D.E. WAFERS DISTRIBUTOR LIMITED ν. MELIADOR HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 108/08, 24/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 108/08 Μεταξύ: D.E. WAFERS DISTRIBUTOR LIMITED Εναγόντων και MELIADOR HOLDINGS LIMITED Εναγομένων Ημερομηνία: 24.10.
- Για Ενάγοντες: κ. Σ. Στυλιανού. Για Εναγόμενους: κ. Π. Μ. Πετράκης. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με την παρούσα αγωγή αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων το ποσό των €514.29 πλέον νόμιμους τόκους, ως υπόλοιπο οφειλόμενο από πωλήσεις χωνακιών παγωτού και/ή συναφών ειδών. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης τους οι Ενάγοντες είναι συνεταιρισμός δεόντως εγγεγραμμένος και μεταξύ άλλων εργασιών διεξάγουν κυρίως την κατασκευή και/ή παραγωγή και/ή το εμπόριο και/ή τις πωλήσεις μπισκότων και/ή χωνακιών παγωτού και/ή συναφών ειδών. Κατόπιν παρακλήσεων και/ή οδηγιών των Εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών τους που έγιναν στη Λεμεσό, κατά ή περί τον Μάρτιο 2007, οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους κατά διάφορες ημερομηνίες, κατά ή περί το έτος 2007, δυνάμει λογαριασμού και επί πιστώσει πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους μπισκότα και/ή χωνάκια παγωτού και/ή συναφή είδη. Κατά η περί την 17.8.07 ο λογαριασμός των Εναγομένων παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο και/ή αυτοί όφειλαν το ποσό των Λ.Κ.301 δηλ. το ισόποσο των €514,
- Οι Ενάγοντες επανειλημμένα και με επιστολή του δικηγόρου τους κάλεσαν ους Εναγόμενους όπως εξοφλήσουν το πιο πάνω χρέος τους αλλά αυτοί αρνούνται και/ή παραλείπουν μέχρι σήμερα να συμμορφωθούν. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αρχικά αρνούνται γενικά όλους τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Δηλώνουν δε περαιτέρω ότι αγνοούν παντελώς την ύπαρξη των Εναγόντων και αρνούνται ότι έδωσαν οιεσδήποτε οδηγίες στους Ενάγοντες είτε προσωπικώς είτε μέσω οιωνδήποτε αντιπρόσωπων τους ή υπηρετών τους στη Λεμεσό κατά διαφόρους ημερομηνίας του 2007 να αγοράσουν επί πιστώσει για λογαριασμό των Εναγομένων οιαδήποτε μπισκότα ή χωνάκια παγωτού και/ή άλλα συναφή είδη. Ως εκ των άνω αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής με έξοδα υπέρ τους. Στην απάντηση τους στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγομένων και σε περαιτέρω απάντηση τους λέγουν ότι οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή οι υπηρέτες τους πριν την έναρξη των πωλήσεων, ζήτησαν από τους Εναγόμενους και/ή αντιπροσώπους τους, όπως οι Εναγόμενοι τους αποστείλουν σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής της εταιρείας τους με σκοπό να αποδείξουν την υπόσταση της και οι Εναγόμενοι απέστειλαν αυτό. Ως εκ τούτου, είναι η θέση των Εναγόντων, ότι οι Εναγόμενοι εμποδίζονται από του να ισχυρίζονται ότι δεν συμφώνησαν να αγοράζουν ή ότι δεν αγόρασαν μπισκότα και/ή χωνάκια παγωτού από τους Ενάγοντες. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης των Εναγόντων κατέθεσε ο διευθυντής αυτών και δεν κλήθηκε οποιοσδήποτε άλλος μάρτυρας. Το ίδιο έγινε και από πλευράς Εναγόμενων. Περαιτέρω κατά την ακροαματική διαδικασία κατατέθηκαν συνολικά 9 τεκμήρια. Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε λοιπόν ο διευθυντής των Εναγόντων, Ανδρέας Φλουρέντζου, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Οι Ενάγοντες είναι συνεταιρισμός (κατατέθηκε ως τεκμήριο 5 το πιστοποιητικό σύστασης αυτού) με εργοστάσιο στην Λεμεσό και ασχολούνται με την παραγωγή, πώληση και διανομή χωνακιών παγωτού σε όλη την Κύπρο. Είναι δε ο μόνος κατασκευαστής χωνακιών παγωτού στην Κύπρο. Σε σχέση με τη συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων ανέφερε ότι κάποιος Δημήτρης Σαβουλλής, υπάλληλος των Εναγομένων, τους σύστησε τον Ανδρέα Γιαννακού, διευθυντή των Εναγομένων. Ο μάρτυρας μίλησε στη συνέχεια τηλεφωνικά με τον Γιαννακού και συμφώνησαν ότι οι Ενάγοντες θα προμήθευαν στους Εναγόμενους χωνάκια παγωτού στο εργοστάσιο παραγωγής παγωτού των τελευταίων στην Αθηαίνου. Συμφώνησαν δε περαιτέρω όσον αφορά τον τρόπο παράδοσης και πληρωμής ότι θα ήταν τοις μετρητοίς και θα άφηναν μέσα ένα τιμολόγιο. Εξήγησε δε ότι αυτό σημαίνει ότι οι Εναγόμενοι θα πλήρωναν αλλά θα έμενε πάντα απλήρωτο ένα τιμολόγιο το οποίο θα πληρωνόταν στο τέλος της σεζόν. Οι Ενάγοντες ζήτησαν από τους Εναγόμενους το πλήρες και καθαρό όνομα των τελευταίων για να το καταγράφουν καθαρά στο τιμολόγιο, ως ήταν οι οδηγίες του λογιστή τους. Έτσι οι Εναγόμενοι τους έστειλαν πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας τους (τεκμήριο 4). Η συνεργασία μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων ήταν από τις αρχές του 2007 ως το τέλος της σεζόν πώλησης του παγωτού δηλ. μέχρι τα τέλη Αυγούστου του ίδιου χρόνου. Τα χωνάκια παραδίδονταν στους Εναγόμενους από τον Κώστα Νικολάου, διανομέα των Εναγόντων, στο εργοστάσιο των Εναγομένων στην Αθηαίνου και εκεί με την παράδοση γινόταν και η πληρωμή είτε από τον προαναφερόμενο Δημήτρη είτε από την γυναίκα αυτού ονόματι Πέτια. Συγκεκριμένα, με βάση τη συμφωνία τους ως προς την πληρωμή, οι Εναγόμενοι είτε πλήρωναν το τιμολόγιο που αφορούσε την ημέρα της παραλαβής είτε το προηγούμενο τιμολόγιο και έμενε απλήρωτο ένα τιμολόγιο που θα πληρωνόταν στο τέλος της σεζόν. Κατέθεσε δε ως τεκμήρια 6 και 7 σετ των τιμολογίων και των αντίστοιχων αποδείξεων που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
- Τα τιμολόγια εκδόθηκαν στο όνομα των Εναγομένων. Οι Ενάγοντες ήθελαν να πληρώνονται τοις μετρητοίς και δεν δέχονταν επιταγές από τους Εναγόμενους. Οι 4 επιταγές που αναφέρονται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 2 δεν είχαν εκδοθεί από τους Εναγόμενους. Ήταν από τρίτα πρόσωπα, πελάτες των Εναγομένων, που οι Ενάγοντες γνώριζαν εφόσον ήταν και δικοί τους πελάτες κάποτε και ήταν σίγουρο ότι δεν θα είχαν πρόβλημα. Οι επιταγές δεν ανέγραφαν όνομα δικαιούχου. Αυτό συμπληρωνόταν από τους Ενάγοντες με το όνομα αυτών και στη συνέχεια κατατίθεντο στο λογαριασμό των τελευταίων. Περί τα μέσα με τέλη Σεπτεμβρίου 2007 ο μάρτυρας επικοινώνησε με τον Γιαννακού για να πληρώσουν τους Ενάγοντες. Πήγε στη Λευκωσία στα γραφεία του Γιαννακού παρέδωσε σε αυτόν την κατάσταση λογαριασμού που οι Ενάγοντες τηρούσαν (τεκμήριο 2) και του ζήτησε το υπόλοιπο που ήταν Λ.Κ.
- Ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε τον Γιαννακού. Ο Γιαννακού του είπε ότι θα το ελέγξει και θα επανέλθει. Μετά από κάποιο διάστημα ο μάρτυρας τηλεφώνησε στον Γιαννακού και ζήτησε πληρωμή αλλά δεν υπήρξε ανταπόκριση. Την τελευταία φορά που επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Γιαννακού εκείνος του είπε να του στείλει γράμμα με δικηγόρο να ζητήσει το ποσό και θα το κανονίσει. Έτσι στάληκε μέσω του δικηγόρου των Εναγόντων η επιστολή ημερ. 16.11.07 (τεκμήριο 1). Μετά την αποστολή της εν λόγω επιστολής και μέχρι σήμερα οι Εναγόμενοι δεν έκαναν καμία πληρωμή έναντι του αξιούμενου ποσού. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε ο διευθυντής των Εναγομένων Ανδρέας Γιαννακού, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Είναι εγκεκριµένος λογιστής και διατηρεί το δικό του λογιστικό γραφείο. Κατά τον πάντα ουσιώδη χρόνο, µεταξύ άλλων, οι Εναγόµενοι ασχολούνταν στη βιοµηχανική περιοχή Αθηαίνου, µε την κατασκευή παγωτού σε είδος «χύµα» το οποίο εµπορεύονταν επί χονδρικής βάσεως σε διάφορους µεταπωλητές, ως επί το πλείστον µε ψυκτικά αυτοκίνητα τύπου βαν. Το εργοστάσιο δεν παρήγαγε παγωτό προετοιµασµένο µέσα σε χωνάκια ή µπισκότα όπως µερικοί άλλοι παραγωγοί και ούτε και αγόραζε και/ή διέθετε χωνάκια για την λιανική πώληση παγωτού. Δεν είναι αλήθεια ότι εκ µέρους των Εναγοµένων κατόπιν συστάσεως κάποιου Δηµήτρη ή Σαβουλλή προς κάποιο Ανδρέα Φλουρέντζου ο μάρτυρας συµφώνησε τηλεφωνικώς µε τους Ενάγοντες να προµηθεύουν τους Εναγόµενους µε χωνάκια και µπισκότα και ότι αποδέχτηκε όπως οι Εναγόµενοι πληρώνουν τα εν λόγω χωνάκια και/ή µπισκότα τοις µετρητοίς επειδή, αυτοί δεν αποδέχονταν επιταγές των Εναγοµένων και ότι πάντοτε θα έµενε ένα τιµολόγιο απλήρωτο µέχρι τέλος της σεζόν. Ούτε είναι αλήθεια ότι οι Εναγόµενοι είχαν ως υπάλληλο τους οιονδήποτε πρόσωπο µε το όνοµα Δηµήτρης ή Σαβουλλής στον οποίο οι Εναγόµενοι έδωσαν οδηγίες για την αγορά χωνακίων ή µπισκότων παγωτού από τους Ενάγοντες εκ µέρους τους. Τον Ανδρέα Φλουρέντζου ο μάρτυρας ουδέποτε τον συνάντησε. Όλες οι πληρωµές προς τους Εναγοµένους για οιανδήποτε συναλλαγή πάντοτε κατατίθενται σε λογαριασµό των Εναγοµένων, είτε αυτές προέρχονται από µετρητά είτε από επιταγές. Κατά τον ίδιο τρόπο οι Εναγόµενοι ουδέποτε προβαίνουν σε πληρωµές σε µετρητά ή µε οπισθογραφηµένες κενές επιταγές από τρίτους. Αυτές οι µέθοδοι αντιβαίνουν προς την σωστή λογιστική πρακτική και µόνο αλλότριους σκοπούς µπορούν να εξυπηρετούν. Η ίδια τακτική ακολουθείτο και στην περίπτωση εµπορίας παγωτού κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Κατέθεσε ως τεκμήριο 9 κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων για τον Μάρτιο του 2007, από μια από τις τράπεζες με τις οποίες συνεργάζονται, ώστε, σύμφωνα με τον ίδιο, να δείξει το κύρος της εταιρείας των Εναγομένων αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν αποδέχονταν επιταγές της εταιρείας. Τέλος ο μάρτυρας δήλωσε ότι οι Εναγόµενοι αγνοούν µε ποιο τρόπο οι Ενάγοντες εξασφάλισαν το πιστοποιητικό εγγραφής των πρώτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Ε.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του απαντούσε με φυσικότητα, αμεσότητα και απλότητα, οι θέσεις του χαρακτηρίζονταν από συνέπεια και λογική και γενικά μου άφησε την εντύπωση ενός ειλικρινούς μάρτυρα. Πέραν δε των ανωτέρω οι πλείστες των θέσεων του ουσιαστικά επιβεβαιώνονται από τα τεκμήρια που κατέθεσε. Συγκεκριμένα: Η θέση του για το χρονικό διάστημα της συνεργασίας των Εναγόντων με τους Εναγόμενους και τον τρόπο πληρωμής επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 2 δηλ. την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσαν οι Ενάγοντες για τις δοσοληψίες τους με τους Εναγόμενους. Οι χρεώσεις δε στο εν λόγω τεκμήριο αντιστοιχούν στα τιμολόγια του τεκμηρίου 6 και στο τιμολόγιο τεκμήριο
- Από τις πληρωμές δε φαίνεται ότι πράγματι πληρωνόταν είτε ένα από τα προηγούμενα τιμολόγια είτε το τιμολόγιο της ίδιας ημέρας και έμενε ένα υπόλοιπο που αντιστοιχούσε σε κάποιο προηγούμενο τιμολόγιο. Οι δε πληρωμές για κάθε τιμολόγιο γίνονταν είτε μόνο με μετρητά είτε με επιταγές και μετρητά μαζί. Εξακολουθεί δε να παραμένει ως υπόλοιπο ένα ποσό Λ.Κ.301 που αντιστοιχεί στο ποσό ενός από τα τιμολόγια. Το τεκμήριο 7 δε είναι 5 αποδείξεις είσπραξης εκδομένες στο όνομα των Εναγομένων που αντιστοιχούν στις πληρωμές που έγιναν σύμφωνα με το τεκμήριο
- Το γεγονός ότι οι Ενάγοντες όχι μόνο παρέδιδαν τα χωνάκια και έκδιδαν τιμολόγια στο όνομα των Εναγομένων αλλά και αποδείξεις στο όνομα αυτών είναι ένα από τα στοιχεία που καταδεικνύουν τη λογική της θέσης του Μ.Ε.1 για τη συμφωνία με τους Εναγόμενους και την υλοποίηση της. Με άλλα λόγια θα ήταν παράλογο οι Ενάγοντες να μην συνεργάζονταν με τους Εναγόμενους και εντούτοις να εκδίδουν στο όνομα των τελευταίων όχι μόνο τιμολόγια αλλά και αποδείξεις πληρωμών. Από δε το τεκμήριο 4 (πιστοποιητικό σύστασης των Εναγομένων) φαίνεται ότι επίσης επιβεβαιώνεται η θέση του Μ.Ε.1 ότι αυτό τους στάληκε από τους Εναγόμενους όταν οι Ενάγοντες ζήτησαν από αυτούς το πλήρες και καθαρό όνομα τους για να το καταγράφουν καθαρά στα τιμολόγια καθώς και ότι η συνεργασία τους άρχισε στις αρχές του 2007 και κατ' επέκταση επιβεβαιώνεται η θέση του Μ.Ε.1 περί της συμφωνίας που έκαναν οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους μέσω του διευθυντή των τελευταίων. Το ότι η εν λόγω συμφωνία τηρήθηκε, τα χωνάκια παραδόθηκαν και παρέμεινε ως οφειλόμενο το αξιούμενο στην παρούσα ποσό φαίνεται και από το ότι δεν αμφισβητήθηκε από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 ότι αυτός παρέδωσε στον Μ.Υ.1, πηγαίνοντας μάλιστα στα γραφεία του τελευταίου στη Λευκωσία, το τεκμήριο 2 και ο τελευταίος του είπε ότι θα το ελέγξει καθώς και ότι στην τελευταία επικοινωνία που οι δύο αυτοί είχαν αργότερα ο Μ.Υ.1 είπε στον Μ.Ε.1 να του στείλει γράμμα με δικηγόρο να ζητήσει το ποσό και θα το κανονίσει. Εδώ να σημειωθεί περαιτέρω ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Ε.1 ότι οι Ενάγοντες παρέδιδαν τα χωνάκια στο εργοστάσιο των Εναγομένων στην Αθηαίνου. Του υποβλήθηκε μόνο ότι δεν τα παρέδωσαν στους Εναγόμενους. Όσον δε αφορά τη θέση της υπεράσπισης για το ότι δύο από τα τιμολόγια δεν είναι υπογραμμένα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν ως προκύπτει σαφώς από την έκθεση απαίτησης οι Ενάγοντες αξιώνουν το συγκεκριμένο ποσό ως χρεωστικό υπόλοιπο δυνάμει λογαριασμού επί πιστώσει και όχι στη βάση συγκεκριμένων τιμολογίων. Τα δε τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ήταν αυτά που αναφέρονται στον επίδικο λογαριασμό τεκμήριο 2 (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1Α Α.Α.Δ 728). Όσον δε αφορά τα τιμολόγια που κατατέθηκαν, το τιμολόγιο τεκμήριο 3 και αυτά του τεκμηρίου 6 είναι εκδομένα στο όνομα των Εναγομένων. Το τιμολόγιο τεκμήριο 3 είναι υπογραμμένο και στη θέση «Αγοραστής/Received By». Από το τεκμήριο 6 είναι υπογραμμένα και στην ίδια θέση τα τιμολόγια με αρ. 11043 ημερ. 30.3.07, με αρ. 11240 ημερ. 4.5.07 και 11461 ημερ. 1.6.
- Δεν είναι όμως καθόλου υπογραμμένα τα τιμολόγια με αρ. 11902 ημερ. 27.7.07 και με αρ. 12077 ημερ. 17.8.
- Σε σχέση όμως με αυτά ο Μ.Ε.1 έδωσε συγκεκριμένη πειστική εξήγηση ήτοι ότι δεν είναι υπογραμμένα καθότι πληρώθηκαν την ίδια μέρα, κάτι που επιβεβαιώνεται από το τεκμήριο 2 και τις αντίστοιχες αποδείξεις του τεκμηρίου
- Τέλος από την παράγραφο 2 της έκθεσης απαίτησης συνάγεται ότι οι Ενάγοντες επικαλούνται συμφωνία που έγινε με τους Εναγόμενους στη Λεμεσό για πώληση και παράδοση των χωνακιών δυνάμει λογαριασμού επί πιστώσει. Αυτό δε αναφέρεται σαφώς και στην απάντηση των Εναγόντων στην υπεράσπιση. Το ότι από τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 προκύπτει ότι η εν λόγω συμφωνία έγινε τηλεφωνικώς δεν έρχεται σε αντίθεση με την πιο πάνω δικογραφημένη θέση εφόσον οι Ενάγοντες για σκοπούς των εργασιών τους διατηρούν το εργοστάσιο τους στη Λεμεσό και συνεπώς λογικά η συμφωνία από πλευράς αυτών συνήφθη εκεί. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Ε.1 γίνεται δεκτή. Πριν προχωρήσω στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.1 θα εξετάσω τη θέση των Εναγόντων ότι η μαρτυρία αυτού θα πρέπει να αποκλεισθεί ως μη καλυπτόμενη από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς στην έκθεση υπεράσπισης. Βασίζουν δε οι Ενάγοντες τη θέση τους αυτή στο λεκτικό του εν λόγω δικογράφου και συγκεκριμένα στο ότι οι Εναγόμενοι εκεί «αρνούνται ότι έδωσαν οιεσδήποτε οδηγίες στους Ενάγοντες είτε προσωπικώς είτε μέσω οιωνδήποτε αντιπρόσωπων τους ή υπηρετών τους στη Λεμεσό κατά διαφόρους ημερομηνίας του 2007 να αγοράσουν επί πιστώσει δια λογαριασμό των Εναγομένων οιαδήποτε μπισκότα ή χωνάκια παγωτού και/ή άλλα συναφή είδη». Σύμφωνα πάντα με τη θέση των Εναγόντων με τα πιο πάνω οι Εναγόμενοι δεν απέκλεισαν τα χωνάκια να αγοράσθηκαν εκτός Λεμεσού ούτε και αρνήθηκαν οι αγορές αυτές να έγιναν τοις μετρητοίς. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Είναι φανερό ότι η ανωτέρω διατύπωση στην έκθεση απαίτησης δεν ενέχει αυτό το νόημα αλλά ουσιαστικά απαντά, αρνούμενη, συγκεκριμένο δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγόντων ότι «Κατόπιν παρακλήσεων και/ή οδηγιών των Εναγομένων και/ή των αντιπροσώπων και/ή υπηρετών τους που έγιναν στη Λεμεσό, κατά ή περί τον Μάρτιο 2007, οι Ενάγοντες και/ή οι αντιπρόσωποι και/ή υπηρέτες τους κατά διάφορες ημερομηνίες, κατά ή περί το έτος 2007, δυνάμει λογαριασμού και επί πιστώσει πώλησαν και παρέδωσαν στους Εναγόμενους και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες τους μπισκότα και/ή χωνάκια παγωτού και/ή συναφή είδη». Εξετάζοντας στη συνέχεια την μαρτυρία του Μ.Υ.1 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να καταδείξει ότι όχι μόνο δεν υπήρξε και δεν υλοποιήθηκε καμία συμφωνία με τους Ενάγοντες αλλά δεν τους γνώριζε καν. Γενικά δε η όλη προσπάθεια του δεν ήταν πειστική, κάποιες από τις θέσεις του δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική, άλλες προφανώς αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις του εφόσον δεν υποβλήθηκαν καν κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 ενώ και η μνήμη του εμφανιζόταν επιλεκτική. Συγκεκριμένα: Με σκοπό να διαψεύσει ουσιαστικά την θέση του Μ.Ε.1 για το ποιος σύστησε στους Ενάγοντες τον ίδιο, το ότι συνήφθη η συμφωνία που ο Μ.Ε.1 ισχυρίσθηκε αλλά και ότι οι πληρωμές στους Ενάγοντες γίνονταν στο εργοστάσιο στην Αθηαίνου μετά την παράδοση, από τον Δημήτρη Σαβουλλή ή τη σύζυγο αυτού, ισχυρίσθηκε στην κυρίως εξέταση του ότι οι Εναγόμενοι δεν είχαν υπάλληλο με το όνομα Δημήτρη ή Σαβουλλή. Ανέφερε δε μάλιστα, και αυτό μόνο όταν ρωτήθηκε σχετικά κατά την αντεξέταση του, ότι τις εργασίες και τη λειτουργία του εργοστασίου στην Αθηαίνου τις διεκπεραίωναν δύο κοπέλες υπάλληλοι των Εναγομένων. Είπε δε συγκεκριμένα ότι οι εν λόγω κοπέλες επέβλεπαν τις μηχανές παραγωγής παγωτού και όσον αφορά τη διάθεση του παγωτού στην αγορά ήταν ευθύνη μιας εξ αυτών να το παραδίδει με το να εκδίδει τιμολόγιο. Τίποτα όμως από τα πιο πάνω δεν τέθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 για να τα σχολιάσει. Δεν αμφισβητήθηκε μάλιστα κατά την αντεξέταση του Μ.Ε.1 ότι ο Δημήτρης του είπε ότι ήταν υπάλληλος των Εναγομένων όπως ούτε ότι ο Μ.Υ.1 από το τηλέφωνο έδωσε την εντύπωση στον Μ.Ε.1 ότι έτσι ήταν τα πράγματα. Ως ουσιώδης για τους Εναγόμενους μαρτυρία λοιπόν, η οποία προσφέρθηκε από αυτούς χωρίς να τεθεί στη βάσανο της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, χωρίς μάλιστα να δοθεί οποιαδήποτε δικαιολογία για αυτό, κρίνω ότι δεν μπορεί να ληφθεί υπόψην και να γίνει δεκτή (βλ. Adidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, Μοσχάτου ν. Μοσχάτου
(1999)1Β Α.Α.Δ. 785, Frederickou Schools Co Ltd κ.α. v. Acuac Inc
(2002)1Γ Α.Α.Δ. 1527 και Δημητριάδη κ.α. ν. Kravtchenko, Πολιτική Έφεση αρ. 57/2010, ημερ. 31.5.13). Πέραν όμως και ανεξάρτητα των πιο πάνω προς υποστήριξη της θέσης του ο Μ.Υ.1 προσπάθησε ανεπιτυχώς να πείσει ουσιαστικά ότι ο Δημήτρης Δημητρίου ή Σαβουλλή ήταν εκ των μεταπωλητών των Εναγομένων. Συγκεκριμένα σε ένα σημείο στην αντεξέταση του είπε ότι δεν γνωρίζει προσωπικά το πρόσωπο αυτό αλλά έσπευσε να προσθέσει ότι πιστεύει ότι ήταν ένας από τους μεταπωλητές. Όταν εύλογα ρωτήθηκε που το βασίζει αυτό είπε ότι το βασίζει στο ότι μετά που το έψαξε (δεν διευκρίνισε όμως πότε και με ποια ευκαιρία το έκανε) είδε τιμολόγια που εκδόθηκαν στο όνομα του. Όταν όμως στην αμέσως επόμενη ερώτηση ρωτήθηκε εάν δηλαδή γνωρίζει το εν λόγω πρόσωπο μόνο κατ' όνομα και δεν τον έχει συναντήσει είπε, σε αντίθεση με τα πιο πάνω, ότι δεν ανέφερε ότι δεν τον συνάντησε αλλά ότι υπάρχει πιθανότητα να τον συνάντησε μαζί με τους υπόλοιπους μεταπωλητές της εταιρείας. Είπε δε ότι δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε τον συνάντησε για πρώτη φορά όμως ήταν σίγουρα μετά την έναρξη των εργασιών παραγωγής του εργοστασίου. Στη συνέχεια είπε σχετικά ότι τις μηχανές παραγωγής του παγωτού τις αγόρασε από την εταιρεία που ανήκε το εργοστάσιο. Όταν όμως του ζητήθηκε να γίνει πιο σαφής απάντησε ότι δεν θυμάται το όνομα της. Παρόλα αυτά ήταν σίγουρος ότι η εν λόγω εταιρεία δεν ανήκε στο Δημήτρη Δημητρίου. Όταν τέλος του υποβλήθηκε ότι δεν λέει αλήθεια γιατί το εργοστάσιο αυτό ξεκίνησε για πρώτη φορά το 2007 απάντησε ουσιαστικά ότι ο ίδιος ξεκίνησε το 2007 και δεν γνωρίζει αν δούλευε προηγουμένως. Στην ίδια λογική και ενώ ανέφερε ότι η εταιρεία του ασχολήθηκε με την παραγωγή παγωτού για ένα χρόνο και ήταν η θέση του ότι το παγωτό το διέθεταν στο εργοστάσιο μόνο σε μεταπωλητές χύμα σε πλαστικά δοχεία χονδρικά και όχι σε χωνάκια καθώς και ότι δεν αγόραζαν ή διέθεταν χωνάκια για την λιανική πώληση παγωτού, για να πείσει ότι δεν είχε καμία σχέση με τους Ενάγοντες ισχυρίσθηκε, ενάντια στη λογική για κάποιο που ασχολείται με την πώληση παγωτού, ότι δεν γνώριζε ότι αυτοί ήταν οι αποκλειστικοί κατασκευαστές χωνακιών παγωτού στη Κύπρο δίδοντας ως δικαιολογία ότι δεν είχαν καμία σχέση με την πώληση παγωτών σε χωνάκια. Ενώ δε όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά εάν ως παραγωγός παγωτού δεν γνώριζε πως καλύπτονταν οι πελάτες για χωνάκια απάντησε ότι δεν είχαν παραγωγή παγωτού σε χωνάκια αλλά μόνο χύμα σε δοχεία διαφόρων μεγεθών εντούτοις και πάλι μη λογικά δεν γνώριζε τα μεγέθη. Προσπάθησε επίσης να πείσει ότι ουδέποτε συμφώνησε οτιδήποτε με τον Μ.Ε.
- Μάλιστα στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ουδέποτε συνάντησε αυτόν. Περαιτέρω στην αντεξέταση του σε υποβολή ότι το τεκμήριο 4 στάληκε στον Μ.Ε. 1 μετά από συμφωνία που συνήψαν για να ξεκινήσουν τη συνεργασία αγοράς χωνακιών παγωτού απάντησε ότι ουδέποτε είχε οποιαδήποτε συνομιλία με τον Μ.Ε.1 ούτε και τον γνώριζε. Σε επόμενη ερώτηση εάν ουδέποτε είχε επικοινωνία με τον Μ.Ε.1, προφανώς αντιλαμβανόμενος ότι δεν μπορούσε να ισχυρισθεί κάτι τέτοιο και για να μην φανεί ότι αντιφάσκει με τα προαναφερόμενα του ότι ουδέποτε συνομίλησε με τον Μ.Ε.1, ισχυρίσθηκε ότι δήθεν δεν γνωρίζει εάν ο Μ.Ε.1 του τηλεφώνησε αλλά, πρόσθεσε, γύρω στο Σεπτέμβριο του 2007 είχε τηλεφώνημα από κάποια εταιρεία που πρώτη φορά την άκουγε ότι χρωστούσε κάποιο τιμολόγιο και απάντησε ότι δεν έχει ιδέα και δεν χρωστά σε κανένα. Δεν είναι όμως εν πάση περιπτώσει λογική η θέση του ότι του τηλεφώνησε κάποιο πρόσωπο για να του πει τα πιο πάνω, το οποίο δεν γνώριζε και πρώτη φορά συνομιλούσε αλλά ουσιαστικά δεν ζήτησε να μάθει ποιος είναι, όπως και το να μην θυμάται έστω το όνομα της εν λόγω «εταιρείας». Μάλιστα για να πείσει ότι δεν συναντήθηκε ποτέ με τον Μ.Ε.1 είπε ότι μετά από το πιο πάνω τηλεφώνημα του στάληκε με επιδότη, ο οποίος πήγε στο γραφείο του και του την παρέδωσε, η κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο
- Εδώ όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση του Μ.Ε.1 ότι ήταν εκείνος που πήγε στη Λευκωσία στα γραφεία του Μ.Υ.1 και του παρέδωσε το τεκμήριο 2 και του ζήτησε το υπόλοιπο που ήταν Λ.Κ.301 ενώ ουδέποτε υποβλήθηκε έστω στον Μ.Ε.1 ότι ήταν επιδότης που παρέδωσε το τεκμήριο
- Είπε δε επίσης στην αντεξέταση του ότι μετά που του δόθηκε το τεκμήριο 2 δεν έκανε καμία ενέργεια. Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι ως λογιστής ανέτρεξε στο περιεχόμενο της εν λόγω κατάστασης λογαριασμού. Όταν ρωτήθηκε πολύ εύλογα εάν με δεδομένο ότι το τεκμήριο 2 ανέγραφε το όνομα της εταιρείας του και από κάτω το δικό του δεν έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να αντικρούσει ή να απορρίψει αυτό, έδωσε τη μη πειστική και μη λογική απάντηση ότι το είχε αντικρούσει ήδη από το τηλεφώνημα ότι χρωστούσε λεφτά. Όταν επίσης ρωτήθηκε εάν δηλαδή ενώ με το τεκμήριο 2 φαινόταν να χρεοπιστώνεται η εταιρεία του, ως λογιστής δεν του κίνησε το ενδιαφέρον να αναζητήσει τι συνέβαινε και ενώ πριν είπε ότι δεν έκανε καμία ενέργεια, ουσιαστικά ανέφερε ότι εξέτασε σχετικά τα βιβλία της εταιρείας και εφόσον δεν βρήκε τίποτα από αυτά τα πράγματα (τιμολόγια και πληρωμές στους Ενάγοντες) για τον ίδιο όλα τα υπόλοιπα ήταν χάσιμο χρόνου και δεν υπήρχε θέμα να ασχοληθεί περισσότερο. Είπε επίσης ουσιαστικά ότι δεν ζήτησε αντίγραφα των εν λόγω τιμολογίων ή αποδείξεων γιατί δεν του χρειάζονται. Η πιο πάνω θέση του όμως δεν είναι πειστική εφόσον δεν είναι λογικό να δίδει κάποιος στον μοναδικό διευθυντή μιας εταιρείας, ο οποίος είχε μάλιστα στην εταιρεία αυτή ποσοστό συμφέροντος γύρω στο 90% αλλά είναι και εγκεκριμένος λογιστής, μια κατάσταση λογαριασμού με χρεοπιστώσεις στην εταιρεία του και να απαιτεί κάποιο ποσό ως υπόλοιπο λογαριασμού και να μην μπαίνει στον κόπο να το εξετάσει επαρκώς και να απαντήσει. Όπως δεν είναι λογικό να μην απαντήσει έστω ακόμη και όταν οι Ενάγοντες μέσω του δικηγόρου τους με επιστολή αυτού ημερ. 16.11.07 (τεκμήριο 1) ζητούσαν την πληρωμή του εν λόγω ποσού εντός προθεσμίας 5 ημερών και προειδοποιούσαν με λήψη δικαστικών μέτρων σε αντίθετη περίπτωση. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί δεν απάντησε στην εν λόγω επιστολή και πάλι έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν υπήρχε λόγος να το κάνει γιατί ακολούθησε η παρούσα αγωγή που έδωσε στο δικηγόρο του. Η παρούσα αγωγή όμως καταχωρήθηκε δύο μήνες αργότερα. Περαιτέρω για να πείσει για τη θέση των Εναγομένων ότι δεν έκαναν καμία συμφωνία με τους Ενάγοντες και κατ' επέκταση καμία σχετική πληρωμή προς τους τελευταίους ισχυρίσθηκε ότι όλες οι πληρωµές προς τους Εναγοµένους για οιανδήποτε συναλλαγή πάντοτε κατατίθενται σε λογαριασµό των Εναγοµένων, είτε αυτές προέρχονται από µετρητά είτε από επιταγές και ότι κατά τον ίδιο τρόπο οι Εναγόµενοι ουδέποτε προβαίνουν σε πληρωµές σε µετρητά ή µε οπισθογραφηµένες κενές επιταγές από τρίτους. Προς επίρρωση της θέσης του κατέθεσε ως τεκμήριο 9 μια κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων για τον Μάρτιο του 2007, ώστε, σύμφωνα με τον ίδιο, να δείξει το κύρος της εταιρείας των Εναγομένων αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι δεν αποδέχονταν επιταγές της εταιρείας. Σε σχέση όμως με το τεκμήριο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η κατάσταση αυτή δεν ήταν παρά μόνο από μια από τις τράπεζες με τις οποίες συνεργάζονται οι Εναγόμενοι και όχι για όλες τις συναλλαγές τους ενώ περαιτέρω ο Μ.Ε.1 δεν ανέφερε ότι δεν δέχονταν επιταγές από τους Εναγόμενους γιατί αυτοί δεν ήταν αξιόχρεοι αλλά γιατί, ως ουσιαστικά προκύπτει από τα όσα είπε, οι Ενάγοντες ήθελαν οι Εναγόμενοι να τους πληρώνουν τοις μετρητοίς. Αλλά ούτε και για το πως βρέθηκε το πιστοποιητικό σύστασης της εταιρείας των Εναγομένων τεκμήριο 4 στην κατοχή των Εναγόντων έδωσε ο Μ.Υ.1 κάποια πειστική απάντηση ή έστω κάποια λογική εξήγηση. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του είπε ότι οι Εναγόµενοι αγνοούν µε ποιο τρόπο οι Ενάγοντες εξασφάλισαν το πιστοποιητικό αυτό. Στην αντεξέταση του ανέφερε ποιος ήταν ο αριθμός του τέλεφαξ του γραφείου του το
- Ο εν λόγω αριθμός είναι αυτός που αναγράφεται στο τεκμήριο
- Όταν δε του υποδείχθηκε ότι στο κάτω μέρος του εν λόγω τεκμηρίου αναγράφονται μία ημερομηνία και ώρα, το όνομα του ίδιου στα αγγλικά και ο προαναφερόμενος αριθμός φαξ είπε ότι αυτό φαίνεται ότι έφυγε από το φαξ του αλλά ισχυρίσθηκε ότι δήθεν δεν γνωρίζει που πήγε, ούτε ποιος το έστειλε. Δεν διαφώνησε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω φαξ στάληκε στις 9.3.
- Προσπαθώντας όμως να πείσει ότι δεν γνώριζε πως το φαξ έφτασε στα χέρια των Εναγόντων ανέφερε γενικά και αόριστα ότι τέτοια έγγραφα είχε συνήθως δικαίωμα να στέλλει το προσωπικό του, προσθέτοντας χωρίς να εξηγήσει τι εννοούσε, τη φράση «εάν ήταν δικαιολογημένα». Είπε δε ότι ο ίδιος έδωσε αυτό το δικαίωμα στο προσωπικό του δηλαδή να στέλλει τέτοια έγγραφα σε οποιονδήποτε δικαιολογημένα τα ζητούσε. Όταν όμως ρωτήθηκε πως θεωρεί ότι το τεκμήριο 4 βρέθηκε στη κατοχή του Μ.Ε.1 δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση. Αντίθετα περιορίσθηκε να πει ότι δεν μπορεί να ξέρει. Η θέση όμως αυτή δεν μπορεί να αντέξει στη βάσανο της λογικής. Αυτό γιατί δεν είναι λογικό οι Εναγόμενοι να μην είχαν καμία συμφωνία ή συνεργασία με τους Ενάγοντες αλλά παρόλα αυτά να στάληκε, από το φαξ του Μ.Υ.1, στους τελευταίους το τεκμήριο
- Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο Μ.Υ.1 δεν ήταν ειλικρινής και συνεπώς η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της. Όσον δε αφορά τη θέση των Εναγομένων περί μη απόδειξης ότι τα χωνάκια παραδόθηκαν σε αυτούς θα πρέπει να λεχθεί ότι λαμβάνοντας υπόψην ότι έγινε αποδεκτή η μαρτυρία του Μ.Ε.1 και δεν αμφισβητήθηκε στα πλαίσια αυτής ούτε η θέση του ότι οι Ενάγοντες παρέδιδαν τα χωνάκια στο εργοστάσιο των Εναγομένων στην Αθηαίνου ούτε ότι ο Μ.Υ.1 στην τελευταία επικοινωνία του με τον Μ.Ε.1 είπε ουσιαστικά στο τελευταίο να στείλει επιστολή και θα κανονίσει το ποσό και ελλείψει άλλης αντίθετης προς αυτό μαρτυρίας, κρίνεται ότι τα χωνάκια παραδόθηκαν από τους Ενάγοντες μέσω του διανομέα αυτών στους Εναγόμενους. Ενόψει δε των πιο πάνω αλλά και της εξήγησης που έδωσε σχετικά ο Μ.Ε.1 το ότι δύο εκ των τιμολογίων του τεκμηρίου 6 δεν φέρουν υπογραφή δεν μεταβάλλει το πιο πάνω (βλ. Χριστοδουλίδου ν. Mocassino shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 294). Ως εκ των άνω δεν μπορεί να ευσταθήσει ούτε η θέση της υπεράσπισης ότι ισχύει το Clayton's Rule. Ευρήματα Με βάση λοιπόν τη μαρτυρία που έγινε δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Οι Ενάγοντες είναι συνεταιρισμός με εργοστάσιο στην Λεμεσό και ασχολούνται με την παραγωγή, πώληση και διανομή χωνακιών παγωτού σε όλη την Κύπρο. Οι Εναγόμενοι είναι εταιρεία, η οποία κατά τον επίδικο χρόνο διατηρούσε εργοστάσιο παραγωγής παγωτού στην Αθηαίνου. Περί τον Μάρτιο του 2007 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με τους Εναγόμενους, μέσω του διευθυντή των τελευταίων, όπως οι πρώτοι προμηθεύουν στους δεύτερους χωνάκια παγωτού στο εργοστάσιο στην Αθηαίνου. Ως προς τον τρόπο πληρωμής συμφώνησαν, οι Εναγόμενοι να πληρώνουν και να μένει πάντα απλήρωτο-υπόλοιπο το ποσό ενός τιμολογίου το οποίο θα πληρωνόταν στο τέλος της σεζόν δηλ. μέχρι τα τέλη Αυγούστου του
- Στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής από το Μάρτιο του 2007 μέχρι και τον Αύγουστο του 2007 οι Ενάγοντες παρέδιδαν στους Εναγόμενους χωνάκια παγωτού στο εργοστάσιο των τελευταίων και έκδιδαν για το σκοπό αυτό σχετικά τιμολόγια. Με την παράδοση των χωνακιών οι Εναγόμενοι πλήρωναν είτε το ποσό του τιμολογίου που αφορούσε την συγκεκριμένη παράδοση είτε κάποιου προηγούμενου τιμολογίου και παρέμενε ως υπόλοιπο το ποσό ενός τιμολογίου που θα πληρωνόταν στο τέλος της σεζόν, ως η συμφωνία. Για τις χρεώσεις και πληρωμές οι Ενάγοντες τηρούσαν σχετικό λογαριασμό στο όνομα των Εναγομένων και έκδιδαν σε αυτούς σχετικές αποδείξεις. Με βάση τις παραδόσεις και τις πληρωμές που έγιναν οι Εναγόμενοι στο τέλος της σεζόν εξακολουθούσαν να χρωστούν στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ.301 δηλ. το ισόποσο των €514.
- Περί τα μέσα με τέλη Σεπτεμβρίου 2007 ο διευθυντής των Εναγόντων (Μ.Ε.1) παρέδωσε στον διευθυντή των Εναγομένων (Μ.Υ.1) την εν λόγω κατάσταση λογαριασμού και ζήτησε την εξόφληση του πιο πάνω υπολοίπου ποσού. Την τελευταία φορά που επικοινώνησε, μετά από αυτό, ο Μ.Ε.1 με τον Μ.Υ.1 ο τελευταίος του είπε να του στείλει γράμμα με δικηγόρο να ζητήσει το ποσό και θα το κανονίσει. Έτσι στάληκε μέσω του δικηγόρου των Εναγόντων η επιστολή ημερ. 16.11.07 με την οποία επίσης αξιωνόταν η πληρωμή του το πιο πάνω αναφερόμενου υπολοίπου. Παρόλα αυτά οι Εναγόμενοι ουδέποτε μέχρι σήμερα πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και συνεπώς το ποσό των €514.29 εξακολουθεί να οφείλεται. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα ανωτέρω κρίνω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους στον απαιτούμενο βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Ως εκ των άνω εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €514.29, με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως, πλέον τα έξοδα της αγωγής, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Αστικό/Τελική Απόφαση/Οφειλή) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο