ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 5459/2012, 12/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A347 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Δ. Ι. Κίτσιου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5459/2012 Μεταξύ: ΚΥΠΡΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα -και- 1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LIMITED 2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΣ 3. ΝΕΟΚΛΗΣ ΛΥΣΑΝΔΡΟΥ 4. ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΜΠΟΥΛΟΥΤΑΣ 5. ΧΡΙΣΤΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗΣ 6. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΟΥΝΝΗΣ 7. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Κ. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ 8. ΑΝΤΡΕΑΣ ΚΑΛΗΣΠΕΡΙΔΗΣ 9. ΣΠΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 21.02.2013 για προσωρινό διάταγμα Ημερομηνία: 12.11.2013 Για Ενάγοντα-Αιτητή: κ. Αλ. Μελάς για ΚΩΣΤΑΣ ΜΕΛΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1-Καθ΄ων η αίτηση: κα Φ. Ηλιάδου για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα, καταχωρημένο στις 29.11.2012, ο Ενάγοντας απαιτεί από όλους τους Εναγόμενους, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά, πέραν από συγκεκριμένο διάταγμα για ακύρωση αξιογράφων, αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκε ως κάτοχος αξιογράφων και/ή ομολόγων και/ή αξιογράφων κεφαλαίου μερίδας επενδυτή κατά ή περί τον Απρίλιο του 2010. Ζημιές που προκλήθηκαν από απάτη, και/ή δόλο, και/ή ψευδείς παραστάσεις, και/ή ψευδείς δηλώσεις, και/ή από δόλια, και/ή σκόπιμη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από τους Εναγόμενους, και/ή λόγω άσκησης πίεσης και/ή ανεπίτρεπτης επιρροής για σύναψη ετεροβαρούς σύμβασης διαχρονικά την περίοδο μετά τον Απρίλιο του 2010. Διεκδικούνται επίσης αποζημιώσεις για παράβαση των προνοιών του περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων Νόμου, και/ή του Περί Δημόσιας Προσφοράς και Ενημερωτικού Δελτίου Νόμου, και/ή των Νόμων και Κανονισμών για το ΧΑΚ, και/ή την Κεφαλαιαγορά και/ή Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Ζητούνται ακόμη αποζημιώσεις για καταδολίευση του Ενάγοντα και/ή για συνωμοσία των Εναγομένων προς καταδολίευση, και/ή εξαπάτηση αυτού, και/ή εκμετάλλευσης του διά της προσέγγισης και/ή παράστασης από τους Εναγόμενους και/ή από υπαλλήλους τους ότι τα αξιόγραφα, και/ή ομόλογα ήταν η κατάλληλη επένδυση γι΄αυτόν. Τέλος, διεκδικούνται αποζημιώσεις για ψευδείς και/ή παραπλανητικές δηλώσεις σε εμπιστευτικό πληροφοριακό μνημόνιο, και/ή πρόσκληση, και/ή έκθεση, και/ή για παράλειψη αποκάλυψης λεπτομερειών, και/ή γεγονότων, και/ή υλικού κατά παράβαση των σχετικών νόμων, και/ή κανονισμών, και/ή για παράβαση καθήκοντος και/ή παράλειψη καθήκοντος και/ή παράνομης και/ή πλημμελούς εκτέλεσης καθήκοντος κατά παράβαση του άρθρου 172 του Συντάγματος. Στις 21.02.2013 ο Ενάγοντας αποτάθηκε, μονομερώς, δυνάμει του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 και άλλων ειδικών νομοθεσιών για εξασφάλιση προσωρινών διαταγμάτων. Στις 04.03.2013, κατά την πρώτη εμφάνιση της εν λόγω αίτησης, διατάχθηκε η επίδοση της (στο εξής η επίδικη αίτηση). Σε πολυσέλιδη ένορκη δήλωση του Ενάγοντα (στο εξής αιτητής), που υποστηρίζει την επίδικη αίτηση, αναφέρονται όλα τα στοιχεία και θέσεις του, που αντανακλούν στη βάση των διεκδικήσεων για αποζημιώσεις αποδίδοντας ευθύνη στους Εναγόμενους. Στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναφέρει ότι έχει άμεση και προσωπική γνώση των γεγονότων της υπόθεσης. Ως περαιτέρω καταθέτει στο υποκατάστημα των Εναγομένων 1 (στο εξής καθ΄ων η αίτηση) στην οδό Ακαδημίας διατηρούσε καταθέσεις τακτής προθεσμίας (γραμμάτιο). Η σχέση που είχε με τους καθ΄ων η αίτηση μέσω του Εναγόμενου 8, ο οποίος ήταν ο διευθυντής του πιο πάνω παραρτήματος, ήταν άριστη και εδραζόταν στη βάση της απόλυτης εμπιστοσύνης, σιγουριάς και βεβαιότητας. Τον Απρίλιο του 2010 δέχθηκε τηλεφώνημα από τον Εναγόμενο 8, ο οποίος του είπε ότι θέλει να τον συναντήσει επειγόντως για να τον ενημερώσει για ένα ελκυστικό καταθετικό σχέδιο το οποίο προοριζόταν για καλούς φίλους και πελάτες. Την ίδια μέρα τον επισκέφθηκε στο πρατήριο βενζίνης που ο αιτητής διατηρεί για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες. Του παρουσίασε το εν λόγω σχέδιο ως μία ασφαλή και ιδανική επένδυση των χρημάτων του, καθώς το κεφάλαιο και η τοκοφορία ήταν εξασφαλισμένα, ενώ τα χρήματα του τα οποία ήταν κατατεθειμένα σε γραμμάτια θα μεταφέρονταν στο νέο σχέδιο χωρίς κάποια ποινή λόγω πρόωρης ανάληψης. Ο Εναγόμενος 8 του επεσήμανε ότι το σχέδιο φέρει διάρκεια πέντε χρόνια και επιτόκιο 7%. Έχοντας απόλυτη και πλήρη εμπιστοσύνη στον Εναγόμενο 8, ο οποίος τον διαβεβαίωσε ότι δεν υπήρχε κίνδυνος να πάει κάτι στραβά ή να χάσει τα χρήματα του, και πως μετά την περίοδο των πέντε ετών θα μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει όπως επιθυμούσε, ο Εναγόμενος 8 προσήλθε την επόμενη μέρα στο πρατήριο του μαζί με τον Εναγόμενο 9 έχοντας μαζί τους συμβόλαιο για να υπογράψει. Σε ανάλογη ερώτηση του, του απάντησαν ότι η συμφωνία δεν είχε σχέση με το Χρηματιστήριο. Του ανέφεραν ακόμη ότι επρόκειτο για τυπική διαδικασία ώστε να ολοκληρωθεί τυπικά η συμφωνία. Το Τεκμήριο 1 επί της ένορκης του δήλωσης συνιστά τη συμφωνία που υπέγραψε και διά της οποίας κατέστηκε κάτοχος 400 αξιογράφων των καθ΄ων η αίτηση, καταβάλλοντας το ποσό των €400.000,00. Τεκμήριο 2 η σχετική απόδειξη. Το 2012 ειδοποιήθηκε από υπάλληλο των καθ΄ων η αίτηση, ότι υπήρχε κάποιο πρόβλημα με τα αξιόγραφα, των οποίων ήταν κάτοχος. Όταν δε συνάντησε τον Εναγόμενο 8 ο τελευταίος του ανέφερε ότι τα αξιόγραφα του δεν συμβαδίζουν με τις προδιαγραφές και όρους της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και ότι θα σταματούσε η καταβολή τόκου. Προς επίλυση του προβλήματος του παρατέθηκαν τρεις επιλογές, είτε να μετατραπούν τα αξιόγραφα σε μετοχές, είτε να αποκτήσει νέα αξιόγραφα «συμβατά» με τους όρους και προδιαγραφές της Κεντρικής Τράπεζας και με επιτόκιο 8.75% ή να μείνει η κατάσταση ως έχει, πλην όμως στην τελευταία περίπτωση δεν θα του καταβάλλονταν οι τόκοι, λόγω της προβληματικότητας των αξιογράφων. Ενόψει αυτής της εξέλιξης ο αιτητής λειτουργώντας χωρίς καθαρό μυαλό επέλεξε να μείνουν τα πράγματα όπως ήταν, μέχρι να σκεφτεί τι θα έκανε. Εξέφρασε δε άμεσα και έντονα παράπονα και διαμαρτυρίες προς τον Εναγόμενο 9, ο οποίος του ανέφερε ότι η τράπεζα διέπραξε μεγάλο σφάλμα χρησιμοποιώντας τους διευθυντές, υποδιευθυντές ή και απλούς ταμίες για την προώθηση των αξιογράφων αφού αυτοί δεν ήταν εκπαιδευμένοι ούτε διέθεταν πείρα, είτε εξειδικευμένες γνώσεις. Τον Αύγουστο του 2012 ο αιτητής έστειλε επιστολή, ημερομηνίας 03.08.2012, στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς αναφερόμενος στην εξαπάτηση που υπέστηκε και ζητούσε την ενεργό μεσολάβηση της ώστε να δικαιωθεί και να αποκατασταθούν οι ζημιές του. Στις 28.08.2012 του στάληκε επιστολή από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ενημερώνοντας τον ότι η καταγγελία του προωθήθηκε στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. (Τεκμήρια 3 και 4 οι προαναφερόμενες επιστολές). Σύμφωνα με την Έκθεση Ειδικού Ελέγχου που συνέταξε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου για τους καθ΄ων η αίτηση, είναι ξεκάθαρο ότι αυτοί, εφάρμοσαν αθέμιτες, παράνομες πρακτικές και διαδικασίες προώθησης και με ψευδείς παραστάσεις και με παραπλανητική ενημέρωση τον εξαπάτησαν εξωθώντας τον να επενδύσει τα χρήματα του στην αγορά αξιογράφων. Ως αποτέλεσμα δεν είχε εξασφαλισμένο κεφάλαιο ούτε ορισμένη διάρκεια, μετά τη λήξη της οποίας οι καθ΄ων η αίτηση ήταν υποχρεωμένοι να αποδώσουν το κεφάλαιο, αλλά αντιθέτως είχαν αόριστη διάρκεια και δεν είχαν υποχρέωση αλλά μόνο μονομερές δικαίωμα εξαγοράς των αξιογράφων, εάν και υπό τους όρους που αυτοί ήθελαν κρίνει. Επίσης δεν υπήρχε εξασφαλισμένη τοκοφορία καθ΄όλη τη διάρκεια της συμβάσεως, αφού η τράπεζα είχε το δικαίωμα και την απόλυτη ευχέρεια, να ακυρώνει μονομερώς την υποχρέωση της για καταβολή τόκων. Τα αξιόγραφα θεωρούνται πολύπλοκα χρηματοοικονομικά μέσα, μεγάλου ρίσκου και εμπεριέχουν κινδύνους, οι οποίοι δεν είναι εύκολα και πλήρως κατανοητά από ιδιώτες επενδυτές. Οι καθ΄ων η αίτηση ουδέποτε τον ενημέρωσαν περί του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και ούτε τον προμήθευσαν με τέτοιο έγγραφο. Παρέβηκαν τις αυξημένες υποχρεώσεις τους έναντι του για καλή πίστη, εντιμότητα και επιμέλεια. Επιπλέον, οι καθ΄ων η αίτηση είχαν επιπρόσθετες, σοβαρές και σαφείς υποχρεώσεις και καθήκοντα που πηγάζουν από το Νόμο Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών Ν.144(Ι)/2007. Όφειλαν να διασφαλίσουν ότι αυτός θα πληροφορούνταν και θα κατανοούσε πλήρως και επαρκώς: (Α) Τους σχετιζόμενους κινδύνους με επεξηγήσεις για τη σχετική μόχλευση και τα αποτελέσματα της, καθώς και τον κίνδυνο απώλειας του συνόλου της επένδυσης. (Β) Τη μεταβλητότητα της τιμής του συγκεκριμένου χρηματοοικονομικού μέσου και τους περιορισμούς στη διαθέσιμη αγορά για αυτό μέσο. (Γ) Στην ουσία όφειλαν να του παραδώσουν έγκαιρα και επεξηγήσει αναλυτικά και λεπτομερώς το πολυσέλιδο, δυσανάγνωστο και δυσνόητο περιεχόμενο του Εμπιστευτικού Πληροφοριακού Μνημονίου και όλους τους άλλους κινδύνους που συνεπάγεται η απόκτηση αξιογράφων, όπως η εισαγωγή τους στο Χρηματιστήριο. Επιπλέον, οι καθ΄ων η αίτηση έχουν αποφασίσει, να μετατρέψουν και μετέτρεψαν τα μετατρέψιμα αξιόγραφα που έχουν εκδώσει σε μετοχές με όλες τις συνέπειες που αυτό συνεπάγεται, ενώ παρά τη θύελλα αντιδράσεων και διαμαρτυριών, δρομολογείται μια τέτοια εξέλιξη και με τα μη μετατρέψιμα αξιόγραφα, όπως είναι τα αξιόγραφα του αιτητή, μέσω νομοθετικών ή και άλλων διαδικασιών και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος να επέλθει αυτή η κατάληξη στο ζήτημα, παρ΄όλη τη δέσμευση του Υπουργείου Οικονομικών ότι δεν θα κατατεθεί νομοσχέδιο στη Βουλή για μετατροπή των μη Μετατρέψιμων Αξιογράφων σε μετοχές. Υπάρχει επίσης και το ενδεχόμενο ανταλλαγής των αξιογράφων των καθ΄ων η αίτηση 1 με κυβερνητικά ομόλογα. Οι συνέπειες αυτών των ενδεχομένων στην ουσία θα είναι να εξανεμισθούν τα χρήματα ή τουλάχιστον μεγάλο μέρος των χρημάτων που ο αιτητής «επένδυσε». Τέλος, αναφέρεται από τον αιτητή ότι τυχόν μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα οδηγήσει σε πρόκληση μεγάλης και ανεπανόρθωτης ζημιάς σε αυτόν, αφού υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να επέλθει απόφαση από τους καθ΄ων η αίτηση για μετατροπή των αξιογράφων σε μετοχές ή ομόλογα, με διάφορες μεθοδεύσεις είτε μέσω νομοθετικής ή άλλης νομιμοποίησης. Ο κίνδυνος είναι υπαρκτός και ελλοχεύει συνεχώς. Στην επίδικη αίτηση οι καθ΄ων η αίτηση καταχώρισαν Ειδοποίηση Περί Πρόθεσης Ένστασης με την οποία προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους: 1. Ο Ενάγων δεν δικαιούται στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τα αιτούμενα διατάγματα δεν δικαιολογούνται υπό τις περιστάσεις και/ή δεν είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν. 2. Η παρούσα αίτηση είναι νομικά και πραγματικά ανυπόστατη και/ή στερείται ορθής νομικής βάσης και/ή η επικαλούμενη στην αίτηση νομική βάση δεν προσδίδει τη δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60 και/ή των άρθρων 4 και 5 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικότερα: (
- i)Τα αιτούμενα διατάγματα είναι τελείως ασυμβίβαστα και αντιστρατεύονται τις προβαλλόμενες με το κλητήριο ένταλμα αξιώσεις και/ή δεν δικαιολογείται η έκδοση τους στη βάση των προβαλλόμενων αξιώσεων ή των περιστατικών της υπόθεσης. (
- ii)Δεν ικανοποιείται η προϋπόθεση ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη με το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. (iii) Δεν υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την ακροαματική διαδικασία και/ή δεν υπάρχει καλή πιθανότητα ο Ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία. (
- iv)Οι ισχυρισμοί που περιέχονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την παρούσα αίτηση για δήθεν παραπλάνηση και/ή εξαπάτηση και/ή δόλο και/ή συνωμοσία και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή παράβαση υποχρεώσεων και/ή άλλη αθέμιτη συμπεριφορά εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και/ή των υπαλλήλων της είναι τελείως αβάσιμοι και ανυπόστατοι. (
- v)Η Εναγόμενη 1 δεν παρείχε επενδυτικές συμβουλές στον Ενάγοντα για σκοπούς αγοράς και/ή ανταλλαγής των επίδικων αξιογράφων. Περαιτέρω ο Ενάγων υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα για αγορά των επίδικων αξιογράφων με δική της πρωτοβουλία και/ή βούληση, χωρίς καμία συμβουλή και/ή παρότρυνση και/ή παραπλάνηση και/ή οποιασδήποτε φύσης δυσμενή και/ή άλλη επίδραση εκ μέρους της Εναγόμενης 1. 4. Ο Ενάγων δεν έχει παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που να καταδεικνύουν την πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς και/ή την ανεπάρκεια αποζημιώσεων σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τη μη ικανοποίηση πιθανής μελλοντικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. 5. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) βαραίνει προς την πλευρά της Εναγόμενης 1. 6. Προστακτικό διάταγμα στη βάση της ενδιάμεσης αίτησης του Ενάγοντα δεν δύναται και/ή δεν δικαιολογείται να εκδοθεί. 7. Δεν υπάρχει καμία νομική βάση η οποία να δικαιολογεί την έκδοση προστακτικού ή άλλης φύσης προσωρινού διατάγματος για κατάθεση ποσού €400.000 ή οποιουδήποτε άλλου ποσού στο Δικαστήριο και/ή στην Κεντρική Τράπεζα και/ή καμία μαρτυρία ή στοιχείο δεν προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου που να δικαιολογεί και/ή να υποστηρίζει τέτοια κατάθεση. 8. Δεν δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για διασφάλιση των επικαλούμενων στην αίτηση αξιογράφων και/ή για απαγόρευση μετατροπής τους σε μετοχές ή άλλως πως και/ή η έκδοση οποιουδήποτε προστακτικού και/ή απαγορευτικού διατάγματος, ως οι παράγραφοι Α-Δ της αίτησης ή άλλως, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις και ειδικότερα: (
- i)Τα αξιόγραφα κεφαλαίου 2010 εξεδόθησαν από την Εναγόμενη 1 με τήρηση των νομίμων διαδικασιών και προϋποθέσεων και ύστερα από έγκριση των αρμοδίων εποπτικών αρχών. (
- ii)Με βάση τους όρους έκδοσης τους, όπως φαίνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 13.4.2010 και στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 28.5.2010, η Εναγόμενη 1 δεν έχει δικαίωμα μετατροπής των επίδικων αξιογράφων σε μετοχές και/ή κυβερνητικά ομόλογα, και δεν ετέθη ούτε τίθεται θέμα μετατροπής των εν λόγω αξιογράφων κατ΄επιλογή της ή με μονομερή απόφαση της Εναγόμενης 1. (iii) Τα επίδικα αξιόγραφα διέπονται από τους όρους έκδοσης τους όπως περιλαμβάνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερ. 13.4.2010 και στο Ενημερωτικό Δελτίο ημερ. 28.5.2010 και ο από μέρους της Εναγόμενης 1 χειρισμός οποιωνδήποτε θεμάτων γίνεται αυστηρά με βάση τους όρους έκδοσης τους και τις πρόνοιες των εφαρμοζομένων νομοθετικών διατάξεων. (
- iv)Κατά τον επίδικο χρόνο η Εναγόμενη 1 λειτουργούσε κάτω από καθεστώς που υπαγορεύεται από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις και υπόκειτο στις σχετικές απαγορεύσεις πληρωμής τόκων και άλλων ενεργειών σε σχέση με Αξιόγραφα ως περί τούτων προβλέπει το περί της Αναδοχής των Δικαιωμάτων Προτίμησης της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2012 (Κ.Δ.Π. 182/2012) (ως έχει τροποποιηθεί) το οποίο εκδόθηκε δυνάμει των περί της Διαχείρισης Χρηματοοικονομικών Κρίσεων Νόμων του 2011 έως 2013. 9. Μετά την καταχώρηση της αίτησης του Ενάγοντα ημερ. 21.2.2013, το νομικό καθεστώς της Εναγόμενης 1 έχει αλλάξει ριζικά ως αποτέλεσμα νομοθετικών ρυθμίσεων, δυνάμει των οποίων σχεδόν όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1 έχουν ήδη μεταβιβασθεί σε άλλα πιστωτικά ιδρύματα. Συγκεκριμένα: (
- i)Στις 25 Μαρτίου 2013 εκδόθηκε διάταγμα (ΚΔΠ 94/2013) από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως η Αρχή Εξυγίανσης με βάση τον Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, με βάση το οποίο εφαρμόστηκε το μέτρο της πώλησης εργασιών της Εναγόμενης 1, και διορίστηκε ειδική διαχειρίστρια της Εναγόμενης 1. (
- ii)Στις 29 Μαρτίου 2013 εκδόθηκε διάταγμα (ΚΔΠ 104/2013) από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ως η Αρχή Εξυγίανσης με βάση τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, με βάση το οποίο όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Εναγόμενης 1μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (με μικροεξαιρέσεις, όσο αφορά μετοχές σε θυγατρικές εταιρείες του εξωτερικού και περιουσιακά στοιχεία που είχαν ήδη μεταβιβασθεί και/ή πωληθεί στην Τράπεζα Πειραιώς ΑΕ και στην Bank of Cyprus UK Limited με βάση προηγούμενα διατάγματα της Κεντρικής Τράπεζας, ΚΔΠ 96/2013 και ΚΔΠ 105/2013 αντίστοιχα). (iii) Οι εργασίες της Εναγόμενης 1 και όσα περιουσιακά στοιχεία έχουν παραμείνει υπό την κατοχή της, ελέγχονται πλήρως από την ειδική διαχειρίστρια και την Αρχή Εξυγίανσης δηλαδή την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και υπόκεινται σε ανάλογες νομοθετικές ρυθμίσεις. (
- iv)Τα θέματα που αφορούν τους κατόχους ομολόγων της Εναγόμενης 1 εντάσσονται στο ευρύτερο πλαίσιο της εξυγίανσης της Εναγόμενης 1 με βάση νομοθετικές ρυθμίσεις και βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας. 10. Το αιτούμενο διάταγμα ως η παράγραφος Γ της αίτησης είναι γενικό και αόριστο και τυχόν έκδοση του δεν θα επιτρέπει στην Εναγόμενη 1 να συμμορφωθεί και/ή συμμόρφωση από μέρους της Εναγόμενης 1 θα είναι αδύνατη και/ή ιδιαίτερα δυσχερής και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται στην παρούσα υπόθεση. 11. Με το αιτούμενο διάταγμα ως η παράγραφος (Α) της μονομερούς αίτησης επιζητείται ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της κυρίως αγωγής. 12. Οι αξιώσεις που προβάλλονται με το κλητήριο ένταλμα δεν δικαιολογούν και δεν επιτρέπουν την χορήγηση των αιτούμενων με την αίτηση προσωρινών διαταγμάτων. 13. Ο Ενάγων εμποδίζεται και/ή κωλύεται (estopped) από το να προωθεί την παρούσα διαδικασία και/ή να προβάλλει και/ή υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που εκτίθενται στην ένορκη δήλωση και/ή να απαιτεί ως το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και/ή ως η παρούσα αίτηση ένεκα της συμπεριφοράς και/ή των ενεργειών του. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από μακροσκελή ένορκη δήλωση του Αντρέα Καλησπερίδη, ο οποίος αναφέρει ότι μέχρι τις 28.03.2013 βρισκόταν στην υπηρεσία των καθ΄ων η αίτηση, ενώ από τις 29.03.2013 βρίσκεται στην υπηρεσία της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, όπου μεταφέρθηκε δυνάμει των προνοιών του διατάγματος ΚΔΠ 104/2013, το οποίο εκδόθηκε από το Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από προσωπικό χειρισμό, από πληροφορίες που συγκέντρωσε, από έγγραφα που έχει στην κατοχή του και λόγω της θέσης του. Είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Δηλώνει ανεπιφύλακτα ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή περί παραπλάνησης, εξαπάτησης καθώς και άλλοι συναφείς ισχυρισμοί ως και οι περί παράβασης συμβατικών υποχρεώσεων ή καταστρατήγησης νόμων και κανονισμών, είναι αναληθείς. Κατ΄αυτόν η πραγματικότητα είναι πως κατά τον Απρίλιο του 2010, όντας εξουσιοδοτημένος, από το Υπουργείο Οικονομικών, πωλητής και κάτοχος πιστοποιητικού υπό την ιδιότητα του ως Product Specialist, συναντήθηκε προσωπικά με τον αιτητή είτε στο κεντρικό κατάστημα των καθ΄ων η αίτηση στη Λεμεσό είτε σε κάποιο από τα υποκαταστήματα τους. Στην εν λόγω συνάντηση τον ενημέρωσε και του επεξήγησε τα χαρακτηριστικά των αξιογράφων, τα οποία εξέδωσαν οι καθ΄ων η αίτηση κατά ή περί τον Απρίλιο του 2010, περιλαμβανομένων των κινδύνων που διέπουν μία τέτοια επένδυση παρέχοντας του αντικειμενική και ορθή πληροφόρηση. Ουδέποτε του απέκρυψε ή υποβάθμισε οποιαδήποτε στοιχεία ή του τόνισε μόνο πιθανά οφέλη ή πλεονεκτήματα των αξιογράφων. Τα εν λόγω αξιόγραφα διέπονται από τους όρους έκδοσης τους, όπως περιλαμβάνονται στο Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο ημερομηνίας 13.04.2010. (Αντίγραφο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 1). Όπως προνοείται στο εν λόγω Μνημόνιο τα επίδικα αξιόγραφα εκδόθηκαν ως μη μετατρέψιμα. Οι καθ΄ων η αίτηση ουδέποτε δήλωσαν ή προτίθενται να μετατρέψουν αυτά σε μετοχές ή κυβερνητικά ομόλογα. Τόσο αυτός όσο και ο συνάδελφος του κ. Σπύρος Γεωργίου παρότρυναν επανειλημμένα τον αιτητή να παραλάβει αντίγραφο του Μνημονίου, το οποίο βρισκόταν στη διάθεση του εντός του καταστήματος των καθ΄ων η αίτηση. Στο εν λόγω Μνημόνιο ξεκαθαρίζεται ότι αυτό σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να εκληφθεί ως επενδυτική συμβουλή ή προτροπή για επένδυση. Περιλαμβάνεται δε σε αυτό αναλυτική περιγραφή της φύσης και των κινδύνων στους οποίους υπόκειται η επένδυση. Ούτε ο συνάδελφος του κ. Σπύρος Γεωργίου, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο ήταν διευθυντής του καταστήματος των καθ΄ων η αίτηση στην οδό Ακαδημίας στη Λεμεσό, του οποίου ήταν πελάτης ο αιτητής, ούτε αυτός παρουσίασαν τα αξιόγραφα ως καταθετικό προϊόν και δη ως ασφαλή και ιδανική επένδυση, αλλά παρείχε στον αιτητή απλή πληροφόρηση αναφορικά με την έκδοση των αξιογράφων. Κατόπιν υπόδειξης δικής του για την ορθή εξυπηρέτηση, προστασία και προαγωγή των συμφερόντων του αιτητή, ο τελευταίος παρείχε τα απαραίτητα στοιχεία και κατηγοριοποιήθηκε ως ιδιώτης πελάτης, με δική του δε πρωτοβουλία και βούληση υπέγραψε όλα τα σχετικά έγγραφα για την αγορά αξιογράφων (πλήρες σετ των εν λόγω εγγράφων επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 3). Οι καθ΄ων η αίτηση απροειδοποίητα ανέστειλαν την, προς τον αιτητή, καταβολή τόκου σε μετρητά, ο οποίος αναλογούσε στα εν λόγω αξιόγραφα κατόπιν διατάγματος (Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης) του Υπουργού Οικονομικών περί της αναδοχής των δικαιωμάτων προτίμησης των καθ΄ων η αίτηση, το οποίο εγκρίθηκε από τη Βουλή των Αντιπροσώπων. Με βάση το εν λόγω διάταγμα απαγορεύεται η καταβολή τόκου, εκτός εάν οι καθ΄ων η αίτηση τύχουν της προγενέστερης έγκρισης από την Κεντρική Τράπεζα. Κατά ή περί τον Απρίλιο 2012 οι καθ΄ων η αίτηση αποφάσισαν να προβούν σε έκδοση Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου προς τους κατόχους Αξιογράφων Κεφαλαίου, νοουμένου ότι θα αποδέχονταν την προσφορά των καθ΄ων η αίτηση για εθελοντική ανταλλαγή. Ο αιτητής αποφάσισε από μόνος του να μην προχωρήσει σε ανταλλαγή των αξιογράφων του. Ούτως ή άλλως η έκδοση των Αξιογράφων Ενισχυμένου Κεφαλαίου δεν κατέστηκε δυνατή σύμφωνα με τους όρους του Ενημερωτικού Δελτίου και ως εκ τούτου παρέμειναν σε ισχύ τα Αξιόγραφα Κεφαλαίου. Δηλώνει επίσης ο Αντρέας Καλησπερίδης ότι τα δεδομένα που ίσχυαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής και της επίδικης αίτησης έχουν αλλάξει πλήρως, καθότι οι εργασίες των καθ΄ων η αίτηση και όσα περιουσιακά στοιχεία έχουν παραμείνει στην κατοχή τους, βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της Ειδικής Διαχειρίστριας, η οποία διορίστηκε με απόφαση της Κεντρικής Τράπεζας ως Αρχή Εξυγίανσης. Βρίσκονται δε υπό τον πλήρη έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας. Δυνάμει δε των Διαταγμάτων ΚΔΠ 94/2013 και ΚΔΠ 104/2013 η Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης στη βάση του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 εφάρμοσε το μέτρο της πώλησης εργασιών των καθ΄ων η αίτηση, οπότε όλα τα περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι και δικαιώματα των καθ΄ων η αίτηση μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Τέλος, δηλώνεται ότι οποιαδήποτε ευρήματα του Ειδικού Ελέγχου της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου αναφορικά με τις διαδικασίες και πρακτικές προώθησης της διάθεσης των αξιογράφων κεφαλαίου από τους καθ΄ων η αίτηση, δεν είναι δεσμευτικά για την παρούσα διαδικασία και ούτε αποδεκτά από τους καθ΄ων η αίτηση. Ο έλεγχος που διεξάχθηκε δεν εξειδικεύει ούτε αναφέρεται σε συγκεκριμένες περιπτώσεις όπως η περίπτωση του αιτητή. Συνεπώς, οποιαδήποτε σχετικά συμπεράσματα δεν μπορεί να θεωρούνται ότι συνιστούν απόδειξη για παραβίαση των δικαιωμάτων του αιτητή. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση των προαναφερόμενων ενόρκων δηλώσεων και των αγορεύσεων των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Δε ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε ενόρκως δηλούντα. Η πλευρά του αιτητή αναφέρθηκε στις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινών διαταγμάτων με αναφορά σε σχετική νομολογία. Συνάγεται, κατά την εισήγηση, πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ότι ο αιτητής έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Αυτό προκύπτει μέσα από δημόσια έγγραφα αδιαμφισβήτητης αποδεικτικής αξίας. Τονίζεται πως τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου με την συμπληρωματική ένορκη δήλωση παρέμειναν χωρίς αντίκρουση. Εισηγείται η πλευρά του αιτητή ότι το Δικαστήριο μπορεί να λάβει και δικαστική γνώση περί του τι έγινε, από τις τηλεοπτικές συζητήσεις, από την ανακοίνωση του Eurogroup και από την εκπόνηση του επίσημου πορίσματος της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση και το ισοζύγιο της ευχέρειας, ο αιτητής με την επίδικη αίτηση ζητά τη βοήθεια του Δικαστηρίου ώστε να διατηρηθεί η πραγματική και νομική τάξη πραγμάτων σε σχέση με τα επίδικα αξιόγραφα, η οποία υπήρχε κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας των διαδίκων. Συναφώς δεν θα επέλθει διατάραξη του status quo ante. Έστω και αν για κάποια θέματα δεν έχουν έλεγχο οι Καθ΄ων η αίτηση μπορεί σε μεταγενέστερη περίοδο με νομοθετική ή άλλη ρύθμιση να δίδεται η ευχέρεια ή η εξουσία στους Καθ΄ων η αίτηση αναφορικά με τα αξιόγραφα. Είναι περαιτέρω η θέση του αιτητή ότι αφού κατέβαλε τα χρήματα για την αγορά των αξιογράφων, κατόπιν εξαπάτησης, είναι χρήματα τα οποία αποτελούν ιδιοκτησία του και αποτελούν ως εκ τούτου αντικείμενο της αγωγής. Πουθενά στην ένσταση ή την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, υπάρχει ισχυρισμός ότι οι καθ΄ων η αίτηση θα υποστούν ζημιά από την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Τονίστηκε ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία για να διατάξει τη δέσμευση μικρότερου ποσού, αν κρίνει ότι το ποσό των €400.000,00 είναι υπερβολικό. Ειδικότερα, θα μπορούσε να διαταχθεί η δέσμευση του ποσού των €100.000,00 αφού, όπως είναι γνωστό, οι καταθέτες των καθ΄ων η αίτηση απώλεσαν οποιοδήποτε ποσό διατηρούσαν σε αυτούς πέραν των €100.000,00. Άρα και για τον αιτητή το ποσό των €100.000,00 θα ήταν εξασφαλισμένο. Διαζευκτικά, ο αιτητής εισηγείται ότι η διασφάλιση ενδεχόμενης απόφασης υπέρ του θα μπορούσε κάλλιστα να επιτευχθεί με την δέσμευση κινητής ή ακίνητης ιδιοκτησίας των καθ΄ων η αίτηση ίσης αξίας ή μεγαλύτερης από το ποσό που ζητείται με το αιτητικό (Α). Προς υποστήριξη της εισήγησης έγινε παραπομπή στην υπόθεση ΑBP HOLDINGS LTD κ.α. ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΙΤΑΛΙΔΗ κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ.
- Κατά τη θέση του αιτητή, τόσο οι καθ΄ων η αίτηση όσο και η Κυπριακή Δημοκρατία, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν με τα σημερινά δεδομένα και συνθήκες φερέγγυοι. Συνεπώς, είναι αδιαμφισβήτητο ότι θα είναι δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Αν μη τι άλλο, ο αιτητής δικαιούται να νιώθει πως μπορεί να ελπίζει ότι κάποτε θα δικαιωθεί και να πάρει πίσω τα χρήματα του ή μέρος αυτού. Όσον αφορά τη σημερινή κατάσταση των καθ΄ων η αίτηση αυτοί βρίσκονται υπό καθεστώς εξυγίανσης και όχι εκκαθάρισης, συνεπώς ως οντότητα υπάρχουν. Σε περίπτωση δε που η αίτηση αποτύχει εξαιτίας της μεταβολής της κατάστασης των καθ΄ων η αίτηση, τότε θα πρέπει να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο, κατά την επιδίκαση εξόδων, πως ο αιτητής δεν φέρει ευθύνη για την μεταβολή των καθ΄ων η αίτηση. Από την πλευρά των καθ΄ων η αίτηση έγινε εκτενής αναφορά στις νομολογιακές αρχές στη βάση των οποίων ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προστακτικών διαταγμάτων, ως είναι τα αιτούμενα από τον αιτητή. Η Εισήγηση τους είναι πως δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης προστακτικών διαταγμάτων. Εισηγούνται επίσης πως, παρά το ότι σε κατάλληλες περιπτώσεις τα Δικαστήρια διατάζουν διατήρηση του status quo, ούτως ώστε να μπορεί σε κατοπινό στάδιο να εκδοθεί διαταγή για ειδική εκτέλεση μίας συμφωνίας, η παρούσα περίπτωση δεν είναι κατάλληλη. Τούτο επειδή ο αιτητής με την αγωγή του ζητά την ακύρωση της συμφωνίας ή των αξιογράφων εξ αρχής. Πρόκειται συνεπώς για ασυμβίβαστο φαινόμενο. Ουδεμία μαρτυρία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι, οι καθ΄ων η αίτηση επιχείρησαν να μετατρέψουν τα επίδικα αξιόγραφα ή ότι προτίθενται να τα μετατρέψουν στο μέλλον. Τα αξιόγραφα είναι μη μετατρέψιμα στη βάση του Πληροφοριακού Μνημονίου. Συνεπώς, η ανησυχία του αιτητή είναι εξωπραγματική. Σε περίπτωση δε που τα αξιόγραφα μετατραπούν με παρέμβαση του κράτους δεν τίθεται θέμα παράνομης ή αντισυμβατικής ενέργειας εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση. Όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα (Γ) της αίτησης, αυτό είναι γενικό και αόριστο, σε περίπτωση έκδοσης του θα είναι αδύνατη η συμμόρφωση και το Δικαστήριο δεν θα έχει τρόπο να το εφαρμόσει. Πέραν των πιο πάνω, επισημαίνεται από τους καθ΄ων η αίτηση η νέα τάξη πραγμάτων, η οποία έχει δημιουργηθεί ως αποτέλεσμα νομοθετικών ρυθμίσεων και σχετικών Κανονιστικών Διοικητικών Πράξεων, με τις οποίες το καθεστώς των καθ΄ων η αίτηση έχει αλλάξει άρδην. Ειδικότερα τα θέματα που αφορούν τους κατόχους ομολόγων, βρίσκονται υπό τον πλήρη έλεγχο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, στο πλαίσιο εξυγίανσης των καθ΄ων η αίτηση. Τέλος, αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας η εισήγηση των καθ΄ων η αίτηση είναι πως αυτό κλίνει υπέρ των καθ΄ων η αίτηση. Νομική πτυχή: Η επίδικη αίτηση στηρίζεται τόσο στο άρθρο 32 του Νόμου 14/60 όσο και στα άρθρα 4, 5 και 9 του Κεφ.
- Περιέχει βέβαια και άλλα νομοθετήματα τα οποία όμως δεν σχετίζονται με ενδιάμεση θεραπεία. Στην αγόρευση τους οι δικηγόροι του αιτητή υπέβαλαν εισήγηση ότι τα αξιόγραφα ή και τα χρήματα που καταβλήθηκαν για την αγορά τους αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Κρίνεται έτσι ορθό να γίνει παραπομπή σε απόσπασμα από την υπόθεση ABP Holdings Ltd κ.α. v. Α. Κιταλίδη κ.α.,
(1994)1 ΑΑΔ 694 από τη σελίδα 701. «... Τα άρθρα 4 και 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, κάμνουν ειδική ρύθμιση των καταστάσεων στις οποίες αναφέρονται. Δεν αφαιρούν τίποτε από τις πρόνοιες του άρθρου 32 του Ν.14/60, που προσδιορίζει, όπως είπαμε πιο πριν το γενικό πλαίσιο της δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων στην έκδοση παρεμπιπτόντων διαταγμάτων.» Το άρθρο 32
(1)του Ν.14/60 προνοεί τα ακόλουθα: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον, εν τη ασκήσει της πολιτικής αυτού δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδη απαγορευτικόν διάταγμα (παρεμπίπτον, διηνεκές, ή προστακτικόν), ή να διορίζη παραλήπτην εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας το δικαστήριον κρίνει τούτο δίκαιον ή πρόσφορον, καίτοι δεν αξιούνται ή χορηγούνται ομού μετ΄ αυτού αποζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νοείται ότι παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα δεν θα εκδίδεται εκτός εάν το δικαστήριον ικανοποιηθή ότι υπάρχει σοβαρόν ζήτημα προς εκδίκασιν κατά την επ΄ ακροατηρίου διαδικασίαν, ότι υπάρχει πιθανότης ότι ο ενάγων δικαιούται εις θεραπείαν, και ότι εκτός εάν εκδοθή παρεμπίπτον απαγορευτικόν διάταγμα, θα είναι δύσκολον ή αδύνατον να απονεμηθή πλήρης δικαιοσύνη εις μεταγενέστερον στάδιον.». Είναι πρόδηλη η διαπίστωση ότι το άρθρο 32 του Ν.14/60 αναλύθηκε σε σωρεία αποφάσεων και συγκεκριμενοποιήθηκαν οι προϋποθέσεις για έκδοση προσωρινού διατάγματος. Οι υποθέσεις Karydas Taxi Co Ltd v. Andreas Komodikis
(1975)1 CLR 321, Constantinides v. Makriyiorghou and another
(1978)1 CLR 585, ιδιαίτερα η Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, είναι μόνο μερικές που ενδεικτικά μνημονεύονται. Έχει νομολογιακά αποσαφηνισθεί ότι θα πρέπει να συντρέχουν τρεις βασικές προϋποθέσεις πριν το Δικαστήριο αποφασίσει ν΄ ασκήσει τη διακριτική του εξουσία, με βάση το ισοζύγιο των επιπτώσεων υπέρ της έκδοσης ή μη έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, και κατ΄ επέκταση στη διατήρηση του σε ισχύ, αν αυτό είναι επιστρεπτέο, μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Οι προϋποθέσεις είναι: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγοντας δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις έχει εξηγηθεί ότι ως προς την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, δεν περιλαμβάνεται οτιδήποτε πέραν από του να αποδειχθεί ότι πρόκειται περί συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τα δικόγραφα ή τη μαρτυρία. Για δε την ύπαρξη πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγοντας σε θεραπεία, επεξηγείται στη νομολογία, ότι αφορά την απόδειξη ύπαρξης υπόθεσης πέραν από απλή πιθανότητα αλλά και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται στις πολιτικές υποθέσεις. Ειδικότερα σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση είναι χρήσιμα τα όσα αναφέρονται στην υπόθεση Α. Κυτάλα ν. Άννα Χρυσάνθου και άλλοι
(1996)1 Α.Α.Δ. 253 και είναι τα εξής: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας, που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estated Ltd and Others
(1982)1 CLR 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 CLR 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Waters and Others
(1976)3 ALL E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Gyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.» Μετά την εξέταση των πιο πάνω προϋποθέσεων και εφόσον αυτές πληρούνται, το Δικαστήριο θα πρέπει επιπλέον να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει προσωρινό διάταγμα. Είναι προφανές ότι σκοπός της εξασφάλισης προσωρινού διατάγματος είναι η προστασία του Ενάγοντα για να αποζημιωθεί σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής του μετά την ακρόαση. Η ανάγκη προστασίας του Ενάγοντα δεν μπορεί παρά να σταθμίζεται πάντοτε με την αντίστοιχη ανάγκη να προστατευθεί ο Εναγόμενος από ζημιά που θα ήταν δυνατό να υποστεί κατά την άσκηση των δικών του δικαιωμάτων. Το Δικαστήριο συνεπώς θα πρέπει πάντοτε να σταθμίζει τα δύο πιο πάνω στοιχεία, και να καθορίσει, εάν είναι δυνατό, ποιος από τους δύο διάδικους, θα υποστεί τη μεγαλύτερη ταλαιπωρία από την έκδοση ή όχι του διατάγματος (Βλέπε υπόθεση American Cinamid Co. v. Ethicon Ltd
(1975)1 All E.R. 504, 509-510). Ένα άλλο θέμα το οποίο εξετάζεται, πριν την έκδοση προσωρινού διατάγματος, είναι κατά το πόσο οι αποζημιώσεις στις οποίες δυνατό να δικαιούται ο Ενάγοντας, θα ήταν εύκολο ή δυνατό να υπολογισθούν με αρκετή βεβαιότητα. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. Βλέπε υπόθεση Καρυδάς Ταξί Co Ltd ν. Ανδρέας Κωμοδίκης
(1975)1 Α.Α.Δ 321. Μια άλλη αρχή, την οποία το Δικαστήριο πρέπει να έχει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, για έκδοση ή μη προσωρινού διατάγματος, είναι το ανεπιθύμητο να ζητείται με την αίτηση για προσωρινό διάταγμα ουσιαστικά η ίδια θεραπεία με αυτή της αγωγής, ούτως ώστε να μην αναγκάζεται το Δικαστήριο να εκδικάζει το ίδιο θέμα σε δύο περιπτώσεις. (Βλ. γενικά Halsbury´s Laws of England, 3η Έκδοση, Τόμος 21, παράγρ. 763, Michael v. Brenivos Ltd
(1969)1 CLR 578, Bhimjiyani v. Gregoriou
(1980)1 CLR 14 και η υπόθεση Re Χ΄΄ Κωνσταντή, Αίτ. 89/98 της 8.10.98). Περαιτέρω σύμφωνα με την υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED v. Της Εταιρείας Εκδόσεις ΑΡΚΤΙΝΟΣ Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853 το Δικαστήριο δεν μπορεί στο στάδιο της έκδοσης ενός παρεμπίπτοντος διατάγματος να προβεί σε αξιολόγηση της μαρτυρίας των προσώπων που τυχόν αντεξετάσθηκαν, για να καταλήξει σε εύρημα κατά πόσο ήταν αξιόπιστοι ή όχι. Αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών και συμπέρασμα: Λαμβανομένων υπόψη όλων των πιο πάνω νομικών αρχών και κανόνων, τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από τις δύο πλευρές, χωρίς να διενεργείται οποιαδήποτε αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία αυτής, αλλά κατά αφηρημένο και αντικειμενικό κριτήριο, εξετάζεται στη συνέχεια κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, εφ΄ όσον αυτές αμφισβητούνται. (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση: Στηριζόμενο το Δικαστήριο στα όσα προβλήθηκαν στην ένορκη δήλωση του Αιτητή για διεκδίκηση ποσού €400.000,00 στη βάση ισχυρισμών για δόλο, εξαπάτηση, λεπτομερειών παράβασης καθηκόντων εκ του νόμου και εξ υπαρχής άκυρης συμφωνίας για αγορά αξιογράφων, κρίνεται ότι η πλευρά του Αιτητή έχει αποδείξει ότι όντως ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Ως εκ τούτου πληρείται η πρώτη προϋπόθεση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούνται σε θεραπεία Εξετάζοντας τις πιθανότητες να δικαιούται ο Αιτητής σε θεραπεία ή την προοπτική επί αυτού του ζητήματος, σημειώνεται ότι αυτός επικαλείται τις πρόνοιες του Νόμου Περί Επενδυτικών Υπηρεσιών και Δραστηριοτήτων και Ρυθμιζόμενων Αγορών, Ν.144(Ι)/2007μέσα από τις οποίες προνοούνται υποχρεώσεις και καθήκοντα για την προστασία των επενδυτών κατά την παραχώρηση αξιογράφων (άρθρο 36). Επικαλείται επίσης την Έκθεση Ειδικού Ελέγχου για τους Καθ΄ων η αίτηση που συνέταξε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (βλ. παράγραφο 9 της Ένορκης Δήλωσης του αιτητή). Τα στοιχεία αυτά διαφαίνεται να προσδίδουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Δεν παραγνωρίζεται ωστόσο η ύπαρξη συμφωνίας αγοράς των επίδικων αξιογράφων με συγκεκριμένους όρους, οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί από τον Αιτητή αγοράζοντας και κατέχοντας τα αξιόγραφα. Βέβαια ο αιτητής ισχυρίζεται ότι δεν είχε υπόψη του το Εμπιστευτικό Πληροφοριακό Μνημόνιο το περιεχόμενο του οποίου ωστόσο αναφέρεται σε αξιόγραφα αόριστης διάρκειας αλλά και για κινδύνους καθώς και για το δικαίωμα παύσης καταβολής τόκων με πρόβλεψη για εναλλακτικό μηχανισμό ικανοποίησης μη καταβληθέντος τόκου. Όπως έχει όμως προαναφερθεί δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για αξιολόγηση της μίας ή της άλλης θέσης. (Βλέπε υπόθεση C.T. TOBACCO LIMITED (ανωτέρω). Ωστόσο η όποια πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής του Αιτητή θα πρέπει να ειδωθεί στη βάση των ακόλουθων επισημάνσεων. Ενώ ο Αιτητής ζητά απόφαση για κήρυξη της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων ως άκυρης ή ακύρωσης των αξιογράφων από την αρχή, δεν θέτει οποιοδήποτε σχετικό στοιχείο που να υποστηρίζει ή αποδεικνύει εξ αρχής ακυρότητα. Οι περιπτώσεις ακυρότητας σύμβασης εξ υπαρχής, σύμφωνα με το Κεφ. 149 είναι συγκεκριμένες. Ο αιτητής δεν επικαλείται ή προωθεί κάποια απ΄αυτές. Ισχυρίζεται ωστόσο ότι υπήρξε εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση δόλος, εξαπάτηση και ψευδείς παραστάσεις. Οι θέσεις του αυτές, αν γίνουν αποδεκτές θα καθιστούν τη συμφωνία αγοράς των επίδικων αξιογράφων ακυρώσιμη και όχι εξ υπαρχής άκυρη. Όταν όμως πρόκειται περί ακυρώσιμης σύμβασης το ανυπαίτιο μέρος έχει δικαίωμα να τερματίσει ή καταγγείλει τη σύμβαση, ζητώντας αποζημιώσεις. Έχει βέβαια και το δικαίωμα στη διατήρηση της σύμβασης ζητώντας και πάλι οποιεσδήποτε αποζημιώσεις του έχουν προκληθεί. Διαφαίνεται πως αυτή είναι η περίπτωση του Αιτητή αφού δεν ισχυρίζεται ότι κατήγγειλε ή τερμάτισε τη σύμβαση αγοράς αξιογράφων. Αντίθετα, σύμφωνα με δική του μαρτυρία, για αρκετό χρονικό διάστημα, μετά την αγορά των αξιογράφων, εμμένοντας στην εκτέλεση της συμφωνίας εισέπραττε τους τόκους των αξιογράφων. Διαφαίνεται πως κύριο ελατήριο της αντίδρασης του, και των παραπόνων του γενικότερα, ήταν η παύση πληρωμής τόκων επί των αξιογράφων εκ μέρους των καθ΄ων η αίτηση. Σε αυτή όμως την περίπτωση ο αιτητής δεν νομιμοποιείται να διεκδικεί την επιστροφή των €400.000,00 που κατέβαλε για την αγορά των αξιογράφων. Ενδεχομένως βέβαια να δικαιούται τέτοιο ποσό, ως ζημιά, αν την αποδείξει και στη βάση της συνέχισης της συμφωνίας αγοράς των αξιογράφων. Δεν υπάρχει όμως αναφορά μαρτυρίας σε τέτοια κατεύθυνση ή ότι τα αξιόγραφα του έχουν μηδενική αξία. Συνακόλουθα των πιο πάνω εγείρεται σοβαρό ερώτημα ως προς το ύψος των αποζημιώσεων που είναι, έστω, ορατό ενδεχόμενο να εκδικαστούν στον αιτητή, αν ληφθεί υπόψη ότι καμία μαρτυρία υπάρχει για την αξία των αξιογράφων ώστε να καθοριστεί εάν είναι δυνατή η ενδεχόμενη αποζημίωση του. (γ) Η μη έκδοση του διατάγματος θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Με τις πιο πάνω επισημάνσεις γίνεται αντιληπτό ότι τίθεται το ζήτημα κατά πόσο πληρείται η τρίτη προϋπόθεση, ως αλληλένδετο, στοιχείο, αφού πλέον η διεκδίκηση των €400.000,00 στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας προβάλλει ως απομακρυσμένη. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει το θέμα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Θα μπορούσε να ειπωθεί για την παρούσα υπόθεση, πως οποιαδήποτε ζημιά, έχει επέλθει ή θα επέλθει στον αιτητή θα μπορούσε να εκτιμηθεί σε χρήμα. Είναι όμως σημαντικό να επισημανθεί πως, στην υπόθεση Papastratis v. Petrides
(1979)1 CLR 231, έχει αναφερθεί ότι ο χρηματικός παράγοντας δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Η όποια ζημιά εάν ήθελε επέλθει στον αιτητή, θα πηγάζει είτε από την απώλεια των τόκων είτε από τη διαφορά μεταξύ των χρημάτων που κατέβαλε και της αξίας των αξιογράφων. Η δυσκολία ή αδυναμία υπολογισμού αποτελεί παράγοντα ο οποίος συνηγορεί προς την έκδοση τέτοιου διατάγματος. (Βλέπε υπόθεση Καρυδάς ανωτέρω). Αυτού του είδους η ζημιά όμως ούτε δύσκολο είναι αλλά ούτε αδύνατο είναι να υπολογιστεί. Αντίθετα μπορεί να καθοριστεί πολύ εύκολα. Επιπλέον, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον αν ο αιτητής επιτύχει στην αγωγή του επειδή πλέον το κράτος ασκεί διαχείριση επί των καθ' ων η αίτηση. Η μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου δεν επιτρέπει ασφαλές συμπέρασμα ότι με την άσκηση διαχείρισης των καθ' ων η αίτηση, το κράτος έχει υποκατασταθεί στα δικαιώματα και υποχρεώσεις αυτών. Και έτσι όμως να είναι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό πως το κράτος, το οποίο έχει υπό τον έλεγχο του μέρος των εργασιών των καθ΄ων η αίτηση, είναι αφερέγγυο. Αυτή η θέση δε διατυπώνεται υπό την έννοια ότι δεν αποκλείεται ακόμα και κράτη να καταστούν αφερέγγυα. Αυτό όμως φαντάζει ως πολύ απομακρυσμένο αφού με φορολογίες και δανεισμούς τα κράτη διασφαλίζουν τη λειτουργία και τη φερεγγυότητά τους. Συνακόλουθα των πιο πάνω κρίνεται ότι δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Ανεξάρτητα όμως από το συμπέρασμα αυτό, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του ζητήματος του ισοζυγίου της ευχέρειας. Κρίνεται ορθό να γίνει αναφορά στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd,
(1996)1 Α.Α.Δ. 788 στην οποία αναφέρθησαν τα εξής σχετικά: "Αναφορικά με το ισοζύγιο της ευχέρειας αυτό υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίζει τον κίνδυνο αδικίας η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Όπως το έχει θέσει ο δικαστής Hoffman στην Films Rover International Limited v. Cannon Film Sales Limited
(1987)1 W.L.R. 670: Το κύριο δίλημμα σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είτε αυτά είναι απαγορευτικά ή επιτακτικά, είναι ότι υπάρχει εξ ορισμού ο κίνδυνος ότι το Δικαστήριο μπορεί να πάρει εσφαλμένη απόφαση με το νόημα ότι έχει χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο ο οποίος αποτυγχάνει να αποδείξει τα δικαιώματα του κατά τη δίκη (ή θα αποτύγχανε αν υπήρχε δίκη) ή διαζευκτικά με το να παραλείψει να χορηγήσει διάταγμα σε διάδικο που επιτυγχάνει (ή θα πετύχει) στη δίκη. Αποτελεί επομένως θεμελιωμένη αρχή ότι το Δικαστήριο πρέπει να υιοθετήσει εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας εάν ήθελε φανεί ότι η απόφαση του ήταν «εσφαλμένη» με το πιο πάνω νόημα. Οι κατευθυντήριες γραμμές για την χορήγηση και των δύο ειδών προσωρινών διαταγμάτων πηγάζουν από αυτή την αρχή." Όσον αφορά το ισοζύγιο των επιπτώσεων από την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων μέχρι την εκδίκαση της αγωγής, παρατηρείται και επισημαίνεται πως οι καθ΄ων η Αίτηση έστω και εάν δεν προβάλλουν θέση για πρόκληση συγκεκριμένης ζημιάς ή βλάβης σε περίπτωση που εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, είναι σαφής η θέση τους ότι τυχόν έκδοση τους θα δυσχεραίνει τις προσπάθειες που γίνονται για εξυγίανση και συνεπώς το ισοζύγιο της ευχέρειας θα πρέπει να κλίνει υπέρ τους. Υπάρχει δικαιολογητική βάση και κατανόηση στη θέση των καθ΄ων η αίτηση. Ανεξάρτητα με το ότι δεν αποδείχθηκε η τρίτη προϋπόθεση, σε περίπτωση που το Δικαστήριο λανθασμένα δεν εκδίδει τα προσωρινά διατάγματα και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής κρίνεται ότι δεν θα είναι αδύνατο ή πολύ δύσκολο να ικανοποιήσει ο αιτητής την απαίτηση του. Σε περίπτωση ωστόσο μη επιτυχίας της αγωγής αλλά έκδοσης των αιτουμένων διαταγμάτων στο ποσό του ύψους της απαίτησης, θα σήμαινε ότι οι καθ΄ων η αίτηση θα στερούνταν ενός σεβαστού χρηματικού ποσού κατά την άσκηση των εργασιών τους, λαμβανομένων υπόψη των προβλημάτων που είναι κοινώς αποδεκτό ότι υπάρχουν κατά την ώρα που γίνεται προσπάθεια εξυγίανσης. Στην κρίση του Δικαστηρίου λαμβάνονται επιπρόσθετα υπόψη και τα πιο κάτω: (α) Πέραν του ότι τα Δικαστήρια είναι ιδιαίτερα προσεκτικά στην έκδοση προστακτικών διαταγμάτων, σε ενδιάμεσες διαδικασίες, θα πρέπει τα Δικαστήρια να αισθάνονται ψηλού βαθμού ασφάλεια ως προς το ότι κατά τη δίκη θα διαφανεί ότι ένα προστακτικό διάταγμα ορθά εκδόθηκε. Ακόμη ότι στις περιπτώσεις όπου οι αποζημιώσεις αποτελούν επαρκή θεραπεία ως είναι η παρούσα, δεν εκδίδονται προστακτικά διατάγματα. (β) Ο αιτητής δεν απέδειξε ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα να προκληθεί σ΄αυτόν σοβαρή ζημιά εάν δεν επέμβει το Δικαστήριο και πως οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία εάν επισυμβεί τέτοια ζημιά. (γ) Ενώ τα Δικαστήρια σε κατάλληλες περιπτώσεις μπορούν να διατάζουν διατήρηση του status quo, στην παρούσα περίπτωση τα αιτούμενα διατάγματα για μη μετατροπή των αξιογράφων και για διατήρηση του status quo είναι ασυμβίβαστα με τη βάση της απαίτησης του αιτητή όπου αξιώνει την ακύρωση των αξιογράφων και της συμφωνίας που αυτά αγοράστηκαν. Ούτως ή άλλως τα επίδικα αξιόγραφα ως είναι κοινώς αποδεκτό είναι μη μετατρέψιμα, συνεπώς εφόσον οι καθ΄ων η αίτηση δεν δύνανται να τα μετατρέψουν, δεν υπάρχει αντικείμενο για έκδοση διατάγματος απαγόρευσης της μετατροπής τους. Οποιαδήποτε μετατροπή με νομοθετική πράξη της Βουλής των Αντιπροσώπων ή άλλως πως, ως είναι η ανησυχία του αιτητή, εκφεύγει των πλαισίων της παρούσας αγωγής, συνεπώς δεν μπορεί να εκδοθεί οποιοδήποτε σχετικό διάταγμα. Συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα ασκούσε τη διακριτική ευχέρεια του προς την κατεύθυνση της έκδοσης των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων. Πριν ολοκληρωθεί η παρούσα απόφαση κρίνεται ορθό όπως γίνει αναφορά και σε επιμέρους ζητήματα που ηγέρθηκαν από τον Αιτητή προς υποστήριξη της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Εισηγείται πως το Δικαστήριο θα μπορούσε να δεσμεύσει τουλάχιστο €100.000,00 ως ασφάλεια για τον Αιτητή, και αυτό στη βάση της λογικής ότι όλοι οι καταθέτες των καθ' ων η αίτηση είναι εξασφαλισμένοι μέχρι €100.000,00. Δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή τέτοια εισήγηση. Ο αιτητής με την αγορά των επίδικων αξιογράφων δεν είναι καταθέτης χρημάτων στους Καθ' ων η αίτηση. Απορρίπτεται επίσης η εισήγηση για δέσμευση ακίνητης περιουσίας των Καθ' ων η αίτηση. Η παραπομπή στην υπόθεση ABP Holdings Ltd v. Α. Κιταλίδη
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 δεν βοηθά αφού αποφασίστηκε με βάση διαφορετικά γεγονότα. Κατά δεύτερο λόγο τέτοιο αίτημα, για δέσμευση ακίνητης περιουσίας, δεν περιλαμβάνεται στην επίδικη αίτηση. Ούτε βέβαια μπορεί να γίνει αποδεκτή η εισήγηση του αιτητή ότι τα χρήματα που έδωσε αγοράζοντας τα αξιόγραφα αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής. Συνεπώς δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 4 και 5 του Κεφ. 6. Ενόψει όλων των πιο πάνω η επίδικη αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα, επιδικάζονται προς όφελος των καθ΄ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή. Να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο για να πληρωθούν στο τέλος της δίκης επί της αγωγής. (Υπ.) ........... Δ. Ι. Κίτσιος, Α. Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ../ΙΜ - ΛΗ Subject: Civil/Other actions/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο