← Κύπρος

SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD, Αρ. Αίτησης 15/12, 29/10/2013

SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD, Αρ. Αίτησης 15/12, 29/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A326 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης 15/12 Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22/12/00 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις ΚΑΙ Αναφορικά με την απόφαση ημερομηνίας 09/03/2012 η οποία εκδόθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (Ηigh Court (Queen's Bench Division, Commercial Court) στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2010 φάκελος 1275 (Claim no. 2010 Folio 1275). -------------------------------- ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ: SOBOH PETROLEUM (CYPRUS) LTD, από τη Λεμεσό Αιτητές ---------------------------- Αίτηση ημερ. 27.6.2012 για παραμερισμό διατάγματος εγγραφής αλλοδαπής απόφασης 29 Οκτωβρίου 2013 Για Αιτητές: κ. Δ. Αραούζος (για την εκφώνηση της απόφασης κα Α. Μαλαχτού) Για Καθ' ων η Αίτηση: κ. Α. Καριτζής (για την εκφώνηση της απόφασης κ. Ζ. Λιασίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 21.5.2012 εξεδόθη μετά από μονομερή αίτηση το ακόλουθο διάταγμα: «

  1. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου για αναγνώριση στην Κυπριακή Δημοκρατία της δικαστικής απόφασης/διατάγματος (Order) που εκδόθηκε στις 09/03/2012 εναντίον της Κυπριακής Εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd (στο εξής η «Soboh Petroleum») από το Ανώτατο Δικαστήριο (High Court of Justice, Queen' s Bench Division, Commercial Court) της Αγγλίας του Ηνωμένου Βασιλείου στα πλαίσια της αγωγής με αριθμό 2010 και αριθμό φακέλου 1275 (Claim no. 2010 Folio 1275) η οποία εγέρθηκε από τους Αιτητές, εταιρεία Galaxy Energy International Ltd, εναντίον της Soboh Petroleum (στο εξής «η Απόφαση»).
  2. Εκδοθεί και δια του παρόντος εκδίδεται διάταγμα και/ή απόφαση και/ή δήλωση του Δικαστηρίου η οποία αναγνωρίζει και/ή κηρύττει την πιο πάνω αναφερόμενη απόφαση εκτελεστή εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας, με ή χωρίς όρους.» Στις 29.5.2012 επιδόθηκε στους Αιτητές το πιο πάνω διάταγμα. Στις 27.6.2012 καταχωρείται η παρούσα αίτηση παραμερισμού στη βάση κυρίως των άρθρων 32-56 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001, με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται το ως άνω διάταγμα του Δικαστηρίου και/ή επίδοση του στους Αιτητές, καθότι η αναγνώριση της απόφασης που εκδόθηκε στις 9.3.2012 από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (High Court (Queen's Bench Division, Commercial Court) στα πλαίσια της αγωγής αρ. 2010 φάκελος 1275 (Claim no. 2010 Folio 1275) υπέρ των Galaxy Energy International Ltd/Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών (η «Απόφαση») σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΚ) Αρ. 44/2001 είναι πασιφανώς ενάντια στην δημόσια πολιτική. Η Αίτηση Η πραγματική βάση της αίτησης συναντάται στην πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κ. Θ. Χριστοδούλου εκ των δικηγόρων των Αιτητών με δέουσα εξουσιοδότηση και γνώση εκ των φακέλων ή συναφή πληροφόρηση εκ των Αιτητών (ειδικά τον κ. Aiman Soboh). H Απόφαση Η αλλοδαπή απόφαση ημερομηνίας 9.3.2012 στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Διάταγμα κατ' επίκληση του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001 ήταν αποτέλεσμα αξίωσης των Καθ' ων η αίτηση του ποσού των USD$16.554.253,72 για την αξία φορτίου πετρελαίου (34,941.814 μετρικοί τόνοι πετρελαίου επί του Πλοίου SCF NEVA) που πωλήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση στους Αιτητές. Ισχυρισμοί των Αιτητών Για να γίνει κατανοητή η αίτηση και οι αξιούμενες θεραπείες θα πρέπει να γίνει μια εκτενής παράθεση των θέσεων των Αιτητών που φαίνεται ότι έχει πολλές παραμέτρους. Το φορτίο πετρελαίου που αφορούσε το τίμημα πώλησης το οποίο αποτέλεσε βάθρο της εκκαλούμενης απόφασης πωλήθηκε με σκοπό με σκοπό οι Αιτητές να το πωλήσουν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου δυνάμει της μεταξύ τους Συμφωνίας 107/2009 για την προμήθεια πετρελαίου για το 2010 για τους σκοπούς των ηλεκτροπαραγωγών σταθμών. (Η συμφωνία πώλησης Τεκμ.2.) Ήταν όρος της μεταξύ τους συμφωνίας ότι οι Αιτητές θα εκχωρούσαν απόλυτα προς όφελος της τράπεζας των Καθ' ων η Αίτηση, δηλαδή της Credit Agricole (Suisse) S.A. (Credit Agricole), τα δικαιώματα τους σε σχέση με το προϊόν είσπραξης από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου από την πώληση του ιδίου φορτίου. (Βλ. Τεκμήριο 3α και 3β την εκχώρηση ημερομηνίας 13/9/2010 των δικαιωμάτων των Αιτητών είσπραξης του προϊόντος πώλησης προς την ΑΗΚ προς όφελος της Credit Agricole όσο και σχετικό πληρεξούσιο έγγραφο προς τους Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 13/9/2010). Μετά που παραδόθηκε το φορτίο στην ΑΗΚ στους δύο ηλεκτροπαραγωγούς σταθμούς Δεκέλειας στις 21/9/2010 και Βασιλικού στις 22/9/2010 και έγιναν οι προσαρμογές εκ μέρους της ΑΗΚ ως προς το τίμημα που ήταν διατεθειμένη να καταβάλει στους Αιτητές, αφού αφαίρεσε κατά την γνώμη της εκείνο που δικαιούταν να αφαιρέσει από το συμφωνημένο τίμημα πώλησης μεταξύ των Αιτητών και της ΑΗΚ, οι Αιτητές εξέδωσαν δύο τιμολόγια με Αρ. C-093/2010 ημερομηνίας 19/10/2010 και Αρ.C-094/2010 ημερομηνίας 20/10/2010 αξίας USD$10.000.362,47 και USD$5.877.555,02 αντίστοιχα, σύνολο USD$15.877.917,
  3. (Βλ. Τεκμ.4 και 5). Ενώ επίκειτο η παράδοση του φορτίου στην ΑΗΚ, η εν λόγω τράπεζα δυνάμει της εκχώρησης δικαιωμάτων προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 13/9/2010, ήδη απέστειλε από τις 17/9/2010 την ειδοποίηση του γεγονότος της εν λόγω εκχώρησης προς όφελος της που είναι το Τεκμήριο 6 με αναφορά στην πιο πάνω παραγγελία της ΑΗΚ ημερομηνίας 17/8/2010 για το πιο πάνω φορτίο που έγινε με την επιστολή της ΑΗΚ προς τους Αιτητές που είναι το Τεκμήριο
  4. Αυτή η επιστολή της Credit Agricole ημερομηνίας 17/9/2010, Τεκμήριο 6 στάληκε επίσης και στους Αιτητές για να λάβουν και εκείνοι γνώση. Μετά την παράδοση του φορτίου στις 21/9/1010 και 22/9/2010, την έκδοση των τιμολογίων των Αιτητών προς την ΑΗΚ στις 19/10/2010 και 20/10/2010, δηλαδή 30 μέρες μετά την εκφόρτωση ως προνοούσε η συμφωνία με την ΑΗΚ, η Credit Agricole απέστειλε την επιστολή της ημερομηνίας 27/10/2010 που είναι το Τεκμήριο 8 προς την ΑΗΚ παραπονούμενη για το γεγονός ότι η ΑΗΚ δεν κατάβαλλε στην Credit Agricole το πιο πάνω ποσό των δύο τιμολογίων των Αιτητών υπό την ιδιότητα τους ως δικαιούχων τους δυνάμει της πιο πάνω εκχώρησης ημερομηνίας 13/9/
  5. Την ίδια στιγμή οι Καθ' ων η Αίτηση προειδοποιούσαν τους Αιτητές ότι θα καταχωρούσαν δικαστικές διαδικασίες εναντίον τους για την μη πληρωμή του ποσού των USD$16.554.253,
  6. (Βλ. Τεκμ. 9-11 ημερομηνίας 22/10/2010, 25/10/2010 και 25/10/2010). Στις 16/12/2011 οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Αίτηση για συνοπτική απόφαση στο Αγγλικό Δικαστήριο υποστηριζόμενη από δήλωση του El May ημερομηνίας 14/12/2011 που είναι το Τεκμήριο
  7. Σε απάντηση αυτής καταχώρησαν οι Αιτητές την Δήλωση του Aiman Soboh ημερομηνίας 23/2/2012 που είναι το Τεκμήριο 13, ενώ στις 2/3/2012 ο El May καταχώρησε απαντητική δήλωση που είναι το Τεκμήριο
  8. Αυτές οι διαδικασίες κατέληξαν στην Απόφαση, ενώ από την πλευρά της η ΑΗΚ εξακολουθεί μέχρι σήμερα να αρνείται να καταβάλει το πιο πάνω ποσό των USD$15.877.917,49 στην Credit Agricole επικαλούμενη αξιώσεις επί του ιδίου ποσού εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου. Για αυτό δε το σκοπό αυτό καταχώρησε την Αγωγή Αρ. 9921/2010 Ε Δ Λευκωσίας. (Βλ. Τεκμ.15). Η Credit Agricole καταχώρησε αίτηση για παραμερισμό της διαδικασίας στην Κύπρο με σχετική αίτηση που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του El-Gowhari, ημερομηνίας 6/7/
  9. Απ' αυτή την ένορκη δήλωση του El-Gowhari προκύπτει ότι τόσο οι Καθ΄ ων η Αίτηση όσο και η τράπεζα τους καταχώρησαν ακριβώς λόγω της πιο πάνω απόλυτης εκχώρησης αγωγή εναντίον της ΑΗΚ στην Ελβετία από την οποία αξιώνουν το πιο πάνω ποσό των USD$15.877.917,
  10. (Βλ. Τεκμ.18). Είναι η σθεναρή θέση των Αιτητών ότι ενώ οι Καθ' ων η Αίτηση από την μια συμφωνούν και αποδέχονται ότι η ΑΗΚ οφείλει να πληρώσει εκείνους ή την τράπεζα τους το πιο πάνω ποσό των USD$15.877.917,49 αντί τους Αιτητές στη βάση ότι δικαιούνται εκείνοι το ποσό αυτό καθότι εκχωρήθηκε προς όφελος τους κατά απόλυτο τρόπο και κατά προτεραιότητα έναντι οποιουδήποτε άλλου, περιλαμβανόμενων των Αιτητών, την ίδια στιγμή δόλια προώθησαν διαδικασία και επιχειρούν να εισπράξουν και να εφαρμόσουν την Απόφαση στην Κύπρο πάνω σε διαφορετική βάση ότι δηλαδή η εκχώρηση δεν ήταν απόλυτη (absolute) αλλά μόνο προς εξασφάλιση (by way of charge) του λαβείν τους. Περαιτέρω, βασική γραμμή της αξίωσης τους στην Αγγλία ήταν ότι το συμβόλαιο ημερομηνίας 10/9/2010 με Αρ. 4213 μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση, που είναι το Τεκμήριο 2, αποτελούσε όλους τους όρους που συμφωνήθηκαν μεταξύ των δύο πλευρών, μεταξύ των οποίων ήταν και το ότι οι Αιτητές θα έπρεπε να πληρώσουν το τίμημα εντός 3 ημερών από την ημερομηνία εκφόρτωσης, κάτι με το οποίο οι Αιτητές διαφωνούσαν γιατί οι όροι της συμφωνίας κατ΄ αυτούς τροποποιήθηκαν και προνοούσαν όχι μόνο ότι η πληρωμή θα γινόταν σε 30 ημέρες από της εκφόρτωσης ώστε αυτό να συνάδει με την συμφωνία των Αιτητών με την ΑΗΚ αλλά και το ότι αντί πληρωμής θα εκχωρούνταν κατά απόλυτο τρόπο τα δικαιώματα είσπραξης που είχαν να λαμβάνουν οι Αιτητές από την ΑΗΚ. Εντούτοις, στην Κύπρο οι Καθ' ων η Αίτηση προωθούν διαδικασία αναστολής της Αγωγής Αρ. 9921/2010 με το δικαιολογητικό ότι εκκρεμεί στην Ελβετία διαδικασία μεταξύ των Καθ' ων η Αίτηση και της Credit Agricole εναντίον της ΑΗΚ στην οποία διατείνονται, συμφωνώντας με τους Αιτητές και αντίθετα με το τι ισχυρίστηκαν στην Αγγλία, ότι η πληρωμή θα έπρεπε να γίνει εντός 30 ημερών από της εκφόρτωσης. Ενώ δηλαδή οι ίδιοι οι Καθ' ων η Αίτηση αποδέχονται τον ισχυρισμό των Αιτητών ότι το συμβόλαιο ημερομηνίας 10/9/2010 με Αρ. 4213 μεταξύ των Αιτητών και των Καθ' ων η Αίτηση, τροποποιήθηκε και ότι οι όροι του δεν είναι αυτοί που προνοεί εκείνο. Αυτό ισοδυναμεί με αποδοχή της εκδοχής των γεγονότων, όπως την εξιστόρησαν οι Αιτητές ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου που όμως απέκρυβαν δόλια. (Βλ. σχετική αλληλογραφία Τεκμ.11-25). Οι Αιτητές καταλήγουν ως εξής: Ενώ δεν επιχειρούν να αμφισβητήσουν την ουσία της απόφασης (για την οποία υπάρχει αίτηση για λήψη άδειας καταχώρησης έφεσης), επιθυμούν να καταδείξουν με την παρούσα αίτηση είναι ότι η δόλια συμπεριφορά των Καθ΄ ων η Αίτηση και της τράπεζας τους με διαφορετικές θέσεις ενώπιον διαφορετικών Δικαστηρίων είναι πασιφανώς ενάντια στην δημόσια πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας και ως τέτοια θα πρέπει ν΄ αντικριστεί με ανάλογα διατάγματα του Δικαστηρίου. Δεν επιτρέπεται στους Καθ' ών η Αίτηση να επικαλούνται στην Κύπρο -για να ζητούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την αναστολή της διαδικασίας της Αγωγής Αρ. 9921/2010- γεγονότα και ισχυρισμούς που παραθέτουν ενώπιον των Ελβετικών Δικαστηρίων και την ίδια στιγμή να ζητούν από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού διάταγμα για την εκτελεστότητα της Απόφασης που εξασφάλισαν στην Αγγλία στην βάση όμως γεγονότων και ισχυρισμών που αφενός συγκρούονται με τους ισχυρισμούς που οι ίδιοι προωθούν ενώπιον των Ελβετικών Δικαστηρίων και αφετέρου συμφωνούν και επιβεβαιώνουν την εκδοχή των γεγονότων που οι Αιτητές παρέθεταν ενώπιον του Αγγλικού Δικαστηρίου. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση γνωρίζουν πολύ καλά ότι η εκχώρηση ημερομηνίας 13/9/2010, Τεκμήριο 3α, προς όφελος της τράπεζας τους σύμφωνα με τις οδηγίες τους ήταν απόλυτη και ως τέτοια δεν μπορούσε να ήταν την ίδια στιγμή ως εξασφάλιση το λαβείν τους. Άλλες είναι οι συνέπειες από μια απόλυτη εκχώρηση και άλλες από μια εκχώρηση που γίνεται απλώς ως εξασφάλιση ενός χρέους η οποία με την εξόφληση του χρέους η εκχώρηση παύει να έχει οποιαδήποτε ισχύ και το οποιοδήποτε όφελος επανέρχεται πίσω στον εκχωρητή χωρίς οποιαδήποτε ενέργεια εκ μέρους του εκδοχέα. Αυτό δεν συμβαίνει στην περίπτωση της απόλυτης εκχώρησης, όπως είναι η προκειμένη, κατά τους ισχυρισμού των Καθ' ων η Αίτηση, καθότι για να επανέλθει το αγώγιμο δικαίωμα ή το όφελος της εκχώρησης πίσω στον εκχωρητή απαιτείται θετική ενέργεια και επανεκχώρηση πίσω στον εκχωρητή εκ μέρους του εκδοχέα. Στην βάση αυτής της θέσης και του γεγονότος ότι από τις 24/7/2007 υφίσταται καταχωρημένη προς όφελος της τράπεζας των Καθ' ων η Αίτηση στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δυνάμει του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 άλλη επιπρόσθετη εκχώρηση προς όφελος της Credit Agricole που είναι το Τεκμήριο 29, αλλά και σύμφωνα με τους υπόλοιπους λόγους που αναπτύσσονται στην Αγωγή Αρ. 2392/2012, Τεκμήριο 30, που καταχώρησαν οι Αιτητές εισηγούνται ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως, πέραν από το ότι η όλη συμπεριφορά των Καθ΄ ων η Αίτηση είναι καταχρηστική και ενάντια στην δημόσια πολιτική, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει ενδεχόμενο αναστολής της εκτέλεσης της Απόφασης μέχρις ότου αποφασιστεί ότι όντως η ΑΗΚ οφείλει να καταβάλει εξολοκλήρου το τίμημα πώλησης σε σχέση με το φορτίο επί του Πλοίο SCF NEVA στην Credit Agricole και σε κανένα άλλο. Βέβαια αυτό το τελευταίο είναι η βάση μιας άλλης αίτησης των Αιτητών για αναστολή για την οποία θα ακολουθήσει άλλη απόφαση. Προστίθενται ακόμη τα ακόλουθα στην αγόρευση του κ. Αραούζου: «1.28 Αυτή η συμπεριφορά προκύπτει και από τις θέσεις που οι Καθ΄ων η Αίτηση προέβαλαν μέσω της αίτησης ημερομηνίας 05/12/2012 στην Αγωγή Αρ. 9921/2010 Ε.Δ. Λευκωσίας με την οποία ζητούν την άδεια του Δικαστηρίου να παρέμβουν και να προστεθούν ως συν-Εναγόμενοι 4 για προωθήσουν την θέση που προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση του Ανδρέα Δαμιανού ημερομηνίας 5/12/2012 (Ένορκη Δήλωση ΑΔ ημερομηνίας 5/12/2012), ότι δηλαδή οποιοδήποτε ποσό ήθελε κριθεί ως πληρωτέο από την ΑΗΚ στην Credit Agricole θα πρέπει να πιστωθεί στο λογαριασμό των Καθ΄ων η Αίτηση. 1.29 Η πιο πάνω αίτηση κατατέθηκε εκ σύμφωνου ως Τεκμήριο Α στην παρούσα διαδικασία στις 3/4/2013.» Πάντως σήμερα δεν εκκρεμεί κανένα ένδικο μέσο κατά της επίδικης απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου. Η ένσταση Οι Καθ' ων η Αίτηση επικαλούνται τους εξής κυρίως λόγους ένστασης:
  11. Τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερομηνίας 27/6/2012 προς υποστήριξη της Αίτησης, χωρίς παραδοχή του αληθές αυτών, δεν ικανοποιούν το κριτήριο του εδαφίου 1 του άρθρου 34 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001 στο οποίο η Αίτηση των Αιτητών στηρίζεται αποκλειστικά, ότι δηλαδή «η αναγνώριση [της απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 9/3/2012,] αντίκειται προφανώς [ή πασιφανώς] στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως» και/ή σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν αλλόκοτη, αλλοπρόσαλλη, αλλόκοτη, καταχρηστική και/ή δόλια συμπεριφορά ως ισχυρίζονται οι Αιτητές μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης.
  12. Χωρίς παραδοχή των ισχυρισμών γεγονότων που προβάλλονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση των Αιτητών, σε περίπτωση που το Σεβαστό Δικαστήριο αποδεχτεί τα ισχυριζόμενα από τους Αιτητές γεγονότα, αυτά δεν αντίκεινται στη δημόσια τάξη της Κύπρου εντός της έννοιας του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 44/
  13. Μέρος των γεγονότων που προβάλλουν οι Αιτητές μέσω της ένορκης δήλωσης του Θωμά Χριστοδούλου ημερομηνίας 27/6/12 είναι αναληθή, ανακριβή, αβάσιμα και/ή στηρίζονται σε εικασίες και αυθαίρετα συμπεράσματα.
  14. Ζητείται από το Δικαστήριο να υπεισέλθει και ενασχοληθεί με θέματα ουσίας και μαρτυρίας, επί των οποίων άσκησε ήδη την κρίση και δικαιοδοσία του το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας (High Court of Justice - Queens Bench Division, Commercial Court), εξουσίας και αρμοδιότητας της οποίας το παρόν Δικαστήριο στερείται ρητώς δυνάμει του σχετικού με τα επίδικα θέματα Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  15. Οι Αιτητές είχαν το δικαίωμα και την ευκαιρία να εγείρουν και θέσουν υπό την κρίση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας κατά τη διαδικασία που οδήγησε στην έκδοση της αιτούμενης προς ακύρωση και/ή παραμερισμό απόφασής του ημερομηνίας 9/3/2012, τους ισχυρισμούς που προβάλλουν στην ένορκη δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερομηνίας 27/6/2012, τους οποίους παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να πράξουν, με αποτέλεσμα να κωλύονται από του να πράξουν τούτο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας.
  16. Όλα τα στοιχεία ήταν ενώπιον το Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας κατά την έκδοση της Απόφασης του και κανένα στοιχείο ή γεγονός που αφορούσε τους Καθ' ων η Αίτηση και την όλη υπόθεση δεν απεκρύβη από το Δικαστήριο, είτε δόλια ή διαφορετικά.
  17. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών τους και με σκοπό τη συσχέτιση και/ή σύγκριση των ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση, οι Αιτητές αναφέρονται σε διαδικασία στην Κύπρο στην οποία οι Καθ' ων η Αίτηση δεν είναι καν μέρος, αντιπαραβάλλοντας και συγκρίνοντας τους ισχυρισμούς των Καθ' ων η Αίτηση με ισχυρισμούς άλλων τους οποίους προσπαθούν να αποδώσουν σ' αυτούς.
  18. Οι Αιτητές αμφισβητούν μόνο μέρος της Απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου και συνεπώς δεν έχουν δικαίωμα να ζητούν τον παραμερισμό και/ή ακύρωση του συνόλου της Απόφασης.
  19. Η προσβολή και ακύρωση δικαστικής απόφασης που εκδόθηκε κατόπιν ισχυριζόμενου δόλου, δύναται να επιτευχθεί με άλλα ένδικα και/ή διαδικαστικά μέσα από αυτά που προωθούν οι Αιτητές, τα οποία προσφέρονται τόσο στην Αγγλία όπου εκδόθηκε η Απόφαση όσο και στην Κύπρο δυνάμει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αφού η Απόφαση αναγνωριστεί και εγγραφεί.
  20. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία ή αρμοδιότητα να εξετάσει στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κανονισμού Αρ. 44/2001 κατά πόσο η έκδοση της Απόφασης του Αγγλικού Δικαστηρίου ήταν αποτέλεσμα δόλου από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση.
  21. Τα γεγονότα που προβάλλουν οι Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου ημερομηνίας 27/6/2012 σε καμία περίπτωση δεν αποδεικνύουν δόλια, αλλόκοτη και/ή καταχρηστική συμπεριφορά από μέρους των Καθ' ων η Αίτηση. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης αναλύονται και στην ένορκη δήλωση του κ. Α. Δαμιανού, δικηγόρου στο γραφείο των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση. Νομική βάση και αγορεύσεις Η Αίτηση βασίζεται στα Άρθρα 32-56 του Κανονισμού (ΕΚ) Αρ. 44/2001, στα Άρθρα 1-6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμου του 2000 (121(Ι)/2000) στην Δ.48, θθ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και στις εγγενείς εξουσίες και στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι - ορθά - εστίασαν την προσοχή τους στον ΕΚ 44/2001 και ανέλυσαν τις σχετικές πρόνοιες του υπό το κράτος της θεώρησης τους για την ερμηνεία των προνοιών με παράθεση πλούσιας νομολογίας. Όλα δε τα επιχειρήματα που προβλήθηκαν μελετήθηκαν χωρίς να είναι ανάγκη να γίνει ειδική αναφορά. Νομική Ανάλυση και τελικά συμπεράσματα Ο Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 22/12/2000 προνοεί σχετικά με τη διεθνή δικαιοδοσία, αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις (στο εξής ο «Κανονισμός»). Μετά την σχετική τροποποίηση του Συντάγματος στην ιεράρχηση των κανόνων δικαίου στην Κύπρο το κοινοτικό δίκαιο υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης ακόμη και συνταγματικής περί του αντιθέτου πρόνοιας. (Νόμος 127

(1)2006) Επιπρόσθετα, οι αποφάσεις του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΔΕΚ) εφαρμόζονται στην Κυπριακή έννομη τάξη. Στο προοίμιο του Νόμου περιέχονται οι αρχές για την αντίληψη της δικαιοδοσίας των χωρών μελών στην προσπάθεια, κατά το δυνατόν, δημιουργίας ενός χώρου Δικαιοσύνης με ενιαία μέτρα δικαστικής συνεργασίας των χωρών μελών. Σε σχέση με το Κανονισμό αυτό είναι χρήσιμη η αναφορά στην Stepan Investments Limited για άδεια καταχώρησης αίτησης για την έκδοση Προνομιακών Ενταλμάτων της φύσεως Certiorari και Prohibition, Πολιτική Έφεση αρ. 119/13, στην οποία ο Δικαστής Παμπαλλής αναφέρει τα εξής: «Στην αιτιολογική σκέψη
(1)τίθεται η ανάγκη διατήρησης και ανάπτυξης ενός χώρου δικαιοσύνης με μέτρα δικαστικής συνεργασίας ώστε να επιτευχθεί η λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Για την ελεύθερη κυκλοφορία αποφάσεων είναι αναγκαία η θέσπιση κανόνων αναγνώρισης και εκτέλεσης (Σκέψη 6). Η αμοιβαία εμπιστοσύνη δικαιολογεί την αυτόματη αναγνώριση, εκτός σε περιπτώσεις αμφισβήτησης (Σκέψη 16). Η διαδικασία κηρύσσεται κατά τρόπο οιονεί αυτόματο με απλό τυπικό έλεγχο των υποβληθέντων εγγράφων (Σκέψη 17). Τα δικαιώματα της υπεράσπισης αναγνωρίζονται με τη δυνατότητα άσκησης ενδίκου μέσου, κατά της κήρυξης της εκτελεστότητας με προσδιοριστέους λόγους (Σκέψη 18).» Με βάση το Άρθρο 33 του Κανονισμού, «απόφαση που εκδίδεται σε κράτος μέλος αναγνωρίζεται στα λοιπά κράτη μέλη χωρίς ιδιαίτερη διαδικασία». Σε περίπτωση αμφισβήτησης αναφορικά με την αναγνώριση απόφασης, ακολουθείται η διαδικασία που καθορίζεται στα τμήματα 2 και 3 του κεφαλαίου ΙΙΙ του Κανονισμού που στην ουσία είναι η ίδια διαδικασία που προβλέπεται για την κήρυξη της απόφασης ως εκτελεστής. Σαφώς προνοείται στο άρθρο 36 ότι αποκλείεται η της ουσίας αναθεώρηση αλλοδαπής απόφασης. Στο άρθρο 38 αναφέρεται δε ότι αποφάσεις που εκδόθηκαν και είναι εκτελεστές σε κράτος μέλος εκτελούνται σε άλλο κράτος μέλος αφού κηρυχθούν εκεί εκτελεστές με αίτηση κάθε ενδιαφερομένου. Το Άρθρο 41 του Κανονισμού προνοεί ότι «ο διάδικος κατά του οποίου ζητείται η εκτέλεση δε δύναται στο στάδιο αυτό της διαδικασίας να καταθέσει προτάσεις». Περαιτέρω, ο Κανονισμός δεν επιβάλλει την επίδοση σ' αυτόν της αίτησης για αναγνώριση ή κήρυξη εκτελεστότητας. Το άρθρο 42 αναφέρει τα ακόλουθα: «
  1. Η απόφαση επί της αιτήσεως για την κήρυξη της εκτελεστότητας γνωστοποιείται αμελλητί στον αιτούντα κατά τη διαδικασία που προβλέπει το δίκαιο του κράτους μέλους εκτέλεσης.
  2. Η κήρυξη της εκτελεστότητας επιδίδεται ή κοινοποιείται στο διάδικο κατά του οπίου ζητείται η εκτέλεση, μαζί με την απόφαση, εφόσον αυτή δεν έχει ήδη επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον εν λόγω διάδικο.» Το δικαίωμά του εν λόγω διαδίκου περιορίζεται σε «άσκηση ένδικου μέσου» (may be appealed against) στη βάση του Άρθρου 43 του Κανονισμού, αφού προηγουμένως του επιδοθεί το σχετικό διάταγμα του Δικαστηρίου με βάση το Άρθρο
  3. Με βάση αυτό το συνδυασμό προνοιών αλλά και του γεγονότος ότι το διάταγμα επιδόθηκε στους Αιτητές, εξ ου και η παρούσα αίτηση, θεωρώ ότι δεν ήταν λάθος η διαδικαστική πορεία της μονομερούς έκδοσης των διαταγμάτων. Σχετικό είναι επίσης το απόσπασμα του συγγράμματος με τίτλο International Commercial Disputes - Commercial Conflict of Law in English Courts, 4th edition, by Hill and Chong at page 475: «.. the Court's decision is based entirely on the ex-parte application of the person seeking enforcement of the foreign judgment and the party against whom enforcement is sought shall not at this stage of the proceedings be entitled to make any submissions on the application. (Article 41; Re National Organisation Systems SA's Application
(2005)1 LPr 728 (one Member First Instance Court, Athens). The insistence on the application for enforcement being by way of application without notice is to maintain the element of surprise which is necessary to ensure that the judgment debtor is not given the opportunity of withdrawing his assets from the jurisdiction. (Jenard Report
(1979)QJ C59/50). At this stage of the process, the fact that the defendant may have a defence to enforcement is not a reason for the court refusing to make a declaration of enforceability.once the decision to order enforcement has been made, the declaration of enforceability.must be served on the party against whom enforcement is sought». To κύριο επιχείρημα των Αιτητών είναι ότι η αναγνώριση και εκτέλεση της επίδικης απόφασης αντίκειται πασιφανώς στη δημόσια τάξη. Οι Αιτητές με την παρούσα Αίτηση, επιδιώκουν την απόρριψη ή ανάκληση της εκτελεστότητας της Αγγλικής Απόφασης στην Κύπρο, βασιζόμενοι στο άρθρο 45 του Κανονισμού σε συνδυασμό με το εδάφιο 1 του Άρθρου 34 τούτου, που επιτρέπει την απόρριψη ή ανάκληση απόφασης «αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως» (if such a recognition is manifestly contrary to public policy in the Member State in which recognition is sought). Ο Κανονισμός περιορίζει τις θέσεις που μπορεί κάποιος να προβάλει στην περίπτωση όπου επιθυμεί να παραμερίσει το Διάταγμα. Το άρθρο 34 προνοεί μεταξύ άλλων ότι: «Απόφαση δεν αναγνωρίζεται: 1. Αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως...». Στην σελ. 457 του ιδίου συγγράμματος International Commercial Disputes, εξηγούνται οι περιπτώσεις σύμφωνα με τις οποίες μπορεί να γίνει επίκληση του Άρθρου 34, ως ακολούθως: «the public policy defence ought to operate only in exceptional cases. Furthermore, Article 35
(3)expressly provides that public policy cannot be used as a basis for refusing to recognize a judgment in a situation where the court of origin misapplied the jurisdiction rules contained in Chapter II. The Court of Justice has confirmed that the public policy defence must be narrowly construed. In Krombach v Bamberski case C-7/98
(2000)ECR1-1935 the Court of Justice considered that recourse to the public policy defence can be envisaged only when recognition or enforcement of the foreign judgment would be at variance to an unacceptable degree with the legal order of the state in which enforcement is sought inasmuch as it infringes a fundamental principle. Στην υπόθεση Rέgie Nationale des Usines Renault SA v Maxicar SpA Case C-38/98 ECR I-2973, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ανάφερε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του Δημόσιου συμφέροντος απλώς επειδή ο κανόνας δικαίου στον οποίο βασίστηκε το Δικαστήριο ήταν διαφορετικός από τους κανόνες δικαίου που θα εφαρμόζονταν εάν δικάζονταν η υπόθεση στη χώρα στην οποία επιζητείται η αναγνώριση. Είναι ορθό αυτό που υποδεικνύει ο κ. Καριτζής ότι το άρθρο αυτό πρέπει να ερμηνεύεται συσταλτικά καθόσον αποτελεί εμπόδιο στην επίτευξη ενός από τους θεμελιώδεις στόχους του Κανονισμού. Στην υπόθεση Μελέτιος Αποστολίδης κατά David Charles Orams, Linda Elizabeth Orams, C-420/07 στην οποία και οι δυο πλευρές με παρέπεμψαν, αναφέρθηκε ότι τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένουν ελεύθερα να καθορίσουν, δυνάμει της επιφυλάξεως που διατυπώνεται στο άρθρο 34, σημείο 1 του Κανονισμού 44/2001, σύμφωνα με τις εθνικές τους αντιλήψεις, τις απαιτήσεις της δημόσιας τάξεως, τα όρια της οποίας εμπίπτουν στην ερμηνεία του ως άνω Κανονισμού. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα ότι: «η εφαρμογή της ρήτρας της δημόσιας τάξεως, η οποία διατυπώνεται στο Άρθρο 34, σημείο 1 του Κανονισμού 44/2001, είναι δυνατή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως που εκδόθηκε σε άλλο κράτος μέλος θα προσέκρουε κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως, καθόσον θα παραβίαζε θεμελιώδη αρχή. Προκειμένου να τηρηθεί η απαγόρευση της επί της ουσίας αναθεωρήσεως της αλλοδαπής αποφάσεως, η προσβολή θα έπρεπε να συνιστά κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου θεωρουμένου ως ουσιώδους στην έννομη τάξη του κράτους αναγνωρίσεως ή δικαιώματος αναγνωρισμένου ως θεμελιώδους στην εν λόγω έννομη τάξη... η ρήτρα της δημόσιας τάξεως έχει εφαρμογή σε τέτοιες περιπτώσεις μόνον εφόσον το εν λόγω νομικό σφάλμα έχει ως συνέπεια ότι η αναγνώριση ή η εκτέλεση της αποφάσεως στο κράτος αναγνωρίσεως θεωρείται ως κατάφωρη παραβίαση κανόνα δικαίου ουσιώδους για την έννομη τάξη του εν λόγω κράτους μέλους». Χρήσιμη ερμηνεία δίδεται και στην απόφαση που με παρέπεμψαν οι ευπαιδευτοι συνήγοροι των Καθ' ων η Αίτηση στην εμπεριστατωμένη αγόρευση τους και συγκεκριμένα στην Ολλανδική απόφαση Hupperichs v. Dothu
(1990)1 LPr 180 (Supreme Court of Netherlands). «in order to be contrary to public policy, a judgment must violate principles of justice and reason which are considered fundamental to the forum's legal system in such a manner that recognition or enforcement of the judgment cannot be justified and that, where a foreign judgment conflicts with the law of the forum, a refusal of its recognition or enforcement is justified only if the conflict is intolerable. A judgment is not contrary to public policy simply because the court of origin awarded damages on a different basis from that applied by the court addressed or because the court of origin upheld contract which the court addressed would regard as having been procured by undue influence or because the court of origin declared invalid an arbitration agreement which was regarded as valid by the court addressed. As a general rule, one would expect an objection founded on public policy to be more likely to fail than to succeed». Είναι γνωστή αρχή επίσης ότι τα Δικαστήριο δεν καταφεύγουν στην αρχή αυτή παρά μόνο φειδωλά και σε ξεκάθαρες υποθέσεις. Στην Fender v. Mildway
(1937)3 All E.R. 402 sel. 455 λέχθηκε: "Τhe doctrine of public policy should be involved only in clear cases, in which the harm to the public is substantially incontestable and does not depend upon the idiosyncratic interferences of a few judicial minds." Στην Κυπριακή υπόθεση Beogradska Banka D.D v. Westacre Investments In
(2008)1 Α.Α.Δ 1217, το Ανώτατο Δικαστήριο ερμήνευσε τον όρο «δημόσια τάξη» στα πλαίσια αναγνώρισης και εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης με βάση τον Κανονισμό, ως εξής: «Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην καθοδηγητική απόφαση στην Υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft A.J.
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 585 στην οποία επεξηγήθηκε η έννοια και εμβέλεια του όρου «δημόσια τάξη» που συναντάται στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν 101/87) και συγκεκριμένα στο άρθρο 34
(2)(β) (ιι), το οποίο είναι σχεδόν πανομοιότυπο με το άρθρο V
(2)(β) της Διεθνούς Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων που κυρώθηκε από τον Κυρωτικό Νόμο του 1979 (Ν 84/79). Ο όρος «δημόσια τάξη», σύμφωνα με την απόφαση Γενικός Εισαγγελέας (ανωτέρω), περιλαμβάνει τις θεμελιακές αξίες που μια κοινωνία, σε δεδομένη χρονική περίοδο, αναγνωρίζει ότι διέπουν τις συναλλαγές και τις άλλες εκφάνσεις της ζωής των μελών της, με τις οποίες είναι διαποτισμένη η καθιερωμένη έννομη τάξη.» Τι συνιστά «δημόσια πολιτική» εξετάστηκε επίσης στην υπόθεση Μαρία Συρίμη ν. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Πακγυπριακή Λίμιτεδ, Π.Ε. 315/2007, όπου σημειώθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τις αρχές της δημόσιας πολιτικής, ένας πολίτης δεν μπορεί να ενεργήσει με τρόπο που τείνει να είναι βλαβερός στο κοινό καλό ή το δημόσιο δίκαιο (βλ. Glamour Development v. Christodoulou Ltd.
(1984)1 CLR 444). Όπως περαιτέρω εξηγείται στη Σολωμού ν. Vineyard View Tourist Enterprises Ltd, ανωτέρω, η δημόσια πολιτική σχετίζεται με πολιτικούς, οικονομικούς ή κοινωνικούς λόγους ένστασης». Από το σύγγραμμα του Stair Memorial Encyclopedia 'DILIGENCE AND ENFORCEMENT OF JUDGMENTS' (VOLUME 8) στη σελ 441 πηγάζει το ακόλουθο απόσπασμα: «A judgment is not to be enforced where such enforcement would be contrary to the public policy in the contracting state in which enforcement is sought.1 What is prohibited by public policy is the enforcement of the judgment in the state of enforcement, not the substance of the judgment itself.whatever the scope of public policy in this context, it cannot be used as a basis for reviewing the jurisdiction of the court of origin of the judgment, even in those limited cases where review of jurisdiction is permissible. Resort to this ground for refusal to enforce a judgment will be allowed only in exceptional cases. It has been suggested that public policy does not allow refusal to enforce a judgment on grounds of procedural irregularity or breach of natural justice; nor does public policy allow refusal to enforce a judgment merely because the court of origin did not apply the rules of international private law of the legal system of the court of enforcement.» Στο σύγγραμμα European Civil Practice, Tomson, Έκδ.2η, Sweet Maxwell, γίνεται εκτενής αναφορά παραδειγμάτων που τα εθνικά δικαστήρια αποφάσισαν μη αποδεχόμενα ενστάσεις βασιζόμενες στη δημόσια τάξη. Αναφέρονται λοιπόν τα εξής στη σελ. 887 και 880: "The following are examples of cases where national courts have dismissed objections of public police and recognized judgments given in other Brussels-Lugano states. It has been held not to be contrary to German public policy to enforce an Italian judgment where the Italian court has overruled a limitation of liability clause, nor where the Italian court has held an arbitration clause to be invalid; and German public policy did not prevent the enforcement of a judgment which awarded the claimant more damages than he would have obtained from a German court. It was not contrary to Italian or German public policy to enforce a French judgment ordering an interim payment of damages, even (in the German case) where the interim judgment was not yet "final" (in the sense that it could still be altered on appeal). French public policy was not held to be a sufficient reason for overriding a jurisdiction clause, despite its being contrary to provision of French procedural law which themselves were based on public policy." Αντιθέτως κρίθηκαν αποδεκτές ενστάσεις επί του άρθρου 34
(2)τα ακόλουθα (σελ.890): "Where enforcement in Germany against a shipowner of an Italian judgment given against the shipowner's agent was held to be contrary to German public policy, where French public policy was infringed by a Belgian judgment not stating the grounds on which it was given (in the absence of any documents enabling the court to satisfy itself that the requirements as to public policy had not been infringed); where Italian public policy was held to have been infringed by a French decision requiring an Italian party to fulfill a distributorship agreement which has not been authorized under Italian exchange control requirements; where service of Belgian proceedings for the purposes of a default judgment was deemed to occur on the date of service by the Belgian bailiff even on defendants domiciled abroad such that default judgment was entered before the defendant was actually served and thereby breached the fundamental principle of the right to a hearing. English courts have declined to enforce judgments obtained in apparent breach of arbitration agreements and declined to recognize a Dutch judgment which resulted from proceedings for medical negligence which had been stayed for 12 years and where the defendant, apparently in conformity with Dutch procedural rules, was not informed that the proceedings where being reactivated. Clearly, such examples must now be read subject to the European Court decisions in Krombach and Renault.
(2002)1 L.Pr.4." Παρατηρείται λοιπόν από τις πιο πάνω αποφάσεις ότι για να πετύχει ένσταση επί της δημοσίας τάξης πρέπει κυρίως να αγγίζει θέμα ευρύτερο και γενικής σπουδαιότητας για την έννομη τάξη και όχι την εκδοχή των διαδίκων για τα γεγονότα, έστω και αν επικαλούνται δόλο. Βέβαια, ο δόλος δεν αποκλείεται να αποτελεί έρεισμα για ένσταση που αφορά την δημοσία τάξη. Αλλά σίγουρα δεν μπορεί να περιορίζεται στην αντίληψη των Αιτητών για το τι είναι το νομικά ορθό σε πολύπλοκη συναλλαγή που αφορά κυρίως άλλους διαδίκους, όπως εν προκειμένω. Είναι θεμελιακά αρνητικό ότι στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπήρχε ή δεν υπάρχει πρόθεση να τεθεί το θέμα στα αγγλικά Δικαστήρια. Στο ίδιο σύγγραμμα European Civil Practice στη σελ. 891 το θέμα συσχετισμού του δόλου με τέτοιες ενστάσεις, αναλύεται με μεγάλη καθαρότητα: "In principle, fraud can constitute a reason for refusing recognition of a foreign judgment on the ground of public policy, but refusal of recognition will not be automatic, because means of redress are available in most Brussels-Lugano states - even after the expiry of the normal time for appeal -against a judgment obtained by fraud. The Schlosser Report says: "A court in the State addressed must always, therefore, ask itself whether a breach of its public policy still exists in view of the fact that proceedings for redress can be, or could have been, lodged in the courts of the State of origin against the judgment allegedly obtained by fraud." In such a case, it has been suggested,16 the court which is seised of the issue of recognition should stay its proceedings and encourage the party com­plaining of fraud to take the point in the state of origin, although it is far from clear that there is jurisdiction to grant such a stay where the appeal in the country of origin is not an ordinary appeal.17 Only if no other means of redress against the fraud are available, should public policy be invoked. Similarly, if the allegation of fraud was, or could have been, made in the original proceedings, it may not be used as a ground to refuse recognition in the other Brussels-Lugano states.18 If it was in fact made, and overruled, in the original proceedings, Art.36 will prevent a review of that decision." Στη βάση των πιο πάνω λοιπόν καταλήγω στα ακόλουθα: Σίγουρα εν προκειμένω δεν έχουμε ούτε στο ελάχιστον διασάλευση της δημόσιας τάξης. Τίποτε απ' όσα οι Αιτητές προτείνουν δεν μπορούν καν να ενταχθούν στην κατ' αρχήν έννοια της προσβολής της δημόσιας τάξης. Εκείνο που έχω αντιληφθεί από τους μακροσκελείς ισχυρισμούς τους είναι μια εκδοχή - νομική και πραγματική επί γεγονότων που περιλαμβάνουν κυρίως άλλα πρόσωπα - εκτός των Καθ' ων η Αίτηση - καθώς και συμφωνίες που κατ' αρχήν μπορεί να έχουν μια σχετικότητα με την πρωτογενή αξίωση των Καθ' ων η Αίτηση στο Αγγλικό Δικαστήριο, αλλά δεν σημαίνουν τίποτε πια αφού ακριβώς οι θέσεις των Καθ' ων η Αίτηση επί της αξίωσης τους έχουν μετασχηματοποιηθεί σε μια δικαστική απόφαση. Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι δεν επιδιώκουν να ανατρέψουν την ουσία της απόφασης. Ωστόσο μ' όλο το σεβασμό, παρά την σχηματική περί του αντιθέτου τοποθέτηση τους, στην πραγματικότητα αυτό πράττουν, επιδιώκοντας την εκ βάθρων «αναθεώρηση» της απόφασης του Δικαστηρίου με τρόπο πολύπλοκο συσχετίζοντας την μ' άλλες εκκρεμείς διαδικασίες και άλλα πρόσωπα ενώ την ίδια την απόφαση στην διαδικασία που αφορά η απαίτηση, άφησαν ανέγγιχτη και ισχυρή. Το άρθρο 36 σαφώς και με απόλυτο τρόπο αποκλείει την επί της ουσίας αναθεώρηση της αλλοδαπής απόφασης. Θεωρώ λοιπόν ότι η οποιαδήποτε προσπάθεια του Δικαστηρίου να εμπλακεί στους ισχυρισμούς «ουσίας» της υπόθεσης έρχεται σε κατά μέτωπο αντίθεση με τις ίδιες τις αρχές ενιαίας έννομης τάξης - κατά το δυνατό - της Ευρωπαϊκής Ένωσης και των μελών της όπως απορρέει από το πνεύμα και το γράμμα του Κανονισμού. Τούτο προκύπτει εμμέσως αλλά σαφώς από την υπόθεση Van Dabjsen v. Van Loon
(1991)ECR 1-4743 σελ. 33. Ο κ. Αραούζος μου υπέδειξε την σπουδαιότητα των αντιφατικών ισχυρισμών των Καθ' ων η Αίτηση στο Αγγλικό Δικαστήριο και στη διαδικασία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τονίζοντας την σημασία της αίτησης παρέμβασης (Τεκμ.α) στην οποία προέβησαν οι Καθ' ων η Αίτηση. Ο κ. Καριτζής αντέτεινε ότι δεν υπήρξε διαφοροποίηση ισχυρισμού ουσίας και υπέδειξε τα πρακτικά της διαδικασίας που κρατήθηκαν στο αγγλικό δικαστήριο, βάσει των οποίων τελικά εξεδόθη απόφαση (βλ. Τεκμ.β). Ειδικά εισηγήθηκε ότι το ουσιαστικό σημείο προς κρίση στην Αγγλία δεν περιλάμβανε τις σημερινές θέσεις των Αιτητών, όπως έχουν αποκρυσταλλωθεί σήμερα. Κρίθηκε πάντως η ανεξάρτητη υποχρέωση των Αιτητών να πληρώσουν τους Καθ' ων η Αίτηση. Στην Κυπριακή υπόθεση Ironhold Estates Ltd v. Travelworld Vaction Ltd,
(2010)1 Α.Α.Δ. 452 το θέμα τίθεται στην σωστή του διάσταση από τον Χατζηχαμπή Δ (και νυν Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου). Αφού γίνεται αναφορά στα σχετικά άρθρα 33 κ.επ. του Κανονισμού, καταλήγει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι ορθά το Πρωτόδικο Δικαστήριο αντελήφθη ότι δεν χωρούσε καν δυνατότητα έρευνας ως προς την ορθότητα των προσεγγίσεων του Αγγλικού Δικαστηρίου (που αφορούσε μάλιστα την δικαιοδοσία), τονίζοντας ότι η γραμμή αμύνης της εφεσείουσας (να αντιταχθεί στην αλλοδαπή απόφαση) ήταν να προσφύγει στο αγγλικό Δικαστήριο, το χρόνο που έπρεπε. Δεν είναι - κρίνω - το έργο του παρόντος Δικαστηρίου να επαναθεωρήσει την απόφαση του αγγλικού Δικαστηρίου διότι στην πραγματικότητα αυτό είναι που ζητείται, χωρίς οι Αιτητές να προσφύγουν έναντι της ισχύος της απόφασης στην αγγλική έννομη τάξη. Συνακόλουθα των πιο πάνω η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για παραμερισμό διατάγματος εγγραφής αλλοδαπής απόφασης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.