← Κύπρος

Mariana Cretu κ.α. ν. Ηλίας Χαβάτζιας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3626/12, 18/10/2013

Mariana Cretu κ.α. ν. Ηλίας Χαβάτζιας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 3626/12, 18/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A308 Αρ. Αγωγής: 3626/12 Μεταξύ:

  1. Mariana Cretu, εκ Κάμπου Τσακίστρας
  2. Αριστόδημος Λοΐζου, εκ Λευκωσίας ως διαχειριστών της περιουσίας του αποβιώσαντος George Stelian Cretu, τέως εκ Κάμπου Τσακίστρας και ως προσώπων που αντιπροσωπεύουν τους νομίμους κληρονόμους και τους εξαρτώμενους του ως άνω αποβιώσαντος Ενάγοντες και Ηλίας Χαβάτζιας Λτδ, Εναγομένης Αίτηση ημερ. 21.5.13 υπό εναγόντων - αιτητών για έκδοση προσωρινού διατάγματος Ημερο μηνία: 18 Οκτωβρίου 2013 Για ενάγοντες - αιτητές: κος Γιώργος Λοΐζου Για εναγομένη - καθ' ης η αίτηση: κα Μισιελίνα Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση των εναγόντων εναντίον της εναγομένης εταιρείας αφορά αποζημιώσεις για απώλεια εξαρτήσεως λόγω θανάτου καθώς και για κατ' ισχυρισμό αμέλεια της εναγομένης ως εργοδότριας του αποβιώσαντος σε εργατικό ατύχημα George Stelian Cretu. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 30.5.12 και ακολούθησε σημείωμα εμφάνισης της εναγομένης στις 25.7.
  3. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν με την καταχώρηση της έκθεσης απαίτησης στις 19.9.12 και της υπεράσπισης στις 31.10.
  4. Στην συνέχεια, η υπόθεση ορίστηκε για οδηγίες σε δύο ημερομηνίες για σκοπούς περιορισμού των επιδίκων θεμάτων και για συζήτηση πιθανότητας εξώδικης διευθέτησης. Ακολούθησε στις 21.5.13 η καταχώρηση της παρούσας αίτησης δια κλήσεως από τους ενάγοντες με την οποία ζητούν την έκδοση συντηρητικού διατάγματος που να απαγορεύει στην εναγομένη την πώληση και/ή επιβάρυνση δύο ακινήτων ιδιοκτησίας της στο Κάμπο Τσακκίστρας καθώς και δύο φορτηγών και ενός εκσκαφέα που χρησιμοποιεί για τις εργασίες της. Η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της ενάγουσας 1, χηρεύσασας συζύγου του αποβιώσαντος. Αναφέρεται ότι καταβλήθηκαν παρατεταμένες προσπάθειες με στόχο την εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης της υπόθεσης, οι οποίες όμως δεν είχαν αίσια κατάληξη. Κατόπιν τούτου, οι ενάγοντες διεξήγαγαν έρευνες με την βοήθεια των συνηγόρων τους, οι οποίες κατέδειξαν ότι η εναγομένη είναι ιδιοκτήτρια δύο παρακείμενων τεμαχίων στη περιοχή του χωριού Κάμπος της Τσακκίστρας όπου βρίσκεται το εργοστάσιο της και ένας παρακείμενος χώρος ξυλείας. Διαπιστώθηκε επίσης ότι στην εναγόμενη ανήκουν δύο φορτηγά αυτοκίνητα με αριθμούς εγγραφής KLM 960, ΚWG 285 καθώς και ένας εκσκαφέας με αριθμό εγγραφής ΚLW
  5. Ως συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της, λόγω της φύσης και της σοβαρότητας της παρούσας αγωγής, υπάρχει ουσιαστική πιθανότητα σε περίπτωση επιτυχίας της να επιδικαστούν αποζημιώσεις μεγάλης κλίμακας στους ενάγοντες. Ως εκ τούτου εάν οι εναγόμενοι προβούν σε αποξένωση ή επιβάρυνση της πιο πάνω περιουσίας λόγω της σημερινής δυσχερούς οικονομικής κατάστασης θα παρουσιαστούν δυσκολίες όσον αφορά την εκτέλεση απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί. Η εναγομένη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Στους λόγους ένστασης αναφέρεται ότι δεν έχει καμία πρόθεση να αποξενώσει τα περιουσιακά στοιχεία που περιλαμβάνονται στην αίτηση, η αγοραία αξία των οποίων εν πάση περιπτώσει είναι εξόφθαλμα δυσανάλογη και υπερβαίνει σημαντικά το αιτούμενο στη αγωγή ποσό. Γι' αυτό τον λόγο σε περίπτωση έγκρισης του αιτήματος, οι εναγόμενοι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Επιπλέον, αναφέρεται στην ένσταση ότι οι ενάγοντες δεν προσήλθαν με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο και έχουν προβεί σε απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος. Το ουσιώδες γεγονός είναι ότι η εναγομένη εταιρεία καλύπτεται με ασφάλεια για εργατικό ατύχημα μέχρι του ποσού των €85.000,
  6. Την ένσταση συνοδεύει ένορκη δήλωση του Σοφρωνάκη Μούσκου, Διευθυντή της εναγομένης. Σ' αυτή επαναλαμβάνονται οι προαναφερθέντες λόγοι ένστασης. Αναφέρεται επιπλέον ότι η εναγομένη θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος αφού στα υπό κρίση ακίνητα είναι εγκατεστημένο εργοστάσιο επεξεργασίας ξυλείας από το οποίο διεξάγονται οι εργασίες της εναγομένης. Επίσης, τα οχήματα των οποίων επιζητείται η δέσμευση είναι αναγκαία και απαραίτητα για την διεκπεραίωση των εργασιών της εναγομένης. Τέλος, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση ότι δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 για την έκδοση προσωρινού διατάγματος. Αγορεύσεις Ο συνήγορος για την ενάγουσα-αιτήτρια, ανέφερε στην αγόρευση του ότι ο χρόνος καταχώρησης της αίτησης σχετίζεται με την πρωτοφανή οικονομική ύφεση και την αβεβαιότητα για το οικονομικό μέλλον λόγω των προβλημάτων στην Κυπριακή οικονομία, τα οποία αποτελούν αντικείμενο δικαστικής γνώσης. Το γεγονός επιπλέον ότι η αίτηση είναι δια κλήσεως και όχι μονομερής δεν δικαιολογεί τους ισχυρισμούς της καθ' ης η αίτηση για την έλλειψη του στοιχείου του επείγοντος αλλά και για κατ' ισχυρισμό απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων. Ο συνήγορος με παραπομπή σε σχετική νομολογία, ισχυρίστηκε ότι στις αιτήσεις δια κλήσεως δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί το κατεπείγον της αίτησης ούτε και μπορεί να απορριφθεί η αίτηση λόγω απόρριψης ουσιώδους στοιχείου αφού δεν ζητήθηκε μονομερής θεραπεία. Η αναφορά κατά τον συνήγορο σε πιθανότητα μη ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης είναι αρκετή για την έκδοση του υπό κρίση διατάγματος, δεδομένης και της μεγάλης κλίμακας των αξιωμένων από την ενάγουσα αποζημιώσεων. Από την στιγμή δε που ίδιοι οι εναγόμενοι δηλώνουν ότι δεν έχουν πρόθεση να αποξενώσουν τα περιουσιακά στοιχεία που αναφέρονται στην αίτηση, είναι εμφανές ότι δεν θα προκληθεί σε αυτούς οποιαδήποτε ζημιά από την έκδοση του αιτούμενου συντηρητικού διατάγματος. Αντιθέτως, σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα, υπάρχει πιθανότητα οι ενάγοντες να υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση αποξένωσης της υπό κρίση περιουσίας. Ο συνήγορος απέρριψε στην συνέχεια τους ισχυρισμούς περί δυσανάλογης αξίας των περιουσιακών στοιχείων σε σχέση με την απαίτηση της ενάγουσας. Η εναγομένη εταιρεία δεν προσκόμισε καμία μαρτυρία σε σχέση με την αξία της επίδικης περιουσίας. Αντιθέτως στο τεκμήριο 1 που συνοδεύει την αίτηση των εναγόντων, προκύπτει ότι το ένα ακίνητο αγοράστηκε το 2001 στη αξία μόλις των £4.000,
  7. Ήταν τέλος τη θέση του συνηγόρου ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθορίζει η νομολογία για την έκδοση του διατάγματος αφού οι ενάγοντες έχουν αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας να δικαιούνται δηλαδή αποζημιώσεις πέραν των €160.000,
  8. Η συνήγορος της εναγομένης στη δική της αγόρευση, αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό της υπόθεσης. Στην συνέχεια, επεξήγησε με λεπτομέρεια τους λόγους της ένστασης και γιατί κατά την άποψη της δεν θα πρέπει να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Με αναφορά στη νομική βάση της αίτησης αλλά και σε σχετικές αποφάσεις, ισχυρίστηκε ότι δεν έχουν αποδειχθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος. Ειδικότερα για την προϋπόθεση της δυσκολίας απονομής δικαιοσύνης στο τέλος της αγωγής, η συνήγορος ανέφερε ότι δεν θα ήταν δίκαιο για την εναγομένη να δεσμευθεί ολόκληρη η περιουσία της για κάλυψη ενδεχόμενου ποσού αποζημίωσης, το οποίο πιθανότατα να καλύπτεται και από το ποσό της ασφάλειας της εναγομένης και η οποία ανέρχεται σε €85.000,
  9. Ήταν τέλος η θέση της συνηγόρου της εναγομένης ότι από την στάθμιση όλων των δεδομένων, το ισοζύγιο της ευχέρειας κλείνει υπέρ της εναγομένης. Υποστήριξε επί του προκειμένου ότι η εναγομένη θα υποστεί περισσότερη ταλαιπωρία από την δέσμευση όλων των περιουσιακών της στοιχείων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Σε αντίθεση με τους ενάγοντες οι οποίοι δεν καταδεικνύουν οτιδήποτε που να μπορεί να θεωρηθεί ως ζημιά ή ταλαιπωρία από την μη έκδοση των διαταγμάτων. Νομική Πτυχή Όπως προαναφέρθηκε, η αίτηση στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 32 του Νόμου 14/
  10. Το άρθρο αυτό έχει ευρύτερη εφαρμογή από το άρθρο 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6), το οποίο καθορίζει ειδικά την εξουσία του Δικαστηρίου να δεσμεύει περιουσία για σκοπούς εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί. Αναφορικά με την έκδοση διατάγματος δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 αναφέρονται οι πιο κάτω τρεις βασικές προϋποθέσεις: · Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. · Ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. · Ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια του σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 απαιτεί από τον αιτητή να δείξει με την αγωγή του, συζητήσιμο θέμα που πρέπει να αποφασιστεί από το Δικαστήριο. Η έννοια του ορατού ενδεχομένου επιτυχίας, περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. (βλ. μεταξύ άλλων Πουργουρίδης ν. Μέζου

(1994)1 ΑΑΔ 201). Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, απαιτεί από τον αιτητή να αποδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η προϋπόθεση αυτή διαφέρει από την προϋπόθεση του άρθρου 5 του Κεφ. 6, η οποία καθορίζει αυστηρά ως προαπαιτούμενο έκδοσης του διατάγματος, την παρεμπόδιση εκτέλεσης απόφασης που πιθανόν να επιτύχει ο ενάγων. Το άρθρο 32 είναι διατυπωμένο με ευρύτητα ούτως ώστε να μην περιορίζεται στην εκτέλεση απόφασης αλλά αναφέρεται γενικά σε δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης. (Βλ. Η εξουσία των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων στην Κύπρο, υπό Γ.Κ. Κωνσταντινίδη, CORPUS DE JURE CYPRII, τεύχος 1, σελ. 179, 202). Η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32, δηλαδή κατά πόσο θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, εξαρτάται από τα συγκεκριμένα περιστατικά κάθε υπόθεσης. Η κλασική περίπτωση όπως συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση, είναι εκείνη στην οποία αν και μπορεί να υπολογιστεί ή αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα, εντούτοις ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί αν δεν εκδοθεί το διάταγμα λόγω της οικονομικής αδυναμίας του εναγομένου (βλ. Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited κα
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1301). Άλλη περίπτωση είναι να αποδειχθεί ότι ο αιτητής δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται σε περίπτωση που στο τέλος επιτύχει στην αγωγή του. Επίσης, ακόμη και εκεί που θα μπορεί να αποτιμηθεί η ζημιά του αιτητή σε χρήμα, αυτός δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού (βλ Μ & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 A.A.Δ. 1791). Σχετική είναι και η απόφαση Highgate Primary School Ltd κ.α. v. Στέλιος Φυλακτίδης κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ 317, η οποία αφορούσε το αστικό αδίκημα της οχληρίας. Λέχθηκε ότι η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Σύμφωνα με την νομολογία σε περιπτώσεις όπως η παρούσα όπου επιζητείται δέσμευση περιουσίας για σκοπούς εκτέλεσης δεν είναι αναγκαίο να καταδειχθεί ότι ο αιτητής έχει εκφράσει πρόθεση να αποξενώσει ή επιβαρύνει την περιουσία του. Αυτό που εξετάζεται, είναι οι συνέπειες που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας στην εκτέλεση της απόφασης. Σχετική είναι η απόφαση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιΐα «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 785, η οποία αφορούσε την έκδοση προσωρινού διατάγματος απαγορευτικού της αποξένωσης ακινήτου, που δεν αποτελούσε το αντικείμενο της αγωγής. Αφού έγινε επισκόπηση της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, αναφέρθηκαν τα εξής: «Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μη ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία (Βλ. Lakatamitis, ανωτέρω, στη σελ. 525)...... Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου, Π. στην Ζεμενίδης ν. Ζεμενίδου (Αρ. 1)
(1992)1 Α.Α.Δ. 54 εκδίδεται το διάταγμα 'ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μη μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων. Τα ίδια και στην Τσιολάκκη και άλλη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782. Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική, Δ., όπως ήταν τότε, στη σελ. 785, εκείνο που απαιτείται είναι 'η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος'.» Στην υπόθεση Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Limited κα (ανωτέρω), γίνεται αναφορά στην Αγγλική απόφαση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The) [1983] 1 W.L.R. 1412, 1422 στην οποία λέχθηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση, το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. Παρόλα αυτά στην ίδια απόφαση (Niedersachsen, The), υποδεικνύεται ότι ο ενάγων πρέπει να προσάψει «στέρεη μαρτυρία» προς υποστήριξη του ισχυρισμού του ότι η απόφαση δεν θα ικανοποιηθεί. Η διερεύνηση του τρίτου κριτηρίου του άρθρου 32 συναρτάται και με την διατήρηση του status quo καθώς και με την ταλαιπωρία που θα υποστεί ο κάθε διάδικος από την απόφαση του Δικαστηρίου. Στην ίδια μελέτη του Γ.Κ Κωνσταντινίδη (ανωτέρω) και σε σχέση με την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, αναφέρονται τα πιο κάτω στην σελ. 214: "Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου είναι απεριόριστοι και δεν επιδέχονται προσδιορισμό εκ των προτέρων. Γενικά, η έκδοση ή η άρνηση της έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος εξαρτάται από τον κεφαλαιώδη γνώμονα των αναγκών της δικαιοσύνης όπως αυτές αποκαλύπτονται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Με δεδομένη την εννοιολογική διαφοροποίηση όσων κριτηρίων ο νομοθέτης διαμόρφωσε ως προϋποθέσεις για την γέννηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, οι παράγοντες αυτοί εξετάζονται, βασικά, στα πλαίσια του έργου της στάθμισης των αντίστοιχων αναγκών ή συμφερόντων των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω στα επηρεαζόμενα μέρη ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος." Επίσης στην υπόθεση Α. Pieris (Αlakatoudi) Ltd v. Χαριτίνη Ιωαννίδου
(1986)1 J.S.C. 243 αναφέρθηκε ότι: "Η στάθμιση της ταλαιπωρίας την οποία θα υποστεί ο κάθε διάδικος συνεπεία της έκδοσης ή μη έκδοσης του Διατάγματος, λαμβάνεται υπ' όψιν από το Δικαστήριο σε αυτή τη διαδικασία. Το βάρος της Απόδειξης είναι στον Ενάγοντα να καταδείξει ότι η ταλαιπωρία (inconvenience) που θα υποστεί θα είναι μεγαλύτερη από εκείνη του εναγόμενου εάν δεν εκδοθεί το Διάταγμα". Επίσης στην Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, λέχθηκε ότι σε διαδικασία προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο στην διαπίστωση της εκπλήρωσης των τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης και πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα, αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ακόμα, η καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας εκ μέρους του αιτητή, δυνατόν να επιφέρει αρνητικά αποτελέσματα στην έγκριση του αιτήματος (βλ μεταξύ άλλων Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ 788). Συμπεράσματα. Το πρώτο στοιχείο που θα με απασχολήσει είναι η θέση της εναγομένης εταιρείας ότι οι ενάγοντες - αιτητές έχουν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα στην ένορκη δήλωση της αίτησης τους και συγκεκριμένα το γεγονός ότι καλύπτονται με ασφάλεια ύψους €85.000,00. Η θέση των εναγόντων επί του προκειμένου είναι ότι σε αιτήσεις δια κλήσεως όπως η παρούσα, δεν ισχύουν οι αρχές για πλήρη αποκάλυψη ουσιαστικών γεγονότων. Η πιο πάνω θέση των εναγόντων με βρίσκει σύμφωνο. Η απαίτηση της νομολογίας για αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων, αφορά τις μονομερείς αιτήσεις. Η διαδικασία με μονομερή αίτηση, επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων στην μονομερή αίτηση, θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το οποίο ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε μονομερώς, χωρίς να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης. Τα γεγονότα όμως πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση. (Βλ. μεταξύ άλλων Gircotis & Achilleos Limited v. Chr. M. Sarlis & Co. M.S. κ.α
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 360 και Χριστιάνα Στυλιανού ν. Ανδρέα Στυλιανού
(1992)1 (Α) ΑΑΔ 583). Στην παρούσα περίπτωση δεν έχουμε μονομερή αίτηση ούτως ώστε να δικαιολογείται ισχυρισμός για προσπάθεια εξαπάτησης του Δικαστηρίου, προκειμένου να εκδώσει μονομερώς συντηρητικό διάταγμα. Η παρούσα έγινε δια κλήσεως και ως εκ τούτου οι πιο πάνω αρχές δεν τυγχάνουν εφαρμογής. Αναφορικά με την ουσία της αίτησης και αφού εξέτασα την έκθεση απαίτησης, την ένορκη δήλωση της αίτησης, αλλά και το υπόλοιπο υλικό όπως προκύπτει από τον φάκελο του Δικαστηρίου, διαπιστώνω πως πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Αποκαλύπτεται από το υπάρχον υλικό πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι οι ενάγοντες έχουν προοπτικές επιτυχίας στην αγωγή τους. Απομένει η εξέταση της τρίτης βασικής προϋπόθεσης ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται οικονομική αδυναμία της εναγομένης εταιρείας να τους αποζημιώσει σε περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους. Επί του προκειμένου, επικαλούνται την Δικαστική γνώση του Δικαστηρίου για την οικονομική κρίση που καλύπτει την Κύπρο τα τελευταία χρόνια. Ήταν η θέση τους όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ότι οι εναγόμενοι λόγω της σημερινής δυσχερούς οικονομικής κατάστασης θα παρουσιάσουν δυσκολίες όσον αφορά την εκτέλεση απόφασης που πιθανόν να εκδοθεί. Τα ποσά δε που επιζητούν με την αγωγή τους ως αποζημιώσεις στην κλίμακα €100.000,00 - €500.000,00 είναι πολύ μεγαλύτερα από το ποσόν των €85.000,00 που καλύπτει η ασφάλεια τους. Έχω την άποψη ότι η πιο πάνω επιχειρηματολογία, απέχει πολύ από του να αποτελεί «στέρεη μαρτυρία» για απόδειξη οικονομικής αδυναμίας των εναγομένων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους όπως απαιτείται από την νομολογία που έχω παραθέσει. Έστω και αν δεχθούμε ότι υπάρχει Δικαστική γνώση για την σημερινή δυσχερή οικονομική κατάσταση του τόπου, το στοιχείο αυτό από μόνο του δεν καταδεικνύει ότι η εναγομένη εταιρεία έχει και η ίδια οικονομικά προβλήματα και δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον της. Ακόμη δε και αν αυτή η απόφαση αφορά ποσό, πολύ μεγαλύτερο από αυτό που καλύπτει η ασφάλεια της εναγομένης. Η ενάγοντες όφειλαν να καταδείξουν με θετικό τρόπο και όχι με υποθέσεις, την αδυναμία της εναγομένης να τους αποζημιώσει σε περίπτωση που επιτύχουν στην αγωγή τους. Επί του προκειμένου πέραν της γενικής αναφοράς για την οικονομική κρίση που αντιμετωπίζει ο τόπος δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για την επιμέρους οικονομική κατάσταση της εναγομένης εταιρείας που να αποδεικνύει τον ισχυρισμό ότι από την οικονομική κρίση έχουν πληγεί σε τέτοιο βαθμό που να μην είναι σε θέση να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις της. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την τρίτη βασική προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν14/
  2. Επιπλέον, για να δύναται το Δικαστήριο να σταθμίσει τις αντίστοιχες ανάγκες και συμφέροντα των διαδίκων, σε συνάρτηση με τις επιπτώσεις που μπορεί να έχει πάνω τους ή έκδοση ή η άρνηση έκδοσης του διατάγματος, θα πρέπει να έχει ενώπιον του μαρτυρία ως προς την σημερινή αξία της περιουσίας που επιδιώκουν οι ενάγοντες να δεσμεύσουν. Οι ενάγοντες δεν προσκόμισαν όμως ως όφειλαν κατά την κρίση μου, καμία μαρτυρία για την σημερινή αξία των ακινήτων και οχημάτων που επιδιώκουν να δεσμεύσουν πέραν μιας αναφοράς για την αξία ενός ακινήτου όχι όμως με σημερινές τιμές αλλά με την τιμή των £4000,00 κατά την ημερομηνία αγοράς του το
  3. Η παράλειψη αυτή στερεί στην ουσία από το Δικαστήριο την δυνατότητα στάθμισης των εκατέρωθεν αναγκών και της τυχόν ταλαιπωρίας που θα υποστεί κάθε διάδικος από την έκδοση ή μη του διατάγματος. Αν δηλαδή η αξία της ακίνητης περιουσίας είναι πολύ μεγαλύτερη της κλίμακας της παρούσας αγωγής, διαφορετικά θα κρινόταν το ισοζύγιο της ευχέρειας από την περίπτωση που η αξία της περιουσίας αποδεικνύετο πως ήταν πολύ μικρότερη των αιτουμένων αποζημιώσεων. Ανεξαρτήτως τούτου, επαναλαμβάνω ότι η ενάγοντες, απέτυχαν να αποδείξουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ότι δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγομένης - καθ' ης η αίτηση και εναντίον των εναγόντων - αιτητών ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, να πληρωθούν δε στο τέλος της αγωγής. ............. Αλέξανδρος Α. Παναγιώτου Ανώτερος Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.