← Κύπρος

Oleksii Arturovich Ostroukhov ν. Dream Industries Limited κ.α., Aγωγή αρ. 1183/13, 29/11/2013

Oleksii Arturovich Ostroukhov ν. Dream Industries Limited κ.α., Aγωγή αρ. 1183/13, 29/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A374 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Aγωγή αρ. 1183/13 Μεταξύ: Oleksii Arturovich Ostroukhov, από τη Ρωσία Εναγόντων Και 1. Dream Industries Limited, εκ Λεμεσού 2. Yano Holdings Limited, από BVI 3. Simon Dunlop, από τη Ρωσία 4. Victor Frumkin, από τη Ρωσία 5. Δημήτριου Λαμπριανίδη, εκ Λεμεσού 6. Γιώργου Χαραλαμπίδη, εκ Λεμεσού 7. Ισαβέλλας Θεοδοσίου, εκ Λεμεσού 8. Σοφίας Λαμπριανίδου, εκ Λεμεσού Εναγομένων -------------------------- Αίτηση ημερ. 12.3.2013 για προσωρινό διάταγμα και προσωρινό διάταγμα ημερ. 13.3.2013. 29.11.2013 Για τον ενάγοντα/αιτήτη: κ. Χρ. Σκορδής με κ. Αλ. Γαβριηλίδη Για τους εναγόμενους/καθ' ών: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης και κ. Θ. Χριστοδούλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο ενάγων, ηλικίας 27 ετών, είναι Ουκρανός υπήκοος και διαμένει στη Μόσχα. Όπως αναφέρει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για τα επίδικα προσωρινά διατάγματα, αφού επινόησε ένα πρωτότυπο διαδικτυακό πρόγραμμα, το υλοποίησε σε συνεργασία με τον τότε φίλο του Simon Dunlop (Εναγόμενο 3) Άγγλο υπήκοο, με τον οποίο δημιούργησε στη Μόσχα την επιχείρηση «Dream Industries». Πρόκειται, όπως εξηγεί στην ένορκη του δήλωση, για μια διαδικτυακή υπηρεσία μέσω της οποίας «αναπτύσσονται με αλληλοεπιδραστικό τρόπο online προϊόντα που επιτρέπουν στους καταναλωτές να εξερευνήσουν, να ανακαλύψουν και λάβουν διαφορετικά μέσα (media)». Η αρχική ιδέα του, αναφέρει, ήταν η δημιουργία μιας υπηρεσίας, εύκολα προσβάσιμης, μέσω της οποίας οι καταναλωτές θα μπορούσαν να περιηγούνται και να λαμβάνουν μουσική με νόμιμο τρόπο. Η εναγόμενη 1, η οποία μέχρι τον Σεπτέμβριου του έτους 2012 ονομαζόταν Banboro Holdings Ltd, είναι Κυπριακή εταιρεία και η εναγόμενη 2 εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Ο εναγόμενος 5 είναι ο μόνος διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης 2 και η εναγόμενοι 6, 7 και 8 διοικητικοί σύμβουλοι της εναγόμενης 1. Ο ενάγων, ο εναγόμενος 3 και ο εναγόμενος 4, μέσω της εταιρείας Brenton Holdings S.A., είναι μέτοχοι με ποσοστό 31,67% ο κάθε ένας στην εναγόμενη 2 η οποία με τη σειρά της κατέχει το 70,2% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 1. Οι υπόλοιπες μετοχές των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών κατέχονται από τρίτα πρόσωπα τα οποία αναφέρονται στο σχετικό πίνακα που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντα. Η εναγόμενη 1 είναι ιδιοκτήτρια αριθμού άλλων εταιρειών οι οποίες ασχολούνται με εργασίες τεχνολογίας διαδικτύων. Ανάμεσα σε αυτές συγκαταλέγεται και η Ρωσική εταιρεία 000 Dream Industries LLC (στη συνέχεια «η Ρωσική Dream»). Στην εταιρεία αυτή, δηλαδή τη Ρωσική Dream, εργοδοτείτο μέχρι τις 10.12.2002 ο ενάγων, κατέχοντας τη θέση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή (Chief Executive Officer), δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 23.4.2012, Τεκμήριο 19 στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η απόφαση για τον τερματισμό της εργοδότησης του ενάγοντα λήφθηκε από τον εναγόμενο 4 στον οποίο είχε παραχωρήσει πληρεξούσιο η εναγόμενη 1 στις 21.7.2009 (Τεκμήριο 6). Ο ενάγων, για τους λόγους που εξηγεί στην ένορκη δήλωση του, θεωρεί ότι οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξασφάλισε το πιο πάνω πληρεξούσιο ο εναγόμενος 4 από την εναγόμενη 1 ήταν επιλήψιμες. Αγνοούσε, αναφέρει, την ύπαρξη του πληρεξουσίου καθώς και άλλα γεγονότα σε σχέση με μεθοδεύσεις των εναγομένων 3 και 4 οι οποίοι είχαν συνωμοτήσει να τον αποκλείσουν από του να έχει ίση συμμετοχή στις εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες. Όταν, περί τον Δεκέμβριο του έτους 2012, περιήλθαν στην αντίληψη του τα γεγονότα αυτά, απευθύνθηκε στους εναγόμενους 5 και 6 Διευθυντές των εναγομένων 1 και 2, καλώντας τους να αποκαταστήσουν την τάξη και να επιτρέψουν και στον ίδιο να έχει ίση συμμετοχή στη διοίκηση των εταιρειών αλλά αρνήθηκαν να του υπογράψουν τα σχετικά έγγραφα που τους απέστειλε, μετά από προτροπές και οδηγίες του εναγόμενου 3. Αποτάθηκε τότε σε δικηγόρους και στις 12.3.2012 καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, με την οποία επιδιώκει την έκδοση αριθμού διακηρύξεων και διαταγμάτων που αποσκοπούν στην προστασία των συμφερόντων του σε σχέση με τις δραστηριότητες της κοινοπραξίας που διεξάγεται μέσω των εναγομένων 1 και 2 καθώς και των θυγατρικών τους εταιρειών. Επιδιώκει, περαιτέρω, την ακύρωση της απόφασης για τον τερματισμό της εργοδότησης του από τη θέση του Ανώτατου Εκτελεστικού Διευθυντή της Ρωσικής Dream. Την ίδια ημέρα αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς και στις 13.3.2012 το Δικαστήριο εξέδωσε τα ακόλουθα προσωρινά διατάγματα: ...παρεμπίπτον Διάταγμα το οποίο απαγορεύει ή και εμποδίζει την Εναγόμενη αρ. 1 ή και τους διοικητικούς συμβούλους ή και αξιωματούχους ή και αντιπροσώπους ή και εκπροσώπους ή και υπαλλήλους ή και τις θυγατρικές αυτής από του να αποδέχονται ως έγκυρη οποιαδήποτε απόφαση ή ψήφισμα ή άλλη πράξη παροχής συγκατάθεσης της Εναγομένης 2 ως μετόχου της Εναγομένης 1 ή και των διοικητικών συμβούλων της Εναγομένης 1 που προτάθηκαν ή και διορίστηκαν από την Εναγόμενη 2 που να αφορά ή και να σχετίζεται με οποιαδήποτε αποξένωση ή και πώληση ή και ενεχυρίαση ή και επιβάρυνση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της Εναγομένης αρ. 1 χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση ή και την έγκριση τόσο του Ενάγοντα όσο και των Εναγομένων αρ. 2 και 3 μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ....παρεμπίπτον Διάταγμα το οποίο απαγορεύει ή και εμποδίζει την Εναγόμενη αρ. 1 ή και τους διοικητικούς συμβούλους ή και αξιωματούχους ή και αντιπροσώπους ή και εκπροσώπους ή και υπαλλήλους ή και τις θυγατρικές αυτής από του να προβαίνουν σε ή και να εγκρίνουν ή και να εξουσιοδοτούν ή και να κυρώνουν ή και να υλοποιούν οποιαδήποτε μεταβίβαση ή και αποξένωση ή και πώληση ή και δωρεά ή και ενεχυρίαση ή και επιβάρυνση οποιονδήποτε εκ των μετοχών που η Εναγόμενη αρ. 2 κατέχει στην Εναγόμενη αρ. 1 χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση ή και την έγκριση τόσο του Ενάγοντα όσο και των Εναγομένων αρ. 2 και 3 μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ...παρεμπίπτον Διάταγμα το οποίο απαγορεύει ή και εμποδίζει τους διοικητικούς συμβούλους της Εναγομένης 1 που προτάθηκαν ή και διορίστηκαν από την Εναγόμενη αρ. 2 ή και την Εναγομένη αρ. 2 ή και τους διοικητικούς συμβούλους ή και αξιωματούχους ή και αντιπροσώπους ή και εκπροσώπους ή και υπαλλήλους ή και τις θυγατρικές αυτής από του να προβαίνουν σε οποιαδήποτε πράξη ή να λαμβάνουν οποιαδήποτε απόφαση ή και να εγκρίνουν οποιοδήποτε ψήφισμα χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση ή και την έγκριση τόσο του Ενάγοντα όσο και των Εναγομένων αρ. 3 και 4 μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. ....παρεμπίπτον Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει ή και να εμποδίζει την Εναγόμενη αρ. 2 ή και τους διοικητικούς συμβούλους ή και αντιπροσώπους ή και εκπροσώπους ή και υπαλλήλους αυτής από του να προβαίνουν σε ή και να εγκρίνουν ή και να εξουσιοδοτούν ή και να κυρώνουν (ratify) ή και να υλοποιούν ή και να προκαλούν οποιαδήποτε μεταβίβαση ή και αποξένωση ή και πώληση ή και δωρεά ή και ενεχυρίαση ή και επιβάρυνση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της Εναγομένης αρ. 2 ή και της Εναγομένης αρ. 1 ή και των θυγατρικών εταιρειών αυτών χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση ή και την έγκριση τόσο του Ενάγοντα όσο και των Εναγομένων αρ. 3 και 4 μέχρι και την εκδίκαση της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ή και μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Με την μονομερή αίτηση ζητούσε την έκδοση περαιτέρω διαταγμάτων (παράγραφοι Γ, Δ, Ε και Στ) τα οποία το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς, δίδοντας οδηγίες όπως επιδοθεί η αίτηση σε σχέση με τα παρακλητικά αυτά. Στην πενηντασέλιδη ένορκη δήλωση του που αποτελείται από 265 παραγράφους, ο Ενάγων αναφέρεται στο ιστορικό και παραθέτει λεπτομέρειες τόσο για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες επινοήθηκε και υλοποιήθηκε η ιδέα της επιχείρησης (Dream Industries) όσο και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες δημιουργήθηκε η κοινοπραξία μεταξύ του ιδίου και των εναγομένων 3 και 4 για την εκμετάλλευση των δραστηριοτήτων των εναγομένων 1 και 2 και των θυγατρικών τους εταιρειών. Επισυνάπτει επίσης αριθμό τεκμηρίων ανάμεσα στα οποία περιλαμβάνονται: α) Μνημόνιο Συναντίληψης (Memorandum of Understanding) ημερομηνίας 16.5.2009 (Τεκμήριο 4) το οποίο υπεγράφη μεταξύ του ιδίου, των εναγομένων 3 και 4 και δύο άλλων προσώπων οι οποίοι στη συνέχεια απεχώρησαν. Με βάση τους όρους του πιο πάνω μνημονίου, αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ο ενάγων, συμφώνησαν να ιδρύσουν μία νομική οντότητα στην οποία κάθε συμβαλλόμενος θα είχε 20% μερίδιο. Άλλος όρος καθόριζε πως κανένας από τους συμβαλλόμενους δεν θα είχε ατομική πλειοψηφία στην εταιρεία. Στο ίδιο μνημόνιο καταγραφόταν η συμφωνία του Εναγόμενου 4 να επενδύσει στην επιχείρηση το ποσό των $350.000, ποσό το οποίο και κατέβαλε. β) Συμφωνία μετόχων ημερομηνίας 27.7.2009 (Τεκμήριο 5) η οποία όπως αναφέρει, παρότι φέρει ημερομηνία 27.7.2009 υπεγράφη την 1.8.2009. Στη συμφωνία αυτή, διευκρινίζει, επιβεβαιώθηκε ότι θα ενεργούσε ως Ανώτατος Εκτελεστικός Διευθυντής των διαφόρων εταιρειών του Ομίλου της Dream Industries, συμπεριλαμβανομένης της Ρωσικής Dream. γ) Πληρεξούσιο της Εναγόμενης 1, τότε Banboro Holdings Ltd, προς τον εναγόμενο 4 ημερομηνίας 21.7.2009 (Τεκμήριο 6). Όπως υποστηρίζει, την ύπαρξη του πληρεξουσίου πληροφορήθηκε για πρώτη φορά τον Δεκέμβριο του έτους 2012, όταν στη βάση αυτού λήφθηκε η απόφαση για τον τερματισμό της εργοδότησης του. Κατέθεσε και πολλά άλλα έγγραφα μεταξύ των οποίων περαιτέρω συμφωνίες μετόχων (Τεκμήρια 10, 11 και 12) μετά που διάφοροι επενδυτές επένδυσαν χρήματα στην επιχείρηση, αποκτώντας μερίδιο του μετοχικού κεφαλαίου της εναγομένης 2. Όπως αναφέρεται, αρχικά και μέχρι τον Ιούνιο του έτους 2011, μόνος διοικητικός σύμβουλος της εναγόμενης 1 ήταν ο Γιώργος Χαραλαμπίδης. Με την υπογραφή των συμφωνιών μετόχων με τους νέους επενδυτές οι διοικητικοί σύμβουλοι αυξήθηκαν, τον Ιούλιο 2011 σε τρεις και τον Δεκέμβριο 2011 σε πέντε, εκ των οποίων οι τρεις (εναγόμενοι 6, 7 και 8) διορίστηκαν από την εναγόμενη 2, εκ μέρους του ενάγοντα και των εναγομένων 3 και 4. Σε σχέση με τη σύσταση των εταιρειών, αναφέρει σε συντομία τα ακόλουθα: Προτού ακόμη υπογραφεί η πρώτη συμφωνία μετόχων, ο εναγόμενος 4 εισηγήθηκε όπως συσταθεί μία Ρωσική εταιρεία η οποία θα λειτουργούσε ως το εταιρικό όχημα της επιχείρησης ενώ για φορολογικούς σκοπούς οι μετοχές της θα κατέχονταν μέσω μίας Κυπριακής ιθύνουσας εταιρείας. Πρότεινε για το σκοπό αυτό τη χρησιμοποίηση της ήδη υπάρχουσας Κυπριακής εταιρείας με την ονομασία Banboro Holdings Ltd, διαβεβαιώνοντας τον ενάγοντα πως επρόκειτο για μια καθαρή εταιρεία η οποία δεν είχε χρησιμοποιηθεί, γεγονός που, όπως διεφάνη στη συνέχεια, δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Χωρίς να γνωρίζει την πραγματικότητα, συνεχίζει, συγκατατέθηκε και έτσι υπογράφτηκε η πρώτη συμφωνία μετόχων για την Banboro η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε Dream Industries Ltd (εναγόμενη 1). Περί τον Απρίλιο του έτους 2010 και πάλι μετά από εισήγηση του εναγόμενου 4, προκειμένου η επιχείρηση να είναι πιο ελκυστική στους επενδυτές, δημιουργήθηκε η εναγόμενη 2 εταιρεία για να αποκτήσει τις μετοχές της εναγόμενης 1 και να καταστεί επιπρόσθετη ιθύνουσα εταιρεία της κοινοπραξίας. Αφού, παραπονείται ο ενάγων, πως και πάλι ο εναγόμενος 4 απέκρυψε το γεγονός ότι η Εναγόμενη 2 ήταν εταιρεία που διευθυνόταν και ελεγχόταν από τον ίδιο, αναφέρει πως εν τέλει μεταβιβάστηκαν οι μετοχές που κατείχε ο ίδιος και οι εναγόμενοι 3 και 4 στην εναγόμενη 1, στην εναγόμενη 2 εταιρεία. Με μεγάλη όμως καθυστέρηση αφού στο μεσοδιάστημα μέτοχος της εναγόμενης 2 (Yano) ήταν μία άλλη εταιρεία του εναγόμενου 4. Στο μεταξύ, συνεχίζει ο ενάγων, με τη δική του κυρίως σκληρή εργασία και προσπάθεια οι δραστηριότητες της επιχείρησης στη Μόσχα είχαν απογειωθεί και η επιχείρηση απέκτησε τεράστια οικονομική ευρωστία. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, περί τον Δεκέμβριο του έτους 2012 η αξία της επιχείρησης ήταν γύρω στα $200.000.000. Είχαν ήδη κυκλοφορήσει το πρώτο προϊόν (zvooq) που ήταν δικής του επινόησης ενώ παράλληλα, λειτουργούσαν άλλοι δύο ιστότοποι (websites), το «bookmate» και ο ιστότοπος «theory & practice». Όπως αναφέρει, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 η Ρωσική Dream, που ήταν η κύρια λειτουργική εταιρεία της όλης επιχείρησης, είχε γύρω στους 50 υπαλλήλους. Στην ενότητα 4 της ένορκης του δήλωσης περιγράφει τις συνθήκες του κατ΄ ισχυρισμόν αποκλεισμού του από τη διοίκηση των εναγομένων 1 και 2. Αφού εξηγεί και επαναλαμβάνει πως τόσο ο ίδιος όσο και οι εναγόμενοι 3 και 4 ήταν δικαιούχοι των δύο εταιρειών ισότιμα, με βάση και τους όρους του Μνημονίου Συναντίληψης και της Συμφωνίας Μετόχων, Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα, υποστηρίζει πως περί τον Ιούλιο του έτους 2011 οι εναγόμενοι 3 και 4 συνωμότησαν να τον αποκλείσουν από τη συμμετοχή στην εταιρική διοίκηση των Εναγομένων εταιρειών. Το βασικό του παράπονο είναι πως οι εναγόμενοι 3 και 4 διευθέτησαν κρυφά τον αποκλεισμό του από την ισότιμη συμμετοχή στη διοίκηση των εταιρειών, δίδοντας οδηγίες στους Κύπριους Διευθυντές, εναγόμενους 5 και 6 και στον δικηγόρο Χάρη Χαραλαμπίδη ότι θα έπρεπε να ενεργούν σε σχέση με τα θέματα που αφορούσαν τις εταιρείες στη βάση οδηγιών που θα λάμβαναν μόνο από τους εναγόμενους 3 και 4. Το γεγονός αυτό, διευκρινίζει, το πληροφορήθηκε περί το τέλος του έτους 2012, παρόλο που οι οδηγίες είχαν δοθεί από τον Ιούλιο του έτους 2011. Ειδικότερα, όπως αναφέρει στις παραγράφους 127 και 128 της ένορκης του δήλωσης, περί το τέλος του έτους 2012 ενημερώθηκε από τον Κύπριο δικηγόρο της Ρωσικής Dream ότι οι εναγόμενοι 3 και 4 είχαν αποστείλει τυποποιημένες επιστολές υποχρέωσης κάλυψης (Directors Indemnity Letters) στους εναγόμενους 5 και 6 στα πλαίσια των οποίων έδωσαν οδηγίες στον κάθε ένα από αυτούς ότι εκείνοι ήταν οι μόνοι δικαιούχοι μέτοχοι των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών και ότι θα έπρεπε να λαμβάνουν αποκλειστικά γραπτές οδηγίες και κατευθύνσεις από εκείνους, δηλαδή τους εναγομένους 3 και 4. Συνεχίζοντας στις παραγράφους 130 μέχρι και 136, εξηγεί πως αποτάθηκε στους Κύπριους δικηγόρους της εταιρείας ζητώντας όπως εκδώσουν ανάλογη επιστολή ανάληψης υποχρέωσης κάλυψης και προς τον ίδιο ως μέτοχο της εναγόμενης 2 για να την υπογράψει και να τους την επιστρέψει. Ενημερώθηκε όμως εν τέλει από τον δικηγόρο Χάρη Χαραλαμπίδη πως δεν μπορούσε να υπογράψει τα έγγραφα που αφορούσαν τον ενάγοντα γιατί είχε πάρει σχετικές οδηγίες από τον εναγόμενο 3. Τα γεγονότα αυτά, αναφέρει, επιβεβαίωσε με σχετικά e-mail τα οποία απέστειλε στο δικηγόρο Χαραλαμπίδη, Τεκμήρια 17 και 18, αντίστοιχα. Αποκορύφωμα του αποκλεισμού του από το δικαίωμα ισότιμης συμμετοχής στην εταιρική διοίκηση των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών ήταν, αναφέρει στις παραγράφους 140 επόμενα της ένορκης του δήλωσης, η απομάκρυνση του από τη θέση του Γενικού Διευθυντή της Ρωσικής Dream στις 10.12.2012. Συνοψίζοντας και χωρίς να κρίνεται αναγκαίο όπως γίνει περαιτέρω αναφορά στο σύνολο των λεπτομερειών που παρατίθενται στην μακροσκελή ένορκη δήλωση του ενάγοντα, τα βασικά του παράπονα είναι: (α) Η κατ' ισχυρισμόν δόλια απόκρυψη από τον εναγόμενο 4 της ύπαρξης του πληρεξουσίου, Τεκμήριο 6 καθώς και το γεγονός ότι η Banboro δεν ήταν «καθαρή» εταιρεία, όπως τον είχε διαβεβαιώσει ο εναγόμενος 4. Ένδειξη της δολιότητας με την οποία ενήργησε ο εναγόμενος 4, υποστηρίζει, είναι το γεγονός ότι το πληρεξούσιο εξασφαλίστηκε λίγες μόνο μέρες πριν από την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας μετόχων, Τεκμήριο 5, χωρίς να αποκαλυφθεί η ύπαρξη του. (β) Η κατ' ισχυρισμόν, συνωμοσία των εναγομένων 3 και 4 να τον αποκλείσουν από τη διοίκηση των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών που σφραγίστηκε με την αποστολή των επιστολών κάλυψης προς τους διευθυντές των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών, περί τον Ιούλιο του έτους 2011. (γ) Η άρνηση των εναγομένων 5-8 να υπογράψουν τα έγγραφα που τους απέστειλε, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 3. (δ) Ο τερματισμός της εργοδότησης του στις 10.12.2012 από τον εναγόμενο 4, με βάση το πληρεξούσιο Τεκμήριο 6. Οι εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρισαν γραπτή ένσταση. Προηγήθηκε η ακόλουθη δήλωση των συνηγόρων δια λογαριασμό των εναγομένων 1, 2, 5, 6, 7 και 8: «Τριανταφυλλίδης: Οι καθ' ων η αίτηση 1, 2, 5, 6, 7 και 8 ενίστανται τόσο στα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα όσο και στην αίτηση που αφορά τα διατάγματα που δεν εκδόθηκαν μονομερώς ήτοι τις παρα. Γ, Δ, Ε και Στ αυτής. Εφόσον οι διαφορές στην παρούσα υπόθεση, όπως φαίνεται τόσο από την αίτηση όσο και από την ένσταση, είναι ουσιαστικά μεταξύ του αιτητή αφ' ενός και των καθ' ων η αίτηση 3 και 4 αφ' ετέρου τους οποίους τα διατάγματα αφορούν και οι οποίοι επηρεάζονται από αυτά, οι καθ' ων η αίτηση 1, 2, 5, 6, 7 και 8 δηλώνουν ότι δεν θα καταχωρήσουν χωριστή ένσταση και ότι θα συμμορφωθούν και θα δεσμεύονται από την απόφαση του Δικαστηρίου η οποία θα εκδοθεί στην παρούσα αίτηση όπου και θα εκδικασθούν και θ' αποφασισθούν όλα τα επίδικα θέματα της αίτησης. Γραβριηλίδης: Συμφωνώ με την πιο πάνω δήλωση του κ. Τριανταφυλλίδη χωρίς βεβαίως οποιοδήποτε επηρεασμό οποιωνδήποτε εκ των ισχυρισμών του ενάγοντα ως αυτοί παρατίθενται στην ένορκο του δήλωση που συνοδεύει την αίτηση για προσωρινά διατάγματα και στην αγωγή. Περαιτέρω δηλώνω ότι ο ενάγων θα δεν προχωρήσει με αίτηση για απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2, 5, 6, 7 και 8 λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης στην αγωγή τουλάχιστον μέχρι και την έκδοση της απόφασης του σεβαστού Δικαστηρίου επί των προσωρινών διαταγμάτων και της σχετικής αίτησης του ενάγοντα.» Συνοπτικά, οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: (α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων. Σε σχέση με το λόγο αυτό, ο εναγόμενος 4, που υπογράφει την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, υποδεικνύει πως ο ενάγων δεν είναι μέτοχος στην εναγόμενη 1 εταιρεία και εν πάση περιπτώσει δεν είναι διοικητικός σύμβουλος σε οποιαδήποτε από τις δύο εταιρείες, ώστε να έχει δικαίωμα στη διοίκηση των εναγομένων εταιρειών. Αρνείται, περαιτέρω, πως δόθηκαν οι κατ' ισχυρισμόν του ενάγοντα οδηγίες προς τους διευθυντές για αποκλεισμό του από τη διοίκηση των εταιρειών, υποστηρίζοντας πως η διοίκηση ασκείται από τους διοικητικούς συμβούλους των δύο εταιρειών οι οποίοι έχουν διοριστεί νομότυπα. Ο ίδιος δεν είναι καν μέτοχος σε οποιαδήποτε από τις δύο εταιρείες, αναφέρει, ενώ ο ενάγων είναι απλά μέτοχος στην εναγόμενη 2 εταιρεία με ποσοστό 31,7%. Τα δικαιώματα του, εξαντλούνται, συνεπώς, στο επίπεδο της εναγόμενης 2. Το ίδιο ισχύει και για τον ίδιο καθώς και για τον εναγόμενο 3. Οι εναγόμενοι 5-8 είναι ανεξάρτητοι διοικητικοί σύμβουλοι και αποφασίζουν από μόνοι τους, χωρίς να λαμβάνουν οδηγίες από τους μετόχους για θέματα που αφορούν τη διοίκηση της εταιρείας αφού είναι δική τους αρμοδιότητα με βάση τις πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας. Υποδεικνύει, περαιτέρω, πως ο ενάγων δεν απέδειξε οποιαδήποτε ζημιά ώστε να δικαιούται σε θεραπεία καθώς και ότι δεν απέδειξε παραβίαση οποιουδήποτε δικαιώματος του. (β) Ο ενάγων δεν έχει προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Επί του λόγου αυτού ο εναγόμενος 4 υποστηρίζει πως ο ενάγων παραπλάνησε το Δικαστήριο, αναφέροντας ότι ισχύουν οι όροι της πρώτης συμφωνίας μετόχων και παραλείποντας να αναφερθεί στους όρους της 2ης, 3ης και 4ης συμφωνίας μετόχων, οι οποίες αντικατέστησαν την πρώτη, καθώς και το Μνημόνιο Συναντίληψης. Υποστηρίζει, περαιτέρω, πως ο ενάγων δεν αποκάλυψε, ως όφειλε, ότι οι συμφωνίες μετόχων περιέχουν ρήτρα διαιτησίας και διέπονται από το Αγγλικό δίκαιο. (γ) Δεν έχουν συνενωθεί όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Επί του λόγου αυτού, υποδεικνύει πως ο ενάγων παρέλειψε να συνενώσει στην παρούσα διαδικασία τους υπόλοιπους μετόχους των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών. (δ) Το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης. Προβάλλονται και άλλοι λόγοι με την ένσταση που σχετίζονται: (
  2. i)με την καθυστέρηση και το κατεπείγον του αιτήματος, (
  3. ii)γενικότητα και ασάφεια των διαταγμάτων, (iii) έλλειψη δικαιοδοσίας για εκδίκαση της υπόθεσης και (
  4. iv)ότι το εφαρμοστέο δίκαιο δεν είναι το κυπριακό. Κατόπιν αδείας του Δικαστηρίου κατατέθηκαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις τόσο από τον ενάγοντα όσο και από τον εναγόμενο 4 στις οποίες επαναλαμβάνονται, κατ' ουσίαν οι θέσεις και οι ισχυρισμοί της κάθε πλευράς. Με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις των διαδίκων, παραπέμποντας στη σχετική επί των εγειρομένων θεμάτων νομολογία. Ειδικότερα: Ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα, αφού παρέθεσε συνοπτικά τα γεγονότα και το ιστορικό της υπόθεσης, όπως προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα και τα τεκμήρια που κατέθεσε, εισηγήθηκε πως έχει καταδειχθεί πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατό ενδεχόμενο να επιτύχει ο ενάγων στις αξιώσεις του και ότι περαιτέρω θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν ή/και διατηρηθούν σε ισχύ τα ήδη εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα. Δίδοντας ιδιαίτερη έμφαση στα «παράπονα» του ενάγοντα, όπως προσδιορίστηκαν ανωτέρω, εισηγήθηκε πως επιβάλλεται η έκδοση των διαταγμάτων για να διατηρηθεί το status quo. Εάν δεν εμποδιστούν οι εναγόμενοι, επεσήμανε, θα συνεχίσουν να ελέγχουν τις δραστηριότητες των εταιρειών, αποκλείοντας τον ενάγοντα από την ίση συμμετοχή στη διοίκηση και έλεγχο των εταιρειών την οποία δικαιούται. Επεσήμανε, περαιτέρω, την άρνηση του δικηγόρου Χ. Χαραλαμπίδη να υπογράψει την επιστολή ανάληψης υποχρέωσης κάλυψης που του απέστειλε, κατόπιν οδηγιών του εναγόμενου 3, καθώς και τις διαβεβαιώσεις που έδωσε στον ενάγοντα ο κ. Χ. Χαραλαμπίδης ότι οι εναγόμενοι 5-8 δεν θα λάμβαναν οποιαδήποτε απόφαση και δεν θα υπέγραφαν οποιοδήποτε έγγραφο, χωρίς τη συγκατάθεση του ενάγοντα, μέχρι την επίλυση της διαφοράς που ανέκυψε μεταξύ των δικαιούχων μετόχων, παραπέμποντας σχετικά στα Τεκμήρια 17 και 18 και στις παραγράφους 134-137 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα. Το γεγονός αυτό, υπόδειξε, όπως και η δήλωση που έγινε από το συνήγορο των εναγομένων, καταρρίπτει τη θέση των εναγομένων ότι, δήθεν, οι εναγόμενοι 5, 6, 7 και 8 ενεργούν αυτόβουλα, χωρίς να λαμβάνουν οδηγίες από τους μετόχους. Πρόκειται, επεσήμανε, για δικηγόρους του δικηγορικού γραφείου που ενεργούσε για λογαριασμό των εναγόμενων εταιρειών και είναι πρόδηλο πως ενεργούσαν ως απλοί εντολοδόχοι και παροχείς διοικητικών/εταιρικών υπηρεσιών. Συνεχίζοντας, εισηγήθηκε πως οι εναγόμενες 1 και 2, ως ιθύνουσες εταιρείες, ενεργούσαν ως εμπιστευματοδόχοι της ρωσικής επιχείρησης και των περιουσιακών της στοιχείων, εκ μέρους και για λογαριασμό των τελικών δικαιούχων μετόχων (ultimate beneficial owners) ανεξάρτητα εάν αυτοί ήσαν εγγεγραμμένοι μέτοχοι ή όχι. Καταλήγοντας ο συνήγορος και αφού ανέλυσε τις αξιώσεις του ενάγοντα, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς και τα γεγονότα που παρέθεσε με την ένορκη του δήλωση, εισηγήθηκε, με αναφορά και στις νομικές αρχές που διέπουν το ζήτημα, πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, εισηγήθηκε με τη σειρά του, πως δεν πληρούται οποιαδήποτε από τις τρεις προϋποθέσεις και κάλεσε το Δικαστήριο να τερματίσει την ισχύ του προσωρινού διατάγματος και να απορρίψει την αίτηση στο σύνολο της. Ειδικότερα: Δεν έχει καταδειχθεί, σύμφωνα με το συνήγορο, συζητήσιμη υπόθεση. Ο ενάγων, υπέδειξε, είναι απλά ένας μέτοχος μειοψηφίας και δεν δικαιούται να συμμετέχει στη διοίκηση της εναγόμενης 2 εταιρείας. Στην εναγόμενη 1, υπόδειξε, δεν είναι καν μέτοχος. Παραπέμποντας στις πρόνοιες του καταστατικού της εταιρείας, επεσήμανε πως η εταιρεία διοικείται από το διοικητικό συμβούλιο και όχι από τους μετόχους. Ο ενάγων ουδένα δικαίωμα έχει, κατέληξε, να συμμετέχει στη διοίκηση των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών, εφόσον δεν είναι διοικητικός σύμβουλος σε οποιαδήποτε από αυτές. Πρόκειται, ανέφερε, για βασική αρχή του Κυπριακού εταιρικού δικαίου, ότι δηλαδή ένας μέτοχος μειοψηφίας δεν έχει οποιοδήποτε δικαίωμα στη διοίκηση της εταιρείας. Το ίδιο, επεσήμανε, ισχύει και για εταιρείες των Βρετανικών Παρθένων Νήσων, όπως βεβαιώνεται από τη γνωμάτευση των δικηγόρων που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του εναγόμενου 4. Στην πραγματικότητα, υποστήριξε ο συνήγορος των εναγομένων, ο ενάγων παραπονείται για τον τερματισμό της εργοδότησης του από τη ρωσική Dream, αξίωση που θα έπρεπε να είχε υποβληθεί στα ρωσικά δικαστήρια εφόσον η συμφωνία (Τεκμήριο 19) διέπεται από το ρωσικό δίκαιο και αρμόδια για επίλυση της διαφοράς είναι τα ρωσικά δικαστήρια. Ο ενάγων, συνέχισε ο συνήγορος, πέτυχε την έκδοση δραστικότατων διαταγμάτων, που έχουν παραλύσει τις δραστηριότητες των εναγομένων εταιρειών, προκαλώντας τεράστιες ζημιές. Το αποτέλεσμα των διαταγμάτων, επανέλαβε, είναι ο μέτοχος μειοψηφίας της εναγόμενης 2, να μπορεί να ελέγχει όλες τις αποφάσεις της εταιρείας, σε αντίθεση με τη θέληση της πλειοψηφίας. Το Μνημόνιο Συναντίληψης και η πρώτη συμφωνία μετόχων (Τεκμήρια 4 και 5, αντίστοιχα) δεν υποστηρίζουν τις θέσεις του ενάγοντα, εισηγήθηκε ο κ. Τριανταφυλλίδης, καθόσον δεν υπάρχει πρόνοια για συμμετοχή των μετόχων στη διοίκηση της εταιρείας. Υπέδειξε, περαιτέρω, πως η συμφωνία μετόχων Τεκμήριο 5, έγινε μεταξύ πέντε προσώπων τα οποία δεν είναι σήμερα μέτοχοι, ενώ ακολούθησαν νέες συμφωνίες μετόχων που αντικατέστησαν την προηγηθείσα, η οποία συνεπώς ακυρώθηκε και έπαυσε να ισχύει. Με βάση τα πιο πάνω, κατέληξε ο συνήγορος, είναι σαφές ότι δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και δεν υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία ο ενάγων. Ούτε η 3η προϋπόθεση συντρέχει, σύμφωνα με το συνήγορο, αφού οι ζημιές που επικαλείται με την αρχική ένορκη του δήλωση είναι αμιγώς χρηματικές και δεν τίθεται, συνεπώς, ζήτημα ανεπανόρθωτης ζημιάς. Το ισοζύγιο της ευχέρειας, συνέχισε ο συνήγορος, κλίνει σαφώς υπέρ της ακύρωσης των διαταγμάτων καθόσον τα σαρωτικά, όπως τα χαρακτήρισε, διατάγματα που πέτυχε μονομερώς ο ενάγων, έχουν παραλύσει όλες τις εργασίες των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών και υφίστανται τεράστιες ζημιές. Σε σχέση με το κατεπείγον, υπέδειξε πως ο ενάγων δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία για τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων των εναγομένων ή άλλων εταιρειών, ώστε να συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Επιπρόσθετα η τρίμηνη καθυστέρηση που παρατηρήθηκε, από τον Δεκέμβριο του έτους 2012 που πληροφορήθηκε, όπως ισχυρίζεται, τα γεγονότα, μέχρι τον Μάρτιο που απευθύνθηκε στο Δικαστήριο, δεν έχει δικαιολογηθεί, κατά το συνήγορο των εναγομένων. Συνεχίζοντας την αγόρευση του, υποδεικνύει πως ο ενάγων παρέλειψε να συνενώσει όλους τους αναγκαίους διαδίκους και ειδικότερα τους υπόλοιπους δύο διευθυντές της εναγόμενης 1, τους υπόλοιπους μετόχους καθώς και τις θυγατρικές εταιρείες της εναγόμενης 1, εναντίον των οποίων στρέφονται τα διατάγματα. Παραπέμποντας τέλος σε νομολογία, εισηγήθηκε πως το διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί γιατί ο ενάγων δεν απεκάλυψε ουσιώδη γεγονότα και παραπλάνησε το Δικαστήριο. Ως τέτοια επικαλέστηκε: α) Την παράλειψη του να υποδείξει στο Δικαστήριο τους κανονισμούς 113 και 114 του καταστατικού της εναγόμενης 2 εταιρείας οι οποίοι αναφέρουν ξεκάθαρα ότι η εταιρεία διοικείται από τους διοικητικούς της συμβούλους. β) Παρέλειψε να προσκομίσει γνωμάτευση επί του δικαίου των Βρετανικών Παρθένων Νήσων σε σχέση με το πιο πάνω θέμα, όπως έπραξε ο εναγόμενος 4. γ) Παραπλάνησε το Δικαστήριο, βασίζοντας την υπόθεση του στη Συμφωνία Μετόχων Τεκμήριο 5, η οποία αντικαταστάθηκε από τις μεταγενέστερες, Τεκμήρια 10 - 12. δ) Παραπλάνησε το Δικαστήριο, βασίζοντας την αξίωση του στη Συμφωνία Μετόχων, η οποία προνοεί για λήψη αποφάσεων από τους μετόχους της εναγόμενης 1, ενώ ο ίδιος δεν είναι μέτοχος της. ε) Παρέλειψε να εξηγήσει το συμφέρον του στην εναγόμενη 1 εταιρεία. στ) Ενώ στην αρχική του ένορκη δήλωση, παραπονείται για την απομάκρυνση από τη θέση του CEO της ρωσικής Dream, στη συμπληρωματική αναφέρει πως δεν έχει παράπονο γι' αυτό το ζήτημα και επιφυλάσσει τα δικαιώματα του. ζ) Παρέλειψε να αναφέρει ότι η Συμφωνία Μετόχων περιέχει όρο παραπομπής οποιασδήποτε διαφοράς σε διαιτησία στο Λονδίνο. η) Παρέλειψε να εξηγήσει ότι η επίδικη διαφορά είναι διαφορά των μετόχων της εναγόμενης 2 ως προς τη διοίκηση της και δεν έχουν, ως εκ τούτου δικαιοδοσία τα Κυπριακά Δικαστήρια, αφού πρόκειται για διαφορά μεταξύ αλλοδαπών μετόχων σε αλλοδαπή εταιρεία. Οι αρχές με βάση τις οποίες ασκείται η ευρεία διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι ευρύτατα γνωστές. Καθώς έχει νομολογηθεί, ο αιτητής οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: 1. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, 2. με ορατή πιθανότητα επιτυχίας και 3. εκτός εάν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις αναλύθηκαν και ερμηνεύθηκαν σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. (βλ. ανάμεσα σε άλλες, Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας. (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χατζηβασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Αφού εκδοθεί μονομερώς ένα προσωρινό διάταγμα, ο αιτητής έχει το βάρος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, ότι ορθά εκδόθηκε και δικαιολογείται η συνέχιση της ισχύος του, ενόψει και των στοιχείων που περιέχονται στην ένσταση (βλ. Dolego Estates Ltd κ.ά. ν. Φιλίππου κ.ά.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1217). Έχει επίσης νομολογηθεί πως στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων επί του πραγματικού και νομικού υποβάθρου των επιδίκων θεμάτων (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Έχω εξετάσει προσεκτικά την αίτηση, σε συνάρτηση με τους λόγους ένστασης και τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών, τις συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί στα πλαίσια της αίτησης και ένστασης, αντίστοιχα. Συνεκτιμώντας, περαιτέρω, όλα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επικαλέστηκαν με τις ικανές αγορεύσεις τους, υπό το πρίσμα και των νομικών αρχών που αναφέρθηκαν, κατέληξα πως ικανοποιούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 σε σχέση με τα εκδοθέντα προσωρινά διατάγματα για τους λόγους που επεξηγούνται στη συνέχεια. Κρίνω, περαιτέρω, πως δικαιολογείται η έκδοση διατάγματος ως το παρακλητικό Στ της αίτησης. Ειδικότερα: Από όλα όσα ο ενάγων παρέθεσε στην αίτηση προκύπτει μια σοβαρή υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας, καθόσον: I. Είναι αδιαμφισβήτητο ότι κατέχει το 31,67% του εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης 2 (Yano) η οποία κατέχει το 70,2% των μετοχών της εναγόμενης
  1. II. Είναι, επίσης, παραδεκτό πως προτού η Yano καταστεί επιπρόσθετη ιθύνουσα εταιρεία της επιχείρησης Dream Industries, ο ενάγων και οι εναγόμενοι 3 και 4 ήταν οι τελικοί δικαιούχοι μέτοχοι με ισότιμα ποσοστά στην εναγόμενη 1 (Κυπριακή Dream). III. Προκύπτει σαφώς από τα γεγονότα που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα και τα Τεκμήρια που επισυνάπτονται σ' αυτήν (όπως τα Τεκμήρια 4, 5, 7, 8, 19 κ.α.) πως η εναγόμενη 1, προτάθηκε από τον εναγόμενο 4 για να ενεργεί ως ιθύνουσα εταιρεία για όλες τις δραστηριότητες που είχαν αναπτύξει οι εναγόμενοι 4 και 5 μαζί με τον ενάγοντα στη Μόσχα, σε σχέση με την επιχείρηση Dream Industries. Το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 4 και 5 συνάδει με την εκδοχή του ενάγοντα ότι είχαν προηγηθεί συζητήσεις ανάμεσα στον ίδιο και τους εναγόμενους 4 και 5 κατά τις οποίες συμφωνήθηκε ότι θα λάμβαναν ίσα μερίδια στην υπό σύσταση εταιρεία, η οποία θα αποτελούσε το όχημα της επιχείρησης τους (Dream Industries). ΙV. Είναι περαιτέρω σαφές ότι οι εναγόμενοι 5-8, διευθυντές των εταιρειών 1 και 2, είναι στελέχη του δικηγορικού οίκου που ενεργούσε για λογαριασμό των δύο εταιρειών. Παρουσιάζεται, συνεπώς, πειστική και βάσιμη, από την όλη θεώρηση της μαρτυρίας, η θέση του ενάγοντα πως οι εναγόμενοι 5-8 προσφέρουν διοικητικές υπηρεσίες, ως εκ της ιδιότητας τους και μόνον προς τους πραγματικούς τελικούς ιδιοκτήτες των μετοχών των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών. Ενεργούσαν, συνεπώς, ως εντολοδόχοι και εμπιστευματοδόχοι των εναγομένων 3 και 4 και του ενάγοντα, που ήταν οι τελικοί δικαιούχοι της πλειοψηφίας των μετοχών στις εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες. Η πιο πάνω θέση ενισχύεται και υποστηρίζεται από την αλληλογραφία που είχε ο ενάγων με το δικηγόρο Χ. Χαραλαμπίδη Τεκμήρια 16, 17 και 18 καθώς και τη φερόμενη διαβεβαίωση που του είχε δώσει ο τελευταίος πως οι διευθυντές των εναγομένων 1 και 2 (εναγόμενοι 5-8) δεν θα προέβαιναν σε οποιαδήποτε ενέργεια χωρίς την έγκριση του (ενάγοντα), μέχρι την επίλυση της διαφοράς που είχε προκύψει με τους μετόχους. Ενόψει των πιο πάνω δεδομένων, κρίνεται δικαιολογημένο το παράπονο του ενάγοντα πως οι εναγόμενοι 3 και 4, με τις ενέργειες τους κατά τον Ιούλιο του 2011 στόχευαν στον εξοστρακισμό του από τη διοίκηση της εταιρείας. Η, κατ' ισχυρισμόν, συνωμοσία των εναγομένων 3 και 4 με τους διευθυντές των εναγομένων 1 και 2 (εναγόμενους 5-8) προκύπτει εκ πρώτης όψεως και από το γεγονός ότι δεν του είχαν αποκαλύψει τις ενέργειες τους, τις οποίες πληροφορήθηκε, τον Δεκέμβριο του έτους 2012, δηλαδή 18 περίπου μήνες μετά που είχαν δοθεί οι επιστολές κάλυψης. Οι εναγόμενοι αρνήθηκαν βεβαίως ότι δόθηκαν τέτοιες επιστολές. Τα στοιχεία όμως που παρέθεσε ο ενάγων συνηγορούν με τη θέση του, γεγονός, που εμμέσως πλην σαφώς, προκύπτει και από τα Τεκμήρια 16-
  2. Δικαιολογημένο κρίνεται και το παράπονο του ενάγοντα για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες εξασφάλισε το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 6, ο εναγόμενος 4 από την εναγόμενη
  3. Το γεγονός ότι δεν είχε αποκαλύψει την ύπαρξη του, ενώ είχε σκοπό να το χρησιμοποιήσει, όπως και έπραξε με την απόφαση της 10.12.2012 για τον τερματισμό της εργοδότησης του ενάγοντα, προκαλεί εύλογες υπόνοιες, ως προς τη γνησιότητα των προθέσεων του. Ενόψει, μάλιστα, και του γεγονότος ότι το Τεκμήριο 6, είχε εκδοθεί λίγες μέρες πριν από την υπογραφή της πρώτης συμφωνίας μετόχων (Τεκμήριο 5). Όλα τα ανωτέρω, σε συνάρτηση με το όλο πλέγμα των γεγονότων, την πορεία της κοινής επιχείρησης και της οικονομικής ανάπτυξης που επιτεύχθηκε, δικαιολογούν τους φόβους του ενάγοντα πως επρόκειτο για μεθοδευμένη προσπάθεια των εναγομένων 3 και 4 να τον εμποδίσουν να έχει ισότιμη συμμετοχή στην εταιρική διοίκηση των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγομένων, εισηγήθηκε πως ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα, επειδή είναι ένας απλός μέτοχος μειοψηφίας που δεν έχει δικαίωμα στην εταιρική διοίκηση. Η εισήγηση δεν ευσταθεί, καθότι, όπως υποδείχθηκε, οι εναγόμενοι 5-8, ενεργούσαν ως εντολοδόχοι του ενάγοντα και των εναγομένων 3 και
  4. Υποστήριξε, επίσης, πως ο ενάγων δεν είναι καν μέτοχος στην εναγόμενη
  5. Ούτε αυτή η θέση ανταποκρίνεται στα δεδομένα της υπόθεσης. Έχει καταδειχθεί το συμφέρον του ενάγοντα όπως και των εναγόμενων 3 και 4 στην εναγόμενη 1 αφού είναι οι τελικοί δικαιούχοι μέτοχοι της αναλογίας των μετοχών που δικαιωματικά κατέχουν στην εναγόμενη 2, η οποία είναι 70,2% ιδιοκτήτρια της εναγόμενης
  6. Είναι, περαιτέρω, η θέση των συνηγόρων των εναγομένων πως οι όροι του Μνημονίου Συναντίληψης και της Πρώτης Συμφωνίας Μετόχων (Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα) έπαυσαν να ισχύουν, αφού ακολούθησαν νέες συμφωνίες μετόχων. Ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Όπως ορθά υποδείχθηκε από το συνήγορο του ενάγοντα, οι μεταγενέστερες συμφωνίες δεν ακύρωσαν τις αρχικές δεσμεύσεις και τη συμφωνία των εναγομένων 3 και 4 και του ενάγοντα. Οι νέες συμφωνίες (Τεκμήρια 10-12) ρύθμισαν τις σχέσεις των νέων επενδυτών με τις εναγόμενες εταιρείες. Ενδεικτικό είναι και το γεγονός ότι στα πλαίσια των νέων συμφωνιών, η εναγόμενη 2 διατήρησε το δικαίωμα του διορισμού της πλειοψηφίας των διοικητικών συμβούλων της εναγόμενης 1, προνόμιο που έχει εξασκήσει. Όπως περαιτέρω επισημάνθηκε από το συνήγορο του ενάγοντα, παρόλο που μόνος εγγεγραμμένος μέτοχος της εναγόμενης 1 ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα, η εταιρεία του εναγόμενου 4 (Boundary Finance) η διαχείριση και λειτουργία των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών διεξαγόταν στην ίδια αρχική σχέση εμπιστοσύνης, μεταξύ του ενάγοντα και των εναγομένων 3 και
  7. Ενόψει όλων όσων έχουν επεξηγηθεί πιο πάνω, έχω ικανοποιηθεί ότι ο ενάγων απέδειξε ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση με ορατή προοπτική επιτυχίας. Είναι φανερό ότι η εναγόμενη 2 κατέχει τις μετοχές στην εναγόμενη 1, ως αντιπρόσωπος ή/και εμπιστευματοδόχος του ενάγοντα και των εναγομένων 3 και 4 που είναι οι τελικοί δικαιούχοι μέτοχοι των μετοχών της εναγόμενης 1 που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της εναγόμενης
  8. Είναι, επίσης, φανερό ότι οι εναγόμενοι 5-8 οφείλουν καθήκον εμπιστοσύνης σε όλους τους δικαιούχους των μετοχών της εναγόμενης 2, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντα που είναι ένας από τους μετόχους, όπως και τους εναγόμενους 3 και 4 που επίσης είναι τελικοί δικαιούχοι μέτοχοι σε ίση αναλογία με τον ενάγοντα. Είναι, συνεπώς, δικαιολογημένη η αξίωση του πως δεν θα έπρεπε να είχαν αποκλεισθεί από τη διοίκηση των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών, υπό την έννοια ότι οι εναγόμενοι 5-8, οφείλουν να λαμβάνουν τις όποιες αποφάσεις, αφού προηγουμένως εξασφαλίζουν έγκριση και από τον ενάγοντα. Όσον αφορά τον κίνδυνο πρόκλησης ανυπολόγιστης ζημιάς, τούτος είναι αυτόδηλος σε σχέση με τα προσωρινά διατάγματα που έχουν ήδη εκδοθεί μονομερώς (Α, Β, Ζ και Η). Είναι επίσης ορατός σε σχέση με το παρακλητικό Στ, αφού υπάρχει κίνδυνος λήψης απόφασης από τους εναγόμενους 5-8, με οδηγίες των εναγομένων 4 και 5, με την οποία να αλλοιώνεται η μετοχική και εν γένει εταιρική δομή των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών. Δεν υπάρχει όμως κίνδυνος πρόκλησης ανυπολόγιστης ζημιάς σε σχέση με τις θεραπείες Γ, Δ και Ε που αφορούν την απομάκρυνση του ενάγοντα από την εργασία του. Πρόκειται για αμιγώς χρηματική ζημιά η οποία θα μπορούσε να αποκατασταθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Όπως δε προκύπτει από την ένορκη δήλωση του ενάγοντα, τόσο οι εναγόμενες 1 και 2 εταιρείες όσο και οι θυγατρικές, είναι οικονομικά εύρωστες ενώ δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι οι εναγόμενοι 3 - 8 δεν θα μπορούσαν να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση που θα επιτύχει ο ενάγων. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης δεν απαιτείται να γίνει οποιαδήποτε περαιτέρω συζήτηση ως προς το βάσιμο των αξιώσεων του ενάγοντα για τον τερματισμό της απασχόλησης του, δεδομένου του όρου της αρμοδιότητας των ρωσικών Δικαστηρίων, που περιέχεται στη συμφωνία εργοδότησης Τεκμήριο
  9. Όσον αφορά το ισοζύγιο της ευχέρειας, βρίσκω ότι κλίνει σαφώς υπέρ του ενάγοντα. Οι τυχόν ζημιές που θα προκληθούν στα δικαιώματα του θα είναι ασύγκριτα μεγαλύτερες από τις όποιες δυσκολίες και δυσχέρειες, αντιμετωπίζουν οι εναγόμενες 1 και
  10. Ενόψει, μάλιστα του γεγονότος ότι μπορούν να λαμβάνονται (και έχουν ληφθεί, όπως αναφέρθηκε) αποφάσεις για τη λειτουργία των εταιρειών, μετά από έγκριση του ενάγοντα. Όσον αφορά την εισήγηση για παραπλάνηση του Δικαστηρίου και παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων, το Δικαστήριο έχει διεξέλθει την πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του ενάγοντα, σε συνάρτηση με τα παράπονα των εναγομένων ως προς το ζήτημα αυτό και δεν έχει διαπιστώσει τέτοια προσπάθεια. Αποκαλύφθηκαν, εκτιμώ, όλα τα ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Ειδικότερα και σε σχέση με τον ισχυρισμό των εναγομένων πως δεν αποκαλύφθηκε η ρήτρα διαιτησίας που περιέχεται στις συμφωνίες μετόχων, είναι αρκετό να υποδειχθεί η παράγραφος 261 της ένορκης δήλωσης, στην οποία σαφώς γίνεται αναφορά σ' αυτό το ζήτημα, με τη διευκρίνιση πως οι αξιώσεις του δεν σχετίζονται με παραβάσεις των συμφωνιών αυτών και δεν καλύπτονται από τη ρήτρα διαιτησίας. Το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκαν ειδικά τα συγκεκριμένα άρθρα του καταστατικού που ρυθμίζουν τα θέματα διοίκησης της εταιρείας, δεν θεωρώ πως συνιστά προσπάθεια παραπλάνησης ή απόκρυψη ουσιώδους πτυχής της υπόθεσης, όπως εισηγούνται οι εναγόμενοι. Δεν είναι η θέση του ενάγοντα ότι δικαιούται να έχει ρόλο στη διοίκηση των εταιρειών, ως ένας μέτοχος μειοψηφίας, ώστε να είχε σημασία μια τέτοια επισήμανση. Οι θέσεις του ενάγοντα αναφέρονται με σαφήνεια στην ένορκη του δήλωση και έχουν επεξηγηθεί ανωτέρω. Όσον αφορά τέλος την εισήγηση πως όφειλε να αποκαλύψει ότι η αρχική συμφωνία μετόχων ακυρώθηκε από τις μεταγενέστερες, αυτό είναι ζήτημα διαφορετικής εκτίμησης και ερμηνείας των όρων των μεταγενέστερων συμφωνιών και δεν συνιστά απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος, ως η εισήγηση των εναγομένων. Άλλη εισήγηση των συνηγόρων των εναγομένων, είναι πως η αίτηση πρέπει να απορριφθεί γιατί δεν συνενώθηκαν όλοι οι αναγκαίοι διάδικοι. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την εισήγηση. Τόσο οι θεραπείες που επιζητούνται με την αγωγή, όσο και τα προσωρινά διατάγματα δεν αφορούν και δεν επηρεάζουν τους υπόλοιπους μετόχους των εναγομένων 1 και 2 εταιρειών ή τις θυγατρικές εταιρείες της εναγόμενης
  11. Σε κάθε περίπτωση, όπως υποδείχθηκε και από το συνήγορο του ενάγοντα, το Δικαστήριο έχει την ευχέρεια να διατάξει συνένωση κάποιων διαδίκων, εάν στην πορεία διαφανεί ότι είναι αναγκαίοι για την επίλυση των επιδίκων θεμάτων ή επηρεάζονται από τις αξιούμενες θεραπείες. (βλ. Πέτσα κ.ά. ν. Πέτσα
(1996)1 Α.Α.Δ. 701, Αναστασία Κώστα Αλεξάνδρου ν. Alexander Keith Edward, Πολιτική Έφεση αρ. 240/08, ημερομηνίας 22.11.2013). Όσον αφορά τέλος τις εισηγήσεις πως δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, δεν ευσταθούν. Οι ενέργειες των εναγομένων 3 και 4, όπως περιγράφονται στην ένορκη δήλωση του ενάγοντα και η στάση των διευθυντών, έναντι του ενάγοντα, δικαιολογούσαν το διάβημα με τη μονομερή αίτηση. Ως προς την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε δόθηκαν επαρκείς εξηγήσεις και δικαιολογήθηκε η καθυστέρηση των τριών περίπου μηνών στην καταχώριση της αίτησης, αφότου περιήλθαν στην αντίληψη του ενάγοντα οι «επιλήψιμες» ενέργειες των εναγομένων 3-
  1. Όπως επεξηγείται στις παραγράφους 220-226 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα, έγιναν προσπάθειες εξεύρεσης συναινετικής λύσης που οδηγήθηκαν σε ναυάγιο στις 24.1.
  2. Στη συνέχεια απευθύνθηκε σε διεθνή νομικό οίκο και με τη βοήθεια του ήρθε σε επαφή με τους Κύπριους δικηγόρους, με τη βοήθεια των οποίων καταχωρίστηκε η αγωγή και η αίτηση στις 12.3.
  3. Ενόψει της πολυπλοκότητας των θεμάτων που εγείρονται με την αίτηση, αλλά και του όγκου της μαρτυρίας, δεν θεωρώ ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αίτησης. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως ουδείς από τους λόγους ένστασης ευσταθεί. Ο ενάγων έχει ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι ορθά εκδόθηκε το προσωρινό διάταγμα αναφορικά με τα παρακλητικά Α, Β, Ζ και Η της αίτησης τα οποία οριστικοποιούνται, με ισχύ μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Το Δικαστήριο έχει περαιτέρω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και είναι ορθό, δίκαιο και πρόσφορο όπως εκδοθεί παρεμπίπτον διάταγμα ως το παρακλητικό Στ της αίτησης, το οποίο και εκδίδεται με ισχύ ως ανωτέρω. Για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πριν, τα παρακλητικά Γ, Δ και Ε απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος της υπόθεσης, επιδικάζονται προς όφελος του ενάγοντα και θα βαρύνουν τους εναγόμενους 3 και
  4. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή σε σχέση με τα έξοδα του ενάγοντα και των εναγομένων 1, 2, 5, 6, 7 και 8, ενόψει του γεγονότος ότι δεν κατεχωρήθη ένσταση από αυτούς καθώς και της στάσης που τήρησαν, όπως δηλώθηκε από τους δικηγόρους τους και καταγράφεται πιο πάνω. (Υπ.) .............. Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.