Σούλλα Ιακωβίδου ν. Σοφοκλής Μούσουλος κ.α., Αρ. Αγωγής: 5060/2012, 8/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A291 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5060/2012 Μεταξύ: Σούλλα Ιακωβίδου, από τη Λεμεσό Ενάγουσας -και- 1. Σοφοκλής Μούσουλος, (Α.Δ.Τ. 462990) από τη Λευκωσία 2. Λεωνίδας Μούσουλος, (Α.Δ.Τ. 1030511) από τη Λευκωσία Εναγομένων ........... ... Αίτηση ημερομηνίας 15.03.2013 για συνοπτική απόφαση Ημερομηνία: 08.10.2013 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κα Γ. Βλαδιμήρου για Σούλλα Ιακωβίδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2-Καθ΄ων η αίτηση: κα Χριστοδουλίδου για Δημήτριος Α. Παυλίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (κος Αντώνης Παντέχης κατά την απόφαση) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα με Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρημένο στις 07.11.2012, διεκδικεί από τους Εναγόμενους αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά το ποσό των €231.000,00 ως υπόλοιπο οφειλομένου ποσού δυνάμει εγγράφου, και/ή λήξαντος εγγράφου και/ή γραμματίου συνήθους τύπου, και/ή συναλλαγματικής, και/ή χρεωστικού ομολόγου, και/ή εγγράφου αναγνώρισης χρέους, και/ή συμφωνίας, και/ή άλλως πως. Ζητά ακόμη επιδίκαση τόκου 8% ετησίως επί του ποσού €710.000,00 από 18.10.2009 μέχρι 25.05.2010 και έκτοτε επί του εκάστοτε υπολοίπου. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, περί τις 18.07.2009 έναντι καλού και νόμιμου ανταλλάγματος η Ενάγουσα δάνεισε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €710.000,00. Συνάφθηκε μεταξύ τους έγγραφο και/ή γραμμάτιο συνήθους τύπου, και/ή συναλλαγματική, και/ή έγγραφο αναγνώρισης χρέους, και/ή χρεωστικό ομόλογο, και/ή συμφωνία ημερομηνίας 18.07.2009 για το ποσό των €710.000,00 με τόκο 8% από 18.10.2009, ημερομηνία κατά την οποία το εν λόγω ποσό καθίστατο πληρωτέο, οφειλόμενο και απαιτητό. Ο Εναγόμενος 2 εγγυήθηκε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού και των τόκων αυτού. Το πιο πάνω ποσό δόθηκε στον Εναγόμενο 1 για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και προς το γραφείο Φόρου Εισοδήματος καθώς και σε άλλους οφειλέτες. Το έγγραφο ημερομηνίας 18.07.2009 (γραμμάτιο συνήθους τύπου, και/ή συναλλαγματική, κλπ) υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο 1 ως εξασφάλιση της Ενάγουσας, η οποία δανείστηκε τα χρήματα που έδωσε στον Εναγόμενο 1 από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λίμιτεδ. Ο Εναγόμενος 1, έναντι του δανείου, και μετά τη λήξη του γραμματίου συνήθους τύπου (και/ή συναλλαγματικής, κλπ), κατέβαλε σε διαφορετικές ημερομηνίες το συνολικό ποσό των €479.000,00. Ως εκ τούτου, παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €231.000,00 πλέον τόκοι. Στις 27.02.2013 οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Η Ενάγουσα (στο εξής η Αιτήτρια) καταχώρισε στις 15.03.2013 αίτηση για συνοπτική απόφαση (στο εξής η Επίδικη Αίτηση) εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (στο εξής Καθ΄ων η αίτηση). Η Επίδικη Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, ημερομηνίας 15.03.2013. Σε αυτή δηλώνονται και επαναλαμβάνονται ενόρκως τα όσα περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης. Επιπλέον αναφέρεται ότι μετά την επίδοση του κλητηρίου εντάλματος οι Καθ΄ων η αίτηση δεν καταχώρισαν υπεράσπιση. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 έκανε πληρωμές έναντι του χρέους, συνεπώς και οι δύο Καθ΄ων η αίτηση κωλύονται, λόγω συμπεριφοράς και λόγω εγγράφων, να αμφισβητήσουν την αξίωση της. Εξ΄αιτίας των πληρωμών που έγιναν από τον Καθ΄ου η αίτηση 1 διαφαίνεται ότι οι Καθ΄ων η αίτηση αναγνωρίζουν το χρέος τους, συνεπώς δεν έχουν υπεράσπιση. Οι Καθ΄ων η αίτηση παρόλο που κλήθηκαν επανειλημμένα να εξοφλήσουν το χρέος τους, δεν το έπραξαν. Προκάλεσαν καθυστέρηση με τη συμπεριφορά τους, αποφεύγοντας την επίδοση της αγωγής, εξ΄ού και εξασφαλίστηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Στις 26.02.2013 κατέστηκε δυνατή η επίδοση της αγωγής διά θυροκολλήσεως. Οι Καθ΄ων η αίτηση δεν έχουν εμφανή πιθανότητα έγερσης επίδικου θέματος για να τους δοθεί άδεια για υπεράσπιση. Δεν υπάρχει λόγος για διεξαγωγή δίκης ελλείψει υπεράσπισης, και/ή εύλογης, και/ή συζητήσιμης υπεράσπισης εκ μέρους τους. Στην πιο πάνω ένορκη δήλωση επισυνάπτονται το έγγραφο ημερομηνίας 18.07.2009 ως Τεκμήριο 1 και αντίγραφα πληρωμών, με επιταγές, προς την Αιτήτρια εκ μέρους του Εναγόμενου 1, ως Τεκμήριο 2. Οι Καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν στις 12.04.2013 Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης, προβάλλοντας τους ακόλουθους λόγους ένστασης: 1. H Αίτηση της Ενάγουσας-Αιτήτριας είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή τα γεγονότα ενώπιον του Σεβαστού Δικαστηρίου δεν συνηγορούν στην έκδοση συνοπτικής απόφασης. 2. Η Ένορκη Δήλωση της Αίτησης δεν πληρεί τις προϋποθέσεις των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα των Δ.18 και 39. 3. Η Ένορκη Δήλωση της κας Σούλας Ιακωβίδου σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι παράτυπη και/ή αντινομική κατά παράβαση της Δ.39 Θ.1-21. 4. Το ποσό το οποίο αναφέρεται δεν ανταποκρίνεται στη πραγματικότητα και πρόκειται για προϊόν αυθαίρετων υπολογισμών της Ενάγουσας. 5. Η Ενάγουσα παράνομα προέβηκε σε αυθαίρετους υπολογισμούς χωρίς να πιστώνει πληρωμές και έξοδα του Εναγόμενου αριθ.1, και χωρίς να αφαιρέσει από το υπόλοιπο χρήματα τα οποία επωφελήθηκε η ίδια. 6. Το εν λόγω έγγραφο Τεκμήριο 1 στην Αίτηση αποτελεί προϊόν εξαναγκασμού, και/ή υπεγράφη υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό. 7. Οι Εναγόμενοι-Καθ΄ων η Αίτηση έχουν καλή Υπεράσπιση ως προς την ουσία της υπόθεσης. 8. Χωρίς επηρεασμό των ανωτέρω, μπορεί να δοθεί άδεια στους Εναγόμενους για υπεράσπιση με όρους, ή χωρίς όρους όπως θα κρίνει το Δικαστήριο πρέπον.» Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.04.2013 του Καθ΄ου η αίτηση αρ.1, ο οποίος δηλώνει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Καθ΄ου η αίτηση 2 για να προβεί στην εν λόγω ένορκη δήλωση. Πέραν του ότι προβάλλεται άρνηση όλων των ισχυρισμών της Αιτήτριας, παρατίθενται γεγονότα τα οποία, κατά τη θέση των Καθ΄ων η αίτηση, συνιστούν συζητήσιμη υπεράσπιση. Γίνεται παραδοχή για ύπαρξη του γραμματίου ύψους €710.000,00, ωστόσο προβάλλεται η θέση ότι, η έκδοση του και η υπογραφή από τον Καθ΄ου η αίτηση 1, ήταν συνεπεία εξαναγκασμού και υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό. Το εν λόγω γραμμάτιο δεν καλύπτει οποιοδήποτε αντάλλαγμα, αφού η Αιτήτρια δε δάνεισε το ποσό αυτό στον Καθ΄ου η αίτηση 1. Είναι η Αιτήτρια που δανείστηκε από το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, για δικούς της προσωπικούς σκοπούς και χρηματοδότηση κοινής επιχειρηματικής δραστηριότητας. Δεν οφείλεται δε οποιοδήποτε ποσό σε σχέση με το γραμμάτιο. Διατυπώνονται εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση γεγονότα σχετικά με τη προσωπική ζωή της Αιτήτριας και του Καθ΄ου η αίτηση 1 (τα οποία το Δικαστήριο αντιπαρέρχεται, κρίνοντας ότι δεν σχετίζονται με τα επίδικα θέματα της αίτησης), υποστηρίζοντας ότι υπήρξαν πολλές επαγγελματικές συνεργασίες μεταξύ Αιτήτριας και Καθ΄ου η αίτηση 1 και η Αιτήτρια υποσχέθηκε οικονομική στήριξη στον Καθ΄ου η αίτηση 1. Παρατίθενται λεπτομέρειες των υπηρεσιών που ο Καθ΄ου η αίτηση 1 ισχυρίζεται ότι πρόσφερε στην Αιτήτρια. Ο Καθ΄ου η αίτηση 2 υπόγραψε ως εγγυητής για να στηρίξει τον Καθ΄ου η αίτηση 1, γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος και η Αιτήτρια είχαν μαζί πολλές οικονομικές δραστηριότητες. Η Αιτήτρια είχε δυο υποθήκες και άλλες υποχρεώσεις στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, από το οποίο διευθέτησε να πάρει νέο δάνειο και από αυτό θα έδινε χρήματα και στον Καθ΄ου η αίτηση 1. Τον υποχρέωσε ωστόσο, να υπογράψει ακόμη ένα γραμμάτιο, για το ποσό των €180.000,00, προς όφελος κάποιου Κώστα Φραντζή, για να μην εκτεθεί η ίδια, ως του ανέφερε, και για να εξασφαλίσει το δάνειο που ήθελε να πάρει. Ο Καθ΄ου η αίτηση 1 εξόφλησε προς τον Κώστα Φραντζή το γραμμάτιο των €180.000,00, παρόλο που δεν είχε οποιαδήποτε υποχρέωση προς αυτόν. Η Αιτήτρια τον διαβεβαίωσε ότι το ποσό των €180.000,00 αποτελούσε μέρος εξόφλησης του δανείου. Η Αιτήτρια πιέζοντας τον Καθ΄ου η αίτηση 1, τον απείλησε πως εάν δεν υπόγραφε το γραμμάτιο των €180.000,00 δε θα του έδινε οποιαδήποτε οικονομική βοήθεια. Προβάλλεται ακόμη στην ένορκη δήλωση του Καθ΄ου η αίτηση 1, η θέση ότι η Αιτήτρια προέβηκε σε αυθαίρετους υπολογισμούς αφού δεν υπολόγισε σωστά τα ποσά που καταβλήθηκαν προς αυτήν, ως επίσης αυτή παρέλειψε να αφαιρέσει, παρόλο που είχε συμφωνήσει μαζί της, ποσά τα οποία αντιπροσώπευαν έξοδα τα οποία ο Καθ΄ου η αίτηση 1 είχε κάνει κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους. Η ακροαματική διαδικασία της Επίδικης Αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων, και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Η πλευρά της Αιτήτριας στηριζόμενη στο άρθρο 80 του Περί Συμβάσεων Νόμου, τονίζοντας ότι, το περιεχόμενο γραμματίου συνήθους τύπου, συνιστά αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που αναφέρονται σ΄αυτό. Με παραπομπή σε νομολογία εισηγείται ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν προέβαλαν οτιδήποτε που να συνιστά συζητήσιμη υπεράσπιση, η οποία να επιτρέπεται να προβληθεί έναντι του γραμματίου συνήθους τύπου. Περαιτέρω, η απόδειξη πληρωμών έναντι του ποσού του γραμματίου, εμποδίζει τους Καθ΄ων η αίτηση από του να αμφισβητούν την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος για το ποσό του γραμματίου. Συνακόλουθα, είναι κατάλληλη περίπτωση όπου δεν αποδείχθηκε ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης και ως εκ τούτου είναι αχρείαστη πλήρης ακροαματική διαδικασία. Εκ μέρους των Καθ΄ων η αίτηση έγινε εκτεταμένη αναφορά στις νομολογιακές αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Εισηγούνται ότι τα γεγονότα που αναφέρει η Αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση, είναι αμφισβητούμενα. Η νομολογία υπαγορεύει ότι δεν ενδείκνυται, σε αιτήσεις για συνοπτική απόφαση, να γίνεται στάθμιση αντικρουόμενων ισχυρισμών. Το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε συμπέρασμα ότι η μία πλευρά προέβαλε πιο πειστικούς και πιο αξιόπιστους ισχυρισμούς από την άλλη. Οι Καθ΄ων η αίτηση εισηγούνται ότι τα όσα προέβαλαν στη ένορκη δήλωση τους, συνιστούν καλόπιστη υπεράσπιση και ως εκ τούτου θα πρέπει η υπόθεση να ακουστεί καθ΄ολοκληρία στα πλαίσια ακρόασης της αγωγής. Νομική πτυχή Η ειδική πρόνοια στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας είναι η Δ.18 Κ.1(α), η οποία τίθεται αυτούσια: «Ο.18, r.1(
- a)Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου ο Εναγόμενος εμφανίζεται σε κλητήριο ειδικά οπισθογραφημένο σύμφωνα με τη Διάταξη 2 Κανονισμός 6, ο Ενάγοντας μπορεί, με ένορκη δήλωση την οποία θα κάνει ο ίδιος ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, βεβαιώνοντας την αιτία της αγωγής και το ποσό που απαιτείται (αν υπάρχει) και αναφέροντας ότι από ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή, να αποταθεί για απόφαση για το ποσό που απαιτείται μαζί με τόκο (αν υπάρχει) ή για ανάκτηση γης (με ή χωρίς ενοίκιο) ή για παράδοση συγκεκριμένου κινητού πράγματος, ανάλογα με την περίπτωση και τα έξοδα, μπορεί να δοθεί απόφαση υπέρ του Ενάγοντα, εκτός εάν ο Εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα είναι ουσιώδη για να του δοθεί δικαίωμα υπεράσπισης.» Από τη γραμματική ερμηνεία της πιο πάνω διάταξης καθώς και την πλούσια νομολογία που την έχει εφαρμόσει μέχρι σήμερα, προκύπτει ότι το Δικαστήριο, πριν εξετάσει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου ως προς το κατά πόσο υπάρχει συζητήσιμη υπεράσπιση, θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι πιο κάτω βασικές προϋποθέσεις: (α) Το κλητήριο ένταλμα που καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα να είναι ειδικά οπισθογραφημένο δυνάμει της Δ.2, Κ.6. (β) Ο Εναγόμενος να έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης, και (γ) Η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να γίνεται από τον Ενάγοντα, ή από πρόσωπο που μπορεί θετικά να ορκιστεί ως προς τα γεγονότα, και που μπορεί να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, και να δηλώνει ότι εξ΄ όσων πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Σε περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, τότε αμέσως μετατοπίζεται στον Εναγόμενο το βάρος της απόδειξης ότι έχει καλή υπεράσπιση, ή ότι έχουν αποκαλυφθεί τέτοια γεγονότα τα οποία θα του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί σε διαδικασία πλήρους ακρόασης. Ουσιαστικά η πλήρωση των πιο πάνω προϋποθέσεων, σχετίζεται άμεσα με την ενεργοποίηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για να κάνει χρήση της διαδικασίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης. Στην υπόθεση Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ,
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 782, γίνεται διάκριση αφενός μεν των προσώπων που μπορούν να ορκιστούν θετικά για τα γεγονότα μιας υπόθεσης, και αφετέρου των προσώπων που ορκίζονται με βάση τα όσα πληροφορούνται και πιστεύουν, τονίζοντας ότι η Δ.39 Κ. 2 αφορά μόνο τις ενδιάμεσες αιτήσεις όπου μπορεί κάποιος ενόρκως δηλών να κάνει αναφορά σε γεγονότα που είναι εξ΄ ακοής. Επίσης επιβεβαιώνεται από την πιο πάνω απόφαση η λογική αναγκαιότητα ότι, εκεί που ο Ενάγοντας είναι νομικό πρόσωπο, την ένορκη δήλωση θα κάνει κάποιο φυσικό πρόσωπο το οποίο όμως γνωρίζει θετικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Όσον αφορά την έννοια της λέξης «θετικά» ως προς την αναφορά των γεγονότων, στην ίδια υπόθεση (Αθηνούλλα Δημητρίου) αναφέρθηκε ότι, το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και εντός της έννοιας της Δ.18 Κ. 1, πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, καθώς και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, ενώ πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η φύση της αξίωσης. Η ιδιαίτερη φύση της συνοπτικής απόφασης έχει τονιστεί μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Trans Middle East Trading (T.M.E.T.) v. Abdul Aziz Tlais
(1991)1 A.A.Δ. 239, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η βασική αρχή που προκύπτει τόσο από τις κυπριακές όσο και αγγλικές αποφάσεις είναι ότι η συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όπου είναι αναμφίβολο ότι ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή. ΄Οπου όμως δίδει στην ένορκη δήλωση του αρκετές λεπτομέρειες που να δείχνουν την ύπαρξη καλόπιστης υπεράσπισης ή να εγείρουν θέμα σε απάντηση της απαιτήσεως που θα πρέπει να εκδικάζεται ή όπου ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει καλή και ουσιαστική υπεράσπιση ή αποκαλύπτει τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να του δώσουν το δικαίωμα να προβάλει την υπεράσπιση του, τότε θα πρέπει να δίδεται τέτοιο δικαίωμα για υπεράσπιση (CY.E.M.S. CO LTD v. The Central Co-Operative Industries Co ltd
(1982)1 A.A.Δ. 897). ΄Ετσι είναι μόνο σε καθαρές περιπτώσεις που μπορεί το Δικαστήριο να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπιση του ενώπιον του Δικαστηρίου, γιατί σε διαφορετική περίπτωση τέτοια ενέργεια θα αποτελούσε άρνηση δικαιοσύνης προς τον επηρεαζόμενο διάδικο.» Περαιτέρω στην Ετήσια Πρακτική του 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 243, αναφέρονται τα πιο κάτω, στα πλαίσια της Δ.14 των Αγγλικών Θεσμών, η οποία είναι ίδια με τη Δ.18 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας: «The purpose of O.14 is to enable a plaintiff to detain a summary judgment without trial, if he can prove his claim clearly; and if the defendant is unable to set up a bona fide defence or raise an issue against the claim which ought to be tried (Rodsents v. Plant
(1985)1 Q.B.597).» Στη σελίδα 248 του πιο πάνω συγγράμματος αναφέρεται ότι, αν στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου αποκαλύπτεται υπεράσπιση, είναι γενικά αχρείαστο για τον Ενάγοντα να καταχωρήσει απαντητική ένορκη δήλωση, εκτός αν είναι σε θέση να παρουσιάσει έγγραφα που να δείχνουν καθαρά την αναλήθεια της ένορκης δήλωσης του Εναγομένου. Σημαντική επίσης είναι η αναφορά στην υπόθεση Χριστάκης Αυγουστή και άλλοι ν. Γεώργιου Πίριλλου,
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 5 όπου αναφέρεται πως όταν τα νομικά και πραγματικά ζητήματα, λόγω της φύσεως τους, είναι απλά και καθίσταται δυνατό για το Δικαστήριο να μορφώσει άποψη χωρίς περαιτέρω διευκρίνιση στο στάδιο της δίκης, τότε πρέπει να εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ του Ενάγοντα. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα Είναι σαφές και συνάγεται από τη πιο πάνω νομολογία, ότι το κύριο ερώτημα που τίθεται, μεταξύ άλλων επιμέρους ερωτημάτων, είναι κατά πόσο η παρούσα υπόθεση αφορά καθαρή και κατάλληλη περίπτωση, ούτως ώστε να εκδοθεί συνοπτική απόφαση, έχοντας κατά νου τη φύση της διαφοράς. Προέχει ωστόσο η εξέταση, κατά πόσο πληρούνται οι βασικές προϋποθέσεις ούτως ώστε να μετατοπίζεται στους Καθ΄ων η αίτηση το βάρος απόδειξης ότι έχουν συζητήσιμη υπεράσπιση ή ότι έχουν θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοια γεγονότα και ισχυρισμούς, οι οποίοι τους παρέχουν το δικαίωμα να υπερασπιστούν σε διαδικασία πλήρους ακρόασης της αγωγής. Προκύπτει αβίαστα μέσα από τον φάκελο της υπόθεσης ότι, η αγωγή της Αιτήτριας καταχωρήθηκε με Κλητήριο Ένταλμα Ειδικώς Οπισθογραφημένο, και ότι οι Καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν εμφάνιση στις 27.02.
- Εγείρεται ωστόσο το ερώτημα κατά πόσο προκύπτει από την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ότι επιβεβαιώνεται θετικά η απαίτηση της, έστω, έχοντας προσωπική γνώση, ως Ενάγουσα, των γεγονότων που στηρίζουν την απαίτηση της. Η απάντηση στο ερώτημα θα πρέπει να δοθεί λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης. Όπως έχει προαναφερθεί η φύση της διαφοράς αποτελεί σημαντικό κριτήριο στην κρίση του Δικαστηρίου. Η Αιτήτρια στηρίζει την απαίτηση της σε γραμμάτιο συνήθους τύπου, και/ή σε αναγνώριση χρέους, και/ή συναλλαγματική, και/ή χρεωστικό ομόλογο, και/ή συμφωνία. Αυτός ο διαζευκτικός τρόπος διατύπωσης είναι αποδεκτός για την Έκθεση Απαίτησης, όχι όμως για ένορκες δηλώσεις. Στην ένορκη της δήλωση, (παράγραφος 4), η Αιτήτρια διατυπώνει διαζευκτικά τη βάση της αξίωσης της, κάτι που από μόνο του προκαλεί σύγχυση, ως προς το θέμα της επιβεβαίωσης θετικά του αγώγιμου δικαιώματος. Επίσης σε άλλο μέρος της ένορκης δήλωσης της (παράγραφος 6), φαίνεται να στηρίζεται πάλι διαζευκτικά σε γραμμάτιο συνήθους τύπου και/ή άλλο έγγραφο και/ή άλλως πώς, για την οφειλή, των Καθ΄ων η αίτηση προς αυτήν, του ποσού των €710.000,
- Επισημαίνεται πως εκ μέρους της Αιτήτριας δεν προωθήθηκε μαρτυρία ή θέση ότι το Τεκμήριο 1 συνιστά συναλλαγματική ή χρεωστικό ομόλογο ή άλλη συμφωνία. Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1, που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, αλλά και τα όσα αναπτύχθηκαν στην αγόρευση της, συνάγεται ότι αυτή θεωρεί το Τεκμήριο 1 ως γραμμάτιο συνήθους τύπου, επικαλούμενη παράλληλα τα πλεονεκτήματα που εκπορεύονται από αυτό δυνάμει του άρθρου 80 του ΚΕΦ.
- Θα πρέπει να επισημανθεί ακόμη πως το γραμμάτιο συνήθους τύπου συνιστά από μόνο του αιτία αγωγής, όχι όμως το έγγραφο αναγνώρισης χρέους. Στην υπόθεση Νικόλας και Χρίστος Ιγνατίου κ.α. ν. Νικόλα Λεμονάρη
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1562 πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι, το έγγραφο που παρουσιάστηκε ενώπιον του, δε συνιστούσε γραμμάτιο συνήθους τύπου ωστόσο εξέδωσε απόφαση στη βάση εγγράφου αναγνώρισης χρέους. Η πρωτόδικη απόφαση ανατράπηκε. Αναφέρθηκαν από το Εφετείο τα ακόλουθα: «Κατ΄αρχή και σύμφωνα με τη νομολογία όσον αφορά εναλλακτική βάση αγωγής, αυτή της «αναγνώρισης χρέους», ούτε αναγνωρίζεται ούτε συνιστά αυτοτελή βάση. Έγγραφο που περιέχει δήλωση η οποία συνιστά αναγνώριση χρέους θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κατά τη δίκη για την απόδειξη κάποιας αιτίας αγωγής ως π.χ. για παράβαση συμφωνίας δανείου. Το ίδιο όμως το έγγραφο δεν συνιστά βάση αγωγής. (Βλέπε: D &G Products Ltd v. Χαράλαμπου Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 10744, ημερ. 13.9.2002). ............................. Είναι νομολογιακά θεμελιωμένο ότι τα δικόγραφα συνιστούν το θεμέλιο της δίκης και αποτελούν το αποκλειστικό μέσο για τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. Παρέκκλιση από την αρχή αυτή εκτρέπει τη δίκη έξω από τα δικονομικά πλαίσια που παρέχουν εγγύηση για δίκαιη δίκη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης (Βλέπε: Loucaides v. C.D. Hay & Sons
(1971)1 C.L.R. 134, Αριστοδήμου ν. Χαραλάμπους
(1990)1 Α.Α.Δ. 319 και Ελένη Βραχίμη ν. Πάρη Κουλουμπρή
(1992)1 Α.Α.Δ. 836).» Ενόψει των πιο πάνω, και λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της απαίτησης της Αιτήτριας, η τελευταία όφειλε, κατά την επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Έκθεσης Απαίτησης της, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλη την αναγκαία μαρτυρία ούτως ώστε να αποδεικνύεται ότι το Τεκμήριο 1, επί της ένορκης δήλωσης της, συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου. Από τη μελέτη της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας ελλείπει μαρτυρία ότι ο Καθ΄ου η αίτηση αρ.1 υπόγραψε το Τεκμήριο 1 στην παρουσία δυο μαρτύρων. Αυτό απαιτείται ως αυστηρή προϋπόθεση από το άρθρο 78 του ΚΕΦ.149. Η αποδοχή εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση 1 ότι υπογράφτηκε εκ μέρους του το γραμμάτιο δε θεραπεύει το κενό που υπάρχει. Ούτε το γεγονός ότι επί του Τεκμηρίου 1 φαίνονται να υπάρχουν δύο υπογραφές στη θέση των μαρτύρων υποδηλώνει αποδεδειγμένα ότι η παροχή της υπόσχεσης εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση 1 και η υπογραφή του τέθηκαν στην παρουσία δυο μαρτύρων. Κρίνεται συνεπώς ότι το Τεκμήριο 1 δε συνιστά γραμμάτιο συνήθους τύπου και κατ΄επέκταση η Αιτήτρια δεν έχει επαληθεύσει πλήρως το αγώγιμο δικαίωμα της ως όφειλε. Έστω και αν το τεκμήριο θεωρηθεί έγγραφη αναγνώριση χρέους εκ μέρους του Καθ΄ου η αίτηση 1, αυτό δεν συνιστά ξεχωριστή αιτία αγωγής. Ούτε βέβαια παρατίθεται άλλη μαρτυρία ή γεγονότα που να επιβεβαιώνουν θετικά άλλη βάση αγωγής στην οποία θα μπορούσε να συνδεθεί και αξιολογηθεί το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 ως έγγραφη αναγνώριση χρέους. Συνακόλουθα των πιο πάνω, δε μετατίθεται στους Καθ΄ων η αίτηση το βάρος απόδειξης συζητήσιμης υπεράσπισης ή στοιχείων που να δικαιολογούν την παραχώρηση δικαιώματος καταχώρησης υπεράσπισης. Εξάγεται τόσο μέσα από το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης αλλά και από τα όσα προωθήθηκαν στην ακρόαση της επίδικης αίτησης, περιλαμβανομένης και της αγόρευσης της Αιτήτριας, ότι δεν αποκαλύπτεται άλλη αιτία αγωγής και ούτε στηρίχθηκε σε τέτοια η Αιτήτρια. Επομένως, δεν υπάρχει άλλη βάση-αιτία αγωγής ούτως ώστε το Δικαστήριο να προβεί σε αξιολόγηση των όσων προβάλλονται από πλευράς των Καθ΄ων η αίτηση, προκειμένου να κριθεί αν αυτά συνιστούν συζητήσιμη υπεράσπιση σε σχέση με άλλη αιτία αγωγής. Τέτοιο εγχείρημα θα ήταν άνευ πραγματικού υπόβαθρου και άνευ σημασίας. Η Επίδικη Αίτηση δε δύναται να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται προς όφελος των Καθ΄ων η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας. Θα εγκριθούν από το Δικαστήριο αφού υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης επί της αγωγής. (Υπ.) Δ. Ι. Κίτσιος, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΙΜ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για συνοπτική απόφαση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο