ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LTD ν. PRIME INSURANCE COMPANY LTD, Αρ. Αγωγής: 5939/2012, 30/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A330 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5939/2012 Μεταξύ: ASFALISTIKOS AETOS AGENTS & CONSULTANTS LTD Ενάγοντα/Αιτητή -και- PRIME INSURANCE COMPANY LTD Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 30.10.13 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: κα Ιωάννου Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες ήγειραν την εν τίτλω αγωγή εναντίον των εναγομένων αξιώνοντας δήλωση του δικαστηρίου ότι το γραμμάτιο ημερομηνίας 22.3.12 το οποίο υπέγραψαν προς όφελος των εναγομένων είναι άκυρο γιατί η υπογραφή του επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού και/ή απάτης και/ή υπό περιστάσεις αναγομένας εις εξαναγκασμό ή απάτη και/ή είναι άνευ ανταλλάγματος. Περαιτέρω αξιώνουν δήλωση του δικαστηρίου ότι 2 επιταγές τις οποίες οι ενάγοντες εξέδωσαν μεταχρονολογημένες και παρέδωσαν στους εναγόμενους για το ποσό των €5.000 εκάστη, είναι άκυρες γιατί η έκδοση και παράδοση τους επετεύχθη συνεπεία εξαναγκασμού και απάτης. Απαιτούν περαιτέρω ως ζημιές το συνολικό ποσό των €187.690.88. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση, καθιστώντας τους ενάγοντες και ακόμα δυο πρόσωπα ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενους. Με την συμπλήρωση των δικογράφων οι ενάγοντες την 1.3.13 υπέβαλαν αίτηση για την διαγραφή και/ή ακύρωση και/ή απόρριψη της ανταπαίτησης των εναγομένων. Οι εναγόμενοι καθ ων η αίτηση υπέβαλαν ένσταση συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του Μάριου Μενελάου δικηγόρου, στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων και πλήρως εξουσιοδοτημένου από τους εναγόμενους να προβεί στην ένορκη δήλωση. Την 9.5.13 ακολούθησε η υπό κρίσιν αίτηση από τους ενάγοντες αιτητές για την αντεξέταση του πιο πάνω ομνύοντος. Η αίτηση στηρίζεται επί της Δ.39 Θ.1 και Δ.48 Θ.1, 2
(1), 3 και 9 των Θεσμών πολιτικής Δικονομίας. Δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και στο σώμα της αίτησης αναφέρεται ότι τα ισχυριζόμενα γεγονότα που ορκίζεται ο ομνύον δεν είναι παραδεκτά και επιζητείται η αντεξέταση επί του περιεχομένου των παραγράφων 8, 13 και 14 της ενόρκου δηλώσεως του. Η αίτηση έτυχε της ένστασης των εναγομένων συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του Αλέξανδρου Σιαμαρή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των εναγομένων. Στο σώμα της ένστασης προβάλλονται 9 λόγοι για τους οποίους το αίτημα θα πρέπει να απορριφθεί. Η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση με γραπτές αγορεύσεις εκ μέρους των δικηγόρων των δύο πλευρών. Το δικαστήριο δεν θα προβεί σε παράθεση των εκατέρωθεν θέσεων, και ειδική αναφορά θα γίνεται κατά την συζήτηση και όπου χρειάζεται για τους σκοπούς της παρούσης ενδιάμεσης διαδικασίας. Να σημειωθεί ότι το δικαστήριο τις έχει μελετήσεις και τις έχει πλήρως υπόψη του. Ένα θέμα που εγείρεται από την πλευρά των καθ ων η αίτηση και κρίνεται ως καθοριστικό, είναι ότι η απουσία ένορκης δήλωσης που να υποστηρίζει την αίτηση καθιστά αφενός την αίτηση παράτυπη, και αφετέρου ότι δεν αναδεικνύονται με αυτό τον τρόπο οι λόγοι έκδοσης του διατάγματος, ισχυροποιούμενη έτσι η θέση τους ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος για την έκδοση του διατάγματος. Ο κ. Ιωάννου επικαλείται την Δ.48 Θ.1 σύμφωνα με την οποία εκεί που τα γεγονότα δεν υπάρχουν στον φάκελο της υπόθεσης τότε θα πρέπει να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Οι πιο πάνω παράγραφοι που επιζητά την αντεξέταση δεν είναι αποδεκτοί και βρίσκονται στο φάκελο του δικαστηρίου. Ως εκ τούτου δεν απαιτείται η αίτηση να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Το θέμα πρωτίστως διέπεται από την Δ.48 Θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εκ της οποίας ευθέως συνάγεται η ανάγκη αλλά και η επιτακτική υποχρέωση (shall) όπως τέτοια αίτηση συνοδεύεται με ένορκη δήλωση. Η νομολογία ορίζει την ανάγκη αυστηρής τήρησης των θεσμών και τούτο καθίσταται προφανές αλλά και επιτακτικό ως εκ της φύσεως ακριβώς της κρινόμενης αιτήσεως. Και τούτο γιατί το όλο ζήτημα εμπίπτει εντός της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, αφού σύμφωνα με την υπόθεση Μήλου κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ.280 είναι στην διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου να εγκρίνει ή να απορρίψει αίτημα κάτω από την Δ.39 ανάλογα με τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στους Halsbury' s Laws of England s Laws of England 3η έκδ. Τόμος 21,παρα.878, σελ.418-419 επεξηγείται ότι το δικαστήριο δεν θα επιτρέψει σε ένα διάδικο να εξετάσει προφορικά ένα μάρτυρα αν είναι της άποψης ότι η αίτηση για αντεξέταση γίνεται για να προκληθεί καθυστέρηση, ή αν υπάρχει επαρκής μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου για να αποφασίσει. Όταν υποβάλλεται αίτημα για αντεξέταση ενόρκως δηλούντος, τούτο θα πρέπει να είναι αρκούντως προσδιορισμένο και σαφώς περιορισμένο και να εξυπηρετεί τις ανάγκες της διαδικασίας, και δεν μπορεί να εκτείνεται επί οιουδήποτε θέματος υπάρχει αμφισβήτηση μεταξύ των μερών. Κριτήριο και παράμετρος εντός της οποίας θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου είναι κατά πόσο η αντεξέταση είναι προς το συμφέρον απονομής της δικαιοσύνης και αν καταδεικνύεται ως ανάγκη κάποια εξαιρετική περίσταση στην βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της υπόθεσης. Στην υπόθεση Rana (Αρ.1)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1660, αίτηση για habeas corpus, υπεδείχθη ότι η αίτηση για αντεξέταση δυνάμει των προνοιών της Δ.39 Θ.1 πρέπει να υποβάλλεται εγγράφως και να περιλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους μια υπόθεση εντάσσεται στην κατηγορία των εξαιρετικών περιπτώσεων. Για όλα αυτά το βάρος προφανώς το φέρει ο αιτητής, που θα πρέπει να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι πιο πάνω παράγοντες ώστε να ασκηθεί προς όφελος του η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Ο μόνος δε τρόπος με τον οποίο μπορούν να προβληθούν και κυρίως να αξιολογηθούν αλλά και να κριθούν από το δικαστήριο οι σχετικοί παράμετροι, είναι με παράθεση σε λεπτομερή ένορκη δήλωση εκ μέρους του αιτούντος όλων των συγκεκριμένων θεμάτων εκ των οποίων αναδύεται αλλά και καταδεικνύεται η ανάγκη αντεξέτασης, όπως και των εξαιρετικών εκείνων περιστάσεων που να δικαιολογούν το αίτημα. Κάτι τέτοιο ελλείπει εντελώς στην κρινόμενη αίτηση, αφού η απουσία ενόρκου δηλώσεως αφαιρεί το υπόβαθρο των πραγματικών γεγονότων που περιβάλλουν αλλά και υποστυλώνουν το αίτημα. Εξ αυτού του λόγου αναπόφευκτα και εκ των πραγμάτων η αίτηση δεν μπορεί να έχει αίσια κατάληξη. Η αίτηση πάσχει τόσο δικονομικά όσα και από απόψεως ουσιαστικού πραγματικού υποβάθρου που την περιβάλλει. Το γεγονός ότι η ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση είναι στον φάκελο του δικαστηρίου και συνεπώς με βάση την Δ.48 Θ.1, σύμφωνα με την εισήγηση του κ. Ιωάννου, δεν υπάρχει ανάγκη η αίτηση να συνοδεύεται με ένορκη δήλωση, παραγνωρίζει τόσο την επιτακτική πρόνοια της Δ.48 Θ.9 αλλά και κυρίως την φύση του αιτήματος ως έχει αναλυθεί, που δεν επικαλύπτεται από την Δ.48 Θ.1 η οποία κρίνεται πως αλλού αναφέρεται και άλλα έγγραφα αφορά. Όπως άλλωστε λέχθηκε στην υπόθεση Lord Jeans Ltd v. Orbit-Kazoulis Ltd
(2003)1 Α.Α.Δ. 808 η εξεύρεση των λόγων που δικαιολογούν ένα αίτημα δεν αποτελεί έργο του δικαστηρίου, αλλά του μέρους εκείνου που επιζητά την θεραπεία από το δικαστήριο, με την παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων στα πλαίσια μιας ένορκης δήλωσης. Παρεμφερώς υποδεικνύεται πως το παράτυπο και αντικανονικό της αίτησης αποτελεί τον πρώτο λόγο ένστασης των καθ ων η αίτηση. Αλλά και επί της ουσίας εξεταζόμενη η αίτηση, στην παράγραφο 8 της ενόρκου δηλώσεως του ομνύοντος (Μενελάου) που επιζητείται να αντεξεταστεί, αναφέρονται οι προσπάθειες που έγιναν προς επίδοση της ανταπαίτησης στον εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενο 2, και πέραν του ότι δεν έχει εξηγηθεί γιατί χρήζει αντεξέτασης ο ομνύον επί του συγκεκριμένου, το δικαστήριο κρίνει πως δεν συντρέχει κανένας λόγος που να δικαιολογεί επ' αυτού το αίτημα. Στις δε παραγράφους 13 και 14 ο ομνύον αναφέρει ότι η ανταπαίτηση των εναγομένων περιλαμβάνει γεγονότα της έκθεσης απαίτησης, και ειδικότερα στην ύπαρξη ενός γραμματίου με ενσωματωμένη εγγύηση, το οποίο κατέστη απαιτητό συνεπεία παράλειψης των εναγόντων, οπότε κατά τον ισχυρισμό του μάρτυρα, η ανταπαίτηση δεν είναι πρόωρος οι δε εναγόμενοι 2 και 3 κρίνονται ως αναγκαίοι διάδικοι. Στην βάση αυτών είναι η θέση του ότι τα επίδικα θέματα αγωγής και ανταπαίτησης έχουν κοινά νομικά και πραγματικά θέματα. Τα θέματα αυτά, τα οποία αμφισβητούνται από τους αιτητές, κρίνεται ότι δεν καθιστούν εξ αυτού του λόγου αναγκαία την αντεξέταση του ομνύοντος, ούτε και συνιστούν κάποια εξαιρετική περίσταση που να δικαιολογεί το αίτημα. Σημειώνω ότι ο κ. Ιωάννου αναφέρει στην αγόρευση του ότι η αγωγή αφορά ακύρωση του γραμματίου λόγω εξαναγκασμού και απάτης και όχι γιατί αυτό ήταν ληξιπρόθεσμο. Αυτά όμως από μόνα τους δεν συνιστούν λόγο για την αντεξέταση του ομνύοντος, χαρακτηρίζονται περισσότερο ως νομικά ζητήματα, και εν πάση περιπτώσει το δικαστήριο συμμερίζεται την θέση του κ. Γεωργίου ότι αν επιτραπεί η αντεξέταση, η παρούσα αίτηση θα μετατραπεί σε ακροαματική διαδικασία επί της ουσίας της αγωγής. Πέραν αυτών, και στα στενά και περιορισμένα πλαίσια της παρούσης διαδικασίας, δεν κρίνεται ούτε ορθό ούτε και σκόπιμο το δικαστήριο να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες των εκατέρωθεν προβαλλόμενων δια των δικογράφων εκδοχών καθώς και επί μέρους ισχυρισμών. Αυτά αφορούν την ουσία και το παρόν στάδιο δεν προσφέρεται για τέτοιες σε βάθος συζητήσεις και αναλύσεις. Ο κ. Ιωάννου στην αγόρευση του σχολιάζει το γεγονός ότι ο ομνύον είναι δικηγόρος και αναφέρεται σε νομολογία για το ανεπιθύμητο ο δικηγόρος να προβαίνει σε ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Alexander v. Alkexander Πολ.Έφεση 66/11 ημερ. υπεδείχθη ότι: «Ο ενόρκως δηλών την αίτηση για προσωρινό διάταγμα, δικηγόρος Μιχάλης Χαραλάμπους, ο οποίος χειρίστηκε την υπόθεση και πρωτοδίκως και κατ΄ έφεση, κατά παράβαση της νομολογίας που καθιστά άκρως ανεπιθύμητο τέτοιο χειρισμό εφόσον ο δικηγόρος είναι ταυτόχρονα και ομνύων, (δέστε In re Efthymiou
(1987)1 C.L.R. 319, Thanos Hotels Ltd v. Ιωάννου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1036 και Αναφορικά με την Αίτηση του Li Xin για Certiorari
(2010)1 Α.Α.Δ. 743 - η απόφαση στην Rybolovlev v. Rybolovlev στην οποία αναφέρεται ο εφεσίβλητος δεν έθεσε τα πράγματα διαφορετικά, ούτε και πρέπει να λαμβάνεται ως δεδομένο ότι οποτεδήποτε διάδικος είναι στο εξωτερικό, θα πρέπει η ένορκη δήλωση να γίνεται από δικηγόρο, αντί, για παράδειγμα, από μια γραμματέα του δικηγόρου...» Σχετική είναι και η πιο πάνω υπόθεση Ribolovlev v. Ribolovleva Πολ.Έφεση 130/09 ημερ.29.1.10. Εκ του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του δικηγόρου (Σιαμαρή) που ορκίστηκε για τους καθ ων η αίτηση, είναι σαφές ότι σε κανένα στάδιο δεν χειρίστηκε την παρούσα υπόθεση, ούτε και παρουσιάστηκε ως δικηγόρος των εναγομένων καθ ων η αίτηση στην παρούσα υπόθεση. Δεν αναιρείται ουδόλως βεβαίως το γεγονός ότι, ως επανειλημμένα τονίστηκε από την νομολογία, είναι ανεπιθύμητο να ορκίζονται δικηγόροι, όπως και το γεγονός ότι σύμφωνα με την υπόθεση Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589, η τακτική των δικηγόρων να επισυνάπτουν δικές τους ένορκες δηλώσεις σε υποθέσεις που χειρίζονται οι ίδιοι έχει επισύρει τα δυσμενή σχόλια των δικαστηρίων, και ότι το θέμα έχει πάρει απαγορευτική μορφή, αφού σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού 13
(5)των Κανονισμών Δεοντολογίας του 2002, όταν ένας δικηγόρος προτίθεται να εμφανιστεί ως μάρτυρας θα πρέπει να εγκαταλείψει την ιδιότητα του δικηγόρου. Κρίνεται όμως πως δεν είναι αυτή η περίπτωση στην παρούσα υπόθεση, αφού ο ομνύον (Σιαμαρής) σε κανένα στάδιο δεν ήταν, ούτε και εμφανίστηκε ή και χειρίστηκε ή εκπροσώπησε ως δικηγόρος τους εναγομένους στην παρούσα δικαστική διαδικασία. Ανάγνωση της ενόρκου δηλώσεως αποκαλύπτει ότι αυτά που ο ομνύον αναφέρει στον όρκο του προέρχονται είτε εξ εγγράφων τα οποία είναι ενώπιον του δικαστηρίου υπό μορφή δικογράφων, προβάλλοντας διάφορα νομικά ζητήματα, είτε σχετίζονται σε ενέργειες που αφορούν το θέμα της επίδοσης της ανταπαίτησης στους εναγόμενους εξ ανταπαιτήσεως 3. Στην ουσία προβάλλει νομικά και δικονομικά ζητήματα με γνώση αυτών κατόπιν μελέτης του φακέλου της υπόθεσης και τίποτα περισσότερο, έχοντας βεβαίως την ιδιότητα του δικηγόρου. Παρά το γεγονός ότι είναι ανεπιθύμητο να ορκίζεται δικηγόρος, για όλους τους πιο πάνω λόγους που έχουν εξηγηθεί, κρίνεται ότι η παρούσα υπόθεση δεν κατατάσσεται στις περιπτώσεις εκείνες που η νομολογία στην οποία έχει γίνει αναφορά θα την ταξινομούσε ως μοιραία για την υπόθεση των αιτητών. Αλλά και έτσι να είχαν τα πράγματα και η ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση να μην λαμβανόταν καθόλου υπόψη, οι λόγοι ένστασης καλύπτουν τα εγερθέντα ζητήματα και κυρίως ο πρώτος λόγος ένστασης. Η υπόθεση Yugos Finance BV κ.ά v. Halebay Holdings Ltd, Πολ. Εφ.180/09 ημερ.8.3.13 είναι σχετική. Στην υπόθεση Papapetrou Bros Ltd ν. Παπαπέτρου
(2003)1 Α.Α.Δ.741 υπεδείχθη πως το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε νομότυπα η γραπτή ένσταση δεν αποστερεί τη δικηγόρο της εφεσίβλητης να αγορεύσει, όχι όμως επί γεγονότων. Και στην προκειμένη περίπτωση η νομοτυπική επάρκεια της αιτήσεως είναι ζήτημα νομικό και όχι γεγονότων. Είναι δε δεδομένο ότι το βάρος το φέρει αιτητής ώστε αφενός, με νομότυπο και σύμφωνο με τους διαδικαστικούς θεσμούς τρόπο, και με την παράθεση όλων των αναγκαίων γεγονότων αφετέρου, να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν λόγοι προς άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου προς όφελος του. Και ο αιτητής δεν το έχει αποσείσει. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο