← Κύπρος

Central Energy AG ν. F&M BUNKERING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2138/12, 8/10/2013

Central Energy AG ν. F&M BUNKERING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2138/12, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A290 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2138/12 Μεταξύ: Central Energy AG, εκ Ελβετίας Ενάγουσας - και -

  1. F&M BUNKERING LIMITED, εκ Λεμεσού
  2. DMITRO MALAMEN, εκ Λεμεσού Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 30.10.2012 8.10.2013 Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Χρ. Γαλανός για Μιχαλάκης Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ, κα Μ. Χ"Σωτηρίου και κ. Χρ. Αντρέου για ν΄ ακούσουν απόφαση Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Χ. Παπαχριστοδούλου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ, κα Μ. Γιατρού για ν΄ ακούσει απόφαση Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αγωγή καταχωρίστηκε με κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο την 16.5.
  3. Η Εναγόμενη 1 καταχώρισε εμφάνιση στις 6.6.2012 και ο Εναγόμενος 2 στις 8.6.
  4. Την 2.10.2012 καταχωρίστηκε η Έκθεση Απαίτησης. Σύμφωνα με την αξίωση, η Ενάγουσα, εταιρεία από την Ελβετία, συνήψε Συμφωνία Κοινοπραξίας με την Εναγόμενη 1, κυπριακή εταιρεία, με σκοπό τη χρηματοδότηση συγκεκριμένης εμπορικής δραστηριότητας. Υπογράφηκε επίσης Συμφωνία Επιβάρυνσης μεταξύ αφενός της Ενάγουσας και αφετέρου της Εναγόμενης 1 και δύο άλλων εταιρειών από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους στις οποίες η Εναγόμενη 1 είχε συμφέροντα. Η Συμφωνία Επιβάρυνσης συνομολογήθηκε με σκοπό την διασφάλιση των συμφερόντων της Ενάγουσας και ως εγγύηση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1 κάτω από τη Συμφωνία Κοινοπραξίας. Στον Εναγόμενο 2, που εκπροσωπούσε την Εναγόμενη 1, καταλογίζεται πως προέβηκε σε παραστάσεις και διαβεβαιώσεις με σκοπό την εξώθηση και προτροπή της Ενάγουσας να συνάψει τη Συμφωνία Κοινοπραξίας (παράγρ.10). Αποδίδεται ακόμη στην Εναγόμενη 1 και τους αντιπροσώπους της πως προέβησαν σε ψευδείς παραστάσεις, ενεργό απόκρυψη γεγονότων, υποσχέσεις χωρίς πρόθεση εκπλήρωσης και πράξεις ή παραλείψεις προς εξαπάτηση της Ενάγουσας και εξώθησης της να συνάψει τη Συμφωνία Κοινοπραξίας. Ακόμα πως μεταξύ τους οι Εναγόμενοι συνωμότησαν για να καταδολιεύσουν την Ενάγουσα. Παρατίθενται Λεπτομέρειες Απάτης και/ή Δόλου και/ή Καταδολίευσης (παράγρ.20). Είναι η θέση της Ενάγουσας πως ενεργώντας στη βάση ότι οι παραστάσεις που εμπεριέχονται στις συμφωνίες και αυτές που προηγήθηκαν της σύναψής τους ήταν αληθείς, εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της σύμφωνα με τη Συμφωνία Κοινοπραξίας και χρηματοδότησε την Εναγόμενη 1 με το συνολικό ποσό των 4.755.545,84 δολ. Αμερ.. Η Εναγόμενη 1 αποπλήρωσε μόνο 2.234.846 δολ. Αμερ. με αποτέλεσμα να οφείλει 2.520.699,84 δολ. Αμερ. πλέον τόκους. Με την υπό κρίση Αίτηση οι Εναγόμενοι εξαιτούνται: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να παραπέμπει την επίδικη διαφορά σε διαιτησία ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA). Β. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή και/ή τον παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος, ή το οποίο να διατάσσει την αναστολή της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου: · λόγω της ύπαρξης συμφωνίας των μερών για την παραπομπή της επίδικης διαφοράς τους σε διαιτησία και/ή · λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή · λόγω ακαταλληλότητας και/ή μη βολικότητας (forum non est conveniens) του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπόθεση και/ή · προς αποφυγή επιβολής περιορισμού στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να αναγνωρίζει την αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA) για την επίλυση των επίδικων διαφορών. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Χαράλαμπου Μιχαήλ Λιβέρα, διευθυντή της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 30.10.2012 και συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου προσώπου ημερομηνίας 26.11.
  5. Εδράζεται στο γεγονός της ύπαρξης σχετικών ρήτρων στις συμφωνίες. Η Συμφωνία Κοινοπραξίας προνοεί ότι (σε μετάφραση): «
  6. Δίκαιο που διέπει τη Συμφωνία Οποιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει από ή σε σχέση με την παρούσα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου ζητήματος αναφορικά με την ύπαρξη, εγκυρότητα ή τον τερματισμό αυτής, θα παραπέμπεται σε και θα επιλύεται τελεσίδικα με διαιτησία υπό των Κανόνων του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA), οι οποίοι Κανόνες θεωρούνται ότι ενσωματώνονται με αναφορά στην παρούσα ρήτρα. Ο αριθμός των διαιτητών θα είναι ένας. Η έδρα, ή νομικός τόπος, της διαιτησίας θα είναι το Λονδίνο. Η γλώσσα που θα χρησιμοποιείται στη διαιτητική διαδικασία θα είναι τα Αγγλικά. Η σύμβαση θα διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο.» Η Συμφωνία Επιβάρυνσης προνοεί ότι (σε μετάφραση): «4.5 Αυτή η Συμφωνία θα διέπεται από και θα ερμηνεύεται σύμφωνα με το Αγγλικό δίκαιο και οι χρεώστες υπόκεινται στην μη αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών δικαστηρίων σε σχέση με οποιαδήποτε διαφορά ήθελε προκύψει αναφορικά με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας.» Η Ενάγουσα καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης την 26.2.2013 που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Phillip Mallony και ένορκη δήλωση της Marie - Claire Fleury, αμφότερες ημερομηνίας 20.2.
  7. Αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση πως η Εναγόμενη 1 καταχώρισε περί τις 14.6.2012 Αίτηση στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου αξιώνοντας, μεταξύ άλλων, διάταγμα το οποίο να αναγνωρίζει την αποκλειστική δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιλύσει τις διαφορές μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα εμφανίστηκε ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου και με τη συμμετοχή της, αναφέρεται, έχει συναινέσει στη διαδικασία του Διαιτητικού Δικαστηρίου τουλάχιστον όσον αφορά τη δικαιοδοσία του να αποφασίσει επί της δικαιοδοσίας του. Καταγράφεται στο πρακτικό ημερομηνίας 4.7.2013 στην υπό κρίση Αίτηση ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο του Λονδίνου έχει αποφασίσει ότι έχει αποκλειστική δικαιοδοσία όσον αφορά τα ζητήματα τα οποία ανακύπτουν ή σχετίζονται (arising out of or in connection with) με τη Συμφωνία Κοινοπραξίας. Αντιλαμβάνομαι ότι πρόκειται για την απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 29.10.2012 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Marie - Claire Fleury. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε ότι:
  8. Στη βάση της συμφωνίας των μερών [της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας], το Διαιτητικό Δικαστήριο διακηρύσσει ότι έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να ακούσει διαφορές που ανακύπτουν από ή συνδέονται με την Συμφωνία Κοινοπραξίας. .................................
  9. Το Διαιτητικό Δικαστήριο διακηρύττει ότι οι διαδικασίες που ηγέρθηκαν εναντίον [της Εναγόμενης 1] στην Κύπρο, στην έκταση που σχετίζονται με ζητήματα «που εγείρονται από ή σε σχέση με τη Συμφωνία Κοινοπραξίας περιλαμβανομένου οιουδήποτε ερωτήματος αναφορικά με την ύπαρξη, την εγκυρότητα ή τον τερματισμό της» εγείρονται κατά παράβαση του άρθρου 12 της Συμφωνίας Κοινοπραξίας.
  10. Η δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν επεκτείνεται σε διαφορές μεταξύ [της Ενάγουσας] και [του Εναγόμενου 2], ούτε στη Συμφωνία Επιβάρυνσης από μόνη της (αμφότερα όμως τα ζητήματα μπορεί να ληφθούν υπόψη ως σχετικά γεγονότα ή στοιχεία στην παρούσα διαδικασία).
  11. Το Διαιτητικό Δικαστήριο αποκλίνει, προς το παρόν, να διατάξει - τελεσίδικα ή ενδιάμεσα - την Ενάγουσα να αποσύρει τη δικαστική διαδικασία στην Κύπρο. Δηλώθηκε από το δικηγόρο της Ενάγουσας ότι: «η Ενάγουσα δεν προτίθεται να προωθήσει οποιαδήποτε περαιτέρω αξίωση στα πλαίσια της παρούσας αγωγής καθ΄ όσον αφορά τα ζητήματα αυτά και νοουμένου ότι η Εναγόμενη 1 θα συγκατατεθεί στη διαδικασία διαιτησίας και η διαδικασία της διαιτησίας θα διεκπεραιωθεί κανονικά». Προκύπτει από τις αγορεύσεις των δικηγόρων αμφοτέρων των μερών (σελ. 5, παράγρ. 2 της αγόρευσης των δικηγόρων των Εναγομένων και σελ. 2, παράγρ. 5 της αγόρευσης των δικηγόρων της Ενάγουσας) πως εκλαμβάνουν ότι δεν υφίσταται πλέον αξίωση εδραζόμενη στη Συμφωνία Κοινοπραξίας, με τους Εναγόμενους να εισηγούνται πως το ζήτημα της δικαιοδοσίας θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση της υπόθεσης της Ενάγουσας όπως αυτή καταχωρίστηκε. Η προαναφερθείσα δήλωση του δικηγόρου της Ενάγουσας είχε απλά καταγραφεί χωρίς να ζητηθεί να ενεργήσει επ΄ αυτής το Δικαστήριο. Δεν ζητήθηκε άδεια για απόσυρση μέρους της αξίωσης. Απλά δηλώθηκε ότι η Ενάγουσα δεν προτίθεται να προωθήσει ζητήματα τα οποία ανακύπτουν ή σχετίζονται με τη Συμφωνία Κοινοπραξίας και τούτο υπό προϋποθέσεις, όπως δηλώθηκε: «. και νοουμένου [δική μου έμφαση] ότι η Εναγόμενη 1 θα συγκατατεθεί στη διαδικασία διαιτησίας και η διαδικασία της διαιτησίας θα διεκπεραιωθεί κανονικά.» Το σύνολο των αξιώσεων της Ενάγουσας παραμένει επίδικο ζήτημα στην αγωγή, αναγνωρίζει ωστόσο η Ενάγουσα πως η όποια αξίωση της που ανακύπτει ή σχετίζεται με την Συμφωνία Κοινοπραξίας δεν μπορεί να εκδικαστεί από το Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, αναφέρουν οι δικηγόροι των Εναγομένων πως δεν είναι δυνατό να διαχωριστούν οι αξιώσεις της Ενάγουσας μεταξύ αυτών που βασίζονται στη Συμφωνία Κοινοπραξίας και σε αυτές που βασίζονται στη Συμφωνία Επιβάρυνσης. Η Συμφωνία Επιβάρυνσης, σημειώνουν, αποτελεί μορφή εγγύησης για τα οφειλόμενα ποσά, τα οποία προβλεπόταν να προκύψουν δυνάμει της Συμφωνίας Κοινοπραξίας. Εάν τέτοιος διαχωρισμός είναι, λόγω των περιστάσεων της υπόθεσης, πραγματικά ανέφικτος είναι ένα ζήτημα, που δεν μπορεί να επιλυθεί στο στάδιο τούτο, όμως δεν βρίσκω πως η όποια διαφορά που προκύπτει από τη Συμφωνία Επιβάρυνσης μπορεί να υπαχθεί προς επίλυση σε διαιτησία από τη στιγμή που τα μέρη δεν συμφώνησαν κάτι τέτοιο, αντίθετα, ρητά προνόησαν για κάτι το διαφορετικό. Συνεπώς, σε αυτή την έκταση, η αξίωση δεν παραβιάζει τη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία που περιέχεται στη Συμφωνία Κοινοπραξίας. Παραμένει το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας και της ακαταλληλότητας ή και μη βολικότητας (forum non est conveniens) του Δικαστηρίου. Ο Εναγόμενος 2 δεν έχει συμβατική σχέση με την Ενάγουσα, και ίσως ότι του αποδίδεται πως έπραξε, να το έπραξε ενεργώντας ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης
  12. Υφίσταται, ωστόσο, εναντίον του αξίωση προσωπικά. Η πτυχή της αξίωσης που τον αφορά δεν υπόκειται σε οποιαδήποτε συμφωνία ως προς τον τρόπο επίλυσης της και η καταχώριση της παρούσας αγωγής εναντίον του δεν θα μπορούσε να παραβιάζει τη συμφωνία για παραπομπή σε διαιτησία στην οποία δεν ήταν μέρος. Υπάρχουν κανόνες που καθορίζουν ποιάς ή ποιων χωρών τα Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν κάποια διαφορά. Οι περιστάσεις της κάθε υπόθεσης εφαρμόζονται στα κριτήρια που οδηγούν στο ότι τα Δικαστήρια μιας ή περισσοτέρων χωρών έχουν δικαιοδοσία. Ο διάδικος υπόκειται στη δικαιοδοσία αυτή χωρίς το ζήτημα να αφορά δική του επιλογή. Δεν μπορεί η διαφορά κάποιου να επιλυθεί εκτός του μηχανισμού των Δικαστηρίων από Διαιτητή εκτός και αν έχει συμφωνήσει ή συμφωνεί προς τούτο. Δεν μπορεί να του στερηθεί το δικαίωμα να προσφύγει σε αρμόδιο Δικαστήριο εκτός και αν με συμφωνία έχει αποποιηθεί το δικαίωμα αποδεχόμενος τη Διαιτησία. Το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να εκδικάσει την εναντίον του Εναγόμενου 2 αξίωση μόνο αν δεν έχει δικαιοδοσία να την εκδικάσει ή κριθεί η δικαιοδοσία του ακατάλληλη ή και μη βολική (forum non est conveniens) σε σχέση με άλλη δικαιοδοσία. Η δικαιοδοσία των κρατικών Δικαστηρίων των Κρατών Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, όπως η παρούσα παρουσιάζεται να είναι, στις οποίες ο Εναγόμενος έχει την κατοικία του (domicile) σε κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διέπεται από τον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου της 22ας Δεκεμβρίου 2000 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις. Σημειώνεται στην Ironhold Estated Ltd v. Travelworld Vacation Ltd

(2010)1(A) A.A.Δ. 452, 458-9 πως από την ημερομηνία της ένταξης της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση ο Κανονισμός εφαρμόζεται στην Κύπρο και υπερισχύει κάθε αντίθετης νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης του Κυπριακού Δικαίου. Το άρθρο 2
(1)του Κανονισμού 44/2001 προνοεί ότι: « Με την επιφύλαξη των διατάξεων του παρόντος κανονισμού, τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους ενάγονται ενώπιον των δικαστηρίων αυτού του κράτους μέλους, .» Το άρθρο 3
(1)του Κανονισμού προνοεί ότι: «Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους στο έδαφος κράτους μέλους μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.» Το άρθρο 23
(1)του Κανονισμού προνοεί ότι: «Αν τα μέρη, από τα οποία ένα τουλάχιστον έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους, συμφώνησαν ότι ένα δικαστήριο ή τα δικαστήρια κράτους μέλους θα δικάζουν τις διαφορές που έχουν προκύψει ή που θα προκύψουν από τη συγκεκριμένη έννομη σχέση, το δικαστήριο αυτό ή τα δικαστήρια του κράτους αυτού έχουν διεθνή δικαιοδοσία. Αυτή η δικαιοδοσία είναι αποκλειστική εκτός αν τα μέρη συμφώνησαν άλλως. .» Πρόνοιες για μη αποκλειστική δικαιοδοσία προνοούν ρητά ότι η διαφορά μπορεί να ακουστεί στα Δικαστήρια συγκεκριμένης χώρας, χωρίς όμως τούτο να επηρεάζει το δικαίωμα της μιας ή της άλλης πλευράς να ζητήσει επίλυση της διαφοράς από τα Δικαστήρια οιασδήποτε άλλης χώρας που έχουν δικαιοδοσία. Τέτοιες πρόνοιες επιτυγχάνουν βεβαιότητα στην έκταση που καθιστούν ασφαλές ότι η διαφορά μπορεί να ακουστεί στα Δικαστήρια της συγκεκριμένης χώρας. Η επιλογή τέτοιας πρόνοιας επιτρέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 23 του Κανονισμού 44/2001. Η πρόνοια στη Συμφωνία Επιβάρυνσης για μη αποκλειστική δικαιοδοσία των Αγγλικών Δικαστηρίων καθιστά διαθέσιμη την εν λόγω δικαιοδοσία ή εάν ήταν ήδη διαθέσιμη επιβεβαιώνει τούτο. Δεν επηρεάζει όμως τη δικαιοδοσία άλλων Δικαστηρίων και των κυπριακών Δικαστηρίων αν αυτά έχουν δικαιοδοσία σύμφωνα με τους συνήθεις κανόνες δικαιοδοσίας. Εφόσον αποκαλύπτεται με την αγωγή ότι οι Εναγόμενοι διαμένουν στην Κύπρο δεν υπάρχει περιθώριο συζήτησης έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι η Εναγόμενη 1 δεσμεύεται από τη ρήτρα μη αποκλειστικής δικαιοδοσίας των Αγγλικών Δικαστηρίων και συνεπώς οιαδήποτε απαίτηση εναντίον της στη βάση της Συμφωνίας Επιβάρυνσης θα μπορούσε να αχθεί ενώπιον των Αγγλικών Δικαστηρίων, δεν θα δημιουργούσε δικαιοδοσία στα Αγγλικά Δικαστήρια να εκδικάσουν την αξίωση εναντίον του Εναγόμενου 2 στη βάση του άρθρου 6
(1)του Κανονισμού που προνοεί ότι: «αν υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου της κατοικίας ενός εξ αυτών, εφόσον υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικασθούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από την χωριστή εκδίκασή τους.» Αναφέρεται στο σύγγραμμα Briggs & Rees "Civil Jurisdiction and Judgments" 4η έκδ. 2005, σελ. 204-205, ότι το άρθρο 6
(1)δεν επιτρέπει τη συνένωση συνεναγομένων σε διαδικασίες στα Δικαστήρια κράτους μέλους όπου κανένας από τους εναγόμενους κατοικεί. Εάν το Δικαστήριο έχει μόνο παρέκταση διεθνούς δικαιοδοσίας (prorogated jurisdiction) κάτω από το άρθρο 23 για τον ένα εναγόμενο, ο άλλος εναγόμενος δεν υπόκειται σε συνένωση στις διαδικασίες του συγκεκριμένου Δικαστηρίου εκτός και αν ο ίδιος κατοικεί στη χώρα ή υπόκειται στη δικαιοδοσία της για άλλους λόγους. Παραμένει συνεπώς το ζήτημα της ακαταλληλότητας ή και μη βολικότητας της εκδίκασης στην Κύπρο (forum non est conveniens). Οι δικηγόροι της Ενάγουσας εισηγήθηκαν με παραπομπή στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην Andrew Owusu v. N.B. Jackson, trading as "Villa Holidays Bal-Inn Villas" and Others Case C-281/02 ότι δεν μπορεί να εξετάζεται ζήτημα forum non est conveniens εφόσον το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με τον Κανονισμό 44/
  1. Αναφέρεται στην απόφαση ότι: «Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών απαγορεύει σε δικαστήριο συμβαλλομένου κράτους να αποποιηθεί τη διεθνή δικαιοδοσία την οποία αντλεί από το άρθρο 2 της εν λόγω συμβάσεως με το σκεπτικό ότι δικαστήριο μη συμβαλλομένου κράτους είναι καταλληλότερο για την εκδίκαση της περί ης πρόκειται διαφοράς, ακόμη και αν δεν τίθεται ζήτημα διεθνούς δικαιοδοσίας δικαστηρίου άλλου συμβαλλομένου κράτους ή η ως άνω διαφορά δεν έχει κανένα άλλο συνδετικό στοιχείο με άλλο συμβαλλόμενο κράτος.» Η απόφαση αναφέρεται σε Δικαστήριο μη συμβαλλόμενου κράτους, ενώ στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης ότι θα μπορούσε να εξεταστεί θα ήταν η καταλληλότητα και βολικότητα των αγγλικών Δικαστηρίων. Στην περίπτωση της απαίτησης εναντίον της Εναγόμενης 1 στη βάση της Συμφωνίας Επιβάρυνσης, εφόσον τόσο τα κυπριακά Δικαστήρια όσο και τα αγγλικά έχουν δικαιοδοσία θα μπορούσε να εξεταστεί ζήτημα καταλληλότητας και βολικότητας μεταξύ των δύο. Όμως τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται με την Αίτηση με την οποία ζητείται η παραπομπή σε διαιτησία ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου και όχι ενώπιον των αγγλικών Δικαστηρίων. Θέμα καταλληλότητας ή και βολικότητας μπορεί να εξεταστεί μόνο μεταξύ Δικαστηρίων που έχουν δικαιοδοσία. Δεν μπορεί να διαταχθεί εκδίκαση σε Δικαστήριο που δεν έχει αρμοδιότητα, απλά γιατί είναι βολικό. Η απαίτηση εναντίον του Εναγόμενου 2 μπορούσε να καταχωριστεί ενώπιον των αγγλικών Δικαστηρίων μόνο σύμφωνα με τους Κανόνες που περιλαμβάνονται στα άρθρα 5 - 24 του Κανονισμού 44/
  2. Δεν έχει υποδειχθεί πως η περίπτωση εμπίπτει σε οιοδήποτε άρθρο και εξάλλου δεν ζητήθηκε με την Αίτηση ούτε υποστηρίχτηκε πως είναι κατάλληλο ή βολικό η αξίωση εναντίον του Εναγόμενου 2 να εκδικαστεί από άλλο Δικαστήριο. Ως εκ των ανωτέρω, στην έκταση που η αξίωση εναντίον της Εναγόμενης 1 εδράζεται στη Συμφωνία Κοινοπραξίας, αυτή παραπέμπεται σε Διαιτησία ενώπιον του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου και αναστέλλεται η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στην έκταση αυτή. Περαιτέρω, εκδίδεται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο αναγνωρίζεται η αποκλειστική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου για επίλυση των διαφορών μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 δυνάμει της Συμφωνίας Κοινοπραξίας. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Παραπομπή σε διαιτησία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.