← Κύπρος

Ayoub Farid Michel Saab ν. Sovateri Trading Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5165/2012, 31/10/2013

Ayoub Farid Michel Saab ν. Sovateri Trading Company Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 5165/2012, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A335 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5165/2012 Μεταξύ: Ayoub Farid Michel Saab Ενάγοντα/Αιτητή -και-

  1. Sovateri Trading Company Ltd
  2. Βάσος Σαββίδης
  3. Πάμπος Γεωργίου
  4. Μαρία Γεωργίου
  5. Ελένη Γεωργίου
  6. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 31.10.13 Εμφανίσεις: Για τον Αιτητή: κα Προδρόμου. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Γ. Λουκαϊδης. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων ήγειρε την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων επιζητώντας διάφορα διατάγματα τα οποία έχουν ως κοινή συνισταμένη αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερ. 2.12.2011 δυνάμει του οποίου, σύμφωνα με το Α της γενικής οπισθογράφησης, είναι ο μοναδικός νόμιμος δικαιούχος της πωληθείσας οικίας. Επιπρόσθετα επιζητά αποζημιώσεις ύψους €454.798,
  7. Στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής την 12.11.12 πέτυχε μονομερώς την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων μεταξύ των οποίων και του ακόλουθου: «Ε. Διάταγμα του Δικαστηρίου τύπου Norwich Pharmacal το οποίο διατάττει τον κάθε ένα από τους Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 και/ή τους αντιπροσώπους αυτών όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του σχετικού Διατάγματος σε αυτούς ετοιμάσουν, ορκιστούν και καταθέσουν και παραδώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών ένορκο δήλωση ή ένορκες δηλώσεις, στην οποία ή στις οποίες, να αποκαλύπτουν ή και να αναφέρουν, εξ όσων καλύτερα γνωρίζουν κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, τις ακόλουθες πληροφορίες: i. Οποιαδήποτε έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή αποδείξεις, περιλαμβανομένου οποιουδήποτε τύπου αρχείου (ηλεκτρονικού και/ή μαγνητικού και/ή άλλου τύπου) και/ή κάθε άλλου είδους καταγραφής και/ή φύλαξης και/ή αποθήκευσης στοιχείων (data) που βρίσκονται στην κατοχή και/ή έλεγχο και/ή φύλαξη τους, στα οποία καταγράφεται και/ή αποθηκεύεται οποιαδήποτε πληροφορία σχετική με την μεταφορά και/ή τους προορισμούς και/ή την κατάληξη του ποσού των €210.000.00, το οποίο δόθηκε από τον Ενάγοντα στους Εναγόμενους 1 και 2, βάσει του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 02/12/11 και/ή οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με την διαχείριση του συγκεκριμένου ποσού από 02/12/11 μέχρι σήμερα και/ή τα ονόματα και τις διευθύνσεις και/ή όλα τα στοιχεία των προσώπων (φυσικών και/ή νομικών) στα οποία οι Καθ' ων η Αίτηση έχουν αποστείλει και/ή δώσει το οφειλόμενο ποσό». Το διάταγμα του Δικαστηρίου έφερε την πιο κάτω οπισθογράφηση: «ΟΠΙΣΘΟΓΡΑΦΗΣΗ: Εάν εσείς οι πιο πάνω Εναγόμενοι αρ. 1 SOVATERI TRADING COMPANY LTD, αρ. 2 ΒΑΣΟΣ ΣΑΒΒΙΔΗΣ, αρ. 3 ΠΑΜΠΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, αρ. 4 ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, αρ. 5 ΕΛΕΝΗ ΓΕΩΡΓΙΟΥ και αρ. 6 ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ προσωπικά και/ή μέσω αντιπροσώπων σας ή/και υπηρετών ή/και υπαλλήλων, ή/και προσώπων ή/και εταιρειών που ενεργούν ως αχυράνθρωποι σας, αμελήσετε να υπακούσετε στο αναφερόμενο διάταγμα, εσείς μεν υπόκεισθε σε σύλληψη, η δε περιουσία σας σε κατάσχεση». Οι καθ' ων η αίτηση έφεραν ένσταση στη συνέχιση των διαταγμάτων τα οποία αφού εκδικάστηκαν, εκδόθηκε απορριπτική απόφαση από άλλο Δικαστή, στις 25.2.
  8. Στο μεταξύ στις 27.11.2012 ο αιτητής προώθησε την κρινόμενη αίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δυνάμει του Άρθρου 42 του Ν.14/60 και της Δ.42Α και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας με την οποία επιζητά διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους καθ' ων η αίτηση να συμμορφωθούν με το πιο πάνω διάταγμα του Δικαστηρίου δια φυλακίσεως και/ή προστίμου και/ή μεσεγγυήσεως των περιουσιακών τους στοιχείων, καθώς και διάταγμα για αποζημιώσεις για παράβαση και/ή ανυπακοή στο εν λόγω διάταγμα. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Στέλιου Γεωργίου, ασκούμενου δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο του ενάγοντα και δεόντως εξουσιοδοτημένου από αυτόν να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γίνεται αναφορά στο εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 το οποίο και επισυνάπτεται μαζί με μια επιστολή των καθ ων η αίτηση. Εκ του φακέλου της υπόθεσης συνάγεται επίσης ότι το διάταγμα επιδόθηκε στους καθ ων η αίτηση 1 και 2 την 13.11.
  9. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, ο καθ' ου η αίτηση 2 στις 14.11.2012 απέστειλε επιστολή στους δικηγόρους του αιτητή εκ μέρους του, αλλά και εκ μέρους της εταιρείας του, εκ του περιεχομένου της οποίας «το λεκτικό και το ύφος δείχνει ξεκάθαρα ότι δεν προτίθενται να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και ότι η παρακοή του διατάγματος είναι ηθελημένη και εκούσια ...... Αυτό δεν αφήνει περιθώριο άλλης ερμηνείας από το ότι είναι η πρόθεση τους να μην συμμορφωθούν με το διάταγμα». Είναι επίσης η θέση του ότι από την επίδοση του διατάγματος οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 δεν έχουν προβεί σε εκτέλεση των όσων διατάσσει το διάταγμα, παρόλο που έχει παρέλθει το χρονικό διάστημα των επτά ημερών. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έφεραν ένσταση στην πιο πάνω αίτηση την οποία και καταχώρησαν γραπτώς συνοδευόμενη από ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση
  10. Στο σώμα της ένστασης προβάλλονται 11 λόγοι για τους οποίους η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Το Δικαστήριο τους έχει μελετήσει και τους έχει πλήρως υπόψη του, κρίνεται δε ότι η παράθεση όλων των λόγων είναι αχρείαστη. Σημειώνεται ότι ο 1ος λόγος συνιστά άρνηση της ενόρκου δηλώσεως που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών, ενώ στον 8ο και 9ο λόγο ένστασης γίνεται αναφορά στην επιστολή του καθ' ου η αίτηση 2 ημερ. 14.11.2012 και ότι αυτή δεν αναφέρεται καθόλου στο εκδοθέν διάταγμα, αλλά γενικά στην έναρξη της διαδικασίας εκ μέρους του ενάγοντα. Τέλος κρίνεται πως αναφορά θα πρέπει να γίνει και στον 10ο λόγο ένστασης, σύμφωνα με τον οποίο «ποτέ δεν ήταν θέληση των εναγομένων να ασεβήσουν προς το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο σέβονται και προς το οποίο πράττουν ενέργειες για να συμμορφωθούν». Να σημειωθεί ότι η ένορκη δήλωση του καθ' ου η αίτηση 2 ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Με αίτημα του αιτητή και κατόπιν ένστασης και ακρόασης εκδόθηκε διάταγμα, από άλλο Δικαστή, με το οποίο δόθηκε άδεια για την αντεξέταση του καθ' ου η αίτηση 2 αναφορικά με τις παραγράφους 11 και 12 της ενόρκου δηλώσεως του. Να σημειωθεί ότι στη μεν παράγραφο 11 γίνεται αναφορά στην πιο πάνω επιστολή και ότι αυτή δεν αφορά καθόλου το εκδοθέν διάταγμα, στη δε παράγραφο 12 αναφέρει ότι ποτέ δεν ήταν η θέληση τους να ασεβήσουν προς το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο σέβονται και προς το οποίο πράττουν ενέργειες για να συμμορφωθούν. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμη η παράθεση αυτούσιας της ρηθείσης επιστολής, ώστε στη συνέχεια να υπάρχει πλήρης εικόνα επί του συζητούμενου. "Your action in freezing this Company's account has very serious consequences and I advise you and your client of the following:
  11. "We hold your client responsible for all our losses and expenses including Legal Fees incurred due to this action and his actions generally. We also hold him responsible for the losses and inconvenience of any third party associated with us who suffers by his actions in any way.
  12. In particular the inability of this Company to function properly in the Construction in Moni will cause serious losses and inconvenience. At the moment we are in the course of constructing the roads and pavements; and installing the final services. If this work comes to a stop due to lack of money, it will be very expensive to start up again. We will lose house sales if these works are not completed within a reasonable time frame and there is a danger that repercussions to this Company will be substantial.
  13. Finally, this Company is in the process of completing an international property deal and this action by your client is in danger of scuppering this deal. The loss from this will be very substantial and we will hold your client responsible. None of the above limits us to seeking compensation for losses caused by your actions in any other areas which are not specifically listed. Please advise your client to reverse his ill advised, malicious and illegitimate action immediately without delay in order to avoid the consequences. Yours sincerely, Vasos Savvides - Director" Στη βάση των πιο πάνω, ο καθ' ου η αίτηση 2 αντεξετάστηκε. Ρωτήθηκε τι εννοούσε στην αρχική αναφορά στην επιστολή του (your action in freezing this company´s account) και εξήγησε ότι εννοούσε αυτό που αναφέρει η επιστολή, δηλαδή το πάγωμα των λογαριασμών τόσο των δικών του όσο και της εταιρείας του. Η λέξη «action» αναφέρεται στο ενδιάμεσο διάταγμα. Σε σχέση με την παράγραφο 12 της ενόρκου δηλώσεως του και στο ερώτημα τι ενέργειες έκαμε για να συμμορφωθεί με το διάταγμα, απάντησε ότι γεννήθηκε στην Αγγλία και δεν μιλά καλά ελληνικά. Παρέλαβε δέσμη εγγράφων τα οποία και δεν μπορούσε να καταλάβει και τα έδωσε στους δικηγόρους του. Δεν αντιλαμβάνεται γιατί βρίσκεται σε περιφρόνηση του Δικαστηρίου διερωτώμενος, «Ποιο είναι το πρόβλημα που έκαμα; Πέτε μου ακριβώς τι θέλετε από εμένα, εξηγήστε μου πού και τι παράβλεψα». Ανέφερε επίσης ότι από αυτά που κατάλαβε από τον δικηγόρο του είναι ότι όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ο ενάγων είναι ήδη στα χέρια του. Δηλαδή είχε ο ενάγων όλα τα τιμολόγια και τις αποδείξεις, έτσι το κατάλαβε και έτσι του είπε και ο δικηγόρος του. Πρόσθεσε επίσης ότι αν πρέπει να συμμορφωθεί για κάτι που δεν κατάλαβε να του δοθεί χρόνος να προσπαθήσει γιατί εκτιμά το Δικαστήριο. Μετά το τέλος της αντεξέτασης, οι δικηγόροι προχώρησαν σε αγορεύσεις. Η κα Προδρόμου για τον αιτητή εισηγήθηκε ότι οι απαντήσεις του καθ' ου η αίτηση 2 όπως προέκυψαν από την αντεξέταση, θα πρέπει να ληφθούν υπόψη σε σχέση με την γραπτή της αγόρευση. Στην γραπτή της αγόρευση αναφέρεται στο εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου και ότι αυτό έχει επιδοθεί στους καθ' ων η αίτηση μαζί με την απαιτούμενη οπισθογράφηση. Είναι η θέση της ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν συμμορφώθηκαν με το διάταγμα του Δικαστηρίου, και τόσο από το λεκτικό όσο και το ύφος της επιστολής τους ημερ. 14.11.2012 δεν αφήνεται κανένα περιθώριο άλλης ερμηνείας, από το ότι ήταν εξαρχής η πρόθεση τους να μην συμμορφωθούν με το διάταγμα. Ως προς τα υπόλοιπα, πραγματεύεται σε έκταση στη νομική πτυχή του θέματος με παραπομπή σε σειρά αποφάσεων, με την τελική θέση ότι η ανυπακοή προς το διάταγμα εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση ήταν ηθελημένη. Απαντώντας δε επί ορισμένων πτυχών της ενστάσεως των καθ' ων η αίτηση, είναι η θέση της ότι οι καθ' ων η αίτηση είχαν σαφή και άνευ όρων υποχρέωση να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου μέχρις ότου αυτό παραμεριζόταν. Η υποχρέωση αυτή εκτείνεται ακόμα και στις περιπτώσεις όπου το επηρεαζόμενο από το διάταγμα πρόσωπο πιστεύει ότι είναι αντικανονικό ή άκυρο. Ο κ. Λουκαϊδης στην αντίπερα όχθη εκφράζει την άποψη ότι η ακύρωση του διατάγματος πρέπει να θεωρηθεί ότι ενεργεί αναδρομικά και όχι για το μέλλον. Ως εκ τούτου δεν υπάρχει σήμερα διάταγμα προς το οποίο θα πρέπει να συμμορφωθούν οι εναγόμενοι και συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι βρίσκονται σε περιφρόνηση Δικαστηρίου. Ήταν επίσης η θέση του ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι αντιφατικό, γιατί ενώ από τη μια αναφέρει ότι οι καθ' ων η αίτηση θα πρέπει όπως εντός επτά ημερών από της επίδοσης του να αποκαλύψουν ενόρκως αυτά που επιζητούνται, από την άλλη, η ένορκη αποκάλυψη θα πρέπει να γίνει κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας η οποία και δεν προσδιορίζεται χρονικά. Το Δικαστήριο έχει μελετήσει το περιεχόμενο των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων, καθώς και όλα όσα εμπεριστατωμένα κατέθεσαν γραπτώς, αλλά και ανάφεραν προφορικώς οι δικηγόροι των δύο πλευρών. Έχει επίσης παρακολουθήσει τον καθ ου η αίτηση 2 κατά την αντεξέταση του από την κα Προδρόμου και στην συνέχεια θα αξιολογηθεί η μαρτυρία του σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως του. Προτού όμως το δικαστήριο προχωρήσει στην αξιολόγηση των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων και όσα προέκυψαν από την αντεξέταση του καθ ου η αίτηση, όπως και των σχετικών εισηγήσεων των δικηγόρων των δυο πλευρών, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το νομικό πλαίσιο που καθορίζει και οριοθετεί τον τρόπο και τη διαδικασία διεξαγωγής της ακρόασης αλλά και της νομικής θεμελίωσης της αστικής παρακοής. Αντί άλλης αναφοράς παρατίθεται αυτούσιο απόσπασμα από την υπόθεση Μιχαηλίδης ν. Poliakova, Πολ. Εφ. 22/09 ημερ.24.2.11, που συμπυκνώνεται και αναλύεται ανάγλυφα η νομολογία και απαντά σε βάθος σε όλα τα σχετικά ζητήματα. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει της ποινικής διαδικασίας όχι μόνο λόγω του γεγονότος ότι επιφέρει ανάλογες σοβαρές είτε οικονομικές κυρώσεις υπό τύπο προστίμου ή κατάσχεση περιουσίας, είτε ακόμη και στέρηση ελευθερίας με φυλάκιση, αλλά και διότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται. (In re Bramblevale Ltd

(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Η αστική παρακοή κατά συνέπεια κρίνεται ως υπαρκτή μόνο εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο στον αναμενόμενο βαθμό, υπερπηδώντας το βάρος απόδειξης που έχει που είναι αυτό της βεβαιότητας ενοχής πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (δέστε και David Bean: Injunctions 8η έκδ.
(2004)σελ. 90-1 παρ. 6.18 και 6.19, όπου περιγράφεται και η όλη διαδικασία στη δικάσιμο). Γι΄ αυτό το λόγο η νομολογία έχει διαχρονικά και με συνέπεια ακολουθήσει τη γραμμή ότι για να είναι δυνατή η τιμωρία ενός καθ΄ ου η αίτηση, τα διατάγματα θα πρέπει να εξειδικεύονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια ώστε να μην αφήνεται αμφιβολία ως προς το ποιες πράξεις απαγορεύονται και υπό ποία ιδιότητα. Η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. (δέστε τις υποθέσεις Iberian Trust Ltd v. Founders Trust and Investment Co Ltd
(1932)All E.R. 176 [Repr.] και P.A. Thomas & Co and Others v. Mould and Others
(1968)1 All E.R. 963). Στο σύγγραμμα των Borris & Lowe: "The Law of Contempt" 2η έκδ., σελ. 395, αναφέρεται ότι: «Thus although persons are under a duty to comply strictly with the terms of an injuction, the Courts will only punish a person for contempt upon adequate proof of the following points. First, it must be established that the terms of the injunction are clear and unambiquous; secondly it must be shown that the defendant has had proper notice of such terms; and thirdly, there must be clear proof that the terms have been broken by the defendant.» Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ΄ ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ΄ εαυτού δεν αρκεί πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ΄ ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1). Έχουν εγερθεί κάποια ζητήματα από τον κ. Λουκαίδη αναφορικά με την οπισθογράφηση του διατάγματος, η οποία έχει ήδη παρατεθεί αυτούσια. Η Δ.42Α θ.1, προδιαγράφει, στο Αγγλικό πρωτότυπο, ότι το προς επίδοση διάταγμα θα πρέπει να οπισθογραφείται από τον Πρωτοκολλητή με «a memorandum in the words or to the effect following»: «If you, the within named A.B. neglect to obey this order, by the time therein limited, you will be liable to be arrested and to have your property sequestered.» Σύμφωνα με την Μιχαηλίδης ανωτέρω, σκοπός της οπισθογράφησης είναι «to call to the attention of the person ordered to do the act that the result of disobedience will be to subject him to penal consequences.». Και περαιτέρω με αναφορά στους Borrie & Lowe´s: Law of Contempt, σελ. 397, υποδεικνύεται ότι: «... although there are authoritative forms of indorsements it has been held that the actual form of the indorsement does not matter provided its effect substantially accords with the substance of the rule.» Μάλιστα, στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions - ανωτέρω -, αναφέρεται στη σελ.88, ότι υπάρχει και διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να εφαρμόσει ένα διάταγμα ακόμη και αν υπάρχει παράλειψη οποισθογράφησης. (Sofroniou v. Szigetti
(1991)F.C.R 332). Η εισήγηση συνεπώς του κ. Λουκαίδη ότι, εκ της μη αναφοράς στην οπισθογράφηση ως συνέπεια της παράβασης η φυλάκιση, δεν μπορεί να διαταχθεί η φυλάκιση του καθ ου η αίτηση 2 αν τελικά βρεθεί ένοχος παρακοής δεν έχει έρεισμα. Είναι επίσης η θέση του κ .Λουκαίδη ότι, δεδομένου ότι το ενδιάμεσο διάταγμα ακυρώθηκε δεν μπορεί πλέον ο καθ ου η αίτηση να βρίσκεται σε παρακοή και να εξαναγκαστεί σε συμμόρφωση. Αντιθέτως η θέση της κας Προδρόμου είναι ότι καθ ον χρόνο το διάταγμα ευρίσκεται σε ισχύ είναι επιβλητό και θα πρέπει να υπάρχει συμμόρφωση. Παραπέμπει σε νομολογία επί του θέματος, μνημονεύεται εδώ η υπόθεση Hadkinson v. Hadkinson
(1952)2 All.E.R 567, 569 που παραπέμπει η κα Προδρόμου, ότι για όσο χρονικό διάστημα ένα διάταγμα ευρίσκεται σε ισχύ δεν πρέπει να παραβαίνεται, ακόμα και αν ο επηρεαζόμενος πιστεύει ότι είναι αντικανονικό ή και άκυρο, καθότι τούτο συνιστά ακριβώς την αδιαφιλονίκητη φύση ενός διατάγματος. Κατά συνέπεια ούτε η εισήγηση αυτή μπορεί να επιτύχει. Ηγέρθη περαιτέρω θέμα από τον κ. Λουκαίδη αναφορικά με την χρονική σαφήνεια του διατάγματος και ειδικότερα ως προς το πότε θα έπρεπε οι καθ ων η αίτηση να συμμορφωθούν. Στην υπόθεση Yugos Finance BV κ.ά v. Halebay Holdings Ltd, Πολ. Εφ.180/09 ημερ.8.3.13 υπεδείχθη ότι τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα, ενώ στην Μιχαηλίδης ανωτέρω, επιπρόσθετα υποδεικνύεται ότι η πράξη ή παράλειψη του καθ΄ ου η αίτηση για την οποία εκ των υστέρων ζητείται η τιμωρία του, πρέπει να εμπίπτει εντός των ρητών και αναμφισβήτητων προδιαγραφών που το λεκτικό του διατάγματος καταγράφει. Έχει παρατεθεί το διάταγμα του δικαστηρίου και είναι η θέση του κ. Λουκαίδη πως ενώ από την μια η διαταγή είναι όπως εντός 7 ημερών από της επιδόσεως του οι καθ ων η αίτηση να παραδώσουν τα διάφορα έγγραφα, από την άλλη ορίζεται να γίνει αυτό κατόπιν διεξαγωγής κάθε εύλογης έρευνας, χωρίς χρονικό προσδιορισμό. Το θέμα αυτό δεν καλύπτεται από τους λόγους ένστασης ούτε και προωθείται με την ένορκη δήλωση του καθ ου η αίτηση 2, και σύμφωνα με την Yugos ανωτέρω, δεν μπορεί να εξεταστεί. Εν πάση περιπτώσει ανάγνωση του διατάγματος ενιαία και ως συνόλου αναδεικνύει ότι η φράση «εύλογη έρευνα» αναφέρεται, εκ του περισσού ίσως, και αφορά τα διάφορα έγγραφα και άλλα στοιχεία που θα πρέπει οι καθ ων η αίτηση να παραδώσουν, και όχι σε κάποιο χρονικό προσδιορισμό διαφορετικό από την περίοδο των 7 ημερών εντός της οποίας θα πρέπει να συμμορφωθούν. Με άλλα λόγια η εύλογη έρευνα θα πρέπει να γίνει εντός των 7 ημερών. Επί της ουσίας της παρακοής, ακόμα και να είναι παραδεκτό και αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι δεν υπάρχει συμμόρφωση με ένα διάταγμα δικαστηρίου, το θέμα δεν τελειώνει εδώ. Αφού ως λέχθηκε προαπαιτούμενο συστατικό στοιχείο της παρακοής είναι η ηθελημένη και εκ προθέσεως παρακοή στο διάταγμα. Ο ενάγων αιτητής επικαλείται το λεκτικό και την διατύπωση του περιεχομένου της επιστολής του καθ ου η αίτηση 2 και ότι εξ αυτής αποδεικνύεται ότι δεν προτίθενται να συμμορφωθούν και συνεπώς η παρακοή του διατάγματος είναι ηθελημένη και εκούσια, γεγονός που δεν αφήνει περιθώριο άλλης ερμηνείας από το ότι είναι η πρόθεση τους να μην συμμορφωθούν με το διάταγμα. Η θέση του καθ ου η αίτηση εν σχέση με την αναφορά στην επιστολή του «your action in freezing this company´s account» είναι ότι εννοούσε το πάγωμα των δικών του λογαριασμών και της εταιρείας του και η αναφορά του σχετίζεται με το ενδιάμεσο διάταγμα. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρεμβληθεί ότι το ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε την 12.11.12 εναντίον των εναγομένων 1 και 2, πέραν του επιδίκου, εμπεριείχε και άλλα διατάγματα, ως για παράδειγμα το υπό στοιχείο Γ, που αφορούσε την παγοποίηση και δέσμευση των λογαριασμών των εναγομένων 1 και 2 στην τράπεζα Marfin και στην Σ.Π.Ε. Κοντέας και/ή σε οποιαδήποτε τράπεζα και/ή Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία μέχρι ποσού €450.
  1. Είναι προφανές από το πιο πάνω προοίμιο της επιστολής, ότι οι εναγόμενοι αναφέρονται στην παγοποίηση των λογαριασμών τους που επήλθε δια του πιο πάνω διατάγματος, οι δε παράγραφοι 1, 2 και 3 της επιστολής, αφορούν το απαγορευτικό διάταγμα που αφορά την επίδικη οικία υπό στοιχείο Α και Γ του διατάγματος. Πουθενά στην πιο πάνω επιστολή δεν γίνεται αναφορά στο επίδικο διάταγμα, αλλά ούτε και από το σύνολο της επιστολής των εναγομένων εξάγεται κάποιο συμπέρασμα που να οδηγεί, ή ακόμα να παραπέμπει έστω, σε μια κατ΄ αρχή συζήτηση για ηθελημένη και εκούσια παρακοή του διατάγματος για την οποία επιζητείται η τιμωρία τους. Ο ενάγων αιτητής στήριξε το αποδεικτικό του υλικό προς απόδειξη της παρακοής του διατάγματος, αλλά και της ηθελημένης παρακοής εκ μέρους των καθ ων η αίτηση στην ρηθείσα επιστολή, εκ της οποίας όμως, πουθενά δεν παρέχεται έρεισμα προς θεμελίωση του ισχυρισμού του. Ούτε και η αντεξέταση του καθ ου η αίτηση 2 διαφώτισε περαιτέρω το τοπίο, ή πρόσθεσε οτιδήποτε άλλο πέραν της επανάληψης ότι αφορούσε το πάγωμα των δικών του λογαριασμών και εκείνων της εταιρείας του. Η προσθήκη στη μαρτυρία του ότι η επιστολή αφορούσε το διάταγμα που εκδόθηκε και πάλι δεν προσθέτει οτιδήποτε, αφού το πάγωμα των λογαριασμών όντως επήλθε ως συνέπεια του διατάγματος. Και επ΄αυτού γίνεται αποδεκτή η επί τούτου μαρτυρία του καθ ου η αίτηση, ως συνάδουσα με το περιεχόμενο της πιο πάνω επιστολής. Όντας οιονεί ποινική υπόθεση η αστική παρακοή ενός διατάγματος, το βάρος απόδειξης της παρακοής βαρύνει τον αιτητή. Και είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι εκ του περιεχομένου της ως άνω επιστολής δεν έχει αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο του εθελούσιου και της εκ προθέσεως παρακοής και καταστρατήγησης του διατάγματος εκ μέρους των καθ ων η αίτηση. Αντεξετάστηκε ως λέχθηκε ο καθ ου η αίτηση και επί του περιεχομένου 12 της ενόρκου δηλώσεως του και κατέθεσε «Ποιο είναι το πρόβλημα που έκαμα; Πέτε μου ακριβώς τι θέλετε από εμένα, εξηγήστε μου πού και τι παράβλεψα». Περαιτέρω ήταν η θέση του ότι από αυτά που κατάλαβε από τον δικηγόρο του, είναι ότι όλα τα στοιχεία που χρειάζεται ο ενάγων, δηλαδή τιμολόγια και αποδείξεις είναι ήδη στα χέρια του. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να παρεμβληθεί το υπό στοιχείο Στ του διατάγματος το οποίο κρίνεται ως άμεσα σχετικό με τις απαντήσεις του καθ ου η αίτηση
  2. Εκδόθηκε διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal εναντίον της τράπεζας Marfin και της Σ.Π.Ε Κοντέας για αποκάλυψη, μεταξύ άλλων, και των λογαριασμών των εναγομένων 1 και
  3. Δεδομένου συνεπώς του διατάγματος αυτού, ο ενάγων όφειλε και είχε καθήκον να αναφέρει στο δικαστήριο αν έγινε η αποκάλυψη από τις τράπεζες, αφού μέρος των στοιχείων που αφορούν την μεταφορά του χρηματικού ποσού που δόθηκε βάση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου, καθώς και η εν γένει διαχείριση του ποσού αυτού που συνιστά επίδικο στην κρινόμενη αίτηση, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ήδη ευρίσκεται στην κατοχή του ενάγοντα δια της αποκαλύψεως των λογαριασμών εκ μέρους των τραπεζικών ιδρυμάτων. Και τούτο έχοντας υπόψη και τη θέση του καθ ου η αίτηση, που έλαβε επί τούτου και νομική συμβουλή, ότι ο ενάγων έχει όλα τα στοιχεία, ήτοι τιμολόγια και αποδείξεις. Σημειώνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του, αλλά ούτε και του ζητήθηκε να διευκρινίσει περαιτέρω τι εννοούσε, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται κενά στην υπόθεση του ενάγοντα, αλλά και στο μέτρο και στον βαθμό απόδειξης που απαιτείται σε τέτοιες υποθέσεις. Στο ίδιο πλαίσιο κρίνεται πως εντάσσεται και η θέση του, διερωτώμενος ως προς το τι ακριβώς θέλει ο ενάγων και ο ίδιος παράβλεψε. Οι απαντήσεις του καθ ου η αίτηση επί του συγκεκριμένου δεν καταδείχνουν στον απαιτούμενο βαθμό και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι όντως υπήρξε τελικά παράβαση του διατάγματος, αλλά και αν υπήρξε ότι αυτή ήταν όντως εσκεμμένη εκ μέρους τους. Στην υπόθεση Irtelli v. Squatriti
(1993)Q.B 83 C.A υπεδείχθη ότι ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη είναι και το γεγονός ότι ο καθ ου η αίτηση έλαβε νομική συμβουλή χωρίς οι δικηγόροι του να του επιστήσουν τους κινδύνους (alert to the risk). Στο σύγγραμμα Albridge, Eady and Smith on Contempt 4η εκδ. σελ. 1033-1034, υποδεικνύεται πως δεν μπορεί εύκολα να παραγνωριστεί ισχυρισμός ότι ο φερόμενος ως παραβάτης ενός διατάγματος στηρίχθηκε σε νομική συμβουλή. Η ουσία όμως εδώ είναι πως ο καθ ου η αίτηση πρόβαλε τον ισχυρισμό ότι ο αιτητής έχει όλα τα σχετικά στοιχεία και δεν έχει αμφισβητηθεί. Εν ολίγοις, δια της μαρτυρίας του καθ ου η αίτηση ηγέρθηκαν αμφιβολίες και ως προς αυτή καθαυτή την παράβαση του διατάγματος. Ανεξάρτητα από όσα έχουν λεχθεί, εκείνο που θα πρέπει να καταδείξει ο αιτητής ώστε να προκύψει εύρημα για περιφρόνηση εκ μέρους του καθ ου η αίτηση είναι ότι θα πρέπει να προκύπτει μια ηθελημένη και εκ προθέσεως συμπεριφορά καταστρατήγησης του διατάγματος. Στην υπόθεση Attorney-General for Tuvalu and Another v. Philatelic Distributions Corporation Ltd and others
(1990)1 W.L.R 926 υπεδείχθη ότι επί αστικής περιφρόνησης η διαδικασία είναι οιονεί ποινική και απαιτείται όπως η παρακοή αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η υπόθεση αφορούσε διευθυντή εταιρείας με βάση την αγγλική O.45 r5 και υπεδείχθη ότι ο καθ ου η αίτηση διευθυντής θα πρέπει να είναι ένοχος μιας υπαίτιας συμπεριφοράς, και η απλή απραξία (inactivity) δεν είναι αρκετή (sufficient). Να προστεθεί επίσης ότι στην υπόθεση αυτή υπεδείχθη ότι στην αίτηση παρακοής θα πρέπει να καταγράφονται επαρκείς λεπτομέρειες του τι έπραξε, ή δεν έπραξε, ή τι θα έπρεπε να πράξει ο καθ ου η αίτηση, δεδομένης ακριβώς και της φύσης της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη και του ιστορικού της υπόθεσης. Το βάρος είναι στον αιτητή, που επέχει θέση κατηγόρου, να αποδείξει τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ως λέχθηκε στην Παπαχρυσοστόμου ανωτέρω: «Παρά τον αστικό χαρακτήρα της διαδικασίας για καταφρόνηση και το μανδύα της πολιτικής δικαιοδοσίας που την περιβάλλει το αίτημα για καταδίκη για ανυπακοή διατάγματος του δικαστηρίου αποβλέπει στη τιμωρία του παραβάτη. Κατά συνέπεια η αίτηση για καταδίκη προσλαμβάνει το χαρακτήρα κατηγορίας η απόδειξη της οποίας υπόκειται στους κανόνες που διέπουν την απόδειξη ποινικού αδικήματος, δηλαδή απόδειξη της κατηγορίας γενικά και των συστατικών της στοιχείων ειδικά, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Θα πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι στην υπόθεση Attorney-General ανωτέρω, υπεδείχθη ότι ορθά ο πρωτόδικος δικαστής ακολούθησε την πρακτική της ποινικής διαδικασίας εξετάζοντας και απορρίπτοντας αίτημα ότι δεν απεδείχθη εκ πρώτης όψεως υπόθεση (no case to answer) σε βάρος του καθ ου η αίτηση. Και στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής δεν έχει αποσείσει το βάρος αυτό. Δεδομένου ότι ο καθ ου η αίτηση 2 αντεξετάστηκε κατόπιν διαταγής του δικαστηρίου, κρίνεται πως οι απαντήσεις του δεν εμπεριέχουν το στοιχείο της απαιτούμενης ηθελημένης παρακοής, αλλά ούτε και προκύπτει κάποια υπαίτια συμπεριφορά. Ελλείπει η υποκειμενική υπόσταση (mens rea), ήτοι η πρόθεση ανυπακοής στο διάταγμα του δικαστηρίου. Υποδεικνύεται η ανάγκη, ως τονίστηκε στην Κώστα ν. Κώστα
(2003)1 Α.Α.Δ. 269, για αυστηρή απόδειξη των καταλογιζομένων. Έχουν παρατεθεί οι απαντήσεις του μάρτυρα και κρίνεται πως με κανένα τρόπο δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα ηθελημένης παρακοής του στο εκδοθέν διάταγμα του δικαστηρίου. Σημειώνεται πως δεν του υπεβλήθη ότι παράκουσε ηθελημένα το διάταγμα, ούτε και σε τι ακριβώς παράκουσε ώστε να δώσει τις απαντήσεις του. Αντίθετα, ήταν η θέση του ότι ο αιτητής έχει όλα τα στοιχεία γεγονός στο οποίο έχει ήδη γίνει αναφορά. Είναι περαιτέρω η κρίση του δικαστηρίου αξιολογώντας τον καθ ου η αίτηση σε αυτά που κατέθεσε (Ποιο είναι το πρόβλημα που έκαμα; Πέτε μου ακριβώς τι θέλετε από εμένα, εξηγήστε μου πού και τι παράβλεψα), σε συνδυασμό με την αναντίλεκτη θέση του ότι τα έχει όλα ο αιτητής, ότι απέχουν από το να καταδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την εκ προθέσεως και εσκεμμένη παράλειψη του να συμμορφωθεί με το διάταγμα. Το συμπέρασμα εκ των απαντήσεων του, αλλά και εκ του περιεχομένου της ενόρκου δηλώσεως του, είναι ότι ελλείπει παντελώς το στοιχείο της ηθελημένης και εκ προθέσεως παρακοής του στο διάταγμα του δικαστηρίου, ή όπως τέθηκε στην υπόθεση Z Ltd v. A-Z and AA-LL
(1982)1 Q.B 558, δεν έχει καταδειχθεί τέτοιας μορφής αδιαφορία που να καθιστά τους καθ ων η αίτηση ανυπότακτους στο διάταγμα του δικαστηρίου. Κατά συνέπεια και ως αποτέλεσμα είναι η κατάληξη του δικαστηρίου ότι ο αιτητής δεν έχει αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό τα συστατικά στοιχεία της παρακοής του διατάγματος και ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται σε βάρος του αιτητή και υπέρ των καθ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το δικαστήριο και θα είναι καταβλητέα στο τέλος. (Υπ.) ........... Νίκος Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.