Farid Kantserov κ.α. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 1362/2013, 18/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A309 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1362/2013 Μεταξύ:
- Farid Kantserov, από τη Ρωσία
- Svetlana Kantserova, από τη Ρωσία
- Evgeny Kantserov, από τη Ρωσία και τώρα στην Κύπρο
- Andrei Kantsarau, από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο
- Tatsiana Kantsarava, από τη Λευκορωσία και τώρα στην Κύπρο Εναγόντων - και -
- Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λεμεσό, δια της Ειδικής Διαχειρίστριας της, Εναγόμενης 2
- Άντρης Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία
- Κεντρικής Τράπεζα της Κύπρου, από τη Λευκωσία
- Κυπριακής Δημοκρατίας, δια του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 3.4.2013 18.10.2013 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μ. Σωκράτους για A. CHR. THEOPHILOU LLC Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χρ. Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 3 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 4 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες είναι φυσικά πρόσωπα, από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Είναι μεταξύ τους συγγενείς. Μερικοί από αυτούς διαμένουν στην Κύπρο. Είχαν όλοι καταθέσεις στη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ, στο υποκατάστημα Λινόπετρας, στη Λεμεσό, έχοντας δημιουργήσει φιλική σχέση με το διευθυντή του υποκαταστήματος αυτού. Με την αγωγή τους διεκδικούν το συνολικό ποσό των €5.770.000 που, κατά τη θέση τους, «απώλεσαν και/ή εύλογα αναμένεται ότι θα απωλέσουν . λόγω της κήρυξης της Εναγόμενης 1 [Λαϊκής] υπό τη διαχείριση της Εναγόμενης 2 [Ειδικής Διαχειρίστριας] για την εξυγίανση και/ή εκκαθάρισή της». Οι καταθέσεις τους ήταν σε δεσμευμένους λογαριασμούς. Ο Ενάγοντας 1 αξιώνει €1.000.000, η Ενάγουσα 2 €2.200.000, ο Ενάγοντας 3 €600.000, ο Ενάγοντας 4 και η Ενάγουσα 5 €1.100.000 που είχαν σε κοινό λογαριασμό και περαιτέρω ο Ενάγοντας 1 και η Ενάγουσα 2 €870.000 που είχαν επίσης σε κοινό λογαριασμό. Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 3.4.
- Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρίστηκε ακόμη, περιγράφεται, ωστόσο, στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου η αιτία αγωγής εναντίον του κάθε Εναγόμενου. Η Λαϊκή ενάγεται γιατί παρέβηκε συμβατική σχέση, υπόσχεση και υποχρέωση προς κάθε Ενάγοντα να εκπληρώσει τις οδηγίες του και να μεταφέρει τα πιο πάνω ποσά στην Russian Commercial Bank (RCB). Η Εναγόμενη 2, ως η «Ειδική Διαχειρίστρια» για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (αρ. 17(Ι) του 2013). Στην Εναγόμενη 3, την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως την επιβλέπουσα και ελεγκτική αρχή της λειτουργίας των τραπεζών, καταλογίζεται πως άσκησε τα καθήκοντα της κατά τρόπο αμελή, πλημμελή και/ή παράνομο και επέδειξε ανοχή και συγκάλυψε τη Λαϊκή επιτρέποντας της από το Φθινόπωρο του 2012 να λειτουργεί ενώ γνώριζε ή έπρεπε να γνωρίζει ότι έπρεπε από τότε να τεθεί υπό εκκαθάριση. Η Εναγόμενη 4, Κυπριακή Δημοκρατία, ενάγεται γιατί ο Υπουργός Οικονομικών και ο Διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας εξέδωσαν τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις 94 και 104 του 2013 ημερομηνίας 25.3.2013 και 29.3.2013 που, κατά τους Ενάγοντες, αντίκεινται στο Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (αρ. 17(Ι)/2013) άρθρο 3
(2)(ζ). Αυθημερόν, με την καταχώριση της αγωγής, οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή Αίτηση και εξασφάλισαν συντηρητικά διατάγματα ως ακολούθως: Α. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να προβούν σε οποιανδήποτε απόφαση ή να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα εξυγίανσης δυνάμει του Νόμου 17(Ι) του 2013 και του περί της Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου (αρ. 16(Ι) του 2013) σε σχέση με τις καταθέσεις τους. Β. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους από του να παρέμβουν στις καταθέσεις τους. Εξειδικεύονται διάφοροι τρόποι παρέμβασης. Δ. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να στερήσουν ή περιορίσουν τα δικαιώματα των Εναγόντων επί των ποσών των καταθέσεών τους ή να τις μειώσουν. Τα εκδοθέντα συντηρητικά διατάγματα τροποποιήθηκαν εκ συμφώνου στις 16.5.2013 ώστε να εξαιρείται από αυτά η ελεύθερη πρόσβαση από τους Ενάγοντες στο ασφαλισμένο ποσό καταθέσεων των €100.000 για κάθε Ενάγοντα. Εξαιτούμενη θεραπεία (παράγρ. Γ) για διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους να θέσουν το συνολικό ποσό των καταθέσεων των Εναγόντων σε ειδικό τοκοφόρο λογαριασμό στην Κεντρική Τράπεζα δεν εκδόθηκε μονομερώς και διατάχθηκε η επίδοση της. Τα συντηρητικά διατάγματα εκδόθηκαν στη βάση ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 3 ημερομηνίας 3.4.2013. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση πως το Δεκέμβριο του 2012, έχοντας υπόψη πληροφορίες στα μέσα μαζικής ενημέρωσης ότι η Λαϊκή βρισκόταν σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, οι Ενάγοντες αποφάσισαν να μεταφέρουν τα χρήματα τους στην RCB. Ο κάθε Ενάγοντας υπέγραψε σχετικά έντυπα της Λαϊκής ώστε οι καταθέσεις του να μεταφερθούν από το δεσμευμένο λογαριασμό του σε τρεχούμενο λογαριασμό στην ίδια τράπεζα και στη συνέχεια να μεταφερθούν στην RCB. Τα έντυπα παραδόθηκαν στη Λαϊκή στις 27.1.2013, ωστόσο συμφωνήθηκε πως οι μεταφορές θα πραγματοποιούνταν όταν ο Εναγόμενος 3 έδιδε προς τούτο τηλεφωνικές οδηγίες στο διευθυντή του υποκαταστήματος. Περαιτέρω συμφωνήθηκε ότι εάν ο διευθυντής διέκρινε άμεσο κίνδυνο ή πιθανότητα οι Ενάγοντες «να χάσουν», να χρησιμοποιήσει τις εντολές για να πραγματοποιηθούν οι μεταφορές, έστω και χωρίς να τους ειδοποιήσει. Ο λόγος για τον οποίο οι Ενάγοντες δεν μετέφεραν άμεσα τα κεφάλαια τους ήταν, κατά τη θέση τους, οι διαβεβαιώσεις του διευθυντή. Ο διευθυντής διαφήμισε στον Ενάγοντα 3 νέα επενδυτικά προϊόντα, επιχειρηματολογώντας πως η Κεντρική Τράπεζα που ελέγχει τη Λαϊκή, δεν θα επέτρεπε να παραπλανηθούν οι καταθέτες με διαφημίσεις που δεν ήταν αληθείς. Ακόμα, παρέστησε πως η Λαϊκή ήταν δυνατή και πως λειτουργούσε με την προστασία και υποστήριξη της Κεντρικής Τράπεζας και της Κυβέρνησης έχοντας πλήρη ρευστότητα για διεθνείς μεταφορές από την Ευρωπαϊκή Αρχή Ρευστότητας, εγγυημένη από την Κεντρική Τράπεζα. Στις 28.2.2013 ο Εναγόμενος 3, μετά που είχε διαβάσει άρθρο στους Financial Times με το οποίο γινόταν αναφορά σε «κούρεμα των καταθέσεων», επικοινώνησε με το διευθυντή. Ο διευθυντής με αναφορά στο περιεχόμενο επιστολής της Κεντρικής Τράπεζας ημερομηνίας 10.2.2013 και προεκλογική δήλωση του νυν Προέδρου της Δημοκρατίας ημερομηνίας 12.2.2013, τον διαβεβαίωσε πως οι φήμες ήταν αναληθείς. Οι διαβεβαιώσεις του διευθυντή επαναλήφθηκαν και στις 7.3.2013 οπόταν και ανάφερε πως αν αναγνώριζε πραγματικό κίνδυνο θα ενημέρωνε τον Ενάγοντα 3 εκ των προτέρων ώστε οι Ενάγοντες να λάβουν μέτρα. Ο Ενάγοντας 3 πίστεψε πως οι καταθέσεις των Εναγόντων δεν διέτρεχαν κίνδυνο. Το απόγευμα της 13.3.2013 ο διευθυντής τηλεφώνησε στον Ενάγοντα 3 ανήσυχος, αναφέροντας του φήμες για κατάρρευση της Λαϊκής και «κούρεμα των καταθέσεων». Ο Ενάγοντας 3 του έδωσε εντολή να πραγματοποιηθούν οι μεταφορές και ο διευθυντής είπε ότι θα το έπραττε. Την 17.3.2013 ο Ενάγοντας 3 πληροφορήθηκε από το διευθυντή πως δεν είχαν πραγματοποιηθεί οι μεταφορές και του ζήτησε να μεταφερθούν τα κεφάλαια σε λογαριασμούς των Εναγόντων εκτός Κύπρου την Τρίτη 18.3.2013 που αναμενόταν ότι θα ξανάνοιγαν οι τράπεζες. Η Λαϊκή ξανάνοιξε στις 28.3.2013 (βλ. ΚΔΠ 95/2013), ήταν όμως νομικά ανέφικτο να πραγματοποιηθούν μεταφορές χρημάτων από τους λογαριασμούς των καταθετών (βλ. τον Περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμο του 2013, (αρ. 12(Ι)/2013) και τα Διατάγματα ΚΔΠ 98/2013 ημερομηνίας 27.3.2013 και 102/2013 ημερομηνίας 29.3.2013). Τα χρήματα των Εναγόντων παρέμειναν στη Λαϊκή και υπέστηκαν το «κούρεμα». Διασώθηκαν μόνο €100.000 για κάθε Ενάγοντα που έχουν ήδη μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία Λτδ, κατόπιν οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας προς την Ειδική Διαχειρίστρια. Εάν τα χρήματα των Εναγόντων μεταφέρονταν στην RCB, όπως οι Ενάγοντες, κατά τη θέση τους, ζήτησαν και η Λαϊκή όφειλε να πράξει, δεν θα είχαν επηρεαστεί από το «κούρεμα», και θα ήταν στη διάθεση των Εναγόντων. Είναι η θέση των Εναγόντων πως τόσο η Κεντρική Τράπεζα όσο και η Κυβέρνηση γνώριζαν από τον Ιανουάριο του 2013 ότι το «κούρεμα» των καταθέσεων τέθηκε στις διαπραγματεύσεις από την ΤΡΟΪΚΑ. Αυτό το γεγονός αποκρύβηκε από τους Ενάγοντες και η Κεντρική Τράπεζα, παραλείποντας να ασκήσει τις εξουσίες της, επέτρεψε στη Λαϊκή να συνεχίσει να παραπλανεί τους Ενάγοντες με αναληθείς παραστάσεις που γνώριζε πως δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 19.6.2013 του Αλέκου Αλεξάνδρου, που μέχρι τις 29.3.2013 ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Λαϊκής στη Λινόπετρα. (Έκτοτε είναι υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει της ΚΔΠ 104/2013.) Η Εναγόμενη 3 καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 17.4.2013 του Μιχάλη Στυλιανού, υπεύθυνου της Μονάδας Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας. Η Εναγόμενη 4 καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 1.7.2013 του Γιώργου Σκλάβου, οικονομικού λειτουργού στο γραφείο του Υπουργού Οικονομικών. Οι λόγοι ένστασης που καταγράφονται στις Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων μπορούν να συνοψιστούν και κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: · Δεν πληρείται καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων αφού αν τα εκδοθέντα διατάγματα παραμείνουν σε ισχύ δεν θα μπορεί να συνεχιστεί η ανακεφαλαίωση των τραπεζών με τις ανάλογες συνέπειες για την κυπριακή οικονομία. · Ο επηρεασμός ή η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων των Εναγόντων, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής. Συνεπώς η αξίωση τους είναι πρόωρη. · Τα υπό κρίση διατάγματα και η εξαιτούμενη θεραπεία Γ, εμποδίζουν την εφαρμογή του Νόμου 17(Ι) του 2013 και των Διαταγμάτων ΚΔΠ 94/2013 και 104/2013 που είναι σε ισχύ. Ο Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός ενώ οι ΚΔΠ δεν έχουν ανακληθεί ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο.. · Οι ΚΔΠ εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας. · Η διατήρηση των εκδοθέντων διαταγμάτων σε ισχύ συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής και της Τράπεζας Κύπρου, στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. · Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν πλήρως και ειλικρινώς όλα τα ουσιώδη γεγονότα και στοιχεία που αφορούν την υπόθεση. Δεν εξέθεσαν επαρκή γεγονότα για να στηρίξουν τα εξαιτούμενα διατάγματα. Ειδικά σε σχέση με τη συμφωνία με τη Λαϊκή αναφορικά με τα έντυπα εντολών μεταφοράς. Ενασχόληση με τα επί μέρους περιστατικά της υπόθεσης γίνεται, όπως αναμενόταν, στην ένορκη δήλωση του Αλεξάνδρου που, όπως προειπώθηκε, ήταν ο διευθυντής του υποκαταστήματος της Λαϊκής στη Λινόπετρα. Ο Αλεξάνδρου προβάλλει τη θέση πως οι εντολές για τη μεταφορά των χρημάτων των Εναγόντων υπογράφηκαν και τις κατείχε ώστε να μπορεί να τις ενεργοποιήσει όταν ο Ενάγοντας 3 του έδιδε προς τούτο εντολή. Δεν αποδέχεται πως είχε εξουσιοδότηση να πραγματοποιήσει τις μεταφορές με δική του πρωτοβουλία ασκώντας τη δική του κρίση. Αναφορικά με τα γεγονότα της 13.3.2013 αποδέχεται ότι τηλεφώνησε στον Ενάγοντα 3 εκφράζοντας την ανησυχία του για την πιθανότητα κατάρρευσης της Λαϊκής και τις φήμες περί «κουρέματος». Είναι, όμως η θέση του, πως ο Ενάγοντας 3 δεν του έδωσε εντολή για εκτέλεση των μεταφορών αλλά του ανέφερε ότι ήταν εκτός Κύπρου και ότι θα επικοινωνούσε μαζί του όταν θα επέστρεφε την επόμενη βδομάδα. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Δεν είναι, συνεπώς, αυτό το κατάλληλο στάδιο να αποφασιστεί ποια εκδοχή, του Ενάγοντα 3 ή του Αλεξάνδρου, ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τούτο θα γίνει κατά το στάδιο της εκδίκασης της αγωγής όταν το Δικαστήριο θα ακούσει προφορική μαρτυρία και θα την αξιολογήσει. Έτσι, στην περίπτωση της Λαϊκής, εξετάζοντας κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν καταδείξει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και της πιθανότητας αυτοί να δικαιούνται σε θεραπεία εναντίον της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη την εκδοχή του Ενάγοντα 3 αναφορικά με τα γεγονότα της 13.3.2013 και στη βάση αυτής της εκδοχής και άλλων στοιχείων της υπόθεσης, καλείται να αποφανθεί κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν αποσείσει το βάρος να καταδείξουν την ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
- Η αποτυχία της Λαϊκής να εκτελέσει τις οδηγίες των Εναγόντων και να μεταφέρει τα χρήματά τους στην RCB κατέστηκε γι΄ αυτούς ζημιογόνα λόγω των όσων επεσυνέβησαν τις μέρες που ακολούθησαν. Τα γεγονότα και τι οδήγησε σε αυτά περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του Στυλιανού που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής Τράπεζας. Ο Ενάγοντας 3 δεν έκαμε επί μέρους αναφορά. Ο Στυλιανού χρησιμοποιεί ως αφετηρία το Μάιο του 2011 όταν, μετά από υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Δημοκρατίας, αυτή αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές και ως εκ τούτου η χρηματοδότηση των κυπριακών τραπεζών από τις διεθνείς αγορές περιορίστηκε σημαντικά. Εξηγεί πως η κεφαλαιακή θέση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών του τόπου, της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής, επιδεινώθηκε με αναφορές σε σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώραν, με ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου τον Οκτώβριο του
- Η Λαϊκή για πρώτη φορά το Σεπτέμβριο του 2011 αιτήθηκε την παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Κεντρική Τράπεζα και μέχρι την 22.3.2013 είχε λάβει ELA ύψους €9,5 δισεκατομμυρίων. Είχε, στο μεσοδιάστημα, με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 18.5.2012, εγκριθεί η παροχή σε αυτήν κρατικής στήριξης ύψους €1,8 δισεκατομμυρίων. Το Μάρτιο του 2013 αμφότερες οι τράπεζες δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε η παροχή σε αυτές ELA. Τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 καταγράφονται αναλυτικά: «
- Στις 16 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, ενεργοποιώντας ίδιους πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμόζεται σε καταθέτες (κατοίκους και μη κατοίκους) και, την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
- Στις 19 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων.
- Στις 21 Μαρτίου 2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε, σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ζητηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να διατηρήσει την παροχή έκτακτης ρευστότητας στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25 Μαρτίου
- Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή έκτακτης ρευστότητας θα εξεταστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τεθεί σε εφαρμογή πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. ...............................
- Στις 22 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου και του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/
- Η υπό αναφορά νομοθεσία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22 Μαρτίου 2013 («ο Νόμος»). .................................
- Στις 25 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα στη συνέχεια αφομοιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με την καλή τράπεζα θα μεταφερθούν €9 δις έκτακτης παροχής ρευστότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.» Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Αρχή Εξυγίανσης είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τις εξουσίες της να καθορίζονται στο άρθρο
- Η παράγραφος 12(α) του άρθρου παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή Εξυγίανσης να εκδίδει από κοινού με τον Υπουργό Οικονομικών διατάγματα στο πλαίσιο εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων της για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου. Στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για διάσωση με ίδια μέσα και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή. (Με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 97(Ι)/2013 η σύνθεση της Αρχής Εξυγίανσης έχει αλλάξει. Προστέθηκε ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.) Το περί Πώλησης Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 94/2013) και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) εκδόθηκαν από την Αρχή Εξυγίανσης (δημοσιεύθηκαν την 25.3.2013 και 29.3.2013 αντίστοιχα) στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που της παρείχε ο πιο πάνω Νόμος. Το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 είχε σκοπό την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου και διαλάμβανε διάφορα μέτρα. Σύμφωνα με την παράγραφο 5
(1)όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής μεταβιβάζονταν στην Τράπεζα Κύπρου. Μεταβιβάζονταν και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100.000 (βλ. υποπαράγραφο
(2)(β)). Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε η ώρα 06:10 της 29.3.
- Προνοείται στο Διάταγμα (παράγρ. 6) ότι θα ακολουθήσει διαδικασία αποτίμησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει κατά πόσο η τελική τους αξία υπερβαίνει την τελική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν. Εάν ναι, η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορεί, με νέο διάταγμα, να απαιτήσει από την Τράπεζα Κύπρου να εκδώσει προς τη Λαϊκή αριθμό μετοχών Τάξης Α΄ προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης. Συνεπώς, για τα ποσά των καταθέσεων των Εναγόντων που υπερβαίνουν τις €100.000 για τον καθένα, ό,τι μπορεί να αναμένουν είναι τα αποτελέσματα της πιο πάνω αποτίμησης ευελπιστώντας ότι μετοχές Τάξεως Α΄ θα αποδοθούν στη Λαϊκή και αυτές να χρησιμοποιηθούν για να αποζημιωθούν οι καταθέτες της Λαϊκής, όπως οι Ενάγοντες, για τις καταθέσεις πέραν των €100.000 που είχαν ο καθένας στη Λαϊκή. Όπως προειπώθηκε, περιγράφεται στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος η αιτία αγωγής εναντίον του κάθε Εναγόμενου. Είναι, ωστόσο, χρήσιμο αυτές να εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων αποφασίστηκαν στην θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. Υπόθ. Αρ. 551 κ.α. ημερομηνίας 7.6.
- Εξηγήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως τα εκδοθέντα διατάγματα δεν συνιστούν Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις υποκείμενες στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά Πράξεις Κυβερνήσεως. Μέσω αυτών, υπήρξε παρέμβαση της Πολιτείας στη σχέση της Λαϊκής με τους καταθέτες της. Τα εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν ανέφικτο για τη Λαϊκή να αποπληρώσει τα χρήματα των καταθετών της. Αναφέρθηκε πως: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ΄ όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Γίνεται αναφορά στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου και στη γενική θέση πως κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης οι πιστωτές του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος δεν θα πρέπει να βρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση, και σημειώνεται πως: «Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ΄ επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Επιβεβαιώνεται πως η ζημιά που οι καταθέτες της Λαϊκής υπέστηκαν λόγω της παρέμβασης της Πολιτείας, δεν είναι ισόποση των καταθέσεων τους (πέραν των €100.000) που ο καθένας διατηρούσε τη Λαϊκή. Τούτο θα συνέβαινε αν η Λαϊκή ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει πλήρως τις υποχρεώσεις της, που δεν ήταν. Δεν αμφισβητείται πως η υπαλλακτική οδός της διαδικασίας εξυγίανσης ήταν να τεθεί η Λαϊκή υπό εκκαθάριση. Άλλωστε, οι ίδιοι οι Ενάγοντες καταλογίζουν στην Κεντρική Τράπεζα ευθύνη γιατί της επέτρεψε να λειτουργεί ενώ έπρεπε να τεθεί υπό εκκαθάριση από το Φθινόπωρο του 2012. Είναι συνεπώς η διαφορά των δύο που καθορίζει τη ζημιά των καταθετών από την παρέμβαση της Πολιτείας, με το βάρος στους ώμους του καταθέτη να αποδείξει ότι, αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν, θα ήταν σε καλύτερη θέση. Η Γενική Οπισθογράφηση που καταχωρίστηκε πριν την έκδοση της Χριστοδούλου, δεν είχε αυτή την κατεύθυνση όσον αφορά την αξίωση κατά της Δημοκρατίας (παραγρ. Α
(4)). Οι Ενάγοντες δικογραφούν την αξίωση τους κατά της Δημοκρατίας, εκλαμβάνοντας ως δεδομένο, πως εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης, η Λαϊκή θα μπορούσε να τους αποπληρώσει τις καταθέσεις τους. Έτσι, τα μέτρα εξυγίανσης παίρνουν, εκ προοιμίου, τη μορφή του κακού ενώ μπορεί να διαφανεί πως ήταν σωτήρια, έστω για το ποσό των €100.000 για τον κάθε Ενάγοντα. Ο Στυλιανού στις παραγράφους 12 - 14 της ένορκης του δήλωσης αναπτύσσει επιχειρηματολογία για να καταλήξει στην παράγραφο 15 ότι: «Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα, και με βάση το Νόμο και τα Διατάγματα για την εξυγίανση της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής Τράπεζας, η λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν θέτει τους πιστωτές και τους μετόχους τους σε δυσμενέστερη οικονομική θέση συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν οι εν λόγω τράπεζες τίθεντο εναλλακτικά σε εκκαθάριση.» Ο Αλεξάνδρου στην παράγραφο 8 της ένορκης του δήλωσης αναπτύσσει ανάλογη επιχειρηματολογία για να καταλήξει, στην παράγραφο 9, ότι: «. με τη λήψη των πιο πάνω μέτρων εξυγίανσης, επιτεύχθηκε η διατήρηση και η συνέχιση προσφοράς των βασικών τραπεζικών εργασιών με αποτέλεσμα να διασφαλίζεται η χρηματοοικονομική σταθερότητα του Κυπριακού τραπεζικού συστήματος. Στην περίπτωση που δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης, αναμφίβολα θα τίθεντο υπό εκκαθάριση τόσο η Εναγόμενη 1 όσο και η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, γεγονός που θα επέφερε καταστροφικές συνέπειες στο σύνολο του τραπεζικού συστήματος της Κύπρου συμπεριλαμβανομένων και των καταθετών οι οποίοι θα έχαναν το σύνολο των καταθέσεων τους.» Ο Σκλάβος αναπτύσσει τη δική του επιχειρηματολογία στις παραγράφους 28 και 29 για να υποστηρίξει στην παράγραφο 30 ότι: «. εξ όσων ειλικρινά πιστεύω, τα μέτρα αυτά δεν θέτουν τους πιστωτές και τους μετόχους των τραπεζών σε δυσμενέστερη οικονομική θέση σε σχέση με τη θέση που αυτοί θα βρίσκονταν εάν οι εν λόγω τράπεζες τίθεντο σε εκκαθάριση.» Το ζήτημα δεν θα αποφασιστεί σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο και φαίνεται πως δεν υφίσταται το πραγματικό υπόβαθρο για να αποφασιστεί σε αυτό το χρονικό στάδιο σε κάθε περίπτωση. Ο Ενάγοντας 3 δεν καταπιάστηκε καθόλου με το ζήτημα. Παρά το ότι καταλογίζει στη Δημοκρατία την παρέμβαση, φαίνεται να αγνοεί και να μην συνυπολογίζει καθόλου την πιο πάνω παράμετρο. Με δεδομένο ότι τα χρήματα των Εναγόντων δεν μεταφέρθηκαν στις 13.3.2012 στην RCB και παρέμειναν στη Λαϊκή δεν ισχυρίζεται καν ότι τα μέτρα εξυγίανσης έθεσαν τους Ενάγοντες σε δυσμενέστερη θέση παρά εάν δεν εφαρμόζονταν και η Λαϊκή οδηγείτο στην εκκαθάριση. Εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο οι Ενάγοντες να έχαναν και το ασφαλισμένο ποσό των €100.000 έκαστος. Η νομολογία δεν αποτελεί προηγούμενο αναφορικά με γεγονότα που διαπιστώνονται. Απλά δανείζομαι απόσπασμα από την Χριστοδούλου για τον εύσημο τρόπο που εξηγείται το ζήτημα όπως προκύπτει μέσα και από τα γεγονότα που τέθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία. «Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεος δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων.» Εναντίον της Δημοκρατίας έχει διαφανεί πως υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Κατά πόσο δηλαδή η πολιτεία με τις πράξεις της που απολήγουν στα μέτρα εξυγίανσης της Λαϊκής έχει ζημιώσει τους καταθέτες της Λαϊκής, μεταξύ τους και τους Ενάγοντες. Ωστόσο, με τα δεδομένα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου στο στάδιο τούτο, η πιθανότητα επιτυχίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ορατή. Εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας η αγωγή φαίνεται να περιορίζεται στη συμπεριφορά της πριν τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 (βλ. παράγρ. 3 της Οπισθογράφησης του Κλητηρίου Εντάλματος). Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα εκπλήρωσε τα καθήκοντα της ως η εποπτική αρχή των εμπορικών τραπεζών σε σχέση με τη Λαϊκή, και αν όχι, κατά πόσο τούτο δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της από τον κάθε καταθέτη της Λαϊκής που υπέστηκε ζημιά. Από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Ενάγοντα 3 δεν καταδεικνύεται, κατά τρόπο θετικό, το ενδεχόμενο επιτυχίας. Το ζήτημα προσεγγίστηκε επιφανειακά χωρίς την παρουσίαση οικονομικών δεδομένων που θα καταδείκνυαν εκ πρώτης πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της Κεντρικής Τράπεζας. Η φύση της υπόθεσης και το εύρος των παραμέτρων που εγείρονται δεν απαλλάσσει τους Ενάγοντες του βάρους που έχει ο κάθε αιτητής σε αίτηση για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Τούτο δεν προκαταβάλλει την έκβαση της αγωγής εναντίον της Δημοκρατίας αλλά και της Κεντρικής Τράπεζας. Η διάγνωση γίνεται στη βάση των όσων μέχρι τώρα τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου. Η αγωγή εναντίον της Λαϊκής έχει μια ιδιαίτερη βάση που προκύπτει από τα επί μέρους περιστατικά της υπόθεσης. Διαφάνηκε από τα στοιχεία που παρέθεσε ο Αλεξάνδρου πως οι Ενάγοντες διατηρούσαν στους λογαριασμούς τους περισσότερα από €5.770.000. Γύρω στις €250.000. Φαίνεται πως η Απαίτηση τους δεν αφορά το σύνολο των καταθέσεων τους αλλά τα ποσά που, κατά τη θέση τους, έδωσαν οδηγίες να μεταφερθούν στην RCB. Τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο της παραγράφου Α
(1)της Γενικής Οπισθογράφησης όπου περιγράφεται η αιτία της αγωγής εναντίον της Λαϊκής. Εναντίον της Λαϊκής έχει καταδειχθεί κατά τρόπο θετικό η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η Εναγόμενη 2, Άντρη Αντωνιάδου, διορίστηκε ως Ειδική Διαχειρίστρια για τη Λαϊκή δυνάμει των προνοιών του Νόμου 17(Ι) του 2013 προς τον σκοπό της αποτελεσματικότερης εκτέλεσης των μέτρων εξυγίανσης και ενάγεται λόγω της ιδιότητας της που την καθιστά αναγκαίο διάδικο για την εκτέλεση τυχόν απόφασης εναντίον της Λαϊκής. Αναφέρεται στην Χριστοδούλου πως: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.» ................................... «. δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημιά στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων.» Οι καταθέσεις των Εναγόντων που αναφέρονται στο Δικαστικό διάταγμα δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής. Δεν συνιστούν οι καταθέσεις περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως να έπρεπε να παραμείνει άθικτο και να διατηρηθεί, ώστε να αποδοθεί ως τέτοιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, ότι οι Ενάγοντες θα λάβουν, είναι αποζημιώσεις. Όταν η μόνη θεραπεία που με την αγωγή αξιώνεται ή που μπορεί να αξιώνεται είναι η χρηματική αποζημίωση, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, συνήθως περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο οι Εναγόμενοι θα αδυνατούν να ικανοποιήσουν το ποσό της απόφασης. Οι Ενάγοντες δεν παρουσίασαν μαρτυρία αναφορικά με την μη φερεγγυότητα των Εναγομένων. Τυχόν αδυναμία ικανοποίησης της απόφασης, που για τη Λαϊκή μπορεί να θεωρηθεί συμπερασματικά υπαρκτή, δεν υπονοήθηκε καν για την Κεντρική Τράπεζα ή τη Δημοκρατία (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, 155). Αντίθετα, αναφέρεται πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, οι Ενάγοντες θα μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως από την Κεντρική Τράπεζα που τυγχάνει θεσμικής ανεξαρτησίας και αυτονομίας ενσωματωμένη στο Ευρωσύστημα με δική της περιουσία που υπερβαίνει τα €120.000.
- Εάν η αγωγή των Εναγόντων θα μπορούσε να επιτύχει μόνο εναντίον της Λαϊκής, κάτι που οι ίδιοι οι Ενάγοντες δεν ασπάζονται, θα μπορούσε κάποιος να επιχειρηματολογήσει πως θα ήταν ορθό και δίκαιο να δεσμευτεί ανάλογη περιουσία της Λαϊκής προς εξασφάλιση της ικανοποίησης του εξ αποφάσεως χρέους. Όμως, ούτε κάτι τέτοιο θα ήταν πρόσφορο υπό τις περιστάσεις. Η Λαϊκή, όπως θα δούμε πιο κάτω, από τις 29.3.2013 δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία, επομένως τέτοιας μορφής διάταγμα θα ήταν ανώφελο. Όπως οι Ενάγοντες παρουσιάζουν την υπόθεσή τους, είναι ως εάν τα ποσά που διεκδικούν να επρόκειτο να αποσπαστούν ως τέτοια από τους λογαριασμούς τους. Το διάταγμα Α αναφέρεται σε απαγόρευση να ληφθούν μέτρα εξυγίανσης σε σχέση με τις καταθέσεις τους, το Β ομιλεί για απαγόρευση παρέμβασης στις καταθέσεις τους ενώ η εξαιτούμενη θεραπεία Γ αναφέρεται σε εναπόθεση του ποσού των καταθέσεών τους σε ειδικό τοκοφόρο λογαριασμό. Συζητούν οι Ενάγοντες ως εάν και οι καταθέσεις να ήταν ένα αντικείμενο περιουσιακό τους στοιχείο. Τούτο δεν είναι σωστό. Τα χρήματα τους δεν βρίσκονται σε ένα συρτάρι στη Λαϊκή. Ούτε και των άλλων καταθετών της Λαϊκής. Τα χρήματα των Εναγόντων και των άλλων καταθετών, είχαν απορροφηθεί στο όλο ενεργητικό της Λαϊκής ως δική της περιουσία. Οι Ενάγοντες απλά είχαν να λαμβάνουν από τη Λαϊκή χρήματα ισόποσα των καταθέσεων τους. Γι΄ αυτό και δεν μπορούσε να εγείρεται ζήτημα παραβίασης του δικαιώματος της περιουσίας σύμφωνα με το άρθρο 23 του Συντάγματος. Αλλά, ούτε και στο ενεργητικό της Λαϊκής υπήρχαν πλέον τα χρήματα των Εναγόντων και των άλλων καταθετών. Αναμφίβολα όχι το σύνολο τους και σε ρευστό. Εάν υπήρχαν όλα αυτά τα χρήματα στα θησαυροφυλάκια της Λαϊκής, αυτή δεν θα είχε το πρόβλημα ρευστότητας που προκάλεσε την ανάγκη για μέτρα εξυγίανσης. Δεν υπήρξε επέμβαση στις καταθέσεις των Εναγόντων στη μορφή που οι Ενάγοντες το θέτουν. Στην Τράπεζα Κύπρου μεταβιβάστηκε η υποχρέωση της Λαϊκής να πληρώσει τους Ενάγοντες, αλλά μόνο μέχρι του ποσού των €100.000 για τον καθένα. Το υπόλοιπο της υποχρέωσης παρέμεινε στη Λαϊκή, μόνο που η τελευταία αδυνατεί να το πληρώσει γιατί από 29.3.2013 τα περιουσιακά της στοιχεία μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου κατ΄ εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης. Στην έκταση που οι καταθέσεις των Εναγόντων συνθέτουν το ενεργητικό της Λαϊκής ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 έχει ήδη συντελεστεί η ώρα 06:10 της 29.3.
- Τα Δικαστικά Διατάγματα δεν είχαν αντικείμενο όταν εκδόθηκαν και ήταν αδύνατο να εφαρμοστούν. Αυτό που με το διάταγμα Α ουσιαστικά ζητείτο ήταν το μέρος του ενεργητικού της Λαϊκής που συνίστατο στις καταθέσεις των Εναγόντων να μην μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Αυτό είχε ήδη συντελεστεί. Η «παρέμβαση» όπως περιγράφεται στο διάταγμα Β και στη μορφή που συνιστά πραγματική παρέμβαση επίσης είχε συντελεστεί. Στην έκταση που τα μέτρα εξυγίανσης εμπόδιζαν τη Λαϊκή να αποπληρώσει τους Ενάγοντες στερώντας ή περιορίζοντας τα δικαιώματα τους, διάταγμα Δ, αυτά είχαν ήδη ληφθεί. Ούτε η θεραπεία Γ θα μπορούσε να διαταχθεί αφού το ενεργητικό της Λαϊκής είχε ήδη μεταφερθεί στην Τράπεζα Κύπρου. Εάν αυτό που συνέβηκε την 29.3.2013 τίθετο ευθαρσώς υπόψη του Δικαστηρίου, αναμφίβολα δεν θα εξέδιδε τα εκδοθέντα διατάγματα και θα απέρριπτε και την εξαιτούμενη θεραπεία Γ. Δικαστικά διατάγματα που, εξ αντικειμένου δεν μπορούν να εφαρμοστούν, δεν εκδίδονται γιατί δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν σε οτιδήποτε και είναι μάταια, εφόσον δε διαπιστώνεται πως και κατά την έκδοση τους ήταν άνευ αντικειμένου, πρέπει να ακυρώνονται. Είναι άτοπο να συζητείται κάτω από τέτοιες περιστάσεις ζήτημα επείγοντος. Διάταγμα που δεν εξυπηρετεί κάποιο σκοπό εξ αντικειμένου δεν πρέπει να εκδίδεται καθόλου και δεν μπορεί να είναι συνεπώς επείγον να εκδοθεί. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα συντηρητικά διατάγματα παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. Νοείται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων ενώ οι Εναγόμενοι 3 και 4 σε ξεχωριστά σετ εξόδων από αυτούς. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο