Αλεξία Χαραλάμπους ν. Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, Αρ. Αγωγής: 743/13, 30/9/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A276 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 743/13 Μεταξύ: Αλεξία Χαραλάμπους, από την Λεμεσό και Παγκυπριακή Ασφαλιστική Λίμιτεδ, από την Λευκωσία Ημερομηνία: 30.9.13 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια: κ. Σ. Χ΄΄Δημητρίου για κκ Ε. Αναστασίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Χρ. Καρεκλά) Για την Εναγόμενη / Καθ' ης η αίτηση: κα Φρόσω Βερεσιέ για κ. Κ. Μ. Χατζηπιέρα -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Ενάγουσα / Αιτήτρια στις 7.3.13 με την οποία εξαιτείται την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Διάταξη 25, θεσμούς 1 και 5 και στην Διάταξη 48, θεσμοί 1-3 και 9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Έλενας Καραΐσκου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας και η δικηγόρος η οποία χειρίζεται την παρούσα αγωγή. Σύμφωνα με την εν λόγω ένορκο δήλωση κατά την εκτύπωση της αγωγής εκ λάθους και/ή παραδρομής και/ή αβλεψίας η πιο πάνω δικηγόρος δεν επισύναψε μια σελίδα από την Έκθεση Απαίτησης στην οποία γινόταν αναφορά σε μέρος των Λεπτομερειών Αμέλειας της Josephine Eid και στις Λεπτομέρειες Σωματικών Βλαβών της Αιτήριας με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι ελλιπής και/ή μη ορθά αποτυπωμένη. Οι παραλείψεις είναι ουσιώδεις και χωρίς την αιτούμενη τροποποίηση η αγωγή θα είναι ελλιπής και σε βάρος των συμφερόντων της Αιτήτριας. Για τους πιο πάνω λόγους η παραχώρηση από το Δικαστήριο της αιτούμενης θεραπείας είναι ορθή και δίκαιη. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους της από τον δικηγόρο της προβάλλονται 4 λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Άντρης Κωνσταντίνου, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου της Καθ' ης η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την τελευταία να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή αντινομική και/ή κακόπιστη
- η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή σκοπεί στην καταχρηστική απασχόληση του δικαστικού χρόνου
- με την έγκριση της αίτησης η Καθ' ης η αίτηση θα υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη
- τυχόν έγκριση της αίτησης θα περιπλέξει περαιτέρω την διαδικασία και θα καθυστερήσει περαιτέρω την εκδίκαση. Με τις παραγράφους 3 και 4 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση επαναλαμβάνονται οι τρεις πρώτοι λόγοι ένστασης. Με την παράγραφο 5 διευκρινίζεται ότι η θέση περί παρατυπίας έγκειται στο ότι ο τίτλος της αγωγής όπως παρουσιάζεται στην υπό κρίση αίτηση είναι λανθασμένος. Με την παράγραφο 2 προβάλλεται, επίσης, ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε σε καθυστερημένο στάδιο και χωρίς να δίδεται για την καθυστέρηση επαρκής δικαιολογία. Αναφορικά με το τελευταίο σημειώνεται ότι αντίστοιχος λόγος ένστασης δεν εκτίθεται στο σώμα της Ειδοποίησης. Για τους πιο πάνω λόγους είναι η θέση της Καθ' ης η αίτηση ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα εις βάρος της Αιτήτριας. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Διάταξη 25, θεσμός 1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, allow either party to alter or amend his indorsement or pleadings, in such manner and on such terms as may be just, and all such amendments shall be made as may be necessary for the purpose of determining the real questions in controversy between the parties». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνονται αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd
(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες: «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε στην σελίδα 716 πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε ότι είναι η θέση της Νομολογίας ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Η πιο πάνω αρχή θα πρέπει, ωστόσο, να αντικρισθεί υπό το φως νεότερης Νομολογίας. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1007: «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της πιο πάνω απόφασης διατύπωθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Με την αγόρευση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση υποστηρίχθηκαν τα ακόλουθα. Σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος (α) η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα πρέπει να απαντήσει, (β) θα ανακύψει η ανάγκη όπως ζητηθούν περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης και (γ) είναι άγνωστο κατά πόσο η Αιτήτρια θα παραδώσει τις λεπτομέρειες αυτές. Σε περίπτωση δε άρνησης της Αιτήτριας να παράσχει λεπτομέρειες θα καταστεί αναγκαία η υποβολή εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση σχετικής αίτησης. Περαιτέρω, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα ζητήσει με αίτηση προς το Δικαστήριο όπως η Αιτήτρια αποκαλύψει όλα τα έγγραφα για τα οποία η Αιτήτρια κάνει αναφορά στην αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης καθώς και έγγραφα τα οποία έχει στη κατοχή της και/ή που προκύπτουν από τις αναφορές που κάνει στην αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Επίσης, είναι άγνωστο κατά πόσο η Αιτήτρια θα συγκατατεθεί στο πιο πάνω αίτημα καθώς και σε επακόλουθο αίτημα για επιθεώρηση των αναφερόμενων εγγράφων. Αν υπάρξει άρνηση θα ακολουθήσουν αιτήσεις. Επίσης, η πλευρά της Καθ' ης η αίτηση θα ζητήσει να εξετάσει την Αιτήτρια από ιατρό της επιλογής της και είναι, επίσης, άγνωστο κατά πόσο θα συγκατατεθεί η Αιτήτρια σε ιατρική εξέταση. Σε περίπτωση άρνησής της θα ακολουθήσει αίτηση. Τέλος, θα είναι άγνωστος ο χρόνος που θα απαιτηθεί για την μελέτη των εγγράφων αυτών και από τις δυο πλευρές. Η πιο πάνω επιχειρηματολογία της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η αίτηση δεν προωθεί τους λόγους ένστασης υπό παράγραφους (α) - (γ) της ένστασης. Υπό το φως των πιο πάνω οι πιο πάνω λόγοι ένστασης θα πρέπει να θεωρηθούν ως εγκαταλειφθέντες. Και αν ακόμη ήθελε θεωρηθεί ότι με την πιο πάνω επιχειρηματολογία προωθείται ο τελευταίος λόγος ένστασης αξίζει να σημειωθεί ότι αυτός δεν προωθείται με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αφού σε αυτήν καμία σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε. Είναι, επίσης, σαφώς νομολογημένο ότι δηλώσεις δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις τους δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και ως εκ τούτου δεν λαμβάνονται υπόψη. Αν και η επιτυχία της υπό κρίση αίτησης προδιαγράφεται αισθάνομαι, ωστόσο, την ανάγκη να αναφέρω τα ακόλουθα για τους με την Ειδοποίηση Ένστασης προβληθέντες λόγους ένστασης. Αναφορικά με τους λόγους ένστασης υπό παράγραφους (β) και (γ) θα πρέπει να λεχθεί ότι καμία μαρτυρία και κανένας ισχυρισμός δεν παρουσιάσθηκαν στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση που να επεξηγεί ή να δικαιολογεί τις θέσεις που με τους δύο πιο πάνω λόγους ένστασης προβάλλονται. Ό,τι με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση γίνεται είναι απλή παράθεση των πιο πάνω λόγων ένστασης χωρίς να έχει παρουσιασθεί οποιαδήποτε μαρτυρία που να τους προωθεί ή να τους υποστηρίζει. Στην απουσία μιας τέτοιας μαρτυρίας καταλήγω στο αναπόδραστο υπό τις περιστάσεις συμπέρασμα ότι οι πιο πάνω λόγοι ένστασης παρέμειναν γενικόλογοι και αόριστοι. Πάντως, δυσκολεύομαι να δω πώς η υπό κρίση αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, αφ' ης στιγμής ό,τι με αυτήν επιζητείται είναι η προσθήκη στην Έκθεση Απαίτησης σημαντικών ισχυρισμών, οι οποίοι παραλείφθηκαν από παραδρομή και αβλεψία. Και ότι ό,τι με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται είναι μια διόρθωση, η αναγκαιότητα της οποίας αναδύεται καλόπιστα μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και ως αδήρρητη ανάγκη για την παρουσίαση της πραγματικής επίδικης διαφοράς και τον προσδιορισμό της ουσίας της. Ούτε και μπορώ να αντιληφθώ πώς η έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή ζημία στην Καθ' ης η αίτηση. Ιδιαίτερα εν' όψει του ότι αυτή υπεβλήθη όχι μόνο πριν την έναρξη της δίκης αλλά σε πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας οπότε και δεν δημιουργείται ζήτημα ως προς το δικαίωμα της Καθ' ης η αίτηση για διεξαγωγή και περάτωση της δίκης μέσα σε εύλογα χρονικά όρια όπως αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος. Αναφορικά με τον τέταρτο λόγο ένστασης θα πρέπει να λεχθεί ότι ελλείπει παντελώς οποιαδήποτε μαρτυρία στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση που να τον υποστηρίζει. Υπό το φως των πιο πάνω ο λόγος αυτός κρίνεται εκ προοιμίου απορριπτέος. Επίσης, με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη σε καθυστερημένο στάδιο και χωρίς να δοθεί οποιαδήποτε εξήγηση για την καθυστέρηση αυτή. Αν και ο ισχυρισμός αυτός δεν προβάλλεται ως λόγος ένστασης στο σώμα της Ειδοποίησης Ένστασης, εντούτοις, είμαι διατεθειμένος να τον σχολιάσω. Θα διαφωνήσω με τον προβληθέντα ισχυρισμό ότι η υπό κρίση αίτηση υπεβλήθη σε καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας. Τουναντίον, αυτή υπεβλήθη σε αρχικό και, μάλιστα, πολύ αρχικό στάδιο της διαδικασίας και συγκεκριμένα 17 μόνο ημέρες μετά την καταχώρηση του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και 10 μόνο ημέρες μετά την καταχώρηση του σημειώματος εμφάνισης εκ μέρους της Καθ' ης η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω δεν απαιτείτο κατά την κρίση μου η προβολή οποιασδήποτε δικαιολογίας για την πάροδο του πιο πάνω χρονικού διαστήματος. Επίσης, εν' όψει του ότι το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της καταχώρησης του ειδικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος και της καταχώρησης της υπό κρίση αίτησης είναι τόσο σύντομο κρίνω πως η απουσία μαρτυρίας που να καταδεικνύει τον χρόνο κατά τον οποίο η ανάγκη για την τροποποίηση κατέστη ορατή δεν θα επηρέαζε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέλος, με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση διευκρινίζεται ότι ο πρώτος λόγος ένστασης αφορά στον τίτλο της αγωγής όπως αυτός παρουσιάζεται στην υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα αυτός είναι λανθασμένος. Δεν διευκρινίζεται, όμως, από την ενόρκως δηλούσα πού έγκειται το λάθος. Κατά την κρίση μου ο τίτλος της αγωγής ορθά παρουσιάζεται στον τίτλο της υπό κρίση αίτησης. Είναι ο τίτλος με τον οποίο καταχωρήθηκε το ειδικά οπισθογραφημενο κλητήριο ένταλμα και του οποίου με την υπό κρίση αίτηση επιζητείται η διόρθωση. Η υπό κρίση αίτηση δεν θα μπορούσε να φέρει άλλο τίτλο. Υπό το φως των πιο πάνω και της Νομολογίας που πιο πάνω παρατέθηκε η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Αναφορικά με τα έξοδα ενδεικτικά είναι τα όσα επί του προκειμένου αναφέρθηκαν στην υπόθεση Χαρίλαος Χατζηγέρου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (Αρ. 1)
(2003)3 ΑΑΔ 31, σελίδα 36, και που πιο κάτω παρατίθενται: «Έξοδα: Τα έξοδα σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφων επιδικάζονται κατά κανόνα υπέρ του καθ' ου η αίτηση ανεξάρτητα από τη στάση του τελευταίου στο αίτημα και στην επιτυχία της ένστασης σ' αυτό. Η προσέγγιση αυτή δεν λαμβάνει αρκούντως υπόψη τον κανόνα στον οποίο στηρίζεται η αρχή αυτή εξικνούμενο στον επωμισμό της δαπάνης από το διάδικο που προκάλεσε τα αχρείαστα έξοδα. Ο αιτητής δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί πρόξενος των εξόδων της ακρόασης που επέφερε η ένσταση του καθ' ου η αίτηση στο αίτημά του. Σε τέτοιες περιπτώσεις ορθή εφαρμογή της αρχής που διέπει την επιδίκαση εξόδων δικαιολογεί την απόδοση στον καθ' ου η αίτηση μόνο μέρους των εξόδων του. Η τομή που μπορεί να γίνει σ' αυτές τις υποθέσεις έγκειται στην επιδίκαση εξόδων στον καθ' ου η αίτηση του ενός δευτέρου των εξόδων του που είναι και η απόφαση που εκδίδουμε σ' αυτή την υπόθεση». Εφαρμογή των πιο πάνω θα οδηγούσε στην επιδίκαση των εξόδων της υπό κρίση αίτησης υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας κατά το ήμισυ. Θεωρώ, όμως, ότι ούτε και στο ήμισυ των εξόδων δεν δικαιούται η Καθ' ης η αίτηση. Και αυτό γιατί (α) με την αγόρευση των δικηγόρων της οι λόγοι ένστασης υπό παράγραφους (α) - (γ) εγκαταλείφθησαν, (β) οι λόγοι ένστασης υπό παράγραφους (β) και (γ) παρέμειναν αόριστοι και γενικόλογοι και δεν προωθήθηκαν με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, (γ) όσον αφορά τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (δ) καμία απολύτως μαρτυρία δεν παρουσιάσθηκε που να τον υποστηρίζει και (δ) ο λόγος ένστασης υπό παράγραφο (α) δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς. Αναφορικά δε με τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης αυτά για λόγους ευνόητους θα επιδικασθούν υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας εξ' ολοκλήρου. Δίδονται οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρηθεί εντός 7 (επτά) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και αντίγραφό του παραδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση. Υπεράσπιση στο τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα να καταχωρηθεί εντός 14 ημερών από της παράδοσης του. Κατά τα λοιπά να ακολουθήσουν οι Θεσμοί. Αναφορικά με τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης δεν εκδίδεται διαταγή. Αναφορικά τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης / Καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας / Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση τίτλου αγωγής Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο