← Κύπρος

AMERISWISS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT Inc. Co. Ltd ν. GCD MALT LTD, Αρ. Αγωγής: 5478/12, 15/10/2013

AMERISWISS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT Inc. Co. Ltd ν. GCD MALT LTD, Αρ. Αγωγής: 5478/12, 15/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A301 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5478/12 Μεταξύ: AMERISWISS CONSTRUCTION AND DEVELOPMENT Inc. Co. Ltd Εναγόντων ΚΑΙ GCD MALT LTD Εναγομένων Αίτηση για προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 18.12.2012 Ημερομηνία: 15.10.2013 Εμφανίσεις: Για την Αιτήτρια: κ. Γ. Παπαδόπουλος με κα Α. Ηλιάδου για Μ. Ηλιάδη & ΣυνεταίρουςΔΕΠΕ Για την Καθ΄ης η αίτηση: κ. Θ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co. LLC ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την πιο πάνω αγωγή, η ενάγουσα/αιτήτρια, διεκδικεί από την εναγόμενη/καθ΄ης ποσό 1.595.000.50 δολαρίων Αμερικής, το οποίο με βάση τους ισχυρισμούς της, της οφείλεται δυνάμει δανείου. Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες του ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος, το διεκδικούμενο ποσό πληρώθηκε από την αιτήτρια με 4 εμβάσματα σε λογαριασμό που διατηρούσε η εναγόμενη στην Τράπεζα Κύπρου, κατά την περίοδο Απριλίου 2007 και Ιανουαρίου

  1. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες χορηγήθηκε το δάνειο, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαίτησης, έχουν ως ακολούθως: H ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Κατέχει το 50% των μετοχών της εναγομένης Εταιρείας τις οποίες απέκτησε μετά από συμφωνία με το Διευθυντή της Εταιρείας Greyoak City Development Ltd (στη συνέχεια Greyoak), με απώτερο σκοπό την κοινή συμμετοχή τους σε ένα έργο ενοποιημένου συστήματος στάθμευσης για όλη την πόλη της Μόσχας (στη συνέχεια το Έργο). Μετά από διαβουλεύσεις και αφού γνώριζαν ότι η ρωσική εταιρεία Mosavtolegtrans JSC (στη συνέχεια JSC), συμφερόντων επίσης του Διευθυντή της Greyoak, ήταν ο επιτυχών προσφοροδότης του έργου, συμφωνήθηκε μεταξύ τους (της αιτήτριας και της Greyoak) όπως η αιτήτρια αποκτήσει το 50% των μετοχών της εναγόμενης Εταιρείας. Κατ΄ ακολουθία της συμφωνίας αυτής η αιτήτρια υπέγραψε συμφωνία αγοράς μετοχών με την Greyoak, στις 20.12.2007 δυνάμει της οποίας απέκτησε 5.000 μετοχές της εναγόμενης εταιρείας, έναντι του ποσού των 5.000 δολαρίων Αμερικής. Η συμφωνία τελούσε, ανάμεσα σ΄ άλλα, υπό τον όρο ότι η εναγόμενη θα αποκτούσε το 88% περίπου των μετοχών της JSC. Με τον τρόπο αυτό, τόσο η αιτήτρια όσο και η Greyoak θα συμμετείχαν, μέσω της εναγόμενης εταιρείας, στη διαχείριση και εκμετάλλευση του έργου. Ακολούθως η εναγόμενη ζήτησε από την αιτήτρια δάνειο ύψους 1.595.000.50 δολαρίων Αμερικής το οποίο θα χρησιμοποιείτο για σκοπούς χρηματοδότησης του έργου. Η αιτήτρια αποδέχθηκε και κατέβαλε στην εναγόμενη το πιο πάνω ποσό με τα εμβάσματα που αναφέρθηκαν πιο πριν. Όπως δε διευκρινίζεται στην παράγραφο 10 των λεπτομερειών της Έκθεσης Απαίτησης, η αιτήτρια κατέβαλε στην εναγόμενη το συνολικό ποσό του 1.600.000.50 δολαρίων Αμερικής από το οποίο όμως το ποσό των 5.000 δολαρίων Αμερικής αναλογούσε στην αξία των μετοχών που απέκτησε στην εναγόμενη εταιρεία και έτσι το ποσό του δανείου περιορίστηκε στο ποσό του 1.595.000.50 δολαρίων Αμερικής. Το δάνειο, διευκρινίζεται στην παράγραφο 12 της Έκθεσης Απαίτησης, δεν θα έφερε τόκο, εφόσον δόθηκε με σκοπό τη χρηματοδότηση του έργου και συμφωνήθηκε περαιτέρω όπως αποδοθεί στην αιτήτρια από τα κέρδη που θα είχε η εναγόμενη με την υλοποίηση του έργου. Περί τον Απρίλιο του 2008, η εναγόμενη και η Greyoak πληροφόρησαν την αιτήτρια για κάποια προβλήματα στην υλοποίηση του έργου και τελικά ενημερώθηκε πως το έργο δεν πραγματώθηκε και η συμφωνία ανάθεσής του στην JSC ακυρώθηκε. Με την εξεταζόμενη αίτηση διά κλήσεως η αιτήτρια επιδιώκει την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων τύπου mareva με τα οποία να δεσμεύονται, αφενός όλοι οι λογαριασμοί της εναγόμενης στην Τράπεζα Κύπρου και ή σε οποιαδήποτε άλλη τράπεζα μέχρι του ποσού του 1.595.000.50 δολαρίων Αμερικής και αφετέρου να εμποδίζονται οι αξιωματούχοι και αντιπρόσωποι της εναγόμενης να αποσύρουν ή διαθέσουν το πιο πάνω ποσό ή μέρος αυτού. Η αίτηση κατεχωρήθη στις 18.12.2012 και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Ανδρέα Χατζηδημητρίου (στη συνέχεια ΑΧ) που είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την αιτήτρια. Αφού εξηγεί το λόγο που υπογράφει ο ίδιος την ένορκη δήλωση, επαναλαμβάνει στην ουσία τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στις λεπτομέρειες της Έκθεσης Απαιτήσεως, επισυνάπτοντας όλα τα σχετικά έγγραφα στα οποία γίνεται αναφορά (Τεκμήρια 1-17). Ανάμεσα στα Τεκμήρια που επισυνάπτει είναι και η συμφωνία αγοράς μετοχών ημερ. 20.12.2007 (Τεκμήριο 3) καθώς και προγενέστερες συμφωνίες ανάμεσα στους πραγματικούς δικαιούχους της αιτήτριας και του Ρώσου επιχειρηματία Grigory Luchanskiy (στη συνέχεια GL) για την υλοποίηση του έργου, μέσω άλλης Ρωσικής εταιρείας (Parksym) στην οποία είχε συμφέροντα η αιτήτρια. Όπως εξηγεί, επειδή περί το τέλος του έτους 2006 ο Δήμος της Μόσχας ακύρωσε την άδεια που είχε παραχωρήσει στη Ρωσική εταιρεία Parksym για την εκτέλεση του έργου, προκηρύσσοντας νέο διαγωνισμό, στον οποίο πέτυχε η JSC της οποίας, όπως αναφέρθηκε πραγματικός ιδιοκτήτης είναι ο GL, καταρτίστηκε η νέα συμφωνία, Τεκμήριο
  2. Επισυνάπτει επίσης διάφορες επιστολές που ανταλλάγησαν μεταξύ εκπροσώπων της ενάγουσας, της εναγομένης και της Greyoak (Τεκμήρια 6, 7, 8 και 9) από τις οποίες, όπως εισηγείται, προκύπτει η αποδοχή εκ μέρους της εναγόμενης για την είσπραξη του συνολικού ποσού του δανείου. Επισυνάπτει περαιτέρω την αλληλογραφία η οποία αναφέρεται στα διάφορα προβλήματα που παρουσιάστηκαν στην υλοποίηση του έργου, καθώς και διάφορες εισηγήσεις που έγιναν εκατέρωθεν για εναλλακτικές λύσεις (Τεκμήρια 10 και 11). Τελικά, καταλήγει, το έργο δεν πραγματώθηκε, οι μετοχές της JSC δεν μεταφέρθηκαν στην εναγόμενη εταιρεία και εφόσον η συμφωνία αγοράς των μετοχών Τεκμήριο 3 ματαιώθηκε, η αιτήτρια ζήτησε την επιστροφή του δανείου χωρίς μέχρι σήμερα να της επιστραφεί. Δικαιολογώντας την καταχώριση της αγωγής και της εξεταζόμενης αίτησης με την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, αναφέρει πως διεξάγονταν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις για εξεύρεση λύσης. Τελικώς, όταν διαφάνηκε πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε προοπτική εξώδικου διακανονισμού, η υπόθεση ανατέθηκε σε δικηγόρο και ακολούθησε η λήψη δικαστικών μέτρων. Σε σχέση με τον κίνδυνο αποξένωσης και διάθεσης του ποσού που είναι κατατεθειμένο στην τράπεζα, αναφέρει πως είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο που διαθέτει η εναγόμενη στην Κύπρο και πως η εναγόμενη δεν έχει αναπτύξει οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα και συνεπώς, υποστηρίζει, θα είναι αδύνατο να ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί υπέρ της ενάγουσας σε μεταγενέστερο στάδιο. Αναφέρεται επίσης σε αλληλογραφία (Τεκμήριο 14) από την οποία προκύπτει πως η εναγόμενη απέσυρε ένα μέρος του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό (γύρω στις US$56.000) για να καλυφθούν, όπως ισχυρίστηκε, κάποια έξοδα, παρότι ο λογαριασμός δεν είναι σε πλήρη λειτουργία, επειδή η τράπεζα ζήτησε κάποια στοιχεία από την αιτήτρια. Το γεγονός αυτό, υποστηρίζει, σε συνάρτηση με την άγνοια που δηλώθηκε από την εναγόμενη, μέσω των δικηγόρων της στη Ρωσία (Τεκμήριο 17), για την ύπαρξη του δανείου, δημιουργεί εύλογους φόβους αποξένωσης του μόνου περιουσιακού της στοιχείου. Η καθ΄ης καταχώρισε ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν δικαιολογείται η έκδοση των διαταγμάτων. Η βασική θέση της καθ΄ης, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Αμάντας Κακογιάννη που συνοδεύει την ένσταση, είναι πως το συνολικό ποσό που εμβάστηκε στο λογαριασμό της εναγομένης, δεν συνιστούσε δάνειο αλλά ήταν η συμφωνηθείσα συνεισφορά της αιτήτριας για την υλοποίηση του έργου. Αυτό, υποστηρίζει, προκύπτει σαφέστατα από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών (Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση και Τεκμήρια 2 και 3 στην ένσταση). Οι λόγοι , εξηγεί, που το αποκάλεσαν δάνειο ήταν γιατί αφενός θα εξυπηρετούσε την καταβολή του στην αιτήτρια, σε περίπτωση που πραγματωνόταν το έργο και θα υπήρχαν κέρδη προς διανομή και αφετέρου γιατί θα ήταν ευκολότερη η μεταφορά και κατάθεση των χρημάτων. Το γεγονός, υποδεικνύει, ότι ήταν άτοκο, συνηγορεί με τη θέση της εναγομένης, ότι στην πραγματικότητα το ποσό που εμβάστηκε από την αιτήτρια αποτελούσε τη συνεισφορά της για την εκτέλεση του έργου. Αναφέρει, τέλος, ότι ο ιδιοκτήτης της Greyoak κατέβαλε τη δική του συνεισφορά ύψους 1.5 εκ. δολαρίων Αμερικής, όπως υποδεικνύεται στις επιστολές του Τεκμήρια 2 και 3 στην ένσταση. Οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης, είναι, συνοπτικά, οι ακόλουθοι: (α) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι αντικανονική αφού γίνεται από δικηγόρο που δεν γνωρίζει τα γεγονότα, χωρίς να αποκαλύπτεται η πηγή της πληροφόρησής του. (β) Τα εμβάσματα δεν έγιναν από την αιτήτρια αλλά από τρίτα πρόσωπα και δεν υπάρχει μαρτυρία ότι σχετίζονται με την ενάγουσα. (γ) Η αγωγή είναι πρόωρη εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ότι τερματίστηκε η κατ΄ ισχυρισμόν συμφωνία δανείου. (δ) Η αίτηση είναι καταχρηστική αφού τα χρήματα που είναι κατατεθειμένα στο λογαριασμό της καθ΄ης είναι δεσμευμένα από την τράπεζα, λόγω παράλειψης της αιτήτριας να παράσχει τις πληροφορίες που ζήτησε η τράπεζα. (ε) Η αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση, χωρίς να δίδεται επαρκής δικαιολογία. (στ) Δεν έχει καταδειχθεί κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης ζημιάς, εκτός εάν εκδοθούν τα διατάγματα. Με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας στη γνωστή επί του ζητήματος νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας, εισηγήθηκε ότι από τα γεγονότα και τη μαρτυρία που προσκόμισαν με την αίτηση, ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις, εφόσον: (α) Έχει καταδειχθεί ότι η αιτήτρια κατέβαλε το διεκδικούμενο ποσό στην εναγόμενη, γεγονός που δεν αμφισβητείται με την ένσταση. (β) Η καθ΄ης δεν διαθέτει άλλο περιουσιακό στοιχείο για να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί προς όφελος της αιτήτριας, και (γ) Το γεγονός ότι η καθ΄ης αμφισβήτησε την αξίωση και χρησιμοποίησε μέρος των εμβασμάτων, παρότι ο λογαριασμός δεν είναι πλήρως ενεργοποιημένος, δημιουργεί εύλογους φόβους για αποξένωση του ποσού, εκτός εάν εμποδιστεί από το Δικαστήριο. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, κατέληξε ο συνήγορος, συνηγορεί υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων για να διατηρηθεί, έτσι, το status quo. Σε αντίθεση με την αιτήτρια που κινδυνεύει να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, εάν δεν εκδοθούν τα διατάγματα, η καθ΄ης δεν θα υποστεί οποιαδήποτε δυσχέρεια ή ζημιά, εφόσον δεν ασκεί οποιαδήποτε δραστηριότητα. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ης, υποστήριξε τους λόγους ένστασης, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στη θέση της καθ΄ης πως το ποσό που καταβλήθηκε δεν αποτελούσε δάνειο αλλά την συνεισφορά της αιτήτριας στην εκτέλεση του έργου. Η θέση αυτή, επεσήμανε, τεκμαίρεται από τη φύση της όλης συναλλαγής, όπως προκύπτει μέσα από τα έγγραφα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά ιδιαίτερα από το περιεχόμενο της επιστολής του GL ημερομηνίας 10.12.07 (Τεκμήριο 5). Με την επιστολή αυτή, υπέδειξε, ο GL επισήμανε στον διευθυντή της αιτήτριας, πως ο ίδιος είχε καταβάλει ποσό της τάξης του 1.5 εκ. δολαρίων και καλούσε το συνέταιρό του να καταβάλει και εκείνος το δικό του μερίδιο που αντιστοιχούσε, επίσης, σε 1.5 εκ. δολάρια. Σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους, ο συνήγορος επανέλαβε τους λόγους ένστασης με παραπομπές σε νομολογία. Δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω τις αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Έχουν διατυπωθεί επανειλημμένα και είναι τόσο καλά γνωστές που θα ήταν αχρείαστη επανάληψη να παρατεθούν ξανά. Προχωρώ με την εξέταση της κάθε μιας από τις γνωστές προϋποθέσεις, περιοριζόμενος να υπενθυμίσω ότι για να ενεργοποιηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 οφείλει ο ενάγων να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: α) έχει μια συζητήσιμη υπόθεση β) με ορατή δυνατότητα επιτυχίας και γ) εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο (βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd

(1982)1 C.L.R. 557). Πρέπει επίσης να υποδειχθεί πως το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για διεξοδική διερεύνηση της υπόθεσης και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Εξετάζοντας το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα, κρίνω πως ικανοποιούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις, εφόσον η αιτήτρια προσκόμισε μαρτυρία από την οποία προκύπτει συζητήσιμη υπόθεση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Ειδικότερα: α) Από τη μαρτυρία εύλογα συνάγεται ότι η αιτήτρια κατέθεσε στο λογαριασμό της καθ' ης το συνολικό ποσό των 1.600.000.50 δολαρίων, από το οποίο το ποσό των 5.000 δολαρίων αντιστοιχούσε στην αξία των μετοχών που είχαν αποκτηθεί στη βάση του Τεκμηρίου 3. β) Το γεγονός ότι η καθ' ης δίνει διαφορετική εξήγηση για το λόγο για τον οποίο εμβάστηκε το ποσό στο λογαριασμό της, δεν είναι αρκετό για να εκθεμελιώσει το βάσιμο της αξίωσης της ενάγουσας. Δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στον ισχυρισμό του GL, όπως προβλήθηκε μέσα από τις επιστολές που απέστειλε στην αιτήτρια, ότι ο ίδιος ξόδεψε ανάλογο ποσό για την υλοποίηση του έργου. Δεν είναι όμως το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί το ζήτημα αυτό αφού αφορά την κατ΄ εξοχήν διαφωνία των διαδίκων. Όπως έχει υποδειχθεί πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου της υπόθεσης. Αξίζει να αναφερθεί πως ήταν εισήγηση της καθ' ης, μέσω του εκπροσώπου της άλλης μετόχου της - Greyoak -, να καταβληθεί η συνεισφορά της αιτήτριας για την υλοποίηση του έργου με τη μορφή άτοκου δανείου από μέτοχο (αιτήτρια) της εναγομένης εταιρείας (βλ. μέρος Τεκμηρίου 5). γ) Ούτε ο ισχυρισμός της καθ' ης ότι τα χρήματα εμβάστηκαν από τρίτα πρόσωπα θα μπορούσε να αποδυναμώσει την υπόθεση της αιτήτριας. Η θέση αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά με την ένσταση ενώ δεν φαίνεται να τεκμηριώνεται μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμού που επισυνάπτονται στην ένσταση. δ) Δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι το ποσό που κατέβαλε η ενάγουσα στην εναγομένη επιστράφηκε. ε) Προβάλλεται τέλος, ως λόγος του αβάσιμου της αξίωσης της αιτήτριας, το γεγονός πως δεν υπήρχε πρόνοια ως προς τον χρόνο αποπληρωμής καθώς και το ότι δεν τερματίστηκε η ισχυριζόμενη συμφωνία δανείου. Υποδεικνύεται συναφώς πως, με βάση τους ισχυρισμούς της αιτήτριας, όπως επιβεβαιώνονται από την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ των μερών, το ποσό που καταβλήθηκε θα της αποδιδόταν από τα κέρδη, όταν θα υλοποιείτο το έργο. Υπήρχε συνεπώς πρόνοια ως προς τον χρόνο και τρόπο αποπληρωμής. Όπως εξάλλου προκύπτει από την αλληλογραφία, η αιτήτρια ζήτησε την επιστροφή του ποσού επανειλημμένα, όταν ενημερώθηκε πως η εκτέλεση του έργου ναυάγησε. Το κατά πόσο η απαίτηση για επιστροφή συνιστά νόμιμο τερματισμό ή όχι, δεν είναι το κατάλληλο στάδιο να αποφασιστεί. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το ζήτημα συναρτάται με τη δυνατότητα ικανοποίησης τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί. Στην κρινόμενη υπόθεση, είναι παραδεκτό πως το ποσό που είναι κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας. Προκύπτει δε, ότι υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη των εξόδων τα οποία κατ' ισχυρισμόν έχουν δημιουργηθεί για την υλοποίηση του έργου. Υπάρχει, συνεπώς, προφανής κίνδυνος αποξένωσης του ποσού ή σημαντικού μέρους του. Έγινε εισήγηση πως η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι παράτυπη γιατί υπογράφεται από δικηγόρο, ο οποίος δεν είναι γνώστης των γεγονότων. Η εισήγηση δεν ευσταθεί. Ο ενόρκως δηλών έδωσε επαρκείς εξηγήσεις για το λόγο που εξουσιοδοτήθηκε να υπογράψει εκείνος την ένορκη δήλωση. Ταυτόχρονα, αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησής του ενώ τα όσα κατέθεσε υποστηρίζονται στο μεγαλύτερό μέρος τους από τα έγγραφα τα οποία κατέθεσε (Τεκμήρια 1-17), τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν. Όσον αφορά την προβληθείσα καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και της αίτησης, δόθηκαν εξηγήσεις από την αιτήτρια. Όπως αναφέρει, διεξάγονταν διαβουλεύσεις για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης. Το γεγονός τέλος, ότι η Τράπεζα Κύπρου παγοποίησε το λογαριασμό, επειδή δεν την εφοδίασε η αιτήτρια με τα στοιχεία που της έχει ζητήσει, δεν αναιρεί την αναγκαιότητα για τη χορήγηση της αιτούμενης θεραπείας. Όπως υποδεικνύεται από το συνήγορο της αιτήτριας, ο λογαριασμός είναι στο όνομα της καθ' ης και δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να προβεί σε κάποιες ενέργειες που θα καθιστούσαν δυνατή την ενεργοποίηση του λογαριασμού. Έχοντας συνεκτιμήσει όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος καθώς η ζημιά που δυνατό να προκληθεί στην αιτήτρια, στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα διατάγματα και αποξενωθεί το μόνο περιουσιακό στοιχείο της καθ' ης, θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερη υπό την όποια δυσχέρεια της καθ' ης από την δέσμευση του ποσού, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδονται παρεμπίπτοντα διατάγματα ως οι παράγραφοι Α και Β της αίτησης με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Τα έξοδα της αίτησης όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος, επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για Προσωρινό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.