ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΕΤΙΑΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 5970/12, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A334 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5970/12 Μεταξύ: ΣΩΤΗΡΗΣ ΝΕΤΙΑΤΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Εναγόντων και ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΝΑΣΤΑΣΗ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγομένων Αίτηση για διαγραφή μέρους της έκθεσης υπεράσπισης ημερ. 18.6.13 Ημερομηνία: 31.10.2013 Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Φ. Βερεσιέ Κονναρή για κ. Χατζηπιέρα. Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Σωφρονίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες αξιώνουν με την αγωγή τους το ποσό των €11,000 πλέον τόκους και έξοδα, ως εύλογη αμοιβή και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή διατακτικού πληρωμής για εκτελεσθείσες εργασίες (εσκαφές και χωματουργικές εργασίες). Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 21.12.12. Οι Εναγόμενοι απάντησαν στις 6.3.13 καταχωρώντας έκθεση υπεράσπισης και στη συνέχεια στις 2.4.13 οι Ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση στην υπεράσπιση. Στις 18.6.13 οι Ενάγοντες (στο εξής οι Αιτητές) καταχώρησαν την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητούν: (Α) Την διαγραφή των ισχυρισµών της παραγράφου 5 της έκθεσης υπεράσπισης ως σκανδαλωδών, ενοχλητικών, ανεπίτρεπτων και προκαλούντων αµηχανία αλλά και βλάβη στους Ενάγοντες - Αιτητές και τείνουν να περιπλέξουν και/ή καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Η αίτηση βασίζεται στις Δ.19 Κ.26, Δ.27 Κ.1-3 και Δ.48 Κ.1-4, 7 και 9
(1)των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και ως προς γεγονότα παραπέμπει στο φάκελο της υπόθεσης. Οι Εναγόμενοι (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) απάντησαν στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση ημερ. 9.7.13, η οποία στηρίζεται στις Δ.19 Κ.4, 11-13, 17, 19, 20, 26 και 27.2 και Δ.48 Κ.2-4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις γενικές αρχές του Νόμου, στους κανόνες της Επιείκειας, στην πρακτική και στη σύμφυτο εξουσία των Δικαστηρίων. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή άνευ αντικειμένου και/ή ασύμφωνη με τους σχετικούς νόμους και/ή διαδικαστικούς κανονισμούς ή άλλως πως.
- Θα σπαταληθεί αχρείαστος χρόνος και χρήμα με την τυχόν εκδίκαση της αίτησης, γεγονός που βαραίνει κατά της καλώς νοούμενης και ταχείας απονομής της Δικαιοσύνης.
- Όσα οι Εναγόμενοι εκθέτουν είναι και αποτελούν πραγματικά γεγονότα και συμβάντα που εύκολα μπορούν να αποδειχτούν και που εμφαίνονται στις ήδη εγερθείσες αγωγές στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού και στις οποίες εκκρεμεί η εκδίκαση τους και περιβάλλονται όλες μαζί από τα ίδια γεγονότα και/ή συμβόλαια και μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων μερών - νυν διαδίκων.
- Στη βάση των ανωτέρω εγειρόμενων λόγων, τα όσα αναφέρουν οι Εναγόμενοι στην έκθεση υπεράσπισης τους αποτελούν αναγκαία και αποδεκτή μαρτυρία κατά την ακρόαση και μπορούν να αποδειχθούν με την προσκόμιση ανάλογης μαρτυρίας.
- Η διαγραφή των όσων οι Αιτητές αιτούνται αποτελούν πραγματικά γεγονότα και συμβάντα αναμενόμενα και λογικά συvαρτώμενα με τα επίδικα θέματα της έκθεσης απαίτησης και της έκθεσης υπεράσπισης και τυχόν διαγραφή τους θα έχει δυσμενή επηρεασμό στη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης και/ή για διατύπωση των εγειρόμενων ζητημάτων ως επίσης θα στερήσει από τους Εναγόμενους το δικαίωμα τους να προσκομίσουν την αναγκαία μαρτυρία για να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους σε αντίκρουση των όσων οι Ενάγοντες ισχυρίζονται.
- Όσα στην υπό κρίση αίτηση ζητούνται τίθενται με κακή πίστη (mala fide) και με σκοπό να παρασύρουν το Δικαστήριο στη διαγραφή ουσιωδών γεγονότων και μαρτυρίας που επιβαρύνει την πλευρά των Αιτητών όπως και την πλήρη απόκρυψη στοιχείων που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να διατυπώσει όσο το δυνατό καλύτερη παρουσίαση του Νόμου και ουσία των ισχυρισμών που προκύπτουν και έτσι να εκδώσει δίκαιη και ορθή απόφαση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του διευθυντή των Καθ' ων η αίτηση. Σε αυτήν αφού επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης αναφέρονται τα ακόλουθα: Με την αίτηση οι Αιτητές προσπαθούν απλά στο να επιτύχουν παρέλκυση της διαδικασίας, στην παραπλάνηση και στην ελλιπή διαφώτιση και ενημέρωση του εκδικάζοντος την υπόθεση Δικαστηρίου. Αποτελεί γεγονός και θεμελιώδη ισχυρισμό των Καθ' ων η αίτηση ότι όλα όσα αναγράφονται στην παρ. 5 της υπεράσπισης δεν τείνουν να παραπλανήσουν αλλά να διαφωτίσουν το Δικαστήριο με γεγονότα που μπορούν εύκολα να αποδειχθούν αφού πρόκειται για αμάχητα τεκμήρια τα οποία ήδη υφίστανται ενώπιον του Δικαστηρίου και τούτο εφόσον η αναφορά που γίνεται σχετίζεται με εγερθείσες αγωγές που αναμειγνύονται με τα ίδια συμβαλλόμενα μέρη, σε σχετικά όμοια και συνυφασμένα θέματα όπως και της υπό κρίση αγωγής. Οι εν λόγω αγωγές που εκκρεμούν με τους ίδιους διάδικους στο Ε.Δ. Λεμεσού είναι οι υπ' αρ. 3628/12 και 5971/12 (τεκμήρια Α και Β) στις οποίες οι Καθ' ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει τις υπερασπίσεις τους και ανταξίωση και αναμένουν την εκδίκαση τους. Είναι η θέση που προβάλλουν οι Καθ' ων αίτηση ότι καλύπτει με σαφήνεια τα γεγονότα και αναφέρει υφιστάμενες αγωγές που εκκρεμούν και/ή ζητήματα που είναι αλληλένδετα και/ή αναμενόμενα προς εκδίκαση τα οποία κρίνει πρέπον ότι θα πρέπει να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Μια τέτοια αναφορά θα διαφωτίζει το Δικαστήριο με άμεσα και με τα αναγκαία στοιχεία και αμιγή θέματα χωρίς να πλατειάζει. Εν αντιθέσει με όσα οι Αιτητές εκθέτουν, σκοπός των Καθ' ων η αίτηση είναι η καλύτερη παρουσίαση των γεγονότων και σε καμία περίπτωση δεν εμπεριέχονται ισχυρισμοί και/ή αναφέρονται γεγονότα τα οποία να αποτελούν αχρείαστες πληροφορίες ή απλή πολυλογία που να προκαλεί αμηχανία και σύγχυση σε τέτοιο βαθμό που να προκαλεί την έγερση ενός τόσο δραστικού μέτρου όπως αυτού της διαγραφής. Από όλα τα ανωτέρω είναι εμφανής η αδυναμία και αδόκιμες και/ή σπασμωδικές οι ενέργειες των Αιτητών δια της παρούσας αίτησης και σκοπό έχουν την απομάκρυνση και απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και/ή πράξεων που θα αποδυναμώσουν και/ή τυχόν επηρεάσουν μέρος της υπόθεσης τους. Δεδομένου αυτού η παρούσα αίτηση έγινε κακόπιστα, με απώτερο σκοπό την απόκρυψη της αλήθειας και/ή καθυστέρησης της δίκαιης διεξαγωγής της δίκης με εμφανείς πλέον τις προθέσεις των Αιτητών για επηρεασμό και αποπροσανατολισμό από τα καίρια σημεία της υπόθεσης. Τα όσα αναφέρουν οι Καθ' ων η αίτηση στην έκθεση υπεράσπισης τους αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία κατά την ακρόαση και μπορούν να αποδειχθούν με την προσκόμιση ανάλογης μαρτυρίας. Αποτελούν πραγματικά γεγονότα και συμβάντα που εύκολα μπορούν να αποδειχθούν και εμφαίνονται στις ήδη εγερθείσες προαναφερόμενες αγωγές. Τα γεγονότα αυτά συμπεριλαμβάνονται στις εκθέσεις υπεράσπισης και δεν περιπλέκουν άσχετα με τα επίδικα θέματα, αλλά αποτελούν γεγονότα και/ή συμβάντα που δείχνουν τις επαγγελματικές σχέσεις που διατηρούσαν τα δύο διάδικα μέρη, όπως και θέματα άμεσα, συναφή και ουσιώδη το περιεχόμενο τους με την υπεράσπιση των Καθ' ων η αίτηση. Περιπτώσεις που αιτήσεις, ως η προκείμενη, κρίνεται νομολογικά ορθό να επιτραπούν είναι όταν η φρασεολογία είναι γενική, αόριστη και ασύνδετη, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται απλά ατεκμηρίωτη γνώμη, χωρίς ουσιώδες περιεχόμενο και συνεπώς δεν ενδιαφέρει τη διαδικασία. Στην παρούσα περίπτωση δεν εμπεριέχεται οποιαδήποτε ασάφεια που θα ήταν δυνατό το μέρος που ζητείται να διαγραφεί ως σκανδαλώδες και ασύνδετο. Ως εκ των ως άνω διαφορετική τοποθέτηση του Δικαστηρίου και έγκριση του αιτήματος θα προκαλέσει αδικία και δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ' ων η αίτηση η οποία και δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, καθότι είναι αναγκαίο κατά την εκδίκαση της αγωγής να αναφερθούν τα ουσιαστικά γεγονότα που εκτίθενται στη παρ. 5 της έκθεσης υπεράσπισης, τα οποία σίγουρα αποτελούν ουσιώδη ζητήματα άρρητα συνδεδεμένα με τα επίδικα θέματα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα εναντίον των Αιτητών. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι, υποστήριξαν, με γραπτές αγορεύσεις, τις εκατέρωθεν θέσεις τους παραπέμποντας στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Αρχικά θα πρέπει να αναφερθεί ότι ως νομική βάση της αίτησης τίθεται τόσο η Δ.19 Κ.26 όσο και η Δ.27 Κ.
- Όπως είναι όμως διατυπωμένο το συγκεκριμένο αίτημα κρίνεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.19 Κ.26, η οποία, μεταξύ άλλων, διέπει και το θέμα της διαγραφής μέρους δικογράφων για λόγους που αναφέρονται εκεί και όχι η Δ.27 Κ.3 εφόσον η διάταξη εκείνη διέπει το θέμα της διαγραφής ολόκληρου του δικογράφου για λόγους ουσιαστικά άλλους από αυτούς της Δ.19 Κ.26 (βλ. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1Γ Α.Α.Δ 1338, Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν. Alpha Bank Ltd πρώην Lombard Natwest Bank Ltd
(2003)1Β Α.Α.Δ. 990 και Cyber Group Ltd v. Χαραλαμπίδη κ.α.
(2004)1Γ Α.Α.Δ.1852). Η Δ.19 Κ.26 λοιπόν προβλέπει τα εξής: «The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Σε μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί καθ' οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή τροποποίηση οιουδήποτε ζητήματος σε οιανδήποτε οπισθογράφηση ή δικόγραφο η οποία μπορεί να θεωρηθεί μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή που τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής.» Ο αντίστοιχος θεσμός των παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19 Κ.27. Κύριος σκοπός της Δ.19 Κ.26 είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης όπως η παρούσα δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας του δικογράφου. Ως έχει αναφερθεί στην Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη
(1997)1Β Α.Α.Δ. 685 τα δικόγραφα καθορίζουν το πλαίσιο της δίκης και η σύνταξή τους διέπεται από ιδιαίτερους δικονομικούς κανόνες, οι οποίοι διασφαλίζουν την αποτελεσματική διεξαγωγή της δίκης. Οι εν λόγω κανόνες ενσωματώνονται στη Δ.19 και από το κείμενο του Κ.4 αυτής, ο οποίος περιέχει τον πιο θεμελιακό κανόνα, προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιαστικά-ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του. Η έννοια δε της λέξης ουσιαστικά (material) εκεί συσχετίζεται με ότι είναι απαραίτητο για να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής (βλ. και Bruce v. Odhams Press Ltd. [1936] 1 Κ.Β. 697). Στην ίδια απόφαση εξηγείται ότι η πεμπτουσία είναι ότι η διατύπωση και η παρουσίαση της υπόθεσης πρέπει να είναι λιτή χωρίς πλατειασμούς. Ο βασικός σκοπός των δικογράφων είναι να δώσουν την ευχέρεια στον αντίδικο να γνωρίζει τι υπόθεση θα αντιμετωπίσει με τέτοιες λεπτομέρειες ώστε να μπορέσει να ετοιμασθεί επαρκώς για να απαντήσει. Εξηγείται επίσης ότι η μαρτυρία με την οποία μπορεί να αποδειχθεί οποιοδήποτε από τα επίδικα θέματα δεν έχει θέση σε δικόγραφο και εάν παρεισφρήσει πρέπει να διαγραφεί (βλ. και Merchants' and Manufacturers' Insurance Co. ν. Davies [1938] 1 Κ.Β. 196). Ως δε αναφέρθηκε στην Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ. 787, με παραπομπή στο σύγγραμμα Annual Practice 1960 σελ. 478-479, οι λέξεις "τείνουν να επηρεάσουν δυσμενώς, προκαλέσουν αμηχανία ή να καθυστερήσουν τη δίκαιη δίκη της αγωγής" έχουν ερμηνευθεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. «Αν ο εναγόμενος δεν διασαφηνίζει ποιό μέρος της έκθεσης απαίτησης παραδέχεται και ποιό αρνείται το δικόγραφο του προκαλεί αμηχανία. Απλή, όμως, πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία απλώς επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής. Το γεγονός και μόνο ότι μια έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει πολλές αιτίες αγωγής δεν προκαλεί αμηχανία εάν προβάλλονται ξεχωριστά στο δικόγραφο. Αξίωση για διαζευκτική θεραπεία δεν προκαλεί αμηχανία. Το ίδιο ισχύει και για ασυμβίβαστες υπερασπίσεις». Επίσης ούτε και το γεγονός ότι στα δικόγραφα προβάλλονται αλληλοσυγκρουόμενοι ισχυρισμοί μπορεί να οδηγήσει σε διαγραφή. Για το ίδιο θέμα στην Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd v. Hussein Ali Nasrat Abdallah κ.α., Πολ. Έφεση Αρ.69/2011, ημερ. 19.7.13 αναφέρεται ότι «το Δικαστήριο δεν υποδεικνύει στα μέρη πώς θα διαμορφώσουν την υπόθεσή τους, εφόσον αυτά δεν παραβαίνουν τους κανόνες. Δικόγραφα, έστω και αν δεν είναι απόλυτα σύμφωνα με τους σχετικούς κανόνες, δε διαγράφονται. Το γεγονός ότι δικόγραφο περιέχει αχρείαστα ζητήματα δεν είναι αρκετό για να οδηγήσει σε διαγραφή του, εφόσον δεν προκαλείται ζημιά στον αντίδικο. Εάν, όμως, σε δικόγραφο, περιέχονται ισχυρισμοί παντελώς άσχετοι (με τρόπο ώστε ο Αιτητής θα πρέπει να απαντήσει σε αυτούς), από τους οποίους θα προκληθούν έξοδα και καθυστέρηση στην υπόθεση, τότε αυτοί δικαιολογείται να διαγραφούν. Ισχυρισμοί που προβάλλονται για ανεντιμότητα και συμπεριφορά προσβλητική για τον αντίδικο, εφόσον δεν είναι σχετικοί με τα επίδικα ζητήματα, θεωρούνται σκανδαλώδεις». Ο Αιτητής θα πρέπει να δείξει ότι με κάποιο τρόπο βλάπτεται από την αντικανονικότητα. Για να διαπιστωθεί κατά πόσο ένα θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Γενικά σκανδαλώδη, ενοχλητικά και άχρηστα θέματα είναι εκείνα τα οποία θεωρούνται ανήθικα ή υποβιβαστικά ή γίνονται με στόχο τον επηρεασμό της άλλης πλευράς, αλλά αν είναι σχετικά τότε δεν είναι κατ' ανάγκη και σκανδαλώδη, ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός απλώς και μόνο διότι είναι αχρείαστος, εκτός και αν είναι εμφανώς άσχετος. Επίσης θα πρέπει να διαγραφούν μη απαραίτητοι ισχυρισμοί με τους οποίους αποδίδεται στον Αιτητή ή άλλο πρόσωπο κακή πίστη ή παράπτωμα (misconduct). Για τα ανωτέρω βλ. επίσης Annual Practice 1958 σελ. 477 επόμενα. Ειδικότερα για το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηρισθεί ως προκαλών αμηχανία (embarrassing) σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Bullen & Leake "Precedents of Pleadings" 12η έκδοση, σελ. 147: «Accordingly, a pleading is embarrassing which is ambiguous or unintelligible or which states immaterial matter and so raises irrelevant issues which may involve expense, trouble and delay and thus will prejudice the fair trial of the action, and so is a pleading which contains unnecessary or irrelevant allegations.» Ως καθοδήγηση για το θέμα αναφέρονται τα πιο κάτω λεχθέντα στην απόφαση Davy ν. Garrett [1878] 7 C. D. 473 (η οποία εφαρμόσθηκε αργότερα στην Re W. R. Willcocks & Co. Ltd. [1973] 2 All E.R. 93): «Although the Court of Appeal will not readily interfere with the discretion of the Court of first instance in a matter of procedure, it is its duty to exercise its own discretion as to whether a pleading is so framed as to embarrass the opposite party. In a case, therefore, where a statement of claim was in the opinion of the Court of Appeal calculated to embarrass the Defendants by reason of its stating immaterial facts, and setting out at great length documents which could not be material except as evidence by way of admission, it was ordered to be struck out, though a motion for that purpose had been dismissed with costs by the Court below. The rule that evidence is not to be pleaded applies to admissions as well as to other evidence». Ως δε έχει λεχθεί στην Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου κ.α. ν. Νικολαίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 364 η Δ.19 Κ.26 παρέχει εξουσία για τη διαγραφή απαιτήσεων και ισχυρισμών από τη δικογραφία που τείνουν να εκτρέψουν την ομαλή πορεία της δίκης ή έχουν ως σκοπό την πλαγιοδρόμηση της. Η διαγραφή δικογράφου δυνάμει της Δ.19 Κ.26, όπως και της Δ.27 Κ.3, αποτελεί εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνον εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό (βλ. In Re Pelmako Developments Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 και Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λεμεσού - Αμαθούντος ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2007)1Α Α.Α.Δ. 21). Το μέρος δε εκείνο του δικογράφου που ζητείται να διαγραφεί πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται λοιπόν υπόψην τόσο η φύση της αγωγής όσο και η σχετικότητα των, ζητούμενων να διαγραφούν, ισχυρισμών με τα επίδικα θέματα αυτής. Δεν τίθεται δε θέμα μαρτυρίας και αξιολόγησης των εκατέρωθεν ισχυρισμών μέσα από τις έγγραφες προτάσεις. Η εξουσία διαγραφής που παρέχεται από την Δ.19 Κ.26 είναι διακριτικής μορφής και, ταυτόχρονα, πλατιά (βλ. Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ανωτέρω). Αναφορικά με το πως αυτή ασκείται βλ. Williams & Glyns Bank Ltd v. the Ship "Maria"
(1984)1 C.L.R. 820 και Πελετιές ν. Ataya
(1990)1 Α.Α.Δ.
- Στην παρούσα αποτελεί θέση των Αιτητών ότι οι άλλες αγωγές που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης δεν αφορούν τα ίδια γεγονότα με την παρούσα αλλά άλλα έργα και συνεπώς οι ισχυρισμοί που ζητούνται να διαγραφούν είναι άσχετοι και ως τέτοιοι δεν αποτελούν αναγκαία ούτε αποδεκτή μαρτυρία αλλά τίθενται με σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την δημιουργία εντυπώσεων. Ως εκ των άνω η μη διαγραφή τους θα οδηγήσει σε σπατάλη χρόνου και εξόδων εφόσον το Δικαστήριο θα αναγκασθεί να ακούσει τέτοια άσχετη μαρτυρία. Περαιτέρω οι ισχυρισμοί αυτοί είναι και σκανδαλώδεις και ενοχλητικοί. Αντίθετα οι Αιτητές απορρίπτουν τα ανωτέρω και υποστηρίζουν ότι εν λόγω ισχυρισμοί αποτελούν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα που θεωρούνται άμεσα συναρτημένα με τα επίδικα θέματα στην παρούσα αγωγή και ενδείκνυται να αποτελέσουν μαρτυρία σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές των διαδίκων. Πιο συγκεκριμένα αναφέρουν ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί αφορούν ουσιώδη γεγονότα που έχουν διαδραματιστεί στα πλαίσια της συνεργασίας και εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των διαδίκων και είναι αλληλένδετα και/ή λογικά συναρτώμενα με τα επίδικα θέματα στην παρούσα. Μετά την έκθεση της νομικής πτυχής θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση της παρούσας αίτησης με αναφορά στους δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων. Ως προαναφέρθηκε οι Ενάγοντες - Αιτητές με την παρούσα αγωγή αξιώνουν το ποσό €11,000 πλέον τόκους και έξοδα, ως εύλογη αμοιβή και/ή δυνάμει συμφωνίας και/ή διατακτικού πληρωμής για εκτελεσθείσες εργασίες (εσκαφές και χωματουργικές εργασίες). Οι εργασίες δε αυτές, ως προκύπτει από την έκθεση απαίτησης, έχουν ήδη εκτελεσθεί για λογαριασμό των Εναγομένων και αφορούν δύο διαφορετικά έργα. Πάντα σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, για αυτές τις εργασίες οι Εναγόμενοι εξέδωσαν διατακτικό πληρωμής (για €12,750), έναντι του οποίου οι Εναγόμενοι πλήρωσαν κάποιο ποσό (€1,750) και παραμένει ως οφειλόμενο το αξιούμενο στην παρούσα αγωγή. Στην έκθεση υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση αρνούνται ουσιαστικά τα πιο πάνω αναφέροντας ότι η μια εκ των δύο εργασιών δεν περατώθηκε και δεν ελέγχθηκε από τους Εναγόμενους ενώ η άλλη ουδέποτε έγινε. Εξηγείται δε ως προς τη δεύτερη αυτή εργασία ότι άρχισε να γίνεται αλλά οι Εναγόμενοι την σταμάτησαν γιατί ξεκίνησε λάθος και κακότεχνα και προκάλεσε ζημιά και καθυστερήσεις και για αυτό κάλεσαν τους Ενάγοντες να αρχίσουν από την αρχή κάτι που εκείνοι αρνήθηκαν. Επίσης οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι υπέγραψαν διατακτικό πληρωμής για το συγκεκριμένο ποσό. Παραδέχονται δε ότι κατέβαλαν το ποσό των €1,750 αλλά ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι αυτό έγινε προκαταβολικά και μέχρι τότε καμία εκ των δύο εργασιών δεν αποπερατώθηκε. Ως εκ των άνω είναι η θέση των Εναγομένων ότι δεν οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες και επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους όταν οι ιδιοκτήτες των έργων, τα οποία οι Εναγόμενοι ανέλαβαν ως εργολάβοι αξιώσουν αποζημιώσεις για τις καθυστερήσει και τις κακοτεχνίες που προκάλεσαν οι Ενάγοντες να εγείρουν χωριστή αγωγή ή ανταξίωση στην παρούσα. Μετά δε τους εν λόγω ισχυρισμούς ακολουθεί η παράγραφος 5 της έκθεσης υπεράσπισης, την οποία αφορά η παρούσα και η οποία έχει ως εξής: «
- Περαιτέρω η Εναγόμενη αναφέρει ότι η Ενάγουσα ήγειρε και άλλες αγωγές κατά της Εναγόμενης για άλλα έργα που η Ενάγουσα ανέλαβε να εκτελέσει και τα οποία είτε εγκατέλειψε ημιτελή ή όσα εκτέλεσε τα εκτέλεσε κακότεχνα και εκτός των προδιαγραφών τους. Γεγονός που ανάγκασε την Εναγόμενη να προβεί σε Ανταξιώσεις και να υποχρεωθεί σε αποκοπές ή κατάπτωση ποινικής ρήτρας και αποζημιώσεις στους δικούς της εργοδότες, της Εναγόμενης ούσας του κύριου εργολάβου στα έργα αυτά. Η Εναγόμενη από αυτά τα έργα έχει κατά της Ενάγουσας αξιώσεις πέραν των €100.
- Οι αγωγές αυτές εκκρεμούν ακόμη στο Δικαστήριο». Προκύπτει λοιπόν αβίαστα από τα πιο πάνω ότι οι Καθ' ων η αίτηση με την έκθεση υπεράσπισης τους, πλην της παραγράφου 5, απαντούν σε όλους τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Αιτητών. Περαιτέρω από τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης φαίνεται ότι οι άλλες αγωγές που κατ' ισχυρισμό ήγειραν οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν αφορούν τα δύο επίδικα, στην παρούσα αγωγή, έργα αλλά «άλλα έργα» που ανέλαβαν να εκτελέσουν. Επίσης αναφέρεται περαιτέρω ότι εκείνα τα έργα οι Ενάγοντες τα εγκατέλειψαν ημιτελή ή όσα εκτέλεσαν τα εκτέλεσαν κακότεχνα και εκτός των προδιαγραφών τους. Μάλιστα αναφέρεται ότι για το λόγο αυτό οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση έχουν προβεί σε ανταξιώσεις στις εν λόγω αγωγές οι οποίες είναι πέραν των €100.
- Το γεγονός όμως ότι και στις άλλες αγωγές οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν ισχυρισμούς, όπως στην παρούσα αγωγή, ότι οι Αιτητές εγκατέλειψαν ατέλειωτο ένα έργο και εκτέλεσαν κακότεχνα, όσο εκτέλεσαν από το άλλο, κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν καθιστά αυτά σχετικά με τα επίδικα στην παρούσα. Αυτό γιατί από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου είναι προφανές ότι η κάθε υπόθεση αφορά διαφορετικό έργο, διαφορετική συναλλαγή ή συμφωνία και συνεπώς τα γεγονότα που την περιβάλλουν δεν μπορεί να είναι τα ίδια. Να υπομνησθεί στο σημείο αυτό ότι αποτελεί θεμελιώδη αρχή του νομικού μας συστήματος ότι κάθε υπόθεση εκδικάζεται και κρίνεται με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της. Η δε θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν γεγονότα που δείχνουν τις επαγγελματικές σχέσεις που διατηρούσαν οι διάδικοι καθώς και το ότι αφορά «σε σχετικά όμοια θέματα» δεν μεταβάλλει τα ανωτέρω εφόσον δεν μπορεί στα πλαίσια της ίδιας υπόθεσης, η οποία αφορά ως φαίνεται ένα μέρος των συναλλαγών και της συνεργασίας των διαδίκων για συγκεκριμένα έργα, να κριθεί το σύνολο της συνεργασίας και οι συναλλαγές που αυτοί είχαν μεταξύ τους. Ο δε ισχυρισμός των Καθ' ων η αίτηση ότι τα αναφερόμενα στην παράγραφο 5 είναι συναφή, συναρτώμενα αλλά και ουσιώδη με την υπεράσπιση τους στην παρούσα είναι αστήρικτος εφόσον τίθεται γενικά και αόριστα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετική κρίση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα πιο πάνω κρίνεται ότι τα αναφερόμενα στην παράγραφο 5 δεν είναι σχετικά με τα επίδικα θέματα στην παρούσα. Ως δε έχει αναφερθεί ανωτέρω, κατά την εξέταση της νομικής πτυχής της παρούσας αίτησης, για να διαπιστωθεί εάν θέμα είναι σκανδαλώδες θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο το θέμα αυτό θα αποτελούσε αποδεκτή μαρτυρία για να δείξει την αλήθεια κάποιου δικογραφημένου ισχυρισμού, ο οποίος είναι ουσιώδης με αναφορά στην αιτούμενη θεραπεία. Είναι δε προφανές ότι οι ισχυρισμοί οι περιεχόμενοι στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης δεν θα αποτελούσαν τέτοια μαρτυρία εφόσον δεν τείνουν να δείξουν την αλήθεια κάποιου ουσιώδους για την υπόθεση δικογραφημένου ισχυρισμού. Πρόκειται λοιπόν και για αχρείαστους ισχυρισμούς η ύπαρξη των οποίων αναμένεται ότι θα προκαλέσει καθυστέρηση και έξοδα στην υπόθεση εφόσον κατά την ακροαματική διαδικασία θα επιτρέψει στους Εναγόμενους να τους προωθήσουν και να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία και θα αναγκάσει έτσι τους Ενάγοντες να απαντήσουν ανάλογα. Αυτό θα έχει ουσιαστικά ως περαιτέρω συνέπεια να ακουσθεί στα πλαίσια της παρούσας και η μαρτυρία ή τουλάχιστον μέρος της μαρτυρίας που θα ακουσθεί στα πλαίσια των άλλων δύο αγωγών με όλες τις επακόλουθα επιπτώσεις. Περαιτέρω ο ισχυρισμός στην επίδικη παράγραφο 5 ότι οι Ενάγοντες εγκατέλειψαν ημιτελή και άλλα έργα ή όσα εκτέλεσαν τα εκτέλεσαν κακότεχνα και εκτός των προδιαγραφών τους με αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι σε άλλες υποθέσεις να έχουν εναντίον τους αξιώσεις πέραν των €100.000, κρίνεται, ενόψει του ότι είναι αχρείαστος και άσχετος με τα επίδικα στην παρούσα θέματα, ότι τείνει να υποβιβάσει τους Ενάγοντες και να επηρεάσει δυσμενώς αυτούς, δημιουργώντας προκατάληψη εναντίον τους εφόσον ουσιαστικά υπονοεί ότι ενήργησαν με τον συγκεκριμένο τρόπο σε όλες τις συναλλαγές τους με τους Εναγόμενους. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι οι περιεχόμενοι στην παράγραφο 5 της έκθεσης υπεράσπισης ισχυρισμοί είναι μη αναγκαίοι, σκανδαλώδεις, ενοχλητικοί και τείνουν να προκαταβάλουν, να περιπλέξουν αλλά και να καθυστερήσουν την όλη εκδίκαση της αγωγής. Πριν οδηγηθώ στην κατάληξη μου επί της αίτησης θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου δεν προκύπτει πουθενά ότι η παρούσα αίτηση γίνεται από τους Αιτητές με κακή πίστη, ως ήταν η θέση των Καθ' ων η αίτηση. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω και χωρίς σε καμία περίπτωση να μου διαφεύγει ότι η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή θα πρέπει να ασκείται με φειδώ, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας η εξουσία αυτή θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Συνεπώς εκδίδεται διάταγμα διαγραφής της παραγράφου 5 της έκθεσης υπεράσπισης. Περαιτέρω επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών και εναντίον των Εναγομένων - Καθ' ων η αίτηση, τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της δίκης της παρούσας αγωγής. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για διαγραφή μέρους της έκθεσης απαίτησης) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο