Ανδρούλλας Ζαχαριάδου ν. Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αγωγής: 6066/07, 18/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A311 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 6066/07 Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Ε.Δ. Λεμεσού ημερομ. 13/3/2008 Μεταξύ: Ανδρούλλας Ζαχαριάδου Ενάγουσας Και Ελληνικής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ Eναγομένων Μεταξύ: Ανδρούλλας Ζαχαριάδου Ενάγουσας Και Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εναγομένων Ημερομηνία: 18/10/2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Ρ. Χατζαράπη Για Εναγόμενους: κα Μ. Κωνσταντίνου (για την απαγγελία της απόφασης κ. Κωστακόπουλος) ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αξίωση της ενάγουσας όπως η εναγόμενη τράπεζα της καταβάλει το ½ του ποσού που η ενάγουσα μαζί με την μητέρα της, είχαν κατατεθειμένο σε κοινό τραπεζικό λογαριασμό γραμματίου και το οποίο η τράπεζα κατέβαλε εξ' ολοκλήρου στην μητέρα της ενάγουσας κατά παράβαση όπως υποστηρίζει ρητής και/ή εξυπακουόμενης συμφωνίας και/ή αμέλειας και/ή παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας που όφειλε να επιδείξει προς αυτήν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας όπως εκτίθενται στην Έκθεση Απαίτησης, από το 2004 περίπου, αυτή, μαζί με την μητέρα της Κυριακή Ευριπίδου, διατηρούσαν στην τράπεζα κοινό λογαριασμό γραμματίου (joint account), για το ποσό των 33.100.69 στερλινών. Η μητέρα της ενάγουσας μαζί με τον αδελφό της, «διανοητικά ασθενές άτομο», επισκεπτόταν κατάστημα της τράπεζας και απαιτούσε να εισπράξει όλα τα χρήματα που ήταν κατατεθειμένα στον κοινό λογαριασμό. Ως αποτέλεσμα και μετά από πολλές επισκέψεις των προσώπων αυτών στην τράπεζα, η τελευταία περί τις 13/6/2005 κάλεσε την ενάγουσα να παραλάβει μια επιταγή για το ποσό των 30.000= στερλινών, πράγμα που η ενάγουσα έπραξε. Ενώ όμως βρισκόταν σε υποκατάστημα άλλης τράπεζας, έτοιμη να καταθέσει την επιταγή σε κοινό και πάλι λογαριασμό με την μητέρα της, κλήθηκε εκ νέου από υπαλλήλους της εναγόμενης τράπεζας να επιστρέψει την επιταγή. Αυτοί, της έδωσαν παράλληλα διαβεβαιώσεις ότι τα χρήματα, θα κατατίθεντο και πάλι στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την μητέρα της και ότι για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι και έτσι η μητέρα της δεν θα μπορούσε μόνη της και/ή χωρίς την υπογραφή της ενάγουσας να εισπράξει τα χρήματα. Βασιζόμενη λοιπόν η ενάγουσα στις διαβεβαιώσεις αυτές, επέστρεψε την επιταγή στην εναγόμενη τράπεζα και τα χρήματα κατατέθηκαν εκ νέου στον κοινό λογαριασμό που διατηρούσε με την μητέρα της, έχοντας την πεποίθηση ότι η εναγόμενη τράπεζα θα απέδιδε τα χρήματα αυτά και στις δύο δικαιούχους. Όμως και αφού προηγήθηκε επιστολογραφία μεταξύ τους αναφορά στην οποία γίνεται στην Έκθεση Απαίτησης, η τράπεζα, εν αγνοία και/ή χωρίς την εξουσιοδότηση της, κατέβαλε στις 21/5/2007, ολόκληρο το ποσό του γραμματίου στην μητέρα της, με αποτέλεσμα ένεκα της συμπεριφοράς αυτής της τράπεζας, η ενάγουσα να απωλέσει το ½ του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι η τράπεζα ενήργησε κατά παράβαση συμφωνίας και/ή αμέλειας και/ή παράβαση του καθήκοντος επιμέλειας που είχε έναντι της, λεπτομέρειες των οποίων δικογραφεί και για αυτό αξιώνει από την τράπεζα το ½ του ποσού του γραμματίου που ανερχόταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στις 35.143.47 στερλίνες, πλέον τόκους. Η τράπεζα απορρίπτει την αξίωση της ενάγουσας και με την Έκθεση Υπεράσπισης της αρνείται ότι την κάλεσε να παραλάβει την επιταγή, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που έδωσε οδηγίες για την έκδοση της. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι την ίδια μέρα και μετά την παραλαβή της επιταγής από την ενάγουσα, η τράπεζα την κάλεσε να την επιστρέψει, γιατί είχε περιέλθει σε γνώση της ότι, μεταξύ της ενάγουσας και της μητέρας της είχε ξεσπάσει διαμάχη, ότι ο λόγος που είχε ανοιχθεί ο επίδικος λογαριασμός ήταν για να εξυπηρετείται καλύτερα η μητέρα της ενάγουσας και ότι τα χρήματα του λογαριασμού προέρχονταν από τις συντάξεις και/ή ανήκαν στην μητέρα της ενάγουσας. Είναι ακόμα ισχυρισμός της ότι στις 27/2/2009 η τράπεζα πληροφόρησε την ενάγουσα και τη μητέρα της ότι ενόψει των διαφωνιών που προέκυψαν μεταξύ τους σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, θα έπρεπε να δοθούν από κοινού γραπτές οδηγίες για το κλείσιμο του με σαφείς οδηγίες σχετικά με το υπόλοιπο του. Με επιστολή της ημερομηνίας 28/4/2006 η τράπεζα κάλεσε την ενάγουσα και τη μητέρα της όπως εντός 15 ημερών προβούν σε από κοινού ανάληψη του ποσού του επίδικου λογαριασμού, διαφορετικά η τράπεζα θα προέβαινε σε κλείσιμο του λογαριασμού, κάτι που η ενάγουσα και παρά το ότι ειδοποιήθηκε, παρέλειψε να πράξει. Αρνείται η τράπεζα τις λεπτομέρειες παράβασης συμφωνίας και/ή αμέλειας και/ή παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας που της αποδίδει η ενάγουσα και ισχυρίζεται περαιτέρω ότι η μητέρα της ενάγουσας και/ή ο αδελφός της απέστειλαν μαζί και/ή κεχωρισμένα στην τράπεζα επιστολές με τις οποίες ζητούσαν όπως τα χρήματα του λογαριασμού δοθούν μόνο στη μητέρα της ενάγουσας. Με την Απάντηση της η ενάγουσα απαντά στους ισχυρισμούς της τράπεζας επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα προβάλλει στην Έκθεση Απαίτησης ότι δηλαδή η τράπεζα ενήργησε κατά παράβαση των οδηγιών της, αλλά και των διαβεβαιώσεων που της είχε δώσει. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι διαδικασία τριτοδιάδικου που ξεκίνησε εναντίον της μητέρας της ενάγουσας, αποσύρθηκε στις 4/2/2010. Προς απόδειξη της υπόθεσης της μαρτύρησε η ίδια η ενάγουσα καθώς επίσης και ο Σπύρος Μιχαήλ, ενώ εκ μέρους της τράπεζας κλήθηκαν και μαρτύρησαν η Άντρη Ζαβρού και ο Μιχαλάκης Κυπριανού. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Αχρείαστο επίσης θεωρώ να εκθέσω με πλήρη λεπτομέρεια τη μαρτυρία που έχει προσκομισθεί και η οποία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά, γι' αυτό και θα αναφερθώ πολύ περιληπτικά στις θέσεις που προωθήθηκαν και θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας, έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων και ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983
(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. Eυγενία Khoreva 2002 (1Α) 454). Η ενάγουσα με τη μαρτυρία της υποστήριξε τις δικογραφημένες της θέσεις, ισχυριζόμενη ότι στις 13/6/2005, ο Μ.Υ.2 διευθυντής τότε στο κατάστημα της τράπεζας στην οποία διατηρείτο ο λογαριασμός και λόγω των απαιτήσεων του ψυχοπαθή αδελφού της ο οποίος είχε μανία αποταμίευσης και δημιουργούσε προβλήματα στην τράπεζα, την κάλεσε να αποσύρει τα χρήματα από τον κοινό λογαριασμό που διατηρούσαν με την μητέρα της. Η ενάγουσα ακολουθώντας το κάλεσμα της τράπεζας, παρέλαβε από αυτήν επιταγή για το ποσό των 30.000= στερλινών και ενώ είχε ήδη μεταβεί και βρισκόταν σε κατάστημα άλλης τράπεζας για να καταθέσει τα χρήματα αυτά, δέχθηκε τηλεφώνημα από τη Μ.Υ.1 όπως επιστρέψει και επανακαταθέσει την επιταγή στην εναγόμενη τράπεζα. Η Μ.Υ.1 της έδωσε παράλληλα διαβεβαιώσεις ότι τα χρήματα θα ήταν ασφαλισμένα και ότι για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι, η ενάγουσα δηλαδή και η μητέρα της και ότι η τελευταία δεν θα μπορούσε μόνη της και χωρίς την υπογραφή της ενάγουσας να εισπράξει τα χρήματα. Βασιζόμενη στις διαβεβαιώσεις αυτές της τράπεζας επέστρεψε την επιταγή και κατάθεσε εκ νέου τα χρήματα στον κοινό λογαριασμό. Ακολούθησε η παγοποίηση της λειτουργίας του λογαριασμού καθώς και η ανταλλαγή επιστολογραφίας σχετικά με την τύχη του, μέχρι την ημερομηνία που η τράπεζα επέτρεψε στη μητέρα της να προβεί σε ανάληψη ολόκληρου του χρηματικού ποσού της κατάθεσης, πλην μόνο μίας στερλίνας που παρέμεινε γιατί δεν ήταν δυνατό να κλείσει ο λογαριασμός χωρίς την υπογραφή και των δύο δικαιούχων. Εκ μέρους της ενάγουσας, κλήθηκε επίσης και κατάθεσε ως Μ.Ε.2 ο θείος της Σπύρος Μιχαήλ. Η μαρτυρία του, που δεν έχει άμεση σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, έτεινε να καταδείξει τις οικογενειακές σχέσεις της ενάγουσας με τη μητέρα, τον αδελφό της και μεταξύ των δύο τελευταίων. Ως μάρτυρες υπεράσπισης κλήθηκαν και κατάθεσαν δύο πρόσωπα, η Άντρη Ζαβρού και ο Μιχαλάκης Κυπριανού (Μ.Υ.1 και 2), που ήταν οι δύο υπάλληλοι της τράπεζας που είχαν ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση. Αντίθετα με την ενάγουσα και οι δύο υποστήριξαν ότι ως τράπεζα ουδέποτε κάλεσαν την ενάγουσα να αποσύρει τα χρήματα και να παραλάβει την επιταγή των 30.000= στερλινών, αλλά αντίθετα αυτή το έπραξε αυτοβούλως. Μόλις δε ο διευθυντής του καταστήματος, ο Μ.Υ.2 αντιλήφθηκε την απόσυρση των χρημάτων και επειδή η μητέρα της ενάγουσας είχε ήδη αποστείλει επιστολή στην τράπεζα με την οποία ζητούσε να μην δοθούν τα χρήματα στην ενάγουσα, έδωσε οδηγίες στην Μ.Υ.1 να την καλέσει να τα επιστρέψει, κάτι που η τελευταία έπραξε. Από την αρχή θα πρέπει να λεχθεί ότι μεταξύ των δύο αντικρουόμενων εκδοχών επιλέγω ως πλέον ειλικρινή και αξιόπιστη αυτή της ενάγουσας. Και αυτό γιατί η μαρτυρία της παρέμεινε σταθερή και ακλόνητη, σε αντίθεση με αυτή της εναγόμενης τράπεζας η οποία μεταξύ άλλων υπήρξε και ως προς το θέμα των διαβεβαιώσεων που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι της δόθηκαν κατά την επιστροφή της επιταγής αντικρουόμενη μεταξύ της. Η ενάγουσα κατάθεσε στο Δικαστήριο με αμεσότητα, σταθερότητα και σαφήνεια και μου έκαμε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας της αλήθειας. Κατάθεσε χωρίς ενδοιασμούς και αμφιταλαντεύσεις ακόμα και κατά το στάδιο της αντεξέτασης, χωρίς σε καμία στιγμή να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία της. Παρακολουθώντας την να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της θεωρώ ότι όλα όσα προέβαλε ήταν όσα πραγματικά διαδραματίσθηκαν. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι τη μαρτυρία της εκτός μόνο αυτής που βρίσκεται εκτός των δικογραφημένων της θέσεων και αφορά δύο σημεία. Πρώτο, ισχυρισμούς της, ότι υπάλληλος της εναγόμενης τράπεζας διέρρευσε στον αδελφό της, την πληροφορία για την ύπαρξη του κοινού λογαριασμού που μητέρα και κόρη διατηρούσαν στην τράπεζα και ότι με τον τρόπο αυτό η τράπεζα παραβίασε το τραπεζικό απόρρητο. Και δεύτερο ότι όταν η ενάγουσα στις 13/6/2005 κλήθηκε από την Μ.Υ.1 και επέστρεψε την επιταγή στην τράπεζα, της δόθηκαν και υπόγραψε έγγραφα για την αλλαγή των όρων λειτουργίας του λογαριασμού, ο οποίος με βάση τα έγγραφα αυτά θα μετατρεπόταν σε λογαριασμό από τον οποίο για να γίνει ανάληψη χρημάτων, θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι (both to sign). Σύμφωνα με τη νομολογία, «Μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα επίδικα θέματα επί των οποίων το δικαστήριο καλείται να βασίσει την απόφασή του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων (Πούρικκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, 517)». (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1718). Οι ισχυρισμοί αυτοί της ενάγουσας για παραβίαση του τραπεζικού απορρήτου και για υπογραφή εκ μέρους της κάποιων εγγράφων, αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία θα έπρεπε να δικογραφηθούν και η παράλειψη δικογράφησης τους, επιβάλλει τα όσα λέχθηκαν επί του θέματος να αγνοηθούν, παρά τη θετική εντύπωση που σχημάτισα για την ενάγουσα ως μάρτυρα της αλήθειας. Η μαρτυρία του Μ.Ε. 2 η οποία όπως προαναφέρεται δεν είχε άμεση σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, αλλά έτεινε να καταδείξει τις οικογενειακές σχέσεις της ενάγουσας με τη μητέρα, τον αδελφό της και μεταξύ των δύο τελευταίων, γίνεται αποδεκτή ενόψει της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα και γι' αυτόν ως μάρτυρα της αλήθειας. Οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης ήταν και όπως προαναφέρεται οι δύο υπάλληλοι της τράπεζας που είχαν ουσιαστική εμπλοκή στην υπόθεση. Αντίθετα με την ενάγουσα και οι δύο υποστήριξαν ότι ως τράπεζα ουδέποτε κάλεσαν την ενάγουσα να αποσύρει τα χρήματα και να έλθει να παραλάβει την επιταγή, αλλά αντίθετα αυτή το έπραξε αυτοβούλως. Μόλις δε ο διευθυντής του καταστήματος, Μ.Υ.2 αντιλήφθηκε την απόσυρση των χρημάτων και επειδή η μητέρα της ενάγουσας είχε ήδη αποστείλει επιστολή στην τράπεζα με την οποία ζητούσε να μην δοθούν τα χρήματα στην ενάγουσα (Τεκμήριο 24), έδωσε οδηγίες στην Μ.Υ.1 να καλέσει την ενάγουσα να τα επιστρέψει, κάτι που η τελευταία έπραξε. Και οι δύο μάρτυρες υπεράσπισης, αρνήθηκαν ακόμα τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι μετά την επιστροφή της επιταγής υπόγραψε νέες οδηγίες για την λειτουργία του επίδικου λογαριασμού. Παρά το ότι επί των σημείων αυτών η μαρτυρία τους συνέπιπτε, διαφορετική ήταν επί άλλου πολύ ουσιαστικού ισχυρισμού της ενάγουσας ότι δηλαδή όταν η ενάγουσα κλήθηκε να επιστρέψει στην τράπεζα την επιταγή, της δόθηκαν διαβεβαιώσεις ότι τα χρήματα του επίδικου λογαριασμού θα ήταν «ασφαλισμένα» και ότι για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι. Τον ισχυρισμό αυτό της ενάγουσας επιβεβαίωσε η Μ.Υ.1 η οποία δέχθηκε ότι πράγματι της έδωσαν τέτοιες διαβεβαιώσεις, σε αντίθεση με τον Μ.Υ.
- Σε σχετική ερώτηση επί του θέματος χαρακτηριστική ήταν η απάντηση της Μ.Υ.1, η οποία είπε κατά λέξη ότι «Όντως διαπιστώσαμε τη κα Ανδρούλα ότι τα λεφτά θα ήταν ασφαλισμένα και θα δίδονταν οδηγίες να μην δοθούν στην μητέρα», διευκρινίζοντας στη συνέχεια ότι λέγοντας «διαπιστώσαμε» εννοούσε ότι διαβεβαίωσαν. Πολύ σημαντική επίσης είναι η απάντηση που έδωσε η Μ.Υ.1 σε ερώτηση που της υποβλήθηκε κατά το στάδιο μάλιστα της κύριας εξέταση της και τις οποίες θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιες: « Ε. Μετά την επιστολή Τεκμήριο 7, δώσατε εσείς οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις προς την κα Ανδρούλα ότι τα λεφτά θα συνέχιζαν να είναι παγοποιημένα; Α. Έδωσα την διαβεβαίωση μου. Δεν θυμάμαι αν ήταν μετά την επιστολή αυτή. Διότι τα λεφτά όταν παγοποιηθούν μένουν παγοποιημένα μέχρι νέων οδηγιών από το τμήμα νομικών υπηρεσιών». Η αντίθεση αυτή που υπάρχει στη μαρτυρία των δύο μαρτύρων υπεράσπισης, μαζί βέβαια με άλλα στοιχεία που εκτίθενται στη συνέχεια, κλονίζει την αξιοπιστία της εκδοχής της εναγόμενης τράπεζας, αφού δεν είναι δυνατό οι δύο άμεσα εμπλεκόμενοι στην υπόθεση υπάλληλοι της, να προβάλλουν αντικρουόμενους ισχυρισμούς επί τόσο ουσιαστικού σημείου της υπόθεσης εάν τα όσα προέβαλαν ήταν η καθαρή αλήθεια. Παρακολουθώντας και παρατηρώντας με μεγάλη προσοχή την στάση και συμπεριφορά και των δύο αυτών μαρτύρων, σχημάτισα την εντύπωση ότι και οι δύο, ήλθαν στο Δικαστήριο με στόχο να βοηθήσουν την εναγόμενη τράπεζα στην οποία και οι δύο εργάζονται και να αποφύγουν τυχόν εμπλοκή τους σε επιλήψιμες ενέργειες που θα ήταν δυνατό να επιφέρουν συνέπειες στη σταδιοδρομία τους στην τράπεζα. Αυτό ο Μ.Υ.2 το έπραξε χωρίς κανένα απολύτως δισταγμό, ενώ η Μ.Υ.1 με μεγαλύτερη δυσκολία. Η Μ.Υ.1, αρνήθηκε ότι ο λόγος που η ενάγουσα μετέβη στην τράπεζα και παρέλαβε την επιταγή στις 13/6/2005, ήταν γιατί κλήθηκε από την τράπεζα να το πράξει. Όμως και παρά την προσπάθεια που κατέβαλε, δεν με έπεισε ότι επί του σημείου αυτού είπε την αλήθεια. Και αυτό για τους ακόλουθους λόγους. Απαντώντας σε σχετική ερώτηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της τράπεζας που έγινε μάλιστα κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης, εάν η τράπεζα ήταν που κάλεσε την ενάγουσα να αποσύρει τα χρήματα, η αμηχανία στην έκφραση του προσώπου της και το βλέμμα της ήταν περισσότερο από εμφανής, ενώ παράλληλα παρουσίασε πάρα πολύ έντονη ερυθρότητα σε αυτό. Τα στοιχεία αυτά, που δεν προκύπτουν βεβαίως από τα στυγνά πρακτικά, ήταν τόσο έντονα που μου δημιούργησαν την πεποίθηση ότι δεν έλεγε την αλήθεια επί του σημείου αυτού. Εκτός των πιο πάνω και κάποια άλλα στοιχεία ενέτειναν την άποψη μου αυτή. Ενώ στην κυρίως εξέταση αρνήθηκε ότι η ενάγουσα κλήθηκε να προσέλθει στην τράπεζα για να παραλάβει τα χρήματα, αντεξεταζόμενη επί του ισχυρισμού αυτού της ενάγουσας ότι κλήθηκε προς τούτο από τον Μ.Υ.2, δεν έδειξε την ίδια βεβαιότητα αλλά απάντησε «αυτό δεν το ξέρω..». Σε σχέση με το τι ανάφερε στην ενάγουσα όταν της τηλεφώνησε καλώντας την να επιστρέψει πίσω στην τράπεζα τα χρήματα, αρχικά απάντησε ότι δεν θυμόταν. Αντεξεταζόμενη όμως περαιτέρω επί του ζητήματος είπε, «της είπαμε ότι τα λεφτά θα κατατεθούν πίσω και ο λογαριασμός αφού παγοποιηθεί δεν μπορεί να γίνει ανάληψη από άλλο κατάστημα. Διότι εμείς φοβούμαστε μήπως πάει σε άλλο κατάστημα που δεν γνωρίζουν την υπόθεση και αποσύρουν τα λεφτά. Γι' αυτό παγοποιήσαμε το λογαριασμό για να μην μπορεί άλλος να τραβήσει τα λεφτά». Περαιτέρω η μάρτυρας σε αρκετές περιπτώσεις, δεν απαντούσε άμεσα και ευθέως, αλλά σκεφτόταν την απάντηση που θα έπρεπε να δώσει, δίδοντας προσεκτικά διατυπωμένες απαντήσεις. Όπως προαναφέρθηκε αν και τα όσα αναφέρθηκαν επί του θέματος της υπογραφής από την ενάγουσα εγγράφων με νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού θα αγνοηθούν γιατί βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας, θα γίνει αναφορά στα όσα λέχθηκαν επί του θέματος από την Μ.Υ.1 αποκλειστικά και μόνο για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας της. Σε σχέση λοιπόν και απαντώντας σε ερώτηση που της υποβλήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της τράπεζας κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης, εάν δηλαδή η ενάγουσα υπόγραψε οποιαδήποτε τέτοια έγγραφα με νέες οδηγίες, έδωσε μια τέτοια προσεκτικά διατυπωμένη απάντηση. Ανάφερε ότι όταν η ενάγουσα επέστρεψε την επιταγή, δεν θυμόταν αν υπόγραψε άλλα έγγραφα εκτός αυτών του Τεκμηρίου 21, που ήταν οι αρχικές οδηγίες που είχαν δοθεί στην τράπεζα από τις δύο δικαιούχους του λογαριασμού, προσθέτοντας ευθύς αμέσως ότι, «κοίταξα στα βιβλία και δεν βρήκα κάτι». Από την απάντηση της αυτή δεν προκύπτει θετικότητα ως προς τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν, αφού σε καμία περίπτωση η μάρτυρας δεν ανάφερε με σαφήνεια ότι τέτοια έγγραφα ουδέποτε υπόγραψε η ενάγουσα. Αντίθετα από τις απαντήσεις της, διαφαίνεται μια προσπάθεια έμμεσης αποφυγής ευθείας απάντησης, αφού από την μια ανέφερε ότι δεν θυμόταν αν η ενάγουσα υπόγραψε τέτοια έγγραφα και από την άλλη ότι κοίταξε «στα βιβλία» και δεν εντόπισε τέτοια. Αντεξεταζόμενη επίσης επί του σημείου, απάντησε και πάλι ότι δεν θυμόταν τι υπόγραψε η ενάγουσα, προσθέτοντας ότι τόσο η ενάγουσα όσο και η μητέρα της κλήθηκαν να προσέλθουν στην τράπεζα «να υπογράψουν από κοινού mandate, υπάρχουν επιστολές». Άλλη μια πολύ προσεκτικά διατυπωμένη απάντηση που έδωσε η μάρτυρας επί του θέματος και πάλι κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης και προς πλήρη κατανόηση της οποίας θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω αυτούσιες τόσο την ερώτηση όσο και την απάντηση είναι οι ακόλουθες. «Ε. Γι' αυτό το λογαριασμό εσείς ως τράπεζα λάβατε ποτέ άλλες οδηγίες εκτός από αυτές που καταθέσαμε, σε τραπεζικά έγγραφα εννοώ; Α. Σε τραπεζικά έγγραφα, όχι». Η απάντηση αυτή, που σχετίζεται βέβαια και με τον τρόπο που τέθηκε η ερώτηση, αφήνει έμμεσα να αιωρείται έστω και ως ενδεχόμενο και μόνο, η πιθανότητα ύπαρξης κάποιων άλλων οδηγιών που δόθηκαν όμως με κάποιο άλλο τρόπο, εκτός τραπεζικών εγγράφων. Σε μία άλλη περίπτωση και σε ερώτηση που της τέθηκε κατά την κυρίως εξέταση για τον ίδιο ισχυρισμό της ενάγουσας ότι επιστρέφοντας στην τράπεζα την επιταγή, υπόγραψε νέες οδηγίες ώστε πλέον για την οποιαδήποτε ανάληψη χρημάτων από το λογαριασμό, να είναι απαραίτητη η υπογραφή και των δύο δικαιούχων, απέφυγε να απαντήσει ευθέως αν η ενάγουσα υπόγραψε ή όχι τέτοιες οδηγίες, αλλά απαντώντας με έμμεσο και όχι θετικό τρόπο είπε κατά λέξη «Δεν έχουμε έτσι έγγραφα, πρέπει να υπογράψουν και οι δύο για να δεχθούμε τέτοιες οδηγίες ....». Τα πιο πάνω και τα οποία όπως προαναφέρεται δεν θα ληφθούν υπόψη γιατί βρίσκονται εκτός των δικογραφημένων θέσεων της ενάγουσας, αναφέρονται στο στάδιο αυτό για σκοπούς και μόνο αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Υ.
- Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε άλλο σημείο προέβαλε ότι ποτέ δεν έλαβαν από την ενάγουσα ούτε γραπτές, ούτε προφορικές οδηγίες για την αλλαγή των εντολών λειτουργίας του λογαριασμού. Άλλη απάντηση που έδωσε αντεξεταζόμενη και είναι επίσης πολύ προσεκτικά διατυπωμένη ήταν σε ερώτηση γιατί να δώσει τα χρήματα η τράπεζα στη μητέρα της ενάγουσας εφόσον ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και στην οποία απάντησε ότι ενήργησαν σύμφωνα με τις οδηγίες της νομικής υπηρεσίας της τράπεζας. Άλλη τέτοια περίπτωση ήταν όταν αντεξεταζόμενη εάν ως τράπεζα θα έπρεπε να ενημερώσουν την ενάγουσα για την ανάληψη των χρημάτων, απλώς απάντησε ότι δεν ήταν δική της ευθύνη αφού αυτό δεν ενέπιπτε στις αρμοδιότητες της. Παρά τα πιο πάνω δέχθηκε τελικά ότι στις 13/6/2005 έδωσαν διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι τα χρήματα θα ήταν «ασφαλισμένα και ότι θα δίδονταν οδηγίες να μην δοθούν στη μητέρα». Δέχθηκε ακόμα ότι βεβαίωσε την ενάγουσα ότι τα χρήματα θα παρέμεναν παγοποιημένα αν και δεν μπορούσε να προσδιορίσει χρονικά πότε έγινε αυτό. Βεβαίως είναι λογικό να εξαχθεί ότι τούτο δεν μπορεί να έγινε παρά μόνο σε ημερομηνία που ακολούθησε της παγοποίησης. Για τους πιο πάνω λόγους δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία της εκτός μόνο των ισχυρισμών της ότι στις 13/6/2005 ενεργώντας κατ' εντολή του Μ.Υ.2 ζήτησε από την ενάγουσα να επιστρέψει πίσω στην τράπεζα την επιταγή και ότι την ίδια μέρα έδωσαν διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού θα ήταν ασφαλισμένα και ότι δεν θα δίδονταν στη μητέρα της ενάγουσας, ότι η ενάγουσα και η μητέρα της κλήθηκαν από την τράπεζα να υπογράψουν νέες οδηγίες (mandate) κάτι το οποίο δεν έπραξαν από κοινού, τα όσα ανάφερε σε σχέση με την κίνηση του λογαριασμού που η ενάγουσα και η μητέρα της διατηρούσαν στην τράπεζα και ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Δεν αποδέχομαι όμως τον ισχυρισμό της για την ημερομηνία της παγοποίησης ότι δηλαδή η τράπεζα παγοποίησε το λογαριασμό όταν η ενάγουσα επέστρεψε την επιταγή στην τράπεζα. Και αυτό γιατί όπως προκύπτει από την επιστολή της ίδιας της τράπεζας ημερομηνίας 27/2/2006 (Τεκμήριο 4), ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στις 17/8/
- Αποδέχομαι επίσης από τη μαρτυρία της ότι στις 21/5/2007 ο λογαριασμός εξακολουθούσε να είναι παγοποιημένος και ότι η ίδια έδωσε περαιτέρω διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι τα χρήματα θα συνέχιζαν να παραμένουν παγοποιημένα. Αποδέχομαι επίσης τον ισχυρισμό της ότι ο αδελφός της ενάγουσας δημιουργούσε προβλήματα στην τράπεζα εκστομίζοντας απειλές εναντίον υπαλλήλων της τράπεζας και της ίδιας προσωπικά. Η εκδοχή που και ο Μ.Υ.2 προέβαλε ήταν ότι η ενάγουσα στις 13/6/2005 προσήλθε μόνη της στην τράπεζα και απέσυρε τα χρήματα, χωρίς ποτέ ο ίδιος να την ειδοποιήσει προς τούτο και ότι όταν ο ίδιος στη συνέχεια της ίδιας ημέρας αντιλήφθηκε την απόσυρση των χρημάτων, έδωσε εντολή στην Μ.Υ.1 να ζητήσει από την ενάγουσα να επιστρέψει την επιταγή. Είπε ακόμα ότι ο λόγος που ζήτησε από την Μ.Υ.1 να τηλεφωνήσει στην ενάγουσα για να επιστρέψει πίσω στην τράπεζα την επιταγή ήταν γιατί είχε ληφθεί προηγουμένως κάποια επιστολή από την μητέρα της ενάγουσας (Τεκμήριο 24). Η εκδοχή αυτή που προέβαλε δημιουργεί εύλογες κατά την κρίση μου απορίες. Και αυτό γιατί εφόσον η ενάγουσα απέσυρε όπως ο μάρτυρας υποστήριξε αυτοβούλως τα χρήματα, χωρίς τίποτε άλλο να είχε προηγηθεί και όπως είχε δικαίωμα να κάμει σύμφωνα με τις οδηγίες λειτουργίας του λογαριασμού και που ήταν όπως οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού, η ενάγουσα και η μητέρα της, προβαίνουν σε αναλήψεις υπογράφοντας είτε η μία είτε η άλλη ξεχωριστά (either to sign), γιατί να επιστρέψει την ίδια ημέρα τα χρήματα αυτά στην τράπεζα γιατί απλώς της το ζήτησε η τράπεζα; Για ποιο λόγο να το πράξει εάν η ίδια για οποιαδήποτε λόγο είχε αποφασίσει αυτοβούλως να τα αποσύρει; Τι μεσολάβησε και την έκαμε να αλλάξει γνώμη; Η ανειλικρίνεια του διαφάνηκε και μέσα από την αντεξέταση σε ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της ενάγουσας για το τι έγινε στις 13/6/
- Σε διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, σε σχέση με τον ισχυρισμό της ενάγουσας ότι ο ίδιος την ημερομηνία αυτή της τηλεφώνησε και της ζήτησε να παραλάβει την επιταγή από την τράπεζα, απέφευγε να απαντήσει άμεσα και ευθέως, προβάλλοντας ως λόγο ότι μετά από τόσα χρόνια δεν μπορούσε να θυμηθεί, δίδοντας ασαφείς και συγκεχυμένες απαντήσεις. Σε ερώτηση που του υποβλήθηκε «ποιο ήταν το δόλωμα που της δώσατε για να επιστρέψει την επιταγή;» και η οποία ακολούθησε άλλες ερωτήσεις για ποιο λόγο η ενάγουσα να αποσύρει αρχικά τα χρήματα και σχεδόν αμέσως να τα επιστρέψει πίσω στην ίδια τράπεζα για κατάθεση, απάντησε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Είπε συγκεκριμένα τα ακόλουθα. «Εδώ σίγουρα τώρα, τι της είπαμε πριν 6-7 χρόνια δεν μπορώ να θυμούμαι. Το γεγονός ότι της είπαμε να φέρει τα λεφτά πίσω διότι υπήρχε το πρόβλημα με τη μητέρα της και δεν μπορώ να θυμούμαι τι της είπα. Μπορεί να της είπα και η ίδια η μητέρα θα κινήσει αγωγή της τράπεζας, τι σκέφτηκα και έφερε τα λεφτά η κα Ζαχαριάδου, τα λεφτά δεν μπορώ να απαντήσω εγώ, να απαντήσει η ίδια». Εκτός των όσων επισημαίνονται πιο πάνω, η απάντηση του αυτή, βρίσκεται και σε αντίθεση με άλλη απάντηση που έδωσε κατά την κυρίως εξέταση, όπου και ισχυρίσθηκε ότι ο ίδιος δεν «επικοινώνησε» με την ενάγουσα, αλλά αυτό το έπραξε μόνο η Άντρη, υποδεικνύοντας προφανώς τη Μ.Υ.
- Ενώ δηλαδή από τη μια ισχυρίσθηκε ότι ποτέ ο ίδιος δεν επικοινώνησε με την ενάγουσα, από την άλλη προέβαλε ότι μπορεί και να της είπε ότι η μητέρα θα κινήσει αγωγή της τράπεζας, δημιουργώντας την απορία τι πραγματικά έχει συμβεί. Περαιτέρω όμως ερωτήματα δημιουργούνται από την απάντηση του αυτή, καθότι βέβαια δεν είναι δυνατό να αναμένεται από τρίτο πρόσωπο και στη συγκεκριμένη περίπτωση από την ενάγουσα να γνωρίζει τι σκέφτηκε ο μάρτυρας. Ενώ αρνιόταν επίμονα ότι εκείνη την ημέρα, δηλαδή στις 13/6/2005, έδωσαν οποιεσδήποτε διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα, είπε σε κάποιο σημείο αντεξεταζόμενος ότι «από τη στιγμή που υπήρχε διαμάχη θέλαμε από τους ίδιους τους πελάτες και επειδή υπήρχε διαμάχη θέλαμε και τις δύο υπογραφές, τι πιο απλό». Στη συνέχεια δε στην επόμενη ερώτηση που του υποβλήθηκε αν τελικά συμφωνούσε ότι έτσι έγινε, επανέλαβε και πάλι ότι «.από τη στιγμή που είχε διαμάχη θέλαμε νέες οδηγίες. Από τους ίδιους τους πελάτες φυσικά, εννοείται». Σε ερωτήσεις όμως που του υποβλήθηκαν στη συνέχεια της αντεξέτασης εάν συμφωνούσε ότι τελικά συμβούλευσαν την ενάγουσα όπως ο λογαριασμός μετατραπεί σε both to sign, απαντούσε με υπεκφυγές και πολύ συγκεχυμένα. Ασαφής επίσης υπήρξε για την ακριβή ημερομηνία που όντως ο λογαριασμός αυτός παγοποιήθηκε καθώς επίσης και για την ημερομηνία που η ενάγουσα πληροφορήθηκε από την τράπεζα την παγοποίηση αυτή του λογαριασμού. Ενώ αρχικά ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα πληροφορήθηκε για την παγοποίηση με τις επιστολές που ως τράπεζα της έστειλαν, όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε κατά πόσον συμφωνούσε ότι από τις 13/6/2005 πέρασαν 8 μήνες για να πληροφορηθεί η ενάγουσα ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός, απάντησε ότι η ενάγουσα γνώριζε για την παγοποίηση. Ερωτώμενος δε πως το ήξερε απάντησε κατά λέξη «Μπορεί να ερώτησε, δεν μπορώ να το απαντήσω τούτο. Μπορεί να πήγε να κάνει προσπάθεια να τραβήξει λεφτά και έμαθε ότι ήταν blocked». Ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι «όταν επιστράφησαν τα χρήματα πίσω (εννοώντας προφανώς την επιστροφή της επιταγής από την ενάγουσα που έγινε στις 13/6/2005), η πρώτη πράξη ήταν να κάνουμε blocked το λογαριασμό και ο λόγος που έγινε blocked είναι για να αποφύγουμε είτε η μία, είτε η άλλη να πάει να παρουσιαστεί σε άλλο κατάστημα και να πάρει τα λεφτά. Απλό πράμα». Το ίδιο επανέλαβε και σε άλλο σημείο κατά την αντεξέταση του λέγοντας ότι «.... ... Με την επιστροφή της επιταγής από την κα Ζαχαριάδου ο λογαριασμός έγινε blocked, απευθυνθήκαμε στη νομική υπηρεσία». Όμως ο ισχυρισμός του αυτός, ότι δηλαδή ο λογαριασμός παγοποιήθηκε αμέσως, δεν επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 27/2/2006 (Τεκμήριο 4) που η τράπεζα απέστειλε και στην οποία ρητά αναφέρεται ως ημερομηνία παγοποίησης του λογαριασμού μεταγενέστερη ημερομηνία, η 17/8/
- Εκτός όλων των πιο πάνω, ότι προέκυπτε από τη γενικότερη στάση και συμπεριφορά του ενώ κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα, ήταν ότι είχε ως αποκλειστικό στόχο να βοηθήσει την τράπεζα στην οποία εργάζεται, χωρίς να έχει κανένα απολύτως ενδοιασμό και προκειμένου να εξυπηρετήσει τον στόχο του αυτό, να παραποιήσει την αλήθεια. Για τους λόγους αυτούς δεν μπορώ να αποδεχθώ τη μαρτυρία του την οποία και απορρίπτω, εκτός μόνο από τα σημεία που συμπίπτουν με το μέρος της μαρτυρίας της Μ.Υ.1 και τα οποία έγιναν αποδεκτά, καθώς επίσης ότι από τη στιγμή που έκριναν ότι υπήρχε «διαμάχη» μεταξύ της ενάγουσας και της μητέρας της ήθελαν ως τράπεζα νέες οδηγίες από τις πελάτιδες. Κάποια άλλα στοιχεία που δημιουργούν εύλογα κατά την κρίση μου ερωτήματα και κλονίζουν τη γνησιότητα της εκδοχής της τράπεζας, είναι τα ακόλουθα. Για ποιο λόγο η τράπεζα να αποστείλει τις επιστολές προς την ενάγουσα και τη μητέρα της (Τεκμήρια 4, 6 και 7) και να καλεί τις δικαιούχους του λογαριασμού να προσέλθουν στην τράπεζα και να υπογράψουν «νέες οδηγίες», εάν οι αρχικές παρέμεναν αναλλοίωτες ως είχαν από την αρχή, χωρίς να μεσολαβήσουν οι ισχυριζόμενες από την ενάγουσα διαβεβαιώσεις της τράπεζας ότι τα χρήματα θα ήταν ασφαλισμένα και ότι για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι; Γιατί και για ποιο λόγο η τράπεζα να αποστείλει τις επιστολές ζητώντας και αναμένοντας νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού εάν όπως ισχυρίζεται, τίποτε άλλο δεν είχε μεσολαβήσει και τίποτε άλλο δεν είχε διαφοροποιηθεί; Εκτός βέβαια από τη λήψη της επιστολής (Τεκμήριο 24) με βάση το περιεχόμενο της οποίας η μητέρα της ενάγουσας ζητούσε όπως ο γιός της και αδελφός της ενάγουσας συμπεριληφθεί ως δικαιούχος στον κοινό λογαριασμό γραμματίου; Και αυτό γιατί στα Τεκμήρια 4 και 7, γίνεται αναφορά σε μη υπογραφή σχετικής εντολής λειτουργίας του λογαριασμού (mandate) και στο Τεκμήριο 6 σε μη υπογραφή από τις δύο δικαιούχους νέας εντολής λειτουργίας του λογαριασμού. Ότι δηλαδή συνάγεται από το περιεχόμενο των επιστολών αυτών, είναι ότι η τράπεζα ανέμενε από τις δύο δικαιούχους του λογαριασμού νέες οδηγίες σε σχέση με την λειτουργία του. Εάν όμως οι αρχικές οδηγίες συνέχισαν να ισχύουν ως είχαν δοθεί αρχικά, γιατί η τράπεζα να αναμένει νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού; Όπως προκύπτει από την επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 27/2/2006 (Τεκμήριο 4), πληροφόρησε την ενάγουσα και τη μητέρα της, ότι ο επίδικος λογαριασμός είχε παγοποιηθεί από τις 17/8/2005, λόγω μη υπογραφής σχετικής εντολής λειτουργίας (mandate). Και από το γεγονός αυτό της παγοποίησης του λογαριασμού, δύο μήνες μετά την κρίσιμη ημερομηνία της 13/6/2005 κατά την οποία διαδραματίσθηκαν όλα όσα πιο πάνω αναφέρονται, καταδεικνύεται ότι η τράπεζα κάτι ανέμενε, πιθανότατα νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού. Επανέρχεται συνεπώς το ερώτημα γιατί να αναμένει νέες οδηγίες, εφόσον σύμφωνα με τη θέση της οι αρχικές, συνέχισαν να υφίστανται και γιατί να αισθανθεί την ανάγκη δύο μήνες μετά να παγοποιήσει τον λογαριασμό λόγω της μη υπογραφής εντολής λειτουργίας (mandate); Θα πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στην πορεία που η τράπεζα επέλεξε να ακολουθήσει, εμπεριέχεται κατά την κρίση μου μία περίεργη αντιφατικότητα που δημιουργεί και άλλα περαιτέρω ερωτήματα. Και αυτό γιατί ενήργησε με δύο διαφορετικούς τρόπους στις 13/6/05 και στις 21/5/
- Ενώ δηλαδή και σύμφωνα πάντα με τη θέση που προώθησε, στις 13/6/2005 κάλεσε την ενάγουσα να επιστρέψει την επιταγή την οποία παράλαβε ως είχε δικαίωμα με βάση τις υπάρχουσες οδηγίες για λειτουργία του λογαριασμού γιατί προηγουμένως είχε λάβει επιστολή από τη μητέρα της ενάγουσας (Τεκμήριο 24) με την οποία μεταξύ άλλων, παραπόνων ουσιαστικά εναντίον της τράπεζας, ζητούσε όπως ο γιός της και αδελφός της ενάγουσας προστεθεί ως συνδικαιούχος στο επίδικο γραμμάτιο, από την άλλη και ασχέτως του αποδεκτού ή όχι των ισχυρισμών της ενάγουσας, αγνόησε εντελώς τις ρητές οδηγίες της τελευταίας που εκφράσθηκαν αν μη τι άλλο με την επιστολή των δικηγόρων της ημερομηνίας 13/4/2006 (Τεκμήριο 5) «να μην δοθεί οποιοδήποτε ποσό χωρίς τη δική της συγκατάθεση». Ενώ δηλαδή από τη μια δέχτηκε η τράπεζα ως εμπόδιο για την είσπραξη των χρημάτων από την ενάγουσα το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 24, αγνόησε παντελώς και δεν έλαβε καθόλου υπόψη τις εντολές και τις σαφείς οδηγίες της ενάγουσας που της δόθηκαν με το Τεκμήριο 5 και οι οποίες αναμφίβολα ήταν πολύ πιο σαφείς και ρητές από τα όσα εκφράσθηκαν με το Τεκμήριο
- Και αυτό ενώ και σύμφωνα πάντα με τη θέση της τράπεζας οι οδηγίες του λογαριασμού ουδέποτε είχαν διαφοροποιηθεί και ουδέποτε είχαν αλλάξει, αλλά παρέμεναν ως είχαν δοθεί αρχικά, να έχουν δηλαδή δικαίωμα υπογραφής για αναλήψεις ή καταθέσεις είτε η μία, είτε η άλλη από τις δύο δικαιούχους ξεχωριστά (either to sign). Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η εναγόμενη είναι δημόσια εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ασχολείται με τραπεζικές εργασίες. Αποτελεί ακόμα κοινό έδαφος ότι η ενάγουσα και η μητέρα της κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν πελάτιδες της τράπεζας και διατηρούσαν σε αυτήν διάφορους λογαριασμούς, μεταξύ των οποίων και τον κοινό λογαριασμό γραμματίου (joint account) με αριθμό 201-08-003256-
- Είχαν επομένως οι διάδικοι μεταξύ τους συμβατική σχέση. Σύμφωνα με τις οδηγίες που δόθηκαν προς την τράπεζα από τις δύο δικαιούχους του κοινού λογαριασμού (mandate), την ενάγουσα και τη μητέρα της κατά το άνοιγμα του λογαριασμού αυτού, για τον τρόπο λειτουργίας του (Τεκμήριο 21), οι δύο δικαιούχοι εξουσιοδότησαν την τράπεζα να επιτρέπει καταθέσεις και αναλήψεις στο λογαριασμό είτε από τη μια είτε από την άλλη δικαιούχο ξεχωριστά, (either to sign). Για το κλείσιμο του λογαριασμού ήταν απαραίτητο να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι. Οι οδηγίες αυτές εξακολουθούσαν να ισχύουν μέχρι τις 13/6/
- Τα πιο πάνω αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, καθώς επίσης γεγονός αποτελεί ότι το ποσό του κοινού λογαριασμού, προερχόταν από προσωπικές καταθέσεις και συντάξεις της μητέρας της ενάγουσας. Ευρήματα επίσης του Δικαστηρίου αποτελούν τα ακόλουθα. Οι Μ.Υ.1 και 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο υπάλληλοι στο κατάστημα της τράπεζας στο οποίο διατηρείτο ο λογαριασμός και εργάζονταν ως αναπληρώτρια διευθύντρια (debuty manager) και διευθυντής του καταστήματος αντίστοιχα. Στις 13/6/2005, ο Μ.Υ.2 τηλεφώνησε στην ενάγουσα και της ζήτησε να προσέλθει στο κατάστημα της τράπεζας για να παραλάβει μια επιταγή για το ποσό των 30.000= στερλινών, λέγοντας της ότι δεν μπορούσαν άλλο να ανεχθούν τη συμπεριφορά του αδελφού της, ο οποίος έπασχε από ψυχολογικά προβλήματα και μανία αποταμίευσης και ο οποίος απαιτούσε τα χρήματα του λογαριασμού και δημιουργούσε προβλήματα στη μητέρα του αλλά και στην τράπεζα, εκστομίζοντας απειλές εναντίον υπαλλήλων της τράπεζας, μεταξύ αυτών και εναντίον της Μ.Υ.
- Για την κατάσταση της υγείας του αδελφού της, καθώς και για το γεγονός ότι αυτή είναι δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου κηδεμόνας του, η ενάγουσα πληροφόρησε την τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 12/7/2005 (Τεκμήρια 2 και 3). Πράγματι η ενάγουσα και μετά το τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Μ.Υ.2, μετέβη στις 13/6/2005 στο κατάστημα της τράπεζας και παρέλαβε μια επιταγή για το ποσό των 30.000= στερλινών. Ενώ η ενάγουσα βρισκόταν σε υποκατάστημα άλλης τράπεζας για να καταθέσει το ποσό της επιταγής σε νέο κοινό πάλι λογαριασμό με τη μητέρα της, δέχθηκε τηλεφώνημα από την Μ.Υ.1 η οποία ενεργώντας κατ' εντολή του Μ.Υ.2, της ζήτησε να επιστρέψει πίσω την επιταγή διαβεβαιώνοντας την, ότι τα χρήματα θα ήταν ασφαλισμένα και δεν θα δίδονταν μόνο στη μητέρα αλλά για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού, δηλαδή η ενάγουσα και η μητέρα της. Η ενάγουσα δίδοντας πίστη στις διαβεβαιώσεις αυτές, βασίσθηκε σε αυτές και επέστρεψε την επιταγή στην τράπεζα, καταθέτοντας τα χρήματα και πάλι στον επίδικο λογαριασμό, πιστεύοντας μετά τις διαβεβαιώσεις, ότι τα χρήματα του επίδικου λογαριασμού θα ήταν ασφαλισμένα, ότι για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού και ότι τα χρήματα αυτά θα αποδίδονταν και στις δύο δικαιούχους. Η Μ.Υ.1 την διαβεβαίωσε ότι προς τούτο θα καλούσε τη μητέρα της να υπογράψει σχετικές νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού. Ο επίδικος λογαριασμός παγοποιήθηκε στις 17/8/2005 λόγω μη υπογραφής σχετικής εντολής λειτουργίας (mandate), γιατί οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού, η ενάγουσα και η μητέρα της, δεν προσήλθαν από κοινού να υπογράψουν νέες οδηγίες για κλείσιμο ή λειτουργία του λογαριασμού. Στις 27/2/2006 η τράπεζα με επιστολή της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 4), πληροφόρησε την ενάγουσα και τη μητέρα της ότι ο επίδικος λογαριασμός είχε παγοποιηθεί από τις 17/8/2005, λόγω μη υπογραφής σχετικής εντολής λειτουργίας (mandate). Ακολούθως, η ενάγουσα μέσω των δικηγόρων της απέστειλε στις 13/4/2006 (Τεκμήριο 5) στην τράπεζα τηλεομοιοτυπικό μήνυμα, με το οποίο ζητούσε να μην καταβληθεί κανένα ποσό στη μητέρα της χωρίς τη δική της συγκατάθεση, καθιστώντας υπεύθυνη την τράπεζα για οποιαδήποτε ζημιά ήθελε προκληθεί σε αυτήν. Στη συνέχεια η τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 27/4/2006 (Τεκμήριο 6) πληροφόρησε τις δύο δικαιούχους του λογαριασμού, την ενάγουσα και τη μητέρα της ότι ενόψει της παράλειψης τους να υπογράψουν «νέα εντολή λειτουργίας» του λογαριασμού η τράπεζα θα προέβαινε στον τερματισμό της λειτουργίας και κλείσιμο του πιο πάνω λογαριασμού εντός 15 ημερών και καλούσε τις δύο δικαιούχους να προβούν από κοινού σε άμεση ανάληψη του υπολοίπου που παρουσίαζε ο λογαριασμός. Την παγοποίηση του λογαριασμού η ενάγουσα την πληροφορήθηκε με την επιστολή της τράπεζας ημερομηνίας 27/2/2006 (Τεκμήριο 4). Όταν ένας λογαριασμός παγοποιηθεί δεν μπορεί να γίνει από αυτόν ανάληψη χρημάτων και σε περίπτωση γραμματίου συνεχίζει να ανανεώνεται αυτόματα στη λήξη του και δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε ανάληψη χρημάτων. Η Μ.Υ.1 διαβεβαίωσε ακόμα την ενάγουσα ότι ο λογαριασμός θα παρέμενε παγοποιημένος. Με επιστολή της ημερομηνίας 28/4/2006 προς τους δικηγόρους της ενάγουσας η τράπεζα τους πληροφόρησε ότι προέβη στην παγοποίηση του λογαριασμού και ότι για αυτό πληροφόρησε και τις δικαιούχους του λογαριασμού με επιστολή της ημερομηνίας 27/2/2006 αναφέροντας τους ότι θα έπρεπε να έδιδαν από κοινού γραπτές ή προφορικές οδηγίες για το κλείσιμο του εν λόγω λογαριασμού, διαφορετικά οποιαδήποτε πράξη σε σχέση με τον λογαριασμό συμπεριλαμβανομένου και του κλεισίματος του θα γινόταν μόνο κατόπιν προσκόμισης σχετικού διατάγματος Δικαστηρίου. Στις 27/4/2006 η τράπεζα απέστειλε νέα επιστολή προς την ενάγουσα και τη μητέρα της με την οποία τις καλούσε όπως εντός 15 ημερών από την ημερομηνία της εν λόγω επιστολής προβούν στην από κοινού ανάληψη του υπολοίπου που παρουσίαζε ο πιο πάνω λογαριασμός διότι η τράπεζα θα προχωρούσε στο κλείσιμο του. Η ενάγουσα μετά την ανταλλαγή της πιο πάνω επιστολογραφίας και πριν τις 18/1/2007, έδωσε και προφορικά οδηγίες σε υπαλλήλους της τράπεζας, να μην δοθεί κανένα ποσό στη μητέρα της χωρίς τη δική της συγκατάθεση, γιατί αυτό θα κατέληγε στον αδελφό της. Στις 21/5/2007 ημερομηνία κατά την οποία ο λογαριασμός εξακολουθούσε να είναι παγοποιημένος, η τράπεζα χωρίς η ενάγουσα να το γνωρίζει και χωρίς να ερωτηθεί, κατέβαλε στη μητέρα της ενάγουσας το ποσό των 35.144,47 στερλινών (Τεκμήρια 9 Α-Δ), αφήνοντας στο λογαριασμό ποσό μίας μόνο στερλίνας. Ακολούθως τα χρήματα κατατέθηκαν αρχικά στο όνομα της μητέρας της ενάγουσας και τελικά μετά από κάποιες μετακινήσεις και διαφοροποιήσεις στους λογαριασμούς, κατέληξαν σε λογαριασμό του αδελφού της ενάγουσας σε τράπεζα στο εξωτερικό. Στις 5/7/2007 η τράπεζα πληροφόρησε την ενάγουσα για το γεγονός της απόσυρσης των χρημάτων από τη μητέρα της ενάγουσας. Οι σχέσεις της ενάγουσας με την μητέρα της ήταν καλές, όμως ο αδελφός της ενάγουσας ο οποίος είχε μανία αποταμίευσης χρημάτων καταπίεζε τη μητέρα τους και της δημιουργούσε πολλά προβλήματα. Παρά το ότι μέσα από τους δικογραφημένους στην Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς της ενάγουσας δεν διαγράφονται με την καλύτερη δυνατή σαφήνεια οι βάσεις της αγωγής, ότι προκύπτει είναι ότι τίθενται δύο ξεχωριστές βάσεις αγωγής. Παράβαση εκ μέρους της τράπεζας των συμβατικών της υποχρεώσεων έναντι της ενάγουσας, αφού δεν επέδειξε την απαιτούμενη λογική φροντίδα και προσοχή (care and skill) κατά την άσκηση των εργασιών της και αμέλεια της τράπεζας λόγω των πράξεων των υπαλλήλων της. Ότι τούτο ήταν επιτρεπτό να το πράξει, συνάγεται από την απόφαση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ v. Belvestico Trading Ltd
(2006)1 B AAΔ.838 και Henderson v. Merrett Syndicates Ltd
(1995)2 A.C. 145. Στους Halsbury´s Laws of England 3η έκδοση, τεύχος 2 στην παράγραφο 311, αναφέρονται τα ακόλουθα: «The receipt of money by banker from or on account of his customer constitutes him the debtor of the customer. The bank borrows the money and undertakes to repay it or any part of it at the branch of the bank where the account is kept, during banking hours, and upon paying being demand». Αναφέρεται επίσης στην παράγραφο 327 του ιδίου τεύχους του συγγράμματος, «The receipt of money on deposit account constitutes the bank a debtor to the depositor, but not a trustee thereof for him. The debt is repayable either on demand or on conditions agreed with the depositor.» Είναι δηλαδή σαφές ότι μία κατάθεση, είτε σε κοινό είτε σε προσωπικό λογαριασμό, αποτελεί συμφωνία μεταξύ της τράπεζας και του καταθέτη ή των καταθετών. Η συμφωνία αυτή διέπεται από τους όρους της γραπτής εντολής που δίδεται κατά το άνοιγμα του λογαριασμού και σύμφωνα με τους οποίους η τράπεζα οφείλει να ενεργεί. Με την κατάθεση του ποσού η τράπεζα λογίζεται χρεώστης του πελάτη/καταθέτη και έχει την υποχρέωση να αποπληρώσει το ποσό στο πρόσωπο το οποίο το κατάθεσε ή προς όφελος του οποίου κατατέθηκε. Στην εξεταζόμενη περίπτωση τόσο η ενάγουσα όσο και η μητέρα της ήταν πελάτιδες της εναγόμενης τράπεζας και είχαν μαζί της συμβατική σχέση, αφού διατηρούσαν στην τράπεζα τον κοινό λογαριασμό γραμματίου (joint account). Οι οδηγίες (mandate) που δόθηκαν στην τράπεζα με το άνοιγμα του λογαριασμού, ήταν όπως οι οποιασδήποτε πράξεις σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, αναλήψεις και καταθέσεις, γίνονται είτε από τη μία δικαιούχο, είτε από την άλλη ξεχωριστά (either to sign). Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρχε αυτή η συμβατική σχέση η οποία συμπεριελάμβανε εξυπακουόμενο όρο σύμφωνα με τον οποίο οι υπάλληλοι της τράπεζας και κατ' επέκταση η ίδια η τράπεζα όφειλε να επιδείξει έναντι της πελάτιδας της, της ενάγουσας, λογική φροντίδα και προσοχή στον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού. Εκείνο που υποστήριξε η τράπεζα ήταν ότι επέδειξε αυτή την απαιτούμενη φροντίδα και προσοχή. Το καθήκον αυτό του τραπεζίτη, προσδιορίζεται στην Αγγλική υπόθεση Karak Rubber Co Ltd v. Burden and others (No 2)
(1972)1 All E.R. 1210, (βλ. επίσης Shioler v. Westminster Bank Ltd
(1970)3 All E.R. 177). Όπως δε αναφέρεται στο σύγγραμμα «The relationship of bank and customer division C para. 61», «General. A bank has a duty under its contract with its customer to exercise reasonable care and skill in carrying out its part with regard to operations within its contract with its customer. The duty to exercise reasonable care and skill extends over the whole rage of banking business within the contract with the customer. Thus the duty applies to interpreting, ascertaining and acting in accordance with the instructions of the customer. The standard of reasonable scare and skill is an objective standard applicable to banks. Whether or not it has been attained in any particular case has to be decided in the light of all the relevant facts, which can vary almost infinitely». Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν στην εξεταζόμενη υπόθεση, η τράπεζα επέδειξε την απαιτούμενη φροντίδα και προσοχή κατά την άσκηση των καθηκόντων της και ειδικότερα καταβάλλοντας τα χρήματα του κοινού λογαριασμού στη μητέρα της ενάγουσας. Επί του θέματος και όπως ήταν φυσικό αντικρουόμενες ήταν οι θέσεις των μερών. Από τη μια η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας υποστήριξε ότι η τράπεζα καταβάλλοντας κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης τα χρήματα του κοινού λογαριασμού στη μητέρα, παρέβη το καθήκον άσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής έναντι της ενάγουσας, ενώ από την άλλη η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας υποστήριξε ακριβώς το αντίθετο προβάλλοντας ότι η τράπεζα ενήργησε εντός των πλαισίων των οδηγιών που δόθηκαν από τις δύο δικαιούχους του λογαριασμού κατά το άνοιγμα της λειτουργίας του (mandate) και οι οποίες ποτέ δεν διαφοροποιήθηκαν και ότι ακόμα τα χρήματα αυτά προέρχονταν από καταθέσεις και συντάξεις της μητέρας και γι' αυτό και η τελευταία είχε δικαίωμα να τα εισπράξει και η τράπεζα ορθά της τα κατέβαλε. Είναι κοινά παραδεκτό και αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, οι οδηγίες που δόθηκαν στην τράπεζα για τη λειτουργία του ήταν ότι οι πράξεις που σχετίζονταν με αναλήψεις και καταθέσεις θα γίνονταν είτε από την μια, είτε από την άλλη δικαιούχο ξεχωριστά (either to sign). Αποτελούν περαιτέρω ευρήματα του Δικαστηρίου ότι όταν μετά την αρχική απόσυρση των χρημάτων στις 13/6/2005, η ενάγουσα κλήθηκε να επιστρέψει τα χρήματα και να τα καταθέσει ξανά στην ίδια την τράπεζα, οι υπάλληλοι της τελευταίας, έδωσαν διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι τα χρήματα του κοινού λογαριασμού θα ήταν ασφαλισμένα και ότι δεν θα δίδονταν μόνο στη μητέρα αλλά για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι. Αποτελεί επίσης εύρημα του Δικαστηρίου ότι δόθηκαν τα χρήματα στη μητέρα της ενάγουσας, ενόσω ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και ενώ η Μ.Υ.1 είχε δώσει περαιτέρω διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι θα εξακολουθούσε να παραμένει παγοποιημένος. Κρίνεται ότι από τη στιγμή που η ενάγουσα εξέφρασε ρητά στην τράπεζα την επιθυμία όπως τα χρήματα να μην δοθούν μόνο στη μητέρα της και χωρίς τη δική της συγκατάθεση και ειδικότερα γιατί δόθηκαν στην ενάγουσα οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις, τα χρήματα δεν έπρεπε να δοθούν στη μητέρα, χωρίς τουλάχιστο προηγουμένως να προειδοποιηθεί η ενάγουσα. Αυτό απαιτούσε η επίδειξη εκ μέρους της τράπεζας της απαιτούμενης λογικής φροντίδας και προσοχής. Οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στην ενάγουσα, ήταν ουσιαστικής σημασίας και επέτρεπαν σε αυτήν να αισθάνεται όπως και η ίδια ανάφερε χαρακτηριστικά, ότι τα χρήματα θα ήταν «ασφαλισμένα» και ότι δεν θα δίδονταν μόνο στη μητέρα χωρίς και τη δική της συγκατάθεση. Αντίθετα ότι προκύπτει είναι ότι παρά το γεγονός ότι δόθηκαν στην ενάγουσα οι πιο πάνω διαβεβαιώσεις για την ασφάλεια της κατάθεσης, εν τούτοις και χωρίς η τράπεζα να γνωστοποιήσει στην ενάγουσα την πρόθεση της να καταβάλει τα χρήματα στη μητέρα της, επέτρεψε την απόσυρση των χρημάτων και την καταβολή τους μόνο στη μητέρα της ενάγουσας. Οι επιστολές δε, που η τράπεζα απέστειλε προς τις δύο δικαιούχους του λογαριασμού καθόλου δεν διαφοροποιεί το ζήτημα, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι με την αποστολή τους η τράπεζα έχει εκπληρώσει το καθήκον αυτό έναντι της ενάγουσας. Και αυτό γιατί με τις επιστολές η τράπεζα καλούσε και πάλι τις δύο δικαιούχους του λογαριασμού να προσέλθουν από κοινού στην τράπεζα για να δώσουν νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού ή για το κλείσιμο του, ενώ ακόμα στην επιστολή ημερομηνίας ημερομηνίας 27/2/2006 (Τεκμήριο 4) γίνεται αναφορά και σε διάταγμα του Δικαστηρίου. Ενώ λοιπόν η τράπεζα είχε αναλάβει δεσμεύσεις έναντι της ενάγουσας να μην καταβάλει το ποσό του λογαριασμού μόνο στη μητέρα της χωρίς τη δική της συγκατάθεση και ενώ ποτέ και σε καμία από τις επιστολές που απέστειλε προς αυτήν δεν δήλωσε την πρόθεση της να προβεί στην καταβολή του ποσού σε μία από τις δικαιούχους σύμφωνα με τις οδηγίες που είχαν δοθεί αρχικά από αυτές κατά το άνοιγμα του λογαριασμού (mandate), προχώρησε και το έπραξε παρακάπτοντας και αγνοώντας πλήρως την δηλωμένη ρητά επιθυμία της ενάγουσας να μην καταβληθεί οποιοδήποτε ποσό χωρίς και τη δική της συγκατάθεση, επιθυμία μάλιστα για την οποία της δόθηκαν σχετικές διαβεβαιώσεις. Πολύ δε περισσότερο γιατί ο επίδικος λογαριασμός είχε παγοποιηθεί, γιατί κατά το χρόνο που τα χρήματα καταβλήθηκαν στη μητέρα εξακολουθούσε να είναι παγοποιημένος με διαβεβαιώσεις ότι θα εξακολουθούσε να παραμένει τέτοιος, αλλά και γιατί η εκφρασμένη δήλωση της ενάγουσας προς την τράπεζα να μην καταβάλει τα χρήματα μόνο στη μητέρα και χωρίς τη δική της συγκατάθεση, συνιστούσε ουσιαστικά απόσυρση των αρχικών οδηγιών (mandate) για υπογραφή είτε της μίας, είτε της άλλης δικαιούχου ξεχωριστά (either to sign). Όλη η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί με το κάλεσμα της ενάγουσας να αποσύρει τα χρήματα, στη συνέχεια να τα επανακαταθέσει στην τράπεζα, οι διαβεβαιώσεις που δόθηκαν στην ενάγουσα ότι τα χρήματα θα ήταν ασφαλισμένα και δεν θα δίδονταν στην μητέρα χωρίς να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι, η παγοποίηση του λογαριασμού και στη συνέχεια η επιστολογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ τους, ήταν τέτοιας σημασίας που η τράπεζα όφειλε να μην αποδώσει τα χρήματα στη μητέρα της ενάγουσας χωρίς τουλάχιστο να ενημερώσει προηγουμένως και τις δύο και ειδικότερα την ενάγουσα για την πρόθεση της αυτή. Η τράπεζα είχε συμβατικό καθήκον να επιδείξει λογική φροντίδα και προσοχή που κάτω από τις περιστάσεις ήταν απαραίτητη και θα έπρεπε να επιδειχθεί από ένα λογικό τραπεζίτη και στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή η φροντίδα και προσοχή περιελάμβανε το καθήκον της τράπεζας προτού καταβάλει τα χρήματα στη μητέρα, να πληροφορήσει τουλάχιστον την ενάγουσα για την πρόθεση της να ενεργήσει βάσει των αρχικών οδηγιών (mandate). Υποστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας ότι οι οδηγίες που είχαν δοθεί προς την τράπεζα κατά το άνοιγμα του λογαριασμού δεν ήταν δυνατό να διαφοροποιηθούν με μόνο το περιεχόμενο της επιστολής του δικηγόρου της ενάγουσας. Όμως η θέση αυτή αγνοεί κατά την άποψη μου τις διαβεβαιώσεις που δόθηκαν από την τράπεζα προς την ενάγουσα και την παγοποίηση του λογαριασμού, κάτω από τις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης και που αναφέρονται πιο πάνω. Καταρρίπτεται όμως και από τα όσα λέχθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Karak, στη σελίδα 1225 σε σχέση με τον τρόπο που η τράπεζα οφείλει να εκτελεί τις οδηγίες (mandate) του πελάτη : « Of course, omnia praesumuntur rite esse acta, and a bank should normally act in accordance with the mandate- but not if reasonable skill and care indicate adifferent course». (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα έδωσε ρητές και σαφείς οδηγίες στην τράπεζα να μη δοθεί οποιοδήποτε ποσό στη μητέρα της χωρίς τη δική της συγκατάθεση. Η δηλωμένη επιθυμία της ενάγουσας να μην καταβληθούν τα χρήματα μόνο στη μητέρα της και χωρίς και τη δική της συγκατάθεση επέβαλλαν στην τράπεζα να επιδείξει αυξημένο καθήκον φροντίδας και προσοχής και να ακολουθήσει διαφορετική πορεία. Οι περιστάσεις της υπόθεσης ήταν τέτοιες που επέβαλλαν στην τράπεζα να ακολουθήσει τέτοια διαφορετική πορεία. Προκύπτει όμως ακόμα ότι με τις επιστολές που η ενάγουσα απέστειλε στην τράπεζα μέσω των δικηγόρων της, αλλά και προηγουμένως προφορικά, η ενάγουσα ουσιαστικά απέσυρε τις αρχικές οδηγίες που είχε δώσει στην τράπεζα κατά το άνοιγμα του λογαριασμού, αφού με αυτές ζητούσε να μην δοθούν τα χρήματα του λογαριασμού μόνο στη μητέρα χωρίς και τη δική της συγκατάθεση. Παρά το ότι στην Έκθεση Απαίτησης δεν γίνεται ρητή αναφορά σε απόσυρση των αρχικών οδηγιών (mandate), τούτο προκύπτει από τα γεγονότα που περιγράφονται και ειδικότερα στις παραγράφους (δ), (στ) και (η) όπου αναφέρονται οι λεπτομέρειες παράβασης συμφωνίας και/ή αμέλειας και/ή παράβασης του καθήκοντος επιμέλειας της εναγομένης και/ή των υπηρετών και/ή αντιπροσώπων αυτής και/ή άλλως πως. Τα πιο πάνω θα έπρεπε να είχαν ως αποτέλεσμα την άρνηση της τράπεζας να καταβάλει τα χρήματα μόνο στη μητέρα. Όπως αναφέρεται στο "Paget's Law of Banking" 9η Έκδοση, σελ. 76: «... If one party to the account withdraws his mandate, the bank would decline to pay the other even if the mandate provided for either to sign; in the absence of provision or agreement to the contrary a mandate for a joint account can be withdrawn by one party to it. It is worthy of note that the bank in Brewer's case demanded individual responsibility from the joint account holders in points
(2)and
(5)of the defence. This at any rate seems to recognize a contract between the bank and each party to the account, to recognize that the bank is responsible to each party and that its contract with each is that it will pay only on the signature of both. The bank having paid without authority, it is as if it had not paid at all...».(και πάλι οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου). Προκύπτει δηλαδή και από το πιο πάνω, ότι η τράπεζα από τη στιγμή που η ενάγουσα εκδήλωσε την επιθυμία της όπως μη καταβληθούν τα χρήματα του λογαριασμού μόνο στη μητέρα της, κάτι που αποτελεί ουσιαστικά απόσυρση των αρχικών οδηγιών (mandate), όφειλε να μην καταβάλει τα χρήματα αυτά στη μητέρα. Ακόμα δε περισσότερο όφειλε να μην το πράξει, αφού έδωσε και διαβεβαιώσεις περί τούτου στην ενάγουσα. Ότι οι αρχικές οδηγίες (mandate) έπαυσαν πλέον να ισχύουν και παρά την αντίθετη θέση της τράπεζας, προκύπτει έμμεσα και από το περιεχόμενο των επιστολών που ανταλλάγησαν μεταξύ της τράπεζας, της ενάγουσας και των δικηγόρων της και με τις οποίες η τράπεζα ζητούσε όπως οι δύο δικαιούχοι μεταβούν στην τράπεζα για να υπογράψουν νέες οδηγίες. Αυτό και μόνο δεικνύει ότι κάτι άλλο μεσολάβησε και επιβεβαιώνει τις θέσεις της ενάγουσας. Διότι αν ίσχυαν όπως ήταν η θέση της τράπεζας οι αρχικές οδηγίες για λειτουργία του λογαριασμού, τότε για ποιο λόγο η τράπεζα ζητούσε την υπογραφή νέων οδηγιών; Πιο αναλυτικά η τράπεζα παρέβη το καθήκον φροντίδας και προσοχής που είχε έναντι της ενάγουσας γιατί,
- Παρά τη δηλωμένη πρόθεση της ενάγουσας που εκφράσθηκε προφορικά, αλλά και με την επιστολή των δικηγόρων της (Τεκμήριο 5) να μην καταβληθούν τα χρήματα του λογαριασμού μόνο στη μητέρα και χωρίς τη δική της συγκατάθεση, η τράπεζα το έπραξε αφήνοντας στο λογαριασμό ποσό μόνο 1 στερλίνας.
- Παρά τις διαβεβαιώσεις που η τράπεζα έδωσε στην ενάγουσα ότι τα χρήματα της θα ήταν ασφαλισμένα και ότι δεν θα δίδονταν μόνο στη μητέρα και ότι για την ανάληψη τους θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού, κατέβαλε ολόκληρο το ποσό του γραμματίου πλην μίας στερλίνας, στη μητέρα της ενάγουσας.
- Αυτό το έπραξε χωρίς προηγουμένως να εκφράσει στην ενάγουσα την πρόθεση της αυτή, αλλά αντίθετα με τις επιστολές που της απέστειλε την καλούσε να προσέλθει από κοινού με τη μητέρα της για να δώσει νέες οδηγίες για τη λειτουργία του λογαριασμού ή για το κλείσιμο του, λέγοντας σε συγκεκριμένη περίπτωση ότι σε περίπτωση παράλειψης των δύο δικαιούχων να προσέλθουν από κοινού για να δώσουν σαφείς οδηγίες για το λογαριασμό, απαραίτητη θα ήταν η παρουσίαση στην τράπεζα διατάγματος Δικαστηρίου, δημιουργώντας στην ενάγουσα την πεποίθηση και επιτρέποντας της να πιστεύει ότι δεν ήταν δυνατή η ανάληψη οποιουδήποτε ποσού από το λογαριασμό, εκτός μόνο κατόπιν κοινών οδηγιών των δύο δικαιούχων ή κατόπιν παρουσίασης διατάγματος Δικαστηρίου.
- Κατέβαλε τα χρήματα ενώ ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και ενώ για τη συνέχιση της παγοποίησης είχαν δοθεί στην ενάγουσα διαβεβαιώσεις και χωρίς προηγουμένως η τράπεζα να πληροφορήσει την ενάγουσα για την πρόθεση της για άρση της παγοποίησης και επαναλειτουργία του λογαριασμού σύμφωνα με τις αρχικές οδηγίες (either to sign). Υποστηρίχθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο της ενάγουσας κατά την αγόρευση της ότι η εναγόμενη τράπεζα εκωλύετο να άρει την παγοποίηση του λογαριασμού, δυνάμει εξ υποσχέσεως κωλύματος (promissory estoppel). Όμως εάν το κώλυμα αυτό μπορούσε να έχει ή όχι εφαρμογή στην παρούσα περίπτωση, δεν μπορεί καν να εξετασθεί αφού δεν δικογραφείται ρητά, αλλά ούτε είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι προκύπτει έστω και έμμεσα από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ενάγουσας. Όπως είναι νομολογημένο, ισχυρισμοί για νομικό κώλυμα (estoppel) πρέπει να διατυπώνονται ρητά στα δικόγραφα, διαφορετικά το Δικαστήριο δεν μπορεί να τους εξετάσει έστω και αν υπάρχει σχετική μαρτυρία (βλ. Γ. Λάμπρου κ.α. v. Ε. Κεφάλα κ.α.
(2000)1 Γ 1516, Πουρίκκος v. Σάββα κ.α.
(1991)1Α ΑΑΔ 507) Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, η ευπαίδευτη συνήγορος της ενάγουσας κάλεσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με διάφορα θέματα εκ των οποίων για τα πιο σημαντικά γίνεται αναφορά στη συνέχεια, για τα οποία όμως είτε δεν υπάρχει σχετική δικογράφηση, είτε δεν δόθηκε σχετική μαρτυρία. Τέτοιο θέμα που δεν δικογραφείται και συνεπώς δεν είναι επιτρεπτό να εξεταστεί είναι η άσκηση πιέσεων προς τη μητέρα για υπογραφή των διαφόρων επιστολών. Το Δικαστήριο επίσης δεν μπορεί να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι το πρόσωπο που συνέταξε τις επιστολές προς την τράπεζα τις οποίες υπογράφει η μητέρα της (Τεκμήρια 24-26 και 29) ήταν ο αδελφός της ενάγουσας και ότι η μητέρα της δεν συμφωνούσε με το περιεχόμενο των επιστολών αυτών, αφού κάτι τέτοιο επίσης δεν δικογραφείται. Το ίδιο ισχύει και για την εισήγηση της κας Χ΄ Αράπη ότι τα έγγραφα του Τεκμηρίου 26 δόθηκαν στη μητέρα για υπογραφή. Προς ενίσχυση της θέσης ότι, καλώς η τράπεζα κατέβαλε τα χρήματα στη μητέρα της ενάγουσας, η ευπαίδευτη συνήγορος της τράπεζας υποστήριξε κατά το στάδιο της αγόρευσης της, ότι τα χρήματα του λογαριασμού προέρχονταν ουσιαστικά από πόρους της μητέρας της ενάγουσας και ότι σε περίπτωση θανάτου της τελευταίας, είναι αμφίβολο εάν η ενάγουσα θα εδικαιούτο να εισπράξει τα χρήματα του κοινού λογαριασμού. Στην εξεταζόμενη περίπτωση θεωρώ ότι δεν έχει σημασία ποια ήταν η πηγή προέλευσης των χρημάτων αυτών, τα οποία κατατέθηκαν σε κοινό λογαριασμό στο όνομα των δύο δικαιούχων με οδηγίες προς την τράπεζα να επιτρέπει αναλήψεις ή καταθέσεις από το λογαριασμό με την υπογραφή είτε της μιας, είτε της άλλης δικαιούχου (either to sign). Τα χρήματα αυτά αποδόθηκαν στη μητέρα της ενάγουσας όταν αυτή βρισκόταν ακόμα στη ζωή και συνεπώς δεν εγείρεται ούτε και ως ζήτημα προς εξέταση η αρχή του επιζήσαντος δικαιούχου και ποιος θα ήταν τελικά ο δικαιούχος των χρημάτων αυτών στην περίπτωση θανάτου της μητέρας και τα λεφτά βρίσκονταν ακόμα κατατεθειμένα στον κοινό λογαριασμό. Το θέμα που εγείρεται προς εξέταση είναι μόνο εάν η τράπεζα καταβάλλοντας τα χρήματα μόνο στη μητέρα και ενόψει όλων όσων μεσολάβησαν ενήργησε αμελώς και/ή κατά παράβαση της μεταξύ της ενάγουσας και της τράπεζας συμβατικής σχέσης. Σημασία όμως θα είχε για το ζήτημα, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 21, αφού στις «κάρτες υπογραφής» του κοινού λογαριασμού που υπόγραψαν οι δύο δικαιούχοι (Τεκμήριο 21), καταγράφεται ρητά ότι «Συμφωνούμε όπως σε περίπτωση θανάτου οποιουδήποτε από εμάς θα πληρώσετε ή παραδώσετε προς ή για λογαριασμό του επιζώντος ή επιζώντων όλα τα χρήματα ή αξιόγραφα ή τίτλους ή άλλη περιουσία που είναι πιστωμένη ή που κρατάτε για οποιονδήποτε λογαριασμό από κοινού στα ονόματα μας». Το ζήτημα όμως αυτό έχει μόνο ακαδημαϊκή σημασία, γι' αυτό και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Ως αποτέλεσμα κρίνεται ότι η τράπεζα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της δεν έχει επιδείξει τη δέουσα λογική φροντίδα και προσοχή την οποία κάτω από τις περιστάσεις της υπόθεσης όφειλε και είχε υποχρέωση να επιδείξει ως λογικός τραπεζίτης και συνεπώς είναι η κατάληξη μου ότι η τράπεζα έχει παραβεί τις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποστεί ζημιά. Στρεφόμενη τώρα στο θέμα των αποζημιώσεων κρίνω ότι λόγω της παράβασης αυτής, η ενάγουσα απώλεσε και/ή υπέστη ζημιά που ανέρχεται στο ½ του ποσού που ήταν κατατεθειμένο στο λογαριασμό αφού και σύμφωνα με τα ευρήματα του Δικαστηρίου η τράπεζα έδωσε διαβεβαιώσεις στην ενάγουσα ότι για την ανάληψη των χρημάτων θα έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο δικαιούχοι του λογαριασμού. Στην Barclay' s Bank Plc v. Quiucecare Ltd and another
(1992)All E.R.363 λέχθηκε ότι «The quantum of damages is the loss suffered as a result». Εξετάζοντας περαιτέρω τις ενέργειες και/ή παραλείψεις των υπαλλήλων της τράπεζας κατά τον ουσιώδη χρόνο και οι οποίες αναφέρονται πιο πάνω και συγκεκριμένα των Μ.Υ.1 και 2 κρίνεται ότι αυτές συνιστούν αμέλεια. Αυτές οι ενέργειες και/ή παραλείψεις έγιναν στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους ως υπαλλήλων της τράπεζας (βλ. Ποταμίτης κ.α. v. Ιωάννου
(1992)1 ΑΑΔ 479) και κατά συνέπεια κρίνεται ότι η τράπεζα είναι εκ προστήσεως υπεύθυνη για τη ζημιά που η ενάγουσα έχει υποστεί λόγω της αμέλειας αυτής και η οποία ανέρχεται στο ½ του ποσού των χρημάτων που ήταν κατατεθειμένα στο λογαριασμό το οποίο ανερχόταν στο ποσό των 35.144.47 στερλινών. Ως αποτέλεσμα κρίνεται ότι η αξίωση της ενάγουσας και στη βάση της αμέλειας θα πρέπει να πετύχει. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγόμενης τράπεζας για το ποσό των 17.571.73 στερλινών, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ...... ...... ....... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civii/final Subject : trapeza cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο