← Κύπρος

APPELGATE PROPERTIES LTD ν. SALMATEO CO. LTD κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 809/13, 2/10/2013

APPELGATE PROPERTIES LTD ν. SALMATEO CO. LTD κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 809/13, 2/10/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A278 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 809/13 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ 1987, ΝΟΜΟΣ 101/1987 -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑ ΜΕ ΑΝΑΦΟΡΑ 19174/ΕΜΤ/GFG ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΕΡΙ ΔΙΑΙΤΗΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΕΠΙΜΕΛΗΤΗΡΙΟΥ (INTERNATIONAL CHAMBER OF COMMERCE) ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ ΠΟΥ ΣΥΝΕΔΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΖΥΡΙΧΗ ΜΕΤΑΞΥ ΤΩΝ APPELGATE PROPERTIES LTD (ΑΙΤΟΥΣΑΣ) -ΚΑΙ- SALMATEO CO. LTD (ΚΑΘ' ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ) -και- ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΜΕΤΑΞΥ: APPELGATE PROPERTIES LTD Αιτήτριας -και- SALMATEO CO. LTD 2. MAYPEN LTD Καθ' ων η Αίτηση ------------------------- Αίτηση ημερ. 26.8.2013 και συντηρητικό Διάταγμα ημερ. 27.8.2013 2 Oκτωβρίου 2013 Για αιτητές: κ. Π. Παναγίδης με κ. Μ. Λοίζου (κα Ελ. Θωμά για την εκφώνηση της απόφασης) Για καθ' ων η αίτηση: κ. Α. Ερωτοκρίτου με κα Α. Ψαρά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με μονομερή αίτηση τους οι αιτητές εξασφάλισαν εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1 και 2 συντηρητικά διατάγματα ημερομηνίας 27.8.2013 με τα οποία εμποδίζουν:

(1)τους καθ' ων η αίτηση 1 και 2 να αποξενώσουν οποιαδήποτε κινητή ή ακίνητη τους περιουσία ανά το παγκόσμιο μέχρι του ποσού της αξίωσης εκ €2.174.900 και
(2)την καθ' ης η αίτηση 2 να αποξενώσει το 17% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας Palladium Praha S.R.O («Palladium»). Η παρούσα κύρια αίτηση καταχωρήθηκε με στόχο την υποβοήθηση της διαιτησίας που ξεκίνησαν οι αιτητές την 20.12.2012 εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 (Salmateo) στο Διεθνές Εμπορικό Επιμελητήριο του Παρισιού που συνεδριάζει στην Ζυρίχη. Με την εν λόγω διαιτησία, οι αιτητές αξιώνουν εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 την έκδοση διαιτητικής απόφασης για το συνολικό ποσό των €2.174.900 πλέον τόκο προς 5% από την 5.6.
  1. Η καθ' ης η αίτηση 1 έχει εκφράσει την πρόθεση της και έχει επιφυλάξει το δικαίωμα της μέσω της Απάντησης να καταχωρήσει ανταπαίτηση στην διαιτησία, η οποία ανταπαίτηση όπως διατείνονται οι καθ' ων η αίτηση φαίνεται να υπερβαίνει τις αξιώσεις των αιτητών και περιγράφεται στην παράγραφο 17 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση. Η αίτηση για το συντηρητικό διάταγμα το οποίο εξετάζεται διά της παρούσης στηρίζεται σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του κ. Hempel και συνοδεύεται με σωρεία εγγράφων στα οποία θα αναφερθώ σε σύνοψη εφόσον χρειαστεί. Η Νομική βάση της αίτησης Η Αίτηση βασίζεται στον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Νόμος 101/87, ειδικά στο άρθρο 9 που δίνει τη δυνατότητα έκδοσης ασφαλιστικών μέτρων, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960, άρθρο 32 στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, στο κοινοδίκαιο και τις αρχές τις επιείκειας, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Οι θέσεις των αιτητών «(α) Κατά ή περί τις 3.4.2007 η Καθ' ης η Αίτηση 1 συνήψε συμφωνία για την πώληση των μετοχών που κατείχε στην Euro-Property Fund spol. s.r.o. ("EPF") τσέχικη εταιρία η οποία ήταν ιδιοκτήτρια της γης πάνω στην οποία κατασκευαζόταν το Palladium Center. (β) Μεταγενέστερα τον ίδιο χρόνο η καθ' ης η αίτηση 1, η Salmateo πούλησε την EPF στην Palladium Praha s.r.o. (η «Palladium Praha») μια τσέχικη εταιρία που ανήκει στο συγκρότημα Hannover Leasing Group. (γ) Η EPF συγχωνεύθηκε με την Palladium Praha σύντομα μετά την πώληση. (η "Palladium"). (δ) Με την πώληση της EPF η Καθ' ης η Αίτηση 1 πραγματοποίησε σημαντικό κέρδος που όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις ήταν της τάξης εκατοντάδων εκατομμυρίων. Το ποσό όμως που αρχικά πληρώθηκε δεν ήταν το τελικό ποσό που θα εισέπραττε η Καθ' ης η Αίτηση 1 από την πώληση καθώς σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας πώλησης των μετοχών υπήρχε η περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση να δικαιούται περισσότερα χρήματα καθώς και η περίπτωση η Καθ' ης η Αίτηση 1 να κληθεί να πληρώσει χρήματα πίσω στην αγοράστρια εταιρεία. Αυτό θα εξαρτιόταν από το τελικό κόστος ανέγερσης του εμπορικού κέντρου. (ε) Η Αιτήτρια ήταν αναμιγμένη στον υπολογισμό του τελικού κόστους ανέγερσης του εμπορικού κέντρου και περί την 14 Δεκεμβρίου 2007, η Καθ' ης η Αίτηση 1, η Αιτήτρια και κάποια Border Town Group Ltd (η "Bordertown") συνήψαν συμφωνία με βάση την οποία: § σε περίπτωση όπου η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν υπόχρεα να καταβάλει ποσά στην Palladium δυνάμει της συμφωνίας πώλησης τότε η Αιτήτρια και η Bordertown θα ήταν υπόχρεες να συνεισφέρουν ποσό ίσο με το 16.73% και 13,27% αντίστοιχα § σε περίπτωση όπου η Καθ' ης η Αίτηση δικαιούταν να εισπράξει επιπρόσθετο ποσό με βάση τη συμφωνία πώλησης τότε θα ήταν υπόχρεα να καταβάλει στην Αιτήτρια και την Bordertown ποσό ίσο με το 16.73% και 13,27% αντίστοιχα. (Τα πιο πάνω προκύπτουν από τον όρο 1.1 του λεγόμενου Recourse Agreement.) (στ) Ο τελικός υπολογισμός έγινε κατά ή περί το Σεπτέμβριο του
  2. Με βάση τον τελικό υπολογισμό η Καθ' ης η Αίτηση 1 δικαιούτο να εισπράξει επιπρόσθετο ποσό ύψους Ευρώ 12,323,776 και το ποσό αυτό απαίτησε από την Palladium. Η Palladium προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες αρνήθηκε να πληρώσει με αποτέλεσμα η διαφορά τους να οδηγηθεί σε διαιτησία διεκδικώντας το εν λόγω ποσό πλέον τόκο από 31 Δεκεμβρίου
  3. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 12 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, η Καθ' ης η Αίτηση 1 εισέπραξε από την Palladium Ευρώ 13.000.000 κατά ή περί την 5.6.2012 προς ικανοποίηση της απαίτησης. (η) Όταν περιήλθε στη γνώση της Αιτήτριας πολύ αργότερα ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 εισέπραξε κάποιο ποσό κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2012, η Αιτήτρια απαίτησε από την Καθ' ης η Αίτηση 1 την καταβολή των ποσών που οφείλονταν σε αυτή με βάση το Recourse Agreement. (θ) Η Καθ' ης η Αίτηση 1 αρνήθηκε να πληρώσει και μετά από αλληλογραφία μεταξύ των μερών η διαφορά τους κατέληξε σε διαιτησία ενώπιον του διεθνούς διαιτητικού δικαστηρίου το οποίο συνεδριάζει στη Ζυρίχη. (Η αλληλογραφία και τα έγγραφα που αφορούν τη διαιτησία είναι καταχωρημένα ως τεκμήρια στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση.) 1.2 Mέσα στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας διαφάνηκε από παραδοχές της Καθ' ης η Αίτηση 1 ότι το ποσό των Ευρώ 13.000.000 δεν ήταν πλέον στην κατοχή της Καθ' ης η Αίτηση 1 και μεταβιβάστηκε στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν αφερέγγυα και πλέον ανίκανη να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ούτε τα έξοδα της διαιτησίας η Καθ' ης η Αίτηση 1 έχει καταβάλει και η Αιτήτρια για να μπορέσει να προωθήσει την απαίτηση της έχει καταβάλει ολόκληρο το ποσό των $260.000 τα οποία αντιπροσωπεύουν την αμοιβή των διαιτητών. 1.3 Όταν έγινε αντιληπτή η μεταφορά των Ευρώ 13.000.000 και υπήρξαν πληροφορίες για την αποξένωση των μετοχών που κατέχει η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην Palladium, η Αιτήτρια κατέθεσε την παρούσα Αίτηση.» Το κατεπείγον (άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας) Η δυνατότητα έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων ex parte είναι εξαιρετικό μέτρο και συναρτάται άμεσα με τον παράγοντα χρόνο που προκύπτει αφενός το δικαίωμα των αιτούντων και αφετέρου με το χρόνο πληροφόρησης για γεγονότα που έχουν σημασία για την ενδιάμεση θεραπεία. (Βλ. Χριστοδούλου ν. Antoniou S.M.F.
(1999)1 A.A.Δ. 1475). Επ' αυτής της πτυχής οι αιτητές επικαλούνται την παρ. 8 της ένορκης δήλωσης του κ. Hempel που υποστηρίζει την αίτηση και επισημαίνουν ότι το σημαντικό γεγονός είναι η πρόσφατη πληροφόρηση των αιτητών (α) ότι η καθ' ης η αίτηση 1 μεταβίβασε το σύνολο της επιπρόσθετης τιμής αγοράς που της είχε καταβληθεί από την Palladium Praha με βάση τη συμφωνίας αγοράς μετοχών αμέσως μετά την είσπραξή της και χωρίς να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της με βάση το Recourse Agreement, ή εν πάση περιπτώσει, χωρίς τουλάχιστον να δημιουργήσει επαρκή αποθεματικά για κάλυψη της αξίωσης της αιτήτριας (αυτό οι αιτητές το πληροφορήθηκαν στις 09/07/2013 από το περιεχόμενο της υποβολής της καθ' ης η αίτηση 1 στην διαιτητική διαδικασία), και (β) ότι η Καθ' ης η Αίτηση 2 θα μεταβίβαζε σε κατοπινό και πολύ σύντομο χρονικό διάστημα το μερίδιο που κατείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της Palladium (και αυτό οι αιτητές το πληροφορήθηκαν μετά την 09.07.2013 και αφού έλαβαν την ξεκάθαρη ένδειξη από την καθ' ης η αίτηση 1 ότι η τελευταία είναι πλέον αφερέγγυα). Σύμφωνα με τα όσα μπορούσε καλύτερα να γνωρίζουν οι αιτητές, οι μετοχές της καθ' ης η αίτηση 2 στην Palladium, ήταν κατά την δεδομένη στιγμή της προσφυγής της στο Δικαστήριο, το μόνο περιουσιακό στοιχείο αξίας που διέθετε η καθ' ης η αίτηση
  1. Ως εκ τούτου και στην βάση των εξελίξεων ως είχαν διαμορφωθεί μετά και την παραλαβή της υποβολής της δικογραφίας της καθ' ης η αίτηση 1 στην διαιτησία ημερομηνίας 09.07.2013, οι αιτητές έπρεπε να δράσουν και έδρασαν τάχιστα ώστε να διασφαλίσουν την διατήρηση της υφιστάμενης κατάστασης πραγμάτων να αποφευχθεί και η αποξένωση των περιουσιακών στοιχείων που κατέχονταν από την καθ' ης η αίτηση
  2. (Βλ. σχετικά τις υποπαραγράφους 8.3 και 8.4 της ένορκης δήλωσης του κ. Hempel). Ο δε χρόνος που διάρρευσε από τις 9.7.2013 ως την ημερομηνία καταχώρησης τους αίτησης, (26.8.2013) δεν ήταν μακρύς αν ληφθεί υπόψη η πολυπλοκότητα των θεμάτων, της ανάγκης μετάφρασης των σχετικών εγγράφων και της μελέτης από τους Κύπριους δικηγόρους. Η Ένσταση Σύμφωνα με τους καθ' ων η αίτηση το σοβαρό πρόβλημα στη διαδικασία αυτή έγκειται στο γεγονός ότι οι αιτητές δεν έχουν οποιονδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 όπως οι ίδιοι παραδέχονται εμμέσως στην παράγραφο 7
(1)της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση των αιτητών. Εξάλλου η βάση της αξίωσης είναι η ισχυριζόμενη παράβαση σύμβασης (recourse agreement) στην οποία συμβαλλόμενοι είναι μόνο οι αιτητές και οι καθ' ων η αίτηση
  1. Με δεδομένο ότι η φύση της διαιτησίας είναι χρηματική και περιορίζεται στο ποσό των €2.174.900,00 πλέον τόκους και με δεδομένο επίσης ότι οι καθ' ων η αίτηση 2 δεν είναι διάδικο μέρος στη διαιτητική διαδικασία η έκδοση του παρόντος διατάγματος εναντίον τους είναι καταχρηστική και αβάσιμη. Επίσης οι καθ' ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι οι αιτητές κατάφεραν να εξασφαλίσουν τα διατάγματα με παραπλάνηση του Δικαστηρίου αποκρύβοντας ουσιώδη γεγονότα ή αποσιωπώντας τη σημασία κάποιων δεδομένων. Οι αιτητές εν γνώσει τους κατάφεραν να δεσμεύσουν περιουσία της καθ' ης η αίτηση 2, αξίας πέραν των €30 εκατομμυρίων, ενώ η απαίτηση τους εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 είναι μόλις για €2.174.900 πλέον τόκους. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, οι αιτητές κατά την καταχώρηση της αίτησης είχαν στην κατοχή τους έγγραφα και γνώριζαν άμεσα και από πρώτο χέρι για την αξία των μετοχών της Palladium και δεν χρειάζονταν καν να προβούν σε οποιεσδήποτε ενέργειες για να την εντοπίσουν. Η κακή πίστη και η σοβαρότητα της μη αποκάλυψης του πιο πάνω γεγονότος από τους αιτητές προσλαμβάνει μεγαλύτερες διαστάσεις αν αναλογιστεί κανείς ότι με την παράγραφο Α της μονομερούς αίτησης τους, οι αιτητές επιδίωξαν δέσμευση ολόκληρης της περιουσίας των καθ' ων η αίτηση σε παγκόσμιο επίπεδο και χωρίς περιορισμό και ο τελικός περιορισμός έγινε μετά από παρέμβαση του Δικαστηρίου. Πάντως οι αιτητές παρέλειψαν να επισύρουν την προσοχή του Δικαστηρίου ότι με την παρ.Β του διατάγματος η δεσμευμένη περιουσία της καθ' ης η αίτηση εξακολουθούσε να ήταν σε δυσανάλογα επίπεδα. Είναι η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι αν το Δικαστήριο γνώριζε ή είχε ένδειξη της αξίας των περιουσιακών στοιχείων που δεσμεύοντο, τότε θα έπρεπε να θεωρείται πιθανόν ότι δεν θα προχωρούσε στην έκδοση των διαταγμάτων. Ειδικά το θέμα της ανυπαρξίας αγωγίμου δικαιώματος εναντίον των καθ' ων η αίτηση 2 το οποίο οι αιτητές παρέλειψαν να εκθέσουν στην ολότητα του θα πρέπει να θεωρηθεί ως ένα είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, οπότε και το Δικαστήριο δεν θα πρέπει πλέον να ακούσει τους αιτητές. Πρόσθετα οι αιτητές παραπλάνησαν το Δικαστήριο ως προς τους ιδιοκτήτες των καθ' ων η αίτηση 1 και
  2. (Βλ. σελ. 10-12 της αγόρευσης του κ. Ερωτοκρίτου). Μέρος της ίδιας ένστασης υπήρξε και η θέση ότι δεν στοιχειοθετείτο το κατεπείγον της αίτησης. Από στοιχεία της ένορκης δήλωσης ειδικά της παραγράφου 4, καθώς και των Τεκμ.15 και 18 που συνοδεύουν την αίτηση προκύπτει ότι οι αιτητές γνώριζαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την παρούσα υπόθεση εδώ και περίπου ένα χρόνο. Οι θέσεις τους ότι πληροφορήθηκαν γεγονότα σημαντικά με επιστολές της καθ' ης η αίτηση ημερομηνίας 24.5.2013 και 9.7.2013 δεν είναι παρά εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσουν το κατεπείγον. Σύμφωνα με τις θέσεις που εκφράστηκαν στην αγόρευση του κ. Ερωτοκρίτου το θέμα του διαρρεύσαντος αχρησιμοποίητου χρόνου, καθίσταται ουσιώδες από την παραδοχή των ίδιων των αιτητών ότι γνώριζαν
(1)για την πληρωμή των €13 εκατομμυρίων τουλάχιστον από τα μέσα Νοεμβρίου του 2012,
(2)ότι περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση 1 έπρεπε και είχαν μεταβιβαστεί στην Καθ' ης η Αίτηση 2 και
(3)ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 αμφισβητούσε τις αξιώσεις τους από την 8.11.2012. Περαιτέρω τίθενται διαδικαστικοί λόγοι ενστάσεως που αφορούν την παρατυπία του εγγυητηρίου, την παρατυπία των τεκμηρίων που καταχωρήθηκαν σε ξένη γλώσσα, ότι η ένορκη δήλωση είναι θνησιγενής λόγω του ότι δεν υπάρχει αναφορά του ενόρκως δηλούντος ότι γνωρίζει ή όχι την αγγλική γλώσσα κατά παράβαση της Δ.39 θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Να πω από τώρα ότι αυτή η πτυχή της ένστασης δεν με βρίσκει σύμφωνη ότι έχει βασιμότητα καθότι όλα τα εγερθέντα σημεία κρίνω ότι είναι θεραπεύσιμα, αν στοιχειοθετούνται οι βασικές προϋποθέσεις του Νόμου. Η ένσταση περιλαμβάνει επίσης την αντίκρουση της θέσης των αιτητών ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60, κεφάλαιο το οποίο θα μας απασχολήσει αμέσως μετά. Ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η μοίρα της αίτησης θα κριθεί με βάση κυρίως τις παραμέτρους του άρθ. 32 του Ν. 14/60, όπως η νομολογία το έχει επεξεργασθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο εξετάζει τα πιο κάτω: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο. Αυτό δεν πρέπει να ερμηνευθεί σαν επιβάλλον οτιδήποτε πέραν από την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δικογραφία. (β) Πιθανότητες ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία. Επιβάλλεται στον αιτητή να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα, αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω μετά την ικανοποίηση των προαναφερθέντων προϋποθέσεων στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του, το δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στη βάση των πιο πάνω αρχών έχω μελετήσει την παρούσα δικογραφία υπό το πρίσμα των επιμελών αγορεύσεων των δυο πλευρών. Όπως σοφά ετέθη στις υποθέσεις Τ. Α. Μicrologic Computer Consultants Ltd - v - Microsoft Corporation,
(2002)1 A.Α.Δ 1802 και Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Βeogradska Banka A.D
(1999)1 A.Α.Δ 225), δεν χρειάζεται «η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Τούτο δε σε σχέση με την παρούσα υπόθεση θα κριθεί με το αγώγιμο δικαίωμα των αιτητών «ως προς την διαιτητική υπόθεση, της οποίας η παρούσα είναι βοηθητική», όπως κρίθηκε στην υπόθεση In re Hellington Commotities Ltd κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 926 σε σχέση με το Νόμο 101/87 που στηρίζει την παρούσα διαδικασία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit and Wirstchaff AC
(1999)1 A.A.Δ. 585, 590). Οι αιτητές ισχυρίζονται για τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 πως είναι αδιαμφισβήτητα ότι: (α) Είναι εκκρεμής διαδικασία διεθνούς διαιτησίας, στα πλαίσια που ο Νόμος 101/87 ορίζει. (β) Με ρητή συμφωνία των μερών (το Recourse Agreement - Τεκμήριο 7 στην ένορκη δήλωση του κ. Hempel που καταχωρήθηκε προς υποστήριξη της Αίτησης) καθορίστηκε ότι η διαιτητική διαδικασία θα διεξαχθεί στο Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου και ότι η διαφορά θα διέπεται από το Ελβετικό δίκαιο (άρθρο 4 της Συμφωνίας Δικαιώματος Αναγωγής). (γ) Η ύπαρξη του Recourse Agreement, η μη ανταπόκριση της Καθ' ης η Αίτηση 1 στις συμβατικές της υποχρεώσεις βάσει του Άρθρου 1.1 της Συμφωνίας Δικαιώματος Αναγωγής, η έναρξη της διαιτητικής διαδικασίας και η εκκρεμοδικία της, δεν τελούν υπό ουσιαστική αμφισβήτηση. Το τι προβάλλεται από πλευράς της Καθ' ης η Αίτηση 1, είναι ότι έχει ανταπαίτηση στην Διαιτησία. Περαιτέρω είναι η θέση της αιτήτριας ότι, εφόσον τα γεγονότα της υπόθεσης που αφορούν την διαφορά που θα εκδικαστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο (ως παραθέτονται ως μαρτυρία με την ένορκη δήλωση του κ. Heinrich Hempel στα πλαίσια υποστήριξης της Παρούσας Αίτησης), είναι πιθανόν να δίνουν έρεισμα για το ότι οι αιτητές δικαιούνται να αποζημιωθούν από την καθ' ης η αίτηση 1 βάσει του Recourse Agreement Αναγωγής, τότε η θέση των αιτητών είναι ότι τόσο η πρώτη, όσο και η δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 ικανοποιούνται, δηλαδή ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και πιθανότητα η αιτήτρια να δικαιούται σε θεραπεία. Ενόψει της ένστασης θα πρέπει αφενός να δούμε το μαρτυρικό αυτό υλικό που προσφέρει η ένορκη δήλωση του κ. Hempel και τι ανταπαντά η ένορκη δήλωση που στηρίζει την ένσταση. Η αιτήτρια εταιρεία είναι εταιρεία με έδρα στο B.V.I, οι καθ' ων η αίτηση είναι Κυπριακές εταιρείες. Η καθ' ης 1 (Salmateo) ιδρύθηκε από την EPG επίσης από το B.V.Ι με σκοπό την ανάπτυξη και κατασκευή ενός έργου, με το Palladium, εμπορικού κέντρου στην Πράγα, Τσεχία. «Η κινητήριος δύναμη» για το έργο αυτό ήταν ο Werner Ebm, ένας αυστριακός επιχειρηματίας και η συνέταιρος του Isabella Ponta. H καθ' ης η αίτηση 1 ήταν ιδιοκτήτρια της εταιρείας (EPF) που ήταν η ιδιοκτήτρια της γης επί της οποίας κτιζόταν το Palladium. To 2007, η καθ' ης η αίτηση πώλησε την EPF στην Palladium Praha με την οποία συγχωνεύθηκε, ανήκουσα πλέον σ' ένα σημαντικό γκρούπ «χρηματοδοτικής μίσθωσης» στην Γερμανία. Σύμφωνα με τους αιτητές «οι τελικοί δικαιούχοι και διαχειριστές» των καθ' ων η αίτηση 2 είναι οι πιο πάνω W.Ebm και I. Ponta. Με βάση δε τις σχετικές παραγράφους της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, η διαδικασία διαιτησίας βασίζεται στην «συμφωνία Δικαιώματος Ανάληψης» (Recourse Agreement) που συνήψαν εμπλεκόμενες εταιρείες μεταξύ των οποίων οι αιτητές και η καθ' ης η αίτηση 1 (Τεκμ.7 συμφωνία της 14.12.2007 και παρ. 3 κ.επ. της ένορκης δήλωσης του κ. Hempel). Επισύρουν δε την προσοχή του Δικαστηρίου στο άρθρο 1.
  1. της συμφωνίας το οποίο έχει ως εξής: «Αξιώσεις. Σε περίπτωση που η Salmateo είναι υποχρεωμένη να καταβάλει πληρωμή σύμφωνα με το Άρθρο 4.8 της συμφωνίας αγοράς μετοχών ("Kaufpreisminderung") λόγω αύξησης της απαίτησης μετρητών της 1ης φάσης ή οποιασδήποτε εμπορικής συναλλαγής που έχει το ίδιο αποτέλεσμα, η Salmateo θα έχει το δικαίωμα να αξιώσει από την Appelgate 50% και από την Border Town 50% του ποσού που η Salmateo οφείλει να πληρώσει μέχρι του ποσού των 500.000 ευρώ. Εάν και μέχρι του σημείου που το ποσό που πρέπει να καταβάλει η Salmateo σύμφωνα με το άρθρο 4.8 της Συμφωνίας αγοράς μετοχών ξεπερνά τις 500.000 ευρώ η Salmateo θα έχει το δικαίωμα να αξιώσει από την Appelgate 16.73% και από την Border Town 13.27% του ποσού που ξεπερνά το ποσό αυτό.» Σε περίπτωση που η Salmateo εισπράξει επιπρόσθετες πληρωμές σύμφωνα με το άρθρο 4.8 της συμφωνίας αγοράς μετοχών λόγω μείωσης της απαίτησης μετρητών της 1ης φάσης η αιτήτρια θα εισπράξει 16.73% και η Border Town 13.27% αυτών των επιπρόσθετων πληρωμών». Αυτό σύμφωνα με τους αιτητές έχει σημασία διότι: Η Συμφωνία Αγοράς Μετοχών η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 1.1 της Συμφωνίας Δικαιώματος Αναγωγής 3 Απριλίου 2007 που συνάφθηκε μεταξύ της Salmateo και της Palladium Praha η οποία αποτελούσε τη βάση για την πώληση της EPF της ιδιοκτήτριας του Palladium Center, από τη Salmateo στην Palladium Praha. Η πώληση έκλεισε το φθινόπωρο του 2007 όταν άνοιξε το Palladium Center. (Βλ.Τεκμήριο 8 τη Συμφωνία Αγοράς Μετοχών της 3ης Απριλίου 2007). Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας Αγοράς Μετοχών η κατασκευή του Palladium Center δεν είχε ολοκληρωθεί. Τα μέρη της Συμφωνίας Αγοράς Μετοχών καθόρισαν δύο κατασκευαστικές φάσεις, η πρώτη αποτελείτο από όλες τις εναπομείνασες εργασίες που επρόκειτο να γίνουν εκτός από το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών εξοπλισμού των γραφείων, και η δεύτερη φάση αποτελείτο από όλες τις άλλες εργασίες, δηλαδή, το μεγαλύτερο μέρος των εργασιών εξοπλισμού των γραφείων. Η EPF είχε λάβει τα κεφάλαια που απαιτούνταν για τη χρηματοδότηση του προϋπολογιζόμενου κόστους για την 1η φάση. Το Άρθρο 4.8 της Συμφωνίας Αγοράς Μετοχών προέβλεπε προσαρμογή της τιμής αγοράς μέχρι του σημείου που το πραγματικό κόστος για την 1η φάση ήταν πάνω ή κάτω από το προϋπολογιζόμενο κόστος, δηλαδή η τιμή αγοράς αυξανόταν αν το πραγματικό κόστος ήταν κάτω από το προϋπολογιζόμενο κόστος και η τιμή αγοράς μειωνόταν αν το πραγματικό κόστος ήταν πάνω από το προϋπολογιζόμενο κόστος. (Βλ. παράγραφο 1 του Άρθρου 4.8 της Συμφωνίας Αγοράς Μετοχών, η διάταξη η οποία αναφέρεται στο Άρθρο 1.1 της Συμφωνίας Δικαιώματος Αναγωγής). Η διαδικασία του τελικού υπολογισμού καθορίστηκε στη Συμφωνία Διαχείρισης Ανάπτυξης (από τούδε και στο εξής «ΣΔΑ») ημερομηνίας 3 Απριλίου 2007 μεταξύ της EPF και της European Property Development spol.s.r.o. (από τούδε και στο εξής «EPDCZ»), μιας τσέχικης εταιρείας, καθώς επίσης και της European Property Development Gesellschaft m.b.H (dαπό τούδε και στο εξής «EPDAT»), μιας αυστριακής εταιρείας, ως εγγυητή. Οι EPDCZ και EPDAT είχαν ιδρυθεί για το Έργο Palladium και ελέχονταν από τον Werner Ebm/EPG. 51% πλειοψηφικό μερίιδιο των EPDCZ και EPDAT πωλήθηκε στην Appelgate όταν η EPF πωλήθηκε στην Palladium Praha το
  2. Η EPF είχε συγχωνευθεί με την Palladium Praha σύντομα μετά από τη συναλλαγή έτσι ώστε η Palladium Praha είχε απορροφήσει όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της EPF κάτω από τη ΣΔΑ. Ο τελικός υπολογισμός ήταν μια πολύπλοκη διαδικασία. Στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, η EPDCZ παρουσίασε έναν προσχέδιο υπολογισμό. Βάσει των σχολίων των εμπλεκομένων μερών η EPDCZ έκανε κάποιες τροποποιήσεις και υπέβαλε τον Τελικό Υπολογισμό στις 23 Νοεμβρίου
  3. Βάσει επιπρόσθετων σχολίων, έγιναν κάποιες αλλαγές. Ο οριστικοποιημένος τελικός υπολογισμός παρουσίαζε υπόλοιπο 12.323.776,08 ευρών κάτω από τον προϋπολογισμό. Ο εμπειρογνώμονας καθηγητής Δρ. Tautschning ανασκόπησε τον προσχέδιο υπολογισμό καθώς επίσης και τον τελικό υπολογισμό συμπεριλαμβανομένων των προσαρμογών που έγιναν κατόπιν της υποβολής του και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι υπολογισμοί ήταν ορθοί. (Βλ. Τεκμήρια 9 και 10 της δήλωσης του εν λόγω εμπειρογνώμονα). Ο Werner Ebm και η Salmateo είχαν στενή εμπλοκή στη διαδικασία που οδήγησε στον τελικό υπολογισμό, κατά τους αιτητές - δεν αμφισβήτησαν τον τελικό υπολογισμό. Βάσει του τελικού υπολογισμού η καθ' ης η αίτηση 1 έστειλε στην Palladium Praha επιστολή ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου
  4. Στην επιστολή αυτή η Salmateo δήλωνε ρητά ότι ο τελικός υπολογισμός ήταν ορθός και απαιτούσε από την Palladium Praha την καταβολή του ποσού που ήταν ίσο με το υπόλοιπο, δηλαδή μιας επιπρόσθετης τιμής αγοράς ύψους 12.323.776,08 ευρώ. (Βλ. Τεκμήριο 11 την επιστολή της Salmateo ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2009). Στην επιστολή αυτή η Salmateo δήλωνε ρητά ότι ο τελικός υπολογισμός ήταν ορθός και απαιτούσε από την Palladium Praha την καταβολή του ποσού που ήταν ίσο με το υπόλοιπο, δηλαδή μιας επιπρόσθετης τιμής αγοράς ύψους 12,323.776,08 ευρώ. (Βλ. Τεκμήριο 11 στην επιστολή της Salmateo ημερομηνίας 15 Δεκεμβρίου 2009). Ούτε η Palladium Praha αμφισβήτησε τον τελικό υπολογισμό. Ωστόσο αρνήθηκε την καταβολή της επιπρόσθετης τιμής αγοράς και ζήτησε επιπλέον τεκμηρίωση και πληροφόρηση. Η EPDCZ συμμορφώθηκε προς αυτά τα αιτήματα. Όμως όποτε η EPDCZ υπέβαλλε την αιτούμενη τεκμηρίωση και πληροφόρηση η Palladium Praha υπέβαλλε καινούργια αιτήματα στα οποία και πάλι η EPDCZ συμμορφωνόταν πλήρως. Η Palladium Praha συνέχισε να αρνείται την καταβολη της επιπρόσθετης τιμής αγοράς. Για το λόγο αυτό η Salmateo ξεκίνησε τη διαδικασία διαμεσολάβησης που προβλέπεται στη Συμφωνία Αγοράς Μετοχών. Ο συμβιβασμός που επιτεύχθηκε στη διαμεσολάβηση δεν εγκρίθηκε από τον μέτοχο της Palladium Praha. Σε αυτή τη διαιτησία ΔΕΕ, η Salmateo ζήτησε από την Palladium Praha την καταβολη 12.323.776,08 ευρώ συν 8.12% τόκο ετησίως από την 31η Δεκεμβρίου
  5. Σε αυτή τη διαδικασία, ο Stephan Gietl και η Appelgate στήριξαν πλήρως τη Salmateo. Η Salmateo δεν κρατούσε ενήμερη την Appelgate για τη διαδικασία. Μόνο μέσω ανεπίσημων πηγών η Appelgate έμαθε ότι επετεύχθη συμβιβασμός και η Palladium Praha μεταβίβασε το ποσό του συμβιβασμού ύψους 13 εκατομμυρίων ευρώ στη Salmateo στις 5 Ιουνίου
  6. Μέσω των πηγών αυτών η Appelgate απέκτησε επίσης αντίγραφο της αντίστοιχης τραπεζικής κατάστασης. (Βλ. Τεκμήριο 12, την τραπεζική κατάσταση αναφορικά με τη μεταβίβαση 13 εκατομμυρίων ευρώ). Η καταβολή 13 εκατομμυρίων ευρώ είναι η πληρωμή επιπρόσθετης τιμής αγοράς όπως αυτή καθορίζεται στο Άρθρο 1.1 της Συμφωνίας Δικαιώματος Αναγωγής. Σύμφωνα με αυτή τη διάταξη η Appelgate δικαιούται 16.73% αυτού του ποσού, δηλαδή 2.174.900,00 ευρώ. Με επιστολή ημερομηνίας 16 Οκτωβρίου 2012 η Appelgate ζήτησε από τη Salmateo την καταβολή «περίπου» 2 εκατομμυρίων ευρώ, επειδή ακριβώς κατά το χρόνο εκείνο η Appelgate δεν γνώριζε τους ακριβείς όρους του συμβιβασμού που επετεύχθη μεταξύ της Salmateo και της Palladium Praha. (Βλ. Τεκμήριο 13 την επιστολή της Appelgate ημερομηνίας 16 Οκτωβρίου 2012) Με επιστολή ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου 2012 η Salmateo αρνήθηκε οποιαδήποτε πληρωμή. Ισχυρίστηκε ότι επειδή δεν εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους από την συμφωνία δεν είχαν δικαίωμα. Διατύπωσε δε αξιώσεις έναντι των αιτητών σε σχέση με τη Συμφωνία Πρόσθετου Οικονομικού Ανταλλάγματος τις οποίες θα μπορούσαν να συμψηφίσουν - όπως ήταν η θέση τους - έναντι της αξίωσης των αιτητών. (Βλ. Τεκμήριο 14 την επιστολή της Salmateo ημερομηνίας 8 Νοεμβρίου
  7. Με επιστολή ημερομηνίας 19 Νοεμβρίου 2012 ζητήθηκε εκ μέρους της Appelgate ν α καταβάλει η Salmateo το ποσό των 2.174.900,00 ευρώ συν 5% τόκο από τις 5 Ιουνίου 2012 μέχρι τις 30 Νοεμβρίου
  8. Η Appelgate πληροφορούσε τη Salmateo στην επιστολή αυτή ότι θα καταχωρούσε διαιτησία στο ΔΕΕ αν η καταβολή δεν γινόταν εντός αυτής της προθεσμίας. (Βλ. Τεκμήριο 15 την επιστολή αυτή). Η καθ' ης η αίτηση 1 δεν κατέβαλε οποιαδήποτε πληρωμή κατόπιν αυτού του αιτήματος. Για το λόγο αυτό οι αιτητές καταχώρησαν τη Διαιτησία στο ΔΕΕ όπως προνοείται στο Άρθρο 4.2 της Συμφωνίας Δικαιώματος Αναγωγής στις 20.12.
  9. Η ένσταση επί αυτής της πτυχής διατυπώνει βέβαια την αδυναμία της υπόθεσης των αιτητών εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 ως εξής: · Ότι οι Αιτητές παραβίασαν ουσιωδώς το Recourse Agreement αφού δεν κατάφεραν, ως είχαν υποχρέωση να παρουσιάσουν συμφωνημένο τελικό λογαριασμό, με αποτέλεσμα η πληρωμή κάτω από τον όρο 4.7 του Share Purchase Agreement να καθυστερήσει για 2 ½ περίπου χρόνια, εξ' υπαιτιότητας των Αιτητών, και να επιτευχθεί μόνο μετά την ετοιμασία του τελικού λογαριασμού από την Καθ' ης η Αίτηση 1 και την έναρξη διαδικασίας διαιτησίας έναντι της Palladium. H πληρωμή κάτω από τον όρο 1.1 του Recourse Agreement θα μπορούσε μόνο να δικαιολογηθεί εάν οι Αιτητές και η θυγατρική τους εταιρεία (EPD) εκπλήρωναν τις υποχρεώσεις τους κάτω από το Recourse Agreement και Management Development Agreement. Μετά την απόρριψη της τιμολόγησης στις 23/11/2009 από την Palladium, οι Αιτητές και η EPD σταμάτησαν κάθε προσπάθεια και επέδειξαν πλήρη αδιαφορία και αδράνεια. Δεν ήρθαν σε καμία επικοινωνία και δεν προχώρησαν σε διαδικασία διαιτησίας με την Palladium, ως είχαν υποχρέωση, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η τελική τιμολόγηση. Η ουσία είναι ότι οι Αιτητές και οι κύριοι Stephan Gietl και Anton Hopfgartner δεν ήθελαν να εκτεθούν απέναντι στην Palladium διότι κατείχαν τα πολύτιμα συμφωνητικά διαχείρισης με την Palladium. Οι Αιτητές επέδειξαν παντελή αδιαφορία και απάθεια και ουδέποτε εκπλήρωσαν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις κάτω από τις συνδυασμένες πρόνοιες του Recourse Agreement και Development Management Agreement. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 έπρεπε να καταβάλει μεγάλο χρηματικό ποσό για να ολοκληρώσει από μόνη της τον τελικό λογαριασμό και στην συνέχεια να αξιώσει το δικαίωμα της για πρόσθετη πληρωμή απέναντι στη Palladium Praha σύμφωνα με όρο 4.7 του Shareholders Agreement μέσω χρονοβόρας και πολυέξοδης διαιτησίας, κάτι που θα αποφεύγετο εάν οι Αιτητές εκπλήρωναν τα καθήκοντα τους κάτω από το Recourse Agreement. Η Καθ' ης η Αίτηση 1 ανταξιώνει το ποσό το οποίο η Εναγόμενη έχει προς ζημιά της καταβάλει στα πλαίσια των πιο πάνω αναφερόμενων διαδικασιών. · Οι Αιτητές έλαβαν επιπρόσθετα από οποιεσδήποτε άλλες συμβατικές υποχρεώσεις της Καθ' ης η Αίτηση 1 προς αυτούς, ποσά ύψους €7.574.800, τα οποίο υπερκαλύπτουν τις οποιεσδήποτε σημερινές τους αξιώσεις. Η δικαιολογία που προβάλλουν στην παρ. 5.6(α) της ένορκης τους δήλωσης ότι η εν λόγω πληρωμή είναι «άσχετη» ασφαλώς και δεν αποτελεί σοβαρή υπεράσπιση. · Οι υποχρεώσεις των Αιτητών κάτω από την συμφωνία Development Management Agreement, την οποία είχε συνάψει με την European Property Development AG Liechtenstein αποτελούν υποχρεώσεις από συμβόλαιο με προστατευτική ενέργεια υπέρ τρίτων, δηλαδή της Καθ' ης η Αίτηση
  10. Ο μόνος λόγος για τη σύναψη αυτού του συμβολαίου ήταν η έγκαιρη και χωρίς προβλήματα ολοκλήρωση του τελικού λογαριασμού από τους Αιτητές και την θυγατρική τους εταιρεία. Όπως αποδεικνύεται από την επιστολή της Palladium, η Ενάγουσα όχι μόνο δεν έπραξε σωστά αλλά έμεινε παντελώς άπραγη με αποτέλεσμα αυτό
(1)να οδηγήσει σε αυθαίρετη μετακίνηση εξόδων της οικοδομικής φάσης 2 στην οικοδομική φάση 1,
(2)στην καθυστέρηση στην τιμολόγηση. Η εν λόγω ανταπαιτήσεις της Καθ΄ ης η Αίτηση 1 θα προβληθούν μέσω της απάντησης και ανταπαίτησης και εξ' όσων συμβουλεύομαι από τους δικηγόρους της Καθ' ης η Αίτηση 1 δύναται και υπάρχουν εξαιρετικές προοπτικές να συμψηφιστούν. Όπως έχει σαφώς τεθεί στην υπόθεση Micrologic, οι αιτητές έχουν καταδείξει σοβαρές ενδείξεις περί του ουσιαστικού τους δικαιώματος στη εκκρεμή διαιτητική διαδικασία. Οι λεπτομέρειες που δόθηκαν για τη σημασία των κατασκευαστικών φάσεων στο Palladium, την τιμή που επηρεαζόταν από το πραγματικό κόστος και τη σημασία του τελικού υπολογισμού, όπως απέρρεαν από τις μεταξύ των διαδίκων (και άλλων) συμφωνίες, έχουν καταδείξει ότι οι αιτητές έχουν δείξει τόσο σοβαρό ζήτημα σε συνάρτηση με την διαιτητική διαδικασία και την Γενική Αίτηση, όπως επίσης και ότι έχουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας στην θεραπεία - έστω και υπό το πρίσμα της έντασης και της δυνατότητας επιτυχίας της ανταπαίτησης που δυνατόν να καταχωρηθεί εκ μέρους των καθ' ων η αίτηση 1. Στα πλαίσια της πρώτης και δεύτερης προϋπόθεσης τα οποία είναι περιορισμένα δεν δύναται - ούτε βέβαια επιτρέπεται - το Δικαστήριο να επιχειρήσει περαιτέρω ανάλυση των προβαλλόμενων εκατέρωθεν δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Πριν να προχωρήσω στην αξιολόγηση των δεδομένων όσο αφορά την τρίτη προϋπόθεση και την εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι αναγκαίο να εξετασθεί η νομική δυνατότητα έκδοσης συντηρητικού διατάγματος έναντι τρίτου μη διαδίκου στην διαδικασία. Στην υπόθεση T.S.B Private Bank International SA v. Chabra and another
(1992)1 W.L.R. 231, το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα mareva εναντίον του Πρωτοφειλέτη αλλά και εναντίον εταιρείας στην οποία ο οφειλέτης ήταν διευθυντής και κύριος μέτοχος. Παραθέτω το εξής απόσπασμα: "In my judgment, I have jurisdiction to grant an injunction against the company and it is appropriate to grant it in support of the existing legal right claimed by the plaintiff against Mr. Chabra. The injunction which I grant, though made against a party against whom there is no cause of action, is in support of and in respect of that cause of action against Mr Chabra". Σχετικές επίσης είναι οι εξής: · Yukong Line Ltd. v. Rendsburg Investments Corporation and Others
(2001)Lloyd's Rep.
  1. · Yukos Capital S.a.r.l. v. OJSC Rosneft Oil Company and others [2010] EWHC
  2. · (Κυπριακή Αυθεντία) Amsterdam Trade Bank N.V. v. EN + GROUP LIMITED κ.α.
(2009)1Β Α.Α.Δ. σελ.
  1. Στην τελευταία αυτή υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε εκδώσει διάταγμα που απαγόρευε σε αριθμό κυπριακών εταιρειών να προβούν σε αλλαγή της μετοχικής τους δομής. Οι εταιρείες αυτές δεν ήσαν μέρη στη διεθνή διαιτησία. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας στην έκδοση του διατάγματος βασιζόμενο ακριβώς στη Chabra κ.α. ανωτέρω. Εκείνο που κατά την κρίση μου έχει σημασία είναι η διαπίστωση μιας κάποιας σχέσης μεταξύ της καθ' ης η αίτηση 1 και του καθ' ου η αίτηση
  2. Αυτό προκύπτει από τις πιο πάνω αυθεντίες αλλά και την εν γένει δυνατότητα του Δικαστηρίου να κρίνει το εύλογο της τέτοιας έκδοσης ειδικά στα πλαίσια της τρίτης προϋπόθεσης και της εξέτασης του ισοζυγίου της ευχέρειας. Δεν έχω αμφιβολία πάντως ότι το βάρος είναι επαχθέστερο για τους αιτητές να πείσουν για την αναγκαιότητα έκδοσης διατάγματος έναντι τρίτων. Έχω την πεποίθηση ότι η τρίτη προϋπόθεση και η εξέταση της προσφορότητας σε σχέση με τις δυο καθ' ης η αίτηση εταιρείες συμπλέκονται τόσο όσον αφορά το πρίσμα της αίτησης αλλά και της ένστασης διότι κυρίως επ' αυτής της πτυχής επαναφέρεται στο προσκήνιο το θέμα της απόκρυψης ή μη ουσιωδών ή μη γεγονότων γιατί, κατά την κρίση μου, αυτά αγγίζουν θέματα που επηρεάζουν αυτό το μέρος της εξέτασης του άρθρου
  3. Το σοβαρό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι αν ευσταθεί αφενός η θέση των αιτητών για τη σχέση των δυο καθ' ων η αίτηση μεταξύ τους και αφετέρου αν με βάση αυτό το ενδεχόμενο και σε συσχετισμό μ' αυτό το δεδομένο, ικανοποιείται η τρίτη προϋπόθεση και το ισοζύγιο της ευχέρειας και έναντι των καθ' ων η αίτηση. Δεν είναι εύκολο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα. Οι αιτητές έδωσαν πληθώρα στοιχείων σε σχέση με διάφορες εταιρείες για να καταδείξουν - μεταξύ άλλων - την εμπλοκή των ισχυριζόμενων ιδιοκτητών της καθ' ης η αίτηση
  4. Για αυτά τα άτομα ακριβώς οι αιτητές ισχυρίζονται ότι είναι και οι «τελικοί ιδιοκτήτες» της καθ' ης η αίτηση
  5. Αυτή η απλή αναφορά του ενόρκως δηλούντα επί της αίτησης είναι αρκετή να αποσείσει το αυξημένο βάρος των αιτητών; Η αναφορά αυτή πρέπει να συσχετισθεί με όλα τα δεδομένα της υπόθεσης για να κριθεί η βασιμότητα της θέσης της πλευράς των αιτητών. Ας δούμε λίγο ποιος είναι ο συλλογισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου των αιτητών επ' αυτής της πτυχής. Λέει ο κ. Παναγίδης, συσχετίζοντας το μάλιστα «με την κίνηση εντυπωσιασμού της καθ' ης η αίτηση 2 «να καταθέσουν σε λογαριασμό της€2.500.000,00 για να απαλλαγούν από το διάταγμα που βαρύνει τις μετοχές» ως χαρακτηριστικό του τρόπου που ενεργούν τα άτομα που ελέγχουν τους καθ' ων η αίτηση. Σε περίπτωση που ακυρωθούν τα διατάγματα είναι εμφανές ο κίνδυνος να αποξενωθεί η Καθ' ης η Αίτηση τις μετοχές της Palladium και το οποιοδήποτε προϊόν πώλησης αυτών άνευ ανταλλάγματος και να ακολουθήσει η Καθ' ης η Αίτηση 2 το δρόμο της Καθ' ης η Αίτηση
  6. Ήδη η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση 2 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Ένσταση αναφέρει ότι έχει συμφωνήσει να πωλήσει τις μετοχές κατ' ισχυρισμό της για το ποσό των Ευρώ 31.000.
  7. Ούτε μια κόλλα χαρτί δεν έχει προσκομίσει για τη συμφωνία για αγορά των μετοχών για Ευρώ 31.000.
  8. Με δεδομένο το γεγονός ότι οι μετοχές της Palladium είναι το μόνο περιουσιακό της στοιχείο δεν υπάρχει αμφιβολία ότι και η Καθ' ης η Αίτηση 2 θα ακολουθήσει την τύχη της Καθ' ης η Αίτηση 1 αφού έχει εκπληρώσει το σκοπό της ύπαρξης της. Για δε την σχέση των διαδίκων επικαλείται την παρ.6.
  9. της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση. Ειδικά αναφέρει τα ακόλουθα (στην αγόρευση του κ. Παναγίδη): «6.18 Ακολούθως οι Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι η Αιτήτρια έχει παραπλανήσει το δικαστήριο αναφορικά με την ταυτότητα των τελικών δικαιούχων ιδιοκτητών των Καθ' ων η Αίτηση. Προς τούτο επικαλούνται και περιορίζονται στη γνώση της Αιτήτριας αναφορικά με τη συμμετοχή της EBRD, Immofinanz και άλλων επενδυτών και τη διανομή του κέρδους. Το γεγονός αυτό δεν το έχει αποκρύψει η Αιτήτρια και χαρακτηριστική είναι η αναφορά του κ. Heinrich Hempel στην παράγραφο 2.2.2 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση. Δεν γίνεται όμως καμία αναφορά στην παράγραφο 12 του τεκμηρίου 21C (η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 6.6 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση) όπου ρητά αναφέρονται τα ακόλουθα: "Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την αγορά, η εναγομένη μεταβίβασε το ποσοστό μειοψηφίας της ύψους 17% στην Maypen. Ο λόγος ήταν ότι δεν ήθελαν όλοι οι πρώην εταίροι να διατηρήσουν την επένδυση τους στην Palladium (ήτοι στην Salmateo) ως εταίροι μειοψηφίας - υπέρ αυτού αποφάσισαν δηλαδή μόνο οι οικονομικοί δικαιούχοι της Maypen - αυτοί είναι ο πρώην κατασκευαστής του Palladium Δρ. Βέρνερ Εμπμ και η Ισαβέλλα Πόντα." 6.19 Το συμπέρασμα που αβίαστα προκύπτει από την πιο πάνω δήλωση της Καθ' ης η Αίτηση είναι ότι μετά από την πώληση των μετοχών που κατείχε η Καθ' ης η Αίτηση 1 στην EPF, οι υπόλοιποι επενδυτές απεχώρησαν από την επένδυση στην Palladium και Καθ' ης η Αίτηση 1 και αφέθηκαν οι κκ. Ebm και Ponta να ελέγχουν την Καθ' ης η Αίτηση
  10. Ο ακριβής τρόπος με τον οποίο ελέγχεται η Καθ' ης η Αίτηση 1 από τους κκ. Ebm και Ponta είναι άγνωστο προς την Αιτήτρια αλλά από την πιο πάνω παραδοχή της Καθ' ης η Αίτηση φαίνεται ότι είναι καθοριστικός καθώς αυτοί έχουν τη δυνατότητα να αποφασίζουν για την αποξένωση σημαντικών περιουσιακών της στοιχείων στην Καθ' ης η Αίτηση
  11. Τονίζω ότι δεν τίθεται καμία αμφισβήτηση από οποιονδήποτε από τους Καθ'ων η Αίτηση αναφορικά με το ποίος είναι ο τελικός δικαιούχος ιδιοκτήτης της Καθ' ης η Αίτηση 2.» 6.20 Σε περίπτωση που οι Καθ' ων η Αίτηση έλεγαν την αλήθεια αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της Καθ' ης η Αίτηση 1 ήταν πάντα ανοικτό προς αυτούς να παρουσιάσουν όλα τα αναγκαία έγγραφα που αποδεικνύουν τους πραγματικούς ιδιοκτήτες της Καθ' ης η Αίτηση 1 και ποίο άτομο έχει τον έλεγχο των αποφάσεων αυτής. Αντ' αυτού προτίμησαν να προβούν σε μια "χλιαρή" αμφισβήτηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας.» Ως προς την αξία των μετοχών θέμα που επίσης μπορεί να ενταχθεί σ' αυτό το πλαίσιο συναφώς οι δικηγόροι των αιτητών αναφέρουν: «Δεν είναι λογικό να αναμένει κάποιος ότι η τιμή στην οποία πωλήθηκαν μετοχές έξι και πλέον χρόνια προηγουμένως θα είναι ενδεικτικό της αξίας που έχουν οι μετοχές σήμερα. Από το 2007 μέχρι σήμερα έχει συμβεί μια παγκόσμια οικονομική κρίση, οι τιμές των ακινήτων έχουν καταρρακωθεί, τράπεζες και άλλοι τεράστια εύρωστοι οικονομικοί οργανισμοί έχουν κηρύξει πτώχευση. 6.15 Περαιτέρω εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι μετοχές οι οποίες έχουν δεσμευθεί, είναι μετοχές μειοψηφίας σε μια ιδιωτική εταιρεία για την οποία δύσκολα θα βρεθεί αγοραστής και είναι παράλογο να ισχυριστεί κάποιος ότι ο οποιοσδήποτε αγοραστής βρεθεί για τις μετοχές θα είναι πρόθυμος να καταβάλει ποσό αναλογικό με το ποσό που καταβλήθηκε για το 100% μιας άλλης εταιρείας δηλαδή της EPF η οποία μεταγενέστερα συγχωνεύτηκε με την Palladium. 6.16 Συνεπώς είναι η θέση της Αιτήτριας ότι η ιστορική τιμή στην οποία πωλήθηκαν οι μετοχές δεν είναι στοιχείο ουσιώδες για την παρούσα Αίτηση. 6.17 Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια αποκάλυψε ότι οι επενδυτές κατά την πώληση της EPF από την Καθ' ης η Αίτηση 1 πραγματοποίησαν κέρδος ύψους Ευρώ 300.000.000 και ότι ένα ποσό της τάξης του 10% πληρώθηκε ως φιλοδωρήματα ("bonuses") (βλέπε παράγραφο 5.6 της Ένορκης Δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση).» Συσχετίζεται δε από τους αιτητές η ανάγκη να δεσμευθεί η περιουσία της καθ' ης η αίτηση 2 λόγω της αφερεγγυότητας της καθ' ης η αίτηση
  12. Η «ένδεια» της καθ' ης η αίτηση 1 είναι γεγονός ότι προβάλλεται από την ίδια σε σχετικό έγγραφο (σελ.21 της ένορκης δήλωσης της αίτησης) ως θέση που υποβλήθηκε στο Διαιτητικό Δικαστήριο όπου τονίζεται παράλληλα «ότι η ένδεια είναι συστημική και γνωστή στην αιτήτρια» και συμβαίνει διότι ολοκληρώθηκε ο περί ου ο λόγος έργο, το Palladium". Στα πλαίσια της εξέτασης της τρίτης προϋπόθεσης και της προσφορότητας έχει αξία η θέση και η προσφορά της καθ' ης η αίτηση 2 ώστε να απαλλαγεί από το δυσβάστακτο βάρος του εκδοθέντος διατάγματος. Επ' αυτής της πτυχής η καθ' ης η αίτηση 2 μέσω της ένορκης δήλωσης της κας Βρυωνίδου Διευθύντριας της λέει: «Η χρονική στιγμή που επέλεξαν οι Αιτητές να απευθυνθούν στο Δικαστήριο δεν είναι τυχαία. Στόχος τους ήταν η εξασφάλιση του προσωρινού διατάγματος, για να το χρησιμοποιήσουν εκβιαστικά και καταχρηστικά εναντίον κυρίως της Καθ' ης η Αίτηση 2, με σκοπό η τελευταία να ενδώσει στις παράλογες και αβάσιμες απαιτήσεις των Αιτητών, αφού ήξεραν ότι την δεδομένη στιγμή η Καθ' η Αίτηση 2 συμφώνησε να πωλήσει το 17% των μετοχών που κατείχε στην Palladium προς €31.000.000 σε τρίτους.» Και σε σχέση με την αξία των μετοχών η κα Βρυωνίδου αναφέρει: «8.1.1 Οι Αιτητές κατά την καταχώρηση της αίτησης γνώριζαν ή ήταν σε θέση να γνωρίζουν ότι η αξία των μετοχών της Palladium που ανήκουν στην Καθ' ης η Αίτηση 2 είναι πολλαπλάσια σε αξία από το ποσό που αξιώνουν από την Καθ' ης η Αίτηση 1 στην διαδικασία Διαιτησίας. Αυτό πηγάζει από τα γεγονότα που αναφέρω αμέσως πιο κάτω και ενισχύεται από τεκμήρια και αναφορές που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών. 8.1.2 Εάν το Δικαστήριο γνώριζε το πιο πάνω γεγονός, τότε θα πρέπει να θεωρείται εξαιρετικά πιθανό ότι θα επηρέαζε την κρίση του τόσο σε σχέση με την ικανοποίηση της 3ης προϋπόθεσης του Άρθρου 32 όσο και με την φύση και έκταση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν. Η θέση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι παρ' ότι ο Αιτητές με την μονομερή τους Αίτηση ζητούσαν από το Δικαστήριο δέσμευση ολόκληρης της περιουσίας των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2, το Δικαστήριο από μόνο του έσπευσε να περιορίσει το Διάταγμα σε δέσμευση περιουσίας όχι μεγαλύτερης των €2.334.900 πλέον τόκο 5%, κάτι που αποδεικνύει ότι εάν το Δικαστήριο ενημερωνόταν για την αξία του 17% δεν θα εξέδιδε τουλάχιστο την παρ. 2 του Διατάγματος. 8.1.3 Στην παράγραφο 2.2.3 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι το έργο Palladium είναι ένα από τα μεγαλύτερα κατασκευαστικά έργα της Ανατολικής Ευρώπης αν όχι το μεγαλύτερο ολόκληρης της Ευρώπης. Δηλαδή το 17% στην Palladium Praha SRO ισοδυναμεί με 17% στην εταιρεία που το μοναδικό της περιουσιακό στοιχειό είναι ένα από τα μεγαλύτερα κατασκευαστικά έργα της Ανατολικής Ευρώπης, αν όχι το μεγαλύτερο ολόκληρης της Ευρώπης. 8.1.4 Στην παράγραφο 3.2 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ο ενόρκως δηλών αναφέρεται σε συγκεκριμένους όρους της συμφωνίας αγοραπωλησίας μετοχών (Share Purchase Agreement) και επισυνάπτει την συγκεκριμένη συμφωνία στην Γερμανική γλώσσα ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του. Όμως, αποφεύγει επιμελώς να παραπέμψει ή να επισύρει την προσοχή του δικαστηρίου στον όρο 4.1 της εν λόγω συμφωνίας, ο οποίος αναφέρεται στο τίμημα πώλησης του 100% των εν λόγω μετοχών, η τιμή των οποίων ανήλθε στα €229.330.656, πλέον ή μείον επιπρόσθετο η υπολειπόμενο ποσό, που κατά τους ισχυρισμούς των Αιτητών, αυτό ανέρχεται σε επιπρόσθετο ποσό 13 Εκατομμύριων Ευρώ. Περαιτέρω οι Αιτητές γνώριζαν ότι στην βάση του Sahreholders Agreement, τα μέρη ενεργούσαν στην βάση του ότι η αξία της περιουσίας ήταν €530.000.
  13. Η εν λόγω αξία μειώθηκε μετά την αφαίρεση των €380.000.000 το οποίο αποτελούσε το ύψος υφιστάμενου δανείου, με αποτέλεσμα η αξία του 100% των μετοχών της Palladium να ανέρχεται σε €150.000.
  14. Η δε αξίωσης των Αιτητών εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση 1 περιστρέφεται στο ποσοστό του μόλις 16.73% όχι του συνολικού τιμήματος πώλησης, αλλά μόνο του επιπροσθέτου ποσού δηλαδή προσδιορίζεται από τους ίδιους σε €2.174 εκατομμύρια. Σχετικό απόσπασμα του Share Purchase Agreement μεταφρασμένο στα Αγγλικά, συμπεριλαμβανομένου του όρου 4.1 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  15. Επίσης επισυνάπτεται και σημειώνεται ως Τεκμήριο 4 δέσμη με ανακοινώσεις σχετικά με την εν λόγω πώληση που δημοσιεύτηκαν στο διαδίκτυο κατά τον ουσιώδη χρόνο και δύναται να εντοπιστούν με σχετική ευκολία.» Προχωρώντας παραπέρα η καθ' ης η αίτηση 2 ισχυρίζεται για ουσιώδη απόκρυψη γεγονότων που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την βασιμότητα των θέσεων που άπτονται της τρίτης προϋπόθεσης και της εξέτασης της προσφορότητας. Είναι βέβαια γνωστό ότι η εξέταση του θέματος της απόκρυψης λογικά πρέπει να προηγείται της εξέτασης των προϋποθέσεων του άρθρου 32, όμως εν προκειμένω ας μου επιτραπεί αυτή η εκτροπή αφενός λόγω της πολυπλοκότητας των θέσεων που έπρεπε να κατανοηθούν αλλά και λόγω της ιδιομορφίας του ισχυρισμού που αγγίζει πρώτιστα και κύρια την καθ' ης η αίτηση 2 που δεν είναι διάδικος στην κύρια υπόθεση, δηλαδή στην διαιτησία. Το καθήκον αποκάλυψης, όπως έχει νομολογηθεί, είναι θεμελιακό της εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς την δυνατότητα να εξετάζει μονομερώς αιτήσεις που πολλές φορές έχουν ως αποτέλεσμα την καθήλωση εκατομμυρίων στη βάση ένορκης δήλωσης όπου βέβαια μόνο η μια εκδοχή ακούγεται κατά παρέκκλιση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva κ.α.,
(2010)1(A) A.A.Δ, 82, το Ανώτατο Δικαστήριο, αφού προέβη σε εκτενή ανάλυση της νομολογίας ως προς το θέμα ανάφερε τα εξής σχετικά: «Όπως εύστοχα τονίστηκε από το Εφετείο στην απόφασή του στην υπόθεση The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons Ltd ν. άλλων
(1998)1(Β) ΑΑΔ 1179, η απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων ανατρέπει τη βάση του διατάγματος το οποίο έχει εκδοθεί μετά από μονομερή αίτηση και το καθιστά ακυρωτέο. Παραθέτουμε αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα της απόφασης, η οποία είχε δοθεί από τον Γ. Πική, Πρόεδρο, από τη σελίδα 1186 του τόμου Αποφάσεων: ". Στην απόφαση του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κάμνει εκτεταμένη αναφορά στην απόφαση μας της Ολομέλειας στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.α. Αίτηση για Αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου Αρ. 157/90, 30/5/96, στην οποία εξηγείται ότι η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά· διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην DEMSTAR LIMITED v. ZIM ISRAEL NAVIGATION CO LIMITED κ.ά. (ανωτέρω)(σελ. 4) «Ό, τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. v. THE TIMBERLAND CO OF USA (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:-(σελ. 7) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφο του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθ΄ως και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Το στοιχείο της εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση εκδοθέντος διατάγματος, λόγω παράλειψης πλήρους αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Αρκεί η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστούσε εξ αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 598).» Έχω προστρέξει σ' όλη τη συναφή δικογραφία, έχω εξετάσει με κάθε προσοχή τα σχετικά τεκμήρια και ειδικά με τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Έστω δεχόμενη την σχέση των καθ' ων η αίτηση μεταξύ τους, προκύπτουν από την παράθεση των πιο πάνω στοιχείων δύο βασικοί - για το Δικαστήριο - παράμετροι οι οποίοι αφορούν (α) την αξία της ίδιας της δεσμευμένης περιουσίας και της γνώσης των αιτητών επ' αυτής και (β) την όλη παρουσίαση του τρόπου ενεργείας και δοσοληψιών της πλευράς των καθ' ων η αίτηση από το περιεχόμενο της αίτησης. Κρίνω ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε ορθή και πλήρης η αποκάλυψη της σημασίας όλων των δεδομένων της υπόθεσης από τους αιτητές. Μέσα στο πολύπλοκο ιστό της υπόθεσης, όπου τα επί μέρους γεγονότα θα πρέπει να τύχουν μιας αξιολόγησης από τους επιδιώκοντες θεραπεία είναι βέβαια δύσκολο να τεθούν όλα και πλήρως τα στοιχεία που θα έχουν σημασία. Εν προκειμένω παρατηρώ τα ακόλουθα: Ναι, μεν οι αιτητές σχολαστικά παράθεσαν πλήρη στοιχεία και λεπτομέρειες ως προς την προϊστορία των μερών και των σχέσεων τους. Όμως άφησαν στο σκοτάδι ή δεν πρόβαλαν την σημασία που έπρεπε στην διαφαινόμενη γνώση τους για τις αξίες των μετοχών που δεσμεύθηκαν. Μάλιστα - εν αντιθέσει - ομιλούντες για τις εν λόγω μετοχές το έπραξαν σ' ένα πλαίσιο αξιολόγησης γεγονότων που σκοπό είχαν να καταδείξουν ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 2 έδρασαν σχεδόν συνωμοτικά και με καταδολιευτικό στόχο να πλήξουν τους αιτητές. Όμως, αυτό, μ' όλο το σεβασμό, δεν φαίνεται να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Κατ' αρχήν οι αιτητές επιχειρούν να προσδώσουν συνωμοτικό τρόπο λειτουργίας στην συνεργασία και στις συμφωνίες των καθ' ων η αίτηση μεταξύ τους. Γι' αυτό δεν έχω πεισθεί. Αντίθετα οι καθ' ων η αίτηση φαίνεται ότι από το 2007 λειτουργούν με διαφάνεια ως προς τον τρόπο εργασίας τους και τις συναλλαγές τους. Αυτή η προσπάθεια των αιτητών να μειώσουν γενικά τους καθ' ων η αίτηση στο ότι ενεργούσαν με κύριο σκοπό να τους ξεγελάσουν δεν με ικανοποιεί. Ούτε πείθουν οι ισχυρισμοί των αιτητών ότι η ιστορική τιμή πώλησης των επίδικων μετοχών είναι ουδέτερης αξίας με το συλλογισμό τους που διατυπώνεται στη σελ. 22 της αγόρευσης του δικηγόρου των αιτητών. Οι καθ' ων η αίτηση 2 μάλιστα πρόσφεραν δέσμευση λογαριασμού τους στο ποσόν της αξίωσης ως εναλλακτικό τρόπο «προστασίας» των αιτητών και οι αιτητές μέσω της αγόρευσης των δικηγόρων τους ομιλούν για μη δυνατότητα εξεύρεσης λύσης μ' αυτό τον τρόπο γιατί πιθανόν οι καθ' ων η αίτηση να χρωστούν και σ' άλλους. Μάλιστα τίθεται υπονοούμενο για ύποπτες συναλλαγές. (Βλ. σελ. 19 όπου διατυπώνεται η εξής απορία: είναι άγνωστο από πού προήλθαν τα χρήματα στο λογαριασμό της καθ' ης η αίτηση 2; Από ποιές εργασίες κ.λ.π.)». Περαιτέρω απορία ακόμη προκύπτει γιατί ζητήθηκε γενικής φύσεως διάταγμα εναντίον της καθ' ης η αίτηση 1 και δεν περιορίσθηκε στο επίδικο ποσό. Θυμίζω την σημασία όλων αυτών των δεδομένων σε μια «υψίστης πιστής» διαδικασία. Ακόμα θεωρώ ότι οι αιτητές όφειλαν να καταδείξουν τις τιμές - αξίες των μετοχών - και η πώληση που έγινε έξη χρόνια πριν δεν μπορεί να μην έχει σημασία, όπως διατείνονται. Η μεγάλη δυσαναλογία της τιμής των μετοχών και του ποσού που έπρεπε να προστατευθεί εν συνδυασμώ με τις μη πλήρεις αποκαλύψεις επ' αυτού των αιτητών, κατά την κρίση μου θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου ειδικά ως προς την τρίτη προϋπόθεση. Ισχύει εν προκειμένω αυτό που ελέχθη στην υπόθεση Rybolovlev κ.α. ν. Rybolovleva (σελ. 105 και 106): "Χωρίς να τα επαναλάβουμε, θα αρκεστούμε να παρατηρήσουμε ότι, πέραν της αυτοτελούς σημασίας την οποία ένα έκαστο υπέχει, όλα μαζί σωρευτικά αντικριζόμενα, με τον τρόπο που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ή που δεν παρουσιάστηκαν κατά τη μονομερή διαδικασία έκδοσης των διαταγμάτων, έτειναν να δώσουν μια εικόνα των πραγμάτων τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής άποψης, πολύ διαφορετική από την τελικά διαμορφωθείσα στο τέλος της ενδιάμεσης διαδικασίας. Συνοπτικά, δόθηκε η εικόνα ότι στη χώρα διαμονής των συζύγων και με βάση το εφαρμοζόμενο στην περίπτωση δίκαιο, η εφεσίβλητη δεν μπορούσε να αποταθεί για ασφαλιστικά μέτρα, ενώ το είχε ήδη πράξει και ανέμενε το αποτέλεσμα, ότι τα δικαιώματα τα οποία είχε επί εν Κύπρω ευρισκομένων περιουσιακών στοιχείων ήσαν ιδιοκτησιακά in rem και ότι ως τέτοια, ήσαν αντικείμενο της αντιδικίας και όχι υποκείμενα σε υπολογισμό χρηματικής αποζημίωσης. Ότι ακόμα, ενέργειες του εφεσείοντα-συζύγου της καταδείκνυαν ανακριβώς έναρξη αποξένωσης συζυγικής περιουσίας χωρίς τη συγκατάθεσή της και, επομένως, ισχυροποιείτο η ύπαρξη κινδύνου πλήρους ή έστω ουσιαστικής αποξένωσης. Η διαφορετική και ανακριβής αυτή εικόνα, η οποία δόθηκε κατά το στάδιο που η εφεσίβλητη αποτεινόταν μονομερώς στο Δικαστήριο για επείγουσα θεραπεία και στη βάση της οποίας εκδόθηκαν αρχικά και οριστικοποιήθηκαν αργότερα τα προσωρινά διατάγματα, κατέστησε το αποτέλεσμα του εγχειρήματος ακροσφαλές. Δεν θα μπορούσε δε να θεωρηθεί, ούτε με ιδιαίτερη επιείκεια, ότι καταδείκνυε καλή πίστη και ορθή άσκηση της υποχρέωσης για πλήρη, ειλικρινή και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων που θα έπρεπε και εδικαιούτο να έχει ενώπιόν του το Δικαστήριο, στη βάση των νομικών αρχών που έχουμε παραθέσει προηγουμένως." Ειδικά οι πιο πάνω παρατηρήσεις έχουν εφαρμογή στην προσπάθεια να καταδειχθεί δόλια πρόθεση από τους καθ' ων η αίτηση αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων. Είναι τω όντι παράξενο αφού οι αιτητές δέχονται ότι το έργο Palladium είναι ένα από τα μεγαλύτερα κατασκευαστικά έργα της Ευρώπης, το πώς παράλληλα μειώνουν το αξιόχρεο και την εν γένει αξιοπιστία των καθ' ων η αίτηση. Ειδικά φαίνεται ότι οι καθ' ων η αίτηση είναι μεγάλης οικονομικής επιφάνειας αφού το συνολικό τίμημα των εν λόγω μετοχών και η αξία της περιουσίας ήταν 150 εκατομμύρια. (Βλ. σχετικές παραγράφους ένστασης). Είναι ορθό συνεπώς ότι με ένα απλό υπολογισμό των δικών τους στοιχείων θα προέκυπτε ότι με βάση αυτά τα 150.000.000,00, η αξία των μετοχών που πωλήθηκαν δεν θα μπορούσε παρά να είναι πολλαπλάσια του ποσού της αξίωσης. Ακόμα εύλογη - και χωρίς ουσιαστική αντίκρουση - παρέμεινε η θέση για την γνώση του ιδιοκτήτη των αιτητών - και άρα των αιτητών - στα διάφορα στάδια των επίδικων συμφωνιών ως εκ της εμπλοκής του σ' αυτές (όπως φαίνεται πιο πάνω στη σελ.12), άρα την γνώση του για τις αξίες των μετοχών. Αντίθετα αξιώθηκε με την παρούσα αίτηση το πάγωμα του 17% των μετοχών που η καθ' ης η αίτηση 2 κατέχει στην Palladium με στόχο την παρεμπόδιση της πώλησης προς τρίτους του 17%, πώληση που δεν φαίνεται να γίνεται για τους σκοπούς που εισηγούνται οι αιτητές. Άλλωστε οι επενδυτές-ιδιοκτήτες των διαφόρων έργων και εταιρειών που αναφέρθησαν φαίνονται και σοβαροί και αξιόχρεοι να είναι, παρά την έντεχνη προσπάθεια των αιτητών να καταδείξουν «σκαιές πράξεις από σκαιές εταιρείες». Σ' αυτή την πτυχή, είναι η κρίση μου, ότι οι αιτητές δεν απέδωσαν την πραγματικότητα αλλά αντίθετα την αλλοίωσαν με σκοπό την έκδοση των διαταγμάτων. Γι' αυτό θεωρώ ότι δεν λειτούργησαν ορθά ως προς το καθήκον αποκάλυψης. Έχοντας υπόψη την αντικειμενική σημασία των μη αποκαλυφθέντων στοιχείων ή έστω των στοιχείων που προσφερόμενα από την ένσταση ανέτρεψαν την σημασία που τους εδόθη από τους αιτητές, θεωρώ ότι η όλη διαδικασία μολύνθηκε με μη ιάσιμο τρόπο που θα πρέπει να οδηγήσει το Δικαστήριο σε ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Όπως είπα ειδικά η δέσμευση περιουσίας ενός τρίτου, όπως εδώ, επαυξάνει το βάρος στον επιδιώκοντα την θεραπεία, να πείσει. Εν προκειμένω τίποτα δεν φαίνεται να ήταν ουσιαστικά άγνωστο στους αιτητές τον διαρρεύσαντα χρόνο, ειδικά μάλιστα θα έλεγα ότι οι σκοποί των καθ' ων η αίτηση να λειτουργούν εμπορικά με τον τρόπο σύστασης εταιρείας για συγκεκριμένο έργο, κατά πάντα χρόνο, ήταν γνωστό στους αιτητές, και σύννομο με τις επιχειρηματικές αντιλήψεις τρόπο. Όπως και τα λοιπά που έπραξαν που μάλιστα έτυχαν δημοσίευσης στο διαδίκτυο. Πάντως δεν είμαι ικανοποιημένη, στη βάση των εξηγήσεων της ένστασης στην παρούσα φάση, ότι οι καθ' ων η αίτηση έδρασαν με τρόπο που να οδηγούσαν τους αιτητές σε μη εξασφάλιση του ενδεχόμενου λαβείν τους, ειδικά αυτό ισχύει για τους καθ' ων η αίτηση 2. Εν πάση περιπτώσει η μόλυνση αυτή αγγίζει άμεσα και τους καθ' ων η αίτηση 1 και η διαδικασία δεν μπορεί να διαχωριστεί με τρόπο που να διασώζεται μέρος του διατάγματος. Στη βάση των λόγων που εξήγησα, τα διατάγματα ακυρώνονται και η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Interim order / και εναντίον μη διαδίκων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.