OLGA VASILYEVA ν. Μ.Ε.Α. IONANNOU PROPERTIES LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3071/12, 31/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A337 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3071/12 Μεταξύ: OLGA VASILYEVA, από τη Ρωσία και τώρα στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού Ενάγουσας -και- 1. Μ.Ε.Α. IONANNOU PROPERTIES LIMITED, από Λεμεσό 2. ΜΙΧΑΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Δικηγόρος, από Λεμεσό Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερ. 5.7.2012 για Προσωρινό διάταγμα ημερ. 11.7.2012 Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2013 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα/αιτήτρια: κ. Χρ. Πουργουρίδης Για τους εναγόμενους/καθ' ων: κ. Σ. Πατσαλίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα είναι Ρωσίδα υπήκοος και ο εναγόμενος 2 Κύπριος δικηγόρος που ασκεί το επάγγελμα του στη Λεμεσό. Είναι, επίσης, διευθυντής της εναγόμενης 1 εταιρείας. Με κλητήριο ένταλμα που καταχώρισε η ενάγουσα στις 5.7.2013, διεκδικεί από τους εναγόμενους 1 και 2 αποζημιώσεις πέραν των €2.000.000, τις οποίες ισχυρίζεται ότι υπέστη από δόλιες παραστάσεις και/ή από παράβαση διαβεβαιώσεων που της δόθηκαν από τους εναγόμενους. Επιδιώκει περαιτέρω την ακύρωση σειράς αγοραπωλητηρίων εγγράφων με τα οποία φέρεται να αγόρασε και/ή πώλησε ή αντάλλαξε διάφορα ακίνητα στην Κύπρο, λόγω κατ' ισχυρισμόν, δολίων παραστάσεων και/ή ψυχικής πιέσεως της και απάτης των εναγομένων. Μετά από μονομερή αίτηση της ημερ. 5.7.2012, πέτυχε την έκδοση προσωρινού διατάγματος δια του οποίου η εναγόμενη 1 εμποδίζεται να αποξενώσει τρία ακίνητα που περιγράφονται στο διάταγμα. Επιπλέον οι εναγόμενοι 1 και 2 εμποδίζονται να πωλήσουν ή να παρουσιάζονται ως οι δικαιούχοι αγοραστές της οικίας επί της οδού Παρθενώνος 9, στον Άγιο Αθανάσιο Λεμεσού. Την ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την αίτηση υπογράφει η αιτήτρια και υποστηρίζει, σε συντομία τα ακόλουθα: Κατάγεται από τη Ρωσία και ήλθε για πρώτη φορά στην Κύπρο τον Απρίλιο του έτους 2007. Τέλεσε πολιτικό γάμο με Κύπριο τον Ιούλιο του ιδίου έτους αλλά γρήγορα επήλθε διάσταση με το σύζυγο της και χρειάστηκε δικηγόρο. Αποτάθηκε στον εναγόμενο 2, ο οποίος χειρίστηκε αποτελεσματικά τις οικογενειακές διαφορές με τον εν διαστάσει σύζυγο της. Τον εμπιστεύθηκε και αποφάσισε να του αναθέσει το χειρισμό άλλων υποθέσεων της σε σχέση με επενδύσεις και αγορές ακινήτων στην Κύπρο. Όπως αναφέρει, ο εναγόμενος 2 της παρουσιάστηκε ως έμπειρος δικηγόρος σε θέματα επενδύσεων στην αγορά ακινήτων, παροτρύνοντας την να μεταφέρει χρήματα στο λογαριασμό πελατών του δικηγορικού του γραφείου και στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγόμενης 1 εταιρείας, προκειμένου να προέβαινε στις επενδύσεις της. Σημειώνει δε πως κατ' εκείνο το χρονικό διάστημα δεν γνώριζε καθόλου την ελληνική γλώσσα ενώ οι γνώσεις της στην αγγλική ήταν μέτριες. Με τις συμβουλές και την παρότρυνση των εναγομένων, συνεχίζει, προχώρησε σε αγοραπωλησίες ακινήτων, ως ακολούθως: (α) Οικία στην Παρεκκλησιά έναντι του ποσού των €598.010.050. Όπως εξηγεί στην παράγραφο 13 της ένορκης δήλωσης της, τη συμβούλευσε ο εναγόμενος 2 ότι ήταν καλύτερα να αγοραστεί το σπίτι μέσω της εταιρείας του (εναγόμενης 1) επειδή το σπίτι ανήκε σε ζεύγος Άγγλων που ήταν γνωστοί του και θα εξασφάλιζε, έτσι, καλύτερη τιμή. Αποδέχθηκε, αναφέρει, και κατήρτισε τη συμφωνία με την εναγόμενη 1, (Τεκμήριο 1), στην οποία κατέβαλε το ποσό των €102.516,89 που αφορούσε την προκαταβολή. Μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1, συνεχίζει, την συμβούλευσε ο εναγόμενος 2 να ακυρώσει τη συμφωνία γιατί θα αφαιρείτο ένα μέρος από το ακίνητο για την κατασκευή δημόσιου δρόμου. Άκουσε τη συμβουλή του και υπέγραψε την ακυρωτική συμφωνία Τεκμήριο 2, χωρίς μέχρι σήμερα να της επιστραφεί οποιοδήποτε ποσό από το ποσό της προκαταβολής που έδωσε στην εναγόμενη 1. (β) Ακολούθως την συμβούλευσε και αγόρασε ακίνητο στον Άγιο Τύχωνα έναντι του ποσού των €256.290,22 Τεκμήριο 3. Για το συγκεκριμένο ακίνητο, αναφέρει στις παραγράφους 14, 15 και 16, είχε εκφράσει αρχικά επιφυλάξεις αλλά την έπεισε ο εναγόμενος 2 ότι ήταν προς το συμφέρον της να το αγοράσει επειδή θα ανήγειρε εντός του τεμαχίου οικία η εταιρεία του (εναγόμενη 1) και με τον τρόπο αυτό θα είχε σημαντικό όφελος. Για το ίδιο ακίνητο, αναφέρει στην παράγραφο 17, υπάρχει και δεύτερη συμφωνία (Τεκμήριο 3) στην οποία αναγράφεται ότι το τίμημα πώλησης ήταν €410.064,35, χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξηγήσει γιατί καταρτίστηκαν δύο συμφωνίες για το ίδιο ακίνητο. Διευκρινίζει πώς οι συμφωνίες ήταν στην ελληνική και δεν μπορούσε να τις διαβάσει. Υπόγραψε, υποστηρίζει, γιατί είχε εμπιστοσύνη στον εναγόμενο 2 και έθετε την υπογραφή της όπου της ζητούσε να υπογράψει. Κατέβαλε, πάντως, στην εναγόμενη 1 εταιρεία το ποσό των €410.075,95 όπως επιμαρτυρείται από το Τεκμήριο 4. (γ) Ακολούθως, προσθέτει στην παράγραφο 18, συμφώνησε με την εναγόμενη 1, να της κατασκευάσει πισίνα και πλήρωσε στο λογαριασμό πελατών του εναγόμενου 2, δια λογαριασμό της εναγόμενης 1, το ποσό των €220.000, για το οποίο της δόθηκε σχετική απόδειξη από την εναγόμενη 1 (βλ. Τεκμήρια 6 και 6Α, αντίστοιχα). Όμως, συνεχίζει, στην παράγραφο 19, ο εναγόμενος 2 την πληροφόρησε ότι έπεσε έξω στους υπολογισμούς του και δεν μπορούσε να ανταποκριθεί. Για το λόγο αυτό, στις 5.10.2009 υποχρεώθηκε να υπογράψει νέα συμφωνία με την εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 7) καταβάλλοντας για τον ίδιο σκοπό επί πλέον ποσό €195.000 (Τεκμήρια 7(Α) - 7Δ)). Επειδή, συνεχίζει στις παραγράφους 20 και 21 της ένορκης δήλωσης της, οι εναγόμενοι δεν είχαν αποπερατώσει τις εργασίες που ανέλαβαν δυνάμει του Τεκμηρίου 7, μέσα στον προβλεπόμενο χρόνο, τον Αύγουστο του έτους 2010, ανέθεσε σε πολιτικό μηχανικό (Π. Ευλογημένο) την ετοιμασία έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, η οποία ετοιμάστηκε στις 22.9.2010 (Τεκμήριο 8). Στην εν λόγω έκθεση ο πραγματογνώμονας αναφέρει ότι η αξία των κατασκευών που έγιναν από την εναγόμενη 1 και δεν έπρεπε να κατεδαφιστούν ήταν μόλις €110.756, ενώ η ίδια είχε καταβάλει γι' αυτές τις εργασίες ποσό €343.450. Έθεσε την έκθεση του κ. Ευλογημένου στον εναγόμενο 2, ο οποίος δεν αποδέχθηκε το περιεχόμενο της, απειλώντας την πως αν τον έπαιρνε Δικαστήριο θα την πολεμούσε και θα έκανε ότι ήταν δυνατό να καθυστερήσει η δίκη μέχρι να πεθάνει και να μην πάρει ούτε ένα σέντ. Οι πιο πάνω δεν ήταν οι μοναδικές συμφωνίες που έκαμε με τους εναγόμενους. Συνεχίζοντας στις παραγράφους 22 μέχρι και 37 της ένορκης δήλωσης της, αναφέρει ότι κατήρτισε και άλλες συμφωνίες ως ακολούθως: (δ) Στις 30.9.2008 συμφώνησε με γραπτή συμφωνία Τεκμήριο 9 όπως ανταλλάξει την οικία της στον Άγιο Αθανάσιο με 33/56 μερίδια σε ακίνητο στην κοινότητα Παρεκκλησιάς. Για τη συμφωνία αυτή κατέβαλε στον εναγόμενο 2 το ποσό των €256.500 (Τεκμήριο 9Β) και έλαβε απόδειξη από την εναγόμενη ότι εισέπραξε ποσό €256.290 (Τεκμήριο 9Γ). (ε) Στις 16.10.2008, με βάση συμφωνία με την εναγόμενη 1 (Τεκμήριο 10), αγόρασε 8/56 μερίδια του πιο πάνω κτήματος έναντι του ποσού των €179.403. Τα μερίδια αυτά μεταβιβάστηκαν και εγγράφηκαν επ' ονόματι της ως φαίνεται στο πιστοποιητικό εγγραφής Τεκμήριο 10Α. (στ) Με άλλη συμφωνία ημερομηνίας 5.1.2009 (Τεκμήριο 9) της παραχωρήθηκε δρόμος από την εναγόμενη εταιρεία για να εισέρχεται στα μερίδια που απέκτησε με βάση τη συμφωνία Τεκμήριο 10. (ζ) Με άλλη συμφωνία ημερομηνίας 11.3.2009 (Τεκμήριο 12) που υπέγραψε με την εναγόμενη 1, συμφώνησε να ανταλλάξει το σπίτι της στον Άγιο Αθανάσιο με 462/784 μερίδια του κτήματος στην Παρεκκλησιά. Πρόκειται, διευκρινίζει στην παράγραφο 27 της ένορκης δήλωσης της, για το ίδιο κτήμα που έκαμε τις συμφωνίες Τεκμήρια 9 και 10 χωρίς όμως να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά στο ποσό των €256.500 που είχε καταβάλει. Τη συμφωνία αυτή, αναφέρει, την κατέθεσε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης στις 17.11.2011 όπως παρουσιάζεται στη σχετική απόδειξη, Τεκμήριο 12Α. Κατόπιν όμως συμβουλής από λειτουργό του κτηματολογίου απέσυρε το έγγραφο αυτό γιατί όπως της ανέφεραν υπήρχε κίνδυνος ο εναγόμενος να πωλήσει το σπίτι της. (η) Με άλλη συμφωνία ημερομηνίας 7.9.2009 (Τεκμήριο 14) η εναγόμενη 1 ανέλαβε να της μεταβιβάσει άλλα 1145 τ.μ. από το κτήμα στην Παρεκκλησιά έναντι του τιμήματος των €167.170. Για κάποιους λόγους που εξηγεί, η συμφωνία αυτή αντικατεστάθηκε με το Τεκμήριο 14Α. Κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας κατέβαλε, κατόπιν απαίτησης του εναγόμενου 2, το ποσό των €38.170 και της δόθηκε η απόδειξη Τεκμήριο 14Β. Στο Τεκμήριο 14, διευκρινίζει, αναφέρεται ότι πλήρωσε στους εναγόμενους ποσό €249.819 ενώ όπως εξηγεί πιο πάνω τους είχε καταβάλει το ποσό των €343.450. Αναφέρεται επίσης ότι η εναγόμενη δαπάνησε για τις εργασίες στον Άγιο Τύχωνα το ποσό των €120.819 και ότι μένουν στην κατοχή της εναγόμενης €129.000 τα οποία θα λογιστούν έναντι του τιμήματος πώλησης των υπόλοιπων μεριδίων. Στους εναγόμενους πλήρωσε, όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση και διάφορα άλλα ποσά για τα οποία άλλοτε της έδιναν και άλλοτε δεν της έδιναν αποδείξεις. Ειδικότερα: (
- i)Πλήρωσε σε μετρητά το ποσό των €6.000 για έξοδα ανόρυξης γεώτρησης στο σπίτι της στον Άγιο Αθανάσιο (Τεκμήριο 13). (
- ii)Κατέβαλε στον εναγόμενο 2 ποσό €15.000 για να υποβάλει αίτηση να αποκτήσει η ίδια και ο ανήλικος γιος της Κυπριακό Διαβατήριο. (iii) Σε διάφορες άλλες ημερομηνίες πλήρωσε στον εναγόμενο 2 το συνολικό ποσό των €52.400 (Τεκμήρια 16Α έως 16Γ). (
- iv)Πλήρωσε επίσης κατά ή περί τις 13.8.2008 στον εναγόμενο 2 το ποσό των €20.496 ως προμήθεια για την αγορά του ακινήτου στον Άγιο Τύχωνα, χωρίς να της δοθεί απόδειξη. Το παράδοξο, αναφέρει στην παράγραφο 32 της ένορκης της δήλωσης, είναι πως πλήρωσε προμήθεια στον εναγόμενο 2 για αγορά ακινήτου από την εταιρεία του. (
- v)Πλήρωσε επίσης στον εναγόμενο 2 χωρίς να της δοθεί απόδειξη ποσό €29.000 κατά ή περί τις 6.8.2008, ως προμήθεια για την αγορά ενός κτήματος στη Γερμασόγεια. (
- vi)Επειδή είχε εμπιστοσύνη τότε στον εναγόμενο 2, αναφέρει στην παράγραφο 34, προέβη στις 6.3.2009 σε τραπεζικό έμβασμα στον λογαριασμό πελατών του εναγόμενου 2, για το ποσό των €523.000 (Τεκμήριο 17). Σε διάφορες ημερομηνίες, διευκρινίζει, ο εναγόμενος πλήρωσε στην ίδια ή για λογαριασμό της το συνολικό ποσό των €473.000 και παραμένει οφειλόμενο το ποσό των €50.000. Δικαιολογώντας την καθυστέρηση της να αποταθεί στο Δικαστήριο, η ενάγουσα αναφέρει πως άρχισε να αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά με τον εναγόμενο 2, περί το Μάϊο του έτους 2010. Μετά δε και από την έκθεση του πραγματογνώμονα, Τεκμήριο 8, άρχισε να οχλεί τον εναγόμενο 2 απαιτώντας από αυτόν να ακυρώσει τις συμφωνίες και να της επιστρέψει τα χρήματα της. Στην αρχή ο εναγόμενος της ζητούσε να κάμει λίγη υπομονή για να πουλήσει κάποιο από τα ακίνητα του, αλλά στη συνέχεια όταν ζητούσε πιο έντονα την επιστροφή των χρημάτων της, της έλεγε πως αν πήγαινε δικαστήριο θα τα έχανε όλα. Σε συζήτηση που είχε στο γραφείο του στις 15.11.2011, ο εναγόμενος 2 την έδιωξε από το γραφείο και κάλεσε αστυνομία. Ακολούθως επισκέφθηκε τον δικηγόρο Αντώνη Ιντιάνο στη Λάρνακα, στον οποίο ανέφερε τα γεγονότα και εκείνος τη συμβούλευσε να μην κινηθεί δικαστικά εναντίον του εναγόμενου γιατί ήταν δικηγόρος και επειδή χειριζόταν κάποιες υποθέσεις της που εκκρεμούσαν στο Δικαστήριο. Με συμβουλή του Α. Ιντιάνου τον διόρισε πρόσθετο δικηγόρο στις υποθέσεις που εκκρεμούσαν. Ο Ιντιάνος απεβίωσε τον Φεβρουάριο του 2012 και μία υπόθεση που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο για ακρόαση στις 3.5.2012 αναβλήθηκε για το λόγο αυτό. Αποτάθηκε τότε στο δικηγόρο Χρήστο Πουργουρίδη, με οδηγίες του οποίου, αφού συγκέντρωσε όλα τα στοιχεία, προσέφυγε στο Δικαστήριο. Συνοψίζοντας, υποστήριξε ότι κατέβαλε στους εναγόμενους το συνολικό ποσό των €1.450.599 και επιπρόσθετα πήραν το σπίτι της, αξίας πέραν των €600.000. Σε αντάλλαγμα πήρε μόνο τα δύο ακίνητα που αναφέρθηκαν πιο πάνω, τα οποία με βάση τις εκτιμήσεις (Τεκμήρια 19 και 19Α) αξίζουν γύρω στις €800.000. Καταληκτικά, υποστηρίζει ότι ο εναγόμενος 2 την εξαπάτησε, εκμεταλλευόμενος την εμπιστοσύνη που του είχε επιδείξει ως δικηγόρου της. Την παρακινούσε, αναφέρει, να κάνει επενδύσεις στην Κύπρο με το πρόσχημα της εξασφάλισης κυπριακής ιθαγένειας, ενώ στην πραγματικότητα την εκμεταλλευόταν και κερδοσκοπούσε εις βάρος της. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν γραπτή ένσταση, υποστηρίζοντας πως δεν εδικαιολογείτο η έκδοση του διατάγματος μονομερώς και σε κάθε περίπτωση, δεν δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του, για τους ακόλουθους, κυρίως λόγους: (α) Η αγωγή είναι παράτυπη ως μη συνάδουσα με τις πρόνοιες της Δ.2 K. 6. (β) Η αιτήτρια παρέβη το καθήκον για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη με αποκλειστικό σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου προκειμένου να επιτύχει την έκδοση των διαταγμάτων, πράγμα που πέτυχε. Σε σχέση με το λόγο αυτό, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση, υποστηρίζει ότι: (
- i)Η ενάγουσα απέκρυψε το γεγονός ότι διατηρούσε μαζί του ερωτικό δεσμό από τον Απρίλιο του έτους 2008 μέχρι το Μάϊο του έτους 2010. (
- ii)Απέκρυψε το γεγονός ότι είχε γνώσεις σε επενδύσεις αφού είναι απόφοιτη κολλεγίου και πανεπιστημίου σε οικονομικά θέματα. (iii) Το ακίνητο στον Άγιο Τύχωνα αγοράστηκε από την εναγόμενη δυνάμει συμφωνίας ημερομηνιας 28.3.2007, προτού καν γνωριστούν. Μάλιστα, συνεχίζει, η εναγόμενη 1 πώλησε το ακίνητο σε τρίτο πρόσωπο τον Σεπτέμβριο του έτους 2007, προτού ο ίδιος καταστεί μέτοχος και διευθυντής της. Είναι μετά από διακαή πόθο της ενάγουσας, καταλήγει επί του θέματος αυτού, που ακυρώθηκε η συμφωνία με τους αγοραστές και μεταβιβάστηκε, εν τέλει, το ακίνητο στην ενάγουσα. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί παροτρύνσεων ή συμβουλών του ιδίου για αγορά ακινήτων και/ή ανταλλαγές ή επενδύσεις, τους απορρίπτει κατηγορηματικά, υποστηρίζοντας εν ολίγoις ότι η ίδια προέβαινε στις αγοραπωλησίες για να διακινεί με τον τρόπο αυτό κεφάλαια στην Κύπρο. Όσον αφορά τις εργασίες που εκτέλεσε η εναγόμενη 1 δυνάμει συμφωνιών με την ενάγουσα, αναφέρει πως οι εργασίες ελέγχονταν από δικό της αρχιτέκτονα και χωρομέτρη. Δίδει περαιτέρω τη δική του εκδοχή για τους ισχυρισμούς της ενάγουσας σε σχέση με την αγορά του κτήματος στην Παρεκκλησιά, υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, πως δεν ετοίμασε ο ίδιος τη συμφωνία ανταλλαγής την οποία επικαλείται η ενάγουσα στην παράγραφο 22 της ένορκης δήλωσης της Τεκμήριο 9. Δίνει, περαιτέρω, τη δική του εκδοχή για τις συνθήκες απόκτησης των διαφόρων μεριδίων από την ενάγουσα. Δικαιολογεί, επίσης, τα διάφορα ποσά που εισπράχθηκαν από τον ίδιο τα οποία, όπως υποστηρίζει, αφορούσαν δικηγορική αμοιβή για διάφορες υπηρεσίες που της είχε προσφέρει, κατά διαστήματα. Σε σχέση με το ποσό των €523.000 το οποίο εμβάσθηκε από την αιτήτρια στο λογαριασμό πελατών του γραφείου του, εξηγεί πως το έμβασμα έγινε μετά από επιθυμία και επιμονή της ενάγουσας, παρά τις δικές του επιφυλάξεις. Εν πάση περιπτώσει, εξηγεί πως απέσυρε το ποσό αυτό και το μεγαλύτερο μέρος του το έμβασε σε λογαριασμό της ενώ το υπόλοιπο το έδωσε στην ενάγουσα σε μετρητά (€175.000) και στην εναγόμενη 1 (ποσό €43.000) η οποία με τη σειρά της εξόφλησε οφειλές της ενάγουσας σε διάφορους εργολάβους, με οδηγίες της ενάγουσας. Αρνούμενος, τέλος, κάθε ισχυρισμό της ενάγουσας περί εκμετάλλευσης ή εξαπάτησης της, υποστηρίζει πως η αγωγή της είναι εκδικητική, λόγω της εμπάθειας της, από τη διακοπή της ερωτικής τους σχέσης. Αναγνωρίζει, όμως τις συμφωνίες ανταλλαγής που έγιναν από την ενάγουσα και την εναγόμενη 1 εταιρεία και δηλώνει προθυμία να τις υλοποιήσουν. Όσον αφορά την αξία των ακινήτων που έχουν δεσμευθεί με το διάταγμα, υποστηρίζει ότι υπερβαίνει τα €2 εκατομμύρια ενώ η εναγόμενη 1 διαθέτει ακίνητη περιουσία που υπερβαίνει τα €3,5 εκατομμύρια. Επί πλέον ο ίδιος διαθέτει ακίνητη περιουσία αξίας €172.000. Συνεπώς, καταλήγει, δεν διατρέχει οποιοδήποτε κίνδυνο να μην ικανοποιηθεί τυχόν απόφαση που θα εκδοθεί εναντίον τους. Με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους, παραπέμποντας στη γνωστή επί του ζητήματος νομολογία. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι με τη μαρτυρία που προσκόμισε η αιτήτρια με την αίτηση της ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις, εφόσον: (α) Έχει καταδειχθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας, και (β) ο κίνδυνος αποξένωσης της ακίνητης περιουσίας τους είναι υπαρκτός λόγω των μεγάλων ποσών που διεκδικούνται από τους εναγόμενους. Παραπέμποντας ανάμεσα σε άλλες, στις υποθέσεις Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. v. Benflet Enteriprises Ltd
(2006)1 A.A.Δ. 280 και Τσιολάκκη ν. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, εισηγήθηκε πως η προβληθείσα οικονομική δυνατότητα των εναγομένων δεν παρέχει αφ' εαυτής τα εχέγγυα ικανοποίησης πιθανής δικαστικής απόφασης. Υπέδειξε περαιτέρω πως με βάση τις καθιερωμένες αρχές και τη νομολογία δεν είναι αναγκαία η προσαγωγή μαρτυρίας για την πρόθεση των εναγομένων για αποξένωση ή επιβάρυνση της περιουσίας, όταν το παρεμπίπτον διάταγμα αφορά απαγόρευση αποξένωσης ή επιβάρυνσης ακινήτου. Σχολιάζοντας τους λόγους ένστασης, εισηγήθηκε πως οι εναγόμενοι δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία που να τεκμηριώνει τη θέση τους για απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων από την αιτήτρια. Ο ισχυρισμός ότι η αιτήτρια διατηρούσε ερωτικό δεσμό με τον εναγόμενο 2, αποτελεί ένα αμφισβητούμενο γεγονός και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία από τους εναγόμενους που να τεκμηριώνει αυτή τη θέση. Ως προς τον ισχυρισμό των εναγομένων για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, εισηγήθηκε πως δεν επηρεάζει την αίτηση εφόσον οι εναγόμενοι δεν έχουν προβάλει τη θέση ότι έχουν επηρεαστεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης. Το κρίσιμο στοιχείο, κατά την εισήγηση του συνηγόρου, όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ.1475, δεν είναι ο χρόνος έγερσης της αγωγής αλλά ο χρόνος που πληροφορήθηκε η αιτήτρια για τη δυνατότητα να πετύχει στην αίτηση της. Καταλήγοντας ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι οι ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης δικαιολογούν την οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Δεν είναι σύνηθες, υπέδειξε, ένας δικηγόρος να συμπεριφέρεται σε ένα πελάτη του και ως δικηγόρος και ως κτηματομεσίτης και ως εργολάβος και ως σύμβουλος ακινήτων. Υπάρχει βάσιμος ισχυρισμός ότι με τη συμπεριφορά του προκάλεσε ζημιές στην αιτήτρια. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, εισηγήθηκε με τη σειρά του πως δεν δικαιολογείται η διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος, επισημαίνοντας κατά κύριο λόγο τα ακόλουθα: (α) Η αιτήτρια απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης, δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στην απόκρυψη του ερωτικού δεσμού της με τον εναγόμενο 2. (β) Δεν καταδεικνύεται το κατεπείγον που αποτελούσε δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. (γ) Με όσα αναληθώς παρέθεσε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση της, τα οποία καταρρίπτονται από τα στοιχεία που παρέθεσαν με την ένσταση τους οι εναγόμενοι, απέτυχε να στοιχειοθετήσει συζητήσιμη υπόθεση. (δ) Απέτυχε, τέλος, να στοιχειοθετήσει τον κίνδυνο αποξένωσης της περιουσίας ή να αποδείξει ότι θα παρεμποδιστεί η απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν ή διατηρηθούν σε ισχύ τα διατάγματα. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές και θεωρώ άσκοπο να τις επαναλάβω. (Βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Εάν δεν υπήρχαν τα εμπόδια, τα οποία αναφέρονται στη συνέχεια, το Δικαστήριο, χωρίς δισταγμό θα κατέληγε ότι υπάρχει όντως μια σοβαρή υπόθεση ενώπιον του που ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/
- Με βάση τα όσα υποστηρίζει η αιτήτρια με την αίτηση της, εξαπατήθηκε από το δικηγόρο της, ο οποίος την παρακινούσε να προβαίνει σε αγορές ακινήτων, προκειμένου να προσπορίζεται ο ίδιος και η εταιρεία του - εναγόμενη 1 - παράνομα και αθέμιτα οφέλη. Όσον αφορά τους ισχυρισμούς και τις εξηγήσεις που επεχείρησε να δώσει ο εναγόμενος 2 με την ένορκη του δήλωση, για όλες τις συναλλαγές που έγιναν με τη διαμεσολάβηση της εναγόμενης εταιρείας και του ιδίου προσωπικά, θα ήταν αρκετό να υποδειχθεί πως το στάδιο αυτό δεν προσφέρεται για διεξοδική διερεύνηση της υπόθεσης και εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επίδικων θεμάτων. Συνοψίζοντας, εκτιμώ πως από τα στοιχεία που παράθεσε η αιτήτρια προκύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση με ορατή προοπτική επιτυχίας. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση, του κινδύνου δηλαδή να μην μπορεί να απονεμηθεί διακαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, θα ήταν αρκετό να υποδειχθούν οι φερόμενες απειλές του εναγόμενου 2, πως εάν η ενάγουσα καταχωρούσε αγωγή θα έκανε το παν για να μην πάρει ούτε ένα σεντ. Η αίτηση όμως είναι καταδικασμένη σε αποτυχία για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς με υπέρμετρη καθυστέρηση. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που η ίδια παρέθεσε, άρχισε να αντιλαμβάνεται τις κατ' ισχυρισμόν επιλήψιμες και ζημιογόνες ενέργειες των εναγομένων εις βάρος της, από το Μάϊο του έτους
- Μάλιστα, όπως αναφέρει, τον Αύγουστο του έτους 2010 ανέθεσε σε πραγματογνώμονα την ετοιμασία σχετικής έκθεσης επειδή ανησυχούσε για τις καθυστερήσεις στην εκτέλεση εργασιών που είχε αναθέσει στην εναγόμενη
- Συνεχίζοντας, ισχυρίζεται πως από την έκθεση που ετοιμάστηκε το Σεπτέμβριο του έτους 2010, προέκυπτε μεγάλη οικονομική διαφορά στις διεκδικήσεις που είχαν οι εναγόμενοι 1 και 2 από την ίδια. Αναφέρει επίσης πως ακολούθησαν έντονες συζητήσεις με τον εναγόμενο 2, ο οποίος τον Νοέμβριο του έτους 2011 την είχε εκδιώξει από το γραφείο του, καλώντας και την αστυνομία. Ούτε οι απειλές του εναγομένου 2 που επικαλείται στην ένορκη της δήλωση, ούτε ασφαλώς η αναζήτηση νομικής συμβουλής από άλλο δικηγόρο ο οποίος στο μεταξύ απεβίωσε, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την καθυστέρηση των δύο χρόνων που παρατηρείται. Είναι πάγια νομολογιακή αρχή ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αιτήσεως. Στην υπόθεση Resola Cyprus Ltd. ν. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στη σελίδα 604, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί διαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» (βλ. επίσης Χριστοδούλου ν. Vraets (ανωτέρω), Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλας Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 606 και Έλενας Αμβροσιάδου ν. Μartin Coward κ.α. Εφέσεις αρ. 3/2011 και 4/2011 ημερομηνίας 15.1.2013). Ενόψει της αναφερθείσας καθυστέρησης, το διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση της μονομερούς αίτησης της αιτήτριας θα πρέπει να ακυρωθεί. (β) Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 5.7.2012 και την ιδία ημέρα καταχωρήθηκε η μονομερής αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα στις 11.7.2012. Παρήλθαν έκτοτε 15 μήνες χωρίς η αιτήτρια να προωθήσει την αγωγή της, καταχωρώντας έκθεση απαίτησης. Έχει κατ' επανάλειψη υποδειχθεί πως η εξασφάλιση προσωρινού διατάγματος δεν μπορεί να είναι αυτοσκοπός ώστε αφού εξασφαλιστεί να μην προωθείται η ίδια η αγωγή από τον ενάγοντα. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Τ.Α. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1802, στη σελ. 1808: «Μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της υπόθεσης, με μετατόπιση του κύριου βάρους στην εξασφάλιση και διατήρηση ενδιάμεσης θεραπείας ώστε να φαίνεται πια αυτή να μοιάζει σαν αυτοσκοπός στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ενάγοντος, αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Η έκταση της καθυστέρησης συχνά μιλά αφ' εαυτής.» (βλ. επίσης Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1572, Rousounides & Soteriou Trading Ltd ν. Κ.Ο.Τ.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1274, Ιωάννης Κ. Όξινου κ.α. ν. Μαρίας Ρόλη Λου, Πολιτική Έφεση Αρ. 310/2008, ημερ. 17.6.2011 κ.α.) (γ) Στην εξεταζόμενη υπόθεση πέραν από την ολιγωρία της αιτήτριας υπάρχει ακόμη ένα σημαντικό εμπόδιο. Καταχώρισε την αγωγή της, προφανώς από παραδρομή, πάνω σε κλητήριο ένταλμα με βάση τη Δ.2, θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, παρόλο ότι δεν παρατίθενται λεπτομέρειες. Εύλογα συνάγεται πως πρόκειται για λάθος αφού από τη διατύπωση των θεραπειών προκύπτει ότι μάλλον επιθυμούσε την καταχώρηση κλητηρίου με βάση τη Δ.2 θ.1. Προκύπτει, συνεπώς μια παρατυπία στην ίδια την όψη του κλητηρίου εντάλματος η οποία επισημαίνεται και στην ένσταση των εναγομένων. Παρόλα αυτά, η αιτήτρια δεν προέβη σε οποιοδήποτε διάβημα μέχρι σήμερα, είτε για διόρθωση της παρατυπίας είτε για να προωθήσει την αγωγή της. Πρόκειται για ουσιώδη παρατυπία η οποία έστω και αν θεωρηθεί ότι θα μπορούσε να θεραπευθεί, γεγονός παραμένει πως η αιτήτρια δεν ενεργοποίησε τη Δ.64 για να διορθώσει τα πράγματα. Δεν είναι κατά συνέπεια μόνο η διαπιστωθείσα καθυστέρηση στην καταχώριση της αγωγής και στην προώθηση της που συνιστά εμπόδιο για την επιτυχία της αίτησης της, αλλά και η εμφανής παρατυπία επί του δικογράφου της, για την οποία παρέλειψε να λάβει μέτρα διόρθωσης. (βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1993)1 Α.Α.Δ. 195, MI Holdings Public Ltd v. Παναγή
(2006)1 Α.Α.Δ. 298 και Σοφοκλής Σοφοκλέους ν. Κυριακή Τσεσμέτογλου, Έφεση Αρ. 22/2010, ημερομηνίας 14.2.2012). Για τους πιο πάνω λόγους, το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11.7.2012 ακυρώνεται, με έξοδα εις βάρος της αιτήτριας/ενάγουσας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, αλλά να είναι πληρωτέα στο τέλος. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο