← Κύπρος

Μυροφόρας Συμεού κ.α. ν. Page Directors Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3497/13, 6/11/2013

Μυροφόρας Συμεού κ.α. ν. Page Directors Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3497/13, 6/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A341 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3497/13 Μεταξύ:

  1. Μυροφόρας Συμεού
  2. Ειρήνης Ευρυβιάδου Εναγουσών - και -
  3. Page Directors Limited
  4. VTB Bank (Open Joint-Stock Company)
  5. Μυρούλας Νέστωρος
  6. Barossa Limited
  7. Eckersley Investments Limited
  8. Ρίας Χριστοφίδου
  9. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 26.8.2013 6.11.2013 Για την Εναγόμενη 2 - Αιτήτρια: κ. Στ. Παύλου με κ. Χρ. Νικολάου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τις Ενάγουσες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Κώστα για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα 1 ήταν η μόνη διευθυντής στην Εναγόμενη 4, Κυπριακή εταιρεία την «Barossa». Η Ενάγουσα 2 ήταν η μόνη διευθυντής στην Εναγόμενη 5, Κυπριακή εταιρεία την «Eckersley». Η εταιρεία Dunkery Holdings Ltd κατείχε όλες τις μετοχές της «Barossa», ενώ τις μετοχές της «Eckersley» κατείχαν κατά 99% η εταιρεία Applecross Trade Ltd και κατά 1% η εταιρεία Archstone Investments Ltd. Η «Dunkery», η «Applecross» και η «Archstone», όλες από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, θα αναφέρονται στη συνέχεια από κοινού ως οι μέτοχοι. Το 100% των μετοχών, τόσο της «Barossa» όσο και της «Eckersley», ήταν ενεχυριασμένες και επιβαρυμένες προς όφελος της Εναγόμενης 2 Τράπεζας, δυνάμει τριών συμφωνιών Ενεχυρίασης Μετοχών και Επιβάρυνσης ημερομηνίας 4.9.2009 που οι μέτοχοι συνήψαν με την Τράπεζα σε σχέση με διάφορα δάνεια που η Τράπεζα χορήγησε στην Mariisky NPZ LLC. Ως εκ τούτου παραχωρήθηκαν στην Τράπεζα διάφορα έγγραφα, με κενή την ημερομηνία, ώστε σε περίπτωση υπερημερίας να μπορεί, χωρίς τη συνδρομή των μετόχων ή τις θετικές ενέργειες των διευθυντών των δύο εταιρειών, να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα της. Τα καταστατικά και των δύο εταιρειών, σε σχέση και με τον αριθμό των μετόχων τους, έδιδαν το δικαίωμα στους διευθυντές τους να αποκλίνουν από του να καταχωρίσουν τη μεταβίβαση των μετοχών σε κάποιο πρόσωπο. Έτσι, ανάμεσα στα έγγραφα που παραχωρήθηκαν στην Τράπεζα ήταν και ψηφίσματα έγκρισης της μεταβίβασης των μετοχών από τα διοικητικά συμβούλια των δύο εταιρειών από τους τότε διευθυντές τους, που μεταγενέστερα (την 5.4.2012) αντικαταστάθηκαν από τις Ενάγουσες. Επεξηγείται στην ένορκη δήλωση Guzanova πως η Τράπεζα, δυνάμει αμετάκλητων πληρεξουσίων που είχε από τους μετόχους (ήταν και αυτά ανάμεσα στα έγγραφα που της είχαν παραχωρηθεί), διόρισε ως αντιπροσώπους της την Εναγόμενη 1, «Page» που, κατ΄ εντολή της, προχώρησε στην εκτέλεση των κενών εγγράφων μεταβίβασης των μετοχών της «Barossa» και της «Eckersley» επ΄ ονόματι της Τράπεζας την 1.8.
  10. Στην Τράπεζα είχαν επίσης παραχωρηθεί επιστολές παραίτησης των διευθυντών των δύο εταιρειών, όμως, ούτε αυτές ήταν χρήσιμες αφού οι διευθυντές είχαν αλλάξει. Η Τράπεζα, συνεπώς, ως πληρεξούσιος των μετόχων ενέκρινε ομόφωνα ψήφισμα με το οποίο έπαυσε τις Ενάγουσες και διόρισε την «Page» ως διευθυντή, τόσο στην περίπτωση της «Barossa» όσο και της «Eckersley». Στη συνέχεια η «Page» αποφάσισε στο διοικητικό συμβούλιο της κάθε εταιρείας και ενέκρινε τα έγγραφα μεταβίβασης και έδωσε οδηγίες στους γραμματείς της «Barossa» και της «Eckersley» να προβούν στις δέουσες καταχωρίσεις στα βιβλία των εταιρειών. Την 5.8.2013 η «Page» προχώρησε στην καταχώριση των σχετικών εγγράφων στον Έφορο Εταιρειών. Την 2.8.2013 οι Ενάγουσες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή προς τον Έφορο Εταιρειών προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση πως η παύση τους ήταν παράνομη, ζητώντας από τον Έφορο να μην προχωρήσει στην αποδοχή και καταχώριση των εγγράφων. Ο Έφορος με επιστολή του ημερομηνίας 6.8.2013 προς τους δικηγόρους των διαδίκων ζήτησε συνάντηση στα γραφεία του στις 13.8.
  11. Επικαλούμενες οι Ενάγουσες πρόνοιες του άρθρου 178

(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που δεν τηρήθηκαν κατά τη διεργασία παύσης τους, καταχώρισαν την 9.8.2013 την παρούσα αγωγή με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο και αυθημερόν με μονομερή αίτηση εξασφάλισαν ενδιάμεσα διατάγματα ώστε:
  1. Να απαγορεύεται στην «Page» να ενεργεί ως διευθυντής της «Barossa» και «Eckersley».
  2. Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να αλλάξουν τα στοιχεία ή την εταιρική δομή της «Barossa» όπως ήταν την 31.7.2013, περιλαμβανομένης της παύσης της Ενάγουσας 1 και διορισμού άλλου διευθυντή.
  3. Να αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης της Τράπεζας ως πληρεξουσίου της μετόχου της «Barossa» για παύση της Ενάγουσας
  4. Να αναστέλλεται η καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών της παύσης της Ενάγουσας 1 και του διορισμού της «Page» ως διευθυντή της «Barossa».
  5. Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να αλλάξουν τα στοιχεία ή την εταιρική δομή της «Eckersley» όπως ήταν την 31.7.2013, περιλαμβανομένης της παύσης της Εναγόμενης 2 και διορισμού άλλου διευθυντή.
  6. Να αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης της Τράπεζας ως πληρεξουσίου της μετόχου της «Eckersley» για παύση της Ενάγουσας
  7. Να αναστέλλεται η καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών της παύσης της Ενάγουσας 2 και του διορισμού της «Page» ως διευθυντή της «Eckersley».
  8. Να απαγορεύεται στον Έφορο Εταιρειών να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή στα στοιχεία και εταιρική δομή των «Barossa» και «Eckersley» περιλαμβανομένης της αντικατάστασης της Ενάγουσας 1 ή/και 2 με άλλους διευθυντές. Τα διατάγματα επιδόθηκαν στην Τράπεζα την 13.8.
  9. Η Τράπεζα καταχώρισε την 26.8.2013 την υπό κρίση μονομερή Αίτηση και εξασφάλισε ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στην Ενάγουσα 1 από του να παρουσιάζεται ή και να ενεργεί ως διευθύντρια της «Barossa». Ανάλογο διάταγμα εξασφάλισε εναντίον της Ενάγουσας 2 σε σχέση με την «Eckersley». Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26.8.2013 της Alevtina Guzanova, υπαλλήλου της Τράπεζας από το
  10. Οι Ενάγουσες καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.9.2013 της Ενάγουσας 1 Συμεού. Κατόπιν αδείας, η Guzanova καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την 10.9.2013 και η Συμεού την 30.9.
  11. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερομηνίας 4.11.2013 η Αίτηση των Εναγουσών απορρίφθηκε και τα ενδιάμεσα διατάγματα ημερομηνίας 9.8.2013 έπαυσαν να ισχύουν. Με αυτό το δεδομένο, κατά την ακρόαση της υπό κρίση Αίτησης που ακολούθησε, ο δικηγόρος της Τράπεζας ανέφερε πως η Αίτηση κατέστη άνευ αντικειμένου. Μάλιστα θα ήταν πρόθυμος να την αποσύρει εάν οι Ενάγουσες δεν είχαν απαίτηση για τα έξοδα. Εφόσον όμως θα απαιτούσαν, σε τέτοια περίπτωση, τα έξοδα τους καλεί το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο η Αίτηση ορθά καταχωρίστηκε έτσι ώστε, λαμβάνοντας και τούτο υπόψη, να αποφασίσει κατά πόσο θα πρέπει να επιδικαστούν έξοδα και υπέρ ποιου. Ευθαρσώς ανέφερε ότι δεν αναμένει, σε καμιά περίπτωση, το Δικαστήριο να καταστήσει τα διατάγματα απόλυτα αφού δεν υφίσταται πλέον λόγος για να ισχύουν. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Είναι η θέση των Εναγουσών πως το διάταγμα ημερομηνίας 27.8.2013 ισοδυναμεί με μονομερή τροποποίηση του διατάγματος ημερομηνίας 9.8.2013 κατά παράβαση της Δ.48 θ.8
(4)που προνοεί πως οιοσδήποτε που επηρεάζεται από ένα διάταγμα που εκδίδεται μονομερώς, μπορεί να αποταθεί διά κλήσεως για να το παραμερίσει ή τροποποιήσει. Επομένως, εισηγούνται, το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα ημερομηνίας 27.8.2013 έχει υπερβεί την εξουσία του. Η Τράπεζα επικαλείται την ευρύτατη εξουσία που δίδει στο Δικαστήριο το άρθρο 32, να εκδίδει οποιοδήποτε παρεμπίπτον απαγορευτικό ή προστακτικό διάταγμα όταν κριθεί δίκαιο ή πρόσφορο χωρίς να θέτει κανένα περιορισμό (βλ. ABP Holdings Ltd κ.α. ν. Ανδρέα Κιταλίδη κ.α. (Αρ. 2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694, 699). Μετά την τροποποίηση των περί Δικαστηρίων Νόμων, από τον περί Δικαστηρίων (Τροποποιητικό) Νόμο του 2004 (Αρ. 17(Ι)/2004) το δικαίωμα για να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα δεν περιορίζεται στον Ενάγοντα. Παρεμπίπτον διάταγμα μπορεί να ζητήσει και ο Εναγόμενος. Εφόσον όμως το δικαίωμα σε παρεμπίπτον διάταγμα δε συνιστά (από μόνο του) αγώγιμο δικαίωμα και δεν υφίσταται από μόνο του αλλά εξαρτάται από την ύπαρξη ήδη υπάρχοντος αγώγιμου δικαιώματος και είναι επικουρικό και παρεμφερές προς το, ήδη υπάρχον, αγώγιμο δικαίωμα, ο Εναγόμενος θα πρέπει να έχει καταχωρήσει ανταπαίτηση ή ανταγωγή εκτός και αν τα διατάγματα που ζητά πηγάζουν από το αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα και συνδέονται με αυτό (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Igor Zhigachov κ.ά. Πολ. Αίτηση αρ. 115/2012, ημερ. 18.1.2013, βλ. ακόμη Αναφορικά με την Αίτηση των FBME Card Services Ltd Πολ. Αίτηση 180/2013, ημερ. 2.10.2013). Επικαλέστηκε ο δικηγόρος της Τράπεζας την υπόθεση Collison v. Warren
(1901)1 Ch. 812 όπου αναφέρεται: «I ask myself, what in this case is the cause of action on which the plaintiff is suing? It is the contract contained in this deed of arrangement. He affirms that, as the result of that contract, he is entitled to be employed as manager of the hotel. What is the defendant's cause of action? It is identically the same thing from the opposite point of view. He negatives the plaintiff's claim to be employed, and claims to prevent him from interfering with the management. In that state of things I think he is entitled to move in the plaintiff's action.» Υπάρχει μια καταλυτική διαφορά στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Σκοπός αυτού του είδους των απαγορευτικών προσωρινών διαταγμάτων είναι η παροχή κάποιου είδους προστασίας στον Αιτητή διάδικο έναντι των ενδεχομένων πράξεων ή παραλείψεων του αντιδίκου του μέχρι τη δικαστική απόφαση που θα κρίνει τη διαφορά τους. Στα γεγονότα της υπόθεσης, θα έλεγα πως, εάν οι Ενάγουσες μετά την παύση τους καταχωρούσαν την παρούσα αγωγή και συνέχιζαν ετσιθελικά να λειτουργούν ως διευθυντές των εταιρειών ή και να επεμβαίνουν στη διεύθυνση τους ή και να δίδουν οδηγίες στους υπαλλήλους τους ή και να συναλλάττονται για λογαριασμό τους με τους πελάτες τους, τότε η Τράπεζα θα μπορούσε να ζητήσει απαγορευτικό προσωρινό διάταγμα ώστε να τις εμποδίσει από του να συμπεριφέρονται έτσι. Η Τράπεζα θα χρειαζόταν την προστασία του Δικαστηρίου έναντι της αυθαίρετης και ετσιθελικής συμπεριφοράς των Εναγουσών. Όμως εδώ, ό,τι η Τράπεζα ουσιαστικά ζήτησε, ήταν ενδιάμεση προστασία όχι από αυθαίρετες και ετσιθελικές πράξεις των Εναγουσών αλλά προστασία από το ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 9.8.
  1. Αδιάσειστη απόδειξη τούτου το γεγονός ότι μετά την απόρριψη του διατάγματος ημερομηνίας 9.8.2013 η Αίτηση, κατά παραδοχή της Τράπεζας, κατέστη άνευ αντικειμένου. Έχουν επομένως δίκαιο οι Ενάγουσες ότι τα διατάγματα που επιδιώχθηκαν με την υπό κρίση Αίτηση και εκδόθηκαν στις 27.8.2013, σκοπούσαν και συνιστούσαν επέμβαση και διαφοροποίηση στην ισχύ του διατάγματος ημερομηνίας 9.8.
  2. Ενώ το διάταγμα ημερομηνίας 9.8.2013 ανέστελλε την παύση των Εναγουσών από τη θέση των διευθυντών των «Barossa» και «Eckersley», με το διάταγμα ημερομηνίας 27.8.2013 τους απαγορευόταν να ενεργούν ως διευθυντές τους. Η καταχώριση μονομερούς αίτησης που να επιδιώκει την εξασφάλιση διατάγματος που να αναιρεί, έστω κατά μέρος, την ισχύ εκδοθέντος διατάγματος, δεν είναι ο ορθός μηχανισμός που προβλέπουν οι θεσμοί. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα συντηρητικά διατάγματα ημερομηνίας 27.8.2013 παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγόμενης 2 όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα από Εναγόμενο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.