← Κύπρος

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. C.CHRISTOS AQUA ENERGY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4300/2008, 17/10/2013

ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ ν. C.CHRISTOS AQUA ENERGY LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 4300/2008, 17/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A306 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4300/2008 Μεταξύ: ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, από τη Λευκωσία Εναγόντων και C.CHRISTOS AQUA ENERGY LTD, από τη Λεμεσό Χρίστου Χριστοδούλου, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 17.10.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντες: κα Μουζουρίδου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Χριστοφίνης) Για εναγόμενους 1 και 2: κ. Ιωάννου (για ν' ακούσει απόφαση κα Α. Ιωάννου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση των ενάγοντων εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 είναι για το ποσό των €44.751,43, πλέον τόκος προς 12,50% ετησίως, επί του ποσού των €44.504,18 από 17.7.2008 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση των τόκων δύο φορές το χρόνο. Επιπλέον, οι ενάγοντες αξιώνουν και την έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης με αριθμό Υ10861/2006 και τέλος, διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζονται και/ή διατηρούνται και/ή επιφυλάσσονται τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το ομόλογο κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ημερομηνίας 2.11.

  1. Οι εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν υπεράσπιση στην αγωγή, ενώ ο εναγόμενος 2 και ανταπαίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητά διάταγμα που να διατάσσει την εξάλειψη και/ή ακύρωση της παραπάνω υποθήκης. Τα ακόλουθα γεγονότα είναι παραδεκτά μεταξύ των δύο πλευρών: Την 1η 12.2006, μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1 συνάφθηκε γραπτή συμφωνία δανείου (τεκμήριο 7) με αριθμό 0377-13-001989, για το ποσό των €42.715,04 (£25.000,00), το οποίο θα χορηγείτο στους εναγόμενους 1 μετά την υπογραφή της συμφωνίας και υπό τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, όρους: Πρώτο, το ποσό του δανείου δύναται να καταβληθεί σταδιακά στους εναγόμενους
  2. Δεύτερο, το δάνειο θα είναι πληρωτέο την 31η 12.2009, με την καταβολή των δεδουλευμένων τόκων από τις 31.1.2007 μέχρι και τις 31.3.2007 και ακολούθως, με μηνιαίες δόσεις ύψους £600,00, της 1ης πληρωτέας την 30η 4.2007 και των υπόλοιπων, την 30η μέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι και τις 30.9.
  3. Τρίτο, οι ενάγοντες θα έχουν τα δικαίωμα να δίδουν παρατάσεις και να δέχονται πληρωμές, έναντι οποιασδήποτε δόσης η οποία κατέστη πληρωτέα και/ή γενικά να τροποποιούν όλους ή οποιουσδήποτε όρους αφορούν στην αποπληρωμή του δανείου. Τέταρτο, οι ενάγοντες θα έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν οποιαδήποτε στιγμή την πληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπόλοιπού του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Πέμπτο, το δάνειο θα χρεώνεται με κυμαινόμενο επιτόκιο που θ' αποτελείται από το βασικό επιτόκιο των εναγόντων, προσαυξημένο κατά 3%. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, το συνολικό επιτόκιο ανερχόταν σε 7,5% ετησίως. Έκτο, αν οποιοδήποτε ποσό το οποίο καθίσταται πληρωτέο δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, δεν πληρωθεί την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέο, οι εναγόμενοι θα πληρώνουν τόκο υπερημερίας ετησίως, από την ημερομηνία αυτή, μέχρι εξοφλήσεως. Όλες οι παραπάνω χρεώσεις περιλαμβανομένου και του τόκου υπερημερίας θα κεφαλαιοποιούνται αν δεν πληρωθούν, κάθε 6 μήνες και συγκεκριμένα, κατά την 30η 6ου και 31η 12ου κάθε έτους. Έβδομο, μόλις το επίδικο δάνειο ή οποιοδήποτε μέρος του ήθελε ζητηθεί από τους ενάγοντες, θα καθίσταται απαιτητό και θα ξοφλιέται και οι εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν στους ενάγοντες κάθε οφειλόμενο ποσό, συμπεριλαμβανομένου του κεφαλαίου, τόκου, τόκου υπερημερίας, προμήθειας, δικαιωμάτων, δαπανών και άλλων εξόδων. Παράλειψή τους να προβούν σε άμεση εξόφληση, θα δίδει το δικαίωμα στους ενάγοντες να απαιτήσουν δικαστικά ή άλλως πως την πληρωμή όλων των παραπάνω. Επισημαίνεται ότι για τους σκοπούς του επίδικου δανείου ανοίχθηκε και/ή χρησιμοποιήθηκε ο λογαριασμός με αριθμό 0377-13-
  4. Ο εναγόμενος 2, δυνάμει εγγράφου εγγύησης, ημερομηνίας 1ης 12.2006, που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της επίδικης συμφωνίας δανείου εγγυήθηκε προσωπικά, όλες τις υποχρεώσεις των εναγόμενων 1 προς τους ενάγοντες που απορρέουν από τη συμφωνία δανείου. Ο όρος 5 του εγγράφου εγγύησης διαλαμβάνει και την ακόλουθη δήλωση εκ μέρους του εναγόμενου 2: «Περαιτέρω συμφωνώ όπως έχω πλήρη ευθύνην έναντι της Τραπέζης διά το αναφερόμενον ποσόν και ως εάν ήμην ο πρωτοφειλέτης εν περιπτώσει καθ' ην ούτος είναι ανύπαρκτον πρόσωπον και/ή ο δανεισμός προς τον πρωτοφειλέτην είναι άκυρος και/ή η είσπραξις οιουδήποτε ποσού παρά του πρωτοφειλέτου είναι αδύνατος λόγω οιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος και/ή λόγω οιασδήποτε άλλης αιτίας.» Η έμφαση είναι δική μου. Αποτελεί τέλος παραδεκτό γεγονός, ότι οι εναγόμενοι 1, ως πρόσθετη εξασφάλιση και εγγύηση των υποχρεώσεών τους προς τους ενάγοντες, απόρροια του επίδικου δανείου, με ομόλογο επιβάρυνσης, ημερομηνίας 2.11.2006 επιβάρυναν προς όφελος των εναγόντων ολόκληρη την επιχείρηση και περιουσία τους, παρούσα και μελλοντική, μέχρι του ποσού των €34.172,03 (£20.000,00), πλέον τόκους κ.λ.π., υπό μορφή κυμαινόμενης εξασφάλισης, αλλά, κατά τρόπο που να μην μπορούν να δημιουργήσουν οποιαδήποτε υποθήκη ή άλλο εμπράγματο βάρος ή επιβάρυνση επί τη εν λόγω περιουσίας. Απ' εκεί και πέρα, οι θέσεις μεταξύ των δύο πλευρών, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς κάθε πλευράς διίστανται. Ειδικότερα: Ισχυρίζονται οι ενάγοντες, ότι ο εναγόμενος 2, σε αντάλλαγμα της αποδοχής των εναγόντων να παραχωρήσουν το επίδικο δάνειο στους εναγόμενους 1, στις 3.11.2006 εκτέλεσε την υποθήκη με αριθμό Υ10861/06, με την οποία υποθήκευσε το μερίδιό του επί συγκεκριμένου ακινήτου του, το οποίο βρίσκεται στο χωριό Ακρωτήρι στην επαρχία Λεμεσού. Περαιτέρω, επειδή οι εναγόμενοι 1 δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις που ανέλαβαν έναντί τους, δυνάμει της μεταξύ τους, επίδικης συμφωνίας δανείου, όχλησαν τόσο αυτούς όσο και τον εναγόμενο 2 πολλές φορές και στις 4.2.2008, τους απέστειλαν προειδοποιητική επιστολή, με την οποία τους καλούσαν όπως μέσα σε 21 μέρες από τη λήψη της επιστολής ξοφλήσουν όλες τις καθυστερημένες δόσεις που παρουσίαζε ο λογαριασμός του επίδικου δανείου. Επειδή δε συμμορφώθηκαν, ασκώντας εξουσίες που τους παρέχονται από την επίδικη συμφωνία δανείου, με την επιστολή τους ημερομηνίας 2.4.2008 τερμάτισαν τη λειτουργία του λογαριασμού δανείου και κάλεσαν τους εναγόμενους 1 και 2 να ξοφλήσουν το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζε ο εν λόγω λογαριασμός. Έκτοτε και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους, οι εναγόμενοι 1 και 2 αρνούνται και/ή παραλείπουν να συμμορφωθούν. Στις 17.7.2008, ο υπό αναφορά λογαριασμός των εναγόμενων 1, με αριθμό 0377-13-001989 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο, το ποσό των €44.751,43, πλέον τόκους προς 12,50% ετησίως, επί του ποσού των €44.504,18 από 17.7.2008 μέχρι εξοφλήσεως. Οι δικογραφημένες θέσεις και ισχυρισμοί των εναγόμενων στους παραπάνω ισχυρισμούς και θέσεις των εναγόντων είναι οι εξής: Ο εναγόμενος 2 έχει απαλλαγεί πλήρως από την επίδικη εγγύησή του. για τους εξής, μεταξύ άλλων, λόγους: Οι ενάγοντες μετέβαλαν τους όρους της επίδικης συμφωνίας δανείου, χωρίς τη συναίνεσή του. Περαιτέρω, δεν ήγειραν την παρούσα αγωγή τους εναντίον των πρωτοφειλετών - εναγόμενων 1, έναντί τους. Ακολούθως προέβησαν σε συμβιβασμό με τους εναγόμενους 1, με τον οποίο τους παρείχαν παράταση χρόνου εκπλήρωσης των υποχρεώσεών τους, με συνέπεια να παραβλαφθούν τα δικαιώματα και συμφέροντα του ιδίου. Έπειτα τέλεσαν πράξεις ασυμβίβαστες προς τα δικαιώματά του, με συνέπεια να μην είναι σε θέση να στραφεί εναντίον των εναγόμενων 1 και να αξιώσει την πληρωμή ποσών τα οποία τυχόν θα πληρωθούν. Τέλος, μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, οι ενάγοντες συνήψαν άλλες συμφωνίες, οι όροι των οποίων επηρέαζαν την επίδικη συμφωνία, κατά τρόπο ώστε η δοθείσα εγγύησή του προς τους ενάγοντες να έχει ακυρωθεί. Δέχεται ότι αποδέχθηκε μία υποθήκη, ισχυρίζεται όμως ότι αυτή ήταν για άλλο θέμα που δεν έχει σχέση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεση, καθότι, όπως είναι η θέση του, δεν είναι δυνατό να υποθήκευσε το ακίνητό του στις 3.11.2006, για συμφωνία που έγινε την 1η 12.2006, δηλαδή μεταγενέστερα. Επιπλέον και οι δύο εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι ενάγοντες χρέωναν τους εναγόμενους 1 με παράνομους τόκους και/ή υπολόγισαν τόκους επί του ποσού των τόκων και/ή κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ισχυρίζονται ακόμη, ότι οι ενάγοντες αυθαίρετα και/ή παράνομα και/ή κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας δανείου χρέωναν τους εναγόμενους 1 με διάφορα ποσά. Τέλος αρνούνται ότι υπήρξε εκ μέρους των εναγόντων τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου, ως επίσης και ότι τους οφείλουν το ποσό της αξίωσής τους. Δυνάμει ανταπαίτησης, ο εναγόμενος 2, καθώς ήδη έχει αναφερθεί, αξιώνει την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τους ενάγοντες να εξαλείψουν και/ή ακυρώσουν την επίδικη υποθήκη, καθώς και δήλωση, ότι έχει απαλλαγεί πλήρως της εγγύησής του, συναφώς με την επίδικη συμφωνία δανείου. Τα βασικά επίδικα θέματα της υπόθεσης που καλούμαι να επιλύσω είναι τα εξής: Πρώτο, κατά πόσο ο εναγόμενος 2 έχει απαλλαγεί από εγγυητής των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 έναντι των εναγόντων, οι οποίες απορρέουν από την επίδικη συμφωνία δανείου μεταξύ των τελευταίων. Δεύτερο, κατά πόσο η επίδικη υποθήκη με αριθμό Υ10861/2006 αποτελεί επιπλέον εξασφάλιση των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1 σε σχέση με την επίδικη συμφωνία δανείου που συνήψαν με τους ενάγοντες και αν η απάντηση είναι καταφατική, κατά πόσο θα πρέπει να διατάξω ή όχι την εκποίησή της. Τρίτο, κατά πόσο υπήρξε τερματισμός και/ή νόμιμος τερματισμός της επίδικης συμφωνίας δανείου από τους ενάγοντες και ποιες οι επιπτώσεις στην υπόθεση των εναγόντων - αν υπάρχουν - σε περίπτωση που δεν υπήρξε. τέταρτο, κατά πόσο οι εναγόμενοι 1 και 2 οφείλουν στους ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό και αν ναι, ποιο το ύψος του. Κατά τη δίκη, για την υπόθεση των εναγόντων κατάθεσαν ως μάρτυρες, η Νικολέττα Καραπαναγιώτη, ο Κώστας Σουρουλλάς και ο Σπύρος Φούρναρης (Μ.Ε.1 μέχρι 3 αντίστοιχα), ενώ, ο εναγόμενος 2, Χρίστος Χριστοδούλου, ήταν και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόμενων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί - με αναφορά και στη μαρτυρία, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή και τους τρεις μάρτυρες των εναγόντων καθώς και τον εναγόμενο 2, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους, αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Η Νικολέττα Καραπαναγιώτη είναι η πρώτη μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόντων, η οποία, για σκοπούς κυρίως εξέτασης υιοθέτησε ως μέρος της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης/κατάθεσης που ετοίμασε (τεκμήριο 1), ενώ κατάθεσε και διάφορα έγγραφα, τα οποία σημειώθηκαν ως τεκμήρια. Επειδή έχει σημασία παραθέτω μέρος όσων αναφέρει η μάρτυρας στη γραπτή δήλωσή της, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα: Βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων από τις 5.9.
  5. Από τις 25.5.2009 βρίσκεται στην υπηρεσία Recoveries, ως υπεύθυνη της ομάδας στο τμήμα διακανονισμού χρεών (Recoveries) των εναγόντων στη Λεμεσό. Στα καθήκοντά της, μεταξύ άλλων είναι ο έλεγχος και η παρακολούθηση των προβληματικών λογαριασμών. Συγκεκριμένα, μετά τον τερματισμό λειτουργίας του λογαριασμού πελάτη, ο φάκελος διαβιβάζεται στην υπηρεσία διακανονισμού χρεών (Recoveries) για να ληφθούν όλα τα δέοντα δικαστικά μέτρα. Είναι μία από τους λειτουργούς που της ανατέθηκε ο χειρισμός, έλεγχος και παρακολούθηση του λογαριασμού του επίδικου δανείου και έχει στην κατοχή και υπό τον έλεγχό της όλα τα σχετικά έγγραφα. Ως εκ τούτου είναι πλήρως εξουσιοδοτημένη από τους ενάγοντες να τους εκπροσωπήσει στην παρούσα αγωγή, αφού είναι σε θέση να δώσει θετική μαρτυρία. Ο φάκελος των εναγόμενων 1 βρίσκεται στην υπηρεσία Recoveries από το
  6. Το πρόγραμμα εξόφλησης του επίδικου δανείου, ουδέποτε αναθεωρήθηκε ένεκα του ότι οι εναγόμενοι 1 δεν έχουν συμμορφωθεί με τους όρους της επίδικης συμφωνίας, δηλαδή, με την καταβολή των μηνιαίων δόσεων, ως είχε συμφωνηθεί, με αποτέλεσμα την ύπαρξη καθυστερημένων δόσεων. Ο εναγόμενος 2 είναι ο μοναδικός μέτοχος καθώς και διευθυντής των εναγόμενων
  7. Λόγω της θέσης και των καθηκόντων της στη υπηρεσία των εναγόντων γνωρίζει ότι οι αυτοί χρέωσαν το λογαριασμό του επίδικου δανείου, με αριθμό 0377-13-001989, με τ' ακόλουθα ποσά, τα οποία πίστωσαν στο λογαριασμό όψεως, με αριθμό 0377-01-000545: Στις 5.12.2006, €26.910,47 (£15.750) (βλ. το τεκμήριο 13). Στις 8.12.2006, €12.387,36 (£7.250,00) (βλ. το τεκμήριο 14). Τέλος, στις 13.12.2006, €3.417,20 (£2.000,00) (βλ. το τεκμήριο 15). Ο παραπάνω λογαριασμός δανείου των εναγόμενων 1 δε λειτουργούσε ομαλά και το χρεωστικό υπόλοιπό τους αυξανόταν, λόγω της μη πληρωμής των συμφωνηθέντων δόσεων δανείου. Λόγω της υπηρεσίας της στους ενάγοντες γνωρίζει ότι αυτοί τηρούν βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή. Στο σύστημα που τηρείται στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές φυλάσσονται όλες οι πληροφορίες και οι πράξεις των πελατών των εναγόντων, συμπεριλαμβανομένου και του επίδικου λογαριασμού των εναγόμενων
  8. Το τραπεζικό βιβλίο των εναγόντων ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και εξακολουθεί να είναι μέχρι σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία τους. Όλες οι καταχωρήσεις σ' αυτό, συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τον επίδικο λογαριασμό δανείου των εναγόμενων 1, έγιναν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών των εναγόντων. Το τραπεζικό βιβλίο, καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις και υπό τον έλεγχο των εναγόντων. Έχει στην κατοχή της όλες τις καταστάσεις του επίδικου λογαριασμού, για την περίοδο 5.12.2006 μέχρι και 28.2.2013, τις οποίες επισυνάπτει σε πιστοποιητικό, υπογεγραμμένο από την ίδια, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου (βλ. το τεκμήριο 20). Οι εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού παρήχθησαν από το αρχείο των εναγόντων και αφού συγκρίθηκαν από την ίδια με την αρχική καταχώρηση στο ηλεκτρονικό αρχείο των εναγόντων διαπίστωσε ότι ήταν ορθές. Σ' αυτές, που αποτελούν αντίγραφο των καταχωρημένων στο ηλεκτρονικό αρχείο πράξεων, σε σχέση με το λογαριασμό του επίδικου δανείου περιέχονται όλες οι συναλλαγές που αφορούν το εν λόγω δάνειο. Οι ενάγοντες αποτελούν χρηματοπιστωτικό ίδρυμα και διεξάγουν συστηματικά τραπεζικές εργασίες με σκοπό το κέρδος, αδιάλειπτα, από την 1η 1.1944 μέχρι σήμερα. Εξ όσων έχει πληροφορηθεί από την υπηρεσία πληροφορικής των εναγόντων, αλλά και λόγω των καθηκόντων της γνωρίζει ότι οι ενάγοντες, τόσο πριν όσο και καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο για την αγωγή τηρούσαν και εξακολουθούν να τηρούν αρχείο και σε ηλεκτρονική μορφή, από το οποίο παρήχθησαν οι καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 20), οι οποίες αποτελούν μέρος του αρχείου των εναγόντων. Για την ετοιμασία τους, έλαβε υπόψη όλες τις συναλλαγές. Διερχόμενη αυτές μία προς μία και αφαιρώντας όλες τις χρεώσεις καθώς και τους αναλογούντες σε σχέση με αυτές τόκους, που οι ενάγοντες δεν αξιώνουν, οι τελευταίοι αξιώνουν εναντίον των εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, το ποσό των €63.535,67, πλέον τόκους προς 7,25% επί του ποσού των €62.802,11, από τις 28.2.2013 μέχρι πλήρους και τελείας εξοφλήσεως. Ομολογώ ότι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της υπό αναφορά μάρτυρος είναι εξαιρετική, σε βαθμό που δέχομαι τη μαρτυρία της στο σύνολό της, με μία μόνο εξαίρεση. Για λόγους που θα παραθέσω αργότερα και που σπεύδω να δηλώσω από τώρα, πως δεν άπτονται της αξιοπιστίας της μάρτυρος, δε δέχομαι τη θέση της, ότι είτε έχουν αποσταλεί στους δύο εναγόμενους είτε έχουν παραληφθεί από αυτούς, οι δύο προειδοποιητικές επιστολές (τεκμήρια 16 και 17) και ακολούθως, οι δύο επιστολές τερματισμού (τεκμήρια 18 και 19). Κατά τα λοιπά, τα όσα ανάφερε η μάρτυρας γίνονται αποδεκτά, επειδή, συν τοις άλλοις, είτε παρέμειναν αναντίλεκτα είτε ενισχύονται και/ή επιβεβαιώνονται από άλλη, αξιόπιστη - έγγραφη και δια ζώσης- μαρτυρία καθώς και από το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Επιπλέον είναι και το γεγονός, ότι, στο βαθμό που αμφισβητήθηκε η μάρτυρας, αυτό έγινε, είτε με υποβολές που παρέμειναν έωλες, είτε με ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος 2, οι οποίοι, δεν υποβλήθηκαν στη μάρτυρα, για να της δοθεί η ευκαιρία, τουλάχιστον να σχολιάσει, χωρίς να μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, αρκετοί από τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο εναγόμενος 2, δεν είναι δικογραφημένοι. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα, που κατά τη γνώμη μου, αιτιολογούν επαρκώς, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία της μάρτυρος. Ειδικότερα: Κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, ο ευπαίδευτος δικηγόρος των εναγόμενων ανάλωσε αρκετό χρόνο, προκειμένου να καταρρίψει τους ισχυρισμούς της, αναφορικά με το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους 1, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας που συνήψαν με τους ενάγοντες. Μάλιστα υποβλήθηκε στη μάρτυρα, ότι ουδέποτε παραχωρήθηκε στους εναγόμενους 1 το ποσό των £25.000,00, αλλά, το ποσό των £15.750,00 που εμφαίνεται στη σχετική κατάσταση λογαριασμού (τεκμήριο 20). Παρατηρώ τα εξής: Καταρχήν, οι εναγόμενοι, δεδομένου ότι με ρητή δήλωση του δικηγόρου τους παραδέχτηκαν το περιεχόμενο της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, δε νομιμοποιούνται να αμφισβητούν το ποσό του επίδικου δανείου, επειδή, πολύ απλά, αυτό, όπως αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο ανέρχεται στο ποσό των £25.000,
  9. Ακολούθως, σωρεία εγγράφων επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς της μάρτυρος, αναφορικά με το χρόνο και τον τρόπο που χορηγήθηκε το ποσό του επίδικου δανείου στους εναγόμενους 1 και ότι αυτά έγιναν, ως είχε συμφωνηθεί μεταξύ των ιδίων και των εναγόντων, δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός της μάρτυρος, ότι, ουσιαστικά, με τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου δημιουργείται διαθέσιμο υπόλοιπο το ποσό που εγκρίνεται, που στην προκειμένη περίπτωση έγινε ανάληψή του από τους εναγόμενους 1 σε τρεις δόσεις και ότι τα αντίστοιχα ποσά ανάληψης πιστώνονταν στο λογαριασμό όψεως των εναγόμενων 1, με αριθμό 0377-01-000545 και χρεώνονταν στον επίδικο λογαριασμό δανείου, με αριθμό 0377-13-001989 επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των ακόλουθων εγγράφων - τεκμηρίων: Σύμφωνα με τον όρο 2 της επίδικης συμφωνίας δανείου, το προϊόν του, δύναται να καταβληθεί σταδιακά στο χρεώστη, δηλαδή στους εναγόμενους 1, οι οποίοι δικαιούνται να λαμβάνουν τέτοια ποσά κάθε φορά, που κατά την κρίση των εναγόντων θα θεωρηθούν αναγκαία για τους σκοπούς για τους οποίους χορηγείται το δάνειο. Έπειτα, στην επιστολή των εναγόντων ημερομηνίας 24.11.2006 (τεκμήριο 4), με την οποία γνωστοποιούν στους εναγόμενους 1 την απόφασή τους να εγκρίνουν την αίτησή τους για παραχώρηση του επίδικου δανείου, αναφέρεται ότι η αποπληρωμή του θα γίνει σε τρία χρόνια από την ημέρα χορήγησής του, με τον τρόπο και κατά το χρόνο που αναφέρεται στη συνέχεια και το σημαντικότερο, ότι τα ποσά που αναφέρονται συναφώς με την αποπληρωμή του δανείου, θα αποκόπτονται από το λογαριασμό όψεως της εταιρείας (δηλαδή των εναγόμενων 1) με αριθμό 0377-01-
  10. Απ' εκεί και πέρα, οι εναγόμενοι 1, με την επιστολή τους ημερομηνίας 1.12.2006, η οποία έχει ως θέμα «Δάνειο Αρ. : 0377-13-001989» (τεκμήριο 5) εξουσιοδοτούν τους ενάγοντες, όπως με χρέωση του λογαριασμού τους με αριθμό 0377-01-000545 εμβάζουν το ανάλογο ποσό στο πιο πάνω δάνειο, όπως αναφέρεται κατά λέξη, δηλαδή στο επίδικο δάνειο με αριθμό 0377-13-001989, σύμφωνα με τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας, ημερομηνίας 1.12.
  11. Ακολούθως, το περιεχόμενο των τεκμηρίων 13, 14 και 15 είναι πλήρως κατατοπιστικό, συναφώς με τα εξής: Καταρχήν, ότι, όπως ανάφερε η μάρτυρας, το ποσό του επίδικου δανείου διατέθηκε στους εναγόμενους 1 με τρεις δόσεις, στις ημερομηνίες καθώς και με το ποσό, κάθε φορά που ανάφερε η μάρτυρας. Ακολούθως, ότι για κάθε ένα από τα ποσά που διέθεσαν οι ενάγοντες στους εναγόμενους 1, χρεωνόταν με μεταφορά ο λογαριασμός του δανείου και πιστωνόταν ο λογαριασμός όψεως των εναγόμενων 1 με αριθμό 0377-01-
  12. Τέλος, ότι σε σχέση με το ποσό του δανείου που λαμβανόταν από τους εναγόμενους 1 κάθε φορά, αυτοί εξέδωσαν προς τρίτα πρόσωπα από το λογαριασμό όψεως που διατηρούσαν στους ενάγοντες, αριθμό επιταγών, για το συνολικό ποσό των £25.000,00, όσο είναι δηλαδή και το ποσό του δανείου που τους παραχωρήθηκε από τους ενάγοντες, δυνάμει της μεταξύ τους, επίδικης συμφωνίας δανείου. Τέλος η κατάσταση λογαριασμού - τεκμήριο 20 - είναι πλήρως αποκαλυπτική της κίνησης του λογαριασμού δανείου, από τις 5.12.2006 που διατέθηκε στους εναγόμενους 1 η πρώτη δόση, ύψους £15.750,00 μέχρι και τις 28.2.
  13. Και κάτι ακόμη, συναφώς με το τελευταίο τεκμήριο. Η πρώτη ερώτηση που υποβλήθηκε στη μάρτυρα κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, ήταν εάν συμφωνεί ότι το εν λόγω τεκμήριο αντικατοπτρίζει τις ορθές, αληθινές και πραγματικές συναλλαγές του επίδικου δανείου, ως επίσης και ότι όλες οι χρεώσεις και πιστώσεις και όλα τα άλλα στοιχεία επί του υπό αναφορά τεκμηρίου είναι ορθά. Δεδομένου ότι η απάντηση της μάρτυρος ήταν καταφατική, έχω τη γνώμη, ότι τα περιθώρια αμφισβήτησης του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου από τους εναγόμενους είναι ανύπαρκτα. Εν πάση περιπτώσει το γεγονός ότι το ποσό της αξίωσης των εναγόντων, σύμφωνα με την αγωγή τους, δεν είναι το ίδιο με το ποσό που αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού που είναι αυτό για το οποίο εν τέλει οι ενάγοντες ζητούν την έκδοση απόφασης εναντίον των εναγόμενων, κανένα πρόβλημα δημιουργεί στην υπόθεση των εναγόντων. Είναι φανερό ότι οι σχετικές καταστάσεις λογαριασμού που καταχώρησαν οι ενάγοντες, για σκοπούς απόδειξης της απαίτησής τους είναι αναδομημένες, υπό την έννοια ότι, εκτός του ότι όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, αυτές, καλύπτουν την περίοδο μέχρι και τις 28.2.2013 και η αγωγή καταχωρήθηκε το 2008, επιπλέον, όπως ανάφερε η μάρτυρας, η οποία ετοίμασε τις εν λόγω καταστάσεις, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, για την ετοιμασία τους, έλαβε υπόψη όλες τις συναλλαγές και διερχόμενη αυτές μία προς μία, αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις καθώς και τους αναλογούντες σε σχέση με αυτές τόκους, τις οποίες οι ενάγοντες δεν αξιώνουν. Στην υπόθεση Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ

(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1238 επικροτήθηκε η πρακτική της καταχώρησης αναδομημένων λογαριασμών και για το λόγο ότι υποβοηθούν την ακροαματική διαδικασία, επειδή επεξηγούν τον τρόπο υπολογισμού των τόκων και τη διαμόρφωση του τελικού υπολοίπου. Η υποβολή προς τη μάρτυρα ότι στο ποσό της απόφασης στην αγωγή 4622/2008 (τεκμήριο 9) περιλαμβάνεται και το ποσό του επίδικου δανείου, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, επειδή, πολύ απλά, τέτοιος ισχυρισμός δε δικογραφείται από τους εναγόμενους. Εν πάση περιπτώσει, ούτε και αποδεικνύεται απ' οποιοδήποτε στοιχείο μαρτυρίας ότι ισχύει κάτι τέτοιο. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη υποβολή προς τη μάρτυρα, σύμφωνα με την οποία, η μη εκτέλεση του ομολόγου επιβάρυνσης είναι λόγος που απάλλαξε τον εναγόμενο 2 από εγγυητή του επίδικου δανείου, θέση που επίσης δε δικογραφείται και που εν πάση περιπτώσει, ακόμη και να ήταν δικογραφημένη, επίσης δεν ευσταθεί, αφού με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο η απάντηση της μάρτυρος, σύμφωνα με την οποία, το δικαίωμα της τράπεζας να επιφυλάξει το δικαίωμά της για το ομόλογο, δεν της απαγορεύει να χρησιμοποιήσει τις προσωπικές εγγυήσεις του εναγόμενου 2, στις οποίες θα αναφερθώ αργότερα. Η προσπάθεια του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων να αμφισβητήσει τον ισχυρισμό της μάρτυρος και κατ' επέκταση τη θέση των εναγόντων ότι η επίδικη υποθήκη (τεκμήριο 8) ήταν η κύρια εξασφάλιση για το ποσό του επίδικου δανείου, υπήρξε ανεπιτυχής. Καταρχήν, στην επιστολή των εναγόντων προς τους εναγόμενους 1 (τεκμήριο 4), με την οποία τους πληροφορούν για την απόφασή τους να εγκρίνουν την αίτησή τους για παροχή του επίδικου δανείου, κάτω από τον τίτλο εξασφαλίσεις και με υπότιτλο «Και έναντι των υφιστάμενων εξασφαλίσεων:» αναγράφεται ως πρώτη εξασφάλιση, η υπό αναφορά υποθήκη, ημερομηνίας 3.11.2006, για το ποσό των £126.000,00 και με λοιπά στοιχεία, τα οποία είναι φανερό ότι παραπέμπουν στην υποθήκη (τεκμήριο 8), που αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι πρόκειται για την υποθήκη για την οποία γίνεται αναφορά στην παράγραφο 5 της έκθεσης απαίτησης καθώς και στην παράγραφο 9 (Γ) του παρακλητικού της. Επισημαίνεται ότι το σχετικό τεκμήριο είναι υπογεγραμμένο τόσο από τους ενάγοντες όσο και από τους εναγόμενους 1, οι οποίοι, δια της υπογραφής τους, μεταξύ άλλων συμφωνούν ότι το επίδικο δάνειο θα τους παραχωρηθεί με εξασφάλιση και την επίδικη υποθήκη. Και ενώ αυτά συνέβησαν στις 24.11.2006, οι εναγόμενοι 1, σε συνεδρία τους, η οποία έγινε την 1η 12.2006 αποδέχθηκαν τις εγκριθείσες διευκολύνσεις που θα τους παραχωρούσαν οι ενάγοντες, όπως αυτές διατυπώνονται στη σχετική επιστολή τους (τεκμήριο 4, ανωτέρω) και εξουσιοδότησαν τον εναγόμενο 2 να προσέλθει στα γραφεία των εναγόντων και υπογράψει κάθε αναγκαίο έγγραφο ή έγγραφα σε σχέση με την παραχώρηση της διευκόλυνσης που είναι το επίδικο δάνειο. Βλέπε το τεκμήριο 3 το σχετικό πρακτικό συνεδρίας των εναγόμενων, στο οποίο η επίδικη υποθήκη αναφέρεται ως μία από τις εξασφαλίσεις για τη χορήγηση του δανείου. Η θέση των εναγόμενων ότι επειδή η επίδικη υποθήκη είναι προγενέστερη της ημερομηνίας σύναψης του επίδικου δανείου, εξ' αυτού δεν είναι λογικό να αποτελεί εξασφάλισή του είναι ανεδαφική. Εκτός του ότι, για όλους τους λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί αποδείχθηκε ότι η επίδικη υποθήκη, σε κάθε περίπτωση αποτελεί εξασφάλιση και του επίδικου δανείου είναι και το γεγονός, ότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των διαφόρων εγγράφων που συνθέτουν τη σχετική σύμβαση (τεκμήριο 8) και συγκεκριμένα από τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης, ο εναγόμενος 2, που υπέχει θέση ενυπόθηκου οφειλέτη στη σύμβαση, δηλώνει ευθέως ότι η εν λόγω υποθήκη αποτελεί επιπρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα κ.λ.π. Τους μόνους ισχυρισμούς της μάρτυρος που δεν μπορώ να δεχθώ είναι ότι οι ενάγοντες έχουν αποστείλει ταχυδρομικώς στους εναγόμενους την προειδοποιητική επιστολή (τεκμήρια 16 και 17) καθώς και την επιστολή τερματισμού (τεκμήρια 18 και 19). Ενώ δέχομαι ότι ετοιμάστηκαν από τους ενάγοντες οι εν λόγω επιστολές, ημερομηνίας 4.2.2008 και 2.4.2008, αντίστοιχα, δεν μπορώ να δεχθώ στη βάση της μαρτυρίας της υπό αναφορά μάρτυρος, ότι αυτές, είτε ταχυδρομήθηκαν είτε παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Επί του προκειμένου, στο σύνολό της πρόκειται για εξ ακοής η σχετική μαρτυρία και με δεδομένο ότι η προσπάθεια των εναγόντων να προσκομίσουν την καλύτερη δυνατή και πρωτογενή μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των παραπάνω ισχυρισμών τους, η οποία προέρχεται από το Μ.Ε.3, για λόγους που θα παραθέσω κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα, υπήρξε ανεπιτυχής, δεν μπορώ ασφαλώς να βασιστώ σε εξ ακοής μαρτυρία και να θεωρήσω ως αποδεδειγμένους τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εναγόντων. Εξίσου καλή είναι η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία και του δεύτερου μάρτυρα των εναγόντων, Κώστα Σουρουλλά. Τα όσα επί της ουσίας ανάφερε ο μάρτυρας συμπίπτουν πλήρως με όσα ανάφερε η προηγούμενη μάρτυρας και επιβεβαιώνονται σχεδόν απόλυτα από το περιεχόμενο αριθμού εγγράφων - τεκμηρίων. Επομένως, η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή στην ίδια έκταση που αποδέχομαι ή αναλόγως, δεν αποδέχομαι και τη μαρτυρία της Μ.Ε.
  1. Ο Σπύρος Φούρναρης (Μ.Ε.3) είναι ο τελευταίος μάρτυρας που κατάθεσε για την υπόθεση των εναγόντων. Για σκοπούς κυρίως εξέτασης, υιοθέτησε κι αυτός ως μέρος της, το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης/κατάθεσης που ετοίμασε (τεκμήριο21). Σύμφωνα με αυτή βρίσκεται στην υπηρεσία των εναγόντων από τις 5.3.1983 και εργάζεται στο τμήμα αλληλογραφίας περιφερείας Λεμεσού, το οποίο εδρεύει στην Λινόπετρα. Περί το έτος 2008 εργαζόταν στο κεντρικό κατάστημα αλληλογραφίας Λεμεσού, το οποίο εδρεύει στην οδό Αθηνών. Ανάμεσα στα καθήκοντά του περιλαμβάνεται και η παραλαβή φακέλων με προειδοποιητικές επιστολές που αποστέλλουν οι ενάγοντες με συστημένο ταχυδρομείο προς τους πελάτες. Ενώ εργαζόταν στο κεντρικό τμήμα αλληλογραφίας Λεμεσού παρέλαβε δύο επιστολές ημερομηνίας 4.2.2008, οι οποίες ανέγραφαν ρητά όπως αποσταλούν με συστημένο ταχυδρομείο στους δύο ενάγοντες. Περί τον Απρίλιο του 2008, ταχυδρόμησε στους εναγόμενους με σύνηθες ταχυδρομείο, νέες επιστολές. Με μόνο λόγο ότι αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας παραδέχθηκε ότι δεν ελέγχει και δε διαβάζει το περιεχόμενο των χιλιάδων επιστολών που ταχυδρομεί, κάτι ασφαλώς που ισχύει και για τις επίδικες επιστολές, ούτε και σ' αυτού τη μαρτυρία μπορώ να βασιστώ, προκειμένου να μπορώ να προβώ σε συμπέρασμα ότι οι υπό αναφορά επιστολές, είτε ταχυδρομήθηκαν από τους ενάγοντες είτε παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους. Βέβαια, κατά πόσο η επί του προκειμένου αποτυχία των εναγόντων ενέχει οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην υπόθεσή τους, θα διαφανεί αργότερα. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου 2 ως μάρτυρα, κρινόμενη τόσο αυτοτελώς όσο ασφαλώς και σε σύγκριση με τη μαρτυρία των δύο πρώτων μαρτύρων που κατάθεσαν για την υπόθεση των εναγόντων είναι απόλυτα αρνητική. Ο εναγόμενος, σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης υπήρξε αντιφατικός, ήρθε σε σύγκρουση με το περιεχόμενο εγγράφων, μέρος των οποίων το περιεχόμενο είναι παραδεκτό, συγκρούστηκε ακόμη και με το δικηγόρο του, υπό την έννοια ότι, άλλα ισχυριζόταν ο ίδιος και άλλα υπόβαλλε ο δικηγόρος του στους μάρτυρες των εναγόντων, προέβαλε ισχυρισμούς που στερούνταν λογικής κα πειστικότητας, είτε ακόμη που παρέμειναν έωλοι, είτε τέλος που δεν υποβλήθηκαν στους μάρτυρες των εναγόντων, για να τους δοθεί η ευκαιρία να σχολιάσουν, ενώ, δε μου διαφεύγει και το γεγονός, ότι, μέρος όσων ανάφερε ήταν εκτός δικογράφων. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα που αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, όλες τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, αναφορικά με την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του εναγόμενου 2, ως μάρτυρα. Ειδικότερα: Ισχυρίζεται ο εναγόμενος στη γραπτή του δήλωση (τεκμήριο 23), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε κι αυτός για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, ότι η εναγόμενοι 1 παραδέχονται ότι την 1η 12.2006 έκαναν κάποια συμφωνία δανείου, με την οποία οι ενάγοντες τους παραχώρησαν δάνειο, διευκρινίζοντας όμως, ότι ουδέποτε οι ενάγοντες πλήρωσαν στους εναγόμενους το ποσό των £25.000,00 και πίστωσαν οποιοδήποτε λογαριασμό τους. Εκτός του ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί στα πλαίσια αξιολόγησης της μαρτυρίας της Μ.Ε.1, έκρινα ότι αποδείχθηκαν όλα τα παραπάνω είναι και τα γεγονός, ότι, ο εναγόμενος δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν πλήρωσαν στους εναγόμενους 1 το ποσό του δανείου, τη στιγμή που ο δικηγόρος του, πολύ ενωρίτερα υπόβαλε στη Μ.Ε.1 ότι το ποσό του δανείου που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους είναι £15.750,00 και με άλλη υποβολή αργότερα, ότι ολόκληρο το ποσό του επίδικου δανείου περιλαμβάνεται στο ποσό των £247.345,11, για το οποίο εκδόθηκε απόφαση και εναντίον των δύο εναγόμενων, στο πλαίσιο της αγωγής 4622/2008 (βλ. το τεκμήριο 9 η αιτιολογημένη απόφαση). Και πώς συνάδει ο παραπάνω ισχυρισμός του εναγόμενου, με τον ισχυρισμό του της παραγράφου 4 (β) της υπεράσπισής του, σύμφωνα με τον οποίο έχει απαλλαγεί πλήρως της εγγύησής του, επειδή οι ενάγοντες, δεν ήγειραν την παρούσα αγωγή εναντίον των πρωτοφειλετών - εναγόμενων 1 κατά το χρόνο που παρέβησαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντί τους; Η θέση του εναγόμενου, ότι ο ισχυρισμός των εναγόντων της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης, ότι το παραχωρηθέν δάνειο θα ήταν πληρωτέο στις 31.12.2009, δεν ευσταθεί, αποτελεί ένα μικρό δείγμα της ευκολίας με την οποία ερχόταν σε σύγκρουση με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων, τα οποία μάλιστα δηλώθηκαν ως τέτοια, αρκετό καιρό προτού καταθέσει ως μάρτυρας ο ίδιος. Το περιεχόμενο, τόσο της παραγράφου 3 της έκθεσης απαίτησης όσο και της επίδικης συμφωνίας δανείου είναι παραδεκτό και αποδεικνύει ότι η επίδικη συμφωνία δανείου διαλαμβάνει ως ημερομηνία πληρωμής - αποπληρωμής θα ήταν η ορθή αναφορά - του ποσού του δανείου, την 31η 12.
  2. Ο ισχυρισμός του ότι στις 2.11.2006 είχε γίνει ένα δάνειο, το οποίο τροποποιήθηκε για πληρωμή προς τους εναγόμενους 1 ενός επιπλέον ποσού £25.000,00, οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στην επίδικη υποθήκη, για την οποία οι ενάγοντες καταχώρησαν την αγωγή 4662/2008, για την οποία εκδόθηκε η τελεσίδικη απόφαση (τεκμήριο 9) στο βαθμό που παρουσιάζει συνοχή, δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόμενων, ακολούθως, δεν τέθηκε στους μάρτυρες των εναγόντων για να σχολιάσουν και σε κάθε περίπτωση είναι ψευδής. Ούτε και μου διαφεύγει ότι ο δικηγόρος των εναγόμενων, εκείνο που υπόβαλε στη Μ.Ε.1 είναι ότι το ποσό της απόφασης (τεκμήριο 9) αφορά και το επίδικο δάνειο, θέση εντελώς διαφορετική, υπό την έννοια ότι, ενώ ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τροποποιήθηκε άλλη συμφωνία δανείου που πήραν οι εναγόμενοι 1 από τους ενάγοντες, οι οποίοι παραχώρησαν στους πρώτους το επιπλέον ποσό των £25.000,00, ο δικηγόρος τους υπόβαλε στη μάρτυρα ότι το ποσό της απόφασης (τεκμήριο 9) αφορά δύο δάνεια. Το επίδικο και ακόμη ένα. Εν πάση περιπτώσει καμιά από τις παραπάνω θέσεις ευσταθεί, αφού για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί, η αλήθεια είναι αυτή που ανάφεραν οι δύο μάρτυρες των εναγόντων, η οποία προκύπτει και από σωρεία εγγράφων που βρίσκονται ενώπιόν μου ως τεκμήρια. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες συνήψαν δύο εντελώς ξεχωριστές συμφωνίες δανείου με τους εναγόμενους 1, στις 2.11.2006 η πρώτη και την 1η 12.2006 η δεύτερη - επίδικη - και επίδικη υποθήκη (τεκμήριο 8) είναι για σκοπούς εξασφάλισης των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών - εναγόμενων 1 έναντι των εναγόντων και για τα δύο δάνεια που τους παραχώρησαν. Το γεγονός ότι το ποσό που αξιώνουν με την αγωγή τους οι ενάγοντες είναι διαφορετικό από το ποσό που αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 20), για λόγους που έχουν αναφερθεί με αναφορά στην υπόθεση Καλλικάς (ανωτέρω) κανένα πρόβλημα δημιουργεί στην υπόθεση των εναγόντων. Τέλος, κατά πόσο οι ενάγοντες δικαιούνται ή όχι να ζητούν εκποίηση της επίδικης υποθήκης είναι κάτι το οποίο θα απαντήσω αργότερα. Στρέφομαι τώρα και σε μέρος όσων ανάφερε αντεξεταζόμενος ο εναγόμενος. Ενώ με τη γραπτή του δήλωση ισχυρίζεται ότι το ποσό των £25.000,00 αφορά σε άλλο δάνειο που είχε γίνει στις 2.11.2006 και όχι το επίδικο, όταν ήρθε αντιμέτωπος με το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου, θυμήθηκε, ας μου επιτραπεί να πω, ότι πρώτο, έγιναν δύο συμφωνίες δανείου κι έπειτα ότι η επίδικη έγινε για το ποσό των £25.000,00, μολονότι, όπως αναληθώς και πάλι ανάφερε, ουδέποτε πήραν τα λεφτά. Ούτε και καλύπτεται από τα δικόγραφα των εναγόμενων, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ουδέποτε πήραν τα λεφτά του επίδικου δανείου. Σε συνέχεια του προηγούμενου, ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι ούτε είδαν λεφτά μα ούτε μπήκαν λεφτά κάπου, αποδεικνύει την ευκολία με την οποία κατέφευγε στο ψεύδος, αδιαφορώντας πλήρως για το γεγονός, ότι και αυτός ο ισχυρισμός του καταρρίπτεται ολότελα από το περιεχόμενο αρκετών εγγράφων - τεκμηρίων, στα οποία προηγήθηκε εκτενής αναφορά, σε άλλο σημείο. Ο ισχυρισμός του ότι κατά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, η τράπεζα πολύ πιθανόν να του έδωσε βιβλιάριο επιταγών, το οποίο νομίζει ότι χρησιμοποίησε, επειδή υπάρχουν επιταγές υπογραμμένες από τον ίδιο, ενώ τις περισσότερες τις υπόγραψε η τράπεζα, αποτελεί κραυγαλέο παράδειγμα προβολής ισχυρισμού - το τελευταίο που είπε - που στερείται λογικής και πειστικότητας. Ομολογώ πως δεν έχω αντιληφθεί ακόμη, πώς και γιατί η τράπεζα θα μπορούσε να υπογράψει - ουσιαστικά να εκδώσει - επιταγές από βιβλιάριο που ανήκε στους εναγόμενους. Ο ισχυρισμός του τέλος, κατά το στάδιο της επανεξέτασης, ότι οι επιταγές, που εν τέλει αντεξεταζόμενος, ομολόγησε ότι εξέδωσαν οι εναγόμενοι 1 μέσω του και διά της υπογραφής του (αποτελούν μέρος των τεκμηρίων 13, 14 και 15 αυτές) πληρώνονταν από το πρώτο δάνειο, τον εκθέτει ακόμη περισσότερο ως αναξιόπιστο μάρτυρα, δεδομένου ότι, για λόγους που έχουν αναφερθεί ενωρίτερα και που απορρέουν και από το περιεχόμενο των τεκμηρίων 13, 14 και 15, όλες αυτές οι επιταγές που εξέδωσαν οι εναγόμενοι 1 καλύπτονταν από το επίδικο δάνειο, με πίστωση του λογαριασμού όψεως και χρέωση του λογαριασμού του επίδικου δανείου που διατηρούσαν στους ενάγοντες. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ, προκειμένου να αναδείξω το μέγεθος της αναξιοπιστίας του εναγόμενου ως μάρτυρα, σε βαθμό που απορρίπτω τη μαρτυρία του στο σύνολό της, ως αναξιόπιστη και ψευδή, με εξαίρεση εκείνο μόνο το μέρος της που επιβεβαιώνεται από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία ή συνάδει με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων. Υπεισέρχομαι τώρα σε διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς που προέβαλαν οι ευπαίδευτοι δικηγόροι των διαδίκων στο πλαίσιο της τελικής τους αγόρευσης, οι οποίοι δεν απαντήθηκαν με όσα ήδη έχουν αναφερθεί και που θεωρώ αναγκαίο να απαντηθούν, προτού παραθέσω τα ουσιαστικά γεγονότα που κατά την κρίση μου περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ειδικότερα: Ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων, ότι στην παρούσα υπόθεση δεν υπάρχουν σαφείς και συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμών στα πλαίσια των χρεωπιστώσεων που προβλέπονταν στο συμβόλαιο δανείου είναι ανεδαφικός. Καταρχήν, η αξίωση των εναγόντων, για λόγους που έχουν αναφερθεί δε θεμελιώνεται μόνο με το περιεχόμενο του τεκμηρίου 20 που αποτελεί αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμών, αλλά, σε συνδυασμό και με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 13, 14 και
  3. Θα έλεγα δε πως, ούτε και αντεξετάστηκε και πολύ περισσότερο αμφισβητήθηκε η Μ.Ε.Ι, συναφώς με το περιεχόμενο των εν λόγω τεκμηρίων, παρά μόνο της υποβλήθηκε ότι, βασικά, επειδή δεν αναφέρεται στο τεκμήριο 20 η ημερομηνία που έγινε η πρώτη ανάληψη από τους εναγόμενους 1 του ποσού των £15.750,00, έναντι του συνολικού ποσού των £25.000,00 που είναι το ποσό του δανείου που τους παραχωρήθηκε δυνάμει της επίδικης συμφωνίας δανείου, το ποσό δανείου που παραχωρήθηκε στους εναγόμενους είναι το πρώτο από τα παραπάνω και όχι το δεύτερο. Δεδομένου ότι το περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας δανείου είναι παραδεκτό και οι αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο από τη μάρτυρα, μαζί με τη σχετική πιστοποίηση της ίδιας, δυνάμει του άρθρου 35 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9, δεν έχει αμφισβητηθεί από τους εναγόμενους ότι αποτελούν, όπως ανάφερε η μάρτυρας, μέρος του ηλεκτρονικού αρχείου των εναγόντων, οι καταστάσεις λογαριασμού, σε εφαρμογή του άρθρου 22 του περί Αποδείξεως Νόμου, αποτελούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρήσεων που υπάρχουν σ' αυτές. Το περιεχόμενο των εν λόγω καταχωρήσεων συνιστά ικανοποιητική μαρτυρία για σκοπούς απόδειξης των ισχυρισμών των εναγόντων για οτιδήποτε είναι καταχωρημένο στο συγκεκριμένο έγγραφο, οπότε, το βάρος απόδειξης της μη ύπαρξης οποιασδήποτε καταχώρησης ή της ύπαρξης λανθασμένων καταχωρήσεων, όπως αναφέρεται στην υπόθεση Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 479 μετατίθεται στους ώμους των εναγόμενων, οι οποίοι, μόνο και μόνο που ενώ έχει αποδειχθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι τους παραχωρήθηκε σε τρεις δόσεις το ποσό του επίδικου δανείου, ο εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ψευδώς και επέμενε ότι ουδέποτε συνέβη κάτι τέτοιο, απέτυχαν παταγωδώς να το αποσείσουν. Ούτε και θα πρέπει να αναμένεται από το Δικαστήριο να μεταβληθεί σε λογιστή προκειμένου να ανιχνεύσει τη διακίνηση του λογαριασμού του επίδικου δανείου (βλ. Φακοντής ν. Ελληνικής Τραπέζης Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 1165). Δε συμφωνώ με τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων ότι επειδή στην έκθεση απαίτησης δε γίνεται αναφορά στο λογαριασμό όψεως με αριθμό 0377-01-000545, όπως αφήνει να νοηθεί δημιουργείται οποιοδήποτε πρόβλημα στην υπόθεση των εναγόντων. Καθώς έχει νομολογηθεί κάθε δικόγραφο θα πρέπει να περιέχει μόνο σύντομη έκθεση των ουσιωδών γεγονότων επί των οποίων ο διάδικος στηρίζει την απαίτησή του και όχι τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν. Επί του προκειμένου, ο υπό αναφορά λογαριασμός αποτελεί απλώς, μέρος της μαρτυρίας, με την οποία οι ενάγοντες επιδίωξαν να αποδείξουν, μεταξύ άλλων, τον τρόπο λειτουργίας της επίδικης σύμβασης δανείου καθώς και ότι οι εναγόμενοι 1 χρησιμοποίησαν ολόκληρο το ποσό του δανείου που τους παραχώρησαν. Το γεγονός ότι οι ενάγοντες σε σχέση με το επίδικο ομόλογο επιβάρυνσης, επιφύλαξαν απλώς τα δικαιώματά τους, δεν αντιλαμβάνομαι για ποιο λόγο αποτελεί πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εναγόμενου 2 και συνεπάγεται την απαλλαγή του από εγγυητή. Επιπλέον, ούτε και δικογραφείται από τους εναγόμενους τέτοιος λόγος απαλλαγής του εναγόμενου 2, από εγγυητή των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1, δυνάμει της επίδικης σύμβασης δανείου. Και κάτι ακόμη. Οι εναγόμενοι, δεν νομιμοποιούνται να εγείρουν θέμα απαλλαγής του εναγόμενου 2, από εγγυητή των υποχρεώσεων των εναγόμενων 1, καταρχήν, επειδή, κατά τη δίκη, δεν προώθησαν και δεν απέδειξαν οποιοδήποτε από τους λόγους που σύμφωνα με τα δικόγραφά τους οδηγεί σε τέτοια απαλλαγή. Ακολούθως, ο εναγόμενος 2, ούτε και τις νομικές αρχές ή πρόνοιες που διέπουν το θέμα της απαλλαγής εγγυητή, για οποιοδήποτε λόγο μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο, δικαιούται να επικαλείται, επειδή, σύμφωνα με τη σχετική σύμβαση εγγύησης (μέρος του τεκμηρίου 7) δε συμφώνησε απλώς να εγγυηθεί αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους πρωτοφειλέτες - εναγόμενους 1, την πληρωμή του δανείου, των αναλογούντων τόκων κ.λ.π., αλλά, δυνάμει του όρου 5 και ότι θα έχει πλήρη ευθύνη έναντι της τράπεζας - δηλαδή των εναγόντων - για το ποσό του δανείου, ως εάν να είναι ο πρωτοφειλέτης. Ο σχετικός όρος, για μια φορά ακόμη παρατίθεται αυτούσιος: «Περαιτέρω συμφωνώ όπως έχω πλήρη ευθύνην έναντι της Τραπέζης διά το αναφερόμενον ποσόν και ως εάν ήμην ο πρωτοφειλέτης εν περιπτώσει καθ' ην ούτος είναι ανύπαρκτον πρόσωπον και/ή ο δανεισμός προς τον πρωτοφειλέτην είναι άκυρος και/ή η είσπραξις οιουδήποτε ποσού παρά του πρωτοφειλέτου είναι αδύνατος λόγω οιουδήποτε νομικού ή ουσιαστικού κωλύματος και/ή λόγω οιασδήποτε άλλης αιτίας.» Οι υπογραμμίσεις είναι δικές μου. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου δικηγόρου των εναγόμενων ότι υπάρχει κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, για όποιο λόγο προβάλλεται, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, με μόνο λόγο ότι δεν είναι δικογραφημένος. Εκεί και που συμφωνώ με τον κ. Ιωάννου είναι στο εξής: Δεδομένου ότι ο εναγόμενος 2 είναι εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης εξ αδιανεμήτου, του 1/3 μεριδίου μόνο του ενυπόθηκου ακινήτου και σ' αυτό, μολονότι περιγράφεται ως χωράφι, αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή, δεν μπορώ να διατάξω την εκποίηση της σχετικής υποθήκης, αφού, σε διαφορετική περίπτωση ενδέχεται να επηρεασθούν δυσμενώς τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη/ιδιοκτητών του υπόλοιπου μεριδίου επί του ενυπόθηκου ακινήτου. Προς τούτο παραπέμπω στην απόφαση Γεωργιάδου ν. Γεωργιάδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1210 στην οποία επισημαίνεται ότι, σε αγωγές που έχουν ως αντικείμενο ακίνητη ιδιοκτησία πρέπει να συνενώνονται ως διάδικοι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, διαφορετικά η όλη διαδικασία θα είναι θνησιγενής και άκυρη. Ούτε και μπορεί βάσιμα να λεχθεί ότι ο ιδιοκτήτης ή ιδιοκτήτες των υπόλοιπων 2/3 του ενυπόθηκου ακινήτου δεν είναι ενδιαφερόμενα μέρη στην παρούσα υπόθεση. Και με δεδομένο ότι δεν είναι διάδικοι, το αίτημα των εναγόντων για εκποίηση της επίδικης υποθήκης, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Υπεισέρχομαι τώρα και σε μερικές από τις θέσεις που προέβαλε η ευπαίδευτη δικηγόρος των εναγόντων. Ειδικότερα: Εκτός του ότι για λόγους που έχουν αναφερθεί, ο εναγόμενος 2 υπέχει θέση πρωτοφειλέτη έναντι των εναγόντων στην επίδικη σύμβαση δανείου, θα συμφωνήσω με την ευπαίδευτη δικηγόρο των εναγόντων, ότι οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι υπήρξε μεταβολή οποιουδήποτε όρου της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγόντων. Μολονότι για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι, είτε ταχυδρομήθηκαν είτε παραλήφθηκαν από τους εναγόμενους οι προειδοποιητικές επιστολές καθώς και οι επιστολές τερματισμού λειτουργίας του λογαριασμού του επίδικου δανείου, εντούτοις συμφωνώ με την κυρία Μουζουρίδου, ότι η αποτυχία των εναγόντων επί του προκειμένου, κανένα πρόβλημα δημιουργεί στην υπόθεσή τους εναντίον, είτε των εναγόμενων 1 είτε του εναγόμενου 2. Προκύπτει από τον όρο 3 της επίδικης σύμβασης, ότι οι ενάγοντες είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν οποτεδήποτε την αποπληρωμή του δανείου ή οποιοδήποτε υπολοίπου του, οπότε, το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του καθίσταται αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Δηλαδή, ακόμη και χωρίς παραβίαση οποιουδήποτε όρου της σύμβασης εκ μέρους των εναγόμενων, οι ενάγοντες θα μπορούσαν να κάνουν χρήση του σχετικού δικαιώματός τους. Πολλώ μάλλον που υπήρξε παραβίαση εκ μέρους των εναγόμενων. Έπειτα, η επίδικη σύμβαση, δε διαλαμβάνει ότι ο τερματισμός της θα πρέπει να γίνει με γραπτή ειδοποίηση, χωρίς να μου διαφεύγει ότι δυνάμει του όρου 10 της σύμβασης παρέχεται στους ενάγοντες η δυνατότητα - και όχι υποχρέωση - να δίδουν στους εναγόμενους 1 κάθε ειδοποίηση που προβλέπεται στη σύμβαση, με συνηθισμένο ταχυδρομείο ή ιδιοχείρως στη διεύθυνση που έχει δηλώσει ο χρεώστης κ.ο.κ. Στην υπόθεση Κυριάκου ν. Χρυσοστόμου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 2029 κρίθηκε ότι, δεδομένου ότι η συμφωνία δανείου ήταν συμφωνία σε πρώτη ζήτηση προέκυπτε ότι η εφεσίβλητη θα είχε δικαίωμα να απαιτήσει χωρίς άλλο το υπόλοιπο του δανείου, αν η εφεσείουσα δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου, όπως και δεν τις πλήρωνε για ενάμισι χρόνο. Περαιτέρω, ότι η ίδια η καταχώρηση της αγωγής συνιστούσε, αν τούτο απαιτείτο, επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση πληρωμής του οφειλόμενου ποσού. Στην παρούσα υπόθεση, δεδομένου ότι ο εναγόμενος 2, αν και συμβλήθηκε με τους ενάγοντες ως εγγυητής των υποχρεώσεων των πρωτοφειλετών - εναγόμενων 1, εντούτοις, συμφώνησε με τους ενάγοντες να υπέχει έναντί τους, θέση πρωτοφειλέτη, θεωρώ ότι τυγχάνουν απόλυτης εφαρμογής, όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Μακεδόνας ν. Λαζάρου κ.ά.
(2005)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Συγκεκριμένα, ότι σε απαίτηση για απλό δάνειο - όπως το επίδικο - με βάση τη νομολογία, σε ό,τι αφορά τον πρωτοφειλέτη, δε χρειάζεται απαίτηση πληρωμής και το ίδιο ισχύει και για την εφεσίβλητη - η οποία παρέσχε από κοινού και χωριστά με τρίτο πρόσωπο, εγγύηση και κάλυψη με ρητή πρόνοια ότι ο πιστωτής θα είχε δικαίωμα να τη θεωρήσει ως πρωτοφειλέτιδα για το χρέος - και επομένως, η ευθύνη της δεν ήταν μόνο δευτερεύουσα. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, συγκεφαλαιώνοντας, βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόντων. Ειδικότερα: Την 1η 12.2006, μεταξύ εναγόντων και εναγόμενων 1 συνάφθηκε γραπτή συμφωνία δανείου, για το ποσό των €42.715,04 (£25.000,00) η οποία διαλάμβανε και τους ακόλουθους, μεταξύ άλλων, όρους: Το ποσό του δανείου θα μπορούσε να καταβληθεί στους εναγόμενους 1 σταδιακά, οι οποίοι θα μπορούσαν να παίρνουν τέτοια ποσά, τα οποία θα έκριναν ως αναγκαία οι ενάγοντες, για τους σκοπούς για τους οποίους παραχώρησαν το δάνειο. Το δάνειο θα έπρεπε να αποπληρωθεί την 31η 12.
  2. Στο μεταξύ, από τις 31.1.2007 μέχρι και την 31η 3.2007 θα έπρεπε να κατατίθενται οι δεδουλευμένοι τόκοι και στη συνέχεια το ποσό των £600,00 κάθε μήνα, από τις 30.4.2007 κ.ο.κ. την 30η μέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι την 30η 9.
  3. Το Σεπτέμβρη του 2009, θα αναθεωρείτο το πρόγραμμα εξόφλησης του δανείου, ωστόσο, επειδή οι εναγόμενοι 1 δε συμμορφώθηκαν με τους όρους της επίδικης συμφωνίας και τούτο γιατί δεν κατέβαλλαν τις μηνιαίες δόσεις, ως ανωτέρω, το πρόγραμμα εξόφλησης του δανείου, ουδέποτε αναθεωρήθηκε. Οι ενάγοντες θα είχαν το δικαίωμα να απαιτήσουν οποιαδήποτε στιγμή την αποπληρωμή του δανείου ή οποιουδήποτε υπόλοιπού του, οπότε το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπό του, θα καθίστατο αμέσως πληρωτέο και απαιτητό. Τα δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που θα αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο, της τράπεζας, δηλαδή των εναγόντων, προσαυξημένο κατά 3 μονάδες. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας το επιτόκιο ανερχόταν σε 7,5% ετησίως (4,5% βασικό και 3% προσαύξηση). Όλες οι χρώσεις των εναγόντων δυνάμει της συμφωνίας, αν δεν πληρώνονταν, αφότου κατέστησαν πληρωτέες, θα κεφαλαιοποιούνταν κατά την 30η 6ου και 31η 12ου κάθε έτους. Ο εναγόμενος 2, με ξεχωριστή συμφωνία, η οποία ενσωματώνονται στη συμφωνία δανείου, την ίδια μέρα εγγυήθηκε αλληλέγγυα και κεχωρισμένα με τους εναγόμενους 1 την πληρωμή του ποσού του δανείου, μαζί με τους αναλογούντες τόκους, προμήθειες και τραπεζικά δικαιώματα, μέχρι πλήρους εξόφλησης. Η υπό αναφορά συμφωνία εγγύησης διαλάμβανε και τους εξής όρους: Οι ενάγοντες θα είχαν δικαίωμα να τερματίζουν, τροποποιούν αυξάνουν ή ελαττώνουν τις χρηματοδοτήσεις ή διευκολύνσεις προς τους εναγόμενους 1, να συναλλάσσονται, ανταλλάσσουν, ακυρώνουν, τροποποιούν ή απέχουν από το να τελειοποιούν ή θέτουν σε εφαρμογή οποιεσδήποτε εξασφαλίσεις ή άλλες εγγυήσεις ή δικαιώματα τα οποία έχουν κατά τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας δανείου ή δυνατό να είχαν στο μέλλον από τους εναγόμενους 1 ή εναντίον τους ή εναντίον οποιουδήποτε άλλου προσώπου, να προβαίνουν σε συμβιβασμούς με τους πρωτοφειλέτες - εναγόμενους 1 ή με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή εγγυητή και τέλος, να αυξομειώνουν το ποσοστό επιτοκίου του δανείου, εντός του ορίου του ισχύοντος κάθε φορά νόμιμου επιτοκίου. Με την ίδια συμφωνία, ο εναγόμενος συμφώνησε ότι θα υπέχει έναντι των εναγόντων πλήρη ευθύνη για το ποσό του δανείου, ως εάν να είναι πρωτοφειλέτης. Ο ενάγοντες, για σκοπούς καλύτερης εξασφάλισης της πληρωμής του επίδικου δανείου από τους εναγόμενους 1 αποδέχθηκαν την υφιστάμενη υποθήκη με αριθμό 10861/2006, ημερομηνίας 3.11.2006, με την οποία ο εναγόμενος 2 υποθήκευσε προς όφελός τους το συμφέρον του (1/3) επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2974, τεμάχιο 38, που αποτελεί χωράφι στο οποίο υπάρχουν κτίρια που δεν αναφέρονται στην εγγραφή και βρίσκεται στο χωριό Ακρωτήρι. Μολονότι πρόκειται για προγενέστερη του επίδικου δανείου, η υπό αναφορά υποθήκη, εντούτοις, μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως εξασφάλιση και για την πληρωμή του επίδικου δανείου, επειδή, ενυπόθηκος δανειστής και οφειλέτης τόσο σε σχέση με το επίδικο δάνειο όσο και με το άλλο δάνειο το οποίο αυτή αφορά, για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση (τεκμήριο 9) είναι τα ίδια πρόσωπα και ο εναγόμενος 2, με τον όρο 2 του εγγράφου υποθήκης δηλώνει κατά λέξη τα εξής: «Η παρούσα υποθήκη αποτελεί πρόσθετη και περαιτέρω εξασφάλιση και εγγύηση για κάθε υποχρέωση του πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα είτε αυτή είναι παρούσα ή μέλλουσα.» Για τον ίδιο λόγο, δηλαδή για σκοπούς πρόσθετης εξασφάλισης και εγγύησης των υποχρεώσεων τους προς τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι 1, με ομόλογο επιβάρυνσης, ημερομηνίας 2.11.2006 επιβάρυναν προς όφελος των εναγόντων για την πληρωμή όλων των υποχρεώσεών τους έναντί τους, μέχρι και το ποσό των €34.172,03, πλέον τόκους κ.λ.π., ολόκληρη την επιχείρηση και περιουσία τους, παρούσα και μέλλουσα. Το ποσό του επίδικου δανείου διατέθηκε στους εναγόμενους από τους ενάγοντες σε τρεις δόσεις, ως ακολούθως: Ποσό €26.910,47 στις 5.12.2006, ποσό €12.387,36, στις 8.12.2006 και ποσό €3.417,20, στις 13.12.
  4. Επειδή ο λογαριασμός του επίδικου δανείου των εναγόμενων 1 δε λειτουργούσε ομαλά και το χρεωστικό υπόλοιπό τους αυξανόταν συνεχώς, ο συγκεκριμένος λογαριασμός με αριθμό 0377-13-001989 παραπέμφθηκε στην υπηρεσία διακανονισμού χρεών των εναγόντων. Οι τελευταίοι, με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, ουσιαστικά τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία δανείου και από τη στιγμή αυτή κατέστησαν το χρεωστικό υπόλοιπο των εναγόμενων 1 πληρωτέο και απαιτητό. Αυτό δε, σύμφωνα με τις πιστοποιημένες και αναδομημένες καταστάσεις λογαριασμού του επίδικου δανείου, στις 28.2.2013, ανερχόταν στο ποσό των €63.535,67, με τόκο 7,25% επί του ποσού των €62.802,11 από 28.2.2013 μέχρι εξοφλήσεως. Συναφώς με αυτό, οι ενάγοντες δικαιούνται στην έκδοση απόφασης εναντίον και των δύο εναγόμενων, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων ανά εξάμηνο και συγκεκριμένα την 30η 6ου και 31η 12ου κάθε έτους. Απ' εκεί και πέρα, για λόγους που έχουν αναφερθεί οι ενάγοντες δε δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος εκποίησης της επίδικης υποθήκης, ενώ δικαιούνται στην έκδοση διατάγματος με το οποίο αναγνωρίζονται και/ή διατηρούνται όλα τα δικαιώματά τους που απορρέουν από το επίδικο ομόλογο επιβάρυνσης, ημερομηνίας 2.11.
  5. Η αξίωση του εναγόμενου 2 - δια ανταπαιτήσεως ενάγοντα, για έκδοση διατάγματος εξάλειψης και/ή ακύρωσης της επίδικης υποθήκης, δεν μπορεί να επιτύχει, επειδή αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών ότι εν λόγω υποθήκη συνδέεται και με την αγωγή 4622/2008, στην οποία, ναι μεν έχει εκδοθεί απόφαση (τεκμήριο 9), ωστόσο, αυτή έχει εφεσιβληθεί. Κατ' ακολουθία όλων όσων ανάφερα η αγωγή επιτυγχάνει. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον των εναγόμενων 1 και 2, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €63.535,67, με τόκο 7,25% επί του ποσού των €62.802,11, από τις 28.2.2013 μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων ανά εξάμηνο και συγκεκριμένα, την 30η 6ου και 31η 12ου κάθε έτους. Επιπλέον εκδίδεται διάταγμα με το οποίο αναγνωρίζονται και/ή διατηρούνται όλα τα δικαιώματα των εναγόντων που απορρέουν από το επίδικο ομόλογο επιβάρυνσης, ημερομηνίας 2.11.
  6. Η αξίωση για έκδοση διατάγματος εκποίησης της υποθήκης με αριθμό 10861/2006 απορρίπτεται. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται στο σύνολό της. Δεδομένης της συνεκδίκασης των εκατέρωθεν απαιτήσεων, τα έξοδα της αγωγής (ένα σετ - απαίτησης και ανταπαίτησης -) όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και σε βάρος των εναγόμενων 1 και
  7. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβαση δανείου, εγγύησης και υποθήκης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.