BADAWI RIFAT BADAWI ALMASRI κ.α. ν. VADIM CHAKHOVTSEV κ.α., Aρ. Αγωγής: 1729/2013, 17/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A254 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Aρ. Αγωγής: 1729/2013 Μεταξύ:
- BADAWI RIFAT BADAWI ALMASRI, εξ Ιορδανίας
- RIFAT BADAWI RIFAT AL- MASRI, εξ Ιορδανίας Εναγόντων και
- VADIM CHAKHOVTSEV, εκ Λεμεσού
- RAC INVESTMENTS S.A., εκ Παναμά
- W.R.E.H. LTD, εκ Λεμεσού
- VIPP LTD, εκ Λεμεσού Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 30.4.2013 για έκδοση προσωρινού διατάγματος ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.9.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες-Αιτητές 1 και 2 - Αιτητές: κ. Χρ. Τιμοθέου. Για τους Εναγόμενους-Καθ' ων η αίτηση 1 μέχρι 4: κ. Ρ. Βραχίμης (κ. Σαουρής για ν' ακούσει απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας 1, με την αγωγή του, η οποία καταχωρήθηκε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 30.4.2013 αξιώνει εναντίον των εναγόμενων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα τ' ακόλουθα: «Α. Γενικές Αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή δόλο και/ή απάτη που διέπραξαν οι Εναγόμενοι 1 και 2 σε βάρος του. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι ο Ενάγοντας 1 είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και/ή το πρόσωπο το δικαιούμενο σε εγγραφή 100 μετοχών της Εναγόμενης
- Γ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η μεταβίβαση των 100 μετοχών της Εναγόμενης 3 που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του, προς τους Εναγόμενους 1 και 2 στις 22/2/2013 και/ή στις 25/2/2013 είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή αντικαταστατική και/ή αντισυμβατική και ότι έγινε με άκυρο έγγραφο κατατεθέν στον Έφορο Εταιρειών. Δ. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2 συνωμότησαν και/ή ενήργησαν δόλια μεταξύ τους με σκοπό την παράνομη μεταβίβαση των 100 μετοχών της Εναγόμενης 3 που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του Ενάγοντα 1, σε αυτούς. Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 να επιστρέψουν και ή μεταβιβάσουν τις 100 μετοχές της Εναγόμενης 3 που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του Ενάγοντα
- Στ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 όπως προβούν σε όλες τις διαδικασίες και/ή ενέργειες και/ή υπογράψουν κάθε αναγκαίο έγγραφο με σκοπό την επιστροφή και/ή μεταβίβαση των 100 μετοχών της Εναγόμενης 3 στον Ενάγοντα 1». Με ξεχωριστό αιτητικό, ο εναγόμενος 2 αξιώνει ακριβώς τις ίδιες θεραπείες, σε σχέση με τις υπόλοιπες 900 μετοχές της εναγόμενης 3 που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι του, οι οποίες, όπως αναφέρεται, στις 22.2.2013 και/ή στις 25.2.2013 μεταβιβάστηκαν στους εναγόμενους 1 και
- Τέλος, από κοινού οι ενάγοντες, διαζευκτικά αξιώνουν και τ' ακόλουθα: «Οι Ενάγοντες 1 και 2 αιτούνται Διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο 'Εφορος Εταιρειών όπως προχωρήσει στην μεταβίβαση και/ή επανεγγραφή των 100 και 900 μετοχών αντίστοιχα επ' ονόματι τους σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 αμελήσουν και/ή αρνηθούν να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου που θα τους διατάσσει να προβούν στην εν λόγω μεταβίβαση και/ή επανεγγραφή των μετοχών επ' ονόματι τους». Την ίδια μέρα, οι ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητούσαν: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1 και 2 και/ή στους αντιπροσώπους τους να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν τις 1000 μετοχές της Εναγόμενης 3 που ήταν εγγεγραμμένες μέχρι την 22/2/2013 επ' ονόματι των Εναγόντων 1 και 2, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεότερας διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και/ή στους αντιπροσώπους τους να πωλήσουν, μεταβιβάσουν, διαθέσουν, επιβαρύνουν, ή με οποιοδήποτε τρόπο αποξενώσουν τις 600 μετοχές της Εναγόμενης 4, που είναι εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Εναγόμενης 3, μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Γ. Οποιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε το Δικαστήριο κρίνει εύλογη υπό τις περιστάσεις. Δ. Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. (Αρ. Μητρώου 10278155Υ)». Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5, 6, και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 37 μέχρι 42 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, στα άρθρα 71 μέχρι 82, 105 μέχρι 113 (α) και 148 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στη Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 προβαίνει σ' αυτή και κατόπιν εξουσιοδότησης του υιού του -ενάγοντα
- Τα συνοψίζω: Η εναγόμενη 3 που είναι εταιρεία συστάθηκε δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου στις 2.7.2008 με μετοχικό κεφάλαιο €1.000,00 διαιρεμένο σε χίλιες μετοχές του ενός ευρώ κάθε μία. Μέτοχοί της μέχρι και τις 28.8.2012 ήταν ο εναγόμενος, 1 ο οποίος κατείχε 990 μετοχές και η εναγόμενη 2, η οποία κατείχε τις υπόλοιπες 10 μετοχές. Διευθυντής της εναγόμενης 3 για την περίοδο 2.7.2008 - 28.2.2012 ήταν ο εναγόμενος 1, ενώ για τις περιόδους 2.7.2008 - 3.7.2008 και 18.4.2011 - 28.8.2012, κάποιος Vladimir Agarkov. Γραμματέας της εναγόμενης 3 από τη σύστασή της μέχρι σήμερα είναι η εναγόμενη εταιρεία
- Επισημαίνεται ότι όλα τα παραπάνω γεγονότα αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών. Απ' εκεί και πέρα οι ενάγοντες ισχυρίζονται τα εξής, μέρος των οποίων είναι παραδεχτά από τους εναγόμενους, οι οποίοι, σε σχέση με τα υπόλοιπα έχουν εντελώς διαφορετική εκδοχή. Ειδικότερα: Κατά ή περί τον Αύγουστο του 2012, ο εναγόμενος 1 εκπροσωπώντας και την εναγόμενη 2 επισκέφθηκε τον ενάγοντα 1 στην Ιορδανία. Κατόπιν συζήτησης που είχαν, ο εναγόμενος 1 του πρότεινε τη μεταβίβαση του συνόλου των μετοχών της εναγόμενης 3 με αντάλλαγμα να γίνει επενδυτής της. Του πρότεινε ακόμη να γίνει και διευθυντής της. Αποδέχτηκε την πρόταση ο ενάγοντας 1 και ζήτησε όπως 100 μετοχές της εναγόμενης 3 μεταβιβαστούν επ' ονόματι του και οι υπόλοιπες 900 επ' ονόματι του ενάγοντα
- Κατά ή περί τις 28.8.2012 οι ενάγοντες υπόγραψαν έγγραφα αποδοχής της παραπάνω πρότασης τα οποία κοινοποίησαν αυθημερόν στην εναγόμενη
- Η τελευταία, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, ημερομηνίας 28.8.2012 αποφάσισε όπως ο εναγόμενος 1 μεταβιβάσει τις 900 από τις 990 μετοχές του που είχε σ' αυτή στον ενάγοντα 2 και τις 90 στον ενάγοντα
- Αποφάσισε ακόμη όπως η εναγόμενη 2 μεταβιβάσει τις δικές της μετοχές (10 μετοχές) στον ενάγοντα
- Τέλος αποφασίστηκε όπως παυθούν οι μέχρι τότε διευθυντές της και όπως στη θέση τους διοριστούν οι δύο ενάγοντες. Την ίδια μέρα οι εναγόμενοι 1 και 2 υπόγραψαν και τα σχετικά έγγραφα μεταβίβασης μετοχών οπότε οι ενάγοντες κατέστησαν ιδιοκτήτες όλων των μετοχών της εναγόμενης 3 και διορίστηκαν διευθυντές της. Κατά ή περί τις 7.9.2012 συστάθηκε η εναγόμενη εταιρεία 4 με μετοχικό κεφάλαιο €1.000,00 διαιρεμένο σε 1000 μετοχές του ενός ευρώ. Μέτοχοι της εταιρείας μέχρι σήμερα είναι η εναγόμενη 3, η οποία κατέχει 600 μετοχές και κάποιος Γιώργος Παπαχριστοφόρου, ο οποίος κατέχει τις υπόλοιπες 400 μετοχές. Διευθυντές της εν λόγω εταιρείας από τη σύστασή της μέχρι σήμερα είναι ο ενάγοντας 1 και ο Παπαχριστοφόρου. Στις 27.11.2012, η εναγόμενη 4 υπόβαλε αίτηση στη Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας Κύπρου (στο εξής «Ρ.Α.Ε.Κ.») για κατασκευή και λειτουργία σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, έργα για τα οποία απαιτούνται επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ τα οποία θα χρηματοδοτούσε ο ενάγοντας
- Κατά ή περί τις 4.2.2013, η εναγόμενη 3 απέστειλε επιστολή στον ενάγοντα 1, με την οποία του ανάφερε ότι έλειπαν από το φάκελό της τα πρωτότυπα και δεόντως υπογραμμένα έγγραφα μεταβίβασης μετοχών που του είχαν μεταβιβάσει οι εναγόμενοι 1 και 2 και του ζητούσε να της τα προμηθεύσει εντός 14 ημερών, ενώ το είχε ήδη κάνει. Κατά ή περί τις 15.4.2013, ο ενάγοντας επισκέφθηκε τους δικηγόρους του και τους έδωσε οδηγίες να προχωρήσουν σε έρευνα για να δει τι έγινε με την αίτηση που υπόβαλε η εναγόμενη 4 στη Ρ.Α.Ε.Κ. καθώς και για να βεβαιωθούν ότι αυτός και ο ενάγοντας 2, εξακολουθούσαν να είναι μέτοχοι της εναγόμενης
- Προέκυψε από τη σχετική έρευνα, ότι από τις 22.2.2013, οι 990 από τις 1000 μετοχές της εναγόμενης 3 μεταβιβάστηκαν στον εναγόμενο 1 και οι υπόλοιπες 10 στην εναγόμενη εταιρεία 2, η οποία, τρεις μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 25.2.2013 τις μεταβίβασε στον εναγόμενο 1, ο οποίος κατέστη έτσι απόλυτος και μοναδικός της μέτοχος της εναγόμενης
- Ο τελευταίος, στις 22.2.2013 διορίστηκε και ως ο μοναδικός διευθυντής της εναγόμενης
- Οι αιτήσεις αλλαγής μετόχων και αξιωματούχων της εναγόμενης 3 υπογράφτηκαν από την εναγόμενη 2, ενώ τα σχετικά έντυπα κατατέθηκαν στο γραφείο του Εφόρου Εταιρειών. Για το πώς επήλθαν οι παραπάνω αλλαγές στο ιδιοκτησιακό καθεστώς καθώς και στο καθεστώς διοίκησης της εναγόμενης 3, τους λόγους που αυτό έγινε, τους ενεχόμενους και τέλος, τις επιπτώσεις που ενέχουν οι πράξεις τους στα συμφέροντα των εναγόντων παραπέμπω στις παραγράφους 24 μέχρι 28 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1, το περιεχόμενο των οποίων παρατίθεται αυτούσιο. «
- Η μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 3, που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι μου και επ' ονόματι του Ενάγοντα 2, καθώς και η αλλαγή στους αξιωματούχους της έγιναν εν αγνοία μας και χωρίς την συγκατάθεση μας. Τόσο εγώ, όσο και ο Ενάγοντας 2 δεν έχουμε υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο μεταβίβασης των μετοχών της Εναγόμενης 3, που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι μας, ούτε και έχουμε εξουσιοδοτήσει οποιοδήποτε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, να υπογράφει εκ μέρους μας οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο. Επίσης ουδέποτε υπογράψαμε οποιοδήποτε έγγραφο για παραίτηση μας από αξιωματούχοι της Εναγόμενης
- Είναι η θέση μας ότι τόσον η μεταβίβαση των μετοχών που κατείχαμε στην Εναγόμενη 3, όσο και η αλλαγή των αξιωματούχων της, έγινε δόλια και/ή παράνομα και/ή ότι είναι άκυρη και/ή αντικαταστατική και/ή αντισυμβατική και ότι επιτεύχθηκε με άκυρο έγγραφο κατατεθέν στον Έφορο Εταιρειών.
- Είναι περαιτέρω η θέση μας ότι ο Εναγόμενος 1 συνωμότησε εις βάρος μας με άγνωστα πρόσωπα με σκοπό να καταστεί ο Εναγόμενος 1 ως ο μοναδικός και απόλυτος μέτοχος και διευθυντής της Εναγόμενης
- Σκοπός των πιο πάνω είναι να επωφεληθούν εκατομμύρια ευρώ από την πώληση μέρους των μετοχών της Εναγομένης 3 σε ξένους επενδυτές και από την επικείμενη έγκριση της άδειας για κατασκευή, λειτουργία και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας.
- Είναι η θέση μας ότι σε περίπτωση που δεν εμποδιστούν από το Δικαστήριο, οι Εναγόμενοι 1 και 2, εξαιτίας και της προηγούμενης δόλιας συμπεριφοράς τους, θα προχωρήσουν στην αποξένωση των 1.000 μετοχών της Εναγόμενης 3, και τότε θα καταστεί πολύ δύσκολη, αν όχι αδύνατη η ικανοποίηση της αξίωσης μας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 για μεταβίβαση και επανεγγραφή των επίδικων μετοχών επ' ονόματι μας.
- Είναι περαιτέρω η θέση μας ότι σε περίπτωση που δεν εμποδιστούν από το Δικαστήριο οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 θα προχωρήσουν στην αποξένωση των 600 μετοχών που κατέχουν στην Εναγόμενη 4, και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να απωλέσουμε το επακόλουθο κέρδος από την εκμετάλλευση των αδειών για κατασκευή, λειτουργία και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, κέρδος το οποίο θα ανέρχεται σε εκατομμύρια ευρώ». Επιλήφθηκα της υπό κρίση αίτησης αυθημερόν και εξέδωσα το αιτούμενο διάταγμα, ορίζοντάς το επιστρεπτέο στις 13.5.20013 οπότε και επιδόθηκε στους εναγόμενους, οι οποίοι, στις 3.6.2013 καταχώρησαν ένσταση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
- Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που προνοούνται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14 του 1960 για έκδοση ενδιάμεσου προσωρινού διατάγματος και/ή δεν συντρέχουν οι νομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που απαιτούνται από τον νόμο και τη νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 1.
- Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στην πιο πάνω αγωγή. 1.
- Η μη έκδοση του προσωρινού ενδιάμεσου διατάγματος δεν θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο για τους Αιτούντες αλλά και τους Καθ' ων η Αίτηση. 1.
- Οι Αιτούντες δεν έχουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην κυρίως υπόθεση τους.
- Οι Αιτούντες παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και/ή απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή περιέλαβαν στην ένορκο δήλωση τους ψευδείς και/ή ελλιπείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς πάνω σε ουσιώδη για την υπόθεση θέματα.
- Η αίτηση των Αιτούντων είναι καταχρηστική και/ή κακόβουλη και/ή κακόπιστη και/ή αποσκοπεί σε αλλότρια κίνητρα και/ή εδράζεται σε αλλότρια κίνητρα.
- Η αίτηση των Αιτούντων είναι νόμω και ουσία αστήριχτη και/ή οι λόγοι που προβάλλουν οι Αιτούντες με την ένορκο δήλωση τους είναι νόμω και ουσία αβάσιμοι και/ή δεν συντρέχουν τα γεγονότα και/ή περιστατικά και/ή οι περιστάσεις της υπόθεσης που θα δικαιολογούσαν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Η αίτηση των Αιτούντων εδράζεται σε παράνομες ενέργειες τους και/ή σε ψευδείς παραστάσεις και/ή σε απάτη εις βάρος των Καθ' ων η αίτηση.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της μη έκδοσης του διατάγματος.
- Η παρούσα αίτηση γίνεται με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οι Αιτούντες κωλύονται να την προωθήσουν.
- Εν πάση περιπτώσει δεν είναι δίκαιο και εύλογο υπό το πρίσμα όλων των δεδομένων της περίπτωσης να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα». Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.48 Θ.Θ. 1 μέχρι 9, στα άρθρα 4 μέχρι 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 71 μέχρι 82, 105 μέχρι 113 και 148 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στην πρακτική, νομολογία, αρχές επιείκειας και τέλος στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ο οποίος, όπως αναφέρει στην παράγραφο 1 προβαίνει σ' αυτή προσωπικά και εκ μέρους των εναγόμενων 2, 3 και 4, οι οποίοι τον εξουσιοδότησαν δεόντως και πλήρως να προβεί σ' αυτή και εκ μέρους τους, λόγω του γεγονότος ότι είναι διευθυντής τους. Δεδομένης της φύσης της υπό κρίση αίτησης, απ' όσα αναφέρει ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση συνοψίζω εκείνα που θεωρώ ουσιώδη. Ειδικότερα: Παραδέχεται ο εναγόμενος ότι τον Αύγουστο του 2012, εκπροσωπώντας και την εναγόμενη 2 επισκέφθηκε τον ενάγοντα 1 στην Ιορδανία. Σκοπός της επίσκεψής του ήταν να του προτείνει να γίνει επενδυτής σ' ένα εργοστάσιο παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο που υπόκειτο σε επενδύσεις και συμφωνίες μετόχων και αμφίπλευρη αντιπαροχή. Ανάμεσα σ' αυτά που έπρεπε να εξεταστούν από τους δύο ήταν η πρόταση ότι και οι δύο ενάγοντες θα γίνονταν 100% μέτοχοι και διευθυντές της εναγόμενης 3, ως επίσης και ότι θα επένδυαν έως και €45.000.000,00 σ' ένα όχημα ειδικού σκοπού - εταιρεία (που θα δημιουργείτο ειδικά για το σκοπό αυτό σε κατοπινό στάδιο) της οποίας ο εναγόμενος 1- πιθανολογώ, ο ενάγοντας ήθελε να πει - θα ήταν ένας από τους διευθυντές. Πρόκειται για την εναγόμενη 4 η υπό αναφορά εταιρεία, στην οποία, η εναγόμενη 3, δηλαδή οι δύο ενάγοντες ως ίσοι ιδιοκτήτες της θα κατείχαν το 60 % των μετοχών της και ο εναγόμενος 1, μέσω ονομαστικού μετόχου, του λογιστή του, το υπόλοιπο 40%. Στην Ιορδανία ήρθαν σε συμφωνία κυρίων να ολοκληρωθούν οι βασικοί όροι σε σχετικές συμφωνίες από τους δικηγόρους τους και ό, τι συζητήσανε θα υπόκειτο σε υπογεγραμμένη συμφωνία. Δέχεται ότι οι ενάγοντες, κατά η περί τις 28.8.2012 υπόγραψαν τα έγγραφα αποδοχής της πρότασης που ο ίδιος είχε κάνει στον ενάγοντα 1, όταν τον επισκέφθηκε στην Ιορδανία τον, διευκρινίζοντας ωστόσο, ότι τα ετοίμασε ό ίδιος όταν επέστρεψε στην Κύπρο και τα έστειλε στους δύο ενάγοντες να τα εξετάσουν και τούτο για να επιδείξει την καλή θέληση και αφοσίωσή του στην καταρχήν συμφωνία τους. Αρνείται ότι η εναγόμενη 3, με απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, ημερομηνίας 28.8.2012 αποφάσισε όπως γίνει μεταβίβαση των μετοχών της στους δύο ενάγοντες, καθώς και να παυθούν οι διευθυντές της, τους οποίους θα αντικαθιστούσαν οι ενάγοντες. Για λόγους που αναφέρει ισχυρίζεται ότι το σχετικό έγγραφο που επικαλείται ο ενάγοντας 1 (τεκμήριο ΣΤ στην ένορκη του δήλωση) δεν είναι έγκυρο έγγραφο της εναγόμενης 3 και ούτε απόφασή της. Ετοιμάστηκε από τον ίδιο, ως ένα τυπικό παράδειγμα διάλυσης Διοικητικού Συμβουλίου το οποίο απέστειλε στους ενάγοντες για να το εξετάσουν όπως έκανε και με τα έγγραφα αποδοχής. Εάν το συγκεκριμένο έγγραφο ήταν έγκυρο, θα είχε υπογραφεί από τους παραιτηθέντες διευθυντές, ως η τελευταία πράξη τους και όχι από τους καινούργιους, οι οποίοι, θα γίνονταν διευθυντές, μόνο με την αποδοχή των ονομάτων τους, αφού συμπλήρωναν το σχετικό έντυπο του Εφόρου Εταιρειών. Μήτε και οι πράξεις μεταβίβασης μετοχών προς τους ενάγοντες είναι έγκυρες. Είναι υπογραμμένες μόνο από τους ενάγοντες, ως αποδεχόμενους τη μεταβίβαση και όχι από το μεταβιβάζοντα. Και αυτά τα έγγραφα ετοιμάστηκαν από τον ίδιο ως δέσμη μαζί με τα προηγούμενα, ως τυπικό παράδειγμα πράξης μεταβίβασης, τα οποία απέστειλε στους ενάγοντες για εξέταση. Είναι αλήθεια ότι στις 30.8.2012 οι μετοχές της εναγόμενης 3 μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι των δύο εναγόντων, ως επίσης και ότι οι τελευταίοι έγιναν και διευθυντές της εν λόγω εταιρείας. Ισχυρίζεται ωστόσο, ότι στην πραγματικότητα ποτέ δε συνέβηκε είτε το ένα είτε το άλλο, επειδή καμία συμφωνία προς τούτο οριστικοποιήθηκε. Παρόλα αυτά, οι ενάγοντες υπόγραψαν όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα (έγγραφα αποδοχής, απόφασης διάλυσης του διοικητικού συμβουλίου και έγραφα μεταβίβασης μετοχών, ανωτέρω,) τα οποία έστειλαν στην εναγόμενη , η οποία, από πλάνη περί τα πράγματα, έκανε ένα γραμματειακό λάθος στο χειρισμό τους και υπόβαλε τα σχετικά έντυπα στον Έφορο Εταιρειών. Συγκεκριμένα, όπως ισχυρίζεται ο εναγόμενος «..ο γραμματέας της εταιρείας υπέγραψε τα σχετικά έντυπα σε προετοιμασία και ενόψει της επένδυσης και της συμφωνίας των μετόχων, έδωσε τα έντυπα στον διευθυντή του γραφείου μου κύριο Edward Romashkin μαζί με άλλα έντυπα και έγγραφα που σχετίζονταν με άλλες εταιρείες που διευθύνονταν από το γραφείο μου και του είπε να περιμένει πριν τα καταχωρήσει, γιατί αυτά τα συγκεκριμένα υπόκειντο σε συμφωνίες που έπρεπε να υπογραφούν. Ο κ. Edward Romashki, κατά λάθος, δεν κράτησε τα συγκεκριμένα έντυπα αλλά τα έδωσε όλα στους ελεγκτές μας για να καταχωρηθούν στον Έφορο Εταιρειών, το οποίο και έγινε από τους ελεγκτές μας ηλεκτρονικά. Έτσι, στις 28.8.2012 οι Ενάγοντες είχαν κατά λάθος, διοριστεί, ως μέτοχοι και διευθυντές της Εναγόμενης 3 σύμφωνα με τα τεκμήρια Η, Θ, Ι και ΙΑ.» Δέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων για ό,τι αφορά στη σύσταση της εναγόμενης 4, την έδρα της, τους μετόχους και αξιωματούχους της καθώς και το εγγεγραμμένο της γραφείο, διευκρινίζοντας ωστόσο τα εξής: H εν λόγω εταιρεία θα δημιουργείτο ως ένα όχημα ειδικού σκοπού, για να διευθύνει το εγχείρημα του εργοστασίου ηλεκτρικής ενέργειας. Για τρεις λόγους, οι οποίοι αναφέρονται, η εταιρεία θα σχηματιζόταν με επενδυτή, είτε τους ενάγοντες είτε οποιοδήποτε άλλο. Συμφωνεί ότι η εναγόμενη 4, στις 27.11.2012 υπέβαλε στη Ρ.Α.Ε.Κ. αίτηση για κατασκευή και λειτουργία σταθμού παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, ωστόσο ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δε συμμετείχαν στα έξοδα που οδήγησαν στην υποβολή της αίτησης, αφού δεν υπόγραψαν καμιά συμφωνία επενδυτών και δεν επένδυσαν ούτε ένα σεντ στο σχέδιο. Η επιστολή της εναγόμενης 3, ημερομηνίας 4.2.2013 σε σχέση με τα πρωτότυπα και δεόντως υπογραμμένα έγραφα μεταβίβασης των μετοχών που οι εναγόμενοι 1 και 2 μεταβίβασαν στους ενάγοντες, με αίτημα προς τους τελευταίους να τα προμηθεύσουν στην εναγόμενη 3 εντός 14 ημερών, απεστάλη ξεχωριστά και στους δύο ενάγοντες. Δεν είναι αληθές ότι ο ενάγοντας 1 είχε αποστείλει ποτέ δεόντως υπογραμμένες πράξεις μεταβίβασης. Αυτές, δεν είχαν υπογραφεί από τους μεταβιβαστές, παρά μόνο από τους ενάγοντες και ο ενάγοντας 1 τις έστειλε με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, αλλά ποτέ δεν έστειλε και ούτε παρουσίασε δεόντως υπογεγραμμένα πρωτότυπα - δηλαδή και από το μεταβιβάζοντα - στην εναγόμενη
- Στους ενάγοντες, εκτός από την επιστολή ημερομηνίας 4.2.2013 στάλθηκε και σχετική υπενθύμιση μετά την πάροδο των 14 ημερών (ανωτέρω) και μια προειδοποίηση ότι εάν δεν παρουσίαζαν στην εναγόμενη 3 δεόντως υπογεγραμμένες πράξεις μεταβίβασης, οποιαδήποτε τέτοια μεταβίβαση έγινε στο όνομά τους, θα ακυρωνόταν ως προϊόν γραμματειακού λάθους. Συμφωνεί με τους ενάγοντες ότι μεταξύ των ημερομηνιών 22.
- και 25.2.2013, οι 1000 μετοχές τους στην εναγόμενη 3 κατέληξαν στον ίδιο, ο οποίος κατέστη έτσι μοναδικός μέτοχος της εταιρείας. Συμφωνεί ακόμη, ότι στις 22.2.2013 διορίστηκε και ως ο μοναδικός διευθυντής της εναγόμενης
- Περαιτέρω συμφωνεί ότι οι παραπάνω ενέργειες έγιναν χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων, με την προσθήκη ότι τέτοια συγκατάθεση ή έγκριση δε χρειαζόταν, αφού οι ενάγοντες δεν επένδυσαν τίποτα στην εταιρεία, οι εναγόμενοι δε συμφώνησαν σε τίποτε μαζί τους και οι διορισμοί τους ως διευθυντών της εταιρείας και η μεταβίβαση μετόχων της στο όνομά τους είχαν γίνει κατά λάθος. Παρόλα αυτά γνώριζαν για τις εν λόγω ακυρώσεις. Καμία απάτη ή παρανομία έλαβε χώρα συναφώς με τις παραπάνω ενέργειες. Ούτε και η ακύρωση ενός γραμματειακού λάθους είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή ενάντια στις πρόνοιες του καταστατικού της εναγόμενης εταιρείας
- Οι ενάγοντες δεν έχουν κάποια απόδειξη ότι έδωσαν καλή και επάξια αντιπαροχή για τη μεταβίβαση των μετοχών της εναγόμενης εταιρείας σ' αυτούς ή ότι επένδυσαν σε ένα σχέδιο αξίας εκατομμυρίων και φαντάζονται συνωμοσίες. Καταχώρησαν την παρούσα αγωγή για να αποσπάσουν χρήματα από τους εναγόμενους ή για άλλους, δόλιους σκοπούς, ενώ δεν επένδυσαν ούτε ένα σεντ στην εταιρεία και ούτε πλήρωσαν ένα σεντ για τις μετοχές της. Με την εξασφάλιση των επίδικων διαταγμάτων, σκοπός τους είναι να παρεμποδίσουν ή παρακωλύσουν τις προσπάθειες των εναγόμενων για εξασφάλιση άδειας παραγωγής ενέργειας και υλοποίηση της εν λόγω άδειας, με σκοπό να εκβιάζουν για χρηματικό συμβιβασμό της υπόθεσης, η οποία δεν αναμένεται να εκδικαστεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και να παρακωλύει τις λειτουργίες των εναγόμενων 3 και 4, πράγμα που αποστερεί τα εισοδήματα και μελλοντικά κέρδη τους. Καταλήγοντας ο εναγόμενος, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται και τα εξής: Αν δεν ακυρωθούν τα προσωρινά διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, επειδή, αν αποκλειστεί η δυνατότητα πώλησης μετοχών των εναγόμενων 3 και 4, έστω κι αν οι ενάγοντες χάσουν την αγωγή τους, τα αποτελέσματα της διεκδίκησης νόμιμων αποζημιώσεων δε θα επαρκούν, τόσο επειδή οι ενάγοντες είναι κάτοικοι Ιορδανίας, όπου η εκτέλεση δικαστικής απόφασης θα είναι δύσκολη ή αδύνατη, όσο και επειδή η καθυστέρηση στην επένδυση χρημάτων από άλλο επενδυτή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εναγόμενων, θα καταστήσει την υλοποίηση τους άνευ αντικειμένου, λόγω και του γεγονότος ότι η συγκεκριμένη χρονική περίοδος για άνοιγμα στην αγορά ηλεκτρισμού είναι πολύ ουσιαστική για υλοποίηση τέτοιου ανοίγματος, ενώ τυχόν καθυστέρηση, θα συνεπάγεται πως τέτοια δραστηριότητα, θα δώσει στους ανταγωνιστές τους την ευκαιρία να αποταθούν στην αγορά ηλεκτρισμού πριν από τους ίδιους, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατο οι εναγόμενοι να δραστηριοποιηθούν πλέον στην Κυπριακή αγορά. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχόμενου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων που ακολούθησαν. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Ισχυρίζονται οι εναγόμενοι με τον 7ο λόγο ένστασης ότι η αίτηση έγινε με αδικαιολόγητη καθυστέρηση και οι ενάγοντες κωλύονται να την προωθήσουν. Λαμβάνοντας υπόψη και όσα αναφέρονται από το δικηγόρο τους στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, συναφώς με το συγκεκριμένο λόγο είναι φανερό ότι εγείρουν θέμα επείγοντος για εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος, χωρίς ειδοποίηση. Έχοντας υπόψη ότι το στοιχείο αυτό αποτελεί δικαιοδοτικό όρο για παροχή θεραπείας στην απουσία της άλλης πλευράς, θα εξετάσω το συγκεκριμένο λόγο, προτού εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/
- (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου 1998
(1)(Β) Α.Α.Δ. 598). Η έκδοση προσωρινού διατάγματος μονομερώς αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται θεραπεία χωρίς να δοθεί η ευκαιρία στην άλλη πλευρά να ακουστεί (βλ. Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ και άλλης
(1992)1(Β) Α.Α.Δ. 1453). Επομένως, η μη έγκαιρη προώθηση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, εκτός κι αν επεξηγηθεί είναι μοιραία. Μόνο όταν συντρέχουν λόγοι οι οποίοι, εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο μπορεί να δικαιολογηθεί παρέκβαση από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά (βλ. Xατζηβασιλείου ν. White Κnight Holdings Ltd
(2004)1 (A) A.A.Δ.203). «Κατεπείγον» σύμφωνα με τη Χατζηβασιλείου (ανωτέρω): «. θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικο του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Βέβαια, η πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής και το κατά πόσο ο εναγόμενος επηρεάστηκε με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση του σχετικού λόγου, ενώ η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και η ορατή πιθανότητα επιτυχίας καθιστούν την προστασία του αιτητή επείγον ζήτημα. Στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 211/10, ημερομηνίας 14.7.2011 συγκεφαλαιώνονται οι σχετικές με το θέμα του επείγοντος στην έκδοση προσωρινού διατάγματος αρχές. Ακολουθεί το σχετικό απόσπασμα: «Είναι νομολογημένο ότι ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (δέστε Stavros Hotel Apartments Ltd (No. 2)
(1994)1 A.A.Δ. 836, 841 και Babel Boutique Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 947, 954). Όπως τονίστηκε περαιτέρω στη Χ»Βασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 203, στη σελ. 207: «... Μόνο όπου συντρέχουν λόγοι που εξ αντικειμένου καθιστούν αδύνατη τη γνωστοποίηση του αιτήματος στον αντίδικο, μπορεί να δικαιολογηθεί η παρέκβαση από τα θέσμια της δικαίας δίκης και να χορηγηθεί θεραπεία χωρίς να ακουστεί η άλλη πλευρά.». Επιβεβαίωση της αρχής αυτής έγινε και στην Αίτηση της εταιρείας Quantum Telecommunications Ltd για Certiorari
(2005)1 Α.Α.Δ. 901. Παρόλο που οι αποφάσεις αυτές εξέτασαν τον κανόνα του επείγοντος στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου κατά τη διαδικασία χορήγησης προνομιακών ενταλμάτων, εντούτοις είναι πρόδηλο ότι το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώρηση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου. (δέστε Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν. Joseph Lasala κ.ά.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186)». Ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ακολουθεί το σκεπτικό. Καταρχήν, δεδομένης της φύσης των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, σύμφωνα με την αγωγή των πρώτων, ουσιώδης χρόνος για σκοπούς υπολογισμού του χρόνου που μεσολάβησε μέχρι και την καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης είναι ο χρόνος κατά τον οποίο οι ενάγοντες έπαψαν να είναι μέτοχοι και διευθυντές της εναγόμενης 3 και όχι η ημερομηνία κατά την οποία υποτίθεται ότι τους δόθηκε προειδοποίηση ότι αν δεν παρουσίαζαν στην εναγόμενη 3, υπογεγραμμένες πράξεις μεταβίβασης μετοχών, οποιαδήποτε μεταβίβαση έγινε στο όνομά τους, θα ακυρωνόταν ως προϊόν γραμματειακού λάθους. Οι παραπάνω αλλαγές αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι έγιναν στις 22.2.2013, ενώ στη σχετική επιστολή της εναγόμενης 3, ημερομηνίας 18.2.2013 - μέρος του τεκμηρίου 3 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 - δεν υπάρχει η παραπάνω προειδοποίηση, όπως αναληθώς ισχυρίζεται ο εναγόμενος 1 στην παράγραφο 18 της ένορκής του δήλωσης. Εν πάση περιπτώσει, εξ αντικειμένου, δε θεωρώ ότι το διάστημα που μεσολάβησε από τις 22.2.2013 που οι ενάγοντες έπαψαν να είναι μέτοχοι της εναγόμενης 3 - είτε ακόμη από τις 20.2.2013 που οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τους δόθηκε από την εναγόμενη 3 η παραπάνω προειδοποίηση - μέχρι και τις 30.4.2013 που καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση είναι τόσο μεγάλο σε βαθμό που να μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση εκ μέρους των εναγόντων να απευθυνθούν στο Δικαστήριο μονομερώς και να ζητήσουν την έκδοση του επίδικου διατάγματος, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι οι ενάγοντες πληροφορήθηκαν την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς καθώς και στο καθεστώς διοίκησης της εναγόμενης 3 περί τα μέσα Απριλίου, 2013. Και κάτι ακόμη. Δεδομένου ότι οι εναγόμενοι δεν έθεσαν οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιόν μου που να καταδεικνύει ότι οι ενάγοντες μπορούσαν να απευθυνθούν στο Δικαστήριο με την παρούσα αίτηση, ενωρίτερα, εξ αντικειμένου και πάλι, δε μου παρέχεται δυνατότητα ακύρωσης του επίδικου διατάγματος, λόγω απουσίας του στοιχείου του κατεπείγοντος, επειδή, σε τέτοια περίπτωση, είναι σαν να λειτουργούσα ως εφετείο, με εκκαλούμενη δική μου απόφαση. Απ' εκεί και περά, οι ενάγοντες, δεν είχαν υποχρέωση να αποδείξουν ότι οι επίδικες μετοχές των εναγόμενων 3 και 4 είτε τύγχαναν διαπραγμάτευσης για να πωληθούν είτε ακόμη ότι επέκειτο η πώλησή τους σε άλλο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό, υπό την έννοια της δυνατότητας που παρεχόταν στις εναγόμενες 3 και 4 να προβούν οποτεδήποτε σε αποξένωση των μετοχών τους και τέτοια δυνατότητα, όχι μόνο υπήρχε, αλλά, ο εναγόμενοι που ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν τα παραπάνω, διέλαθε της προσοχής τους ότι με όσα αναφέρονται από τον εναγόμενο 1 στην παράγραφο 28 της ένορκής του δήλωσης, αποδεικνύουν αυτό που ισχυρίζονται ότι δεν απέδειξαν οι ενάγοντες. Διερωτώμαι πώς μπορεί να ερμηνευθεί διαφορετικά ο ισχυρισμός του εναγόμενου στη συγκεκριμένη παράγραφο, ότι εάν δεν ακυρωθεί το επίδικο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, επειδή αν απολεσθεί η δυνατότητα πώλησης των μετοχών των εναγόμενων 3 και 4 στο παρόν στάδιο, έστω κι αν οι ενάγοντες χάσουν την αγωγή τους στο μέλλον, τα αποτελέσματα της διεκδίκησης νόμιμων αποζημιώσεων δε θα επαρκούν και επειδή η καθυστέρηση στην επένδυση χρημάτων από άλλο επενδυτή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εναγόμενων θα καταστήσει την υλοποίησή τους άνευ αντικειμένου. Προστίθενται και τα εξής: Με απλή ανάγνωση του περιεχομένου των παραγράφων 26 μέχρι 28 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα 1, έστω έμμεσα καταφαίνονται οι λόγοι για τους οποίους η αίτηση έγινε μονομερώς και όχι δια κλήσεως. Συνεπώς, η περί αντιθέτου θέση του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων δε με βρίσκει σύμφωνο. Τέλος, οι εναγόμενοι, δεν απέδειξαν ότι επηρεάστηκαν αρνητικά καθοιονδήποτε τρόπο, εξαιτίας της κατ' ισχυρισμό τους αδικαιολόγητης καθυστέρησης που σημειώθηκε στην καταχώρηση της αίτησης. Με τον τέταρτο λόγο ένστασης καταλογίζεται στους ενάγοντες ότι παρέλειψαν να προβούν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων στην παρούσα υπόθεση και/ή απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα και/ή περιέλαβαν στην ένορκη τους δήλωση ψευδείς και/ή ελλιπείς και/ή παραπλανητικούς ισχυρισμούς σε ουσιώδη για την υπόθεση θέματα. Στην υπόθεση Στυλιανού ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 583 επισημαίνονται τα εξής, συναφώς με το θέμα: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο, ή μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση». Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ιερά Μητρόπολη Πάφου και Aristo Developers Ltd, (ανωτέρω): «Αποτελεί πλέον αξίωμα ότι αν ένας αιτητής δεν προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα είναι ακυρώσιμο χωρίς να εξεταστεί από το Δικαστήριο η ουσία της υπόθεσης. Αυτό διότι ένα προσωρινό διάταγμα έχει τις καταβολές του στο δίκαιο της επιείκειας και η μονομερής αίτηση που εισάγεται θεωρείται υψίστης πίστεως. («uberrima fides»). (δέστε τις υποθέσεις Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 WLR 1350, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-267 και Ahmad Zein v. Παράσχος Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606). Η συνολική εικόνα που μεταδίδεται μέσα από την μονομερή αίτηση πρέπει να είναι ορθή στη βάση της χωρίς παραπλάνηση (Χαραλάμπους ν. Petros Michael Exclusif Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1953). Έχει επίσης σημασία το πόσο ουσιώδες είναι το τυχόν μη αποκαλυφθέν στοιχείο και κατά πόσο αυτό θα επηρέαζε ή όχι το Δικαστήριο στην έκδοση του διατάγματος». Τέλος, σύμφωνα με τη Σάββα v. Τηλεμάχου
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2081: «Η έκταση της υποχρέωσης για αποκάλυψη γεγονότων σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκε στην Demstar Ltd v. Zim Israel Navig. Co Ltd κ.ά.
(1996)1 (Α) ΑΑΔ 597: "Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση τη χορήγηση θεραπείας, πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου. (Βλέπε Jadranska Slobodna Plovidba v. Photos Photiades & Co
(1965)1 C.L.R. 58. Abdu Ali Altobeiqui v. M/V Nada G. and another
(1985)1 C.L.R. 543. Sekavin S.A. v. Ship "Platon ch"
(1987)1 C.L.R.
- Amathus Navigation Co Ltd v. Concort Express Liners and others, Αγωγή Ναυτοδικείου 27/93, ημερομηνίας 22 Δεκεμβρίου
- Στη Zachariades v. Liveras and others
(1989)1 C.L.R. 437, κρίθηκε υπό το φως της Αγγλικής νομολογίας ότι η μη αποκάλυψη όρου της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την παραπομπή διαφορών σε Δικαστήριο της αλλοδαπής συνιστά εκτροπή από την αρχή της πλήρους αποκάλυψης των ουσιωδών γεγονότων και δικαιολογεί την ακύρωση του διατάγματος. Αντίθετα με την απόφαση στη Zachariades (ανωτέρω) και τις αρχές των Αγγλικών αποφάσεων που υιοθετεί, η απόφαση του δικαστηρίου στην Ellinger v. Guinness, Mahom & Co.,
(1939)4 All E.R. 16, τείνει να υποστηρίξει ότι η μη αποκάλυψη πρέπει να συνοδεύεται και από πρόθεση εξαπάτησης (deceit) και να δικαιολογείται η ακύρωση, προσέγγιση που απηχείται και σε δύο πρωτόδικες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Cyprus Potato Marketing Board v. Primiaks (Pacific Violet) και άλλου, υπόθεση αρ. 93/89, ημερομηνίας 28 Μαρτίου 1990 και Sons of Afif Yamout v. Schiffahrts - Gex. Elbe M.B.H. & Co, και άλλων, Αγ. Ναυτοδικείου αρ. 11/89 και 12/89, ημερομηνίας 25 Ιουνίου 1990, η κατάληξη της οποίας δεν εγκρίθηκε κατά την αναθεώρησή της. (Βλέπε Sons of Afif Yamout (αναφέρεται πιο κάτω)). Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για ακύρωση του διατάγματος. (Βλέπε The Andria
(1984)1 All E.R. 1126 (CA), The Hagen
(1908)P. 189. Boyce v. Gill
(1981)64 L.T. 824. Brink's Mat Ltd Elombe
(1988)1 W.L.R. 1350 (C.A.). Stavros Hotel Appartments Limited και άλλοι ν. Χριστοφόρου και άλλων, Πολιτική Έφεση αρ. 8181, ημερομηνίας 23 Μαρτίου 1995). Η θέση αυτή κρίνεται σωστή. Ότι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Στην υπόθεση RESOLA (CYPRUS) LTD v. Χρήστου, Πολιτική Έφεση 9610, ημερ. 31.3.1998 ειπώθηκαν τα εξής: "Όπως διαπιστώσαμε στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED και άλλου - (Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90 - 30.5.96)), πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι, όπως αναφέραμε, κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά, εξ αντικειμένου, ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, οπόταν, στην απουσία του, αυτή τούτη η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής." Για δύο λόγους θεωρώ ως εντελώς αβάσιμο το συγκεκριμένο λόγο ένστασης. Καταρχήν, στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1, ουδεμία ρητή αναφορά γίνεται σ' οποιαδήποτε γεγονότα που να στοιχειοθετούν το πραγματικό του συγκεκριμένου λόγου ένστασης. Ούτε και μπορεί ασφαλώς να λεχθεί ότι το σχετικό κενό καλύπτεται ή συμπληρώνεται από το περιεχόμενο της παραγράφου 25 της ένορκής δήλωσης του εναγόμενου 1, στην οποία, γενικά και αόριστα αναφέρει τα εξής: «Από τα ανωτέρω, φαίνεται ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία από το Δικαστήριο, ενώ τα γεγονότα που αναφέρω στην παρούσα ένορκη δήλωσή μου αποτελούν αληθινή και πλήρη ιστορική αναφορά των γεγονότων της υπόθεσης, γεγονότα που επιμελώς περισσότερα από αυτά που δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες.» Τα όσα αναφέρει ο δικηγόρος των εναγόμενων προς υποστήριξη του συγκεκριμένου λόγου ένστασης, εκτός του ότι και πάλι είναι γενικότητες, επιπλέον αποτελούν απλώς την περί αντιθέτου εκδοχή των εναγόμενων έναντι της αντίστοιχης των εναγόντων αναφορικά με την ουσία της υπόθεσης. Θα έλεγα ότι, όλα αυτά, κατά βάση συνδέονται με τη δεύτερη ουσιαστική προϋπόθεση που θα πρέπει να ικανοποιείται για σκοπούς έκδοσης προσωρινού διατάγματος, που είναι η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, οπότε, δε πρέπει να μας διαφεύγει ότι, καθώς έχει νομολογηθεί (βλ. την Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253), η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, ενώ, όπως υποδεικνύεται στην Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 788, γενικώς, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Εν πάση περιπτώσει, για να καταλήξω με το συγκεκριμένο λόγο ένστασης, θεωρώ ότι οι εναγόμενοι δεν έθεσαν ενώπιόν μου οποιοδήποτε γεγονός που δεν έθεσαν οι ενάγοντες και που αν έθεταν θα με απέτρεπε από το να εκδώσω το προσωρινό διάταγμα μονομερώς. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δυνατότητα ακύρωσης του επίδικου διατάγματος για το συγκεκριμένο λόγο, δε μου παρέχεται. Υπεισέρχομαι τώρα στο θέμα των ουσιαστικών προϋποθέσεων που θα πρέπει να πληρούνται για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60)το οποίο περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο που διέπει την εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων έχει τύχει εκτεταμένης ανάλυσης και ερμηνείας σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.ά.
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2015, AK International UK Ltd v. Πλοίου «Νaime S» (Αρ.2)
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1456, Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1528 και Κ.Ο.Τ. ν. Θεωρή
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 225, από την οποία και τ' ακόλουθο απόσπασμα: «Προσωρινά διατάγματα εκδίδονται με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 όταν το Δικαστήριο κρίνει πως η παροχή τέτοιας θεραπείας είναι δίκαιη και ευχερής. Το άρθρο αυτό του Νόμου έχει εξετασθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία υποθέσεων. Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά πολύ περιεκτικά και με σαφήνεια, οι αρχές που διέπουν την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλ. επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ"Bασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ.» Σύμφωνα με την Κύριλλου (ανωτέρω): «Σε αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32 για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Πρέπει να τονισθεί σε αυτό το στάδιο ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32». Για σκοπούς πληρέστερης αναφοράς στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου θεωρώ αναγκαίο να παρατεθούν και τ' ακόλουθα: Σύμφωνα με την Odysseos (ανωτέρω), σε σχέση με την πρώτη προϋπόθεση, το σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακρόαση, δεν υπάρχει λόγος να ερμηνευθεί ότι εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης, με βάση τη δύναμη των εγγράφων προτάσεων· με αναφορά στη δεύτερη προϋπόθεση, η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)απαιτεί από τον αιτητή να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Τέλος, με αναφορά στην τρίτη προϋπόθεση επισημαίνεται ότι αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης. Έχοντας υπόψη όλες τις παραπάνω αρχές και με βάθρο την ενώπιόν μου μαρτυρία παρατηρώ τα εξής: Με απλή ανάγνωση των αξιώσεων των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων, όπως αυτές διατυπώνονται στην οπισθογράφηση απαιτήσεως του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής των πρώτων, σε συνδυασμό ασφαλώς και με το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση για έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος και τους λόγους ένστασης στην αίτηση, αντίστοιχα και λαμβάνοντας ιδιαίτερα σοβαρά υπόψη, όλα εκείνα τα γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, με κορυφαίο και πιο ουσιώδες, το γεγονός ότι οι επίδικες μετοχές της εναγόμενης 3 που μέχρι τις 22.2.2013 ήταν νομότυπα εγγεγραμμένες απ' ονόματι των δύο εναγόντων, από την ημέρα αυτή, παρά τη θέληση και συγκατάθεσή τους, με ενέργειες των εναγόμενων έπαψαν να τους ανήκουν και από τις 25.2.2013, στο σύνολό τους ανήκουν στον εναγόμενο 1 είναι σαφές, ότι αποκαλύπτεται τόσο η βάση και αιτία της αγωγής των εναγόντων εναντίον των εναγόμενων όσο και ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Η περί αντιθέτου θέση των εναγόμενων δε με βρίσκει σύμφωνο. Απ' εκεί και πέρα, με μόνο λόγο ότι οι εναγόμενοι που ισχυρίζονται ότι οι δύο ενάγοντες στην πραγματικότητα δεν έγιναν ποτέ μέτοχοι και διευθυντές της εναγόμενης εταιρείας 3 και τούτο γιατί, όπως είναι η θέση τους, για να συνέβαινε κάτι τέτοιο, μεταξύ άλλων, οι ενάγοντες θα έπρεπε να δεχθούν να επενδύσουν έως και €45.000.000,00 για τη δημιουργία της εναγόμενης 4, κάτι που δεν έγινε ποτέ και αποδίδουν τις σχετικές μεταβιβάσεις των μετοχών της εναγόμενης 3 επ' ονόματι των εναγόντων στις 28.8.2012 καθώς και το διορισμό των τελευταίων την ίδια μέρα, ως διευθυντών της εναγόμενης 3, σε γραμματειακό λάθος, ακολούθως και συγκεκριμένα στις 22.2.2013 προέβησαν μονομερώς σε αποπομπή των εναγόντων από την εναγόμενη εταιρεία 3, - με επιπτώσεις στα συμφέροντά τους και επί της εναγόμενης εταιρείας 4, δοθέντος ότι ως αποκλειστικοί μέτοχοι της εναγόμενης 3 που ήσαν προτού αποπεμφθούν από αυτή, είχαν λόγο και συμφέρον επί της εναγόμενης 4 που είχε και εξακολουθεί να έχει ως πλειοψηφικό μέτοχο την εναγόμενη 3. - για εντελώς διαφορετικό και τυπικό, θα έλεγα, λόγο και συγκεκριμένα, επειδή, όπως ισχυρίζονται, οι ενάγοντες δεν τους απέστειλαν τα πρωτότυπα και δεόντως υπογεγραμμένα έγγραφα μεταβίβασης των μετοχών της εναγόμενης 3, θα έλεγα ότι διαγράφεται με το παραπάνω και η ορατότητα επιτυχίας της αγωγής των εναγόντων εναντίον όλων των εναγόμενων. Δε θα ήθελα και δεν πρέπει να επεκταθώ και να πάρω θέση επί των αμφισβητούμενων γεγονότων που περιστρέφονται γύρω από τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, επειδή, κάτι τέτοιο αφίσταται της προαναφερθείσας νομολογιακής αρχής σύμφωνα με την οποία, γενικώς, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων. Για να καταλήξω και με τη συγκεκριμένη προϋπόθεση, η ουσία, επί του προκειμένου είναι ότι, θεωρούμενα ως αληθή όσα οι ενάγοντες καταλογίζουν στους εναγόμενους 1, 2 και 3, - μέρος των οποίων γίνονται παραδεκτά και από τους εναγόμενους - θεμελιώνουν πλήρως όλες τις αξιώσεις των πρώτων εναντίον των δεύτερων σύμφωνα με την αγωγή τους. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, με αναφορά στην Odysseos και πάλι, αυτή σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, υπό το φως των γεγονότων κάθε υπόθεσης, σε βαθμό που αν η επιδίκασή τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, τότε η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Με αυτά φυσικά δε μου διαφεύγει ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231) αλλά και διάφορα άλλα - μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά (βλ. Κυρρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245). Παρατηρώ τα εξής: Ικανοποιείται η σχετική - τρίτη προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ακολουθεί το σκεπτικό: Μια πρώτη παρατήρηση είναι ότι θεωρώ τουλάχιστον ατυχές και καθόλου πειστικό το επιχείρημα του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων, ότι εάν οι τελευταίοι αποξενώσουν τις επίδικες μετοχές, οι ενάγοντες θα μπορούν στη συνέχεια να αποζημιωθούν πλήρως, δοθέντος ότι η αγωγή τους είναι στην κλίμακα: €500,00 - €2.000,00, οπότε δε θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, αφού οι αποζημιώσεις θα αποτελούν επαρκή θεραπεία, επομένως, όπως είναι η θέση τους, η ακύρωση του διατάγματος δε θα καταστήσει δύσκολη ή αδύνατη την απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο για τους ενάγοντες, αλλά για τους ίδιους. Διερωτώμαι και για τη λογική της παραπάνω θέσης, τη στιγμή που οι εναγόμενοι, για ό,τι τους αφορά ισχυρίζονται ότι σε περίπτωση μη ακύρωσης των επίδικων διαταγμάτων θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με το παραπάνω επιχείρημα, οι εναγόμενοι είναι σαφές, ότι, σε ό,τι αφορά τους ενάγοντες και τα συμφέροντά τους επί των εναγόμενων εταιρειών 3 και 4 παραβλέπουν ότι το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι η ονομαστική αξία των μετοχών που είχαν στην εναγόμενη 3, που για να επαναλάβω είναι και η πλειοψηφική μέτοχος της εναγόμενης 4, αλλά, η πραγματική αξία των μετοχών των δύο εταιρειών, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ότι για την ώρα είναι ανυπολόγιστη, ενώ στο εγγύς μέλλον, ενδεχομένως να ανέλθει σε πολλά εκατομμύρια ευρώ. Ότι επί του προκειμένου υπάρχει σύγκλιση μεταξύ των δύο πλευρών καταφαίνεται από τους ακόλουθους ισχυρισμούς κάθε πλευράς, σύμφωνα με το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Ειδικότερα: Αρχίζοντας από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα 1 παραπέμπω στους ακόλουθους ισχυρισμούς: Η εναγόμενη 4, με κύρια μέτοχο την εναγόμενη 3 (η οποία κατέχει τις 600 από τις 1000 μετοχές της εναγόμενης 4) στις 27.11.2012 υπόβαλε αίτηση στην Ρ.Α.Ε.Κ. για κατασκευή και λειτουργία σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, έργα για τα οποία απαιτούνται επενδύσεις εκατομμυρίων ευρώ. Τις επενδύσεις θα χρηματοδοτούσε ο ενάγοντας
- Ο εναγόμενος 1 συνωμότησε με άγνωστα πρόσωπα σε βάρος των εναγόντων ώστε να καταστεί μοναδικός μέτοχος της εναγόμενης 3 με σκοπό να επωφεληθούν εκατομμύρια ευρώ από την πώληση μέρους των μετοχών της σε ξένους επενδυτές και από την επικείμενη έγκριση της άδειας για κατασκευή, λειτουργία και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Αν δεν εμποδιστούν οι εναγόμενοι 1 και 2, εξαιτίας και της προηγούμενης δόλιας συμπεριφοράς τους, θα αποξενώσουν τις 1000 μετοχές της εναγόμενης 3 και τότε θα καταστεί πολύ δύσκολη αν όχι αδύνατη η ικανοποίηση της αξίωσης των εναγόντων για μεταβίβαση και επανεγγραφή των επίδικων μετοχών της εναγόμενης 3 επ' ονόματί τους. Περαιτέρω, αν δεν εμποδιστούν οι εναγόμενοι 1, 2 και 3 θα προχωρήσουν σε αποξένωση των 600 μετοχών που κατέχουν στην εναγόμενη 4 και αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, οι ενάγοντες να απωλέσουν το επακόλουθο κέρδος από την εκμετάλλευση των αδειών για κατασκευή, λειτουργία και παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, το οποίο θα ανέρχεται σε εκατομμύρια ευρώ. Από την άλλη, ο εναγόμενος 1, στη δική του ένορκη δήλωση ισχυρίζεται τα εξής, μεταξύ άλλων: Η πρότασή του στους ενάγοντες για να γίνουν 100% μέτοχοι της εναγόμενης εταιρείας 3 διαλάμβανε και ότι αυτοί θα επένδυαν έως και €45.000.000,00, σε ένα όχημα ειδικού σκοπού - εταιρεία, η οποία σχηματίστηκε αργότερα. Πρόκειται για την εναγόμενη 4 η εν λόγω εταιρεία, στην οποία η εναγόμενη 3 (δηλαδή οι ενάγοντες ως ίσοι ιδιοκτήτες) θα κατείχαν το 60% των συνήθων μετοχών της. Η εναγόμενη 4 θα δημιουργείτο σε κάθε περίπτωση ως ένα όχημα ειδικού σκοπού για να διευθύνει το εγχείρημα του εργοστασίου ηλεκτρικής ενέργειας. Οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι έδωσαν επάξια και καλή αντιπαροχή για τη μεταβίβαση επ' ονόματί τους των επίδικων μετοχών της εναγόμενης 3 ή ότι επένδυσαν σε ένα σχέδιο αξίας εκατομμυρίων. Το να ζητάνε την προστασία του Δικαστηρίου για να εμποδιστεί η μεταβίβαση των μετοχών των εναγόμενων 3 και 4 σε τρίτα πρόσωπα ή να ζητούν οποιοδήποτε είδος αποζημίωσης και πόσο μάλλον αποζημίωση εκατομμυρίων ευρώ, χωρίς να επενδύσουν και/ή αγοράσουν τις μετοχές είναι τουλάχιστον γελοίο. Ο σκοπός που επιδίωξαν να εξασφαλίσουν τα επίδικα διατάγματα είναι να παρεμποδίσουν ή παρακωλύσουν τις προσπάθειες των εναγόμενων για εξασφάλιση άδειας παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και υλοποίηση της εν λόγω άδειας, με σκοπό να εκβιάζουν για χρηματικό συμβιβασμό της υπόθεσης, η οποία δεν αναμένεται να εκδικαστεί σύντομα και να παρακωλύει τις λειτουργίες των εναγόμενων 3 και 4, πράγμα που αποστερεί τα μελλοντικά εισοδήματα και κέρδη των εναγόμενων 3 και
- Αν δεν ακυρωθούν τα επίδικα διατάγματα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, επειδή αν απολεστεί η δυνατότητα πώλησης των μετοχών των εναγόμενων 3 και 4 στο παρόν στάδιο, έστω κι αν οι ενάγοντες χάσουν την αγωγή τους στο μέλλον, τα αποτελέσματα της διεκδίκησης νόμιμων αποζημιώσεων δε θα επαρκούν και επειδή η καθυστέρηση στην επένδυση χρημάτων από άλλο επενδυτή στις επιχειρηματικές δραστηριότητες των εναγόμενων θα καταστήσει την υλοποίησή τους άνευ αντικειμένου. Από τα παραπάνω είναι ολοφάνερο, ότι η ουσία της επίδικης διαφοράς συναρτάται με την πραγματική αξία των μετοχών των εναγόμενων εταιρειών 3 και 4, η οποία αποτιμάται και από τις δυο πλευρές σε εκατομμύρια ευρώ και όχι στο ευτελές ποσό των €2.000,00, που αποτελεί την ονομαστική αξία των εν λόγω μετοχών. Και κάτι ακόμη. Δεν είναι ορθό ότι οι ενάγοντες με την αγωγή τους αξιώνουν αποζημιώσεις και διαζευκτικά ανάκτηση των επίδικων μετοχών της εναγόμενης εταιρείας
- Απλή ανάγνωση της οπισθογράφησης απαιτήσεως της αγωγής τους καταδεικνύει ότι αξιώνουν και τα δύο. Με την πρώτη αιτούμενη θεραπεία αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 γενικές αποζημιώσεις για συνωμοσία και/ή δόλο και/ή απάτη που διέπραξαν σε βάρος τους. Με όλες τις άλλες αιτούμενες θεραπείες επιδιώκουν ανάκτηση των μετοχών τους που είχαν στην εναγόμενη εταιρεία
- Και με δεδομένο ότι καθώς ήδη έχει αναφερθεί, η αξία των εν λόγω μετοχών καθώς και των μετοχών της εναγόμενης 4 που πλειοψηφικά ανήκουν στην εναγόμενη 3, για την ώρα δεν μπορεί να υπολογιστεί είναι φανερό, ότι, εξ αντικειμένου, η διατήρηση του επίδικου διατάγματος αποτελεί και τη μόνη θεραπεία για σκοπούς αποτελεσματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων των εναγόντων. Για να το πω και διαφορετικά, δεδομένου ότι, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, η σχετική προϋπόθεση σχετίζεται με το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων, σε βαθμό που αν η επιδίκαση τους στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα, η έκδοση του διατάγματος δεν είναι απαραίτητη, στην προκειμένη περίπτωση, η αδυναμία πρόβλεψης της ζημιάς που θα υποστούν οι ενάγοντες από την ακύρωση του διατάγματος, καθιστά άνευ αντικειμένου κάθε συζήτηση για επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο, ως επαρκή θεραπεία για σκοπούς αποτελεσματικής κατοχύρωσης των δικαιωμάτων τους, τα οποία, μόνο με τη διατήρηση του επίδικου διατάγματος διασφαλίζονται. Δεδομένου ότι πληρούνται και οι τρεις ουσιαστικές προϋποθέσεις για έκδοση του διατάγματος, ό,τι απομένει είναι να σταθμίσω κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να το οριστικοποιήσω. Η απάντηση είναι καταφατική. Ό,τι επιδιώκουν οι ενάγοντες με τα επίδικα διατάγματα είναι διατήρηση της κατάστασης πραγμάτων που οι εναγόμενοι, καθ' ομολογία τους δημιούργησαν μονομερώς, οι οποίοι, παρά τη θέλησή και χωρίς τη συγκατάθεση των εναγόντων, τους απέβαλαν από το ιδιοκτησιακό καθεστώς καθώς και το καθεστώς διοίκησης της εναγόμενης 3, με επιπτώσεις και στα συμφέροντά τους στην εναγόμενη
- Και ενώ ο λόγος για τον οποίο οι ενάγοντες επιδίωξαν την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων είναι για να εμποδιστούν οι εναγόμενοι να δημιουργήσουν και νέα τετελεσμένα σε βάρος τους, αποξενώνοντας τις μετοχές είτε της εναγόμενης 3 είτε τις 600 μετοχές της τελευταίας στην εναγόμενη 4, κάτι που αν συμβεί θα καταστήσει άνευ αντικειμένου την παρούσα αγωγή, η οποία ουσιαστικά αποσκοπεί σε ανάκτηση της ιδιοκτησίας της εναγόμενης 3 από τους ενάγοντες και μέσω αυτού, σε ανάκτηση του 60% της ιδιοκτησίας της εναγόμενης 4, οι εναγόμενοι, με το αίτημά τους για ακύρωση των διαταγμάτων ομολογούν ευθέως ότι αποβλέπουν σ' ό,τι ακριβώς θέλουν να αποτραπεί οι ενάγοντες που είναι η αποξένωση των μετοχών των εναγόμενων 3 και
- Ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να επιτραπεί, αφού, σε τέτοια περίπτωση, για λόγους που έχουν αναφερθεί θεωρώ ότι δεν μπορεί να αποδοθεί δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε κατοπινό στάδιο. Για όλους τους παραπάνω λόγους θεωρώ ότι όχι απλώς δίκαιο και εύλογο είναι, αλλά και απολύτως αναγκαίο να οριστικοποιήσω το επίδικο διάταγμα. Η αίτηση επιτυγχάνει. Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 30.4.2013 γίνεται απόλυτο. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο