Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ανήλικος δια του πατρός αυτού Ανδρέα Χαραλάμπους και μητρός αυτού Γεωργίας Χαραλάμπους ως πλησιεστέρων συγγενών, φίλων και κηδεμόνων ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 59/13, 3/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A279 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 59/13 Μεταξύ: Χαράλαμπος Χαραλάμπους, ανήλικος δια του πατρός αυτού Ανδρέα Χαραλάμπους και μητρός αυτού Γεωργίας Χαραλάμπους ως πλησιεστέρων συγγενών, φίλων και κηδεμόνων Ενάγοντα και 1. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας 2. Σχολική Εφορεία Πάνω Πολεμιδιών Εναγομένων Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ημερ. 27.3.13 Ημερομηνία: 3.10.2013 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Π. Μιχαήλ. Για Εναγόμενους 2 - Καθ' ων η αίτηση: κ. Σ. Σωφρονίου. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Ενάγοντας αξιώνει με την αγωγή του εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες και άλλες ζημιές που υπέστη στις 19.9.06 όταν, στο χώρο του δημοτικού σχολείου όπου φοιτούσε, έπεσε και τραυματίσθηκε στο κεφάλι στην προσπάθεια του να καθίσει σε παγκάκι από τη βάση του οποίου απουσίαζαν δύο ξύλινα σανίδια. Στις 27.3.13 ο Ενάγοντας (στο εξής ο Αιτητής) καταχώρησε την υπό εξέταση αίτηση με την οποία ζητά: (Α) Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 2, όπως εντός 15 ημερών από την έκδοση του διατάγματος, δώσουν περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με την παράγραφο 2(ε) της έκθεσης υπεράσπισης ως ακολούθως: Σε σχέση με το εξής απόσπασμα από την εν λόγω παράγραφο: «Αντίθετα όλα τα αναγκαία µέτρα προειδοποίησης λαµβάνονταν για τακτά χρονικά διαστήµατα σε περιπτώσεις όπου εγκυµονούσε ο παραµικρός κίνδυνος τόσο για τον Ενάγοντα όσο και για τους υπόλοιπους µαθητές του Δηµοτικού Σχολείου»: (α) Ποιά ήταν τα «αναγκαία µέτρα προειδοποίησης» που λαµβάνονταν από την Εναγόµενη 2 στο χώρο του Δηµοτικού Σχολείου όταν υπήρχαν «περιπτώσεις όπου εγκυµονούσε ο παραµικρός κίνδυνος». (β) Ποιός απεφάσιζε, ποια ήταν τα «αναγκαία µέτρα», ποιός κάλυπτε το κόστος όταν λαµβάνονταν «αναγκαία µέτρα» και ποιος αναλάµβανε την ευθύνη για την εκτέλεσή τους; (γ) Τι εννοείτε «τακτά χρονικά διαστήµατα» δηλαδή κάθε πόσο χρονικό διάστηµα γινόταν έλεγχος για να ληφθούν τα «αναγκαία µέτρα προειδοποίησης» όταν αυτό ήτο απαραίτητο; (δ) Για την σχολική χρονιά 2006-2007 ποια ήταν «τα αναγκαία µέτρα προειδοποίησης», αν λήφθησαν, για τους χώρους του Δηµοτικού Σχολείου Καρµιώτισσας Πάνω Πολεµιδιών και ποιοί ήταν οι κίνδυνοι που κατέστησαν αναγκαία την λήψη τους; Η αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 και ειδικότερα στον Κ.6 αυτής, στη Δ.48 Κ.1, 2, 3, 8 και 9(
- i)και στη Δ.64 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών καθώς και στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Η αίτηση δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και όσον αφορά τα γεγονότα παραπέμπει στο φάκελο της υπόθεσης και στα δικόγραφα. Οι Εναγόμενοι 2 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση) απάντησαν στην αίτηση καταχωρώντας ένσταση ημερ. 28.5.13, η οποία στηρίζεται στη Δ.19 Κ.1, 2 και στη Δ.48 Κ.2-4 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στις γενικές αρχές του Νόμου, στους Κανόνες Επιείκειας, στην πρακτική και στην σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου. Οι λόγοι της ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νοµικά και πραγµατικά αστήρικτη και/ή άνευ αντικειµένου και/ή ασύµφωνη µε τους σχετικούς Νόµους και/ή διαδικαστικούς κανονισµούς και/ή άλλως πως. 2. Θα σπαταληθεί αχρείαστος χρόνος και χρήµα µε την τυχόν εκδίκαση της αίτησης, γεγονός που βαραίνει κατά της καλώς νοούµενης και ταχείας απονοµής της Δικαιοσύνης. 3. Η αίτηση καταχράται διαδικαστικούς κανόνες της Πολιτικής Δικονοµίας αφού σύµφωνα µε αυτούς σε περιπτώσεις όπου το ένα µέρος κρίνει ορθό ότι περαιτέρω λεπτοµέρειες πρέπει να δοθούν σε αυτόν θα έπρεπε αυτές να ζητηθούν πρώτα µε επιστολή και όχι απευθείας µε αίτηση. 4. Τα στην αίτηση αναφερόµενα θέµατα που ζητείται να δοθούν περαιτέρω λεπτοµέρειες είναι άµεσα συνυφασµένα µε τις ενέργειες και/ή πράξεις του Ενάγοντα, οι οποίες εµπεριέχουν και αναµειγνύονται σ' αυτά και πραγµατικά γεγονότα για τα οποία πρέπει να δοθεί σχετική µαρτυρία. 5. Με την αίτηση του ο Αιτητής ζητά ουσιαστικά την αποκάλυψη και εκµαίευση µαρτυρίας και όχι λεπτοµερειών. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Σωτηρούλας Νικολάου, η οποία εργάζεται στο γραφείο του δικηγόρου των Καθ' ων η αίτηση, και σε αυτήν αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Η καταχώρηση της αίτησης αποτελεί κατάχρηση της Δ.19 Κ.7 όπου προβλέπεται ως βασική αρχή να αποστέλλεται πρώτα και αναγκαστικά επιστολή από τον διάδικο που αιτείται τις λεπτοµέρειες και αν αυτό του το αίτηµα δεν θεραπευτεί από τον αντίδικο µε την απάντηση του, τότε και µόνον θα δικαιούτο ο Αιτητής να καταχωρήσει αίτηση για λεπτοµέρειες. Τούτου δεδομένου η αίτηση δέον να απορριφθεί ως πρόωρη. Περαιτέρω η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και δεν είναι επαρκώς δικαιολογηµένη. Αποσκοπεί στην καθυστέρηση της δίκαιης διεξαγωγής της διαδικασίας και τείνει να προκαλέσει εµπόδιο στην οµαλή και γρήγορη εκδίκαση της αγωγής. Οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται τον ισχυρισµό του Αιτητή ότι δήθεν υπήρχε οποιαδήποτε κατάσταση στο χώρο του εν λόγω σχολείου κατά τον ουσιώδη χρόνο που να καθιστούσε ανασφαλές και επικίνδυνο το χώρο όπου κατ' ισχυρισµό έγινε το ατύχηµα και ο τραυµατισµός του Ενάγοντα. Αντίθετα προβάλλεται η υπεράσπιση στον ισχυρισµό αυτό ότι όλα τα αναγκαία και νενοµισµένα µέτρα προειδοποίησης και/ή οι επιδιορθώσεις λαµβάνονταν και εγίνοντο επί τακτά χρονικά διαστήµατα και/ή οσάκις χρειαζότανε. Εντούτοις προς ενίσχυση και διευκρίνηση της υπεράσπισης του οι Καθ' ων η αίτηση αναφέρουν µέσα από την παράγραφο 2(γ) τα µέτρα που λαµβάνονταν µε σκοπό τη µέγιστη δυνατή προστασία και ασφάλεια στους σχολικούς χώρους. Οι αιτούµενες λεπτοµέρειες µπορούν να δοθούν µόνο αναφορικά µε ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά µε τη µαρτυρία που θα προσκοµισθεί. Με την αίτηση ζητείται να δοθεί διευκρίνηση των µέτρων που πάρθηκαν εκ µέρους των Καθ' ων η αίτηση που αποτελούν ουσιαστικά µαρτυρία, η οποία δεν θα µπορούσε να είναι µέρος των δικογράφων. Αιτήσεις όπως οι παρούσα εγκρίνονται σύμφωνα με τη νομολογία όταν ένας εκ των διαδίκων κινδυνεύει να βρεθεί προ εκπλήξεως λόγω της ασάφειας και έλλειψης διευκρίνισης σε ουσιώδη γεγονότα που θα έχουν ως αποτέλεσµα την αδυναµία να προσκοµισθεί η κατάλληλη µαρτυρία για να αντικρούσει στα πλαίσια δίκαιης διεξαγωγής της δίκης. Σε καµία περίπτωση µέσα από το λεκτικό και τη δικογραφική στοιχειοθέτηση δεν παρατηρείται οποιαδήποτε παράλειψη, ασάφεια ή µπέρδεµα για να ενδείκνυται ή επιβάλλεται όπως οι Εναγόµενοι δώσουν καλύτερες ή περαιτέρω λεπτοµέρειες αφού δεν υπάρxει οποιαδήποτε ασάφεια ή θέµα προς διευκρίνηση ή αοριστία ουσιώδους σηµείου. Τα γεγονότα δε που ζητούνται να διευκρινιστούν αποτελούν µαρτυρία και δη ειδικών ή τεχνιτών και/ή δεόντως εξειδικευµένων προσώπων που επιβλέπουν και/ή καθίστανται υπεύθυνα για τα µέτρα ασφάλειας που πρέπει να λαµβάνονται. Ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα προκαλέσει αδικία και δυσµενή επηρεασµό των δικαιωµάτων των Καθ' ων η αίτηση που δεν θα µπορεί να αποζηµιωθεί µε έξοδα εφόσον αν διαταχθεί η παροχή λεπτοµερειών θα αναφερθούν ουσιαστικά γεγονότα και µαρτυρία, που αποτελούν αποκάλυψη και εκµαίευση µαρτυρίας και όχι λεπτοµερειών. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της αίτησης με έξοδα σε βάρος του Αιτητή. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι συνήγοροι, υποστήριξαν με γραπτές αγορεύσεις τις εκατέρωθεν θέσεις τους με αναφορά στα δεδομένα της υπόθεσης και με παραπομπή στη σχετική νομολογία. Νομική πτυχή Σύμφωνα με την πάγια νομολογία η δικογραφία συνιστά το θεμέλιο της δίκης και αποτελεί το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επιδίκων θεμάτων (βλ. Τσαγγάρη ν. Γαβριηλίδου κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 472). Τα δικόγραφα θα πρέπει να συντάσσονται σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.19 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και ιδιαίτερα σύμφωνα με τον Κ.4, από το κείμενο του οποίου προκύπτει ότι κάθε δικόγραφο θα πρέπει να διατυπώνει σε συνοπτική μορφή όλα τα ουσιώδη γεγονότα πάνω στα οποία ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή την υπεράσπιση του, ανάλογα με την περίπτωση, και όχι τη μαρτυρία με την οποία θ' αποδειχθούν αυτά τα γεγονότα. Η λέξη «ουσιώδη» (material) σημαίνει αναγκαία για το σκοπό να διατυπωθεί μια πλήρης αιτία αγωγής. Στην Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 718 αναφέρθηκαν δε τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides v. C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R. 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως ή να καταλαμβάνεται εξαπίνης. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται ο αντίδικος δικαιούται να αξιώνει και επιτυγχάνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να παράσχει τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 A.A.Δ. 649, 652). Στην υπόθεση National Supply Corporation of the Lybyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 C.L.R. 427, 432, τονίστηκε η ανάγκη για ακρίβεια στα δικόγραφα ούτως ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει με βεβαιότητα την πραγματική διαφορά και να ετοιμαστεί για τη δίκη». Η Δ.19 Κ.6 στην οποία στηρίζεται η παρούσα αίτηση είναι πανομοιότυπη με την αντίστοιχη διάταξη των παλιών Αγγλικών Θεσμών (Δ.19 Κ.7) και προβλέπει τα εξής: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just.» Σε μετάφραση: «Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο». Ως δε λέχθηκε στην Θεμιστοκλέους ν. Χρ. Γεωργιάδη Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157 η πιο πάνω Διαταγή πρέπει να αντικρισθεί υπό το πρίσμα της Δ.19 Κ.4 και από το συνδυασμένο αποτέλεσμα αυτών «ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται δε ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξαπίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ' ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν». Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι αφετηρία για την έκδοση διατάγµατος για περαιτέρω και καλύτερες λεπτοµέρειες αποτελεί το ουσιώδες γεγονός και συναφώς τέτοιες λεπτομέρειες µπορούν να δοθούν µόνο αναφορικά με τέτοιο γεγονός επί του οποίου στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά µε τη µαρτυρία που θα προσκοµισθεί προς απόδειξη του. Όπως επίσης αναφέρθηκε στην Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (αρ. 2)
(1992)1 Α.Α.Δ. 1146: «Η παροχή περαιτέρω λεπτομερειών σκοπεί στον εντοπισμό και όπου επιβάλλεται την διευκρίνιση των επίδικων θεμάτων, όπως αυτά στοιχειοθετούνται από τα ουσιώδη γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα. Θα συνιστούσε εκτροπή, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, η παροχή λεπτομερειών για επουσιώδη θέματα στα οποία γίνεται αναφορά σε δικόγραφα (Re Wells (Deceased)
(1962)1 All.E.R. 812). ....................................................................................................................................... H μαρτυρία δεν αποτελεί αντικείμενο των εγγράφων προτάσεων, ούτε μπορεί να διαταχθούν λεπτομέρειες του περιεχομένου της εφόσον αποκαλύπτεται (Temperton v. Russell
(1893)9 T.L.R. 318).» Στο Annual Practice 1958 στη σελ. 450 αναφέρεται δε ότι σε κάθε δικόγραφο είναι αναγκαία μια συγκεκριμένη ποσότητα λεπτομερειών για να διασφαλίσει σαφήνεια και να προλάβει εκπλήξεις κατά τη δίκη. Κάθε μέρος πρέπει να δηλώνει την υπόθεση του με ακρίβεια. Σε αντίθετη περίπτωση ο αντίδικος του δεν θα γνωρίζει με βεβαιότητα ποιο είναι ακριβώς το αμφισβητούμενο σημείο και έτσι δεν θα μπορεί να ετοιμάσει κατάλληλα τη μαρτυρία που θα παρουσιάσει στη δίκη. Οι λεπτομέρειες που θα παρατίθενται θα είναι ανάλογα με τα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Το δικόγραφο πρέπει να περιέχει εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα θέτουν την άλλη πλευρά «σε επιφυλακή» και θα της λένε τι θα αντιμετωπίσει όταν η υπόθεση οδηγηθεί σε δίκη. Επίσης θα πρέπει να καταδεικνύουν επαρκώς στον αντίδικο τη φύση της μαρτυρίας που θα απαιτηθεί από αυτόν. Δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαταγής για παροχή λεπτομερειών νομικά σημεία στα δικόγραφα όπως π.χ. νομικές εισηγήσεις. Όταν όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα είναι αποτέλεσμα της επενέργειας ορισμένου γεγονότος αυτό πρέπει να δικογραφείται (βλ. Τζιακούρα ν. Οικονομίδη
(1997)1 Α.Α.Δ. 669). Περαιτέρω δεν εκδίδεται διάταγμα για λεπτομέρειες αναφορικά με γεγονότα τα οποία ο Αιτητής γνωρίζει καλύτερα από τον αντίδικο του (βλ. Σάββα ανωτέρω και Athina Leathergoods Ltd v. Χαραλάμπους κ.α.
(2000)1Β Α.Α.Δ 787). Ωστόσο ως υποδεικνύεται στην τελευταία απόφαση στο Annual Practice 1960 σελ. 461 αναφέρεται ότι "ο κάθε διάδικος δικαιούται να γνωρίζει το περίγραμμα της υπόθεσης που θα παρουσιάσει ο αντίδικος του εναντίον του και να τον δεσμεύσει οριστικά. Επομένως θα διαταχθεί η παροχή λεπτομερειών όπου το δικαστήριο ικανοποιείται ότι χωρίς αυτά ο αιτητής δε θα γνωρίζει τί θα προσπαθήσει να αποδείξει εναντίον του ο αντίδικος του στη δίκη". Εν πάση δε περιπτώσει το Δικαστήριο δεν θα διατάξει λεπτομέρειες κάποιου ισχυρισμού του οποίου το βάρος απόδειξης φέρει ο Αιτητής (βλ. Annual Practice 1958 στη σελ. 461). Είναι δε θεμελιωμένο ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μην μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού (βλ. Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ 973). Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι η σημασία των περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών είναι εξίσου μεγάλη με αυτή των εγγράφων προτάσεων καθότι ξεκαθαρίζουν με περισσότερη σαφήνεια τα επίδικα θέματα ούτως ώστε κατά τη δίκη να προσκομιστεί η σχετική μαρτυρία και για να γνωρίζει η άλλη πλευρά την υπόθεση την οποία θα αντιμετωπίσει κατά την ακρόαση χωρίς να καταλαμβάνεται εξαπίνης (βλ. National Supply Corp. Of the Libyan Arab Republic v. Achaia Shipping Ltd
(1975)1 CLR 428, Kassapi v. Louca
(1981)1 CLR 666, Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Credit Libanais etc
(1991)1 Α.Α.Δ. 649). Το Δικαστήριο έχει λοιπόν τη διακριτική ευχέρεια να διατάξει την παροχή περισσότερων και καλύτερων λεπτομερειών στις περιπτώσεις εκείνες που κρίνει ότι όπως έχει η έκθεση απαίτησης ή η έκθεση υπεράσπισης, ανάλογα με την περίπτωση, απουσιάζουν τέτοιες λεπτομέρειες, οι οποίες είναι αναγκαίες να υπάρχουν στα δικόγραφα ούτως ώστε να καθορίζουν με περισσότερη σαφήνεια τα επίδικα θέματα. Ως προς το τι αποτελεί αναγκαία λεπτομέρεια αυτό κρίνεται με βάση τα δεδομένα κάθε υπόθεσης. Η δε διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται δικαστικά. Αρχίζοντας στην παρούσα από τη θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής θα έπρεπε να ζητήσει τις περαιτέρω λεπτοµέρειες πρώτα µε επιστολή και όχι απευθείας µε αίτηση, θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή δεν ευσταθεί. Η Δ.19 Κ.7 προβλέπει ότι «Προτού ένας διάδικος αποταθεί για διάταγμα για λεπτομέρειες μπορεί να τις ζητήσει («may apply») με επιστολή». Η χρήση λοιπόν της φράσης «μπορεί να τις ζητήσει» καταδεικνύει σαφώς ότι πρόκειται για δικαίωμα και όχι υποχρέωση του διαδίκου να ζητήσει λεπτομέρειες με επιστολή πριν την καταχώρηση αίτησης. Δεν αποτελεί λοιπόν προϋπόθεση για την καταχώρηση αίτησης για λεπτομέρειες το να ζητηθούν τέτοιες προηγουμένως με επιστολή προς την άλλη πλευρά. Οι επιπτώσεις από την παράλειψη αποστολής της επιστολής, έχουν σχέση με τα έξοδα της αίτησης και όχι με την εγκυρότητα της. Σχετικό είναι τόσο το λεκτικό της Δ.19 Κ.7 όσο και το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3rd ed., Vol. 30, para. 63 σελ. 31: «Before applying for particulars by summons or notice a party should apply for them by letter. Failure to apply by letter may result in an order for payment of costs of an application for them by summons.» Θα προχωρήσω τώρα στην εξέταση της ουσίας της αίτησης. Αποτελεί βασική θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι οι λεπτομέρειες που ζητούνται αφορούν μαρτυρία και όχι ουσιώδη γεγονότα που χρήζουν διευκρίνισης. Επίσης οι Καθ' ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι με την αίτηση επιδιώκεται ουσιαστικά η αποκάλυψη και εκµαίευση µαρτυρίας και όχι λεπτοµερειών. Αντίθετα ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν επιδιώκεται κάτι τέτοιο αλλά λεπτομέρειες για να καταστεί πιο συγκεκριμένη η θέση των Καθ' ων η αίτηση περί ανυπαρξίας οποιασδήποτε ευθύνης λόγω αμέλειας ούτως ώστε ο Αιτητής να γνωρίζει ποια γραμμή θα ακολουθήσει σχετικά η άλλη πλευρά κατά την ακροαματική διαδικασία και να μη βρεθεί προ εκπλήξεως. Στην έκθεση απαίτησης του ο Ενάγοντας-Αιτητής αποδίδει την πτώση του και τον τραυματισμό του στην αποκλειστική και/ή συντρέχουσα αμέλεια και/ή στην παράβαση των εκ της νομοθεσίας θεσμοθετημένων καθηκόντων των Εναγομένων. Στις λεπτομέρειες αμέλειας αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι οι Εναγόμενοι «δεν προέβησαν στην συντήρηση και/ή διόρθωση και/ή αντικατάσταση και/ή µετακίνηση του εν λόγω πάγκου παρόλο που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ήταν ακατάλληλο για χρήση (παρ. 6(β), δεν προειδοποίησαν και/ή δεν έλαβαν τα αναγκαία µέτρα προειδοποίησης τόσο για τον ενάγοντα όσο και για τους υπόλοιπους µαθητές του δηµοτικού σχολείου για την επικινδυνότητα χρησιµοποίησης του εν λόγω πάγκου (παρ. 6(γ) και δεν προέβησαν στην ανάρτηση πινακίδας και/ή άλλου προειδοποιητικού µέτρου επί του εν λόγω πάγκου που να απαγορεύει και/ή αποτρέπει την χρήση του από τους µαθητές παρόλο που γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι ήταν ακατάλληλο για χρήση (παρ. 6(δ)». Οι Εναγόμενοι 2 στην έκθεση υπεράσπισης τους, εκτός κάποιων προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν, μεταξύ άλλων ισχυρίζονται ότι το επίδικο παγκάκι δεν ήταν καταστραµµένο και/ή ελαττωµατικό και ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τηρούσαν όλους τους αναγκαίους ελέγχους και µερίµνησαν να επιδιορθώνουν έγκαιρα και κανονικά όλους τους χώρους και την αυλή του σχολείου µε σκοπό την επίτευξη όσον το δυνατό µέγιστης προστασίας, ασφάλειας και αποφυγής τραυµατισµών τόσο των µαθητών όσο και των δασκάλων και του υπόλοιπου προσωπικού του σχολείου (παρ. 2(γ). Αρνούνται δε ότι φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη ή και ότι ευθύνονται µε οποιονδήποτε τρόπο για τον τραυµατισµό του Ενάγοντα καθώς και ότι υπήρχε η δήθεν ή οποιαδήποτε κακή ή ελαττωµατική κατάσταση στο χώρο του σχολείου και στο παγκάκι, κατά τον ουσιώδη χρόνο που τον καθιστούσε ανασφαλή και επικίνδυνο και εξ αυτού να τραυµατισθεί οποιοδήποτε πρόσωπο και ο Ενάγοντας (παρ. 2(δ). Η παράγραφος 2(ε) της έκθεσης υπεράσπισης για την οποία ζητούνται οι λεπτομέρειες αυτούσια έχει ως εξής: «Η Εναγόµενη αρ.2 αρνείται τον ισχυρισµό του Ενάγοντα ότι υπήρχε δήθεν οποιαδήποτε κατάσταση στο χώρο του εν λόγω σχολείου κατά τον ουσιώδη χρόνο που το καθιστούσε ανασφαλές και επικίνδυνο για να τραυµατισθεί οποιονδήποτε πρόσωπο. Αντίθετα όλα τα αναγκαία µέτρα προειδοποίησης λαµβάνονταν για τακτά χρονικά διαστήµατα σε περιπτώσεις όπου εγκυµονούσε ο παραµικρός κίνδυνος τόσο για τον Ενάγοντα όσο και για τους υπόλοιπους µαθητές του Δηµοτικού Σχολείου. Αποτέλεσµα αυτού ήτανε ότι ουδέποτε στο παρελθόν υπήρξε προηγουµένως ατύχηµα και ουδέποτε υποβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο ή άλλη αξίωση για την κακή ή άλλως πως πληµµελή κατάσταση αντικειµένων, επίπλων ή άλλου τι ή για την µη έγκαιρη και ασφαλή συντήρηση του σχολείου και κάθε χώρου ή επίπλου ή άλλου αντικειµένου του.» Τέλος οι Εναγόμενοι 2 απορρίπτουν οποιαδήποτε καταλογιζόµενη σε αυτούς ευθύνη, αµέλεια και/ή συντρέχουσα αµέλεια και/ή παράβαση θέσµιου καθήκοντος που τους αποδίδει ο Ενάγοντας στην παράγραφο 6(α-στ) της έκθεσης απαίτησης και ισχυρίζονται ότι ο Ενάγοντας ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο απρόσεκτος, έτρεχε χωρίς να βλέπει µπροστά του ή χωρίς να αντιληφθεί το συγκεκριµένο παγκάκι, ήταν ο ίδιος αµελής, επιπόλαιος και αυτόβουλα έθεσε τον εαυτό του στο κίνδυνο τραυµατισµού του (παρ. 2(στ). Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι με την παράγραφο 2(στ) της έκθεσης υπεράσπισης του οι Καθ' ων η αίτηση αρνούνται γενικά τις αποδιδόμενες σε αυτούς λεπτομέρειες αμέλειας συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αφορούν την μη προειδοποίηση και τη μη λήψη των αναγκαίων μέτρων προειδοποίησης για την επικινδυνότητα χρησιµοποίησης του εν λόγω πάγκου ή για απαγόρευση και/ή αποτροπή χρήσης του. Σε σχέση δε με την παράγραφο 2(ε) οι αιτούμενες λεπτομέρειες ζητούνται μόνο για συγκεκριμένο απόσπασμα της. Για σκοπούς εξέτασης όμως του θέματος η εν λόγω παράγραφος θα πρέπει να εξετασθεί στο σύνολο της και όχι αποσπασματικά. Ως προκύπτει από το περιεχόμενο της η εν λόγω παράγραφος ξεκινά με άρνηση του ισχυρισμού του Ενάγοντα ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο υπήρχε οποιαδήποτε κατάσταση στο χώρο του σχολείου που το καθιστούσε ανασφαλές και επικίνδυνο για να τραυµατισθεί οποιονδήποτε πρόσωπο. Το απόσπασμα δε που ακολουθεί είναι αυτό για το οποίο ζητούνται οι λεπτομέρειες. Αυτό αναφέρεται σε όλα τα αναγκαία µέτρα προειδοποίησης που «λαµβάνονταν για τακτά χρονικά διαστήµατα σε περιπτώσεις όπου εγκυµονούσε ο παραµικρός κίνδυνος» χωρίς να καθορίζει πότε γινόταν αυτό χρονικά. Η παράγραφος όμως δεν τελειώνει εδώ αλλά συνεχίζει αναφέροντας ότι «Αποτέλεσμα αυτού (ότι δηλ. λαμβάνονταν όλα τα αναγκαία μέτρα) ήτανε ότι ουδέποτε στο παρελθόν (η υπογράμμιση δική μου) υπήρξε προηγουµένως ατύχηµα και ουδέποτε υποβλήθηκε οποιοδήποτε παράπονο ή άλλη αξίωση για την κακή ή άλλως πως πληµµελή κατάσταση αντικειµένων, επίπλων ή άλλου τι ή για την µη έγκαιρη και ασφαλή συντήρηση του σχολείου και κάθε χώρου ή επίπλου ή άλλου αντικειµένου του». Είναι προφανές λοιπόν από την ανάγνωση της παρ. 2(ε) στο σύνολο της ότι αυτή όσον αφορά το απόσπασμα για το οποίο ζητούνται οι λεπτομέρειες δεν αναφέρεται στο τι έγινε κατά τον επίδικο χρόνο αλλά γενικά στο παρελθόν. Δεν αποτελεί όμως επίδικο θέμα στην παρούσα τι έγινε γενικά στο παρελθόν αλλά τι έγινε σε σχέση με το επίδικο γεγονός κατά τον επίδικο χρόνο. Συνεπώς κρίνεται ότι λεπτομέρειες που ζητούνται δεν είναι αναγκαίες για διευκρίνιση επίδικου θέματος και κατ' επέκταση για την προετοιμασία του Αιτητή. Η πιο πάνω κατάληξη σφραγίζει μοιραία την τύχη όλων των αιτούμενων λεπτομερειών εφόσον όλες έχουν ως βάση το εν λόγω απόσπασμα της παρ.2(ε). Ως εκ των άνω αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 2 - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα - Αιτητή, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης. (Υπ.) .............. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim (Αναφορά: Πολιτική Δικονομία - Αίτηση για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο