← Κύπρος

Hareto Trading Limited ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2166/2013, 23/10/2013

Hareto Trading Limited ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2166/2013, 23/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A320 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2166/2013 Μεταξύ: Hareto Trading Limited, από Βρετανικές Παρθένους Νήσους Ενάγουσας - και -

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία
  2. Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητά της ως Ειδική Διαχειριστής της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  3. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ, από τη Λευκωσία
  4. Ντίνου Χριστοφίδη, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ
  5. Κεντρικής Τράπεζα της Κύπρου, από τη Λευκωσία Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 30.5.2013 23.10.2013 Για Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα Α. Κωνσταντίνου για Μουκταρούδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, (ουδείς για ν΄ ακούσει απόφαση) Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Μ. Τζιούτ για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 4 - Καθ΄ ου η Αίτηση: ουδεμία εμφάνιση Για την Εναγόμενη 5 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ (ουδείς για ν΄ ακούσει απόφαση) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα είναι εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Η ουσιαστική της αξίωση είναι για ποσό €797.220,22 ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια πιστωτικού υπολοίπου λογαριασμού που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1 Τράπεζα, τη Λαϊκή. Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 30.5.
  6. Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρίστηκε ακόμη, περιγράφονται, ωστόσο, στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου οι αιτίες αγωγής και τι καταλογίζεται εναντίον σε κάθε Εναγόμενο. Εναντίον όλων των Εναγομένων η αξίωση εδράζεται σε παράνομη ιδιοποίηση, παράνομη επέμβαση και αδικαιολόγητο πλουτισμό (παράγρ. Ε), ενώ εναντίον των Εναγομένων 1 - 4 βασίζεται και σε παράβαση σύμβασης (παράγρ. Δ). Ακόμα, καταλογίζεται εναντίον όλων δόλος, απάτη, ψευδείς παραστάσεις, αμέλεια και παράβαση καθήκοντος που απορρέει από το Σύνταγμα, τους Νόμους και τους Κανονισμούς και παράβαση του Συντάγματος και επιχειρείται εξειδίκευση (παράγρ. Στ.). Στη Λαϊκή για πράξεις και παραλείψεις κατά την άσκηση των εργασιών της ως τράπεζα. Στην Εναγόμενη 2, κατά την άσκηση των καθηκόντων της ως Ειδικής Διαχειρίστριας της Λαϊκής δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του
  7. Στην Εναγόμενη 3, την Τράπεζα Κύπρου, για πράξεις ή παραλείψεις κατά την άσκηση των εργασιών της «ως Αποκτών Πρόσωπο και/ή διάδοχος και/ή εκδοχέας των περιουσιακών στοιχείων και/ή δικαιωμάτων και/ή υποχρεώσεων και/ή εργασιών» της Λαϊκής «και/ή ως το πρόσωπο που παρέχει υπηρεσίες» στη Λαϊκή δυνάμει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διατάγματος του 2013 (ΚΔΠ 104/2013). Στον Εναγόμενο 4 κατά την άσκηση των καθηκόντων του ως Ειδικός Διαχειριστής της Τράπεζας Κύπρου δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του
  8. Στην Εναγόμενη 5, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως την εποπτική αρχή της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου και ως Αρχή Εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και γιατί, ως Αρχή Εξυγίανσης, εξέδωσε τα διατάγματα ημερομηνίας 29.3.
  9. Αυθημερόν, με την καταχώριση της αγωγής, η Ενάγουσα καταχώρισε μονομερή Αίτηση εξαιτούμενη την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων. Κανένα διάταγμα δεν εκδόθηκε μονομερώς και το Δικαστήριο διέταξε την επίδοση της Αίτησης. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Φοίβου Στεφάνου ημερομηνίας 30.5.2013, δικηγόρου - νομικού συμβούλου που παρέχει υπηρεσίες και συμβουλές στην Ενάγουσα και γνωρίζει τα σχετικά θέματα. Συνοπτικά, ζητείται διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους από του να επέμβουν στο λογαριασμό της και διαζευκτικά να αποκαταστήσουν το πιστωτικό της υπόλοιπο. Η τρίτη εξαιτούμενη θεραπεία αφορά στη δέσμευση περιουσίας των Εναγομένων μέχρι ποσού €797.220,22 που είναι το ποσό της αξίωσης. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Αυτή των Εναγομένων 1 και 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.7.2013 της Νικολέτας Αργυρού, υπεύθυνης του Τμήματος Εξυπηρέτησης Πελατών της Λαϊκής (μέχρι και την 29.3.2013 που η εργοδότηση της μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει της ΚΔΠ 104/2013). Η ένσταση της Εναγόμενης 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 8.7.2013 της Μαρίας Μιχαήλ, που εργάζεται στη Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου. Αυτή των Εναγομένων 4 και 5 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4.7.2013 της Έλενας Παπαδοπούλου, που εργάζεται στη Μονάδα Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας. (Ο Εναγόμενος 4 απώλεσε την 21.6.2013 την ιδιότητα του και δεν εκπροσωπείται στη διαδικασία.) Οι ουσιαστικότεροι λόγοι ένστασης που καταγράφονται στις Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων μπορούν να συνοψιστούν και κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: · Δεν πληρείται καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. · Ο επηρεασμός ή η έκταση του επηρεασμού της κατάθεσης της Ενάγουσας, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής. Συνεπώς η αξίωση της είναι πρόωρη. · Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός ενώ τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και παράγουν έννομα αποτελέσματα. · Η Αίτηση είναι άνευ αντικειμένου γιατί οι ενέργειες οι οποίες ζητείται να απαγορευτούν έχουν ήδη συντελεστεί. · Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας. · Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση η Ενάγουσα διατηρούσε από τις αρχές του 2013 λογαριασμό στη Λαϊκή με πιστωτικό υπόλοιπο €887.161,
  1. Κατά το χρόνο που η Ενάγουσα θα άνοιγε το λογαριασμό, είχε ακούσει κάποιες φήμες αναφορικά με προβλήματα κεφαλαιουχικής επάρκειας της Λαϊκής και ρώτησε σχετικά τους αντιπροσώπους της Λαϊκής. Η Λαϊκή, μέσω τραπεζικών - αντιπροσώπων της, τη διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε τέτοιο ενδεχόμενο και παρέπεμψε την Ενάγουσα σε έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας με την οποία δίνονταν διαβεβαιώσεις ότι η Λαϊκή δεν αντιμετώπιζε προβλήματα κεφαλαιουχικής επάρκειας. Στην παράγραφο 32(iii) αναφέρεται για την Κεντρική Τράπεζα ότι: «. ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η Εναγόμενη ήταν αφερέγγυα, επέτρεψαν την χρηματοδότησή της από τον ELA, κατά παράβαση των κανονισμών του ELA, που ρυθμίζουν την χρηματοδότηση πιστωτικών ιδρυμάτων και που θέτουν ως προϋπόθεση για επείγουσα χρηματοδότηση κάποιου ιδρύματος να είναι φερέγγυο ίδρυμα, το πρόβλημα που αντιμετωπίζει να είναι σοβαρό και η χρηματοδότησή του να δίδεται κατ΄ εξαίρεση. Μάλιστα, ο Διοικητής των Εναγομένων 5 τόνισε στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης ότι η χρηματοδότηση από τον ELA επιτρεπόταν και ότι οι Εναγόμενοι 5, με γνώση τους και εσκεμμένα, παρουσίασαν ψευδώς στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ότι η Εναγομένη 1 ήταν δήθεν αξιόχρεη για περισσότερο από 1 χρόνο με σκοπό να εγκριθεί η χρηματοδότηση της Εναγομένης 1 από τον ELA μέχρι τις προεδρικές εκλογές της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή το Φεβρουάριο 2013, έτσι που ουσιαστικά να εξυπηρετούνται κομματικές σκοπιμότητες ενόψει προεδρικών εκλογών. Λόγω των ανωτέρω, η Εναγόμενη 1 παρέμεινε βαριά εκτεθειμένη και οι αποταμιευτικές καταθέσεις των Εναγόντων τέθηκαν σε άμεσο κίνδυνο.» Μετά τα γεγονότα που ακολούθησαν τη σύνοδο του Eurogroup της 15.3.2013 η Ενάγουσα προσπάθησε να προβεί σε διάφορες πράξεις από το λογαριασμό της, τούτο όμως δεν ήταν δυνατό. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως τα εκδοθέντα από την Κεντρική Τράπεζα, ως Αρχή Εξυγίανσης, διατάγματα είναι αντισυνταγματικά και καθ΄ υπέρβαση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του
  2. Ότι η Κεντρική Τράπεζα υπερέβη τις αρμοδιότητες και τα καθήκοντα της και ενήργησε αμελώς. Είναι περαιτέρω η θέση της πως η αποστέρηση του υπολοίπου του λογαριασμού της συνιστά αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου κατά παράβαση του Άρθρου 23 του Συντάγματος. Εγείρεται ακόμα ζήτημα δυσμενούς διάκρισης, μεταξύ της Ενάγουσας και των καταθετών σε άλλες τράπεζες της Κύπρου, κατά παράβαση του Άρθρου 28 του Συντάγματος. Επιβεβαιώνεται στην ένορκη δήλωση της Αργυρού ο λογαριασμός αλλά πως το πιστωτικό του υπόλοιπο ήταν €897.220,
  3. Το «ασφαλισμένο ποσό» των €100.000 μεταφέρθηκε στην Τράπεζα Κύπρου και είναι στη διάθεση της Ενάγουσας. Επιβλήθηκε, όπως αναφέρεται, συνολική απομείωση €797.220,22 που είναι το ακριβές ποσό της αξίωσης. Στο λογαριασμό της Ενάγουσας στη Λαϊκή παρουσιάζεται το πιστωτικό υπόλοιπο των €797.220,22 (κατάσταση ημερ. 22.5.2013), όμως, συνεπεία των μέτρων εξυγίανσης η Λαϊκή είναι σε αδυναμία να το αποπληρώσει στην Ενάγουσα. Τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 συνιστούν κοινό έδαφος. Τι οδήγησε σε αυτά περιγράφεται στις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις της Λαϊκής και της Κεντρικής Τράπεζας. Στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση δεν γίνεται αναφορά. Το Μάιο του 2011 μετά από διαδοχικές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Δημοκρατίας, αυτή αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές και ως εκ τούτου η χρηματοδότηση των κυπριακών τραπεζών από τις διεθνείς αγορές περιορίστηκε σημαντικά. Η κεφαλαιακή θέση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών του τόπου, της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής, επιδεινώθηκε. Γίνεται αναφορά σε σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώραν, με ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου τον Οκτώβριο του
  4. Η Λαϊκή είχε από το Σεπτέμβριο του 2011 λόγω αυξημένων εκροών καταθέσεων αιτηθεί την παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Κεντρική Τράπεζα και μέχρι την 22.3.2013 είχε λάβει ELA ύψους €9,5 δισεκατομμυρίων. Είχε, στο μεσοδιάστημα, με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 18.5.2012, εγκριθεί η παροχή σε αυτήν κρατικής στήριξης ύψους €1,8 δισεκατομμυρίων. Πώς η Κεντρική Τράπεζα, κατά τη θέση της, αντιμετώπισε την κατάσταση περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της. Δεν χρειάζεται όμως να γίνει μνεία αφού στο στάδιο τούτο το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων σε ζητήματα που αφορούν την τυχόν υπαιτιότητα των μερών και για τα οποία υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις. Αδιαμφισβήτητο παραμένει το αποτέλεσμα πως το Μάρτιο του 2013 αμφότερες οι δύο τράπεζες δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε η παροχή σε αυτές ELA. Τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 καταγράφονται αναλυτικά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής: «
  5. Στις 16 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, ενεργοποιώντας ίδιους πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμόζεται σε καταθέτες (κατοίκους και μη κατοίκους) και, την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
  6. Στις 19 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων.
  7. Στις 21 Μαρτίου 2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε, σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ζητηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να διατηρήσει την παροχή έκτακτης ρευστότητας στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25 Μαρτίου
  8. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή έκτακτης ρευστότητας θα εξεταστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τεθεί σε εφαρμογή πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. ...............................
  9. Στις 22 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου και του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/
  10. Η υπό αναφορά νομοθεσία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22 Μαρτίου 2013 («ο Νόμος»). .................................
  11. Στις 25 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα στη συνέχεια αφομοιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με την καλή τράπεζα θα μεταφερθούν €9 δις έκτακτης παροχής ρευστότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.» Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Αρχή Εξυγίανσης είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τις εξουσίες της να καθορίζονται στο άρθρο
  12. Η παράγραφος 12(α) του άρθρου παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή Εξυγίανσης να εκδίδει διατάγματα στο πλαίσιο εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων της για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου. Στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για διάσωση με ίδια μέσα και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή. (Με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 97(Ι)/2013 η σύνθεση της Αρχής Εξυγίανσης έχει αλλάξει. Προστέθηκε ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.) Μετά τα δύο Eurogroup η Λαϊκή ξανάνοιξε στις 28.3.2013, όπως όλες οι τράπεζες (βλ. ΚΔΠ 95/2013), ήταν όμως νομικά ανέφικτο να πραγματοποιηθούν ελεύθερα πράξεις στους λογαριασμούς των καταθετών (βλ. τον Περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμο του 2013, (αρ. 12(Ι)/2013) και τα Διατάγματα ΚΔΠ 98/2013 ημερομηνίας 27.3.2013 και 102/2013 ημερομηνίας 29.3.2013). Το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) εκδόθηκε από την Αρχή Εξυγίανσης στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που της παρείχε ο πιο πάνω Νόμος και δημοσιεύθηκε την 29.3.
  13. Το Διάταγμα είχε σκοπό την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου και διαλάμβανε διάφορα μέτρα. Σύμφωνα με την παράγραφο 5
(1)περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής μεταβιβάζονταν στην Κύπρου. Μεταβιβάζονταν και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100.000 (βλ. υποπαράγραφο
(2)(β)). Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε η ώρα 06:10 της 29.3.
  1. Προνοείται στο Διάταγμα (παράγρ. 6) ότι θα ακολουθήσει διαδικασία αποτίμησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει κατά πόσο η τελική τους αξία υπερβαίνει την τελική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν. Εάν ναι, η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορεί, με νέο διάταγμα, να απαιτήσει από την Τράπεζα Κύπρου να εκδώσει προς τη Λαϊκή αριθμό μετοχών Τάξης Α΄ προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης. Συνεπώς, για το ποσό της κατάθεσης της Ενάγουσας που υπερβαίνει τις €100.000, ό,τι αυτή μπορεί να αναμένει είναι τα αποτελέσματα της πιο πάνω αποτίμησης ευελπιστώντας ότι μετοχές Τάξεως Α΄ θα αποδοθούν στη Λαϊκή και αυτές να χρησιμοποιηθούν για να αποζημιωθούν οι καταθέτες της Λαϊκής, όπως η ίδια. Όπως προειπώθηκε, περιγράφεται στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος η αιτία αγωγής εναντίον του κάθε Εναγόμενου. Είναι, ωστόσο, χρήσιμο αυτές να εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων αποφασίστηκαν στην θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. Υπόθ. Αρ. 551 κ.α., ημερομηνίας 7.6.
  2. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως τα εκδοθέντα διατάγματα δεν συνιστούν Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις υποκείμενες στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά Πράξεις Κυβερνήσεως. Μέσω αυτών, υπήρξε παρέμβαση της Πολιτείας στη σχέση της Λαϊκής με τους καταθέτες της. Τα εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν ανέφικτο για τη Λαϊκή να αποπληρώσει τα χρήματα των καταθετών της. Αναφέρθηκε πως: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ΄ όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Γίνεται αναφορά στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου και στη γενική θέση πως κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης οι πιστωτές του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος δεν θα πρέπει να βρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση, και σημειώνεται πως: «Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ΄ επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Επιβεβαιώνεται πως η τυχόν ζημιά που κάθε καταθέτης της Λαϊκής υπέστηκε λόγω των μέτρων εξυγίανσης, δεν είναι ισόποση των καταθέσεων του (πέραν των €100.000) που διατηρούσε τη Λαϊκή. Τούτο θα συνέβαινε αν η Λαϊκή ήταν, πριν τα μέτρα και σε σχέση με το αποτέλεσμα της αποτίμησης, σε θέση να αντιμετωπίσει πλήρως τις υποχρεώσεις της, που δεν ήταν. Δεν αμφισβητείται πως η υπαλλακτική οδός των μέτρων εξυγίανσης ήταν να τεθεί η Λαϊκή υπό εκκαθάριση. Άλλωστε, η ίδια η Ενάγουσα καταλογίζει στην Κεντρική Τράπεζα ευθύνη ότι επέτρεψε τη χρηματοδότηση της Λαϊκής από τον ELA, κατά παράβαση των κανονισμών του ELA και ενώ γνώριζε ότι ήταν αφερέγγυα. Είναι συνεπώς η διαφορά των δύο που καθορίζει τη ζημιά του κάθε καταθέτη από τα μέτρα εξυγίανσης, με το βάρος στους ώμους του καταθέτη να αποδείξει ότι, αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν, θα ήταν σε καλύτερη θέση. Η Γενική Οπισθογράφηση που καταχωρίστηκε πριν την έκδοση της Χριστοδούλου, δεν είχε αυτή την κατεύθυνση. Η Ενάγουσα δικογραφεί την αξίωση της, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο, πως εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης, η Λαϊκή θα μπορούσε να της αποπληρώσει την κατάθεσή της. Έτσι, τα μέτρα εξυγίανσης παίρνουν, εκ προοιμίου, τη μορφή του κακού ενώ μπορεί να διαφανεί πως ήταν σωτήρια, έστω για το ποσό των €100.
  1. Το ζήτημα δεν θα αποφασιστεί σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο και φαίνεται πως δεν υφίσταται το πραγματικό υπόβαθρο για να αποφασιστεί σε αυτό το χρονικό στάδιο σε κάθε περίπτωση. Η Ενάγουσα δεν καταπιάστηκε καθόλου με το ζήτημα. Παρά το ότι καταλογίζει στην Κεντρική Τράπεζα την παρέμβαση με την έκδοση των διαταγμάτων, φαίνεται να αγνοεί και να μην συνυπολογίζει καθόλου την πιο πάνω παράμετρο. Δεν ισχυρίζεται καν ότι τα μέτρα εξυγίανσης την έθεσαν σε δυσμενέστερη θέση παρά εάν δεν εφαρμόζονταν και η Λαϊκή οδηγείτο στην εκκαθάριση. Αν δεν την έθεσαν σε δυσμενέστερη θέση, η έκδοση του Διατάγματος δεν τεκμηριώνει σε αυτή τη βάση αγωγή εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας. Εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η Ενάγουσα να έχανε και το ασφαλισμένο ποσό των €100.000 έκαστος. Η νομολογία δεν αποτελεί προηγούμενο αναφορικά με γεγονότα που διαπιστώνονται. Απλά δανείζομαι απόσπασμα από την Χριστοδούλου για τον εύσημο τρόπο που εξηγείται η κατάσταση όπως προκύπτει μέσα και από τα γεγονότα που τέθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία. «Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεος δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα κα το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων.» Εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας η αγωγή επεκτείνεται και στη συμπεριφορά της πριν τα γεγονότα του Μαρτίου του
  2. Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα εκπλήρωσε τα καθήκοντα της ως η εποπτική αρχή των εμπορικών τραπεζών σε σχέση με τη Λαϊκή, και αν όχι, κατά πόσο τούτο δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της από τον κάθε καταθέτη της Λαϊκής που υπέστηκε ζημιά. Δόθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή κάποια στοιχεία ώστε να μπορούν να ικανοποιηθούν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  3. Εναντίον της Λαϊκής έχει καταδειχθεί κατά τρόπο θετικό η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Υπάρχει συμβατική σχέση αποπληρωμής της κατάθεσης που η Λαϊκή δεν μπορεί να ικανοποιήσει σήμερα λόγω των μέτρων στα οποία οδηγήθηκε λόγω της κατάστασης της και του τρόπου διαχείρισης της. Η Εναγόμενη 2, Άντρη Αντωνιάδου, διορίστηκε ως Ειδική Διαχειρίστρια για τη Λαϊκή δυνάμει των προνοιών του Νόμου προς τον σκοπό της αποτελεσματικότερης εκτέλεσης των μέτρων εξυγίανσης και ενάγεται λόγω της ιδιότητας της που την καθιστά αναγκαίο διάδικο για την εκτέλεση τυχόν απόφασης εναντίον της Λαϊκής. Η Τράπεζα Κύπρου με έμφαση επισημαίνει στην ένστασή της πως η απαίτηση της Ενάγουσας δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που αυτή ανέλαβε, δυνάμει του Διατάγματος (ΚΔΠ 104/2013) από τη Λαϊκή. Έχει ήδη σημειωθεί με αναφορά στην παράγραφο 5
(2)(β) του Διατάγματος πως η μεταβιβασθείσα υποχρέωση περιορίζεται στις €100.000 ανά καταθέτη. Το Διάταγμα δεν εναπόθεσε ευθύνη στην Τράπεζα Κύπρου για να αποπληρώσει στην Ενάγουσα το υπόλοιπο των €797.220,22 που είχε να λαμβάνει από τη Λαϊκή και συνιστά την απαίτηση της. Αυτή η υποχρέωση παρέμεινε στη Λαϊκή που όμως δεν μπορεί να αποπληρώσει την Ενάγουσα γιατί βρίσκεται υπό καθεστώς αναδιοργάνωσης και εξυγίανσης. Η Ενάγουσα, όπως προειπώθηκε, εδράζει την αξίωση της εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και σε αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ότι δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου καρπώθηκε το υπόλοιπο των €797.220,22 που η Ενάγουσα είχε στο λογαριασμό της, με τη λογική ότι πήρε το σύνολο των καταθέσεων της αλλά την υποχρέωση να της αποπληρώσει μόνο €100.
  1. Τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα χρήματα που κατάθεσε η Ενάγουσα δεν βρίσκονταν φυλαγμένα στη Λαϊκή για να δοθούν στην Τράπεζα Κύπρου. Ούτε και τα χρήματα που είχαν καταθέσει οι υπόλοιποι καταθέτες της Λαϊκής. Εάν υπήρχαν όλα αυτά τα χρήματα στα θησαυροφυλάκια της Λαϊκής, η τελευταία δεν θα είχε το πρόβλημα ρευστότητας που οδήγησε στα μέτρα εξυγίανσης. Αναφέρεται στην Χριστοδούλου πως: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.» Οι καταθέσεις της Ενάγουσας απορροφήθηκαν λοιπόν στο όλο ενεργητικό της Λαϊκής ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία. Αυτά μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, όπως και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής. Γι΄ αυτό και δεν τίθεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η Τράπεζα Κύπρου θα είχε επωφεληθεί από τα μέτρα εάν ήθελε φανεί πως πήρε περισσότερα από τη Λαϊκή σε σχέση με τις υποχρεώσεις που επωμίστηκε. Τότε όμως η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορεί να απαιτήσει την αποζημίωση της Λαϊκής όπως προνοείται στην παράγραφο 6 του Διατάγματος. Δεν υπάρχει πρόνοια για την περίπτωση που οι μεταβιβασθείσες υποχρεώσεις υπερβαίνουν την αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων. Έτσι θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κάποιος πως η Τράπεζα Κύπρου μόνο να χάσει μπορεί από την εφαρμογή του Διατάγματος.. Αν το Διάταγμα ακυρωθεί ή ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 κηρυχθεί αντισυνταγματικός, η βάση πάνω στην οποία μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου ανατρέπεται, όμως και πάλι διεκδικητής της επιστροφής τους θα είναι η Λαϊκή και όχι ο κάθε ή ο όποιος καταθέτης της. Καταλήγω πως αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου δεν τηρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Αναφέρεται στην Χριστοδούλου πως: «. δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημιά στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων.» Η κατάθεση της Ενάγουσας που αναφέρεται στα εξαιτούμενα διατάγματα δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής. Όπως εξηγήθηκε, δεν συνιστά η κατάθεση περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως να έπρεπε να παραμείνει άθικτο και να διατηρηθεί, ώστε να αποδοθεί ως τέτοιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, ότι η Ενάγουσα θα λάβει, είναι αποζημιώσεις. Όταν η μόνη θεραπεία που με την αγωγή αξιώνεται ή που μπορεί να αξιώνεται και να αποδοθεί είναι η χρηματική αποζημίωση, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, συνήθως περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο οι Εναγόμενοι θα αδυνατούν να ικανοποιήσουν το ποσό της απόφασης. Ως προς αυτή την παράμετρο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση πως: «
  4. Όπως έχει ήδη εξηγηθεί, η ζημία που προκαλείται στους Ενάγοντες με την στέρηση των καταθέσεών τους και με την έκδοση των Διαταγμάτων από τους Εναγόμενους 5 είναι τεράστια. Οι Ενάγοντες δεν μπορούν να έχουν την αναγκαία ρευστότητα για άσκηση των εμπορικών δραστηριοτήτων τους. Είναι δε ξεκάθαρο ότι αυτή η ζημιά θα είναι αδύνατον να αποκατασταθεί στο μέλλον, αφού είναι πολύ πιθανόν οι Εναγόμενοι να μην υφίστανται καν στο μέλλον. Συγκεκριμένα, οι Εναγόμενες 1 και 3 είναι παντελώς αφερέγγυες ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 4 δεν έχουν ικανή περιουσία που να μας επιτρέπει την εκτέλεση της οποιασδήποτε απόφασης ενδεχομένως εκδοθεί.
  5. Εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα που αιτούνται οι Ενάγοντες, είναι βέβαιο ότι οι Εναγόμενοι 2 και 4, θα προχωρήσουν στην οριστική επέμβασή τους επί του πιστωτικού υπολοίπου του Επίδικου Λογαριασμού, στην έκταση που αναφέρεται ανωτέρω, κατ΄ εφαρμογή των προνοιών των Διαταγμάτων που προανέφερα.» Η Ενάγουσα δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με την μη φερεγγυότητα της Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, 155). Αντίθετα, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής Τράπεζας πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, η Ενάγουσα θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως από την Κεντρική η οποία έχει το δικό της προϋπολογισμό, είναι αυτόνομη και θεσμικά ανεξάρτητο όργανο, κατέχει περιουσία τόσο σε χρυσό, χρήμα όσο και αξιόγραφα που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της αγωγής και ως εκ τούτου δεν είναι αφερέγγυα. Ως εκ τούτου, δεν έχει καταδειχθεί πως είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Προκύπτει ότι: · Η κατάθεση κάποιου προσώπου στη Λαϊκή δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο. Απλά σημαίνει πως ο καταθέτης είχε να λαμβάνει από τη Λαϊκή το συγκεκριμένο ποσό. · Η υποχρέωση αποπληρωμής του μέχρι €100.000 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Το όποιο υπόλοιπο της υποχρέωσης παραμένει στη Λαϊκή. · Κανένας δεν πήρε χρήματα από το λογαριασμό του καταθέτη και δεν μπορεί να διαταχθεί ο οιοσδήποτε να επιστρέψει οτιδήποτε σε αυτόν. · Δεν εγείρεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. · Η Λαϊκή δεν μπορεί από το Μάρτιο του 2013 να αποπληρώσει την υποχρέωση προς τους καταθέτες της (αυτή που παρέμεινε στους ώμους της). Ο λόγος είναι η νομοθετική παρέμβαση. · Αν δεν υπήρχε αυτή η παρέμβαση η Λαϊκή θα οδηγείτο σε χρεοκοπία. Δεν είναι υπολογίσιμο στο στάδιο τούτο τι θα λάμβανε ο κάθε καταθέτης κατά την εκκαθάρισή της. · Όταν διαφανεί η τελική θέση του κάθε καταθέτη μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης και υπολογιστεί η τελική του θέση εάν η Λαϊκή εκκαθαριζόταν, θα διαφανεί αν η εξυγίανση του προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά σε σχέση με αυτή που θα είχε υποστεί με την εκκαθάριση. · Εάν ναι, η Πολιτεία που προώθησε τη νομοθετική παρέμβαση και τα μέτρα εξυγίανσης μπορεί να υπέχει ευθύνης για να τον αποζημιώσει για τη ζημιά. · Ζήτημα δυσμενούς διάκρισης κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος δεν εγείρεται γιατί το Διάταγμα επέφερε το ίδιο αποτέλεσμα στη δυνατότητα όλων των καταθετών της Λαϊκής να αποπληρωθούν από την τράπεζα τους. Η περίπτωση τους δεν πρέπει να αντιπαραβάλλεται με την περίπτωση καταθετών σε άλλες τράπεζες γιατί δεν αφορά όμοια περίπτωση. Η υπαιτιότητα της Λαϊκής για την κατάστασή της και η ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας ως εποπτικής αρχής στους χρόνους που προηγήθηκαν του Μαρτίου του 2013 και οδήγησαν σε αυτά, είναι η περαιτέρω διάσταση του ζητήματος που δεν απασχόλησε στην Χριστοδούλου αφού εκεί το ζήτημα αφορούσε στα Διατάγματα για την εξυγίανση. Δεν αμφισβητείται πως ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 έχει ήδη συντελεστεί η ώρα 06:10 της 29.3.2013. Εάν αυτό που εμμέσως ζητείται είναι η ανατροπή της ευρύτερης ισχύος του Διατάγματος, τότε το τεκμήριο της νομιμότητας και της Συνταγματικότητας του Νόμου δυνάμει του οποίου εκδόθηκε, θα ήταν τροχοπέδη στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που θα έτεινε να εκτροχιάσει τις πράξεις που προωθήθηκαν στη βάση του. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. Νοείται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων ενώ οι Εναγόμενοι 3 και 5 σε ξεχωριστά σετ εξόδων από αυτούς. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.