόγοι ένστασης. Με την παράγραφο 5 διευκρινίζεται ότι η θέση περί παρατυπίας έγκειται στο ότι ο τίτλος της αγωγής όπως παρουσιάζεται στην υπό κρίση αίτηση είναι λανθασμένος. Με την παράγραφο 2 προβάλλεται, επίσης, ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο και χωρίς να δίδεται για την καθυστέρηση επαρκής δικαιολογία. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται ότι αντίστοιχος λόγος ένστασης δεν εκτίθεται στο σώμα της Ειδοποίησης. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Στην υπόθεση Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.

(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1805 το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση του τίτλου της αγωγής μετά από αίτηση των εφεσίβλητων / εναγόντων. Οι εφεσίβλητοι είχαν ισχυρισθεί ότι λόγω αβλεψίας το όνομα τους στον τίτλο της αγωγής αναγράφηκε ως Fashion Box S.R.L. αντί ως Fashion Box S.P.A. Οι εφεσείοντες / εναγόμενοι έφεραν ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση. Τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν από το Εφετείο στις σελίδες 1809 -1810 της απόφασης και που πιο κάτω παρατίθενται είναι ενδεικτικά: «... Το Δικαστήριο θεώρησε και ορθά, την όλη περίπτωση ως θέμα λανθασμένης περιγραφής του ονόματος των εφεσιβλήτων και έτσι προχώρησε στην έγκριση του αιτήματος τους για τροποποίηση. .......................................................................................................................... Η διόρθωση λανθασμένου ονόματος είναι θέμα που ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου το οποίο δεν πρέπει να επιτρέπει σε άτομα να αποκτούν πλεονέκτημα από μια λανθασμένη περιγραφή ονόματος, όταν όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα (Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 C.L.R. 106). Στην υπόθεση Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ότι η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα και συνεπώς "θα έπρεπε να δοθεί άδεια τροποποίησης. Το θέμα είναι απλό. Εκεί όπου εμφανίζεται μια απλή λανθασμένη περιγραφή ονόματος μπορεί να παρασχεθεί άδεια για τροποποίηση (Alexander Mountain & Co v. Rumere Ltd [1948] 2 All E.R. 482). Η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου. Δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης». Στην υπόθεση Alexander Mountain Co. v. Rumere Ltd
(1948)2 All E R 144 ο ενάγων συνεταιρισμός καταχώρησε αγωγή εναντίον της εναγόμενης εταιρείας με τον τίτλο «Alexander Mountain and Co». Λόγω του θανάτου του Alexander Mountain, που μείωσε τον αριθμό των συνεταίρων σε ένα, ο τίτλος της αγωγής έπρεπε να τροποποιηθεί και να αντικατασταθεί με τον τίτλο «Doris Mountain, widow, executrix of Alexander Mountain». Το Αγγλικό Εφετείο μετά από ενδελεχή εξέταση του θέματος αποφάνθηκε ότι μπορούσε να δοθεί η σχετική άδεια, αφού η τροποποίηση αφορούσε αναφορά σε λανθασμένο όνομα που δεν μπορούσε να επηρεάσει την ουσία της υπόθεσης. Η τροποποίηση λανθασμένου ονόματος σε τίτλο αγωγής εξετάστηκε και στην επίσης Αγγλική υπόθεση Etablissement Baudelot v. R.S. Graham and Co. Ltd. [1953] 1 All ER 149. Στην πιο πάνω υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε από τους κληρονόμους της διαθήκης κάποιου Γάλλου που είχε πεθάνει για την αξία εμπορευμάτων που είχαν πωληθεί και παραδοθεί. Οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι ενεργούσαν σαν εταιρεία που είχε συσταθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Γαλλικού νόμου, που δεν ήταν ορθό. Όταν το λάθος ανακαλύφθηκε οι ενάγοντες ζήτησαν την τροποποίηση του τίτλου για να συμπεριλάβουν τα ονόματα των προσώπων που συναλλάττονταν στην επιχείρηση του αποθανόντος. Το Αγγλικό Εφετείο αποφάνθηκε ότι η αίτηση θα έπρεπε να γίνει δεκτή, αφού η λανθασμένη αναφορά στον τίτλο της αγωγής δεν μπορούσε να επηρεάσει την ουσία της διαφοράς που το Δικαστήριο καλείτο να αποφασίσει. Στην Αγγλική υπόθεση W. Hill and Son v. Tannerhill
(1944)L.J.K.B. 456 κάποιο πρόσωπο με το όνομα W. Hill ήγειρε αγωγή εναντίον του εναγόμενου αξιώνοντας αποζημιώσεις για αμέλεια. Αν και δεν είχε κανένα συνέταιρο ο κύριος Hill εμπορεύετο με την επωνυμία «W. Hill and Son». Η αγωγή ηγέρθη επ΄ ονόματι του εμπορικού του οίκου (firm). Η Δ.48 Α, θ.1 των παλιών Αγγλικών θεσμών προνοούσε ότι για να είναι επιτρεπτή η έγερση αγωγής στο όνομα του εμπορικού οίκου θα έπρεπε να υπάρχουν τουλάχιστον δύο ή περισσότεροι συνεταίροι. Συνεπώς, ο κύριος Hill δεν δικαιούτο να εγείρει την αγωγή στο όνομα του εμπορικού του οίκου, αφού δεν είχε κανένα συνέταιρο και, κατ΄ επέκταση, δεν δικαιούτο να εμπορεύεται με το πιο πάνω όνομα. Η αγωγή μπορούσε να εγερθεί μόνο στο δικό του όνομα. Όταν συνειδητοποίησε το λάθος ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τον τίτλο της αγωγής αντικαθιστώντας το όνομα του συνεταιρισμού, ο οποίος, κατ΄ ουσίαν, ήταν ανύπαρκτος, με το δικό του όνομα ως ακολούθως «Walter Hill Trading as W. Hill and Son». Το πρωτόδικο Δικαστήριο επέτρεψε την τροποποίηση. Στην έφεση που ασκήθηκε ο συνήγορος του εναγόμενου υποστήριξε ότι η τροποποίηση δεν έπρεπε να είχε επιτραπεί επειδή η αγωγή ήταν εξ υπαρχής άκυρη λόγω του ότι ο ενάγων ήταν ανύπαρκτο πρόσωπο. Το Εφετείο αποφάνθηκε ότι επρόκειτο για τυπικό λάθος των συνηγόρων του ενάγοντα και γι΄ αυτό επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Στην απόφαση του αναφέρθηκαν τα πιο κάτω (σε ελεύθερη μετάφραση): «κατά την έκδοση του κλητηρίου εντάλματος επ΄ ονόματι της «W. Hill and Son» υπήρχε ένα πρόσωπο το οποίο κατ΄ ουσίαν ενδιαφερόταν για την απαίτηση. Αυτό ήταν ο κ. Walter Hill. Η περιγραφή του προσώπου αυτού ως «W. Hill and Son» ήταν, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση, λάθος της υπαλλήλου των δικηγόρων του ενάγοντα (mistake by the solicitor's clerk). Το ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι εάν το λάθος αυτό είναι κάτι περισσότερο από τυπικό λάθος. Κατά την άποψή μου δεν είναι. Σύμφωνα με την Δ.48 θ.1 ένα πρόσωπο, ακόμη και αν διεξάγει επιχειρήσεις με το όνομα ενός οίκου (firm name) δεν μπορεί να εγείρει αγωγή στο όνομα του εμπορικού οίκου, όμως, αν ένα φυσικό πρόσωπο εκδώσει το κλητήριο επ΄ ονόματι του, όπως «W. Hill» το γεγονός ότι έχει προσθέσει τις δύο επιπρόσθετες λέξεις «and Son» δεν τον εμποδίζει από του να είναι ο πραγματικός ενάγων». Στην Αγγλική υπόθεση Pearlman (Veneers) S.A. v. Bartels [1954] 3 All ER 659 η ενάγουσα εταιρεία πέτυχε την έκδοση απόφασης στα Αγγλικά δικαστήρια για αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων εναντίον του εναγομένου Bernhard Bartels. Όταν δε προσπάθησε να εκτελέσει την απόφαση στα Γερμανικά δικαστήρια ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Josef Bartels και όχι Bernhard Bartels. Η ενάγουσα εταιρεία καταχώρησε αίτηση στα Αγγλικά Δικαστήρια για την τροποποίηση του ονόματος του εναγομένου στο κλητήριο ένταλμα, τα πρακτικά της διαδικασίας και την απόφαση. Το Αγγλικό Εφετείο αποδέχθηκε την αίτηση. Όπως έθεσε το θέμα ο Δικαστής Denning: «When the substantive judgment is not being altered, but only the title of the action, it is to my mind quite plain that this court has ample jurisdiction to correct any misnomer or misdescription at any time whether before or after judgment». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όταν η απόφαση επί της ουσίας δεν αλλάζει παρά μόνο ο τίτλος της αγωγής το Δικαστήριο έχει ευρεία δικαιοδοσία να διορθώσει οποιαδήποτε περίπτωση λανθασμένου ονόματος ή λανθασμένης περιγραφής καθ' οιονδήποτε χρόνο είτε πριν είτε μετά την απόφαση». Η πιο πάνω αναφορά του Λόρδου Denning υιοθετήθηκε αργότερα στην υπόθεση Mercer Alloys Corporation and another v. Rolls Royce Ltd. [1972] 1 All ER 211 που αφορούσε τροποποίηση του ονόματος ενός εκ των διαδίκων μετά την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης. Ο Δικαστής Davies τόνισε ότι εκτός από την Αγγλική Διαταγή 15, θεσμός 6
(2), οι πρόνοιες της οποίας είναι παρόμοιες με εκείνες της δικής μας Διαταγής 25, θεσμός 1, το Δικαστήριο έχει σύμφυτη εξουσία να επιτρέψει εκείνες τις τροποποιήσεις που είναι αναγκαίες για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Στέλλα Λάμπρου ν. Λάμπρου Λάμπρου
(2002)1 ΑΑΔ 1092 το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση της εφεσείουσας-αιτήτριας στηριζόμενη στη Διαταγή 25, θεσμός 1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας για τροποποίηση του ονόματος του ανήλικου γιού της στο διάταγμα φύλαξης και επιμέλειας του από «Γιώργος Λάμπρου» σε «Ανδρέας Λάμπρου». Το Ανώτατο Δικαστήριο αφού αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων στην Αγγλική και Κυπριακή νομολογία, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25 όπως αυτές συνοψίσθηκαν στην υπόθεση Σ. Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation Ltd κ.ά.
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 33, αποφάνθηκε ότι η αναφορά σε λανθασμένο όνομα (misnomer) μπορούσε να διορθωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της Διαταγής 25, θεσμός 1 όπως επίσης και σύμφωνα με την σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Τέλος, στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν. Σωτηρούλας Χαριλάου Χαρικλείδη ν. Ζήνωνα Ποφαίδη κ.α.
(2001)1 ΑΑΔ 1608 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 έχει διατυπωθεί η θέση ότι ο κανόνας της υπόθεσης Mabro (πιο πάνω) αποτρέπει την τροποποίηση αν η τροποποίηση συνεπάγεται την προσθήκη διαδίκου και όχι την απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer). Έχει, επίσης, διατυπωθεί η θέση ότι ο σχετικός κανόνας εφαρμόζεται και στην περίπτωση υποκατάστασης διαδίκου σε αντικατάσταση διαδίκου ο οποίος απομακρύνεται. Ωστόσο αν με την προτιθέμενη προσθήκη δεν σκοπείται η προσθήκη ή υποκατάσταση διαδίκου αλλά η απλή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer) αυτή μπορεί να επιτραπεί αν η ουσία της υπόθεσης δικαιολογεί μια τέτοια πορεία*. Θέτουμε επομένως το ερώτημα που τέθηκε στην Davies (πιο πάνω): «Αποτελεί η περίπτωση αυτή διόρθωση «σφάλματος περί το όνομα» (misnomer);» ("Is this the mere correction of a misnomer?). Θα παραθέσουμε πρώτα τα γεγονότα της Davies (πιο πάνω): Στην υπόθεση εκείνη είχε εκδοθεί κλητήριο ένταλμα εναντίον των Elsby Brothers (a firm). Στη συνέχεια μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής το κλητήριο ένταλμα τροποποιήθηκε με τη διαγραφή του όρου (a firm) και την προσθήκη της λέξης «Ltd». Η αγωγή αφορούσε δυστύχημα στο οποίο είχε εμπλακεί ο ενάγων ο οποίος ήταν υπάλληλος τόσο του οίκου Elsby Brothers όσο και της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης η οποία ενεγράφη μεταγενέστερα. Στο κλητήριο δεν αναφερόταν η ημερομηνία του δυστυχήματος και έτσι ήταν αδύνατο να διακριβωθεί από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει μια νομική οντότητα, τον οίκο, ή μια άλλη νομική οντότητα, την εταιρεία. Κατά την άποψη του δικαστηρίου αυτό ήταν μοιραίο για την εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο. Ο Devlin, L.J. πραγματεύθηκε το ζήτημα λέγοντας ότι το κατά πόσο ένα κλητήριο απευθυνόταν σε ένα μη υφιστάμενο διάδικο ή κατά πόσο ήταν περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) ή κακής περιγραφής πρέπει να αποφασιστεί στη βάση του τί θα συμπαιράνει ένα λογικό άτομο, στη θέση του εναγομένου, που θα λάμβανε το κλητήριο. Είπε στη σελ. 676: "In English law as a general principle the question is not what the writer of the document intended or meant, but what a reasonable man reading the document would understand it to mean; and that is the test which ought to be applied as a general rule in cases of misnomer - which may embrace a number of other situations apart from misnomer on a writ, for example mistake as to identity in the making of a contract. The test must be: How would a reasonable person receiving the document take it? If, in all the circumstances of the case and looking at the document as a whole, he would say to himself: 'Of course it must mean me, but they have got my name wrong', then there is a case of mere misnomer. If, on the other hand, he would say: 'I cannot tell from the document itself whether they mean me or not and I shall have to make inquires', then it seems to me that one is getting beyond the realm of misnomer." Σε μετάφραση: «Στο Αγγλικό Δίκαιο σαν θέμα γενικής αρχής το ζήτημα δεν είναι τί σκόπευε ή εννοούσε ο συγγραφέας του εγγράφου αλλά το πώς ένας λογικός άνθρωπος που διαβάζει το έγγραφο θα αντιλαμβανόταν το νόημα του και εκείνο είναι το κριτήριο που πρέπει σαν θέμα γενικού κανόνα να εφαρμόζεται στις περιπτώσεις 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer) - το οποίο μπορεί να περιλάβει αριθμό άλλων καταστάσεων εκτός από 'σφάλμα περί το όνομα' (misnomer) στο κλητήριο, για παράδειγμα λάθος ως προς την ταυτότητα κατά τον καταρτισμό μιας συμφωνίας. Το κριτήριο πρέπει να είναι: πως θα εκλάβει το έγγραφο ένα λογικό πρόσωπο που το παραλαμβάνει. Αν κάτω από όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης και εξετάζοντας το έγγραφο στο σύνολο του θα πεί στον εαυτό του: 'Σίγουρα πρέπει να εννοεί εμένα, αλλά έχουν γράψει το όνομα μου λανθασμένα' τότε έχουμε την περίπτωση απλού 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer). Αν, από την άλλη, θα πει: '..... από αυτό τούτο το έγγραφο δεν μπορώ να πω κατά πόσον εννοούν εμένα ή όχι και πρέπει να διερευνήσω το θέμα' τότε μου φαίνεται ότι ξεφεύγουμε από τα όρια του 'σφάλματος περί το όνομα' (misnomer)". Στη συνέχεια ο Lord Devlin ασχολήθηκε με τα γεγονότα της υπόθεσης. Λόγω της απουσίας της ημερομηνίας του επίδικου δυστυχήματος έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο για ένα αντικειμενικό άτομο να γνωρίζει ή να είναι βέβαιο από το κλητήριο κατά πόσο ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει τον οίκο ή την εταιρεία. Έπρεπε να είχε κάμει έρευνες ως προς το πότε είχε λάβει χώραν το επίδικο δυστύχημα. Έκρινε, επομένως, ότι δεν επρόκειτο για περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer). Στην Singh v. Atombrook Ltd [1989] 1 All E.R. 385 η ενάγουσα ήταν διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος συζύγου της. Τον Ιούνιο του 1984 ο σύζυγος της επισκέφθηκε τα υποστατικά ενός ταξιδιωτικού πράκτορα που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rubert, στο Λονδίνο. Αγόρασε αεροπορικά εισητήρια για μια πτήση προς την Νέα Υόρκη της συζύγου του και των δύο παιδιών τους. Λόγω του θανάτου του η πτήση δεν πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του
  1. Η κόρη του επέστρεψε τα εισιτήρια στο "Sterling Travel" και πήρε διαβεβαιώσεις ότι θα τους επιστρεφόταν το αντίτιμο τους. Το "Sterling Travel" δεν ανταποκρίθηκε και έγιναν επανειλημμένες έρευνες και γράφτηκαν επιστολές από τους ενάγοντες και τον δικηγόρο τους. Στα αρχικά στάδια η ανταπόκριση στις επιστολές προς το "Sterling Travel" έγινε με μερικά τηλεφωνήματα. Επομένως οι επιστολές λήφθηκαν και δόθηκαν καθυσηχαστικές διαβεβαιώσεις. Ωστόσο δεν ικανοποιήθηκε η αξίωση της ενάγουσας. Στη συνέχεια το "Sterling Travel" μετακινήθηκε σε άλλη διεύθυνση. Την 4.6.1987 η ενάγουσα καταχώρισε αγωγή εναντίον του "Sterling Travel (a firm)" στην οδό Rupert. Το κλητήριο ταχυδρομήθηκε στην πιο πάνω οδό. Ο εναγόμενος δεν εμφανίσθηκε και εκδόθηκε απόφαση στην απουσία του. Λήφθηκαν μέτρα για εκτέλεση της απόφασης. Στις 24.8.1987 η εταιρεία Air Travel Services Ltd έστειλε τηλεμύνημα στους δικηγόρους της ενάγουσας. Τους πληροφόρησε ότι μόλις είχαν λάβει το ένταλμα εκτέλεσης. Τους πληροφόρησε, επίσης, ότι δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel". Υπήρχε μια εταιρεία με το όνομα Atombrook Ltd η οποία ήταν συνδεδεμένη εταιρεία με την εταιρεία United Air Travel Services Ltd, και η Atombrook Ltd ήταν η ιδιοκτήτρια της "Sterling Travel". Σημειώθηκαν ανεπιτυχείς διαδικασίες εκτέλεσης γιατί ο επί της εκτέλεσης λειτουργός δεν μπορούσε να βρει οποιονδήποτε που εμπορευόταν με το όνομα "Sterling Travel" στην οδό Rupert. Στις 25.11.1987 ο εναγόμενος - η εταιρεία Atombrook Ltd - ζήτησε τον παραμερισμό της απόφασης γιατί είχε ληφθεί «αντικανονικά». Το πρωτόδικο δικαστήριο παραμέρισε την απόφαση με τον όρο να κατατεθεί στο δικαστήριο το ποσό της απόφασης. Ο εναγόμενος εφεσίβαλε την απόφαση. Υπέβαλε, ανάμεσα σ' άλλα, ότι το κλητήριο είχε εκδοθεί εναντίον μη υφιστάμενου προσώπου εφόσον δεν υπήρχε οίκος με το όνομα "Sterling Travel". Το Εφετείο σημείωσε ότι αυτό ήταν παραδεκτό αλλά παραμένει ανοικτό το θέμα κατά πόσο επρόκειτο για διαδικασία που εκδόθηκε εναντίον κάποιου που ορθά μπορεί να περιγραφεί ως μη υφιστάμενος, ή απλώς εναντίον ενός εναγομένου του οποίου το όνομα έχει περιγραφεί λανθασμένα ("who has been misnamed or misdecribed). Στη συνέχεια ο Kerr, L.J., παρέθεσε το πιο πάνω απόσπασμα από την απόφαση του Devlin, L.J., στην Davies (πιο πάνω) και κατέληξε ως εξής: "Of course, in the present case there was never the slightest doubt in the mind of the defendant that the plaintiff intended to sue it and that it was the person with whom this case was concerned. From start to finish it knew that perfectly well, and in my judgment it was taking steps throughout to avoid the pursuit of this claim against it. Undaunted, however, counsel for the defendant said that this still left it open for an objective person to have construed the writ in a different way. He was suggesting, though I find it impossible to follow the argument in full or to accept it, that an objective person, although knowing all the facts which the defendant knew, might still have thought that this plaintiff intended to sue a firm called Sterling Travel which might be an existing entity, or something of that kind. That is fanciful and I reject it. The matter is put beyond doubt by a further decision of this court in Whittam v. W J Daniel & Co Ltd [1961] 3 All E.R. 796, [1962] 1 QB
  2. In that case a limited company was sued within the limitation period but without adding the word "Limited", and therefore appeared to have been sued in the name of a firm. The court allowed the word "Limited" to be added after the limitation period had expired, and distinguished Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672, [1961] 1 WLR
  3. Donovan LJ quoted the test of Devlin, LJ to which I have referred and said [1961] 3 All E.R. 796 at 799, [1962] 1 QB 271 at 277): 'Applying that test, there could have been no doubt in the mind of the defendants when they got the writ that it was they whom the plaintiff intended to sue and that she had simply got the name wrong.' Danckwerts LJ said that the case was plainly distinguishable from Davies v. Elsby Bros Ltd because: '.. in the present case there is no other entity to which the description in the writ could be taken to refer.' He went on: 'On the other hand, counsel for the defendant's argument is that it is a description which describes nothing and, therefore, is an action against nobody, and, therefore, it would be improper and against the rules to put in the defendants in place of a person which did not exist. I cannot accept that argument. It seems to me that this is a case in which the description could only refer to the defendants and would not be taken by any reasonable person to refer to anybody but the defendants.' That authority applies precisely to the present case. .......................................................................................................................... I would dismiss this appeal." Σε μετάφραση: «Βέβαια στην παρούσα υπόθεση δεν υπήρχε ποτέ η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του εναγομένου ότι ο ενάγων είχε πρόθεση να τον εναγάγει και ότι ήταν το πρόσωπο με το οποίο σχετιζόταν η υπόθεση αυτή. Από την αρχή μέχρι το τέλος το γνώριζε πολύ καλά και κατά την κρίση μου λάμβανε συνέχεια μέτρα να αποφύγει την προώθηση αυτής της αξίωσης εναντίον του. Ωστόσο ο συνήγορος του εναγομένου ήταν απτόητος. Ανέφερε ότι αυτό το θέμα παρέμενε ανοικτό για ένα αντικειμενικό πρόσωπο να είχε ερμηνεύσει το κλητήριο με διαφορετικό τρόπο. Παρόλο ότι το βρίσκω αδύνατο να παρακολουθήσω την επιχειρηματολογία του πλήρως ή να την αποδεχθώ, πρότεινε ότι ένα αντικειμενικό πρόσωπο αν και γνώριζε όλα τα γεγονότα τα οποία γνώριζε ο εναγόμενος θα νόμιζε ότι αυτός ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει ένα οίκο που ονομάζεται Sterling Travel που μπορούσε να είναι μια υφιστάμενη οντότητα ή κάτι παρόμοιο με αυτό. Αυτό είναι παράδοξο και το απορρίπτω. Το θέμα αυτό έχει τεθεί πέρα από κάθε αμφιβολία από άλλη απόφαση αυτού του Δικαστηρίου στην Whittam v. W. J. Daniel & Co. Ltd [1961] 3 All E.R. 796 [1962] 1 Q.B.
  4. Σε εκείνη την υπόθεση καταχωρήθηκε αγωγή εναντίον μιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης εντός της περιόδου της παραγραφής αλλά χωρίς την προσθήκη της λέξης «Ltd» και επομένως φαινόταν ότι καταχωρήθηκε αγωγή στο όνομα ενός οίκου. Το δικαστήριο επέτρεψε την προσθήκη της λέξης "Ltd" μετά την εκπνοή της περιόδου της παραγραφής και διέκρινε την Davies v. Elsby Bros Ltd [1960] 3 All E.R. 672 [1961] W.L.R.
  5. Ο Donovan L.J. αναφέρθηκε στο κριτήριο του Devlin L.J., στο οποίο έχω αναφερθεί, και είπε [1961] 3 All E.R. 796, 799, [1962] 1 Q.B. 271, 277: 'Εφαρμόζοντας εκείνο το κριτήριο δεν μπορούσε να υπάρχει αμφιβολία στο μυαλό των εναγομένων όταν έλαβαν το κλητήριο ότι ήταν εκείνοι τους οποίους ο ενάγων είχε πρόθεση να εναγάγει και ότι απλώς είχε γράψει το όνομα λανθασμένα.' Ο Danckwerts L.J. είπε ότι εκείνη η υπόθεση ήταν ξεκάθαρα διακριτέα από την Davies v. Elsby Bros Ltd γιατί: '.... στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχει άλλη οντότητα με την οποία η περιγραφή στο κλητήριο μπορούσε να εκληφθεί ότι αναφερόταν' Και συνέχισε: 'Από την άλλη η επιχειρηματολογία του συνήγορου των εναγομένων είναι ότι πρόκειται για περιγραφή που δεν περιγράφει τίποτε και, επομένως, πρόκειται για αγωγή εναντίον ουδενός και επομένως δεν θα ήταν σωστό και θα ήταν εναντίον των θεσμών να μπούν οι εναγόμενοι στη θέση προσώπου που δεν υφίσταται. Δεν δέχομαι αυτό το επιχείρημα. Μου φαίνεται ότι αυτή είναι υπόθεση στην οποία η περιγραφή μπορούσε μόνο να αναφέρεται στους εναγομένους και δεν μπορούσε να εκληφθεί από ένα λογικό πρόσωπο να αναφέρεται σε οποιοδήποτε άλλο από τους εναγομένους'. Εκείνη η αυθεντία εφαρμόζεται πλήρως στην παρούσα υπόθεση. ......................................................................................................................... Θα απέρριπτα την έφεση». Στην υπόθεση Ναυτοδικείου Williams and Glyn's Bank Ltd ν. The Ship "Maria"
(1983)1 CLR 106 λέχθηκε ότι η διόρθωση λανθασμένου ονόματος ενός διαδίκου (misnomer) διέπεται από τον θεσμό 12 της Διάταξης 28 των Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών, ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 5 της Διάταξης 25 των δικών μας Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, και ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may at any time, and on such terms as to costs or otherwise as the Court or Judge may think just, amend any defect or error in any proceedings, and all necessary amendments shall be made for the purpose of determining the real question or issue raised by or depending on the proceedings». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής δύναται καθ' οιονδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως ως θα θεωρήσει δίκαιο να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία και όλες οι απαραίτητες τροποποιήσεις θα γίνονται για σκοπούς καθορισμού του πραγματικού ζητήματος που εγείρεται ή που εξαρτάται από την διαδικασία». Λέχθηκε, επίσης, ότι ο πιο πάνω θεσμός διέπει την τροποποίηση της γενικής οπισθογράφησης, των δικογράφων και γενικά κάθε μορφή τροποποίησης. Προσδίδει δε στο Δικαστήριο εξουσία για τροποποίηση ευρύτερη εκείνης που δίδεται στο Δικαστήριο από τον κανονισμό 1 της Αγγλικής Διάταξης 28 ο οποίος είναι πανομοιότυπος με τον θεσμό 1 της δικής μας Διάταξης 25 και ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνονται αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Με αναφορά δε στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice 1960, σελίδα 623 υπό τον τίτλο «Parties» υποδείχθηκε ότι σε περίπτωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου οι ορθοί διαδικαστικοί κανονισμοί είναι οι κανονισμοί 1 και 12 της Αγγλικής Διάταξης 28. Υποδείχθηκε, επίσης, ότι ανεξαρτήτως των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η διόρθωση λανθασμένης περιγραφής διαδίκου αποτελεί ζήτημα που εμπίπτει στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Στην Αγγλική υπόθεση Nittan ν. Solent Steel
(1981)L1. L.R. Vol. 1, p. 633 λέχθηκε ότι τα Δικαστήρια δεν θα πρέπει να επιτρέπουν σε κάποιον να επωφελείται από λανθασμένη περιγραφή διαδίκου την στιγμή που όλοι γνωρίζουν την πραγματικότητα. Στην υπό εξέταση περίπτωση η αγωγή ηγέρθη με το λανθασμένο όνομα της Αιτήτριας. Το επώνυμό της εκ παραδρομής αναγράφηκε στο τίτλο της αγωγής ως «Χαραλάμπους», αντί «Χριστοδούλου» που είναι το ορθό. Εφαρμόζοντας το κριτήριο που καθορίσθηκε στην Αγγλική υπόθεση Davies v. Elsby Brothers Ltd [1960] 3 All E.R. 672 ένα λογικό πρόσωπο στην θέση της Καθ' ης η αίτηση παραλαμβάνοντας το κλητήριο ένταλμα δεν θα μπορούσε παρά να εκλάβει ότι το πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι η Ιουλία Χριστοδούλου και, επομένως, να θεωρήσει ότι το όνομα της Ενάγουσας αναγράφηκε λανθασμένα επί του κλητηρίου εντάλματος. Υπό τις περιστάσεις δεν θα μπορούσε να έχει οποιαδήποτε αμφιβολία περί τούτου με δεδομένο ότι και στην Έκθεση Απαίτησης παρατίθενται όλα εκείνα τα στοιχεία, όπως ημερομηνία του επίδικου δυστυχήματος, αριθμοί εγγραφής των εμπλεκομένων οχημάτων και ονόματα των εμπλεκομένων οδηγών, που δικαιολογούν ένα λογικό πρόσωπο στην θέση της Καθ' ης η αίτηση να αντιληφθεί τα γεγονότα της υπόθεσης και σε ποιο δυστύχημα αναφέρεται η Έκθεση Απαίτησης και, έτσι, να θεωρήσει ότι το πρόσωπο που ήγειρε την αγωγή είναι η Ιουλία Χριστοδούλου. Προδήλως, γι' αυτό και η Καθ' ης η αίτηση εμφανίσθηκε στην διαδικασία καταχωρώντας σχετικό σημείωμα εμφάνισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε η αιτούμενη τροποποίηση αποτελεί κλασσική περίπτωση σφάλματος περί το όνομα (misnomer) και δεν αφορά σε αλλαγή ή προσθήκη ή αντικατάσταση διαδίκου. Πρόκειται, επομένως, περί ενός τυπικού λάθους το οποίο δεν άπτεται της ουσίας της διαφοράς που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει. Επομένως, η Αιτήτρια ορθά βάσισε και την υπό κρίση αίτηση στην Διάταξη 25 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες: «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε στην σελίδα 716 πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η πιο πάνω αρχή θα πρέπει, ωστόσο, να αντικρισθεί υπό το φως νεότερης Νομολογίας. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1007: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της πιο πάνω απόφασης διατύπωθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Θα πρέπει ευθύς εξ' αρχής να λεχθεί ότι με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση κανένας εκ των λόγων ένστασης δεν προωθήθηκε. Ό,τι με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου υποστηρίχθηκε είναι τα εξής. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος (α) η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να απαντήσει, (β) θα ανακύψει η ανάγκη όπως ζητηθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης και (γ) είναι άγνωστο κατά πόσο η Αιτήτρια θα παραδώσει τις λεπτομέρειες αυτές. Σε περίπτωση δε άρνησης της Αιτήτριας να παράσχει λεπτομέρειες θα καταστεί αναγκαία η υποβολή εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση σχετικής αίτησης. Περαιτέρω, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα ζητήσει με αίτηση προς το Δικαστήριο όπως η Αιτήτρια αποκαλύψει όλα τα έγγραφα για τα οποία η Αιτήτρια κάνει αναφορά στην αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και έγγραφα τα οποία έχει στη κατοχή της και/ή που προκύπτουν από τις αναφορές που κάνει στην αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης, είναι άγνωστο κατά πόσο η Αιτήτρια θα συγκατατεθεί στο πιο πάνω αίτημα καθώς και σε επακόλουθο αίτημα για επιθεώρηση των αναφερόμενων εγγράφων. Αν υπάρξει άρνηση θα ακολουθήσουν αιτήσεις. Επίσης, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα ζητήσει να εξετάσει την Αιτήτρια από ιατρό της επιλογής της και είναι, επίσης, άγνωστο κατά πόσο θα συγκατατεθεί η Αιτήτρια σε ιατρική εξέταση. Σε περίπτωση άρνησής της θα ακολουθήσει αίτηση. Τέλος, θα είναι άγνωστος ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την μελέτη των εγγράφων αυτών και από τις δυο πλευρές. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι η επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση καταπιάνεται με άγνωστα για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης ζητήματα τα οποία και ουδόλως εγείρονται με αυτήν. Υπό το φως των πιο πάνω όλοι οι λόγοι ένστασης θα πρέπει να θεωρηθούν ως εγκαταλειφθέντες. Αν και η επιτυχία υπό κρίση αίτησης προδιαγράφεται αισθάνομαι, ωστόσο, την ανάγκη να αναφέρω τα ακόλουθα για τους με την Ειδοποίηση Ένστασης προβληθέντες λόγους ένστασης. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης υπό παράγραφους (β) και (γ) θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία και κανένας ισχυρισμός δεν παρουσιάσθηκαν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση που να επεξηγεί ή να δικαιολογεί τις θέσεις που με τους δύο πιο πάνω λόγους ένστασης προβάλλονται. Ό,τι με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση γίνεται είναι απλή παράθεση των πιο πάνω λόγων ένστασης χωρίς να έχει παρουσιασθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τους προωθεί ή να τους υποστηρίζει. Στην απουσία μιας τέτοιας μαρτυρίας καταλήγω στο αναπόδραστο υπό τις περιστάσεις συμπέρασμα ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης παρέμειναν γενικόλογοι και αόριστοι. Πάντως, δυσκολεύομαι να δω πώς η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αφ' ης στιγμής ό,τι με αυτήν επιζητείται είναι η διόρθωση του ονόματος της Ενάγουσας στον τίτλο της αγωγής. Όπως από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προκύπτει η αγωγή εκ παραδρομής ηγέρθη με το λανθασμένο όνομα της Ενάγουσας και ό,τι με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται είναι μια διόρθωση, η αναγκαιότητα της οποίας αναδύεται καλόπιστα μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και ως αδήρρητη ανάγκη για την περαιτέρω προώθηση και ενδεχόμενη επιτυχία της αγωγής. Ούτε και μπορώ να αντιληφθώ πώς η έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημία στην Καθ' ης η αίτηση. Ιδιαίτερα εν' όψει του ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη όχι μόνο πριν την έναρξη της δίκης αλλά σε πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας οπότε και δεν δημιουργείται ζήτημα ως προς το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης θα πρέπει να λεχθεί ότι ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε μαρτυρία στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που να τον υποστηρίζει. Υπό το φως των πιο πάνω ο λόγος αυτός κρίνεται εκ προοιμίου απορριπτέος. Επίσης, με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη σε καθυστερημένο στάδιο και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Αν και ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης, εντούτοις, είμαι διατεθειμένος να τον σχολιάσω. Θα διαφωνήσω με τον προβληθέντα ισχυρισμό ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. Τουναντίον, αυτή υπεβλήθη σε αρχικό και, μάλιστα, πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα 17 μόνο ημέρες μετά την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και 10 μόνο ημέρες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν απαιτείτο κατά την κρίση μου οτιδήποτε πέραν του ισχυρισμού που προβάλλεται στην παράγραφο 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και σύμφωνα με τον οποίο το λάθος διαπιστώθηκε πρόσφατα. Επίσης, εν' όψει του ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της καταχώρησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης είναι τόσο σύντομο κρίνω πως η απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει τον χρόνο κατά τον οποίο η ανάγκη για την τροποποίηση κατέστη ορατή δεν θα επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέλος, με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση διευκρινίζεται ότι ο πρώτος λόγος ένστασης αφορά στον τίτλο της αγωγής όπως αυτός παρουσιάζεται στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα αυτός είναι λανθασμένος. Δεν διευκρινίζεται, όμως, από την ενόρκως δηλούσα πού έγκειται το λάθος. Κατά την κρίση μου ο τίτλος της αγωγής ορθά παρουσιάζεται στον τίτλο της υπό κρίση αίτησης. Είναι ο τίτλος με τον οποίο καταχωρήθηκε το ειδικά οπισθογραφημενο κλητήριο ένταλμα και του οποίου με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η διόρθωση. Η υπό κρίση αίτηση δεν θα μπορούσε να φέρει άλλο τίτλο. Υπό το φως των πιο πάνω και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε το αίτημα για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής εγκρίνεται. Όσον αφορά το αίτημα υπό παράγραφο (Β) της υπό κρίση αίτησης αυτό απορρίπτεται. Σύμφωνα με την Διάταξη 12, θεσμό 4 διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας εκδίδεται όταν η τροποποίηση αφορά σε αλλαγή διαδίκου ένεκα θανάτου, πτώχευσης ή επέλευσης μετά την έναρξη της αιτίας αγωγής ή ζητήματος οποιουδήποτε άλλου γεγονότος που επιφέρει αλλαγή ή μετάθεση συμφέροντος ή ευθύνης ή εμφάνισης μετά την έναρξη αιτίας αγωγής ή ζητήματος της ύπαρξης ενδιαφερόμενου προσώπου και καθίσταται αναγκαίο ή επιθυμητό όπως πρόσωπο που δεν είναι διάδικος καταστεί διάδικος ή πρόσωπο που είναι ήδη διάδικος καταστεί διάδικος υπό διαφορετική ιδιότητα. Σε μια τέτοια περίπτωση εκδίδεται διάταγμα συνέχισης της διαδικασίας μεταξύ των διαδίκων που συνεχίσουν στην διαδικασία και του νέου διάδικου. Όπως εξηγήθηκε ανωτέρω η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω θα οδηγούσε στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Θεωρώ, όμως, ότι ούτε και στο ήμισυ των εξόδων δεν δικαιούται η Καθ' ης η αίτηση. Και αυτό γιατί (α) με την αγόρευση των δικηγόρων της όλοι οι λόγοι ένστασης εγκαταλείφθησαν, (β) οι λόγοι ένστασης υπό παράγραφους (β) και (γ) παρέμειναν αόριστοι και γενικόλογοι και δεν προωθήθηκαν με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, (γ) όσον αφορά τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (δ) καμία απολύτως μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε που να τον υποστηρίζει και (δ) ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο (α) δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης αυτά για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Δίδονται οδηγίες όπως κλητήριο ένταλμα με τον τροποποιημένο τίτλο καταχωρηθεί εντός 7 (επτά) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και αντίγραφό του παραδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από της παράδοσής του. Κατά τα λοιπά να ακολουθήσουν οι Θεσμοί. Αναφορικά με τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης δεν εκδίδεται διαταγή. Αναφορικά τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση τίτλου αγωγής Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.