Μάριου Φιλίππου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα, Αρ. Αγωγής: 1324/11, 6/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A250 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 1324/11 Μεταξύ: Μάριου Φιλίππου, από το Ακρωτήρι Ενάγοντος και Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα, από την Λευκωσία Εναγόμενου Ημερομηνία: 6.9.13 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κα Μ. Αναστασίου Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κ. Λ. Λουκαϊδης (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Λοϊζος Νεοφύτου) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 7.11.12 ο Εναγόμενος / Αιτητής εξαιτείται όπως: «το νομικό σημείο και/ή η προδικαστική ένσταση που εγείρεται στην παράγραφο 1 της Υπερασπίσεως του Εναγόμενου - Αιτητού προδικαστούν και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πριν από την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής». Με την παράγραφο 1 της Υπεράσπισης ο Αιτητής εγείρει προδικαστική ένσταση σύμφωνα με την οποία η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και πρέπει να απορριφθεί με έξοδα υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση καθότι η επιβολή στον τελευταίο πειθαρχικής ποινής 10 ημερών αυστηρής φυλάκισης, από τώρα και στο εξής «η πειθαρχική ποινή», αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και, επομένως, ο έλεγχος της ορθότητας και νομιμότητας αυτής εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο για να εξετάσει το πιο πάνω ζήτημα στα πλαίσια προσφυγής. Συνεπώς, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και/ή δικαιοδοσίας να επιληφθεί της παρούσης αγωγής. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.27, θθ. 1-3, Δ.48, θθ.1-3 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε, άρθρο 32, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Αντώνη Μελά, δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας στην Λεμεσό, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται δύο λόγοι ένστασης ο Καθ' ου η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση δεν συνοδεύεται από ένορκο δήλωση. Στο σώμα δε αυτής αναφέρεται ότι τα γεγονότα επί των οποίων αυτή στηρίζεται «είναι εμφανή από τον φάκελο της σχετικής διαδικασίας», προδήλως, εννοείται από τον φάκελο του Δικαστηρίου. Τα ουσιώδη για τους σκοπούς της υπό κρίση αίτησης γεγονότα όπως αυτά προκύπτουν από την Έκθεση Απαίτησης και την Απάντηση έχουν ως ακολούθως. Ο Καθ' ου η αίτηση κατά πάντα ουσιώδη προς την αγωγή χρόνο υπηρετούσε στην Εθνική Φρουρά της Κυπριακής Δημοκρατίας ως κελευστής 08Β/ΕΣΣΟ στον Ναυτικό Σταθμό Πισσουρίου. Στις 20.2.10 και κατά η ώρα 9:20 μ.μ. μέλη της Υπηρεσίας Θήρας εντόπισαν στην περιοχή «Κουρκουά» του χωριού Πισσουρίου κάποιο Γιώργο Λεωνίδου, από τώρα και στο εξής «ο Λεωνίδου», να οδηγεί το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής CAN 262, ιδιοκτησίας της μητέρας του, ο οποίος είχε στην κατοχή του συναρμολογημένο κυνηγετικό ΔΟΚΟ. Ο Λεωνίδου, ο οποίος ήταν κι' αυτός στρατιώτης κατά τον ουσιώδη χρόνο, συνελήφθη στις 21.2.10 δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και κατονόμασε τον Καθ' ου η αίτηση ως τον συνοδηγό του. Ο Καθ' ου η αίτηση συνελήφθη δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 22.2.10, και ανεκρίθη τόσο από τις Στρατιωτικές Αρχές όσο και από την Αστυνομία. Στις καταθέσεις του προς τις Ανακριτικές Αρχές ο Καθ' ου η αίτηση αρνήθηκε ότι κατά την πιο πάνω ώρα βρισκόταν μαζί με τον Λεωνίδου ως συνοδηγός στο αυτοκίνητο της μητέρας του τελευταίου και αντέτεινε ότι (α) δεν είχε εξέλθει καθόλου από την μονάδα του και (β) από τις 8:00 μ.μ μέχρι τις 10:00 μ.μ. έβγαζε σκοπιά στην μονάδα του. Η Αστυνομία αφού βεβαιώθηκε ότι ο Καθ' ου η αίτηση ήταν αμέτοχος στο διαπραχθέν αδίκημα της λαθροθηρίας δεν σχημάτισε εναντίον του ποινική υπόθεση. Ούτε και ο Στρατιωτικός Εισαγγελέας κίνησε οποιαδήποτε δίωξη εναντίον του Καθ' ου η αίτηση για το αδίκημα της εγκατάλειψη σκοπιάς. Η υπόθεση τοποθετήθηκε στο Αρχείο αφού η προώθησή της δεν κρίθηκε σκόπιμη. Παρά ταύτα για ανεξήγητους λόγους και για αλλότριους σκοπούς και ενώ γνώριζαν ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν κανονικά στην σκοπιά του, οι Στρατιωτικές Αρχές επέβαλαν στον Καθ' ου η αίτηση την πειθαρχική ποινή την οποία ο Καθ' ου η αίτηση εξέτισε έγκλειστος στο Πειθαρχείο της Στρατονομίας στην Λευκωσία. Επιπλέον, στις 23.3.10 ο Καθ' ου η αίτηση μετατέθηκε σε άλλη μακρινή μονάδα στην Αγία Νάπα ως επιπρόσθετο μέτρο τιμωρίας. Είναι η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι οι Στρατιωτικές Αρχές ενήργησαν παράνομα και συνομωτικά εναντίον των αληθινών γεγονότων τα οποία και γνώριζαν καθώς και εναντίον των αρχών δικαίου και των στρατιωτικών κανονισμών και ότι με την πιο πάνω συμπεριφορά τους οδήγησαν τον Καθ' ου η αίτηση σε ταλαιπωρία με αποτέλεσμα ο τελευταίος να υποστεί την βάσανο της ψυχικής εξουθένωσης. Η δίωξη εκ μέρους των Στρατιωτικών Αρχών εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ήταν κακόβουλη, αφού από τις ανακρίσεις οι Στρατιωτικές Αρχές είχαν διαπιστώσει ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε διαπράξει το αδίκημα της εγκατάλειψης σκοπιάς. Με το Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνονται «γενικές αποζημιώσεις για τον εγκλεισμό του στην Στρατιωτική Φυλακήν ως ανωτέρω εκτίθεται». Με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται τα ακόλουθα. Όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης ο Καθ' ου η αίτηση ήγειρε την παρούσα αγωγή στην βάση της επιβληθείσας σε αυτόν πειθαρχικής ποινής από τις Στρατιωτικές Αρχές και είναι στην βάση του πιο πάνω γεγονότος που διεκδικεί αποζημιώσεις με την αγωγή του. Θέση του Αιτητή, όπως αυτή διατυπώνεται και ως προδικαστική ένσταση στην Υπεράσπισή του, είναι ότι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής μετά την καταδίκη του Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της πειθαρχικής διαδικασίας που διεξήχθη εναντίον του αποτελεί εκτελεστή διοικητική πράξη και ως εκ τούτου ο έλεγχος της ορθότητας και νομιμότητας αυτής εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου και θα έπρεπε να είχε προσβληθεί. Περαιτέρω και αφού ο Καθ' ου η αίτηση δεν αποτάθηκε, ως όφειλε, στο Ανώτατο Δικαστήριο που έχει αποκλειστική αρμοδιότητα για τον έλεγχο και/ή την νομιμότητα και/ή την αναθεώρηση διοικητικών πράξεων και/ή αποφάσεων και/ή παραλείψεων το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας και δικαιοδοσίας να εξετάσει την παρούσα αγωγή. Ο δε ισχυρισμός για κακόβουλη δίωξη δεν ευσταθεί και δεν μπορεί να εξετασθεί. Η δίωξη στην οποία προχώρησαν οι Στρατιωτικές Αρχές οι οποίες και επέβαλαν στον Καθ' ου η αίτηση την πειθαρχική ποινή δεν μπορεί να θεωρηθεί κακόβουλη δίωξη, αφού, πρωτίστως, για να είναι μια δίωξη κακόβουλη πρέπει αυτή να καταλήξει υπέρ του διωχθέντα. Στην παρούσα περίπτωση δεν κατέληξε υπέρ του Καθ' ου η αίτηση αφού επιβλήθηκε σε αυτόν η πειθαρχική ποινή. Υπό το φως των πιο πάνω καθίσταται έκδηλο ότι το παράπονο του Καθ' ου η αίτηση είναι η επιβολή σε αυτόν και η εκτέλεση της πειθαρχικής ποινής για την οποία με την αγωγή του ο Καθ' ου η αίτηση διεκδικεί αποζημιώσεις. Όμως, για να δικαιούται ο Καθ' ου η αίτηση σε αποζημιώσεις για την επιβολή της πιο πάνω ποινής θα έπρεπε πρώτα η εν λόγω ποινή να ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και, ακολούθως, ο Καθ' ου η αίτηση να διεκδικήσει αποζημιώσεις δυνάμει του άρθρου 146
(6)του Συντάγματος. Επειδή τυχόν αποδοχή της προδικαστικής ένστασης του Αιτητή θα εμποδίσει την περαιτέρω προώθηση της παρούσας αγωγής και/ή θα την καταργήσει εξ' ολοκλήρου και/ή θα την καταστήσει άνευ αντικειμένου ο Αιτητής ζητά το αιτούμενο με την αίτηση διάταγμα. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: η ένσταση είναι αβάσιμη και εν πάση περιπτώσει προϋποθέτει εξέταση των γεγονότων και της ουσίας της υπόθεσης γι' αυτό και θα πρέπει να αφεθεί να τύχει μελέτης σε συνδυασμό με όλα τα σχετικά πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης η ένσταση παραγνωρίζει ότι το αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι η πειθαρχική ποινή αυτή καθ' εαυτή αλλά (α) η συνομωσία όπως αναφέρεται και στην Έκθεση Απαίτησης και (β) η κακόβουλη έστω και πειθαρχική δίωξη και καταδίωξη του Καθ' ου η αίτηση ως αντικείμενο συνομωσίας των προσώπων που καταδίωξαν τον Καθ' ου η αίτηση σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης. Για τους πιο πάνω λόγους ο Καθ' ου η αίτηση ζητεί όπως η υπό κρίση αίτηση απορριφθεί με έξοδα ως αβάσιμη, ενοχλητική, στερούμενη οποιουδήποτε νομικού ερείσματος, καταχρηστική και ασυμβίβαστη με το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο που διαφυλάσσεται με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και την Νομολογία του ΕΔΑΔ. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση της υπό κρίση αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στην Δ.27, θεσμούς 1 και 2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Οι εν λόγω θεσμοί προνοούν τα ακόλουθα (σε ελεύθερη μετάφραση): 1. Οιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφά του οιονδήποτε νομικό σημείο και οιονδήποτε σημείο που εγείρεται με τον τρόπο αυτό θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό 2. Αν κατά την γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση επί του νομικού αυτού σημείου ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε συγκεκριμένο αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης ή απάντησης σε αυτή το Δικαστήριο δύναται να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κριθεί δίκαιο. Στην υπόθεση Kyriacos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 CLR 203 αναφέρθηκε, μεταξύ άλλων, ότι ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να προβληθεί από διάδικο το Δικαστήριο μπορεί και αυτεπάγγελτα να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί αγωγής σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Στην ίδια υπόθεση λέχθηκε, επίσης, ότι τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση αυτά περιέχονται στην Έκθεση Απαίτησης και την Απάντηση. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 το Επαρχιακό Δικαστήριο με την συγκατάθεση και των εναγόντων όρισε την επίλυση των ενστάσεων των εναγομένων στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ως προδικαστικό θέμα στην βάση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο ορισμός έγινε μετά την ανταλλαγή των εγγράφων προτάσεων και την προβολή στην υπεράσπιση της ένστασης των εναγομένων στην ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας προς επίλυση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Η αμφισβήτηση αφορούσε την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου να επιληφθεί αγωγής στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Λέχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο τα ακόλουθα: ο καθορισμός του θέματος προς επίλυση βάσει των προνοιών της Δ.27 εδικαιολογείτο ενόψει, αφενός, του νομικού χαρακτήρα του θέματος, αφετέρου, των επιπτώσεων από την επίλυσή του στην έκβαση την αγωγής η φύση του νομικού θέματος καθιστούσε την επίλυση του στην βάση της Δ.27 επιβεβλημένη, επειδή έθιγε την καθ' ύλη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το Δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του ό,τι προκύπτει από την Νομολογία είναι ότι η επίλυση θέματος προδικαστικά και, γενικότερα, η επίλυση θέματος έξω από το πλαίσιο της δίκης - το φυσιολογικό πεδίο για την διαπίστωση των γεγονότων και τον καθορισμό των δικαιϊκών τους συνεπειών - αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, προσφυγή στο οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσο τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά. Δικαιολογείται, συνεπώς, η επίκληση της Διάταξης 27 εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα, η λύση του οποίου μπορεί να επιδιωχθεί με την ίδια ευχέρεια σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ο κύριος Λουκαίδης κατά την αγόρευσή του εισηγήθηκε ότι (α) το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποφασίσει επί του αγώγιμου δικαιώματος του Καθ' ου η αίτηση από αυτό το στάδιο καθότι κάτι τέτοιο θα ήταν πρόωρο, (β) ότι «είναι πρόωρο να επιχειρήσει το Δικαστήριο να προβεί σε κατάληξη στην παρούσα φάση», (γ) ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει τα γεγονότα και την ουσία της υπόθεσης και ακολούθως, ήτοι κατά το τελικό στάδιο, να καταλήξει σε απόφαση και (δ) τυχόν έγκριση της προδικαστικής ένστασης του Αιτητή θα οδηγούσε σε απόρριψη της υπόθεσης του Καθ' ου η αίτηση και, κατ' επέκταση, σε αποκλεισμό του δικαιώματος του να προσφύγει στο Δικαστήριο, κάτι το οποίο επιτρέπεται πολύ σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Η εισήγηση παραγνωρίζει ότι στην υπό εξέταση περίπτωση αποτελούν παραδεκτά από τα δικόγραφα γεγονότα ότι ο Καθ' ου η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν εθνοφρουρός, υπηρετούσε στον Ναυτικό Σταθμό Πισσουρίου και ότι εντός του έτους 2010 επιβλήθηκε σε αυτόν από τον Στρατό η πειθαρχική ποινή για το αδίκημα της εγκατάλειψης σκοπιάς που σύμφωνα με τις Στρατιωτικές Αρχές ο Καθ' ου η αίτηση διέπραξε στις 20.2.10. Με βάση τα πιο πάνω παραδεκτά ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα το υπό συζήτηση θέμα και συνεπακόλουθα η προδικαστική ένσταση αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό ζήτημα, η απόφαση επί του οποίου θα κρίνει ολόκληρη την αγωγή, οπότε και η επίκληση της Διάταξης 27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας κρίνεται δικαιολογημένη. Υπό το φως των πιο πάνω οι πιο πάνω εισηγήσεις του κύριου Λουκαίδη δεν με βρίσκουν σύμφωνο. Στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424 οι ενάγοντες / εφεσείοντες μετά από υποβολή αίτησης στο Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας εξασφάλισαν άδεια για εισαγωγή αριθμού κυλίνδρων υγραερίου και βαλβίδων μαζί με τους ρυθμιστές τους και εισήγαγαν μέρος των εμπορευμάτων για τα οποία τους δόθηκε άδεια. Το Υπουργείο Εμπορίου και Βιομηχανίας ανακάλεσε την άδεια για εισαγωγή βαλβίδων μετά από διαπίστωση ότι ήταν ελαττωματικές με αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στους εφεσείοντες στην οποία συνυπολόγισαν και το διαφυγόν κέρδος από την αδυναμία διάθεσης των εμπορευμάτων που εισήγαγαν και όσων προορίζονταν για μελλοντική εισαγωγή. Με αγωγή τους στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού οι εφεσείοντες ήγειραν απαίτηση εναντίον της Δημοκρατίας για αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστησαν. Απέδιδαν την ζημία στην ανάκληση της απόφασης για την εισαγωγή των βαλβίδων. Ως γενεσιουργό αιτία της ζημίας καθόριζαν την αμελή, κατά τους ισχυρισμούς τους, διερεύνηση του αιτήματος τους για τη χορήγηση άδειας εισαγωγής από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές της Δημοκρατίας. Βασίσθηκαν, όπως ισχυρίσθηκαν, στα αποτελέσματα της έρευνας των διοικητικών αρχών ως προς την ποιότητα των εμπορευμάτων τα οποία θα εισήγαγαν. Η αμέλεια των αρχών συνιστούσε παράβαση οφειλόμενου καθήκοντος επιμέλειας. Συνάρτησαν την απαίτηση τους και το συναφές προς αυτή αγώγιμο δικαίωμα προς τις αρχές της Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners [1963] 2 All E R 575. To πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε, αφού εξέτασε το ζήτημα ιδία πρωτοβουλία, ότι εστερείτο δικαιοδοσίας να επιληφθεί του επιδίκου θέματος. Έκρινε ότι το αντικείμενο της αγωγής ήταν συνυφασμένο με την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος. Η ζημιογόνος πράξη ή ακριβέστερα η ζημία η οποία διεκδικείτο προέκυψε, σύμφωνα με την απαίτηση των εφεσειόντων, από εκτελεστή διοικητική πράξη, δηλαδή από την ανάκληση της άδειας εισαγωγής των βαλβίδων. Η θεώρηση της πράξης εκείνης ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η αναθεώρηση απόφασης ή πράξης της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου από πολιτικό Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη. Τόνισε, επίσης, ότι προϋπόθεση για την διεκδίκηση αποζημιώσεων για την πλημμελή άσκηση της διοικητικής λειτουργίας είναι η ακύρωση της διοικητικής, κατ' ισχυρισμό, ζημιογόνου απόφασης ή πράξης. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 1431-1435 της απόφασης του Εφετείου: «Είναι ορθό ότι η αγωγή βασίζεται σε παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος ούτε αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη ή παράλειψη η οποία στοιχειοθετεί το δικαίωμα αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η χορήγηση άδειας εισαγωγής εμπορευμάτων δεν ανάγεται ούτε στο ιδιωτικό δίκαιο ούτε σχετίζεται με το δίκαιο των συναλλαγών. Συναρτάται με μονομερή κυριαρχική (imperium) πράξη, δηλωτική της βούλησης της Διοίκησης. Αξονας της διοικητικής λειτουργίας στο δημόσιο τομέα είναι η προαγωγή των σκοπών του δικαίου για τους οποίους παρέχεται η εξουσία σε κρατική αρχή η όργανο. (Βλ. μεταξύ άλλων Antoniou and Others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides ν. Republic
(1985)3 C.L.R. 2342.) Η διοικητική λειτουργία περιλαμβάνει το σύνολο των πράξεων που σχετίζονται με την άσκηση της και η οποία απολήγει στην έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης· περιλαμβανόμενης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης και ενέργειας σχετιζόμενης προς την άσκησή της. Η έρευνα η οποία διεξήχθη από την αρμόδια Αρχή, για τη χορήγηση της άδειας εισαγωγής των εμπορευμάτων περιλαμβανομένου και του ελέγχου των κυλίνδρων και βαλβίδων, αποτελούσε προπαρασκευαστική πράξη και αναπόσπαστο μέρος της διοικητικής διαδικασίας για την έκδοση της άδειας εισαγωγής. Η ζημιογόνος πράξης αφετέρου, εκείνη από την οποία προέκυψε η ζημία, δηλαδή η ανάκληση του μέρους της άδειας εισαγωγής που αφορούσε τις βαλβίδες, συνιστούσε αυτοτελή διοικητική πράξη επενεργούσα όπως και η απόφαση την οποία ανακάλεσε, στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Η αναθεώρηση εκτελεστών διοικητικών πράξεων στον τομέα του δημοσίου δικαίου ανάγεται αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Άρθρο 146.1 αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης και κάθε προπαρασκευαστικής πράξης ή ενέργειας συναφούς προς την έκδοσή της. Όπως υποδεικνύεται στη Λανίτη Λτδ και Άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 ΑΑΔ 225, 231 "Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου." Ο διαχωρισμός, όπως νωρίτερα σημειώσαμε, μεταξύ της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου και της πολιτικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, είναι απόλυτος. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην Συμβ. Εγγρ. Αρχ. & Πολιτικών Μηχανικών ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1994)3 Α.Α.Δ. 453, 458, κατοπτρίζει το απόλυτο του διαχωρισμού. "Η αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146 του Συντάγματος διαχωρίζεται θεσμικά από την πολιτική δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Οι δύο δικαιοδοσίες δεν εφάπτονται σε κανένα σημείο." Η ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης από το Ανώτατο Δικαστήριο αποτελεί προϋπόθεση για τη διεκδίκηση ζημίας η οποία προκύπτει από την έκδοσή της. Η ακύρωση δεν είναι η μόνη προϋπόθεση, όπως εξηγείται στην Εγγλεζάκη και Άλλες ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 Α.Α.Δ. 697, δίνοντας έκφραση στην προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την παράλειψη της αρμόδιας διοικητικής αρχής ή οργάνου να ικανοποιήσει την αξίωση για αποκατάσταση μετά την ακύρωση της πράξης. (Βλ. επίσης Phedias Kyriakides v. Republic, 1 R.S.C.C. 66. Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39. Attorney - General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242. Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166. Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355. Hapeshis v. Republic
(1979)3 C.L.R. 550. Christofides v. Attorney - General
(1981)1 C.L.R. 80. Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462. Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Διευθυντή Τμήματος Δασών και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 225.) Το ακόλουθο απόσπασμα από την Κεντρική Τράπεζα ν. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420, 425, σκιαγραφεί τις προϋποθέσεις για τη διεκδίκηση ζημίας απορρέουσας από παράνομη διοικητική πράξη. "Όπως το κείμενο του άρθρου 146.6 υποδηλώνει και η νομολογία βεβαιώνει, προϋπόθεση για τη διεκδίκηση αποζημιώσεων ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.6 αποτελεί η ακύρωση της διοικητικής πράξης που προκάλεσε τη ζημία. Το πολιτικό δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην αναθεώρηση της διοικητικής πράξης. Η έκνομη λειτουργία της Διοίκησης τεκμηριώνεται από την ακυρωτική απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στο οποίο εναποτίθεται αποκλειστική δικαιοδοσία δικαστικής αναθεώρησης των διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων. Η πρώτη προϋπόθεση για την επίκληση του Άρθρου 146.6 είναι η ακύρωση της διοικητικής πράξης. Με την ακύρωση θεμελιώνεται το παράνομο της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη." Το κριτήριο και μέτρο για την αποζημίωση βάσει του Άρθρου 146.6, είναι διάφορο από εκείνο του Αγγλικού κοινού δικαίου το οποίο ισχύει στον τομέα των αστικών αδικημάτων. (Βλ. μεταξύ άλλων Phedias Kyriakides ν. Republic, 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides ν. The Greek Communal Chamber and Another
(1965)1 C.L.R. 39, Attorney - General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney - General
(1969)1 C.L.R. 355, και Frangoulides, Kampis, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ., Εγγλεζάκη και Θεοδωρίδη (ανωτέρω). Θεώρηση του αγώγιμου δικαιώματος, στην προκείμενη περίπτωση όπως στοιχειοθετείται στην έκθεση απαιτήσεως των εφεσειόντων αποκαλύπτει ότι: (α) Το αγώγιμο δικαίωμα θεμελιώνεται σε πράξη ή παράλειψη που συνιστά αναπόσπαστο μέρος της έρευνας και προπαρασκευαστικών πράξεων για την έκδοση εκτελεστής διοικητικής απόφασης, δηλαδή της άδειας εισαγωγής. Συναφείς προς την άδεια εισαγωγής είναι και οι όροι για την προσαγωγή των απαραίτητων εγγράφων για τη διενέργεια της εισαγωγής. (β) Η ζημία για την οποία εγείρεται αξίωση, προέκυψε από την έκδοση αυτοτελούς εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης συνιστάμενης στην ανάκληση του μέρους της άδειας εισαγωγής που αφορά τις βαλβίδες. Η ανάκληση προηγούμενης εκτελεστής απόφασης ή πράξης συνιστά αυτοτελή εκτελεστή διοικητική απόφαση ή πράξη η αναθεώρηση της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146. (Βλ. μεταξύ άλλων Dir. of Customs v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R.
- Δεν θα επεκταθούμε σε εξήγηση των αρχών που διέπουν τη σύννομη ανάκληση διοικητικής πράξης. Αυτές εξηγούνται σε έκταση στην Hawaii Hotels Limited ν. Δημοκρατίας, Υπ. αρ. 273/94 - 29.12.1995, και στην σχετικά πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Δημοκρατία ν. Κασσέρα, Α.Ε. αρ. 1409 - 31.1.
- Βλ. επίσης Πορίσματα Νομολογίας του Συμβουλίου Επικρατείας 1929 - 1959 σελ. 198, και Π. Δ. Δαγτόγλου Γενικό Διοικητικό Δίκαιο Τρίτη Έκδοση σελ.
- Ό,τι άλλο πρέπει να τονιστεί είναι ότι επενεργεί υπέρ εκτελεστής διοικητικής πράξης ή απόφασης το τεκμήριο της νομιμότητας. Στην απουσία αμφισβήτησης πράξης ή απόφασης βάσει του Άρθρου 146.1, και ακύρωσης στο πλαίσιο εκείνης της διαδικασίας, εκτελεστή διοικητική πράξη τεκμαίρεται ως νόμιμη με όλες τις συνέπειες που ενέχει αυτή η διαπίστωση στα δικαιώματα των επηρεαζόμενων. Καταλήγουμε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά διαπίστωσε ότι τα επίδικα θέματα της αγωγής εκφεύγουν της δικαιοδοσίας πολιτικού δικαστηρίου. Συνεπώς ορθά αποφασίστηκε ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί του αντικειμένου της αγωγής». Υπό το φως των πιο πάνω το Εφετείο απέρριψε την έφεση. Στην υπόθεση SMX Concrete - Mix Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2352 οι ενάγοντες / εφεσείοντες συμφώνησαν να αγοράσουν από τον εναγόμενο 2, έμπορο μηχανοκινήτων οχημάτων, επτά οχήματα μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος όταν αυτά θα εγγράφονταν στην Κύπρο. Εγκρίθηκε η εγγραφή και συντελέστηκε η αγορά, για να ακολουθήσει, όμως, ανάκληση της και κατάσχεση των οχημάτων. Η πρώτη αντίδραση των εφεσειόντων εκδηλώθηκε με προσφυγή κατά της ανάκλησης της εγγραφής, η οποία, όμως, επικυρώθηκε ως νόμιμη. Είχε διαπιστωθεί πως τα έγγραφα που είχαν προσκομισθεί προς επίτευξη της εγγραφής ήταν πλαστά, τα δε οχήματα, στην πραγματικότητα, ήταν ηλικίας μεγαλύτερης από την επιτρεπόμενη από τον Κανονισμό 4
(2)(α)(iv) των Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (ΚΔΠ 66/84). Οι εφεσείοντες αξίωσαν αποζημιώσεις από τον εναγόμενο 1, ήτοι την Δημοκρατία, για αμέλεια ή παράβαση νομίμων καθηκόντων κατά την εγγραφή αριθμού οχημάτων μεταφοράς έτοιμου σκυροδέματος και από τον πωλητή των οχημάτων, ήτοι τον εναγόμενο 2, για δόλο ή ψευδείς παραστάσεις ή παράβαση σύμβασης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε προκαταρκτικά την ένσταση δικαιοδοσίας που ήγειρε η Δημοκρατία. Κατέληξε στην απόφασή του να απορρίψει την αγωγή στην έκταση που αφορούσε στη Δημοκρατία, αφού θεώρησε πως «η βάση της αγωγής προέρχεται ή καλύτερα γεννήθηκε από την απόφαση του Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων να ανακαλέσει την άδεια εγγραφής των οχημάτων». Αυτή ήταν εκτελεστή πράξη που όχι μόνο δεν ακυρώθηκε αλλά επικυρώθηκε ως νόμιμη και, συνεπώς, δεν συνέτρεχε η προϋπόθεση για την ανάληψη δικαιοδοσίας. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν πως το πρωτόδικο δικαστήριο έσφαλε γιατί την αμέλεια και την παράβαση καθήκοντος οι εφεσείοντες την συναρτούσαν στην Έκθεση Απαίτησης τους όχι με την ανάκληση της εγγραφής αλλά με το προγενέστερο γεγονός της ίδιας της εγγραφής. Ειδικότερα, με πράξεις ή παραλείψεις που προσδιόρισαν «προ ή κατά την διαδικασία εγγραφής». Η συνήγορος που εμφανίσθηκε για τον Γενικό Εισαγγελέα διαφώνησε με την ουσία του επιχειρήματος αν και η θέση της ήταν πως το ζήτημα ήταν ακαδημαϊκό. Ούτως ή άλλως συνιστούσε, σύμφωνα με την ίδια, διοικητική πράξη και η ίδια η εγγραφή των οχημάτων, στο πλαίσιο δε του ιδίου σκεπτικού δεν υπήρχε δικαιοδοσία για επιδίκαση αποζημίωσης χωρίς την ακύρωσή της. Το Εφετείο συμφωνώντας ότι η εγγραφή των οχημάτων όπως και η ανάκλησή της συνιστούσαν εκτελεστές διοικητικές πράξεις και υιοθετώντας τις αρχές που διακηρύχθηκαν στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424, που πιο πάνω μνημονεύεται, απέρριψε την έφεση. Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι εφόσον η κατ΄ ισχυρισμόν ζημιογόνος πράξη είναι εκτελεστή ώστε η αναθεώρησή της να εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος προαπαιτείται ακύρωση της για να είναι δυνατή η διεκδίκηση αποζημίωσης κατ΄ επίκληση της έκδοσής της (Βλ. The Attorney General of the Republic v. A. Markoullides and Another
(1966)1 CLR 242, Ouzounian v. The Republic
(1966)3 CLR 553, Byron Pavlides v. Republic
(1967)3 CLR 17, Alexandrou v. Attorney General
(1983)1 CLR 41, Pitsillos v. The Republic
(1984)1 CLR 780, Simillides v. Neophytou
(1986)1 CLR 363). Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225 οι ενάγοντες / εφεσείοντες καταχώρησαν αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διεκδικώντας επιστροφή εισαγωγικών δασμών που κατέβαλαν για εμπορεύματα που, όπως ισχυρίζονταν, είχαν επανεξαγάγει, δυνάμει της επιφύλαξης του άρθρου 5 του περί Εκτάκτου Προσφυγικής Επιβαρύνσεως (Εισαγόμενα Εμπορεύματα) Νόμου, Ν.14/77, όπως τροποποιήθηκε. Το αντικείμενο της αγωγής ήταν η αποπληρωμή οφειλής της Δημοκρατίας, συμποσούμενης σε καθορισμένο χρηματικό ποσό, η οποία προέκυψε από την άρνηση ή την παράλειψη των Τελωνειακών Αρχών να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που τους επέβαλλε η επιφύλαξη του πιο πάνω άρθρου. Η εν λόγω επιφύλαξη επιβάλλει την επιστροφή της επιβάρυνσης κάτω από τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου. Επρόκειτο για προσφυγική επιβάρυνση την οποία οι εφεσείοντες είχαν καταβάλει για την εισαγωγή εμπορευμάτων μετά την ισχυριζόμενη επανεξαγωγή τους. Οι εναγόμενοι / εφεσίβλητοι ήγειραν θέμα καθ' ύλη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση στην οποία η παραβίαση του δικαιώματος που θεμελίωνε την αγωγή πήγαζε ή προέκυπτε από την άσκηση διοικητικής λειτουργίας. Το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε κληθεί να απαντήσει το ερώτημα αν αποκαλύπτετο ή προσδιοριζόταν στην Έκθεση Απαίτησης παραβίαση ή διάρρηξη δικαιώματος για το οποίο η παροχή θεραπείας ανάγεται ή εμπίπτει στην δικαιοδοσία πολιτικού δικαστηρίου. Το πρωτόδικο Δικαστήριο επιλήφθηκε του θέματος σαν προκαταρκτικού νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και αφού βρήκε ότι η εκδίκαση της αγωγής συνεπαγόταν αναπόφευκτα αναθεώρηση από το Δικαστήριο της ισχυριζόμενης παράλειψης των εφεσιβλήτων να εκπληρώσουν καθήκον επιβαλλόμενο από τον νόμο και αναγόμενο στον τομέα του διοικητικού δικαίου, αρμοδιότητα που, σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος, εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, απέρριψε την αγωγή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας. Κατ' έφεση οι εφεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι η αγωγή αφορούσε στην αποπληρωμή χρέους, θέμα για το οποίο είχε αρμοδιότητα το Επαρχιακό Δικαστήριο. Παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από τις σελίδες 231-234 της απόφασης του Εφετείου: «... Αντίθετα με τα κρατούντα στην Ελλάδα και τη Γαλλία, η δικαιοδοσία που παρέχεται από το άρθρο 146 δεν είναι γενικού χαρακτήρα και δεν προσδίδει στο Ανώτατο Δικαστήριο, απεριόριστη αρμοδιότητα επίλυσης διοικητικών διαφορών. Η αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του άρθρ. 146, περιορίζεται στην ακύρωση της πράξης και, επομένως, είναι περιορισμένη και συναρτάται αποκλειστικά με την ευχέρεια ακύρωσης πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης. Η εισήγηση παραγνωρίζει την έκταση της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει της παραγράφου 1 του άρθρ. 146, για την αναθεώρηση πράξων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης, αφενός, και συναρτά, αφετέρου, την έκταση της δικαιοδοσίας με τις θεραπείες που μπορεί να αποδοθούν, βάσει της παραγράφου 4 του άρθρ. 146. Όπως είναι πρόδηλο από το κείμενο του άρθρ. 146, παρέχεται στο Ανώτατο Δικαστήριο αποκλειστική δικαιοδοσία για την αναθεώρηση κάθε πράξης διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο ασκεί εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία. Το άρθρο 146.1 καλύπτει την ολότητα του φάσματος διοικητικών πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων της Διοίκησης στον τομέα του δικαίου. Ο μόνος περιορισμός αφορά το πεδίο της λειτουργίας διοικητικής Αρχής ή οργάνου το οποίο εξυπακούεται από τη φύση της δικαιοδοσίας, κάτω από το άρθρο 146.1. Υπόκεινται στην αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου μόνο αποφάσεις ή παραλείψεις της Διοίκησης στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου, εξηγείται στις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου Antoniou και Machlouzarides (Βλ. Antoniou and others v. Republic
(1984)3 C.L.R. 623. Machlouzarides v.Republic
(1985)3 C.L.R. 2342). Ορθά επισημαίνεται στην πρωτόδικη απόφαση ότι οι αποφάσεις των Τελωνειακών Αρχών στην εκτέλεση του καθήκοντός τους για συλλογή δασμών, φόρων και τελών, ανάγονται στον τομέα του δημόσιου δικαίου και υπόκεινται σε αναθεωρητικό έλεγχο από το Ανώτατο Δικαστήριο (Βλ. μεταξύ άλλων, Antoniades and Co. v. Republic
(1965)3 C.L.R. 673). Η άσκηση της εξουσίας συναρτάται άμεσα με την ευόδωση των δημοσιονομικών στόχων της πολιτείας, θέμα ύψιστου συμφέροντος και ενδιαφέροντος για το δημόσιο. ......................................................................................................................... Καταλήγουμε ότι, κρινόμενη κάτω από οποιοδήποτε πρίσμα, η βάση της αγωγής των εφεσειόντων συναρτάται με την εγκυρότητα πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης, και βρίσκεται έξω από το πεδίο αρμοδιότητας πολιτικού δικαστηρίου. Το πλαίσιο άσκησης της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, βάσει του άρθρ. 146, καθώς και οι θεραπείες που μπορεί να αποδοθούν, διακρίνουν σε ορισμένο βαθμό το πλαίσιο άσκησης της αναθεωρητικής δικαιοδοσίας στην Κύπρο από εκείνο που ισχύει στην Ελλάδα και τη Γαλλία. Το άρθρο 146 περιορίζει τη δικαιοδοσία στην αναθεώρηση και τον έλεγχο της νομιμότητας, πράξης, απόφασης ή παράλειψης της Διοίκησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο, βάσει του άρθρ. 146, δεν είναι διοικητικό δικαστήριο ουσίας, και δεν εξετάζει την ορθότητα της πράξης, ούτε υπεισέρχεται στο πεδίο της δοικητικής λειτουργίας. Κατ' επέκταση, οι θεραπείες που μπορεί να παρέχει, περιορίζονται ουσιαστικά στην ακύρωση ή τη βεβαίωση της πράξης, ανάλογα με τα συμπεράσματα ως προς τη νομιμότητά της. Δεν περιορίζεται όμως στο φάσμα των διοικητικών πράξεων και ενεργειών που υπόκεινται στο δικαστικό έλεγχο που προβλέπει το άρθρο 146 από τη φύση της θεραπείας που μπορεί να αποδοθεί. Όπως έχουμε επισημάνει, και επαναλαμβάνουμε, η αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστηρίου επεκτείνεται στην αναθεώρηση του συνόλου των πράξεων, αποφάσεων και παραλείψεων, δημόσιας Αρχής ή οργάνου στην άσκηση εκτελεστικής ή διοικητικής λειτουργίας στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. μεταξύ άλλων, Kantziais v. Ministry of Interior
(1982)1 C.L.R. 606 και Director of Customs v. Grecian Hotel
(1985)1 C.L.R. 476). αναγνωρίζει ότι χρηματικές απαιτήσεις που προκύπτουν από παράλειψη διοικητικής Αρχής ή οργάνου στην εκπλήρωση νομικών υποχρεώσεων, δε διαφέρουν και δε διακρίνονται από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία διοικητικών αποφάσεων ή παραλείψεων. Άλλωστε, όπως επίσης δέχεται η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η ακύρωση διοικητικής πράξης, ενέργειας ή παράλειψης, αποτελεί προϋπόθεση για προσφυγή σε πολιτικό δικαστήριο για τη διεκδίκηση αποζημίωσης ή άλλης θεραπείας. (Βλ. μεταξύ άλλων, Kampis v. Republic
(1984)1 C.L.R. 314 και Philipides & Son v. Republic
(1985)3 C.L.R. 2588). H βάση της αγωγής, δυνάμει της παραγράφου 6 του άρθρ. 146, δε συναρτάται με την παραβίαση αστικού δικαιώματος, αλλά με την ακύρωση πράξης ή παράλειψης της Διοίκησης που εκδίδεται ή σημειώνεται στον τομέα του δημόσιου δικαίου. Η διευκρίνηση αυτή είναι σημαντική, καθώς και προσδιοριστική του πλαισίου μέσα στο οποίο καθορίζονται οι αποζημιώσεις, βάσει της παραγράφου 6 του άρθρ. 146. (Βλ. μεταξύ άλλων, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462)». Για τους πιο πάνω λόγους, η έφεση κρίθηκε ανεδαφική. Το άρθρο 172 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «Η Δημοκρατία ευθύνεται διά πάσαν ζημιογόνον άδικον πράξιν ή παράλειψιν των υπαλλήλων ή αρχών της Δημοκρατίας εν τη ασκήσει των καθηκόντων αυτών ή κατ' επίκλησιν ασκήσεως των καθηκόντων αυτών. Νόμος θέλει καθορίσει τα περί της ευθύνης της Δημοκρατίας» Στην υπόθεση SMX Concrete - Mix Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α.
(1998)1 ΑΑΔ 2352, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι το άρθρο 172 του Συντάγματος εκτείνεται και σε πράξεις στον τομέα του δημοσίου δικαίου. Εφόσον, όμως, η κατ' ισχυρισμό ζημιογόνος πράξη είναι εκτελεστή ώστε η αναθεώρησή της να εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, προαπαιτείται ακύρωση της για να είναι δυνατή η διεκδίκηση αποζημίωσης κατ' επίκληση της έκδοσής της (Βλ. The Attorney General of the Republic v. A. Markoullides and Another
(1966)1 CLR 242, Ouzounian v. The Republic
(1966)3 CLR 553, Byron Pavlides v. Republic
(1967)3 CLR 217, Alexandrou v. Attorney General
(1983)1 CLR 41, Pitsillos v. The Republic
(1984)1 CLR 780 και Simillides v. Neophytou
(1986)1 CLR 363). Τέλος, στην υπόθεση Phedias I. Kyriakides v. The Republic of Cyprus through the Minister of Interior 1 R.S.C.C. 66 λέχθηκε ότι αναφορικά με ζημιογόνες πράξεις ή παραλείψεις στις οποίες αναφέρεται το άρθρο 172 του Συντάγματος και οι οποίες πράξεις ή παραλείψεις εμπίπτουν στο άρθρο 146 του Συντάγματος δύναται να καταχωρηθεί αγωγή για αποζημιώσεις σε πολιτικό δικαστήριο μόνο στην βάση της παραγράφου 6 του άρθρου 146 και αφού εκδοθεί απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην βάση της παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου. Στις περιπτώσεις αυτές δεν δύναται να καταχωρηθεί αγωγή σε πολιτικό Δικαστήριο απευθείας δυνάμει του άρθρου
- Το άρθρο 146 του Συντάγματος προνοεί τα ακόλουθα: «
- Το Ανώτατον Συνταγματικόν Δικαστήριο κέκτηται αποκλειστική δικαιοδοσίαν να αποφασίζη οριστικώς και αμετακλήτως επί πάσης προσφυγής υποβαλλομένης κατ' αποφάσεως, πράξεως ή παραλείψεως οιουδήποτε οργάνου, αρχής ή προσώπου ασκούντων εκτελεστικήν ή διοικητικήν λειτουργίαν επί τω λόγω ότι αύτη είναι αντίθετος προς τας διατάξεις του Συντάγματος ή τον νόμον ή εγένετο καθ' υπέρβασιν ή κατάχρησιν της εξουσίας της εμπεπιστευμένης εις το όργανον ή την αρχήν ή το πρόσωπον τούτο. ..........................................................................................................................
- Επί τοιαύτης προσφυγής το δικαστήριον δύναται, διά της αποφάσεως αυτού: (α) να επικυρώση, εν όλω ή εν μέρει, την τοιαύτην απόφασιν ή πράξιν ή παράλειψιν∙ ή (β) να κηρύξη την απόφασιν ή την πράξιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και εστερημένην οιουδήποτε αποτελέσματος∙ ή (γ) να κηρύξη την παράλειψιν, εν όλω ή εν μέρει, άκυρον και ό,τι παν το παραλειφθέν έδει να είχεν εκτελεσθή. ..........................................................................................................................
- Παν πρόσωπον ζημιωθέν εξ αποφάσεως ή πράξεως ή παραλείψεως κηρυχθείσης ακύρου κατά την τέταρτην παράγραφον του παρόντος άρθρου δικαιούται, εφ' όσον η αξίωσις αυτού δεν ικανοποιήθη υπό του περί ου πρόκειται οργάνου, αρχής ή προσώπου, να επιδιώξη δικαστικώς αποζημίωσιν ή άλλην θεραπείαν επί τω τέλει, όπως επιδικασθή εις τούτο δικαία και εύλογος αποζημίωσις καθοριζομένη υπό του δικαστηρίου ή παρασχεθή εις τούτο άλλη δικαία και εύλογος θεραπεία ην το δικαστήριον έχει την εξουσίαν να παράσχη». Με την Έκθεση Απαίτησής του ο Καθ' ου η αίτηση βασίζει το αγώγιμο δικαίωμά του σε κακόβουλη δίωξη των Στρατιωτικών Αρχών. Είναι η θέση του, όπως και ενωρίτερα είδαμε, ότι η δίωξη που οδήγησε στην επιβολή της πειθαρχικής ποινής σε αυτόν ήταν κακόβουλη, γιατί ενώ οι Στρατιωτικές Αρχές γνώριζαν ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν είχε διαπράξει το στρατιωτικό αδίκημα της εγκατάλειψης σκοπιάς, εντούτοις, προχώρησαν στην διώξη του με συνεπακόλουθο την επιβολή της πιο πάνω ποινής (παράγραφοι 9 και 13 της Έκθεσης Απαίτησης). Είναι, επίσης, η θέση του, όπως από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει, ότι οι Στρατιωτικές Αρχές συνομώτησαν να επιβάλουν στον Καθ' ου η αίτηση την πιο πάνω ποινή ενώ αυτή εν γνώση τους δεν δικαιολογείτο με αποτέλεσμα να του προκαλέσουν ταλαιπωρία και ψυχική εξουθένωση (παράγραφος 12 της Έκθεσης Απαίτησης). Με την αγόρευσή του ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση επιβεβαίωσε τις δύο πιο πάνω βάσεις αγωγής προσθέτοντας ότι η κακόβουλη δίωξη εναντίον του Καθ' ου η αίτηση από τις Στρατιωτικές Αρχές ήταν το αποτέλεσμα της κατ' ισχυρισμό συνομωσίας και απορρίπτοντας ταυτόχρονα την θέση του Αιτητή ότι η βάση της αγωγής είναι η επιβολή της πειθαρχικής ποινής. Η Νομολογία στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω κατέδειξε ότι σημασία δεν έχει ο τρόπος με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση περιγράφει το αγώγιμό του δικαίωμα, αλλά από πού στην ουσία αυτό προκύπτει. Επομένως, είτε η παρούσα αγωγή βασίζεται στο αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης, είτε στην συνομωσία, αυτό δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος, ούτε και αλλοιώνει το γεγονός ότι η πράξη η οποία στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση είναι η επιβολή της πειθαρχικής σε αυτόν ποινής και ότι η ισχυριζόμενη ζημία για την οποία εγείρεται η αξίωση προέκυψε από την επιβολή της πιο πάνω ποινής (Βλ. Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424). Προδήλως, γι' αυτό και ο Καθ' ου η αίτηση με το Παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης αξιώνει αποζημιώσεις «για τον εγκλεισμό του στην Στρατιωτική Φυλακήν». Επί του θέματος τούτου θα επανέλθω. Υπό το φως των όσων αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο συζήτηση αναφορικά με τις υπό του κύριου Λουκαίδη υποδειχθείσες βάσεις αγωγής καθώς και του βάσιμού τους καθίσταται μόνο ακαδημαϊκής σημασίας. Αισθάνομαι, όμως, την ανάγκη να σημειώσω τα εξής αν και μόνο υπό μορφή σχολίου. Όπως και ενωρίτερα είδαμε, ο κύριος Λουκαίδης κατά την αγόρευσή του υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι μια από τις βάσεις αγωγής είναι και η υπό του Καθ' ου η αίτηση ισχυριζόμενη συνομωσία των Στρατιωτικών Αρχών. Επικαλούμενος δε το Αγγλικό σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 45
(2)αναφέρθηκε και στα συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος. Με όλο τον σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του Καθ' ου η αίτηση κρίνω πως η πιο πάνω θέση ιδωμένη μέσα από την παράγραφο 2 της Απάντησης είναι λανθασμένη. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της πιο πάνω παραγράφου: «Αναφορικά με την προδικαστική ένσταση στην παράγραφο 1 της υπεράσπισης των Εναγομένων, ο Ενάγοντας λέγει ότι αυτή είναι νόμω και/ή ουσία αβάσιμη, καθώς σε καμία περίτπωση η απαίτηση του Ενάγοντα σχετίζεται με την ποινή 10 ημερών από την Στρατιωτική διοίκηση, αλλά η απαίτηση του είναι διά την κακόβουλη δίωξη την οποία υπέστει και η οποία του προκάλεσε ζημιά στην υπόληψη του αλλά και προσωρινή απώλεια της ελευθερίας του και δι' τούτο το λόγο ο Ενάγοντας λέγει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι το καθ' ύλην και τόπο αρμόδιο διά την έγερση και εκδίκαση της παρούσης αγωγής». Με την πιο πάνω παράγραφο από την Απάντηση διασαφηνίζεται ότι η βάση της αγωγής του Καθ' ου η αίτηση είναι μόνο μια. Και αυτή είναι η κακόβουλη δίωξη των Στρατιωτικών Αρχών εναντίον του Καθ' ου η αίτηση ως αποτέλεσμα της οποίας πλήγηκε η υπόληψή του και στερήθηκε προσωρινά της ελευθερίας του. Καθίσταται έκδηλο, λοιπόν, υπό το φως των πιο πάνω ότι η θέση που ο ευπαίδευτος συνήγορος του Καθ' ου η αίτηση πρόβαλε κατά την αγόρευσή του και σύμφωνα με την οποία το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση προκύπτει και από την κατ' ισχυρισμό συνομωσία των Στρατιωτικών Αρχών να επιβάλουν στον Καθ' ου η αίτηση την πειθαρχική ποινή δεν μπορεί να ευσταθεί. Δεν συμφωνεί με τις έγγραφες προτάσεις του Καθ' ου η αίτηση. Η κακόβουλη δίωξη συνιστά αστικό αδίκημα δυνάμει του άρθρου 32 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με το σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα - Δίκαιο και Αποφάσεις» των Αρτέμη και Ερωτοκρίτου, Τόμος 1, σελίδα 105 αποτελούν, μεταξύ άλλων, συστατικά στοιχεία του πιο πάνω αδικήματος η έναρξη ή η συνέχιση ποινικής, πτωχευτικής ή για διάλυση εταιρείας διαδικασίας καθώς και η ανεπιτυχής κατάληξη της διαδικασίας αυτής (αθώωση στην περίπτωση ποινικής διαδικασίας). Ακόμα και αν η διαδικασία η οποία έλαβε χώρα και ως αποτέλεσμα της οποίας ήταν η επιβολή της πειθαρχικής ποινής στον Καθ' ου η αίτηση ήθελε θεωρηθεί ποινική διαδικασία το σημαντικό είναι ότι αυτή δεν ήταν ανεπιτυχής αφού αποτέλεσμα της ήταν η επιβολή στον Καθ' ου η αίτηση της πιο πάνω ποινής. Όπως και να έχει το πράγμα και ασχέτως του βάσιμου της αγωγής, για το οποίο, όπως έχει ήδη καταστεί έκδηλο δεν χρειάζεται να ασχοληθώ, σημασία, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, δεν έχει ο τρόπος με τον οποίο ο Καθ' ου η αίτηση περιγράφει το αγώγιμό του δικαίωμα, αλλά από πού στην ουσία αυτό προκύπτει. Μπορεί η παρούσα αγωγή να βασίζεται στο αστικό αδίκημα της κακόβουλης δίωξης. Ό,τι, όμως, στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση είναι η πράξη μέσω της οποίας επιβλήθηκε σε αυτόν η πειθαρχική ποινή από την οποία και προέκυψε η ισχυριζόμενη ζημία για την οποία ηγέρθη η αξίωση. Και δεν εξουδετερώνει την προέλευση του δικαιώματος τούτου το ότι η αγωγή βασίζεται σε κακόβουλη δίωξη (Βλ. Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424). Τα πιο πάνω υποβόσκουν και ενδόμυχα στην παράγραφο 2 της Απάντησης όπου και αναφέρεται ότι η βάση της απαίτησης είναι η κακόβουλη δίωξη η οποία, μεταξύ άλλων, στέρησε από τον Καθ' ου η αίτηση προσωρινά την ελευθερία του. Στην υπόθεση Takis P. Markides Ltd v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1997)1Γ ΑΑΔ 1424, που πιο πάνω μνημονεύεται, οι ενάγοντες / εφεσείοντες ήγειραν απαίτηση, όπως και ενωρίτερα είδαμε, στο Επαρχιακό Δικαστήριο εναντίον της Δημοκρατίας για αποζημιώσεις για την ζημία που υπέστησαν. Απέδιδαν την ζημία στην ανάκληση της απόφασης για την εισαγωγή των βαλβίδων. Ως γενεσιουργό αιτία της ζημίας καθόριζαν την αμελή, κατά τους ισχυρισμούς τους, διερεύνηση του αιτήματος τους για την χορήγηση άδειας εισαγωγής από τις αρμόδιες διοικητικές αρχές της Δημοκρατίας. Βασίσθηκαν, όπως ισχυρίσθηκαν, στα αποτελέσματα της έρευνας των διοικητικών αρχών ως προς την ποιότητα των εμπορευμάτων τα οποία θα εισήγαγαν. Η αμέλεια των αρχών συνιστούσε για τους εφεσείοντες παράβαση οφειλόμενου καθήκοντος επιμέλειας. Συνάρτησαν, επίσης, την απαίτηση τους και το συναφές προς αυτή αγώγιμο δικαίωμα προς τις αρχές της Hedley Byrne & Co. v. Heller & Partners [1963] 2 All E R 575. Το Εφετείο έκρινε, όπως είδαμε, ότι αφ' ης στιγμής το αντικείμενο της αγωγής ήταν συνυφασμένο με την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του άρθρου 146.1 του Συντάγματος, ορθά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι εστερείτο δικαιοδοσίας να ακούσει την υπόθεση. Η ζημιογόνος πράξη ή ακριβέστερα η ζημία η οποία διεκδικείτο προέκυψε, σύμφωνα με την απαίτηση των εφεσειόντων, από εκτελεστή διοικητική πράξη, ήτοι την ανάκληση της άδειας εισαγωγής των βαλβίδων. Η θεώρηση της πράξης εκείνης ανάγονταν αποκλειστικά στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και η αναθεώρηση απόφασης ή πράξης της Διοίκησης στον τομέα του δημοσίου δικαίου από πολιτικό Δικαστήριο κρίθηκε ανεπίτρεπτη. Το ερώτημα είναι αν η επιβολή της πειθαρχικής ποινής στον Καθ' ου η αίτηση συνιστά εκτελεστή διοικητική πράξη και, επομένως, αν το όλο ζήτημα ανάγεται στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ανωτάτου Δικαστήριο στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος. Στην υπόθεση Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας & Άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 225, που πιο πάνω μνημονεύεται, λέχθηκε ότι προϋπόθεση για την ανάληψη και άσκηση δικαιοδοσίας στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι η γένεση, από την προσβαλλόμενη πράξη, δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ως αποτέλεσμα της άσκησης της διοικητικής λειτουργίας. Με αυτή την έννοια η πράξη πρέπει να είναι εκτελεστή, δηλαδή γενεσιουργός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Αν δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πολίτη αφήνονται ανεπηρέαστα και, κατ' επέκταση, δεν υπάρχει αντικείμενο προς αναθεώρηση ή διαφορά προς λύση. Η άλλη προϋπόθεση για την άσκηση της πιο πάνω δικαιοδοσίας είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του αιτούντος. Στην πιο πάνω υπόθεση οι εφεσείοντες βάσιζαν τα δικαιώματά τους, όπως είδαμε, στην άρνηση των Τελωνειακών Αρχών να τους αποδώσουν τα οφειλόμενα σε αυτούς. Η άρνηση αυτή είχε άμεσες και απτές επιπτώσεις στα οικονομικά τους συμφέροντα και ήταν καθοριστική γι' αυτά. Η πράξη είχε, συνεπώς, βάσει των γεγονότων, όπως διατυπώνονταν στην έκθεση απαίτησης, όλα τα γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Υπό το φως των πιο πάνω προκύπτει ότι η απάντηση στο ερώτημα που ενωρίτερα τέθηκε θα πρέπει να είναι θετική. Η επιβολή της πειθαρχικής ποινής στον Καθ' ου η αίτηση είναι γενεσιουργός υποχρεώσεων με άμεσες και απτές επιπτώσεις στα δικαιώματα του Καθ' ου η αίτηση, ήτοι την ελευθερία του. Έχει, επομένως, όλα τα γνωρίσματα εκτελεστής διοικητικής πράξης. Η πιο πάνω κρίση επιβεβαιώνεται και από τις υποθέσεις Αλέξανδρος Ζαβρός και Άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Υπουργού Άμυνας και Άλλων
(1994)3 ΑΑΔ 349 και Χαράλαμπος Χαραλαμπίδης ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Ανωτάτου Συμβουλίου Κρίσεων Αξιωματικών και Άλλου
(1995)4Δ ΑΑΔ
- Και στις δύο πιο πάνω υποθέσεις αποφασίσθηκε ότι η επιβολή πειθαρχικής ποινής σε αξιωματικούς του Στρατού συνιστούσε εκτελεστή διοικητική πράξη. Η επιβολή της πειθαρχικής ποινής συνεπεία της οποίας προέκυψε η ζημία και η οποία στοιχειοθετεί το αγώγιμο δικαίωμα του Καθ' ου η αίτηση αποτελεί αναπόσπαστη πτυχή της διοικητικής λειτουργίας συνυφασμένη με την έκδοση εκτελεστής απόφασης στο πεδίο του δημοσίου δικαίου. Το αντικείμενο της αγωγής είναι, επομένως, συνυφασμένο με την άσκηση της διοικητικής λειτουργίας, η αναθεώρηση των αποτελεσμάτων της οποίας ανάγεται αποκλειστικά στη δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει του Άρθρου 146.
- Η αναθεώρηση πράξης ή παράλειψης στον τομέα του δημοσίου δικαίου από πολιτικό Δικαστήριο είναι ανεπίτρεπτη. Όπως είδαμε, το Άρθρο 146.1 του Συντάγματος αποκλείει την εξέταση, άμεσα, έμμεσα ή παρεμπιπτόντως, από οποιοδήποτε δικαστήριο άλλο από το Ανώτατο Δικαστήριο, της νομιμότητας και εγκυρότητας εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Σύμφωνα με το άρθρο 146 του Συντάγματος και την Νομολογία που πιο πάνω παρατέθηκε μια από τις προϋποθέσεις για την διεκδίκηση αποζημιώσεων στο Επαρχιακό Δικαστήριο για την πλημμελή άσκηση της διοικητικής λειτουργίας είναι η ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης. Διοικητική πράξη τεκμαίρεται ότι είναι νόμιμη εκτός εάν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Μόνο με την ακύρωση της πράξης αυτή καθίσταται παράνομη. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά στην παράλειψη της αρμόδιας διοικητικής αρχής ή οργάνου να ικανοποιήσει την αξίωση για αποκατάσταση μετά την ακύρωση της πράξης. Γεννάται δικαίωμα για αποζημίωση εφόσον η απαίτηση δεν ικανοποιηθεί από το δημόσιο όργανο, αρχή ή πρόσωπο που φέρει την ευθύνη για την ακυρωθείσα πράξη. Επιδίκαση αποζημιώσεων από πολιτικό Δικαστήριο για ζημία που κατ' ισχυρισμό προέκυψε από πράξη της Διοίκησης χωρίς να προηγηθεί η ακύρωση της από το Ανώτατο Δικαστήριο διά προσφυγής στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος είναι ανεπίτρεπτη. Επομένως, μόνο αν ο Καθ' ου η αίτηση προσέφευγε στο Ανώτατο Δικαστήριο με προσφυγή στην βάση του άρθρου 146 του Συντάγματος και το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της πιο πάνω δικαιοδοσίας του ακύρωνε την ποινή δυνάμει του άρθρου 146
(4)(β) θα μπορούσε ο Καθ' ου η αίτηση να προσφύγει σε πολιτικό Δικαστήριο για ανάκτηση αποζημιώσεων στην βάση πλέον του άρθρου 146
(6)και του άρθρου 172 του Συντάγματος, αφού προηγουμένως αποτείνονταν στην αρμόδια αρχή για αποζημιώσεις και παρέμεινε ανικανοποίητος. Ο Καθ' ου η αίτηση δεν προσέφυγε, όμως, με προσφυγή στο Ανώτατο Δικαστήριο. Επομένως, και στην βάση των δύο πιο πάνω άρθρων του Συντάγματος δεν νομιμοποιείται στην έγερση της παρούσης αγωγής. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω ότι στερούμαι δικαιοδοσίας να επιληφθώ της αγωγής. Συνακόλουθα η προδικαστική ένσταση του Αιτητή επιτυγχάνει και η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή/ Εναγόμενου και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση / Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Διεκδίκηση αποζημιώσεων με αγωγή χωρίς την προηγούμενη ακύρωση εκτελεστής διοικητικής πράξης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο