← Κύπρος

Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή κ.α. ν. Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Δ.Ε.Π.Ε. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1831/2013, 8/10/2013

Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή κ.α. ν. Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Δ.Ε.Π.Ε. κ.α., Αρ. Αγωγής: 1831/2013, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A289 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1831/2013 Μεταξύ:

  1. Σολωμού Αργυρού Καρασιαλή
  2. Στέλιου Παπαστυλιανού
  3. Χριστάκη Θεοχάρους
  4. Άριστου Αριστείδου
  5. Αντώνη Προκοπίου
  6. Θεόδουλου Πετούση Εναγόντων και
  7. Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Δ.Ε.Π.Ε.
  8. Ευάγγελου Χρ. Πουργουρίδη Εναγομένων Ημερομηνία: 8.10.13 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Ν. Νεοκλέους Για τους Εναγομένους - Καθ ων η αίτηση: κ. Χρ. Τιμοθέου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση αφορά αποζημιώσεις που αξιώνουν οι ενάγοντες εναντίον των εναγομένων για την δημοσίευση επιστολής, δια της αποστολής της από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες, και με κοινοποίηση σε όλα τα μέλη της Σ.Π.Ε Κυπερούντας, το περιεχόμενο της οποίας αποτελεί σύμφωνα με τους ενάγοντες δυσφημιστικό. Μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και στα πλαίσια της αγωγής, οι ενάγοντες την 22.7.13 καταχώρισαν μονομερή αίτηση για την έκδοση διατάγματος το οποίο να απαγορεύει τους εναγόμενους, αντιπροσώπους και υπαλλήλους τους από το να προβαίνουν σε οποιασδήποτε μορφής δυσφημιστικού δημοσιεύματος κατά των εναγόντων. Η αίτηση με οδηγίες του δικαστηρίου επιδόθηκε στους εναγομένους που καταχώρισαν ένσταση. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και χωρίς την αντεξέταση των εκατέρωθεν ενόρκως δηλούντων, οι δικηγόροι των δυο πλευρών προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις. Προς σκιαγράφηση της ακριβούς φύσεως των επιδίκων θεμάτων αναφορικά με το ενδιάμεσο διάταγμα, κρίνεται κατάλληλο όπως γίνει συνοπτική αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν στη διαφορά, αλλά και στη νομική θεμελίωση της αγωγής, δεδομένου ότι κατά την εξέταση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία επί προσωρινών διαταγμάτων, στην βάση των προνοιών του άρθρου 32 του Ν.14/60, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, προσδιορίζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, με αναφορά στις αξιώσεις στο δικόγραφο της αγωγής και της γενικής οπισθογράφησης. Εκείνο που απαιτείται να καταδειχθεί είναι ότι αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση. Το δεύτερο δε κριτήριο, αλληλένδετο κατά ένα τρόπο και σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την προσφερόμενη μαρτυρία και την αποδεικτική της δύναμη που αφορά την ορατή πιθανότητα επιτυχίας του νομικού βάθρου της αγωγής. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν ο αιτητής καταδείξει μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία το στοιχείο αυτό, στο βαθμό και το εύρος που απαιτείται, τότε το κριτήριο θεωρείται ότι ικανοποιείται. Βασικό στοιχείο και όχι αποδεικτικό μέσο ως υποδεικνύεται στη Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου

(1995)1 ΑΑΔ 248 αποτελούν τα δικόγραφα. (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ 2015, Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 C.L.R 557, Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ 2029 και Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη, ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.ά, Πολ. Έφεση Αρ.170/11 ημερ.20.10.11). Σύμφωνα με την έκθεση απαιτήσεως οι ενάγοντες αποτελούν τα 6 από τα 8 μέλη της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε Κυπερούντας, στη συνέχεια η Σ.Π.Ε, και η εναγομένη 1 είναι δικηγορική εταιρεία με κύριο μέτοχο τον εναγόμενο
  1. Οι εναγόμενοι μέχρι την 20.4.13 χειρίζοντο ως δικηγόροι υποθέσεις της Σ.Π.Ε. Ανέλαβαν επίσης την υπεράσπιση του υπό διαθεσιμότητα Γραμματέα της Σ.Π.Ε σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του χωρίς όμως να παραιτηθούν από δικηγόροι της Σ.Π.Ε. Την 24.4.13 η Επιτροπεία της Σ.Π.Ε με επιστολή της προς τους εναγομένους τους γνωστοποιούσε την διακοπή της μεταξύ τους συνεργασίας. Την 28.4.13 η εναγόμενη 1 απέστειλε επιστολή υπογραμμένη από τον εναγόμενο 2 προς την Επιτροπεία της Σ.Π.Ε, κοινοποιώντας την σε όλα τα μέλη της Σ.Π.Ε με το ακόλουθο περιεχόμενο, που αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής. «Κύριοι, Αναγνωρίζω λήψη της επιστολής σας που φέρει ημερομηνία 20/04/2013 και τίτλο «ΠΕΙΘΑΡΧΙΚΗ ΔΙΩΞΗ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ ΤΗΣ ΣΠΕ ΚΥΡΙΟΥ ΑΝΤΩΝΗ ΙΩΑΝΝΟΥ» και σας πληροφορώ τα ακόλουθα: (α) Η απόφαση σας να διακόψετε την συνεργασία του γραφείου μου με την Σ.Π.Ε. όχι μόνο δεν πρόκειται να με απομακρύνει από τα δρώμενα σε αυτή και/ή να με αποθαρρύνει από του να μάχομαι για αποκατάσταση της νομιμότητας, αλλά απεναντίας επιβεβαιώνει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την πεποίθηση μου περί της ακαταλληλότητας σας να διευθύνετε την Σ.Π.Ε. (β) Ο ευτελής λόγος τον οποίο προβάλλετε ως αφορμή για την διακοπή της πιο πάνω συνεργασίας, αποδεικνύει σε εμένα άνευ ετέρου, την αδίστακτη πρακτική σας, να απομακρύνετε τον οιονδήποτε αντιτάσσεται στις ιδιοτελείς προθέσεις σας. Πρώτα τον κ. Χρήστο Πουργουρίδη, μετά τον Γραμματέα και τέλος εμένα. (γ) Αν, η εκπροσώπηση του Γραμματέα σε μια διαδικασία κατά την οποία ο κ. Ιωάννου έπρεπε να τεκμαίρεται αθώος μέχρις αποδείξεως του εναντίου, θεωρείται πως «δεν εξυπηρετεί τα καλώς νοούμενα συμφέροντα» των μελών/πελατών της Σ.Π.Ε., αυτό από μόνο του αναδεικνύει το πόσο προκατειλημμένη αλλά και προδιαγεγραμμένη είναι η εν λόγω διαδικασία. Διερωτώμαι πράγματι αν τα μέλη/πελάτες της Σ.Π.Ε., γνωρίζουν τις κυριολεκτικά αστείες κατηγορίες που προσάφθηκαν κατά του Γραμματέα και τις παράλληλες με την διαθεσιμότητα του μεθοδεύσεις σας, στις υποθέσεις Haricon και Savvas Homes; Διερωτώμαι πράγματι πόσα μέλη/πελάτες της Σ.Π.Ε., γνωρίζουν ότι αρκετοί από εσάς πήρατε ή εγγυηθήκατε δάνεια από την Σ.Π.Ε. και όχι μόνο δεν τα αποπληρώνετε αλλά απεναντίας προσπαθείτε με διάφορες μεθοδεύσεις να τα απαλλαγείτε; Πόσοι ξέρουν τις σχέσεις κάποιων από εσάς με τα απλήρωτα δάνεια συγγενών σας και τις προσπάθειες σας να τα διαγράψετε τώρα που απομακρύνθηκε το εμπόδιο Γραμματέας και οι νόμιμοι σύμβουλοι; (δ) Η Σ.Π.Ε. κύριοι, δεν είναι χωράφι σας. Η Σ.Π.Ε. ανήκει σε όλους εμάς που κάθε μήνα πληρώνουμε τις δόσεις μας και την συντηρούμε με τους κόπους μας. Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να την οδηγήσετε στην καταστροφή και να την καταντήσετε δεύτερη Λαϊκή Τράπεζα. (ε) Τέλος, όσον αφορά τους φακέλους των υποθέσεων που εκκρεμούν, αυτοί θα σας παραδοθούν αφού ετοιμαστούν οι σχετικοί κατάλογοι εξόδων και αφού καταβληθεί η αμοιβή μας. Βλέποντας δε σε ποιες υποθέσεις αφορούν οι εν λόγω φάκελοι, αντιλαμβάνομαι πλήρως την αγωνία σας για «άμεση» επιστροφή τους! Διατελώ, ____________________________ Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης Ως αποτέλεσμα ηγέρθη η παρούσα αγωγή. Στη συνέχεια όμως, εκείνο που προέκυψε και οδήγησε στην καταχώριση της κρινόμενης ενδιάμεσης διαδικασίας ήταν επιστολή των εναγομένων ημερ. 3.7.13, προς τον Γενικό Εισαγγελέα υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων. Παρατίθεται το περιεχόμενο της επιστολής αυτής, αφού αποτέλεσε το έναυσμα για να αποταθούν οι ενάγοντες στο δικαστήριο επιζητώντας το απαγορευτικό διάταγμα. Παρά την έκταση του κρίνεται πως είναι αποκαλυπτικό του όλου ιστορικού, που συνιστά σε τελική ανάλυση το πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε, μεταξύ άλλων, και στην κρινόμενη διαφορά. «3 Ιουλίου, 2013 Έντιμο κύριο Πέτρο Κληρίδη Πρόεδρο Πειθαρχικού Συμβουλίου Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας Οδός Απελλή αρ. 1 1403 Λευκωσία Αγαπητέ κύριε Κληρίδη, ΘΕΜΑ: Καταγγελία εις βάρος μου από την Επιτροπεία της ΣΠΕ Κυπερούντας Ευχαριστώ για την επιστολή σας ημερομηνίας 19/6/2013, σχετικά με το παράπονο που υπέβαλαν εις βάρος μου, τα 6 εκλελεγμένα μέλη της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε. και ο τότε Αναπληρωτής Γραμματέας του Ιδρύματος. Είμαι της ισχυρότατης πεποίθησης πως οι 6, είναι άτομα ανήθικα, διεφθαρμένα και εντελώς ακατάλληλα να διαχειρίζονται την Σ.Π.Ε. Επί του προκειμένου, παρακαλώ σημειώστε πως είμαι μέλος του υπό αναφορά Ιδρύματος και διατηρώ σε αυτό, τους προσωπικούς και επαγγελματικούς μου λογαριασμούς. Οι 6 εκλέγηκαν ως Επίτροποι το 2010 αφού προηγουμένως διεκδίκησαν τις θέσεις ως «συνδυασμός υποψηφίων». Η θητεία τους λήγει τον Δεκέμβριο του
  2. Αφότου ανέλαβαν τις θέσεις, προσπάθησαν μεθοδικά και οργανωμένα να εξυπηρετήσουν τους εαυτούς τους και τους συγγενείς τους εις βάρος του Ιδρύματος. Προσπάθησαν να περάσουν αποφάσεις που αφορούσαν σε διαγραφές δανείων των ιδίων και/ή συγγενών τους, επιχείρησαν να δανειοδοτήσουν φίλους, συγγενείς και συνεργάτες, χωρίς οι αιτητές να πληρούν τα κριτήρια της Νομοθεσίας και/ή της Εταιρείας και γενικά συμπεριφέρονταν ωσάν να ήταν οι ιδιοκτήτες του Ιδρύματος. Ο Γραμματέας του Ιδρύματος αντιτασσόταν στις πιο πάνω προσπάθειες και όταν η κατάσταση έφτασε στο απροχώρητο, ο τελευταίος ανέφερε τα πιο πάνω σε λειτουργούς του Εφόρου Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και της Κεντρικής Συνεργατικής Τράπεζας. Αμέσως μετά και ενώ γινόταν έλεγχος στην Σ.Π.Ε. από την Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα, οι 6 έθεσαν τον Γραμματέα σε διαθεσιμότητα και έστησαν εις βάρος του μια τριτοκοσμική «πειθαρχική» διαδικασία με σκοπό να τον βγάλουν από τα πόδια τους. Στο μεσοδιάστημα, συντάχθηκε και κυκλοφόρησε από την ΣΠΕ ένα πλαστό έγγραφο, σκοπός του οποίου ήταν, να απαλλαγούν κάποιοι από τους 6, δανείων που όφειλαν στο ίδρυμα. Παράλληλα έγιναν προσπάθειες για διαγραφές χρεών διαφόρων συγγενών τους. Ο Γραμματέας με προσέγγισε τον Μάρτιο του 2013 και μου ζήτησε να αναλάβω την υπεράσπιση του. Τούτο έγινε αφού προηγουμένως, εκδιώχθηκε από την διαδικασία ο προηγούμενος δικηγόρος του Γραμματέα, συνάδελφος κ. Κ. Καμένος. Πριν αναλάβω τον Γραμματέα, απέστειλα προς του 6 επιστολή
(1), στην οποία όμως δεν έλαβα απάντηση και ως εκ τούτου ανέλαβα καθηκόντως την υπεράσπιση του Γραμματέα. Ακολούθησε σύσκεψη στο γραφείο του Εφόρου Υ.Ε.Σ.Ε. όπου μεταξύ άλλων συμφωνήθηκε η απόσυρση της διαδικασίας εις βάρος του Γραμματέα
(2). Στην συνέχεια, οι 6 υπαναχώρησαν από τα συμφωνηθέντα
(3), γεγονός το οποίο έφερα εις γνώση του Εφόρου
(4). Στο μεταξύ είχε περιέλθει εις γνώση μου η κυκλοφορία του ως άνω πλαστού εγγράφου, εξου και η επιστολή μου ημερομηνίας 11/4/2013, σας είχε κοινοποιηθεί. Στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας, ο δικηγόρος της ΣΠΕ Ν. Νεοκλέους, επιχείρησε παράνομα να αποδώσει στον Γραμματέα αδίκημα ηθικής αισχρότητας (κλοπής εγγράφου) και εις βάρος του καταχωρήθηκε η αγωγή 1502/13
(5). Όταν ο κ. Νεοκλέους παρέλαβε την αγωγή, απείλησε τον Γραμματέα λέγοντας του πως «τούτο που έκαμες να μου κινήσεις αγωγή θα το πληρώσεις πολλά ακριβά». Εις βάρος του κ. Νεοκλέους καταχωρήθηκε η ιδιωτική ποινική υπόθεση 9138/13
(7)αφού προηγουμένως του είχα αποστείλει σχετική επιστολή
(6)στην οποία δεν απάντησε. Στις 26/4/2013 έθεσα υπόψη του Εφόρου νέα στοιχεία που αφορούσαν το πλαστό έγγραφο που είχε κυκλοφορήσει από την Σ.Π.Ε.
(8)ενώ αργότερα την ίδια μέρα, έλαβα απάντηση
(9)στην επιστολή μου ημερομηνίας 6/3/13
(1). Η επιστολή που επισυνάπτουν οι 7 στην εις βάρος μου καταγγελία, ήταν η απάντηση μου, στην πιο πάνω επιστολή τους. Εκείνες τις μέρες είχε γίνει και καταγγελία της πλαστογραφίας στο Τ.Α.Ε. Αρχηγείου, το οποίο άρχισε σχετικές εξετάσεις. Στις 8/5/2013 έστειλα περαιτέρω στοιχεία στον Έφορο Υ.Ε.Σ.Ε. σχετικά με το ως άνω πλαστό έγγραφο
(10). Ως προς το πρώτο σκέλος της καταγγελίας των 7, παρακαλώ σημειώστε πως κατά τους ουσιώδεις χρόνους το γραφείο μου χειριζόταν μόνο 1 υπόθεση της Σ.Π.Ε. και όχι
  1. Η εν λόγω υπόθεση ήταν ορισμένη ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στις 11/6/
  2. Παρά την απαίτηση των καταγγελλόντων για «άμεση επιστροφή» των φακέλων που χειριζόταν το γραφείο μου
(9), στις 4/6/2013 μου έστειλαν άλλη επιστολή και μου ζητούσαν να συνεχίσω να τους εκπροσωπώ!
(11). Ασφαλώς αρνήθηκα
(12). Προκύπτει συναφώς από τα πιο πάνω, πως ουδέποτε υπήρξε οιαδήποτε σύγκρουση συμφερόντων μεταξύ του χειρισμού της Αίτησης 251/11 και της υπεράσπισης του Γραμματέα. Η μόνη σύγκρουση που υπήρξε, ήταν μεταξύ μου και των προσωπικών συμφερόντων των 6. Ο χρόνος κατά τον οποίο έγινε η καταγγελία εις βάρος μου, καθώς και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε, μιλούν από μόνα τους. Ως προς το δεύτερο σκέλος της καταγγελίας, θα ήθελα να σας πληροφορήσω ότι για το ίδιο ακριβώς θέμα έχει εγερθεί η αγωγή 1831/13 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού
(13). Οι θέσεις μου περιέχονται στην Υπεράσπιση μου την οποία σας επισυνάπτω
(14). Τέλος, θα ήθελα να σας πληροφορήσω πως μετά τις πιο πάνω καταγγελίες στον Έφορο και την αστυνομία, κάποιοι από τους 6 επιδίωξαν πολιτικές παρεμβάσεις
(15). Όπως σας ανέφερα και πιο πάνω, πρόκειται για ανήθικα και διεφθαρμένα άτομα τα οποία νέμονται στην ΣΠΕ και φωνάζουν για να φοβηθεί ο νοικοκύρης. Είμαι δε βέβαιος πως αν η αστυνομία και ο Έφορος Υ.Ε.Σ.Ε. κάμουν σωστά την δουλειά τους, οι 6 θα περάσουν σύντομα στην πύλη των Κεντρικών Φυλακών. Συναδελφικά, Ευάγγελος Χρ. Πουργουρίδης ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΡ. ΠΟΥΡΓΟΥΡΙΔΗΣ ΔΕΠΕ Δικηγόροι - Νομικοί Σύμβουλοι Κοινοποίηση: Επιτροπεία Σ.Π.Ε. Κυπερούντας Κυπερούντα» Ο Στέλιος Παπαστυλιανού που ορκίζεται εκ μέρους όλων των αιτητών, παραθέτει στο ιστορικό που οδήγησε στην καταχώρηση της αγωγής και στην συνέχεια αναφέρεται στην πιο πάνω επιστολή του εναγομένου προς τον Γενικό Εισαγγελέα, το περιεχόμενο της οποίας θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικό γιατί τους χαρακτηρίζει ως άτομα ανήθικα, διεφθαρμένα και ακατάλληλα στην εκτέλεση των καθηκόντων τους ως Επιτροπεία της Σ.Π.Ε. Παρόλη την εκκρεμότητα της αγωγής οι εναγόμενοι συνεχίζουν με αυτόν τον τρόπο να προβαίνουν σε δυσφημιστικά δημοσιεύματα με βαριές ύβρεις. Είναι η θέση του ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος και αν δεν εκδοθεί το διάταγμα οι εναγόμενοι θα συνεχίσουν να τους καθυβρίζουν παντού. Προκύπτουν όμως μέσα από την ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση και των συνημμένων τεκμηρίων που υποστηρίζουν την ένσταση, περαιτέρω γεγονότα αποκαλυπτικά του όλου πλέγματος της διαφοράς, τα οποία είναι αναντίλεκτα με την έννοια ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί. Και τούτο γιατί είναι νομολογημένο ότι το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων αποτελεί τη μαρτυρία επί της οποίας θα στηριχθεί το Δικαστήριο και διέπεται κάτω από τις πρόνοιες της Δ.39. Σχετική προς τούτο αποτελεί η νομολογιακή αρχή ότι το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως αποτελεί το αποδεικτικό μέσο (Βιολάρης ν. Marfin Popular Public Bank Co. Ltd, Πολ. Έφεση 411/08 ημερ. 24.5.12). Η ακρόαση των αιτήσεων διέπονται από τη Δ.48 θ.4 και αντίθετα με το τι ίσχυε προηγουμένως, δεν προσκομίζεται πλέον μαρτυρία, αλλά η ακρόαση γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Αμφισβήτηση ενόρκων δηλώσεων μπορεί να γίνει με αντεξέταση κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου, είτε με ένορκες δηλώσεις ή με οποιοδήποτε άλλο παραδεκτό τρόπο (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118). Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.ά
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1013 υπεδείχθη ότι ισχυρισμοί επί ενόρκων δηλώσεων που δεν αντεξετάστηκαν επί του περιεχομένου τους παραμένουν ακλόνητοι και ως εκ τούτου δεν μπορεί παρά να γίνουν αποδεκτοί. Παραπέμπω σχετικώς και στην υπόδειξη του Εφετείου στην υπόθεση Favero General Trading Ltd κ.ά ν. Medusa Constructions Ltd, Πολ. Έφεση 258/09 ημερ. 12.11.12 ότι ο καθ ου η αίτηση δεν αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του και επομένως οι ισχυρισμοί του δεν αμφισβητήθηκαν. Άμεσα σχετική και χρήσιμη επί του συζητούμενου είναι και η υπόθεση Thinking Steel International B.V v. Caramondani Bros Public Co Ltd Πολ. Έφεση Αρ.361/08 ημερ.29.6.
  1. Θα παρατεθούν σε συντομία, ώστε να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα του σκηνικού, κρίνονται δε χρήσιμα σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα, στα πλαίσια της εξέτασης των τασσόμενων κριτηρίων. Οι εναγόμενοι πέραν του γεγονότος ότι ήταν δικηγόροι της Σ.Π.Ε διατηρούν τραπεζικούς λογαριασμούς και έχουν ίδιον συμφέρον για την σωστή διαχείριση του ιδρύματος. Η επιστολή του εναγομένου 2 προς τον Γενικό Εισαγγελέα ήταν αποτέλεσμα καταγγελίας που έγινε εναντίον του από την Σ.Π.Ε ημερ.13.5.
  2. Καθηκόντως του κοινοποιήθηκε την 19.6.13 από τον Γενικό Εισαγγελέα δυνάμει των προνοιών του άρθρου 17
(2)(δ) του Περί Δικηγόρων Νόμου, ώστε να εκφράσει τις απόψεις του σχετικά με το θέμα εντός περιόδου ενός μηνός, γιατί το πειθαρχικό συμβούλιο του δικηγορικού σώματος θα εξέταζε το ενδεχόμενο άδειας για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του. Από τα συνημμένα της ενόρκου δηλώσεως τεκμήρια προκύπτει ότι η καταγγελία αφορούσε δυο σκέλη. Το ένα, ότι ενώ ανέλαβε την υπεράσπιση του γραμματέα στην πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, χειριζόταν 5 υποθέσεις της ΣΠΕ χωρίς να παραιτηθεί από δικηγόρος, και η άλλη, αφορούσε το περιεχόμενο της επιστολής ημερ. 26.4.13, την οποίαν και επισύναψαν στην καταγγελία, γιατί διαφαινόταν ότι η συμπεριφορά του δεν συνάδει με την δεοντολογία των δικηγόρων. Εις απάντηση της καταγγελίας εναντίον του ο εναγόμενος 2 απέστειλε την υπό κρίση επιστολή. Εξάγεται περαιτέρω εκ της επιστολής του Γενικού Εισαγγελέα ότι ζητήθηκε από τον εναγόμενο να την κοινοποιήσει στους ενάγοντες. Είναι η θέση του εναγόμενου 2 ότι τα γραφόμενα του προς τον Γενικό Εισαγγελέα αποτελούν προνομιούχα και συνιστούν την καλόπιστη και ειλικρινή του γνώμη για τους ενάγοντες. Στηριζόταν σε γεγονότα που βίωσε και έγγραφα που είδε ή έχει στην κατοχή του, αλλά και σε μαρτυρία που προέρχεται από τον γραμματέα και από τον πρώην επίτροπο Θ. Παλαζή. Είναι η θέση του ότι όσα ανέφερε στην επιστολή του προς τον Γενικό Εισαγγελέα είναι αληθή. Στη συνέχεια παραθέτει διάφορα γεγονότα που προκύπτουν από έγγραφα που έχει στην κατοχή του για να καταδείξει ότι οι αποφάσεις των εναγόντων δεν εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα της Σ.Π.Ε. Καταγγέλθηκαν στην αστυνομία διάφορες ενέργειες των εναγόντων και περαιτέρω 481 μέλη της Σ.Π.Ε απέστειλαν επιστολή προς τον Έφορο και ζητούσαν την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης για να ενημερωθούν για όλα τα θέματα που παραθέτει στην ένορκη του δήλωση. Στην βάση αυτών είναι η θέση του ότι και αν ακόμα το περιεχόμενο της επιστολής του κριθεί ως δυσφημιστικό, καλύπτεται από την υπεράσπιση του προνομίου και του εντίμου σχολίου. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι επισυνάπτει πληθώρα εγγράφων τόσο προς υποστήριξη των θέσεων του, όσο και για να καταδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών του. Κρίνεται πως στο στάδιο τουλάχιστον αυτό δεν απαιτείται, πέραν των όσων έχουν αναφερθεί, να γίνει ειδική αναφορά στα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση
  1. Στην συνέχεια και εκεί που θα απαιτηθεί για τους σκοπούς της παρούσης διαδικασίας θα υπάρξει ειδική αναφορά. Στις αγορεύσεις τους οι δικηγόροι των δύο πλευρών προβαίνουν σε αναφορά στις αρχές που διέπουν στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Ειδικότερα, είναι η θέση του κ. Νεοκλέους για τους αιτητές, με αναφορά στην νομολογία που διέπει ενδιάμεσα διατάγματα, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, γιατί σε διαφορετική περίπτωση οι εναγόμενοι θα συνεχίσουν την δυσφημιστική συμπεριφορά τους έναντι των αιτητών με καταστρεπτικά επακόλουθα στην φήμη και την υπόληψη τους. Είναι περαιτέρω η θέση του ότι η χρησιμοποίηση επιθέτων εναντίον ατόμων, προσβλητικών για την φήμη και την υπόληψη τους δεν είναι δυνατόν να θεωρηθούν προνομιούχα υπό επιφύλαξη ή και έντιμα σχόλια. Σύμφωνα με το αρ.21 του Κεφ.148 η δημοσίευση δεν θα πρέπει να υπερβαίνει είτε κατ' έκταση είτε κατ' ουσία το εύλογα επαρκές υπό τις περιστάσεις, και οι περιγραφές που προβαίνουν και τα επίθετα που χρησιμοποιούν οι εναγόμενοι υπερβαίνουν το εύλογα επαρκές. Εν σχέση προς το υπό στοιχείο (γ) λόγο ένστασης των καθ ων η αίτηση, είναι η θέση του ότι η άσκηση του λειτουργήματος τους δεν θα επηρεαστεί, γιατί δεν είναι δυνατόν το λειτούργημα τους να ασκείται με δυσφημιστικά δημοσιεύματα. Οι καθ ων η αίτηση ενήργησαν με κακία έναντι των αιτητών και χωρίς καλή πίστη, και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από τις πρόνοιες του αρ.
  2. Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Τιμοθέου για τους εναγόμενους καθ ων η αίτηση προβάλλει την θέση ότι η επιστολή του εναγομένου 2 προς τον Γενικό Εισαγγελέα συνιστά προνομιούχα υπό επιφύλαξη και δεν ενεργούσε κακόπιστα με σχετικές παραπομπές στον Gatley on Libel and Slander 10η έκδοση. Είναι η θέση του ότι οι αιτητές δεν εισηγούνται ότι ο εναγόμενος 2 ενεργούσε κακόπιστα, ούτε και επιχείρησαν να αντικρούσουν τις θέσεις του. Διαζευκτικά, εισηγείται με βάση το εισαγωγικό μέρος της επιστολής του εναγομένου, που αναφέρει ότι «ήταν της ισχυρότατης πεποίθησης ότι οι ενάγοντες είναι άτομα ανήθικα και διεφθαρμένα», ότι αποτελούν την προσωπική του γνώμη εδραζόμενη επί αδιαμφισβήτητων γεγονότων, και συνεπώς στοιχειοθετούν πλήρως το έντιμο σχόλιο. Αλλά και πέραν αυτών, το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν κλίνει υπέρ των εναγόντων γιατί επιζητούν ένα ιδιαίτερα πλατύ διάταγμα που θα ισοδυναμούσε με κατάργηση του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης. Τέλος είναι η θέση του ότι η έκδοση του διατάγματος συνιστά πρόκριση της αγωγής στο πρώιμο αυτό στάδιο, χωρίς να τεθούν ενώπιον του δικαστηρίου όλα τα στοιχεία που θα καταδεικνύουν το ποιόν των εναγόντων. Το δικαστήριο έχει διεξέλθει και έχει μελετήσει τόσο τις γραπτές αγορεύσεις των δικηγόρων των δυο πλευρών, όσο και κυρίως των εκατέρωθεν θέσεων, όπως αυτές προβάλλονται στις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις και έχει μελετήσει όλα τα έγγραφα που επισυνάφθηκαν σε αυτές. Είναι σημαντικό να λεχθεί ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ 1980). Ούτε και εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων, εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του Άρθρου 32 (Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ 1528). Οι πιο πάνω διαπιστώσεις σηματοδοτούν και τον τρόπο προσέγγισης της εκατέρωθεν μαρτυρίας και ισχυρισμών. Η μαρτυρία (Σεβαστού ανωτέρω), θα υποστεί κάποια, έστω, πρωταρχική αξιολόγηση που είναι αναγκαία για να μπορέσει το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς, έστω και στο περιορισμένο στάδιο της παρούσας διαδικασίας. Τελεσίδικα βέβαια ευρήματα και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων στο στάδιο αυτό δεν θα εξαχθούν. Από όσα έχουν παρατεθεί συνάγεται ότι υπάρχουν αντίθετες προσεγγίσεις, εκδοχές και ισχυρισμοί, που εκ των πραγμάτων θα συνεκτιμηθούν. Κατά συνέπεια και αναπόφευκτα κάποια πρώιμη αξιολόγηση και απεικόνιση της μαρτυρίας στην όψη της, προς συνεκτίμηση στα πλαίσια εξεύρεσης και διαπίστωσης αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τάσσει η νομολογία κρίνεται αναγκαία (Όξυνου κ.ά ν. Μαρία Ρόλη Λούη, Πολ. Έφεση 310/08 ημερ.17.6.11). Προκύπτει εκ της ενόρκου δηλώσεως του εναγόμενου 2 καθ ου η αίτηση αλλά και της αγόρευσης του δικηγόρου του, ότι προβάλλονται οι υπερασπίσεις του Αρ.19 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148, και ειδικότερα, η αλήθεια του περιεχομένου της επιστολής του, και η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου αφού, ως εισηγείται, πρόκειται για την ειλικρινή του γνώμη, εδραζόμενη επί γεγονότων που βίωσε και εγγράφων που είδε ή έχει στην κατοχή του. Επικαλείται τέλος την υπεράσπιση του Αρ.22, ότι το δημοσίευμα συνιστά υπό επιφύλαξη προνομιούχο. Σημειώνεται πως στο σώμα της ένστασης και υπό στοιχείο (ε) αναφέρεται ότι «οι αιτητές δεν αποκαλύπτουν οιαδήποτε στοιχεία τα οποία υποδηλώνουν πρόθεση δυσφήμισης τους, σε μη επιτρεπόμενη από το νόμο περίπτωση. Παρά την γενικότητα με την οποία προβάλλεται ο λόγος αυτός της ένστασης, να σημειωθεί ότι δεν έχει τεθεί οτιδήποτε από την πλευρά των αιτητών, ούτε και ηγέρθη τέτοιο ζήτημα, κρίνεται ότι καλύπτονται οι προβαλλόμενες υπερασπίσεις των εναγομένων δια της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου η αίτηση 2, αφού αρνείται ότι είχε πρόθεση δυσφήμισης των εναγόντων και επικαλείται τις υπερασπίσεις που προνοούνται στα άρθρα 19 και 21 του Κεφ.148. Με την απαίτηση τους οι ενάγοντες αξιώνουν αποζημιώσεις και διατάγματα στηριζόμενα επί του περιεχομένου επιστολής ημερ.28.4.13 φερόμενου ως δυσφημιστικού, την οποία απέστειλαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες και κοινοποίησαν στα μέλη της Σ.Π.Ε. Κρινόμενη δε αντικειμενικά προκύπτει ότι συνιστά καλή βάση αγωγής ώστε να ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση (Α/φοι Μυλωνα κ.ά ν. Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1513). Στην πρόσφατη υπόθεση Hellenic Bank Public Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολ. Έφεση Αρ.145/11 ημερομ.13.6.13 υπεδείχθη ότι εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Το δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει αν πληρείται η δεύτερη προϋπόθεση σε συνάρτηση με το αιτούμενο διάταγμα. Είναι παγίως αποκρυσταλλωμένο εκ της νομολογίας ότι ενδιάμεσο διάταγμα σε υπόθεση λιβέλου που ο εναγόμενος ισχυρίζεται την αλήθεια του δημοσιεύματος, ή καλόπιστο σχόλιο επί πραγματικών γεγονότων, σπάνια και σε εξαιρετικές περιπτώσεις εκδίδεται, ενόψει ιδιαίτερα του Αρ.19 του Συντάγματος που διασφαλίζει το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου και έκφρασης, όπως και του αντιστοίχου άρθρου 10 της Ε.Σ.Δ.Α (Εφημερίδα ή Περιοδικό Αποκάλυψη Πάφου Λτδ κ.α ν. Κονιώτη
(2004)1 Α.Α.Δ.1847, C.T. Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α
(2003)1 Α.Α.Δ 853). Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1 Α.Α.Δ 78 υπεδείχθη ότι ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος που να εμποδίζει την δημοσίευση ενός δυσφημιστικού κειμένου προϋποθέτει ότι η έκδοση του γίνεται μόνο στις πιο καθαρές υποθέσεις και στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις. Ως τέτοια για παράδειγμα περίπτωση, με αναφορά στην υπόθεση Schering Chemicals Ltd v. Falkman Ltd and others
(1981)2 All.E.R 321 και σε όσα ανέφερε ο Λόρδος Denning, αποτελεί ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση, ως χαρακτηριστικά λέχθηκε, «ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα». Οι προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν ώστε να είναι επιτρεπτή η έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων σε τέτοιες περιπτώσεις καθορίστηκαν στην Παναγιώτου ανωτέρω και συνοπτικά είναι οι ακόλουθες:
  1. Η δήλωση που θα επακολουθήσει πρέπει να είναι αναμφίβολα δυσφημιστική. Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται μόνο στις πιο έκδηλες περιπτώσεις και το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιείται ότι αναπόφευκτα θα καταλήξει σε συμπέρασμα ότι ήταν δυσφημιστικό.
  2. Η προβαλλόμενη υπεράσπιση να είναι εκείνη της αλήθειας, εκτός αν το δικαστήριο πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει.
  3. Όταν δεν υπάρχει άλλη υπεράσπιση που μπορεί να επιτύχει, για παράδειγμα προνομιούχος, εκτός εκεί που υπάρχει καθαρή, έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική κακοπιστία εκ μέρους του εναγομένου, και
  4. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο εναγόμενος προτίθεται να επαναλάβει τη δυσφήμηση. Η καθιέρωση της αλήθειας του δημοσιεύματος ως υπεράσπιση διασφαλίζει τον πυρήνα του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης και συνιστά την πεμπτουσία του δικαιώματος αλλά και της ανάγκης πληροφόρησης του ευρύτερου κοινού. Η καλή πίστη από την οποία θα πρέπει να διακατέχεται ο γράφων, αναιρείται όταν αυτός αδιαφορεί για την αλήθεια των γραφομένων και παραλείπει να πάρει εύλογα μέτρα για την εξακρίβωση της. Τόσο το άρθρο 19, όσο και το άρθρο 21
(2)και
(3)του Κεφ.148 εναποθέτουν το βάρος απόδειξης της κακοπιστίας του εναγόμενου στον ενάγοντα. Ο κ. Νεοκλέους στην αγόρευση του αναφέρει ότι οι καθ ων η αίτηση ενήργησαν με κακία έναντι των αιτητών και χωρίς καλή πίστη και ως εκ τούτου δεν καλύπτονται από τις πρόνοιες του αρ.21. Κατ΄ αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο απόδειξης ή αμφισβήτησης γεγονότων (Ζαχαρία ν Κυπριακής Δημοκρατίας
(2011)3(Α) ΑΑΔ 293, 300), ούτε και δηλώσεις δικηγόρων κατά τις αγορεύσεις μπορούν να εκληφθούν ως μαρτυρία (Yugos Finance BV και Άλλων v Halebay Holdings Limited, ΠΕ 180/09, ημ. 8.3.13). Αν συνεπώς αυτή ήταν η θέση των εναγόντων, ή θα έπρεπε να αντεξετάσουν τον ομνύοντα εκ μέρους των εναγομένων, ή να επιζητήσουν την καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Τίποτε όμως εξ αυτών δεν έπραξαν. Κρίνεται πως είναι ορθή η εισήγηση του κ. Τιμοθέου ότι οι αιτητές πουθενά δεν εισηγούνται στην αίτηση τους, και κυρίως στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει, ότι ο εναγόμενος ενεργούσε κακόπιστα, αλλά ούτε και επιχείρησαν να αντικρούσουν τις θέσεις του καθ ου η αίτηση και την πλειάδα των συνοδευτικών εγγράφων που επισύναψε. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δεν προβάλλεται κακοπιστία εκ μέρους των εναγομένων, ή αναλήθειας στους ισχυρισμούς του, παρά μόνο ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί βαριές δυσφημιστικές ύβρεις εναντίον τους με δυσμενή επηρεασμό της υπόληψης, της αξιοπρέπειας και της θέσης που κατέχουν, καθώς και άλλες αρνητικές επιπτώσεις εναντίον των προσώπων τους. Σημειώνεται ότι ο εναγόμενος επισυνάπτει σωρεία εγγράφων και προβάλλει καταιγισμό ισχυρισμών προς υποστήριξη αφενός της θέσης του περί της αλήθειας των ισχυρισμών του, αλλά και αφετέρου της υπεράσπισης του έντιμου σχολίου, οι οποίοι ουδεμίας απάντησης έτυχαν από την πλευρά των αιτητών. Βεβαίως, είναι σαφές ότι όλα όσα επισύναψε ο κ. Πουργουρίδης στην ένορκη του δήλωση δεν θα αξιολογηθούν στα στάδιο αυτό με την εξαγωγή ευρημάτων ή ακόμα και συμπερασμάτων. Από την άλλη όμως δεν μπορεί καθόλου να παραγνωριστεί ότι παρέμειναν αναπάντητα, δεδομένου μάλιστα όταν ο καθ ου η αίτηση προβάλλει μεταξύ άλλων υπερασπίσεων και εκείνη της αλήθειας. Δεν χρειάζεται η παραπομπή και αναζήτηση σε λεξικά για να διαπιστωθεί η έννοια των λέξεων «ανήθικος« και «διεφθαρμένος», και αν από μόνες τους έχουν ή και εμπεριέχουν δυσφημιστική έννοια. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλά και μόνο φιλολογικό ή και ακαδημαϊκό ή εννοιολογικό, αλλά κατά πόσο στο τέλος της ημέρας ο συντάκτης ενός κειμένου που καταλογίζει σε κάποιον τρίτο ενέργεια, πράξη ή και συμπεριφορά και χρησιμοποιεί λέξεις που από μόνες τους εννοιολογικά είναι δυσφημιστικές, επικαλούμενος την αλήθεια, είναι σε θέση πράγματι να αποδείξει την αλήθεια των ισχυρισμών που καταλογίζει. Άλλως είναι προφανώς εκτεθειμένος και υπόλογος στον νόμο. Ανάλογη είναι και η προσέγγιση επί της υπερασπίσεως του έντιμου σχολίου, αφού ένα σχόλιο για να μπορεί να εξεταστεί αν είναι έντιμο, θα πρέπει κατ' αρχή να εδράζεται και να σχολιάζει πραγματικά και υπαρκτά γεγονότα και όχι κατασκευασμένα ή και φανταστικά. Ο πυρήνας της ελευθερίας της έκφρασης, ως λέχθηκε, είναι η αλήθεια και τίποτε άλλο. Την αλήθεια των γραφομένων του επικαλείται, άνευ αντιλόγου, μεταξύ άλλων ο κ. Πουργουρίδης. Συνιστά, σύμφωνα με τον κ. Τιμοθέου επικαλούμενος ουσιαστικά το προοίμιο της κρινόμενης επιστολής, την πεποίθηση του εναγομένου και την προσωπική του γνώμη όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τα γεγονότα που αναδύονται από το σύνολο των συνημμένων εγγράφων, ώστε να αποτελούν έντιμα σχόλια. Αναγκαστικά πλέον και εκ των πραγμάτων, μια σταχυολόγηση ορισμένων εξ αυτών θα πρέπει να γίνει, ώστε να υπάρχει ένα πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων και μια κατ' αρχή βάση προς συλλογισμό, στα πλαίσια πάντα του ενδιάμεσου αυτού σταδίου. Και τούτο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι τίποτε από όσα επικαλείται ο κ. Πουργουρίδης δεν αμφισβητούνται. Είναι φανερό ότι το έναυσμα στην πολυεπίπεδη, τελικά, διαφορά που προέκυψε τόσο μεταξύ των διαδίκων, όσο ως συνάγεται εκ των συνημμένων εγγράφων, και μεταξύ των δικηγόρων ήταν η πειθαρχική διαδικασία που άρχισε η Επιτροπεία της Σ.Π.Ε σε βάρος του γραμματέα της Αντώνη Ιωάννου, την υπεράσπιση του οποίου ανέλαβε ο κ. Πουργουρίδης. Μεγάλο μέρος του ιστορικού καταγράφεται στην επιστολή του κ. Πουργουρίδη προς τον Γενικό Εισαγγελέα η οποία έχει παρατεθεί. Η διαφορά μεταξύ της Επιτροπείας και του γραμματέα, σύμφωνα με τα συνημμένα έγγραφα, προέκυψε λόγω διαφωνιών του γραμματέα ως προς την χορήγηση συγκεκριμένων δανείων της Επιτροπείας, μέλη της οποίας ήταν και οι ενάγοντες, προς συγκεκριμένα άτομα, φερόμενα ως προσωπικά σχετιζόμενα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο μαζί τους. Το δικαστήριο δεν θα αναφερθεί με λεπτομέρεια στα ομολογουμένως πάρα πολλά έγγραφα που κατατέθηκαν προς τον σκοπό αυτό, αλλά συνάγεται, πως ενώ αρχικά συμφωνήθηκε να σταματήσει η πειθαρχική διαδικασία σε βάρος του γραμματέα, η υπόθεση εναντίον του προχώρησε και τελικά απολύθηκε, χωρίς όμως η απόλυση του να επικυρωθεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών. Σύμφωνα με συνημμένη ένορκη δήλωση του γραμματέα στην αγωγή 3046/13, κατάγγειλε τα διαδραματιζόμενα στην Σ.Π.Ε στον πιο πάνω Έφορο. Ειδικότερα ότι οι ενάγοντες ήθελαν να δανειοδοτούν τους εαυτούς τους, ή και συγγενείς και φίλους τους χωρίς οι αιτητές να πληρούν τα σχετικά κριτήρια. Επίσης κάποιοι ήθελαν να διαγράψουν χρέη είτε δικά τους είτε συγγενών τους χωρίς οι διαγραφές να δικαιολογούνται από τον νόμο. Όλα αυτά, σύμφωνα με τον γραμματέα, αφορούσαν σε εκατομμύρια ευρώ και σωρευτικά έθεταν σε κίνδυνο την βιωσιμότητα της Σ.Π.Ε. Διαφωνούσε με τα πιο πάνω και οι διαφωνίες του είναι καταγραμμένες στα πρακτικά (επισυνάπτονται διάφορα πρακτικά προς αυτή την κατεύθυνση). Την 27.7.12 η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα τους πληροφόρησε ότι λειτουργοί της θα διενεργούσαν έλεγχο στην Σ.Π.Ε και μεταξύ άλλων, και έλεγχο στις πιο πάνω διαφωνίες του γραμματέα. Την 31.7.12 άρχισε ο έλεγχος και του ζητήθηκε να ετοιμάσει και να παραδώσει αντίγραφα πρακτικών που καταγράφονταν οι διαφωνίες του, τα οποία και παρέδωσε στις 3.8.
  1. Θα γινόταν νέα συνάντηση με την λειτουργό, η οποία αφού θα μελετούσε τα πρακτικά θα της εξηγούσε τις διαφωνίες του και τις παρανομίες που είχε εντοπίσει. Η συνάντηση αυτή δεν έγινε ποτέ, γιατί στο μεσοδιάστημα απελύθη και δεν του επετράπη η είσοδος στο γραφείο του. Υπάρχει συνημμένη πληθώρα αλληλογραφίας εν σχέση με το θέμα αυτό, αλλά και αναφορικά με την πειθαρχική διαδικασία που έγινε εναντίον του, αποκαλυπτική διαφόρων πτυχών και όσων τελικά προέκυψαν ως παράπλευρες συνέπειες, με την προσωπική εμπλοκή των δικηγόρων και την καταχώριση εναντίον τους προσωπικά ποινικών υποθέσεων, για τα οποία όμως, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο κρίνεται πως το δικαστήριο δεν χρειάζεται να υπεισέλθει και να επεκταθεί. Δεδομένο πάντως παραμένει μέσα από τα διάφορα έγγραφα, πως συγκεκριμένες αποφάσεις της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε έτυχαν της αρνητικής εισήγησης του γραμματέα, για τους λόγους που καταγράφονται σε διάφορα πρακτικά και δεν είναι του παρόντος να αναφερθούν, καθώς επίσης δεδομένο είναι ότι υπάρχουν επιστολές της Υπηρεσίας Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών που δεν ενέκρινε κάποιες εκ των αποφάσεων της Επιτροπείας, όπως για παράδειγμα η αγορά ενός καταστήματος και η διαγραφή κάποιων χρεών, γιατί δεν εξυπηρετούνται τα συμφέροντα της Σ.Π.Ε. Στην πορεία και στην εξέλιξη των γεγονότων, η υπόθεση καταγγέλθηκε στην αστυνομία. Με επιστολή ημερ.8.7.13 προς τους εναγόμενους η αστυνομία τους πληροφορούσε ότι εκδόθηκε και εκτελέστηκε ένταλμα έρευνας στην Σ.Π.Ε, ότι λήφθηκαν έγγραφα και καταθέσεις και ότι στις 11.6.13 η υπόθεση διαβιβάστηκε για προώθηση στη νομική υπηρεσία για μελέτη και οδηγίες ως προς τον περαιτέρω χειρισμό της και δεν είχε ακόμα επιστραφεί. Συνάγεται τέλος, πως δεν έχει ακόμα διαφανεί αν ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε άδεια για την έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του εναγομένου
  2. Αυτά, σε όση συντομία ήταν δυνατή, συνθέτουν το υλικό επί του οποίου εδράζεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου αλλά και της αλήθειας που προβάλλουν οι εναγόμενοι. Και αυτά αφορούν τόσο την αγωγή όσο και σε σχέση με το αιτούμενο διάταγμα, δεδομένου ότι, και τούτο είναι προφανές εκ των δυο επιστολών, τα γεγονότα επί των οποίων οι εναγόμενοι εδράζουν την υπεράσπιση της αλήθειας αλλά και του έντιμου σχολίου είναι τα ίδια. Το δικαστήριο καθηκόντως έχει διεξέλθει και μελετήσει το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον του, υπό το πρίσμα και μόνο των προϋποθέσεων που τέθηκαν στην Μουλαζίνη ανωτέρω, στο κατά πόσο δηλαδή το δικαστήριο έχει πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή δεν μπορεί να επιτύχει. Το δικαστήριο έχοντας υπόψη του το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του καθ ου η αίτηση αλλά και σύνολο των εγγράφων που επισύναψε, όπως και το γεγονός ότι όχι μόνο δεν υπήρξε αντίλογος εκ μέρους των αιτητών, αλλά ούτε καν αμφισβήτηση αυτών, δεν έχει πειστεί ότι η προβαλλόμενη υπεράσπιση της αλήθειας, αλλά και του έντιμου σχολίου, στο παρόν τουλάχιστον στάδιο, δεν είναι εκ προοιμίου και άνευ ετέρου καταδικασμένα σε αποτυχία. Ούτε μπορεί να λεχθεί ότι αναποδράστως, ως το μόνο συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί από το σύνολο των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων, έστω και στο στάδιο αυτό, εξάγεται η πλήρης και ολοκληρωτική αποτυχία της προβαλλόμενης υπεράσπισης. Ομοίως κρίνεται ότι δεν έχει καταδειχθεί ξεκάθαρα έκδηλη και απόλυτα ολοκληρωτική κακοπιστία εκ μέρους των εναγομένων. Την οποία εν πάση περιπτώσει δεν επικαλούνται οι αιτητές με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση τους. Υπάρχουν πληθώρα στοιχείων και γεγονότων, τέτοιων, που αναπόφευκτα χρήζουν επεξήγησης και ιδιαίτερης και σε βάθος ανάλυσης, αλλά και μαρτυρίας που δεν είναι βεβαίως του παρόντος να αξιολογηθούν και να κριθούν τελεσίδικα. Θα πρέπει να συνεκτιμηθούν και να αξιολογηθούν ενδελεχώς μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία που θα προσκομιστεί, ώστε να υπάρξει αξιολογική κρίση, αλλά και συμπεράσματα και τελικά ευρήματα επί γεγονότων, με την ανάλογη υπαγωγή τους στο νόμο. Και το στάδιο τούτο δεν προσφέρεται για ένα τέτοιο εγχείρημα. Υπενθυμίζεται ότι τα πιο πάνω δεν συνιστούν τελικά συμπεράσματα, ούτε καν ευρήματα, αλλά αποτελούν μια πρωταρχική απεικόνιση και συνεκτίμηση των εκατέρωθεν θέσεων και τούτο μόνο για τον αυστηρά περιορισμένο σκοπό της παρούσης ενδιάμεσης διαδικασίας. Και τίποτε περισσότερο. Προβάλλεται περαιτέρω και η υπεράσπιση του προνομίου υπό επιφύλαξη καθόσον αφορά την επιστολή προς τον Γενικό Εισαγγελέα. Ο κ. Τιμοθέου παραπέμπει στον Gatley on Libel and Slander 10η έκδοση σελ.379 επ. που πραγματεύεται το προνόμιο υπό επιφύλαξη (qualified privilege). Η επιστολή που απέστειλε ο εναγόμενος 2 προς τον Γενικό Εισαγγελέα υπό την ιδιότητα του ως Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων, στάληκε ως έχει ήδη λεχθεί κατόπιν καταγγελίας της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε εναντίον του. Το Πειθαρχικό Συμβούλιο των δικηγόρων ασκεί οιονεί δικαστική εξουσία οι αποφάσεις του οποίου εφεσιβάλλονται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σχετικό είναι το άρθρο 17 του Περί Δικηγόρων Νόμου Κεφ.2 ως έχει τροποποιηθεί. Προστίθεται ότι το άρθρο 17
(8)προνοεί ότι κάθε απόφαση του Πειθαρχικού Συμβουλίου θεωρείται ως διάταγμα δικαστηρίου συνοπτικής διαδικασίας και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως το διάταγμα του εν λόγω δικαστηρίου. Πειθαρχικές διαδικασίες επαγγελματικών σωμάτων σύμφωνα με το Ε.Δ.Α.Δ περιλαμβάνονται στην έννοια των αστικών δικαιωμάτων (Le Compte v. Belgium, [1981] 4 E.H.R.R 1, Diennet v. France
(1995)21 E.H.R.R 554). Τούτο υποδηλώνει ότι προστατεύονται τα δικαιώματα του υπό διερεύνηση προσώπου, στο δε σύγγραμμα Media Law, A Practical Guide to Managing Publication Risks, Simon Gallant & Jennifer Epworth, 2001, σελ.20 επεξηγείται ότι το προνόμιο εκτείνεται και σε δηλώσεις μαρτύρων (witness statements) και δεν περιορίζεται μόνο σε δικαστικές διαδικασίες, αλλά και σε διαδικασίες ενώπιον σωμάτων (tribunals) που ασκούν δικαστικές λειτουργίες. Όπως πειθαρχικές διαδικασίες εναντίον δικηγόρων στο πειθαρχικό τους Συμβούλιο. Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος 2 καταγγέλθηκε από τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως μέλη της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε στο Πειθαρχικό Συμβούλιο Δικηγόρων. Η επιστολή του εναγομένου ήταν εις απάντηση των κατηγοριών που του καταλόγισαν και αποτελούσε την υπεράσπιση του συμφώνως των προνοιών του άρθρου 17
(2)(δ) του Περί Δικηγόρων Νόμου και στο κατά πόσο θα παρεχόταν άδεια για έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του. Η επιστολή του συνεπώς καθώς και κυρίως το περιεχόμενο της καλύπτεται από το προνόμιο του Αρ.21(δ) του Κεφ.148 αφού αποστάληκε στον Γενικό Εισαγγελέα ως Πρόεδρο του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων. Στο σύγγραμμα Media Law των Geoffrey Robertson and Andrew Nicol 4η έκδοση σελ.127 υπό τον τίτλο Qualified Privilege, επεξηγείται ότι : « A communication is protected if it is made to a person who has a duty to receive and act upon it: thus complaints to "higher authority" are privileged whenever the authority complained to is in a position to investigate or discipline or supervise». Κατ΄ ανάλογο τρόπο σχετική είναι η υπόθεση Χατζηλαμπρή ν. Πετεινού
(2010)1 Α.Α.Δ. 1022. Ο κ. Τιμοθέου παραπέμπει από το πιο πάνω σύγγραμμα του Gatley μεταξύ άλλων και στην σελ.389 παρά.14.6 σύμφωνα με το οποίο υπάρχει προνόμιο υπό επιφύλαξη όταν ο δηλώσας ενεργεί προς ίδιον έννομο προστατευόμενο συμφέρον και δικαίωμα. Η αρχή όπως συνάγεται, είναι ότι αν το πρόσωπο που προβαίνει στη δήλωση έχει συμφέρον ή νομικό, κοινωνικό ή ηθικό καθήκον να προβεί στη δήλωση στο πρόσωπο που την έκαμε, και από την άλλη το πρόσωπο προς το οποίο έγινε, έχει αντίστοιχο ενδιαφέρον ή καθήκον να λάβει την δήλωση, η δήλωση καλύπτεται από προνόμιο (Adam v. Ward
(1917)A.C. 317). Στην υπόθεση Stuart v. Bell
(1891)2 Q.B. 354, υπεδείχθη ότι μια δήλωση είναι προνομιούχος αν ο εναγόμενος είχε συμφέρον να προβεί στην επικοινωνία (δημοσιοποίηση communication) στο τρίτο πρόσωπο, και το τρίτο πρόσωπο είχε αντίστοιχο ενδιαφέρον να την παραλάβει. Η αμοιβαιότητα του συμφέροντος είναι θεμελιακή και ουσιώδης. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Hines v. Davidson 1935 S.C. 30, κρίνεται πως στα γεγονότα της παρούσης υποθέσεως είναι διαφωτιστικό. «It is well settled that the question of privilege, when to be determined ab ante, falls to be decided on the pursuer's averments, and it is these averments, and these only, that must be looked at to ascertain what was the relationship in which the sender of the communication stood to the receiver of the communication, so as to be able to say whether the communication is protected as being made on a privileged occasion. Applying this test in the present case, these things appear to me to be clear. It was first of all a communication addressed by one litigant to another, for it cannot be doubted that Mr Firestone senior was the responsible head of the defendant company. .... The question, accordingly, comes to be whether these relationships and mutual interests did not create a privileged occasion so as to exclude the presumption of malice that prima facie attaches to the use of defamatory words. I think this question should be answered in the affirmative. The Lord Ordinary has, in my view, not given sufficient weight to the relationship of the parties and to the interest of every litigant, and, in this case, the common interest of both parties to the litigation, that there should be no interference with the course of justice. It is not an answer in the matter of privilege to say that the pursuer has averred that the defamatory allegations made by the defender were to his knowledge without foundation in fact. The basis of every action of slander is that the slander complained of is untrue in fact. The privilege arises, not from the truth of the words complained of or the knowledge of their truth, but from the relationship in which the party making the allegation stands to the party to whom the allegation is made, and from the whole circumstances in which the allegation comes to be made. If the communication relates to a matter which the person making it would be justified in communication, if it were true, to the person to whom the communication is made, in virtue either of an interest or of a duty, legal or moral, the occasion is deemed to be privileged, and the privilege is not displaced by an averment that the communication was in fact untrue and known to be untrue. If the untruth of the allegation should be established at the trial, and if it should turn out that the accusation was made in the knowledge that it was untrue, of recklessly without any consideration as to whether the defamatory words were true or not, it will be for the jury to say whether the proper inference to draw is not an inference of malice.» Στην προκειμένη περίπτωση η διαμορφωθείσα σχέση είναι τριμερής. Η επιστολή του εναγομένου 2, επί της οποίας οι ενάγοντες εδράζονται προς έκδοση του απαγορευτικού διατάγματος, ως κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικής, απεστάλη σ' αυτούς γιατί αυτό του ζητήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα, ως αντιδίκους και κατήγορους του προς το Πειθαρχικό Συμβούλιο των δικηγόρων. Από όσα έχουν παρατεθεί και εξηγηθεί ανωτέρω, τα διαμειβόμενα μεταξύ αντιδίκων καλύπτονται από προνόμιο. Περαιτέρω η επιστολή απεστάλη και στον Γενικό Εισαγγελέα. Στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 8η εκ. σελ.226, 532, στην υποσημείωση 93 αναφέρεται ότι: «Where the communication is made to an answer to an inquiry it would strike at the root of public policy and convenience, which is the basis of all privilege, if the protection was lost merely on the ground that the person who made the inquiry had in fact no legitimate interest in the subject-matter thereof». Στην παρούσα περίπτωση ο Γενικός Εισαγγελέας, ως Πρόεδρος του Πειθαρχικού Συμβουλίου των δικηγόρων είναι το μόνο κατά νόμο αρμόδιο πρόσωπο να επιληφθεί του παραπόνου ή και καταγγελίας των εναγόντων σε βάρος των εναγομένων, και ως ακριβώς εκ της θέσεως του αυτής ζήτησε τις απόψεις και τις θέσεις των εναγομένων. Κατά συνέπεια και πάλι, ως έχει εξηγηθεί, το περιεχόμενο της επιστολής καλύπτεται από προνόμιο. Τα πιο πάνω λεχθέντα περί προνομίου διευκρινίζεται ότι αφορούν την αποσταλείσα προς τον Γενικό Εισαγγελέα επιστολή. Βεβαίως ως έχει πλειστάκις αναφερθεί, τα διάφορα θέματα, τόσο νομικά όσο και πραγματικά, δεν θα αναπτυχθούν ούτε και θα εξεταστούν σε βάθος με την εξαγωγή αναλόγων ευρημάτων στο στάδιο αυτό. Η όποια συζήτηση γίνεται είναι στα πλαίσια της αναζήτησης και εξεύρεσης εκείνων των αναγκαίων στοιχείων για να διαπιστωθεί αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου προς έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Κρίνεται συνεπώς στην βάση των όσων έχουν αναφερθεί, πως το περιεχόμενο της επιστολής του εναγόμενου 2 είναι υπό επιφύλαξη προνομιούχο. Περαιτέρω θα πρέπει να υποδειχθεί το εξής κατά την κρίση του δικαστηρίου σημαντικό. Η επιστολή δεν απεστάλη εξ ιδίας πρωτοβουλίας του εναγομένου 2, και άνευ λόγου και/ή αιτίας, αλλά κατόπιν καταγγελίας του από τους ενάγοντες προς τον Γενικό Εισαγγελέα και κλήθηκε να απαντήσει με κοινοποίηση προς αυτούς. Κατά συνέπεια, πέραν αλλά και ανεξάρτητα του προνομίου με το οποίο καλύπτεται το περιεχόμενο της επιστολής, εκ των διαμορφωμένων γεγονότων, δεν μπορεί να συναχθεί συμπέρασμα, ή εν πάση περιπτώσει δεν καταδεικνύεται με κάποιο τρόπο ότι οι εναγόμενοι, ούτως ή άλλως, αν δεν εμποδιστούν με το αιτούμενο διάταγμα «θα συνεχίζουν να τους καθυβρίζουν παντού και κάθε επόμενη φορά με χειρότερες φράσεις» ως είναι η θέση του ομνύοντος για τους ενάγοντες (παρα.10 της ενόρκου δηλώσεως του). Με άλλα λόγια και εκ της διαμορφωμένης κατάστασης ως έχει, δεν μπορεί να συναχθεί πρόθεση εκ μέρους των εναγομένων για επανάληψη κάποιου δημοσιεύματος σε βάρος των εναγόντων. Είναι συνεπώς η κατάληξη του δικαστηρίου ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τέθηκαν στην Μουλαζίνη ανωτέρω, αλλά ούτε και η δεύτερη και τρίτη προϋπόθεση του Αρ.32 του Ν.14/60. Αλλά και αν ακόμα ήθελε θεωρηθεί ότι συντρέχουν οι τασσόμενες από τον Νόμο και την νομολογία προϋποθέσεις το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει στο τέλος το δικαστήριο να ικανοποιηθεί κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το ισοζύγιο της ευχέρειας ως υπεδείχθη στην υπόθεση Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ 248 κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1 A.A.Δ. 1237 δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου και η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της δεδομένων και περιστατικών. Παρόλο που στο παρόν στάδιο δεν έχει ξεκαθαρίσει αν ο Γενικός Εισαγγελέας έδωσε άδεια προς έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του εναγομένου 2, το ζήτημα παραμένει ζωντανό και ουσιώδες αν όχι και θεμελιακό. Γιατί αν τελικά δοθεί άδεια προς έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του εναγομένου 2, με την τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, θα ήταν εξαιρετικά αμφίβολο αν αυτό δεν θα επηρέαζε το δικαίωμα του να υπερασπίσει τον εαυτό του ενώπιον του Πειθαρχικού Συμβουλίου των Δικηγόρων. Τουλάχιστον αν δεν του στερήσει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θα του περιορίσει σε σημαντικό βαθμό το δικαίωμα του να υπερασπιστεί σε πειθαρχική δίκη εναντίον του και να προβάλει εκείνη την υπεράσπιση που επιθυμεί, με ορατό το ενδεχόμενο της παραβίασης του δικαιώματος του για δίκαιη δίκη. Κρίνεται πως το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν θα απέκλινε σε βάρος ενός διαδίκου, και δη κατηγορούμενου σε πειθαρχική διαδικασία εναντίον του, περιορίζοντας τον ως προς τον τρόπο επιλογής της υπεράσπισης του εναντίον των κατηγόρων του, αλλά και των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Και επιπλέον να επικρέμεται υπεράνω του ως δαμόκλειος σπάθη απαγορευτικό δικαστικό διάταγμα που θα τον θέτει, πέραν των άλλων, και στον άμεσο κίνδυνο της περιφρόνησης του δικαστικού διατάγματος. Αλλά και αρνητική να είναι η απάντηση του Γενικού Εισαγγελέα προς έναρξη πειθαρχικής διαδικασίας εναντίον του εναγομένου 2, και πάλι το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν ανατρέπεται υπέρ των εναγόντων. Και τούτο γιατί οι εναγόμενοι, ως δικηγόροι του γραμματέα, ευρίσκονται σε θέση αντιδικίας με τους ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως μέλη της Επιτροπείας της Σ.Π.Ε και η τυχόν έκδοση του διατάγματος δεν θα μπορούσε να αποκλείσει την πιθανότητα περιορισμού της άσκησης του καθήκοντος τους έναντι του πελάτη τους. Σημαντικό όμως κρίνεται και το ενδεχόμενο οι εναγόμενοι να περιοριστούν στην υπεράσπιση τους και στην παρούσα αγωγή. Οπότε και σωρευτικά αντικριζόμενοι οι πιο πάνω λόγοι, δεν καθιστούν, αλλά ούτε και μεταφέρουν ή και μεταθέτουν το ισοζύγιο της ευχέρειας υπέρ των εναγόντων. Κρίνεται συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας με κανένα τρόπο δεν αποκλίνει υπέρ των εναγόντων. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των καθ ων η αίτηση και σε βάρος των αιτητών. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.