← Κύπρος

Ανδρέα Σιερίτη ν. Στέλιου Πισσούριου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3878/12, 19/9/2013

Ανδρέα Σιερίτη ν. Στέλιου Πισσούριου κ.α., Αρ. Αγωγής: 3878/12, 19/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A256 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3878/12 Μεταξύ: Ανδρέα Σιερίτη Ενάγοντος και

  1. Στέλιου Πισσούριου
  2. Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα
  3. Γενικό Εισαγγελέα Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων Ημερομηνία: 19.9.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κα Φρ. Βερεσιέ για κ. Κ.Μ. Χατζηπιέρα Για τον Εναγόμενο 1 / Καθ' ου η αίτηση 1: κα Γ. Βλαδιμήρου Για την Εναγόμενη 2 / Καθ' ης η αίτηση 2: κ. Κ. Στυλιανού για κκ Τ. Παπαδόπουλο & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Αντωνίου) Για τον Εναγόμενο 3 / Καθ' ου η αίτηση 3: κα Ε. Χρίστου -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 14.1.13 ο Ενάγων / Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου: «το οποίο να διατάσσει όπως το κλητήριο O.2 r.6, στην παρούσα υπόθεση θεωρηθεί ως σαν να ήταν O.2 r.1 και/ή οσάν να είχε προηγηθεί της κατάθεσης της αγωγής O.2 r.6 κλητήριο ένταλμα O.2 r.1 και να συνεχισθεί η διαδικασία με βάση τα υφιστάμενα καταχωρηθέντα Δικόγραφα». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.2, θ.6

(4), Δ.64, θθ.1
(1)-
(3)και 2, Δ.48, θ.1-4, 6, 7, 9-12 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την Νομολογία, τις εγγενείς και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Αιτητή και πλήρως εξουσιοδοτημένης από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγομένων 1 και 2 / Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 αντίστοιχα. Με ξεχωριστές Ειδοποιήσεις Ένστασης οι οποίες καταχωρήθηκαν εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 και στις οποίες εκτίθενται οι λόγοι ένστασης αυτοί ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση 1 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του ίδιου, ενώ η ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση 2 συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Στάλως Μαρδαπήττας, η οποία είναι λειτουργός στο Τμήμα Ανάκτησης Χρεών της Καθ' ης η αίτηση 2 και δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Ο Εναγόμενος 3 / Καθ' ου η αίτηση 3 δεν ενέστη στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα. Η καταχώρηση της αγωγής σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα δυνάμει της Διάταξης 2, θεσμός 6 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας έλαβε χώρα εκ παραδρομής και/ή λάθους και/ή αβλεψίας, αφού σύμφωνα με την Διάταξη 2, θεσμός 6
(4)των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η αγωγή αφ' ης στιγμής σε αυτήν προβάλλονται ισχυρισμοί δόλου όφειλε να αρχίσει με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Η πιο πάνω σημειωθείσα παρατυπία έγινε αντιληπτή αφότου παρελήφθη από την ενόρκως δηλούσα στις 8.1.13 από την θυρίδα του δικηγόρου του Αιτητή, που ο εν λόγω δικηγόρος διατηρεί στο Δικαστήριο, η Υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση 1 στην οποία εγείρεται προδικαστική ένσταση αφορώσα στο πιο πάνω ζήτημα. Η πιο πάνω ημέρα ήταν η πρώτη μέρα εντός του έτους 2013 που η ενόρκως δηλούσα είχε μεταβεί στο Δικαστήριο για διεκπεραίωση των καθηκόντων της ως δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου του Αιτητή. Η αμέσως προηγούμενη ήταν στις 21.12.12. Κι' αυτό γιατί μεταξύ των δυο πιο πάνω ημερομηνιών μεσολαβούσαν οι διακοπές των Χριστουγέννων. Αφότου η ενόρκως δηλούσα παρέλαβε την Υπεράσπιση του Καθ' ου η αίτηση 1 παρέδωσε αυτήν αυθημερόν στον δικηγόρο του Αιτητή ο οποίος και αντιλήφθηκε το πιο πάνω ατόπημα. Εξ' όσων ο δικηγόρος του Αιτητή την έχει συμβουλεύσει η πιο πάνω παρατυπία είναι μια απλή παρατυπία και είναι εύλογο και δίκαιο όπως αυτή διορθωθεί. Η διόρθωσή της δεν θα οδηγήσει στην πρόκληση οποιασδήποτε ζημιάς στους άλλους διαδίκους, ούτε και θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντά τους. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει καθότι αν και με αυτή προβάλλονται ισχυρισμοί δόλου καταχωρήθηκε σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα οι έγγραφες προτάσεις του Αιτητή περιέχουν ανεπίτρεπτη μαρτυρία ο Καθ' ου η αίτηση 1 αρνείται τους ισχυρισμούς περί δόλου και είναι η θέση του ότι ενήργησε καλόπιστα ο Καθ' ου η αίτηση 1 αρνείται ότι ο Αιτητής υπέστη τις υπό αυτού ισχυριζόμενες ζημιές οι οποίες εν πάση περιπτώσει είναι αόριστες, αδικαιολόγητες και αυθαίρετες ο Καθ' ου η αίτηση 1 έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή του Αιτητή ο Αιτητής δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο ο Αιτητής δεν αναφέρει τα γεγονότα της υπόθεσης δίκαια και αληθινά με την αγωγή ήδη ο Καθ' ου η αίτηση 1 υφίσταται ανεπανόρθωτη ζημιά. Με την έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επηρεασθούν έτι δυσμενώς τα συμφέροντά του με την υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να διορθωθεί η αγωγή η σημειωθείσα παρατυπία δεν είναι απλή παρατυπία και ως τέτοια δεν μπορεί να διορθωθεί ένας επιπρόσθετος λόγος για την μη έγκριση της υπό κρίση αίτησης είναι το Σύνταγμα και οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση 1 ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 2 αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί καθότι δεν προβάλλονται ούτε και συντρέχουν ορθοί και/ή στοιχειοθετημένοι λόγοι, νομικοί ή πραγματικοί, που να συνηγορούν με έγκριση της η σημειωθείσα στην υπόθεση παρατυπία είναι ουσιώδης παρατυπία και η παράλειψη του Αιτητή να συμμορφωθεί με τους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας θεμελειώδης παράλειψη η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε με σημαντική καθυστέρηση η οποία θα πρέπει να προσμετρήσει εναντίον της έκδοσης του αιτουμένου διατάγματος. Συγκεκριμένα ενώ η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.8.12 η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.1.13 η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει αδικία στον Καθ' ου η αίτηση 2 καθότι δεν θα βοηθήσει στον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Αντίθετα, θα δώσει την ευκαιρία στον Αιτητή να εισάξει νέες αιτίες αγωγής και ουσιαστικά να επωφεληθεί από την μη συμμόρφωσή του με τους Θεσμούς. Επίσης, θα περιπλέξει τα επίδικα θέματα και θα εκτροχιάσει την δίκη η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος θα προκαλέσει ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση 2 καθότι η αιτία της αγωγής θα αλλάξει εντελώς και ο Αιτητής θα έχει την δυνατότητα να εισάξει νέα και επιπρόσθετη αιτία αγωγής με αποτέλεσμα να προκληθεί μεταβολή του πλαισίου της αγωγής η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη αφού στην ουσία προσπαθεί να βάλει τους Εναγόμενους σε χειρότερη θέση από αυτή που βρίσκονται σήμερα εισάγοντας νέα βάση αγωγής έγκριση του αιτήματος δεν θα εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης για γρήγορη διεκπεραίωση της υπόθεσης η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος δεν αποτελεί την ορθή διαδικασία θεραπείας της παρατυπίας. Τουναντίον, συνιστά νομική παρατυπία αφού το αιτούμενο διάταγμα δεν επιζητεί την θεραπεία της παρατυπίας, αλλά όπως το καταχωρηθέν κλητήριο εκληφθεί ως γενικώς οπισθογραφημένο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση 2 ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εναντίον του Αιτητή. Είναι σαφές από την Διάταξη 6, θεσμό 4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας ότι σε αγωγή στην οποία ο ενάγων προβάλλει ισχυρισμούς δόλου δεν παρέχεται σε αυτόν η δυνατότητα να εγείρει την αγωγή του χρησιμοποιώντας κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Σε μια τέτοια περίπτωση και δυνάμει του συνδυασμένου αποτελέσματος του πιο πάνω θεσμού και της Διάταξης 2, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η αγωγή θα πρέπει να ξεκινήσει με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Στην υπό εξέταση περίπτωση και αφ' ης στιγμής ο Αιτητής με την αγωγή του προβάλλει ισχυρισμούς δόλου όφειλε να εγείρει την αγωγή του με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο. Αντί τούτου χρησιμοποίησε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Με την υπό κρίση αίτηση ζητά την διόρθωση της πιο πάνω παρατυπίας. Στην υπόθεση Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργικού Συμβουλίου και Άλλων
(1996)3 ΑΑΔ 323 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η σπουδαιότητα των δικονομικών κανόνων για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης είναι δύσκολο να υπερτονιστεί. Η σημασία τους κατοπτρίζεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Μαυρογένης ν. Βουλής των Αντιπροσώπων, Εκλογική Αίτηση 1/95 - 22.1.1996 (απόφαση πλειοψηφίας):- "Οι διαδικαστικοί κανονισμοί σ' αυτή, όπως και σ' όλες τις διαδικασίες, θεσμοθετούν τους κανόνες για την άσκηση της δικαστικής εξουσίας. Στην απουσία τους, δε θα υπήρχε σταθερό πλαίσιο άσκησης της δικαστικής λειτουργίας. η άσκηση της θα επαφιόταν στη βούληση των δικαστών που επιλαμβάνονται της κάθε υπόθεσης, με αντίκτυπο την αβεβαιότητα στην πορεία απονομής της δικαιοσύνης. Η τήρηση των δικονομικών κανόνων ενέχει μεγάλη σημασία για την απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης." .......................................................................................................................... Στην Θαλασσινός ν. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255, κρίθηκε ότι με τη νέα Δ.64 καταργείται η διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου. Εξισώνεται κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. (Βλέπε Γιάννη ν. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων
(1995)3 Α.Α.Δ. 334. Δημοκρατία ν. Lion Insurance Agency Ltd.
(1995)3 Α.Α.Δ. 338. F. Kassab Gold Solar France Ltd. v. Yiacoumis Bros (Construction) Co. Ltd.
(1990)1 Α.Α.Δ. 510. Λοΐζου ν. Χαραλάμπους και Άλλων - (Π.Ε. 8946 - 15.2.1996)». Στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ακόμα κι' αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου συνιστά ή όχι απλή παρατυπία, σημείο στο οποίο δεν υπάρχει λόγος να υπεισέλθουμε στην παρούσα περίπτωση, η Δ.64 δεν θα διόρθωνε τα πράγματα, διότι, όπως έχει κατ' επανάληψη λεχθεί, δεν καταργεί τις διατάξεις των θεσμών οι οποίες πρέπει να τηρούνται. Με τη Δ.64 παρέχεται απλώς η ευκαιρία σε διάδικο που επέδειξε πλημμέλεια στην εφαρμογή των θεσμών, στα πλαίσια που ορίζει η Δ.64, να διορθώσει το συγκεκριμένο διάβημα ώστε να μην θεωρείται άκυρο το δικόγραφό του (Remedica Ltd v. Bayer Aktiengesellschaft
(1998)1 Α.Α.Δ. 1815). Η Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια για κάθε παράλειψη συμμόρφωσης με τους κανονισμούς (Πετρίχου ν. Χατζηιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, 84). Δημιουργεί ένα διαδικαστικό μέσο το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο διάδικος για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφ΄ όσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Η συγκεκριμένη διαταγή δεν παρέχει στο δικαστήριο την εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις. Το δικαστήριο υποχρεούται να εξετάζει την ενώπιόν του κατάσταση όπως αυτή έχει δημιουργηθεί. Τα κατάλληλα διορθωτικά διαβήματα θα πρέπει να λαμβάνονται από τον ενδιαφερόμενο διάδικο (Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1 Α.Α.Δ. 1157). Η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει ...». (Βλ., επίσης, Βάσω Οικονομίδου ν. Φλουρέντζος Χριστοδούλου και Υιοί Λίμιτεδ
(2005)1Β ΑΑΔ 1157). Στην υπόθεση MI Holdings Public Ltd v. Τασούλας Γεωργίου Παναγή
(2006)1 ΑΑΔ 298, που πιο πάνω μνημονεύεται, εκδόθηκε απόφαση στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση σε αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε επί εντύπου κλητηρίου εντάλματος βάσει της Δ.2, θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αντί βάσει της Δ.2, θ.6 των ίδιων Θεσμών. Το Δικαστήριο θεωρώντας ότι επρόκειτο περί απλής παρατυπίας από την οποία δεν είχε προκύψει οποιαδήποτε αδικία στους εφεσείοντες / εναγόμενους κατέληξε ότι επληρούτο η προϋπόθεση της Δ.18, θ.1(α) για την ύπαρξη οπισθογραφημένου κλητηρίου και εξέδωσε απόφαση υπέρ της εφεσίβλητης. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν κατ' έφεση ότι λανθασμένα το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι η χρήση κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.2, θ.1 αντί του ορθού ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δυνάμει της Δ.2 θ.6, ισοδυναμούσε με παρατυπία. Και αν ακόμα, συνέχισε η εισήγηση, ήθελε, εν πάση περιπτώσει, θεωρηθεί ότι επρόκειτο για απλή παρατυπία αυτή δεν έχει διορθωθεί. Το Εφετείο έκρινε ότι δεν ήταν αναγκαίο να αποφασισθεί αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου εντάλματος συνιστούσε ή όχι απλή παρατυπία αφού και απλή παρατυπία να συνιστούσε αυτή παρέμεινε αφού η εφεσίβλητη ενώ είχε την ευκαιρία να αντιδράσει δεν είχε ζητήσει την διόρθωσή της. Εν' όψει των πιο πάνω η πρωτόδικη απόφαση παραμερίσθηκε και η αίτηση της εφεσίβλητης για συνοπτική απόφαση απορρίφθηκε. Ταυτόχρονα δόθηκε η δυνατότητα στους εφεσείοντες να προβάλουν την υπεράσπισή τους. Στην υπόθεση Χλόη Χριστοδούλου ν. Ανδρέα Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 195 λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «Οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί δεν πραγματεύονται ευθέως τις συνέπειες που συνεπάγονται παρεκκλίσεις από τις πρόνοιες τους. Το θέμα ρυθμίζεται έμμεσα με τις διατάξεις του Κ.11 που καθιστά εφαρμοστέους τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας σε όλα τα θέματα για τα οποία δεν γίνεται ειδική πρόνοια στους Διαδικαστικούς Κανονισμούς. Η Δ.64 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπει ότι μη συμμόρφωση με τους θεσμούς δεν καθιστά αφεαυτής άκυρη τη διαδικασία, εκτός αν το Δικαστήριο κρίνει ότι τούτο επιβάλλεται από τη φύση της παρατυπίας ή αντικανονικότητας. Εξαιρούνται των διατάξεων της Δ.64 δικονομικά μέτρα τα οποία είναι εξ υπαρχής άκυρα [βλ. μεταξύ άλλων, Ν. P. Lanitis Ltd. ν. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490 και Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945]. Η διαπίστωση ότι δικονομικό μέτρο είναι αντικανονικό και όχι άκυρο, δε συνεπάγεται και τη θεραπεία της παρατυπίας. Επιβάλλεται η προσαρμογή της διαδικασίας στα θέσμια προς διεξαγωγή της δίκης μέσα στο καθιερωμένο πλαίσιο [βλ. Αθανασιάδη ν. Αλεξάνδρου (ανωτέρω)]. Στην προκείμενη υπόθεση, η αίτηση η οποία υποβλήθηκε ήταν παράτυπη. Η παρατυπία ήταν ουσιώδης ενόψει της απουσίας έκθεσης των γεγονότων στο κείμενο της αίτησης. Δεν κρίνεται απαραίτητο να προσδιορίσουμε τις συνέπειες της υποβολής αίτησης σε τύπο άλλο από τον καθοριζόμενο. Περιοριζόμαστε στη διαπίστωση ότι εν πάση περιπτώσει και παράτυπη να ήταν η αίτηση, η παρατυπία έπρεπε να θεραπευθεί πριν προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Επομένως η έφεση επιτυγχάνει». Προδήλως, επειδή σύμφωνα με την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε η παρατυπία μέχρι την άρση της υπάρχει ο Αιτητής προέβη στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης. Κρίνεται απαραίτητη, επομένως, η εξέταση του αν η χρήση λανθασμένου κλητηρίου εντάλματος συνιστά απλή παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί ή θεμελιώδη παρατυπία η οποία καθιστά το χρησιμοποιηθέν υπό του Αιτητή δικονομικό μέτρο εξ' υπαρχής άκυρο ώστε να μην παρέχεται η δυνατότητα θεραπείας του. Η Διαταγή 64 προνοεί τα ακόλουθα: «1.—
(1)Η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.
(2)Τηρουμένης της παραγράφου
(3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο
(1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη ή μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον.
(3)Τ ο Δικαστήριο δε θα παραμερίζει εξ ολοκλήρου οποιαδήποτε διαδικασία, ή το κλητήριο ένταλμα, ή άλλο εναρκτήριο μέσο με το οποίο έχει αρχίσει η διαδικασία, για το λόγο ότι έχει χρησιμοποιηθεί διαφορετικό εναρκτήριο μέσο για την έναρξη της διαδικασίας από εκείνο που απαιτεί οποιοσδήποτε από τους παρόντες Κανονισμούς.
  1. Αίτηση για παραμερισμό οποιασδήποτε διαδικασίας, οποιουδήποτε βήματος που έγινε σε οποιαδήποτε διαδικασία, ή οποιουδήποτε εγγράφου, αποφάσεως ή διατάγματος σε αυτή, λόγω παρατυπίας, δε θα επιτρέπεται, εκτός εάν υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα, αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Οι προτεινόμενοι λόγοι για παραμερισμό δυνάμει του παρόντος Κανόνα, θα αναφέρονται στην αίτηση». Κατά την κρίση μου είναι καταλυτικής σημασίας για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης ότι σύμφωνα με την παράγραφο 3 του θεσμού 1 της Διάταξης 64 το γεγονός ότι μια διαδικασία έχει αρχίσει με λανθασμένο εναρκτήριο μέσο, όπως, για παράδειγμα, με εναρκτήρια κλήση αντί με κλητήριο ένταλμα, η διαδικασία αυτή δεν είναι άκυρη και δεν θα παραμερισθεί εξ' ολοκλήρου για τον λόγο αυτό. Μα αν η έναρξη μιας διαδικασίας με λανθασμένο εναρκτήριο μέσο δεν καθιστά άκυρο το μέσο αυτό, θα καθιστά άκυρη μια αγωγή το γεγονός ότι αυτή αντί να αρχίσει με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα έχει αρχίσει με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα; Φρονώ πως η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα θα πρέπει να είναι αρνητική. Επίσης, στο Αγγλικό σύγγραμμα Civil Litigation των O' Hare and Hill, 8η έκδοση, σελίδες 2-3 αναφέρονται τα εξής σημαντικά: «Failure to comply with any requirement of the rules is treated as an irregularity only and does not nullify any step, document, judgment or order . However, the courts have never insisted upon compliance with the rules merely for the sake of it. Therefore if the irregularity causes no prejudice to the other side, the court might simply ignore it and allow the proceedings to continue . In addition to the question of prejudice, the court can also have regard to other factors including the gravity of the irregularity and the conduct of the parties and their advisers . The High Court cannot wholly set aside proceedings merely because the wrong method of commencing an action was used . A party can apply for an order setting aside for irregularity only if he does so within a reasonable time and before taking any step in the action . with knowledge of the irregularity. In other words, he must act promptly and without waiving his right to object. However, given the courts willingness to forgive merely technical breaches, he might just as well consent to, or not bother to challenge, any departure from the normal procedure which the court is likely to allow». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των κανονισμών αντιμετωπίζεται ως απλή παρατυπία και δεν ακυρώνει οποιοδήποτε διάβημα, απόφαση ή διάταγμα ... Τα Δικαστήρια ουδέποτε επέμειναν στην συμμόρφωση με τους θεσμούς μόνο και μόνο για χάρη της συμμόρφωσης. Κατά συνέπεια, αν η παρατυπία δεν προκαλεί δυσμενή επηρεασμό στην άλλη πλευρά, το δικαστήριο μπορεί απλά να την αγνοήσει και να επιτρέψει την συνέχιση της διαδικασίας ... Επιπρόσθετα του θέματος του δυσμενούς επηρεασμού το δικαστήριο μπορεί, επίσης, να λάβει υπόψη και άλλους παράγοντες, όπως το μέγεθος της παρατυπίας και την συμπεριφορά των διαδίκων και των συμβούλων τους. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν μπορεί να παραμερίσει εξ' ολοκλήρου την διαδικασία απλά και μόνο γιατί χρησιμοποιήθηκε λανθασμένη μέθοδος στην έναρξη μιας αγωγής. Ένας διάδικος μπορεί να αιτηθεί διατάγματος παραμερισμού ένεκα παρατυπίας μόνο αν πράξει τούτο εντός εύλογου χρόνου και πριν προβεί σε οποιοδήποτε διαδικαστικό διάβημα στην αγωγή ... με γνώση της παρατυπίας. Με άλλα λόγια πρέπει να ενεργήσει με σπουδή και χωρίς να απεμπολίσει το δικαίωμά του να ενστεί. Με δεδομένη, όμως, την προθυμία των δικαστηρίων να συγχωρούν απλές τεχνικές παραβάσεις ο διάδικος αυτός μπορεί να συγκατατεθεί ή και να μην δυνηθεί να αμφισβητήσει οποιαδήποτε παρέκκλιση από την σύνηθη διαδικασία την οποία το δικαστήριο πιθανόν να επιτρέψει». Και στις σελίδες 116-117 του ιδίου συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «In the High Court, mistakes as to choice of originating process are never fatal to the action. They cannot render the action a nullity and the court has no power wholly to set aside the proceedings . On the contrary it is possible to adapt any case to the most appropriate procedure. The change from originating summons procedure to writ procedure is made by applying under RSC Ord 28, r.
  2. This rule empowers the district judge to order that proceedings should continue as if the action had been begun by writ ... An «as if begun by» order might be sought in the following cases:
(1)a claim alleging fraud which therefore should have been started by writ .». Σε ελεύθερη μετάφραση: Στο Ανώτατο Δικαστήριο, λάθη ως προς την επιλογή της εναρκτήριας διαδικασίας δεν είναι ποτέ μοιραία για την αγωγή. Δεν μπορούν να καταστήσουν την αγωγή άκυρη και το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να παραμερίσει εξ' ολοκλήρου την διαδικασία ... Τουναντίον, είναι δυνατή η προσαρμογή κάθε υπόθεσης στην πιο κατάλληλη διαδικασία. Η αλλαγή από την διαδικασία με εναρκτήρια κλήση σε διαδικασία με κλητήριο ένταλμα γίνεται με αίτηση δυνάμει της Διάταξης 28, κανονισμό 8. Ο κανονισμός αυτός δίνει την εξουσία σε επαρχιακό δικαστή να διατάξει όπως η διαδικασία συνεχίσει ως εάν η αγωγή είχε αρχίσει με κλητήριο ένταλμα ... Διάταγμα του τύπου «ως εάν είχε αρχίσει» δύναται να εξασφαλισθεί στις ακόλουθες περιπτώσεις:
(1)απαίτηση στην οποία προβάλλεται ισχυρισμός δόλου η οποία θα έπρεπε να είχε αρχίσει με κλητήριο ένταλμα ...». Στην υπόθεση Louis Peter Stratos και Άλλοι ν. Αθανασίου Αρτεμίου και Άλλων
(1997)1(Β) ΑΑΔ 751 ζητήθηκε με πρωτογενή αίτηση η ανάκληση του διορισμού του εφεσίβλητου / καθ' ου η αίτηση 1 ως διαχειριστή της περιουσίας αποβιώσαντος. Οι εφεσίβλητοι ζήτησαν την ακύρωση της διαδικασίας, μεταξύ άλλων, για τον λόγο ότι η διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για απόκτηση θεραπείας ήταν η αγωγή. Κατ' έφεση οι εφεσείοντες ισχυρίσθηκαν, μεταξύ άλλων, ότι και αν ακόμα δεν είχε χρησιμοποιηθεί το ενδεδειγμένο ένδικο μέσο η παρατυπία μπορούσε να αρθεί με την Διάταξη
  1. Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι τα εγερθέντα θέματα μπορούσαν να διερευνηθούν και επιλυθούν μόνο με το ένδικο μέσο της αγωγής. Σημειώθηκε, επίσης, ότι η παρατυπία που είχε σημειωθεί δεν ήταν στον τύπο της αγωγής η οποία μπορούσε να διασωθεί με την Διάταξη
  2. Αφορούσε λανθασμένη έναρξη της διαδικασίας η οποία καθιστούσε την διαδικασία άκυρη. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ακόμα και πριν την τροποποίηση της Διάταξης 64 παρατυπία η οποία συνίστατο στην έναρξη μιας διαδικασίας με λανθασμένο τύπο αγωγής αποτελούσε απλή παρατυπία δυνάμενη να θεραπευθεί. Υπό το φως όλων των πιο πάνω και με βάση τις πρόνοιες της Διάταξης 64 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας προκύτπει ότι η χρήση λανθασμένου τύπου κλητηρίου εντάλματος από τον Αιτητή δεν ανατρέχει στην ρίζα της διαδικασίας καθιστώντας την θνησιγενή και άκυρη και, επομένως, μοιραία για τον Αιτητή. Η υπό του Αιτητή ακολουθητέα διαδικασία με την έναρξη της αγωγής με λανθασμένο τύπο κλητηρίου εντάλματος δεν είναι άκυρη και η παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς στην υπό εξέταση περίπτωση ανάγεται σε μια απλή παρατυπία σύμφωνα και με τον θεσμό 1
(1)της Διάταξης 64 δυνάμενη να θεραπευθεί με βάση τις εξουσίες που παρέχονται στο Δικαστήριο δυνάμει του θεσμού 1
(2)της ίδιας Διάταξης. Αναφορικά με τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη και ασκούν επιρροή στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου καθοδηγητική είναι η υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 366. Στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε με αναφορά στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, στην οποία ερμηνεύθηκε η νέα Αγγλική Διάταξη 2, η οποία αντιστοιχεί με την δική μας νέα Διάταξη 64, ότι ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (Βλ. Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513). Ωστόσο, τονίσθηκε ότι η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Ένας άλλος είναι η πρόκληση αδικίας στον διάδικο που ευθύνεται για την παρατυπία (Βλ. Leal ν. Dunlop Bio-Process International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874) καθώς και το μέγεθος της παρατυπίας. Στην Κυπριακή υπόθεση που πιο πάνω μνημονεύεται έγινε, επίσης, αναφορά στο Αγγλικό Supreme Court Practice 1999 στην σελίδα 10 του οποίου αναφέρεται ότι από το σύνολο της Νομολογίας προκύπτει πως η Αγγλική Δ.2 θ.1 πρέπει να εφαρμόζεται με φιλελεύθερο τρόπο, στον βαθμό που αυτό είναι εύλογο και ορθό για να αποτρέπεται η πρόκληση αδικίας σε ένα διάδικο λόγω της αλόγιστης προσήλωσης στους διαδικαστικούς θεσμούς. Στην υπό εξέταση περίπτωση η σημειωθείσα παρατυπία δεν είναι μεγάλη. Ο Αιτητής αντί να διατυπώσει τους ισχυρισμούς του σε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο διατύπωσε αυτούς σε κλητήριο ένταλμα ειδικά οπισθογραφημένο. Επίσης, κανένας δυσμενής επηρεασμός δεν πρόκειται να υποστεί είτε η πλευρά του Καθ' ου η αίτηση 1 είτε η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση 2 από την διόρθωση της παρατυπίας. Τα όσα επί του προκειμένου προβάλλλονται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 2 δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Η Καθ' ης η αίτηση 2 βασίζει την θέση της ότι με την υπό του Αιτητή προτεινόμενη διόρθωση της παρατυπίας θα προκληθεί αδικία και ζημιά στην πλευρά της στον ισχυρισμό ότι άρση της παρατυπίας στην υπό εξέταση περίπτωση ισοδυναμεί με εισαγωγή νέων αιτίων αγωγής με αποτέλεσμα την μεταβολή του πλαισίου της αγωγής. Καμία, όμως, νέα αιτία αγωγής δεν θα προστεθεί με την προτεινόμενη διόρθωση της παρατυπίας, αφού ό,τι ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση εξαιτείται είναι όπως η διαδικασία συνεχίσει με τα υφιστάμενα δικόγραφα, ως εάν, δηλαδή, η αγωγή είχε αρχίσει με τον ορθό τύπο κλητηρίου. Στην βάση τούτου αλλά και του ότι η Καθ' ης η αίτηση 2 έχει ήδη καταχωρήσει την Υπεράσπισή της απαντώντας μέσω αυτής στους ισχυρισμούς του Αιτητή το βάσιμο της πιο πάνω θέσης εξανεμίζεται εντελώς. Το ίδιο ισχύει και για τον Καθ' ου η αίτηση 1. Χώρια που σε σχέση με αυτόν η θέση που προβλήθηκε από τον ίδιο ότι, δηλαδή, έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα του προβλήθηκε γενικόλογα και αόριστα και χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία που να την επεξηγεί και να την δικαιολογεί. Ούτε και προβλήθηκε οποιαδήποτε εξήγηση από τον Καθ' ου η αίτηση 1 πώς οι πρόνοιες του Συντάγματος ή οι αρχές της φυσικής δικαιοσύνης συνηγορούν με την μη έγκριση της υπό κρίση αίτησης. Τουναντίον, μη διόρθωση της παρατυπίας θα επηρέαζε στην υπό εξέταση περίπτωση δυσμενώς και καταλυτικά την υπόθεση του Αιτητή. Επίσης, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση 2 καταχωρώντας την Υπεράσπισή της παραιτήθηκε από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας. Στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, οι αρχές της οποίας υιοθετήθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Karl Heinz Wunderlich κ.ά. ν. Ευθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 (Α) ΑΑΔ 366, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι η παραίτηση της άλλης πλευράς με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία. Λέχθηκε, επίσης, με αναφορά στις Αγγλικές υποθέσεις Boyle v. Sacker
(1888)39 Ch. D. 249, C.A. και Fry v. Moore
(1889)23 Q.B.D. 395, C.A. ότι μέτρα που λαμβάνονται εν γνώσει της παρατυπίας είτε με σκοπό να προβληθεί υπεράσπιση επί της ουσίας ισοδυναμούν με παραίτηση από το δικαίωμα. Η Καθ' ης η αίτηση 2 δεν ήγειρε θέμα παρατυπίας με την πρώτη δυνατή ευκαιρία. Καταχώρησε την Υπεράσπισή της προβαίνοντας, έτσι, σε νέο δικονομικό διάβημα εν γνώσει της παρατυπίας και θέμα ήγειρε μόνο με την υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Υπό το φως των πιο πάνω δίκαια κατά την κρίση μου δύναται να λεχθεί ότι με την συμπεριφορά της η Καθ' ης η αίτηση 2 παραιτήθηκε από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας. Το ίδιο κατά την κρίση μου ισχύει και για τον Καθ' ου η αίτηση
  1. Σύμφωνα με τον θεσμό 2 της Διάταξης 64 ο παραμερισμός οποιασδήποτε διαδικασίας λόγω παρατυπίας γίνεται με αίτηση η οποία πρέπει να υποβάλλεται μέσα σε εύλογο χρόνο και προτού ο διάδικος που υπέβαλε την αίτηση προβεί σε οποιοδήποτε νέο βήμα αφότου η παρατυπία περιήλθε σε γνώση του. Υπό το φως του πιο πάνω θεσμού δεν κρίνεται ορθός ο τρόπος με τον οποίο εγείρεται το θέμα της παρατυπίας από τον Καθ' ου η αίτηση
  2. Ο Καθ' ου η αίτηση 1 όφειλε αν ήθελε να ενστεί στο ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα να υποβάλει σχετική αίτηση σύμφωνα με τον πιο πάνω θεσμό και πριν καταχωρήσει την Υπεράσπισή του. Και όχι να καταχωρήσει την Υπεράσπισή του, ήτοι να προβεί σε νέο δικονομικό διάβημα εν γνώσει της παρατυπίας, και σε αυτήν να εγείρει θέμα υπό τύπο προδικαστικής ένστασης. Και ακολουθώντας, έτσι, μια διαδικασία που δεν προβλέπεται από τον σχετικό θεσμό. Εδώ έγκειται κατά την κρίση μου και το ουσιαστικό σημείο που αφορά στην εξεταζόμενη πτυχή του θέματος. Ότι ο Καθ' ου η αίτηση 1 καταχώρησε Υπεράσπιση και με τον τρόπο αυτό προέβη στην λήψη νέου δικονομικού διαβήματος. Και ότι ακολούθησε μια διαδικασία για αμφισβήτηση του κλητηρίου εντάλματος που δεν προβλέπεται από την Διάταξη
  3. Υπό το φως των πιο πάνω δεν μπορεί λογικά να υποστηριχθεί ότι ενίσταται στο υπό του Αιτητή καταχωρηθέν κλητήριο ένταλμα. Πώς θα μπορούσε να υποστηριχθεί το αντίθετο αφ' ης στιγμής καταχώρησε Υπεράσπιση; Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως δεν θα ήταν λάθος να λεχθεί ότι κι' αυτός παραιτήθηκε από το δικαίωμα που του παρέχεται από την παρατυπία. Προβάλλεται, επίσης, η θέση από την Καθ' ης η αίτηση 2 ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν αποτελεί την ορθή διαδικασία θεραπείας της παρατυπίας, αφού ό,τι με αυτό επιζητείται είναι όπως το καταχωρηθέν κλητήριο εκληφθεί ως γενικά οπισθογραφημένο. Η παράγραφος 2 του θεσμού
(1)της Διάταξης 64 δίδει στο Δικαστήριο την εξουσία να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με την διαδικασία όπως κρίνει πρέπον. Η εξουσία αυτή που δίδεται στο Δικαστήριο είναι πανομοιότυπη με την εξουσία που δίδεται στα Αγγλικά Δικαστήρια από την Διάταξη 2, θεσμό 1
(1)(may make such order . dealing with the proceedings generally as it thinks fit). Στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union
(1985)1 WLR 513, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι οι πιο πάνω λέξεις είναι έκδηλα τόσο ευρείες που δίνουν την εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει ακόμα και διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία. Θεωρώ ότι το αιτούμενο διάταγμα είναι ένα τέτοιο διάταγμα. Επομένως, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να το εκδώσει. Όσον αφορά το θέμα του χρόνου έχω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Αντώνης Καλιά και Άλλη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Επάρχου Λευκωσίας και Άλλου
(1996)3 ΑΑΔ 149. Στην πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι με την νέα Διάταξη 64 παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Παραμένει, όμως, ότι η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στην λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του (Βλ., επίσης, Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών και Άλλοι ν. Lion Insurance Agency Limited
(1995)3 ΑΑΔ 338). Επί του θέματος τούτου η ομνύσασα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση έδωσε τις εξηγήσεις της χωρίς επί τούτου να αμφισβητηθεί από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  1. Καμία αίτηση για συμπληρωματική ένορκο δεν υποβλήθηκε εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 με σκοπό την ανάδειξη μαρτυρίας που να αμφισβητεί την επί του προκειμένου υπό της ενόρκως δηλούσας προσκομισθείσας μαρτυρία, ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση του πιο πάνω προσώπου. Συναφώς στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν προβάλλεται ο παραμικρός ισχυρισμός επί του προκειμένου. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε μεταξύ της καταχώρησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος (30.8.12) και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης (14.1.13) είναι της τάξης των 4 ½ μηνών. Δεν μπορεί, όμως, αυτό να κριθεί απομονωμένα χωρίς, δηλαδή, τον συνυπολογισμό και άλλων σχετικών παραγόντων και παραμέτρων οι οποίοι και υποδεικνύονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και, όπως ενωρίτερα αναφέρθηκε, δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. Όπως, για παράδειγμα, το ότι η παρατυπία έγινε αντιληπτή με την παραλαβή της Υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση 1, η οποία έλαβε χώρα στις 8.1.13, και η οποία είχε καταχωρηθεί 10 ημέρες προηγουμένως και, συγκεκριμένα, στις 28.12.
  3. Τους λόγους που δόθηκαν και με τους οποίους δικαιολογείται η παρέλευση της πιο πάνω περιόδου. Και, τέλος, ότι η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε στις 14.1.13, ήτοι μόλις 6 ημέρες μετά την παραλαβή της Υπεράσπισης του Καθ' ου η αίτηση 1, και, επομένως, χωρίς καθυστέρηση αφότου η παρατυπία έγινε αντιληπτή από την πλευρά του Αιτητή. Υπό το φως των πιο πάνω και δεδομένου του χρόνου που παρήλθε μεταξύ της καταχώρησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης, που, θα πρέπει να λεχθεί, δεν είναι πολύ μεγάλος, η εξήγηση που δόθηκε από την ομνύσασα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση κρίνεται ικανοποιητική. Όσον δε αφορά τους λόγους ένστασης που αποκαλύπτονται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση του Καθ' ου η αίτηση 1 κρίνω πως κανένας από αυτούς δεν μπορεί να προσμετρήσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Το αν κατά πόσο η Έκθεση Απαίτησης του Αιτητή περιέχει ανεπίτρεπτη μαρτυρία, το ότι ο Αιτητής αρνείται τους ισχυρισμούς δόλου και το ότι αυτός ισχυρίζεται ότι (α) ενήργησε καλόπιστα, (β) οι υπό του Αιτητή ισχυριζόμενες ζημιές είναι αδικαιολόγητες ή αυθαίρετες, (γ) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή του Αιτητή και, τέλος, ότι διαφωνεί με τους ισχυρισμούς που ο Αιτητής προβάλλει στην αγωγή του και που καταλογίζει σε αυτόν είναι εντελώς άσχετοι με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να επιτρέψει διόρθωση της παρατυπίας. Άλλωστε, οι παράγοντες που ασκούν επίδραση την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι αυτοί που υποδείχθηκαν ανωτέρω και σχολιάσθηκαν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι κανένας από τους λόγους ένστασης που προβλήθηκαν με τις ενστάσεις που καταχωρήθηκαν εκ μέρους των Καθ' ης η αίτηση 1 και 2 δεν ευσταθεί. Υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων και λαμβανομένων ειδικότερα υπόψη της φύσης και του μεγέθους της παρατυπίας, του ότι έχουν ήδη καταχωρηθεί Υπερασπίσεις εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση 1 και 2, της απουσίας οποιουδήποτε δυσμενούς επηρεασμού στους Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 από την διόρθωση της παρατυπίας, του ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 και 2 παραιτήθηκαν από την παρατυπία και των δυσμενών, αν όχι, καταστροφικών επιπτώσεων που η παρατυπία θα είχε στην υπόθεση του Αιτητή αν αυτή δεν διορθωθεί κρίνω πως η παρατυπία θα πρέπει θεραπευθεί με την έκδοση διατάγματος που να επιτρέπει την συνέχιση της διαδικασίας με τα υφιστάμενα δικόγραφα και ως η αγωγή να είχε αρχίσει με τον ορθό τύπο κλητηρίου εντάλματος. Συνακόλουθα εκδίδεται διάταγμα ως ανωτέρω. Αναφορικά με τα έξοδα κρίνω πως το ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις θα ήταν όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. Συνακόλουθα εκδίδεται διαταγή όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................... Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παρατυπία - Θεραπεία - Διάκριση μεταξύ άκυρου και αντικανονικού δικονομικού μέτρου Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.