← Κύπρος

Khan Aurangzeb Samandar ν. Kalantari Hooman κ.α., Αρ. Αγωγής 5955/12, 7/10/2013

Khan Aurangzeb Samandar ν. Kalantari Hooman κ.α., Αρ. Αγωγής 5955/12, 7/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A286 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 5955/12 Μεταξύ: Khan Aurangzeb Samandar Ενάγοντα και

  1. Kalantari Hooman
  2. Abdalarhman K A Alimari άλλως Abdelrahman Yassen
  3. Smith Williams
  4. MODERN LOGISTICS SERVICES LTD
  5. COMMEXFX LTD (πρώην Prime Forex Ltd και εμπορευόμενη υπό την επωνυμία Commex Trade) Εναγομένων ------------------------------------------- Αίτηση ημερ. 21.12.2012 και διάταγμα της ίδιας ημερομηνίας 7 Oκτωβρίου 2013 Για ενάγοντα-αιτητή: κα Α. Θωμά (για την εκφώνηση της απόφασης κα Βαρνάβα) Για εναγόμενους 2 & 5-καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ένα απαράδεκτα μεγάλο διάστημα έχει περάσει από την ημέρα που το Δικαστήριο - στις 21.12.2012 - έχει εξετάσει και εγκρίνει το επίδικο συντηρητικό διάταγμα μετά από μονομερή αίτηση της ίδιας ημερομηνίας μόνο ως το σημείο Β της αίτησης που είχε ως περιεχόμενο τα εξής: «Παρεμπίπτον διάταγμα που απαγορεύει στους εναγόμενους 1 - 5 και/ή ή/και υπαλλήλους ή/και αντιπροσώπους ή /και εκδοχείς αυτών από του να πωλήσουν, υποθηκεύσουν, επιβαρύνουν, μεταβιβάσουν, εγγράψουν, διαθέσουν και/ή καθ΄οιονδήποτε τρόπο αποξενώσουν, την κυριότητα ή οιονδήποτε συμφέρον (beneficial ownership) σε οποιοδήποτε πρόσωπο, ή/και αποδεχθούν ή/και επιτρέψουν οποιαδήποτε εκ των πιο πάνω αναφερόμενη πράξη επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας των Εναγομένων σε αξία μέχρι USD 1.165.126.75 (Ένα Εκατομμύριο εκατόν εξήντα πέντε χιλιάδες, εκατόν είκοσι έξι δολάρια και εβδομήντα πέντε σεντ), μέχρι αποπεράτωσης της ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής η μεχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Τα λοιπά παρακλητικά διατάχθηκαν να επιδοθούν. Η εξέλιξη μετά αυτή την ημερομηνία ήταν αφενός η αναβολή για επίδοση σε διάφορες ημερομηνίες (πάντως στην εναγομένη 5 η επίδοση επιτυγχάνεται πριν τον Ιανουάριο 2013) αλλά κυρίως η καταχώρηση πληθώρας ενδιαμέσων αιτήσεων και από τις δυο πλευρές με αποτέλεσμα την εκτροπή της εκδίκασης της παρούσης. Τελικά εμφανίσθηκαν στην διαδικασία μόνο οι εναγόμενοι 2 και 5 (η εμφάνιση τους ήταν υπό διαμαρτυρία). Για τον εναγόμενο 3 το εκδοθέν διάταγμα εξεδόθη και έγινε απόλυτο όπως επίσης εξεδόθησαν τα λοιπά παρακλητικά του εναγόμενου 3 μη εμφανισθέντος στη διαδικασία. Για τους εναγόμενους 1 και 4 η ευπαίδευτη συνήγορος δήλωσε ότι συνετελέσθηκε επίδοση και δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης, ούτε εμφανίστηκαν και ζήτησε ως άνω. Παρέμεινε το θέμα να ελεγχθεί αφού τα επιδοτήρια δεν ευρίσκοντο στο κυρίως φάκελο της υπόθεσης. Μετά από έρευνα στους παρεπίπτοντες τρεις φακέλους της υπόθεσης διαπιστώθηκε επίδοση για τους 1 και
  6. Στον εναγόμενο 1 στις 12.6.2013 και στην εναγομένη 4 στην εναγομένη 4 στις 14.6.
  7. Παραμένει λοιπόν η εξέταση της αίτησης σε σχέση με τους εναγόμενους 2 και
  8. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι εκκρεμούν ενώπιον μου σ' άλλη ημερομηνία για εκδίκαση και τα ακόλουθα: (α) Αίτηση με την οποία να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται το διάταγμα ημερ. 11.3.2013 για άδεια για σφράγιση, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και υποκατάστατης επίδοσης αναφορικά με τον εναγόμενο
  9. Η αίτηση αυτή καταχωρήθηκε στις 24.5.2013 και μετά από κάποιες αναβολές είναι ορισμένη για ακρόαση στις 12.11.
  10. (β) Αίτηση με την οποία να διαγραφεί το όνομα της εναγομένης 5 από το κλητήριο της αγωγής και ή απόρριψη της αγωγής σε σχέση με την εναγόμενη 5 με την ίδια ημερομηνία καταχώρησης (24.5.2013) και ορισμένη ομοίως για ακρόαση ως άνω. Αξιοσημείωτον είναι επίσης ότι η εναγομένη 5 καταχώρησε στις 21.3.2013 αίτηση για απόρριψη αγωγής λόγω παράλειψης προώθησης (μη καταχώρηση Έκθεσης Απαιτήσεως), η οποία αποσύρθηκε στις 30.5.2013 όταν η Έκθεση Απαίτησης καταχωρήθηκε. Μάλιστα εκ μέρους της εναγομένης 5 καταχωρήθηκε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης στις 19.6.
  11. Επιχειρήθηκε από το Δικαστήριο η συνεκδίκαση όλων των αιτήσεων, ωστόσο τα δικόγραφα των δυο πιο πάνω αιτήσεων δεν ήταν έτοιμα κατά το χρόνο εκδίκασης της παρούσης αίτησης, οπότε δεν θεωρήθηκε σκόπιμη η περαιτέρω αναβολή της εκδίκασης του Συντηρητικού Διατάγματος, έχοντας υπόψη τα πιο πάνω λεχθέντα. Άλλωστε η παρούσα αίτηση θα κριθεί πρωτογενώς στα πλαίσια των ενόρκων δηλώσεων που στηρίζουν αντίστοιχα την αίτηση και την ένσταση και οι παράμετροι που έχουν εν προκειμένω σημασία είναι του άρθρου 32 του Ν. 14/
  12. Α. Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση τους ενάγοντος ημερ. 21.12.2012 κ.α. στηρικτικά έγγραφα (σε μετάφραση που καταχωρήθηκε με οδηγίες του Δικαστηρίου) Ο ενάγοντας και ο εναγόμενος 1 ήταν γνωστός του εναγόμενου
  13. Ήταν συγκεκριμένα ενοικιαστής ενός εκ των διαμερισμάτων ιδιοκτησίας του ενάγοντος. Κατά την διάρκεια των συζητήσεων του ο εναγόμενος 1 του ανέφερε για κάποια εταιρεία Forex «επονομαζόμενη Commex Trade" (την οποία ο ενάγοντας συγκεκριμενοποιεί ως την εναγομένη 5). Αυτή η εταιρεία, κατά τον εναγόμενο 1, του απέφερε σημαντικά κέρδη. Κατάφερε να κινήσει το ενδιαφέρον του ενάγοντα ο οποίος, έκανε με τις οδηγίες και «βοήθεια» του εναγομένου 1, κάποιες «επενδύσεις» σ' αυτήν. Στα πλαίσια αυτά άνοιξε λογαριασμό στην εταιρεία. Σχετικό είναι το (Τεκμ. KS4), το ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε ο ενάγοντας, το οποίο περιλάμβανε τα στοιχεία κάποιου λογαριασμού που διατηρείτο στην Ελληνική Τράπεζα, προτρέποντας τον να μεταφέρει το κεφάλαιο του σ' αυτόν. Δικαιούχος του λογαριασμού ήταν κάποια Εταιρεία Modern Logistic Services Ltd, δηλαδή η εναγομένη
  14. Κατά τον ενάγοντα, η σύνδεση της εναγομένης 4 και 5 προκύπτει από το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα που είχε αποσταλεί από την ηλεκτρονική διεύθυνση της Commex Trade. Ο ενάγοντας παρέδωσε το όνομα χρήστη και κωδικό πρόσβασης στον εναγόμενο 1 ως είχαν συμφωνήσει για να χειρίζεται προσωπικά το κεφάλαιο που ο ενάγοντας κατάθετε, αρχικά για επένδυση 50.000 δολ. Αμερικής - 25.4.2011 και μετά δεύτερη επένδυση στις 8.7.2011 με αντίστοιχες μεταφορές στο πιο πάνω λογαριασμό μέσω σχετικών εντύπων ως περιγράφεται στις παρ. 16 - 21 τους ένορκης δήλωσης. Και συνεχίζει ο ενάγων στην παρ. 22 της ένορκης δήλωσης του: «Σε μια άλλη περίπτωση, και συγκεκριμένα στις 5.10.2011, o Καθ' ου η Αίτηση 1 με κάλεσε και πάλι, και ζήτησε την υπογραφή μου ούτως ώστε να διεκπεραιώσει ακόμη μια ανάληψη. Όπως πληροφορήθηκα από τον ίδιο, το υπόλοιπο του λογαριασμού μου ήταν 118.000 Δολάρια Αμερ. Για άλλη μια φορά, εξουσιοδότησα την ανάληψη του ποσού των 18.000 Δολαρίων Αμερ., τα οποία κατατέθηκαν στον τραπεζικό μου λογαριασμό στις 19.10.2011, όπως φαίνεται από το αντίγραφο swift, Τεκμήριο KS 17, καθώς και από την κατάσταση τραπεζικού λογαριασμού ημερ. 20.10.2011, Τεκμήριο KS
  15. Όπως ξεκάθαρα διαφαίνεται από το Τεκμήριο KS 19, ο αποστολέας των χρημάτων ήτο μια εταιρεία επονομαζόμενη ως PrimeForex Ltd. Η PrimeForex Ltd είναι το προηγούμενο εγγεγραμμένο όνομα της ελεγχόμενης εταιρείας CommexFx Ltd και ξεκάθαρα καταδεικνύει τον συνεκτικό δεσμό μεταξύ των επωνυμιών Commex Trade, PrimeForex και CommexFx.» Τώρα σε σχέση με τον εναγόμενο 2 ο ενάγων λέει ότι όταν ο εναγόμενος 1 τον κάλεσε στην Κύπρο με σκοπό να επεκτείνει τις συνδιαλλαγές του και «την εμπλοκή με την εναγομένη 5», του σύστησε τον εναγόμενο 2 «ως υπεύθυνο της εναγομένης 5». Στην Κύπρο είχε πάει με δυο άλλα άτομα (ένας εξ αυτών με το όνομα «Hamdan». Ο εναγόμενος 2 προσποιήθηκε ότι έλεγχε τους λογαριασμούς του ενάγοντα και του εναγόμενου 2 στην εναγομένη 5» και τους είπε ότι θα είχαν πολλά κέρδη. Ο εναγόμενος 2 του συστήθηκε με το όνομα Abdelrahman Yassen και έδωσε επαγγελματική κάρτα (Τεκμ. ΚS520). Στην εν λόγω συνάντηση ο εναγόμενος 2 «αξιολόγησε» τον λογαριασμό του ενάγοντα αποκρύβοντας ότι ο εναγόμενος 1 ήταν στην πραγματικότητα συνεργάτης του και οι δυο με διαφορετικό τρόπο προσπάθησαν να τον δελεάσουν με νέες επενδύσεις με καλύτερα επιτόκια με αποτέλεσμα να του δημιουργηθεί η εντύπωση ότι θα λάμβανε μια επιστροφή της τάξης του 5% μηνιαίως. Μετά τη συνάντηση αυτή ο ενάγοντας προχώρησε στην ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων με τον εναγόμενο 2 σχετικά με το λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης (fixed deposit account), Τεκμήριο KS 21, όπου και δόθηκαν τα στοιχεία του λογαριασμού στον οποίο τα χρήματα των επενδύσεων έπρεπε να πιστωθούν. Ο παλιός λογαριασμός του ενάγοντα με την Εταιρεία μετατράπηκε σε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης (fixed deposit account). Ως δεικνύει το Τεκμήριο KS 22, ο εναγόμενος 2 υπέδειξε στον ενάγοντα ότι τα χρήματα έπρεπε να σταλούν «σε ένα λογαριασμό που διατηρούσαν με την Ελληνική Τράπεζα, υπό την επωνυμία δικαιούχου «PRIMEFOREX LTD», η οποία, είναι η προηγούμενη εγγεγραμμένη επωνυμία της CommexFx Ltd». Ο ενάγων συμφώνησε με τον εναγόμενο 1 όπως προβεί ο ίδιος ο εναγόμενος 1 σε μια εσωτερική μεταφορά (internal transfer) από το λογαριασμό του αρ. 700002 στο λογαριασμό του ενάγοντα. Στις 23.11.2011 όντως ο εναγόμενος 1 έκανε μια εσωτερική μεταφορά (internal transfer) μέσω της Metatrade για την πλατφόρμα COMMEX TRADE, από το λογαριασμό του, αρ. 700002 στο λογαριασμό του ενάγοντα αρ. 7356728 για το ποσό των 500,000 Δολαρίων Αμερ., (Βλ. Τεκμήριο KS 22). Η συμφωνία του ενάγοντα με τον εναγόμενο 1, ο οποίος εμφατικά σημείωσε ότι τον εμπιστευόταν όσο αφορά την διεκπεραίωση της πληρωμής του σε δόσεις, ήταν ότι ο ενάγων θα προχωρούσε στη πληρωμή του ποσού των 350.000 Δολαρίων Αμερ. σ 'αυτόν, αυθημερόν. Συγκεκριμένα, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 έλαβε από τον ενάγοντα δύο επιταγές, αρ. 002559 και 002560 για το συνολικό ποσό των 1.286.250 ντιρχάμ ποσό ίσο με 350.000 δολάρια. (Οι εν λόγω επιταγές είχαν ημερομηνία 24.11.2011, ως διαφαίνεται από το Τεκμήριο KS 23). Το υπόλοιπο συμφωνήθηκε όπως καταβληθεί μετά από 12 μέρες. Στις 10.12.2011 ο ενάγων επέστρεψε πίσω στον εναγόμενο 1 και του παρέδωσε μια τρίτη επιταγή των 183.750 ντιρχάμ ποσό το οποίο ισούται με 50.000 δολάρια, (Τεκμήριο KS 24) και επιπλέον 368.000 ντιρχάμ, ποσό το οποίο ισούται με 100.000 δολάρια, στις 10.12.
  16. Ο εναγόμενος 2 τηλεφωνικά (24.11.2011) επιβεβαίωσε στον ενάγοντα ότι το ποσό των 500.000 δολαρίων κατατέθηκε μέσω εσωτερικής μεταφοράς (internal transfer). Δήλωσε ότι επρόκειτο να επισκεφθεί τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα εντός ενός μηνός, κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του επρόκειτο να του φέρει τη συμφωνία προθεσμιακής κατάθεσης (fixed deposit agreement), συνοδευόμενη από την εγγυητική επιταγή. Ο εναγόμενος 2 ήρθε στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα περί την 24.12.2011 και μαζί του έφερε τη συμφωνία προθεσμιακής κατάθεσης (fixed deposit agreement), ημερ. 25.11.2011, (Τεκμήριο KS 25). Συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο Jumeirah Beach, Τεκμήριο KS
  17. Η συμφωνία προθεσμιακής κατάθεσης είχε μόνο σφραγίδα και δεν ήταν υπογεγραμμένη. Για το γεγονός αυτό έδωσε εξήγηση ο εναγόμενος 2 επειδή τα εμπλεκόμενα πρόσωπα άλλαζαν συνέχεια. Κατά τη διάρκεια της συνάντησης ο εναγόμενος 1 του έδωσε επίσης την εγγυητική επιταγή, πληρωτέα στις 25.11.2012, (Τεκμήριο KS 27). Ο εκδότης της επιταγής ήταν η Καθ' ης η Αίτηση
  18. Η συμφωνία και η εγγυητική επιταγή ήταν «υπογεγραμμένες» από κάποιον επονομαζόμενο Smith Williams, Καθ' ου η Αίτηση 3, ο οποίος παρουσιαζόταν ως εκτελεστικός διευθυντής της Commex Trade, εκείνη την περίοδο. Από το Δεκέμβριο του 2011 όλα εξελίσσονταν ομαλά και ο ενάγων διατηρούσε επαφή με τον Καθ' ου η Αίτηση
  19. Τον Ιούνιο του 2012, ο εναγόμενος 2 έπεισε τον ενάγοντα να επενδύσει ακόμη 250.000 Δολάρια Αμερ. στην εταιρεία του. Έτσι, στις 14.6.2012, μετάφερε το επιπλέον ποσό των 250.000 Δολαρίων Αμερ. σε ένα λογαριασμό της CommexFx Ltd που του έδωσε ο ίδιος, Τεκμήρια KS 28 και
  20. Για άλλη μια φορά, μέσω των Τεκμηρίων KS 28 και 29, ο συνεκτικός δεσμός μεταξύ των CommexFx, PrimeForex και της Commex Trade διαφαίνεται ξεκάθαρα. Εντός 2-3 εβδομάδων, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 επισκέφθηκε τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και παρέδωσε στον ενάγοντα την 2η συμφωνία προθεσμιακής κατάθεσης (fixed deposit agreement), ημερ. 1.7.2012, Τεκμήριο KS 30 μαζί με μια δεύτερη εγγυητική επιταγή, πληρωτέα στις 30.7.2013, Τεκμήριο KS
  21. Λίγους μήνες αργότερα ο εναγόμενος 2 ανέφερε στον ενάγοντα ότι θα μπορούσε να του εξασφαλίσει Κυπριακό διαβατήριο αν επένδυε στην εταιρεία του CommexFx Ltd, περίπου 5 εκατομμύρια συνολικά. Δεδομένου ότι οι επενδύσεις του ενάγοντα τη συγκεκριμένη στιγμή ήταν περίπου 1 εκατ. συμπεριλαμβανομένων και των τόκων που είχαν συσσωρευτεί, του ζήτησε το επιπρόσθετο ποσό των 4 εκατ. δολαρίων. Στις 23.7.2012, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 έστειλε στον ενάγοντα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα με το οποίο τον ενθάρρυνε να επενδύσει στην CommexFx, καταθέτοντας συνολικά 5 εκατ. δολάρια, Τεκμήριο KS
  22. Ως αντάλλαγμα του υποσχέθηκε ότι θα του έδιδε επιστροφή της τάξης του 9.5% πλέον η υπόσχεση της Κυπριακής υπηκοότητας. Του υποσχέθηκε άδεια διαμονής στην Κύπρο αμέσως μετά την επένδυση. Ο ενάγοντας παράλληλα άρχισε και την δική του έρευνα για τον τρόπο απόκτησης της Κυπριακής υπηκοότητας, είδε ότι αυτό ήταν πιο δύσκολο απ' ότι του παρουσιάσθηκε και άρχισε να γίνεται καχύποπτος. Στις 31.10.2012 συναντήθηκε με τον κ. Hamdan και του μίλησε για την πιο πάνω πρόταση. Όταν δε του έδειξε την φωτογραφία του εναγόμενου 2 εξεπλάγη και τον αναγνώρισε ως τον "Abdalrahman K A Alimari - Tεκμήριο KS 34 - και όχι ως τον "A. Yassen", το όνομα που φαινόταν σε ταυτότητα που του έξειξε ο εναγόμενος 2 όταν του συστήθηκε. Ο ενάγων συνεχίζει ως εξής (παρ.38-41): «Ο κ. Hamdan είχε συναντηθεί με τον Καθ' ου η Αίτηση 2 περί το Δεκέμβριο του 2010, για λογαριασμό του γραφείου του Σεΐχη Abdulaziz, όπου και συζήτησαν το ενδεχόμενο δημιουργίας μιας RAK εταιρείας FOREX στη Ras Al Khaima. Μετά από εκτεταμένες διαπραγματεύσεις ο κ. Hamdan αποφάσισε να μην προχωρήσει. Εκείνη τη περίοδο, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε συστηθεί στον κ. Hamdan από τον Καθ' ου η Αίτηση 1 που για μια ακόμη φορά αποδεικνύει ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 1 ήταν αντιπρόσωπος του Καθ'ου η Αίτηση 2 καθώς και συνέταιρός του στο «έγκλημα». Όταν έμαθα ότι ο Καθ' ου η Αίτηση 2 είχε χρησιμοποιήσει ψευδή ταυτότητα, προκειμένου να με εξαπατήσει, άρχισα να ψάχνω περισσότερες πληροφορίες στο Διαδίκτυο όπου και διαπίστωσα ότι υπήρχαν πολλές καταγγελίες κατά του Καθ' ου η Αίτηση 2 σχετικά με τις FOREX δραστηριότητές του στην Κίνα, την Ινδονησία και τη Μαλαισία. (Forexpeacearmy.com), Τεκμήριο KS
  23. Ανακάλυψα ότι το πραγματικό όνομα του Καθ' ου η Αίτηση 2 ήτο πράγματι ABDULRAHMAN K A Alimari. Βρήκα επίσης μια φωτογραφία του, επιβεβαιώνοντας τα λεγόμενα του Mohammed (Hamdan), Τεκμήριο KS
  24. Σε εκείνο το σημείο τελικά συνειδητοποίησα ότι ο ABDULRAHMAN K A Αlimari προσποιούμενος ότι ήταν κάποιος ονόματι A.Yassen μου είχε κάνει, εν γνώσει του, ψευδείς παραστάσεις με πρόθεση να με πείσει να επενδύσω μαζί του και στη συνέχεια να μου κλέψει τα χρήματά μου. Εγώ βασίστηκα σε αυτές τις παραστάσεις, εις βάρος μου, και οι οποίες είχαν ως αποτέλεσμα τεράστια οικονομική απώλεια από πλευράς μου και τον αδικαιολόγητο πλουτισμό των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 4 και 5 από δικής τους πλευράς. Στις 3.12.2012, σε μια προσπάθεια να διεκδικήσω πίσω τα χρήματά μου, καθώς και να διαγνώσω τις προθέσεις του Καθ' ου η Αίτηση 2, έστειλα ένα ηλεκτρονικό μήνυμα στον Καθ' ου η Αίτηση 2, ζητώντας του μέσω ενός εντύπου ανάληψης (withdrawal form) το οποίο επισύναψα, το ποσό των 397.928,00 Δολαρίων Αμερ., Τεκμήριο KS
  25. Από τότε, ο Καθ' ου η Αίτηση 2 καθυστέρησε τη πληρωμή προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες. Το τελευταίο του ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ 17.12.2012 διακήρυττε ότι η πληρωμή θα ολοκληρωνόταν στις 18.12.2012, ως διαφαίνεται από το Τεκμήριο KS 36, ωστόσο, καμία πληρωμή δεν έχει γίνει μέχρι και σήμερα. Νιώθοντας όλο και πιο ανήσυχος, επικοινώνησα με τους δικηγόρους μου στη Κύπρο. Με συμβούλεψαν όπως ταξιδέψω στη Κύπρο το συντομότερο δυνατό. Κατά την άφιξή μου και μετά το άνοιγμα ενός τραπεζικού λογαριασμού στην Ελληνική Τράπεζα, προχώρησα στις 20.12.2012, στη κατάθεση της εγγυητικής επιταγής των 500.000 Δολαρίων Αμερ., πληρωτέα στις 25.11.
  26. Όπως πληροφορήθηκα από την Τράπεζα, η εν λόγω επιταγή δεν μπορούσε να τιμηθεί γιατί ο λογαριασμός είχε κλείσει στις 11.12.2012, Τεκμήρια KS 28 και KS
  27. Μέχρι σήμερα, οι Καθ' ων η Αίτηση μου οφείλουν το συνολικό ποσό των 1 165 123,75 Δολαρίων Αμερ., Τεκμήριο KS 38.» Κατά τον ενάγοντα δολίως παρακινήθηκε ως άνω και προέβη σε δυο συμβάσεις και απώλεσε περιουσία ως άνω. Περαιτέρω οι δυο επιταγές που κατέχει, για 750.000,00 δολ. Αμερικής δεν τιμήθηκαν επειδή ο λογαριασμός έκλεισε και τα χρήματα έχουν μετακινηθεί σ' άγνωστη κατεύθυνση. B. H ένσταση του εναγόμενου 2 ημερ. 19.6.2013 και η ένορκη δήλωση του Σταύρου Χ"Kυριάκου, ο οποίος εργάζεται στην εναγομένη 5, ημερ. 19.6.2013 που στην στηρίζει Το κυριότερο σημείο της ένστασης είναι ότι ο αιτητής λανθασμένα πιστεύει ότι ο Αbdel Rahman Khedr Abdel Rahman El Amary από την Αίγυπτο διευθυντής της Commexfx Ltd είναι ο εναγόμενος 2 και ότι λανθασμένα επίσης πιστεύει ότι ο εναγόμενος 2 είναι διευθυντής της εναγομένης
  28. Αφού η αγωγή στηρίζεται σε δόλο και η ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση δεν δίδει λεπτομέρειες δόλου συνέπεια το θνησιγενές αυτής. Η «μαρτυρία» του αιτητή είναι γεμάτη από εντυπώσεις και απόψεις και όχι λεπτομέρειες δόλου. Εξάλλου δεν υπάρχει συμβατική σχέση του εναγόμενου 2 με τον ενάγοντα, προσθέτει. Και καταλήγει ότι ο τρόπος σύνταξης της ένορκης δήλωσης δεν πληροί γενικά τις προϋποθέσεις του Νόμου και δη του άρθρου
  29. Τίθεται ακόμη θέμα έλλειψης δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και γενικά της Κύπρου (βλ. παρ. 14) και πρόωρης και αβάσιμης αγωγής (βλ. παρ. 17 - 19 και 21 - 24). Ακόμα αναφέρει ότι ο αιτητής δεν νομιμοποιείται στην λήψη οιωνδήποτε νομικών μέτρων εναντίον του καθ' ου η αίτηση 2 ή και από τον Abdel Rahman Khedr Abdel Rahman El Al Amary από την Αίγυπτο καθότι ούτε εκδότες των επίδικων επιταγών είναι, ούτε προσυπέγραψαν την επίδικη συμφωνία και κακώς ενάγονται. Ως εκ τούτου και πάλι δεν υπάρχει καν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση αλλά ούτε και κάποια σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής. Τίθεται ακόμη μια δεσμίδα λόγων που αφορούν παρατυπία-ακυρότητα της αίτησης ως εκ της πλημμέλειας της ένορκης δήλωση που την στηρίζει επειδή συντάχθηκε στα αγγλικά και περιέχει τεκμήρια σε ξένη γλώσσα. Για αυτή την δεσμίδα λόγων θα πω ευθύς εξ αρχής ότι δεν έχει βάση η ένσταση αφού είναι επιτρεπτό ως θέμα διακριτικής ευχέρειας να γίνεται δεκτή μαρτυρία στην αγγλική και αν χρειάζεται δίδονται οδηγίες για μετάφραση όπως έγινε εν προκειμένω (βλ. άρθρο 5 του περί των Επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας Ν. 67/1988). Οι λοιποί λόγοι θα εξετασθούν ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
  30. Γ. Ένσταση εναγομένης 5 και ένορκη δήλωση του Χρίστου Αυγουστίνου, Διευθυντή εναγομένης 5 ημερομηνίας 21.3.2013 που την στηρίζει Πρόσθετα των πιο πάνω λόγων τίθεται θέμα για κακή επίδοση στην εναγομένη 5 καθώς και η θέση ότι η εναγομένη 5 είναι «ακατάλληλη και μη αναγκαία διάδικος στην παρούσα διαδικασία καθότι καμιά σχέση δεν έχει ούτε εμπορεύεται υπό την επωνυμία Commex Trade. Περαιτέρω τίθενται τα εξής: «
  31. Πέρα και/ή σε συνάρτηση με τους πιο πάνω λόγους για τους οποίους έχω ένταση εκ μέρους της Εταιρείας της καθ' ης η αίτηση 5 στην έκδοση των υπολοίπων θεραπειών τις οποίες αιτείται ο αιτητής αλλά και της διατήρησης σε ισχύ του εκδοθέντος ήδη διατάγματος αναφέρω τα ακόλουθα: (α) Η καθ' ης η αίτηση 5 εταιρεία συστάθηκε στις 29 Δεκεμβρίου 2008 στην Κύπρο ως εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δια μετοχών υπό την ονομασία PRIME FOREX LTD με αριθμό εγγραφής στο αρχείο του εφόρου εταιρειών
  32. (β) Κατά ήπερί τις 26.10.2011 η εναγόμενη καθ' ης η αίτηση 5 μετονομάστηκε σε COMMEXFX LTD. (γ) Η Εταιρεία καθ' ης η αίτηση 5 COMMEXFX LTD κατέχει την άδεια υπ' αριθμό 153/2011 υπό την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου και παρέχει εκείνες τις επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες σε σχέση με τα χρηματοοικονομικά μέσα με βάση την άδεια της. (δ) Προς τον πιο πάνω σκοπό η COMMEXFX LTD διατηρεί εμπορικό γραφείο στην οδό 28ης Οκτωβρίου, στον αριθμό 249, Lophitis Business Centre στον 2ο όροφο στην Λεμεσό.
  33. Τονίζω εν προκειμένω με έμφαση ότι η COMMEXFX LTD καμία σχέση δεν έχει με την (εμπορική) επωνυμία COMMEX TRADE ούτε εμπορεύεται ούτε και ποτέ εμπορευόταν υπό τέτοια επωνυμία.
  34. Σε ότι δε αφορά την εταιρεία υπό την επωνυμία COMMEX TRADE LTD σύμφωνα με έρευνα των δικηγόρων της εταιρείας διαπιστώθηκε ότι αυτή συστάθηκε στις 24.03.2011 στην χώρα του Μπελίζ (Belize) σχετικό πιστοποιητικό σύστασης επισυνάπτεται ως «Τεκμήριο 1»).» Εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 Το διάταγμα που εξεδόθη μονομερώς είναι διάταγμα παγοποίησης αλλά παρέμειναν και για εκδίκαση παρακλητικά για διατάγματα «ιχνηλάτισης» ή θεραπείες τύπου Norwich, ως εξηγεί η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή στην αγόρευση της. Αφού τη αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν. 14/60 το Δικαστήριο είναι υποχρεωμένο να εξετάσει τα κάτωθι: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον ο,τιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στη βάση των πιο πάνω αρχών έχω μελετήσει την παρούσα δικογραφία υπό το πρίσμα των επιμελών αγορεύσεων των δυο πλευρών. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις Τ. Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd - v - Microsoft Corporation,

(2002)1 A.Α.Δ 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Βeogradska Banka A.D
(1999)1 A.Α.Δ 225), δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Μάλιστα γίνεται η εξής επισήμανση από το Ανώτατο Δικαστήριο: «Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από Δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέχτως πολύπλοκη και μακρά.» Στη βάση όλων των πιο πάνω εκείνο το οποίο το Δικαστήριο θα πρέπει να πράξει είναι αρχικά να κρίνει αν συντρέχουν οι πρώτες δυο προϋποθέσεις του άρθρου 32 στη βάση της δικογραφίας της αίτησης, όπως αναδύεται από την ένορκη δήλωση και τα συνημμένα τεκμήρια υπό το πρίσμα πάντα των θέσεων της ένστασης. Είναι λοιπόν σαφές από την τεθείσα νομολογία ότι το Δικαστήριο δεν προβαίνει, ούτε μπορεί να προβεί σε τελικά ευρήματα για κανένα από τα θέματα που εγείρονται. Είναι θέμα εξέτασης και πεποίθησης του Δικαστηρίου ότι σ' αυτό το στάδιο της διαδικασίας έχουν τεθεί τέτοια στοιχεία από τον επιδιώκοντα θεραπεία τα οποία - και υπό το πρίσμα της ένστασης θεωρούμενα - δίδουν σοβαρές ενδείξεις δικαιώματος. Αυτά βέβαια σε συσχετισμό με την πρώτη και δεύτερη προϋπόθεση που ως εκ της συνάφειας τους η εξέταση τους είθισται να λαμβάνει χωρίς ομοούσια. Η στηρικτική ένορκη δήλωση και η εν γένει δικογραφία της αίτησης έχει πετύχει να δώσει εκείνα τα στοιχεία και εκείνες τις λεπτομέρειες ώστε να καταδειχθεί σοβαρή ένδειξη ότι οι εναγόμενοι 1 - 5 συνωμότησαν και/η ενήργησαν με συνεννόηση και μέσω δολίων παραστάσεων, ειδικά των εναγομένων 1 και 2 όπως δια ψευδών παραστάσεων που αφορούσαν λογαριασμούς και στοιχεία των εναγομένων 4 και 5 μέσω επωνυμιών και/ή άλλως πως που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ότι τους ανήκαν, κατάφεραν να οικειοποιηθούν χρηματικά ποσά του ενάγοντα. Οι συμφωνίες εγγύησης (collateral warranty) και το μέρος της βάσης της αγωγής που σχετίζεται με την αρχή quia timet παρά το ότι τίθενται στη μαρτυρία είναι η κρίση μου ότι εντάσσονται στο γενικότερο πλαίσιο του δόλου και τουλάχιστον σ' αυτό το στάδιο δεν ξεχωρίζουν ως αυτόνομες βάσεις αγωγής. Το ίδιο και αυτά που αφορούν τις επίδικες επιταγές. Όλα αποτελούν μέρος του ιδίου πάζλ που ως βάση έχει το δόλο. Δεν μου διαφεύγουν - και τις έχω εξετάσει - οι επιμέρους θέσεις των εναγομένων 2 και 5. Με έχουν δε προβληματίσει ειδικά ως προς την ένδειξη προβαλλόμενης γνώσης της εναγομένης 5 για τα γεγονότα που ο ενάγων επικαλείται. Είναι γεγονός ότι εισροές κεφαλαίων έχουν συντελεστεί και υπάρχουν ενδείξεις ως προς τις συνθήκες γνώσεις της εναγομένης 5, άρα και της ευθύνης της. Η χρήση επωνυμιών και/ή παρουσίαση της εναγομένης 5 ως αντισυμβαλλόμενης του ενάγοντα με επί μέρους στοιχεία καθώς και η εκ πρώτης όψεως παρουσίαση ατόμων ως εντολέων της ως προς ενέργειες που αφορούν τον ενάγοντα δίδει τις ενδείξεις που οι προϋποθέσεις του Νόμου ορίζουν. Μέρος της ένστασης αφορά την ύπαρξη - περιγραφή του εναγόμενου 2. Τα στοιχεία που δίδονται έστω και υπό το πρίσμα των λεχθέντων στην αντεξέταση του κ. Χατζηκυριάκου ή των αναφερομένων στη δήλωση του δεν ανατρέπει τη σοβαρή και πάλι ένδειξη της ύπαρξης και περιγραφής του εναγομένου 2 ως οντότητας (το θέμα βέβαια θα επαναθεωρηθεί ενδεχόμενα υπό το πρίσμα άλλων άρθρων σε σχέση με την αίτηση του εναγομένου 2 ημερομηνίας 24.5.2013). Σίγουρα δεν ήταν ορθός χειρισμός η μη εκδίκαση πρωτίστως και κατά προτεραιότητα ευθύς μόλις ετέθη το θέμα στην κατάλληλη αίτηση. Το παρόν Δικαστήριο δεν είχε επιλογή ως εκ της καθυστέρησης να αναθεωρήσει τις προτεραιότητες που δεν τέθηκαν ορθά από τους συνηγόρους. Ως προς τις θέσεις των εναγομένων για ανεπαρκείς λεπτομέρειες δόλου θεωρώ ότι σε σχέση με το παρόν στάδιο ο αιτητής έδωσε ικανοποιητικά στοιχεία δόλου. Στην υπόθεση Lawford v. Χ"Γαβριήλ,
(2004)1 Α.Α.Δ. 818 τονίστηκε ότι παρά το ότι ο δόλος πρέπει να συγκεκριμενοποιείται στα δικόγραφα κατά την έκδοση συντηρητικού διατάγματος απλώς θα πρέπει να παρουσιάζονται κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν εκ πρώτης όψεως τον ισχυριζόμενο δόλο. Τα λοιπά θέματα που αφορούν κυρίως τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και άλλα παρεμφερή που εγείρονται και από τις δυο ενστάσεις δεν έχουν τέτοια δυναμική ώστε να ανατρέψουν το ότι ο ενάγων αποκάλυψε μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δικογραφία και δη τον ισχυριζόμενο δόλο και ότι έχει καταδείξει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Οφείλω να πω ότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή αγγίζει όλο το ποσό για το οποίο ζητείται δέσμευση. Επ' αυτής της πτυχής δεν δίδονται επαρκείς εξηγήσεις, εκτός για το ποσό των 750.000,00 δολ. Αμερικής. Όσον αφορά τα αιτούμενα διατάγματα τύπου Norwich και ιχνηλάτισης είναι σκόπιμο να εξετάσουμε σ' αυτό το στάδιο την υπάρχουσα νομολογία. Κλασσική είναι η υπόθεση Norwich Pharmacal Co and others - v - Commissioners of Customs and Excise
(1973)2 All E.R. p. 943 όπως αυτή εξελίχθηκε με βάση πιο σύγχρονες αγγλικές υποθέσεις. Στην υπόθεση Norwich οι ενάγοντες, επικαλούμενοι παραβίαση πατέντας τους μέσω παράνομων εισαγωγών από άγνωστα σε αυτούς πρόσωπα, κινήθηκαν δικαστικά εναντίον του τελωνείου, το οποίο κατείχε έγγραφα και στοιχεία από τα οποία θα μπορούσε να αποκαλυφθεί η ταυτότητα των παρανομούντων. Πρόθεση των εναγόντων ήταν η λήψη πληροφοριών ως προς τα στοιχεία των προσώπων που παραβίαζαν την πατέντα τους με σκοπό να λάβουν εναντίον τους νόμιμα μέτρα. Η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων κατέληξε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να ζητήσει από τρίτο πρόσωπο, το τελωνείο στην προκείμενη περίπτωση, το οποίο είχε εμπλακεί στη διαφορά, να αποκαλύψει την ταυτότητα του παραβάτη. Στην υπόθεση αυτή αναφέρθηκαν και τα εξής:- "Discovery as a remedy in equity has a very long history. The chief occasion for its being ordered was to assist a party in an existing litigation. But this was extended at an early date to assist a person who contemplated litigation against the person from whom discovery was sought, if for various reasons it was just and necessary that he should have discovery at that stage. Such discovery might disclose the identity of others who might be joined as defendants with the person from whom discovery was sought. Indeed in some cases it would seem that the main object in seeking discovery was to find the identity of possible other defendants. It is not clear to me whether in all these cases the plaintiff had to undertake in some way to proceed against the person from whom he sought discovery if he found on discovery being ordered that it would suit him better to drop his complaint against that person and concentrate on his cause of action against those whose identity was disclosed by the discovery. But I would think that he was entitled to do this if he chose". Στην υπόθεση Bankers Trust Co v. Shapira and others
(1980)3 All E.R. 355 επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα δια των λεχθέντων υπό του Lord Denning: "This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be done when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank". "Disclosure can in certain circumstances be obtained under the principle applied by the House of Lords in Norwich Pharmacal v. Customs & Excise Commissioners which is derived from the discovery which can be ordered by a court of equity: ....................................
(7)it follows that the principle is available when there is only evidence that the respondent may have been mixed up, participated or become involved in a wrong. ....................................
(16)The width of the order and whether is a limited to specific documents is itself part of the exercise of the discretion. It may not be appropriate in certain situations to impose any greater burden on a third party than requiring specific documents as can be imposed on a third party by a witness summons, in others the disclosure can be required as a class of documents.
(17)Normally, if the person giving the disclosure is not himself a wrongdoer, the claimant will have to indemnify him against his costs incurred in assisting him. Τίποτε από την ενυπάρχουσα νομολογία δεν καταδεικνύει την αποδέσμευση των πιο πάνω αρχών από τα πλαίσια εξέτασης του άρθ. 32 του Ν.14/60 και για αυτήν την πτυχή των αιτουμένων θεραπείων. Το Δικαστήριο θα επανεξετάσει τις κλασσικές προϋποθέσεις του άρθ. 32 και κάτω από τις αρχές που θέτει το αγγλικό δίκαιο ως οι αρχές της επιείκειας για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων (βλ. αρθ. 29(γ) του Ν. 14/60 και Χριστοφίδη - ν - Κοτζαναστάση
(1993)1 Α.Α.Δ 718. Όμως οι πιο πάνω αρχές, ενόψει ανάλογα της δραστικότητας τέτοιων διαταγμάτων, οδηγούν στο συμπέρασμα για πιο αυστηρή προσέγγιση του Δικαστηρίου ειδικά ως προς την εξέταση της προσφορότητας για την έκδοση ή μη του διατάγματος. Για την εξέταση της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης του αρ. 32 που είναι αλληλένδετες κατά κάποιο τρόπο (δηλ. αυτό της καλής βάσης αγωγής και της ορατής πιθανότητας επιτυχίας), σε αγωγές ιχνηλάτησης, εκείνο που έχει πρωταρχική σημασία είναι οι ενάγοντες να μπορούν να στοιχειοθετήσουν ότι μια αδικοπραξία (ή άλλο αγώγιμο δικαίωμα) συντελέσθηκε εναντίον τους, την έκταση αυτής, όχι απαραίτητα και ποιος την έκανε, έστω και αν «κομμάτια του παζλ» ελλείπουν (βλ. Carlton Film Distributors Ltd v. VCl Plc, VDC Ltd
(2003)EWHC 616 (Ch) ). Είναι πάντως αναγκαίο να καταδειχθεί η εμπλοκή (αθώα ή μη) του κάθε προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται διάταγμα (βλ. Ashworth Security Hospital v. MGN 2002 W.L 1310757). Σε αυτό το στάδιο εξέτασης της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης μπορώ γενικά να κρίνω ότι υπάρχει στοιχειοθέτηση καλής βάσης αγωγής και ορατής πιθανότητας επιτυχίας ειδικά στη βάση του προσδιοριζόμενου από την ένορκη δήλωση προβαλλόμενου δόλου όπως εξηγήθηκε πιο πάνω και της ανάγκης να διερευνηθεί η πορεία των χρημάτων. Η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Avila Management services Ltd κ.α. v. Frantisek Stepanek κ.α., Π.Ε. 54/12, ημερ. 27.6.2012 για διατάγματα τέτοιου τύπου είναι ιδιαίτερα χρήσιμη. Γίνονται οι εξής παρατηρήσεις: «Το κοινοδίκαιο, εύπλαστο και εύκαμπτο, βοηθούμενο πάντοτε από τις αρχές της επιείκειας, δεν σταμάτησε ποτέ να εξελίσσεται, να αναδιπλώνεται και να προσαρμόζεται στις εκάστοτε απαιτήσεις του οικονομικού και κοινωνικού γίγνεσθαι της Αγγλικής κοινωνίας. Μέσα από αποφάσεις εξέχοντων νομικών, διαμορφωνόταν πάντοτε, αργά, προσεκτικά και σταθερά, το υπόβαθρο εκείνο που παρείχε ανάλογα το οπλοστάσιο ή την ασπίδα στην αντιμετώπιση των ραγδαία εξελισσόμενων καταστάσεων, τοπικών και παγκόσμιων. Τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal εμπίπτουν σ΄ αυτή τη διάπλαση του δικαίου, επηρεάζοντας όλες τις χώρες που εφαρμόζουν τη φιλοσοφία του Αγγλοσαξωνικού δικαίου.» Και παρακάτω: «Βεβαίως, η δυνατότητα έκδοσης του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγούντος, (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Προσεκτική εξέταση των δεδομένων της υπό αναθεώρηση υπόθεσης αποκαλύπτει ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια, η οποία και δεν θα πρέπει να διαταραχθεί. Ακριβώς το περίπλοκο των όλων συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε ένα μηχανισμό δύσκολα ανιχνεύσιμο με πλείστες όσες δοσοληψίες εμφανείς και μη, με εταιρείες εγγεγραμμένες σε διάφορα μέρη του κόσμου με διαφορετικά δικαιϊκά συστήματα και δικονομικές πρόνοιες, επιτάσσουν τη χρήση του διατάγματος Norwich Pharmacal ως βοηθητικού μέσου για την ανεύρεση και εξιχνίαση εκείνων των πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση στην ανεύρεση γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής στην Τσεχία." Και στην κρινόμενη υπόθεση είναι λογικό αυτό που εισηγείται ο αιτητής ότι δικαιολογείται στην παρούσα έκδοση διαταγμάτων τόσο με βάση τις αρχές της Norwich αλλά και της Banker Trust ως προς την ανάγκη εντοπισμού των περιουσιακών στοιχείων που απωλέσθησαν. Γνωρίζει μεν ο αιτητής και προσδιορίζει επαρκώς το αγώγιμο του δικαίωμα, απλώς μέρος του πάζλ ελλείπει, αφού δεν γνωρίζει την πορεία και την κατάληξη των αναφερόμενων περιουσιακών στοιχείων (των λεφτών). Ισχύει αυτό που είπε ο Lord Denning στην Banker Trust: "The plaintiff, who has been defranded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words to lift the latch of the banker's door", see Banque Belge Pour L'Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 335." Όσον αφορά την δυνατότητα αυτό να γίνει με ενδιάμεση αίτηση σχετική είναι η απόφαση Α ν. C
(1981)1 Q.B. 629. "Now these cases provide ample authority that, in an action in which the plaintiff seeks to trace property which in equity belongs to him, the court not noly has jurisdiction to grant an injunction restraining the disposal of that property; it may in addition, at the interlocutory stages of the action, make orders designed to ascertain the whereabouts of that property. In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; and it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants or their employees of director." To πως συμπλέουν οι αρχές των διαταγμάτων τύπου Norwich και Banker Trust περιγράφεται πολύ πετυχημένα στην υπόθεση Murphy v. Murphy
(1999)1 W.L.R. 282 (στην σελ. 289-290). Οι καθ' ων η αίτηση δεν αντιτείνουν κάτι σταθερό και συγκεκριμένο για την μη έκδοση των διαταγμάτων αυτού του τύπου. Ο νόμος περί προστασίας προσωπικών δεδομένων που φέρουν στο προσκήνιο εξώφθαλμα δεν τυγχάνει εφαρμογής εδώ που ούτε επεξεργασία δεδομένων έχουμε αλλά ούτε και τρίτους εκτός των διαδίκων. Τώρα όσο αφορά τα Παρακλητικά Α.3 και Δ - θεωρώ ότι δεν μπορούν να εκδοθούν γιατί δεν εδόθη - εξ όσων έχω αντιληφθεί - ευκαιρία δι' επίδοσης της αίτησης στην Τράπεζα να ακουσθεί, ούτε θεωρήθηκε διάδικο μέρος, οπότε δεν θα μπορούσα να εκδώσω αυτό το μέρος της αίτησης. Κατά τα λοιπά, ωστόσο, η φύση των στοιχείων που ζητούνται είναι τέτοια που υπό τις περιστάσεις του εγειρόμενου δόλου και της παράνομης οικειοποίησης εύκολα καταλήγει κάποιος ότι υπερτερεί το δημόσιο συμφέρον έναντι άλλης αρχής, όπως εντελώς επιδερμικά τίθεται το θέμα από τους καθ' ων η αίτηση. (Βλ. Tournier v. National Provincial and Union Bank of England
(1923)All E.R. 550). Στη βάση όλων των πιο πάνω καταλήγω ότι οι δυο πρώτες προϋποθέσεις ικανοποιούνται για αυτού του τύπου των διαταγμάτων. Παραμένει το θέμα για εξέταση ως προς την τρίτη προϋπόθεση καθώς και την εξέταση της προσφορότητας. Επαναλαμβάνω βέβαια τις παρατηρήσεις μου για το καθυστερημένο της εκδίκασης της παρούσας αίτησης και την παράλληλη δυσαρέσκεια του Δικαστηρίου για τον τρόπο χειρισμού και των δυο πλευρών και της μη ορθής ιεράρχησης όπως εξήγησα πιο πάνω. Έχοντας εξετάσει τις αντίστοιχες θέσεις εν όψει της φύσης της αξίωσης, των περιστάσεων της υπόθεσης στη βάση ότι ο αιτητής κατέδειξε στο παρόν στάδιο εκ πρώτης όψεως την εν λόγω αδικοπραξία δόλου και άλλα συναφή γεγονότα, που είχαν ως συνέπεια οικειοποίηση μεγάλου ποσού κρίνω ότι: (α) ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση καθώς το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της διατήρησης των περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων ώστε να είναι δυνατή η ικανοποίηση τυχόν απόφασης του ενάγοντα (διάταγμα παγοποίησης) κρίνω όμως το ποσό που θα δεσμεύεται πρέπει να οριοθετηθεί στο ποσό των 750.000,00 δολ. ως ζητείται στην Έκθεση Απαίτησης (αυτό σε σχέση με το διάταγμα παγοποίησης). Η θέση της εναγομένης 5 «για ζημιές» παράμεινε γενική και δεν έπεισε με τα αόριστα δεδομένα που έθεσε. Πάντως παρατηρώ ότι η εναγομένη 5 δεν ζήτησε ενεργοποίηση του Παρακλητικού Γ ή άλλως πως με το οποίο να της παρείχετο δυνατότητα να αποδεσμεύσει ποσά για λειτουργικά έξοδα της εταιρείας. Αν όμως παρουσιάσει συγκεκριμένη πρόταση για μηνιαία αποδέσμευση συγκεκριμένου εύλογου ποσού με επαρκείς λεπτομέρειες το Δικαστήριο θα το εξετάσει. Συμφωνώ πάντως ότι η μέχρι σήμερα δοθείσα εγγύηση από τον ενάγοντα δεν είναι ικανοποιητική. (β) Το ίδιο ισχύει και για τα διατάγματα τύπου Norwich και ιχνηλάτησης αφού χωρίς την έκδοση τους ο αιτητής δεν θα είναι σε θέση να εντοπίσει στοιχεία και περιουσίες με σκοπό την προώθηση της δικαστικής διαδικασίας. Κατάληξη Το εκδοθέν διάταγμα Β τροποποιείται διά της διαγραφής του ποσού για το οποίο γίνεται αναφορά σ' αυτό και της αντικατάστασης του με το ποσό των 750.000,00 δολ. Αμερικής και γίνεται απόλυτο ως έχει τροποποιηθεί. Επίσης εκδίδονται διατάγματα ως Α.1 (α, β, γ), 2 με την διαφοροποίηση ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 30 μέρες από την επίδοση. Τα παρακλητικά Α3, Γ και Δ απορρίπτονται. Η έκδοση των ως άνω διαταγμάτων είναι υπό τον όρο της κατάθεσης περαιτέρω εγγύησης για €100.000,00 εκ μέρους του αιτητή για να καλυφθεί η περίπτωση τυχόν λανθασμένης έκδοσης των διαταγμάτων όπως έχουν διαμορφωθεί σήμερα. Η εγγύηση να κατατεθεί εντός 10 ημερών από σήμερα άλλως πως τα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, εγκριθούν από το Δικαστήριο και πληρωθούν στο τέλος της αγωγής. (Yπ.) .............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα / Norwich / παγοποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.