ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ ν. OLGA MIKHAILOVA κ.α., Αρ. Αγωγής 758/13, 13/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A351 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 758/13 ΑΝΔΡΕΑΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ Εναγόντων και
- OLGA MIKHAILOVA
- ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ
- ΜΑΡΙΝΕΛΛΑ ΚΙΛΙΚΙΤΑΣ
- Μ. KILIKITAS & CO LLC
- RVZ LTD
- ZORAN RATKOVICH
- NIKH ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ Εναγομένων ----------------------------- Αίτηση ημερ. 19.2.2013 13.11.2013 Για Ενάγοντες-Αιτητές: κ. Χρ. Μελίδης Για Εναγόμενους-Καθ' ων η Αίτηση: κ. Λ. Παπαφιλίππου μαζί με κ. Χριστοδούλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή που καταχωρίστηκε στις 19.2.13 οι Ενάγοντες απαιτούν εναντίον των Εναγομένων ως εξής: (Α) Γενικές αποζημιώσεις εναντίον των Εναγομένων 1-7 για δόλο και/ή απάτη και/ή συνομωσία και/ή παράβαση συμφωνιών και/ή προσπάθεια των Εναγομένων 1 - 7 να εξαπατήσουν και/ή να κλέψουν και/ή να αποστερήσουν από τους Ενάγοντες χρηματικά ποσά που ανήκουν στους Ενάγοντες και/ή να προκαλέσουν τον αθέμιτο πλουτισμό των Εναγομένων 1 - 7 εις βάρος των Εναγόντων και/ή για ποσά που παράνομα και/ή δόλια και/ή για ποσά των Εναγόντων που κρατούνται παράνομα και/ή δόλια και/ή σε συνομωσία από τους Εναγόμενους 1 -
- (Β) Ειδικές αποζημιώσεις ύψους τριών εκατομμυρίων και πεντακόσιων χιλιάδων Ευρώ (€3.500.000) έναντι των Εναγομένων 1 - 7 για δόλο και/ή απάτη και/ή συνωμοσία και/ή κλοπή. (Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία που το Δικαστήριο ήθελε κρίνει ορθή και δίκαιη από τις περιστάσεις. (Δ) Νόμιμος Τόκος. (Ε) Έξοδα πλέον Φ.Π.Α. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής οι Ενάγοντες Αιτητές καταχώρισαν μονομερή αίτηση και αυθημερόν εξασφάλισαν διατάγματα ως οι παράγραφοι 1 και 3 της αίτησης όπως: Παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 - 7 από του να αποξενώσουν από τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς που διατηρούν σε τράπεζες εγγεγραμμένες στην Κύπρο ποσά συνολικά ύψους €3.500.00 μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Παρεμπίπτον διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 - 7 όπως οι ίδιοι και/ή μέσω των αντιπροσώπων τους και/ή των υπηρετών τους και/ή μέσω των συνδεδεμένων προς αυτούς εταιρειών από του να εκμεταλλεύονται για δικό τους συμφέρον ή για συμφέρον άλλων οποιαδήποτε πληροφορία απέκτησαν κατά τη διάρκεια της εργοδότησης των Εναγομένων 1 - 3 σχετικά με το πελατολόγιο των Εναγόντων με τους Ενάγοντες, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση των Εναγόντων, μέχρι την πλήρη εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Τα υπό τις παραγράφους 2 και 4 διατάγματα ορίστηκαν για επίδοση. Στις 24.4.13 εκ συμφώνου εξεδόθη διάταγμα επιτρέπων στους Ενάγοντες Αιτητές να καταχωρίσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στους Εναγόμενους απαντητική ένορκη δήλωση. Εκ μέρους των Εναγόντων καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 10.5.13 και απαντητική ένορκη δήλωση στις 20.5.
- Επίσης εκ συμφώνου στις 5.6.13 καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους των Εναγόντων προς απάντηση των ισχυρισμών που πρόβαλαν οι Εναγόμενοι 5 στην ειδοποίηση πρόθεσης ένστασης τους. Η αίτηση ως νομικό υπόβαθρο έχει τον περί Πολιτικής Δικονομίας Κεφ. 6 άρθρα 4, 5 και 9 των περί Δικαστηρίου Νόμων 14/60 άρθρα 29
(1)(γ) 31 και 32 στον Περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμο του 1997 (Ν.66(Ι)/1997)άρθρο 29
(2)(γ) και (η), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 θ.θ.1-4, στη Δ.48 θ.θ. 1, 2, 3, 5, 7, 8, 9 και 12 και στη Δ.64, στο Άρθρο 22 του Περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στις αρχές επί των απαγορευτικών διαταγμάτων, στις αρχές επί διαταγμάτων τύπου Mareva Injunction, στην νομολογία και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση του Φίλιππου Αριστοτέλους ημερ. 29.2.13 δικηγόρου και συνεταίρου στη δικηγορική εταιρεία Ανδρέας Νεοκλέους και Σία ΔΕΠΕ. Δηλώνει πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Ενάγοντες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό τους. Γνωρίζει προσωπικά και πάρα πολύ καλά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και για όσα δεν εμπίπτουν στην προσωπική του γνώση αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του. Αναφέρει πως οι αξιώσεις των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων απορρέουν από τις δόλιες ή παράνομες ή συνωμοτικές ή αντισυμβατικές ή άλλως πως ενέργειες των Εναγομένων. Τα αιτούμενα διατάγματα σκοπό έχουν τη διασφάλιση και προστασία των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων από την μια και από την άλλη να αποτρέψουν τη συνέχιση της υφαρπαγής και υποκλοπής των περιουσιακών τους στοιχείων από τους Εναγόμενους. Υποστηρίζει πως οι Εναγόμενοι βρίσκονται στο στάδιο διεκπεραίωσης των σχεδίων τους που σκοπό έχουν τον παράνομο ή δόλιο ή αθέμιτο πλουτισμό τους εις βάρος των Εναγόντων. Αναφορικά με τους διαδίκους στην υπόθεση εξηγά πως οι Ενάγοντες είναι εγγεγραμμένη δικηγορική εταιρεία και το εγγεγραμμένο γραφείο της βρίσκεται στη Λεμεσό. Η Εναγομένη 1 είναι Ρωσίδα υπήκοος που διαμένει μόνιμα στη Λεμεσό, είναι δικηγόρος συνέταιρος στους Εναγομένους 4 και σύζυγος του Εναγομένου
- Εργοδοτείτο από τους Ενάγοντες για την περίοδο 1.11.2000 μέχρι 10.4.2012 δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργοδότησης (Τεκμ. 2). Ο Εναγόμενος 2 είναι Άγγλος υπήκοος διαμένει μόνιμα στη Λεμεσό και είναι δικηγόρος συνέταιρος στους Εναγομένους 4 και σύντροφος της Εναγομένης
- Εργοδοτείτο από τους Ενάγοντες για την περίοδο από 18.1.1999 μέχρι 28.8.2012 δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργοδότησης (Τεκμ. 3). Η Εναγομένη 3 είναι Αγγλίδα υπήκοος που διαμένει μόνιμα στη Λεμεσό και είναι δικηγόρος συνέταιρος στους Εναγομένους
- Εργοδοτείτο από τους Ενάγοντες για την περίοδο από 16.2.2006 μέχρι 30.4.2012 δυνάμει γραπτής συμφωνίας εργοδότησης (Τεκμ. 4). Η Εναγόμενη 4 είναι δικηγορική εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λεμεσό και οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρουσιάζονται ως οι μόνοι συνέταιροι της Εναγομένης 4, βλ. αντίγραφο ιστοσελίδας (Τεκμ. 1). Η Εναγομένη 3 τερμάτισε την εργοδότηση της την 3.4.12 υπογράφοντας σχετικό έγγραφο τερματισμού (Τεκμ. 6). Η Εναγομένη 1 τερμάτισε την εργοδότηση της την 3.4.12 υπογράφοντας σχετικό έγγραφο τερματισμού (Τεκμ. 7). Ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε σχετικό έγγραφο τερματισμού της εργοδότησης του στις 10.9.12 (Τεκμ. 8). Κανένας από τους πιο πάνω αποδέχθηκε να παρακαθίσει στο exit interview του Τμήματος Διευθύνσεως Προσωπικού των Εναγόντων. Αναφέρει πως δυνάμει των εσωτερικών διαδικασιών και των εσωτερικών κανονισμών των Εναγόντων όλοι ανεξαιρέτως οι εργοδοτούμενοι των Εναγόντων δεσμεύονται μεταξύ άλλων με τους εξής γραπτούς ή προφορικούς όρους απασχόλησης και εργοδότησης: (α) να τηρούν αρχεία όλων των υποθέσεων που χειρίζονται. (β) να καταγράφουν όλο το χρεώσιμο χρόνο τους σε ειδικό λογισμικό των Εναγόντων που φέρει την ονομασία InfoScreen Quorum. (γ) να μην έχουν δικούς τους πελάτες ή να εκτελούν οποιαδήποτε άλλη εργασία. (δ) να τιμολογούν και να εισπράττουν όλα τα σχετικά ποσά επ΄ ονόματι και προς όφελος των Εναγόντων. (ε) να κρατούν απόρρητα όλα τα έγγραφα και πληροφορίες που δίνονται ή παρέχονται από το γραφείο των Εναγόντων σε πελάτες ή από πελάτες των Εναγόντων και στα οποία το κοινό δεν έχει πρόσβαση. (στ) να μην αποκαλύπτουν σε οποιονδήποτε πελάτη τη φύση και το περιεχόμενο οποιουδήποτε εγγράφου έχει δοθεί ή παρασχεθεί από πελάτη. (ζ) να μην συζητούν θέματα πελατών των Εναγόντων με οποιοδήποτε άλλο εκτός του γραφείου των Εναγόντων, παρά μόνο με την έγκριση του διευθύνοντα συνεταίρου και του πελάτη. (η) να μην επιτρέπουν σε οποιοδήποτε να δει πληροφορίες που έχουν σχέση με πελάτη των Εναγόντων, που έχουν δοθεί ή παρασχεθεί από πελάτη. (θ) να μην εκμεταλλευτούν για δικό τους συμφέρον ή για συμφέρον άλλων, οποιαδήποτε πληροφορία την οποία απέκτησε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας του με τους Ενάγοντες συμπεριλαμβανομένου του πελατολογίου των Εναγόντων. [Ως Τεκμήριο 5 επισυνάπτει αντίγραφα των εσωτερικών διαδικασιών και κανονισμών ως επίσης και σχετικά πρακτικά]. Υποστηρίζει πως εξ όσων γνωρίζει οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 διαβεβαίωσαν τους Ενάγοντες ότι παρέδωσαν όλες τις υποθέσεις των Εναγόντων που χειρίζονταν και συμμορφώθηκαν με τους εσωτερικούς κανονισμούς και τις διαδικασίες των Εναγόντων όσο αφορά τον χρεώσιμο χρόνο και εκκρεμούντων τιμολογίων. Περί τα τέλη Δεκεμβρίου του 2012 περιήλθε στην προσοχή των Εναγόντων συγκεκριμένη υπόθεση την οποία χειρίζονταν οι Εναγόμενοι 1 και 2 που αφορούσε υπηρεσίες που προσφέρθηκαν σε συγκεκριμένο πελάτη ήτοι τον κ. Eduard Ovchinnikov και τη σύζυγο του Tatiana Ovchinnikov αναφορικά με την αγορά έπαυλης στη Λεμεσό αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Η εν λόγω υπόθεση προκάλεσε έκπληξη και ανησυχία στους Ενάγοντες καθότι το θέμα της εν λόγω υπόθεσης ήταν εντός των νομικών δραστηριοτήτων των Εναγομένων 1 και 2 κατά την άσκηση των όρων εργοδότησης τους στα γραφεία των Εναγόντων. Οι Ενάγοντες ανακάλυψαν την υπόθεση αυτή ως αποτέλεσμα ελέγχου στους servers και τους υπολογιστές των Εναγομένων 1, 2 και 3 που ολοκληρώθηκε περί τον Δεκέμβριο του 2012 και αποτελεί τον τυπικό έλεγχο που διενεργούν οι Ενάγοντες όταν αποχωρεί προσωπικό με σκοπό αν ο έλεγχος είναι καθαρός τη διαγραφή των πληροφοριών του σκληρού δίσκου. Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω ο διευθύνων συνέταιρος των Εναγόντων διέταξε την άμεση διενέργεια ενδελεχούς ελέγχου αναφορικά με τις ενέργειες, δραστηριότητες των Εναγομένων 1, 2 και
- Ως αποτέλεσμα της έρευνας προέκυψαν τα εξής ευρήματα: α) οι Εναγόμενοι 1 και 2 ενώ εργοδοτούντο από τους Ενάγοντες διατηρούσαν δικές τους υποθέσεις και πελάτες και καρπούνταν της σχετικής αμοιβής για ίδιο όφελος. Διαφάνηκε ότι είχαν αλληλογραφία και συναντήσεις επ΄ ονόματι του γραφείου των Εναγόντων με πελάτες, τους αντίδικους δικηγόρους και τους τραπεζίτες. Οι εν λόγω υπηρεσίες παρασχέθηκαν χωρίς να ανοιχθεί και να τηρηθεί φάκελος. Επισυνάπτει σχετική αλληλογραφία (Τεκμ. 9). Υποστηρίζει πως με βάση την αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία παρασχέθηκαν νομικές υπηρεσίες η ελάχιστη νομική αμοιβή ανέρχεται σε €26.266,65 με βάση τους κανονισμούς περί μη δικαστηριακών υποθέσεων αμοιβής. β) οι Εναγόμενοι σε σχέση με τα ανωτέρω κατά παράβαση των καθηκόντων εμπιστευτικότητας απέστειλαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο εμπιστευτικές πληροφορίες του γραφείου των Εναγόντων σε άτομα που δεν εργοδοτούνταν από τους Ενάγοντες ήτοι στους Εναγόμενους 6 και
- Η Εναγομένη 7 χωρίς να είναι νομικός παρείχε υπηρεσίες τις οποίες προφανώς χρέωνε. Επισυνάπτει σχετική αλληλογραφία (Τεκμ. 10). γ) Αναφερόμενος στα Τεκμήρια 9 και 10 υποστηρίζει πως οι Εναγόμενοι 1 και 2 χρησιμοποιώντας παράνομα και άνευ αδείας το όνομα των Εναγόντων προέβαιναν σε ενέργειες οι οποίες διώκονται ποινικά και αντιβαίνουν στην κείμενη νομοθεσία περί ξεπλύματος βρώμικου χρήματος θέτοντας τους Ενάγοντες προ του κινδύνου σοβαρών ποινικών διώξεων. Η υπόθεση έχει καταγγελθεί στην αστυνομία Λεμεσού. δ) Σύμφωνα με τους περί ελαχίστων αμοιβής των ασκούντων δικηγορία εξωδικαστηριακές υποθέσεις κανονισμούς η δικηγορική αμοιβή για συμβόλαιο αγοραπωλησίας ακινήτου ιδιοκτησίας ύψους €6.520.000 καθορίζεται στις €26.266,65 πλέον ΦΠΑ. Υποστηρίζει πως το εν λόγω ποσό αφορά υπηρεσίες που έχουν προσφερθεί από τους Ενάγοντες και έχουν κλαπεί, υπεξαιρεθεί ή οικειοποιηθεί από τους Εναγόμενους και οι Εναγόμενοι πλούτισαν παράνομα εις βάρος των Εναγόντων. ε) Κατά παράβαση των όρων εμπιστευτικότητας της εργοδότησης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέστειλαν προς την Εναγόμενη 3 εμπιστευτικά έγγραφα ή πληροφορίες που περιείχαν διάφορα γράμματα και διαδικασίες ως επίσης και τεχνογνωσία που αποτελούσαν πνευματική ιδιοκτησία των Εναγόντων αξίας πολλών εκατομμυρίων ευρώ. Σχετικές επιστολές επισυνάπτονται ως Τεκμήριο
- Εξ όσων γνωρίζει και πιστεύει η εν λόγω τεχνογνωσία ή πνευματική ιδιοκτησία τυγχάνει παράνομης χρήσης από τους Εναγόμενους ως φαίνεται από το Τεκμήριο 11 η Εναγομένη 1 ενόσω βρισκόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων έστελλε προς την Εναγομένη 3 πρότυπα εγγράφων των Εναγόντων. Ήταν το συνωμοτικό σχέδιο των Εναγομένων 1, 2 και 3 το άνοιγμα νέου γραφείου το οποίο θα στήριζαν αποκλειστικά ή εν μέρει στις εμπιστευτικές πληροφορίες, τα προγράμματα και τις διαδικασίες ως επίσης και όλη τη τεχνογνωσία που αποτελούσε πνευματική ιδιοκτησία και περιουσιακό στοιχείο των Εναγόντων. Περαιτέρω το νέο γραφείο θα στηριζόταν στους πελάτες των Εναγόντων γι΄ αυτό μερίμνησαν να υφαρπάξουν ή κλέψουν το πελατολόγιο του γραφείου μαζί με την πιο πάνω πνευματική ιδιοκτησία των Εναγόντων προς όφελος του γραφείου το οποίο τελικά άνοιξαν και είναι η Εναγόμενη
- Στ) Κατά παράβαση των όρων εμπιστευτικότητας της εργοδότησης τους οι Εναγόμενοι 1 και 2 απέστειλαν προς τρίτα πρόσωπα εμπιστευτικά έγγραφα και πληροφορίες (Τεκμ. 10). ζ) Οι Εναγόμενοι 1 - 3 παρά τις γραπτές και ανεπιφύλακτες δεσμεύσεις τους έναντι των Εναγόντων συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται για ίδιο όφελος και προσωπικό τους συμφέρον πληροφορίες και έγγραφα των Εναγόντων προσεγγίζοντας παράνομα ή αντισυμβατικά ή δόλια ή ανοίκεια πελάτες των Εναγόντων. Από τον σχετικό έλεγχο διαφάνηκε πως καρπούνται €3.605 για ίδιο όφελος από την εταιρεία Celestial Enterprises Limited πελάτες των Εναγόντων ως φαίνεται από το επισυνημμένο Τεκμήριο
- Οι υπηρεσίες αυτές προσφέρονταν κατά τα χρονικά διαστήματα που οι Εναγόμενοι 2 και 3 βρίσκονταν στην υπηρεσία των Εναγόντων που αντί να χρεωθούν και να εισπραχθούν από τους Ενάγοντες χρεώνονταν και εισπράττονταν από τους Εναγόμενους. η) Κατά παράβαση των όρων συμφωνίας εργοδότησης της η Εναγομένη 1 αντισυμβατικά ή δόλια ή συνωμοτικά διοχέτευσε άκρως εμπιστευτικά έγγραφα που αφορούν χειρισμό υποθέσεων του γραφείου των Εναγόντων σε τρίτα πρόσωπα. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 13 αντίγραφο επιστολής της Εναγομένης 1 με το οποίο απέστειλε εμπιστευτικά έγγραφα σε τρίτα πρόσωπα. θ) Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 κατά παράβαση του νόμου και των κανονισμών δεοντολογίας του δικηγορικού επαγγέλματος χρησιμοποιούν παράνομα δόλια ή συνωμοτικά ή αντισυμβατικά το πελατολόγιο των Εναγόντων και όπως πληροφορείται προσεγγίζουν τους πελάτες των Εναγόντων και προσπαθούν να τους πείσουν ότι οι Ενάγοντες δεν είναι καλοί επαγγελματίες και σύντομα θα κλείσουν και άλλες πολλές ψευδολογίες και συκοφαντίες με σκοπό να τους αγρεύσουν. Ο ίδιος διενήργησε έρευνα η οποία ολοκληρώθηκε στις 4.2.13 και διαπίστωσε πως οι Εναγόμενοι ενώ βρίσκονταν στην εργοδότηση των Εναγόντων φαίνεται να πρόσφεραν για ίδιο όφελος υπηρεσίες αμφιβόλου νομιμότητας σε υπόθεση που συνεπαγόταν μεταφορά ποσού €350.000.
- Έχει συντάξει σχετική έκθεση βάσει της οποίας έγινε καταγγελία της υπόθεση στην ΜΟΚΑΣ (Τεκμ. 13 Α). Υποστηρίζει πως είναι επιτακτική η δέσμευση των λογαριασμών των Εναγομένων καθότι αν το θέμα αφορά υπόθεση ξεπλύματος βρώμικου χρήματος τότε οι Ενάγοντες δεν έχουν αμφιβολία πως η ΜΟΚΑΣ θα λάβει όλα τα ενδεδειγμένα μέτρα ενώ αν βρεθεί πως η εν λόγω υπόθεση είναι μία μη επιλήψιμη υπόθεση τότε οι εν λόγω υπηρεσίες παρασχέθηκαν από τους Εναγόμενους ενώ ευρίσκονταν στην υπηρεσία των Εναγόντων και επομένως η σχετική πληρωμή ή αμοιβή που καθορίζεται στις σχετικές συμφωνίες σε €3.500.000 έχει παράνομα ή δόλια ή συνωμοτικά αποσιωπηθεί ή κλαπεί από τους Ενάγοντες και καρπωθεί εν όλο ή εν μέρει παράνομα από τους Εναγόμενους. Περαιτέρω υποστηρίζει πως οι Εναγόμενοι ενεργώντας αντισυμβατικά, δόλια, συνωμοτικά, παράνομα, απατηλά, κακόπιστα και με σκοπό να προκαλέσουν και άλλη ζημιά στους Ενάγοντες α) υφάρπαξαν και/ή υπεξαίρεσαν προς ίδιο όφελος χρηματικά ποσά που ανήκουν και έπρεπε να είχαν καταβληθεί προς τους Ενάγοντες, β) εκμεταλλεύονται για ίδιο όφελος σημαντικές πληροφορίες και ή πελάτες και ή έγγραφα των Εναγόντων, γ) υποκλέπτουν και ή χρεώνουν προς ίδιο όφελος νομική εργασία των Εναγόντων, δ) διέρρεαν προς ίδιο όφελος ή προς όφελος τρίτων προσώπων άκρως εμπιστευτικές πληροφορίες ή έγγραφα ιδιοκτησίας των Εναγόντων, ε) δεν τηρούσαν αρχεία των υποθέσεων που χειρίζονταν ούτως ώστε να θέσουν σε εφαρμογή το συνωμοτικό σχέδιο τους υποκλοπής ή υφαρπαγής των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων, στ) δεν κατέγραφαν τον χρεώσιμο χρόνο τους, ζ) συζητούσαν θέματα πελατών με τρίτα πρόσωπα και χωρίς την προηγούμενη έγκριση του διευθύνοντα συνεταίρου των Εναγόντων, η) επέτρεπαν σε τρίτα πρόσωπα να δουν πληροφορίες που είχαν σχέση με πελάτες των Εναγόντων. Επίσης υποστηρίζει πως οι Εναγόμενοι ή αντιπρόσωποι ή εκπρόσωποι ή υπάλληλοι τους με βάση τις πιο πάνω πράξεις τους α) υποκλέπτουν ή χρησιμοποιούν παράνομα εμπιστευτικές πληροφορίες των Εναγόντων, β) υποκλέπτουν ή χρησιμοποιούν παράνομα το πελατολόγιο των Εναγόντων, γ) οικειοποιούνται παράνομα χρηματικά ποσά και ή αμοιβές που ανήκουν στους Ενάγοντες, δ) οικειοποιήθηκαν και έκλεψαν χρηματικά ποσά που ανήκουν στους Ενάγοντες, δ) άγρευαν πελατεία από τους Ενάγοντες. Ως αποτέλεσμα της έρευνας του στα έγγραφα που ανευρέθηκαν στους server των Εναγόντων ο υπεύθυνος δικηγόρος στο τμήμα αγοραπωλησιών ακίνητης ιδιοκτησίας των Εναγόντων επικοινώνησε με την Tatiana Ovchinnikova στο email που εμφανιζόταν στα έγγραφα για να φέρει στην προσοχή της ότι το γραφείο των Εναγόντων της παρείχε υπηρεσίες οι οποίες θα πρέπει να τιμολογηθούν και η ίδια απάντησε λέγοντας ότι δεν θέλει ποτέ να ξαναεπικοινωνήσει το γραφείο μαζί της (Τεκμ. 14). Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ο δικηγόρος επικοινώνησε με την Εναγομένη 1 η οποία του απάντησε ότι αυτή η υπόθεση ουδέποτε ήταν υπόθεση του γραφείου και ότι δεν θα έπρεπε να ξαφνιαστεί με αυτό το γεγονός (Τεκμ. 15). Υποστηρίζει πως οι Ενάγοντες Αιτητές έχουν πολύ καλές πιθανότητες επιτυχίας στην Αγωγή και μη έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και σίγουρα μεγαλύτερη ζημιά απ΄ ότι οι Εναγόμενοι μπορεί να υποστούν αν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθότι τα χρηματικά ποσά εμπιστευτικές πληροφορίες και πελατολόγιο είναι περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων. Περαιτέρω υποστηρίζει πως η παρούσα αίτηση είναι εξαιρετικά επείγουσα καθότι υπάρχει κίνδυνος στην περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν δοθούν να μην διαφυλακτεί το status quo και οι Εναγόμενοι να συνεχίσουν την παράνομη οικειοποίηση, χρήση και κλοπή των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων. Αναφέρει πως η παρούσα αίτηση είναι επείγουσας φύσεως και για το λόγο που τα αιτούμενα διατάγματα παγοποίησης εναντίον των τραπεζικών λογαριασμών και τα διατάγματα για αποκάλυψη πληροφοριών δεν εκδοθούν υπάρχει εμφανής κίνδυνος τα χρήματα που έχουν υπεξαιρεθεί από τους Ενάγοντες να τύχουν περαιτέρω αποξένωσης, να προκληθεί ζημιά σε αποδεικτικά στοιχεία και άτομα τα οποία συμμετείχαν στην απάτη ή συνωμότησαν εναντίον των Εναγόντων να παραμείνουν άγνωστα. Υπάρχει και κίνδυνος οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 6 που είναι ξένοι υπήκοοι να εγκαταλείψουν την Κύπρο και η απόφαση στην Αγωγή να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι Εναγόμενοι 1, 2, 3, 4, 6 και 7 Καθ΄ ων η Αίτηση στις 12.3.13 καταχώρησαν ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην αίτηση των Εναγόντων Αιτητών την οποία βάσισαν σε 24 λόγους. Ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως στην αίτηση των Εναγόντων Αιτητών καταχώρησε και η Εναγομένη 4 Καθ΄ ης η Αίτηση στις 21.5.13 την οποία βασίζει σε 16 λόγους ένστασης. Αναφορά στους λόγους ενστάσεως θα γίνει εφόσον αυτοί έχουν προωθηθεί κατά την αγόρευση του δικηγόρου των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Εναγομένων 1, 2, 3, 4, 6 και 7 - Καθ΄ ων η Αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Olga Mikhailova ημερ. 12.3.13 όπως αυτή μεταφράστηκε στην Ελληνική γλώσσα όπου αναφέρει ότι είναι κανονικά εξουσιοδοτημένη από τους Καθ΄ ων η Αίτηση 2, 3, 4, 6 και 7 να προβεί στην ένορκη δήλωση και για λογαριασμό τους. Γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα που αναφέρει και όπου δεν γνωρίζει προσωπικά αναφέρεται στην πηγή γνώσεως τους. Το κλητήριο ένταλμα της αγωγής και η επίδικη μονομερής αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει της έχουν μεταφραστεί από την Ελληνική στην Αγγλική. Αρνείται τα όσα περιέχονται στην αίτηση των Εναγόντων ημερ. 19.2.13 και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει στο βαθμό που το περιεχόμενο τους έρχεται σε αντίθεση με τα όσα δηλώνει στην παρούσα ένορκη δήλωση της. Αναφέρει ότι κατάγεται από τη Ρωσία και είναι απόφοιτος της νομικής σχολής Ρωσικού πανεπιστημίου και διαμένει μόνιμα στην Κύπρο από το 2000 και είναι νυμφευμένη με τον Εναγόμενο 6 επιχειρηματία στο επάγγελμα με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο παιδιά. Με δεδομένη τη νομική της κατάρτιση και τη δυνατότητα της να μεταφράζει από τη Ρωσική που είναι η μητρική της γλώσσα στην Αγγλική που γνωρίζει καλά το 2000 της προσφέρθηκε από τους Ανδρέας Νεοκλέους και Σία δικηγόρους θέση για να εργαστεί ως νομικός σύμβουλος, μεταφραστής, στα γραφεία τους στη Λεμεσό. Μαζί με τον Αντρέα Νεοκλέους είχε την ευθύνη του χαρτοφυλακίου των Ρώσων πελατών. Διευκρινίζει πως δεν υπήρξε και δεν είναι δικηγόρος ασκών το επάγγελμα στην Κύπρο. Αναφερόμενη στον Εναγόμενο 2 λέγει πως είναι Κύπριος στην καταγωγή και πως από το 1999 εργοδοτήθηκε ως νομικός σύμβουλος από τους Ανδρέας Νεοκλέους και Σία ενώ σήμερα εργοδοτείται από τη δικηγορική εταιρεία τους Εναγομένους
- Ο Εναγόμενος 2 κατοικεί μόνιμα στην Κύπρο από το 1992 με τη συμβία του Εναγομένη 7 που τυγχάνει να είναι πολιτικός μηχανικός στο επάγγελμα. Αναφερόμενη στην Εναγόμενη 3 λέγει πως είναι Κύπρια στην καταγωγή αναγορεύθηκε solicitor του Supreme Court of England and Wales, εγκαταστάθηκε στην Κύπρο το 2003 και έκτοτε διαμένει στην Κύπρο μαζί με το σύζυγο της. Από τον Φεβρουάριο του 2006 ασκεί το δικηγορικό επάγγελμα στην Κύπρο και εργάστηκε στους Ανδρέας Νεοκλέους και Σία από το 2006 μέχρι και τον Απρίλιο του 2012 ενώ σήμερα είναι ο μόνος μέτοχος της δικηγορικής εταιρείας των Εναγομένων
- Η Εναγόμενη 4 συστάθηκε στις 3.8.2012 και διατηρεί γραφεία στη Λεμεσό. Κατά την περίοδο εργοδότησης της ιδίας και του Εναγομένου 2 στους Ανδρέας Νεοκλέους και Σία υπήρξε αλματώδης ανάπτυξη του εν λόγω δικηγορικού οίκου οι εργασίες του οποίου κύρια αφορούν εταιρείες και πρόσωπα που συνδέονται με την Ρωσία και Ουκρανία όπου διατηρούν γραφεία. Εργοδοτήθηκε σε αντικατάσταση της Tatiana Baranovskaya η οποία ως της λέχθηκε από τον Ανδρέα Νεοκλέους τερματίστηκαν οι υπηρεσίες της για το ότι τους τελευταίους μήνες πριν τον τερματισμό των υπηρεσιών της δεν ασκούσε τα καθήκοντα της σωστά και ότι συνελήφθη να προσπαθεί να αποσπάσει πελάτες από το δικηγορικό οίκο που την εργοδοτούσε. Στη συνέχεια έμαθε και έζησε παρόμοια περιστατικά όπου σειρά από πρόσωπα που εργάστηκαν στους Ανδρέας Νεοκλέους και Σία και θεωρούνταν από τον Ανδρέα Νεοκλέους πως διαδραμάτισαν αποφασιστική σημασία για την επιτυχία του δικηγορικού οίκου με τον τερματισμό των υπηρεσιών τους που γινόταν με δική τους πρωτοβουλία καθίσταντο διαβολικά πρόσωπα τα οποία απειλούσαν την ύπαρξη του δικηγορικού οίκου και ευθύνονταν για κάθε κακό που προέκυπτε στην οικογένεια Ανδρέα Νεοκλέους και την εικόνα που ήθελαν να εκπέμπουν. Η συνταγή που ακολουθείτο ήταν η κήρυξη ανηλεούς πολέμου εναντίον κάθε σημαντικού εργοδοτούμενου που τολμούσε να τερματίσει τη μεταξύ τους συνεργασία. Η αλλαγή εργοδότη αποτελεί ασέβεια για τον Ανδρέα Νεολαίους και τα δύο τέκνα του Ηλία και Παναγιώτη που αντιμετωπίζεται με μια μόνο τιμωρία του τολμήσαντος. Στη συνέχεια παραθέτει μια σειρά γεγονότων που επεσυνέβησαν και τα οποία επηρέασαν αρνητικά τις εργασίες των Εναγόντων με αποτέλεσμα να μειωθεί δραματικά ο κύκλος εργασιών τους ιδιαίτερα αυτές που προέρχονται από τη Ρωσία και τους Ρώσους πελάτες. Αναφέρεται στην έκβαση της υπόθεσης 1508/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και στον Όμιλο Εταιρειών Itera ο οποίος έπαυσε τη συνεργασία με τους Ενάγοντες κατηγορώντας τους για αμέλεια και ερασιτεχνισμό σε χειρισμό υπόθεσης τους. Ο ίδιος Όμιλος Εταιρειών όπως την ενημέρωσε ο Ανδρέας Νεοκλέους κατηγορεί τους Ενάγοντες και για οικειοποίηση μεγάλων χρηματικών ποσών που καταβλήθηκαν για το χειρισμό της υπόθεσης Galina Weber περιλαμβανομένου και άλλου μικρότερου ποσού που ξεπερνά τις €200.000 για την οργάνωση της εργοδότησης συγκεκριμένου συγγενικού προσώπου δικαστού. Τη μεγαλύτερη όμως ζημιά στην καλή φήμη των Εναγόντων προκάλεσε και προκαλεί η γνωστή υπόθεση «Rosinka» η οποία έχει άμεση σχέση με την παρούσα υπόθεση και επιμελώς δεν έχει αποκαλυφθεί από τους Ενάγοντες παρόλο που η δέσμη εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 10 στην ένορκη δήλωση του Φίλιππου Αριστοτέλους όπου περιέχει σημείωμα του Ρώσου δικηγόρου Alexander Markov το οποίο προφανώς περιλήφθηκε από λάθος μεταξύ των εγγράφων που επισυνάφθηκαν στην προσπάθεια των Εναγόντων να στοιχειοθετήσουν τον ισχυρισμό ότι η ίδια και ο Εναγόμενος 2 απέστειλαν προς τρίτα πρόσωπα εμπιστευτικά έγγραφα ή πληροφορίες. Η υπόθεση Rosinka έτυχε εκτενούς δημοσιότητας στο Ρωσικό τύπο και τηλεόραση ενώ συνεχίζονται δικαστικές διαδικασίες στα Επαρχιακά Δικαστήρια Λευκωσίας και Λεμεσού. Στα εν λόγω δημοσιεύματα κατηγορούνται οι Ενάγοντες και ο Ανδρέας Νεοκλέους, σχετικό απόσπασμα ιστοσελίδας καταχωρίστηκε ως Τεκμήριο
- Ως Τεκμήριο 2 καταχωρίστηκε δημοσίευμα της εφημερίδας «Πολίτης» και ως Τεκμήριο 3 άλλο δημοσίευμα Ρωσικού τύπου. Οι διωκτικές αρχές της Ρωσίας διερευνούν τη διάπραξη συγκεκριμένων ποινικών αδικημάτων από τα διευθυντικά στελέχη των Εναγόντων και έχουν ανακρίνει τον Andrei Ermakov που διεύθυνε το γραφείο των Ανδρέα Νεοκλέους και Σία στη Μόσχα που μαζί με τον Ανδρέα Νεοκλέους θεωρούνται ύποπτοι για τη διάπραξη των διερευνώμενων αδικημάτων. Οι Ανδρέας Νεοκλέους και Ηλίας Νεοκλέους της εξέφραζαν της ανησυχίες τους που έφθαναν στο βαθμό πανικού αναφερόμενοι στην υπόθεση Rosinka. Η ίδια ήταν αποδέκτης των σοβαρών ανησυχιών πελατών για την αρνητική δημοσιότητα που έχει η υπόθεση και την αξιοπιστία των διευθυντικών στελεχών των Εναγόντων. Ανησυχίες τις οποίες διαβίβασε τόσο στον Ανδρέα Νεοκλέους όσο και στον Ηλία Νεοκλέους. Υπήρξε δραστική μείωση των εταιρικών υποθέσεων των Εναγόντων που προέρχονταν από τη Ρωσία με αποτέλεσμα τη μείωση του προσωπικού του γραφείου των Εναγόντων στη Μόσχα. Για την αποκατάσταση της εικόνας των Εναγόντων στη ρωσική αγορά ο Ανδρέας Νεοκλέους αναγκάστηκε να εργοδοτήσει δύο εξειδικευμένους Ρώσους συμβούλους δημοσίων σχέσεων. Για το σκοπό αυτό πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 2012 μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών της στα γραφεία των Εναγόντων συνάντηση του Ανδρέα Νεοκλέους με τους δύο συμβούλους στην οποία παρέστηκε αφού κλήθηκε από τον Ανδρέα Νεοκλέους να ενεργήσει ως μεταφράστρια αλλά και για να εκφράσει απόψεις. Περαιτέρω μετά την αποχώρηση της ενημερώθηκε για την αξίωση μεγάλου ομίλου Ρωσικών συμφερόντων εταιρειών όπως τόσο ο Ανδρέας Νεοκλέους όσο και η ίδια παραιτηθούν από τη θέση που κατείχαν στα διοικητικά συμβούλια των εν λόγω εταιρειών. Ενημερώθηκε από τον Ανδρέα Νεοκλέους πως εναντίον του Andrei Ermakov έχει δημιουργηθεί ποινική υπόθεση για παραβάσεις του Ρωσικού Ποινικού Κώδικα και έχει ανακριθεί η δικηγόρος Anna Izumskaya που εργαζόταν στο γραφείο των Εναγόντων στη Μόσχα η οποία ρωτήθηκε πότε ο Ανδρέας Νεοκλέους και οι λοιποί διευθυντές των Εναγόντων ως και η ίδια σκοπεύουν να επισκεφθούν τη Μόσχα. Σχετικό έγγραφο που αποτελεί μέρος και του Τεκμηρίου 10 επισύναψε ως Τεκμήριο
- Το Τεκμήριο 4 στάλθηκε από τον Alexander Markov στον Ανδρέα Νεοκλέους στις 17.4.12 όταν η ίδια είχε ήδη τερματίσει τις υπηρεσίες της αλλά με οδηγίες του Ανδρέα Νεοκλέους συνέχιζε να είναι αποδέκτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων στην ηλεκτρονική διεύθυνση που χρησιμοποιούσε κατά την εργοδότηση της αφού επεδίωκε στη συνέχιση της ενημέρωσης της για να μπορεί να ζητά τις απόψεις της. Το γεγονός ότι εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση που χρησιμοποιούσε κατά την εργοδότηση της ως και ότι το συγκεκριμένο έγγραφο της αποστάληκε μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών της δεν έχει αποκαλυφθεί ή υποδειχθεί στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες ως όφειλαν. Υποστηρίζει πως εξακολουθούσε να έχει πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση που χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της τουλάχιστον μέχρι το τέλος Απριλίου
- Το Τεκμήριο 4 αποστάληκε από την ίδια από την ηλεκτρονική διεύθυνση που χρησιμοποιούσε κατά την εργοδότηση της στους Ενάγοντες προς το προσωπικό της email και όχι προς τρίτα πρόσωπα όπως παραπλανητικά αναφέρει ο Φίλιππος Αριστοτέλους στην ένορκη δήλωση του ημερ. 19.2.
- Υποστηρίζει πως από το Τεκμήριο 7 της ένορκης δήλωσης του Φίλιππου Αριστοτέλους προκύπτει ότι στις 2.4.12 σε συνάντηση που είχε με τον Ανδρέα Νεοκλέους εξήγησε τους λόγους για την υποβολή της παραίτησης της. Οι Ενάγοντες όμως παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ως όφειλαν τους λόγους για την υποβολή της παραίτησης της όπως επεξηγήθηκαν στον Ανδρέα Νεοκλέους και οι οποίοι προφανώς δεν είναι οι ίδιοι που σήμερα οι Ενάγοντες ισχυρίζονται. Στη συνάντηση δε τις 2.4.12 έθεσε στον Ανδρέα Νεοκλέους ακόμα μια φορά τις ανησυχίες της για τις συνέπειες που ενδεχομένως θα είχε η διεύθυνση των Εναγόντων και ειδικότερα ο ίδιος ο Ηλίας Νεοκλέους από τα όσα διαδραματίστηκαν από το θάνατο του Oleg Zakharov σε σχέση με την υπόθεση Rosinka. Στη συνάντηση απάντησε στα όσα αναφέρονται στο ηλεκτρονικό μήνυμα του Ανδρέα Νεοκλέους ημερ. 30.3.12 που αποτελεί απάντηση στο δικό της ηλεκτρονικό μήνυμα τις 29.3.12 και ανάφερε σειρά άλλων γεγονότων και στοιχείων που δεν έχει καταγράψει στο ηλεκτρονικό μήνυμα της. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ. 29.3.12 μαζί με την απάντηση του Ανδρέα Νεοκλέους ημερ. 30.3.12 κατατίθενται ως Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες ενσεινήδητα επέλεξαν να μην αποκαλύψουν στο Δικαστήριο το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου όταν μονομερώς απευθύνθηκαν ζητώντας θεραπείες. Σε σχέση με το Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση Φίλιππου Αριστοτέλους παρατήρησε ότι φέρει ως ημερομηνία καταρτισμού του την 1.11.2000 ενώ φέρει σφραγίδα του Επαρχιακού Γραφείου Εργασίας ημερ. 25.10.2000 και σφραγίδα του Επαρχιακού Γραφείου Αλλοδαπών ημερ. 31.10.2000 δηλαδή πριν την φερόμενη ημερομηνία υπογραφής του. Υπέδειξε περαιτέρω ότι το Τεκμήριο 2 περιέχει όρο σε σχέση με διαιτησία ο οποίος δεν υποδείχθηκε στο Δικαστήριο από τους Ενάγοντες ως όφειλαν κατά την επιδίωξη μονομερώς εξασφάλισης των συντηρητικών διαταγμάτων. Υπέδειξε επίσης ότι μετά τη λήξη της ισχύος της σύμβασης εργοδότησης της Τεκμήριο 2 υπογράφηκαν σειρά άλλων συμβολαίων εργοδότησης της με τους Ανδρέα Νεοκλέους και Σία και μεταγενέστερα τους Ενάγοντες κανένα εκ των οποίων δεν έχει αποκαλυφθεί. Δεν έχει αποκαλυφθεί το συμβόλαιο που ρύθμιζε τη σχέση της με τους Ενάγοντες κατά την ημερομηνία τερματισμού των υπηρεσιών της που αποτελεί το πλέον ουσιώδες για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Η μη αποκάλυψη του καθιστά τα εκδοθέντα διατάγματα θνησιγενή αφού ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο στη βάση του οποίου το Δικαστήριο θα μπορούσε να στηριχθεί για να καταλήξει ως προς το κατά πόσο υπήρχε από μέρους της οποιαδήποτε παραβίαση της συμφωνίας εργοδότησης της. Το εν λόγω συμβόλαιο περιείχε πρόνοια για διαιτησία στη βάση της οποίας εφόσον και οι δύο συμφωνούσαν κάθε διαφορά η οποία προέκυπτε από την εργασιακή της σχέση με τους Ενάγοντες η διαφορά θα παραπέμπετο σε διαιτησία. Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο την εν λόγω ρήτρα η ύπαρξη της οποίας ως τη συμβουλεύουν οι δικηγόροι της επηρεάζει το δικαίωμα των Εναγόντων να στραφούν εναντίον της στο Επαρχιακό Δικαστήριο σε σχέση με τις συμβατικές υποχρεώσεις της προς τους Ενάγοντες και την εφαρμογή ή όχι των επικαλούμενων από τους Ενάγοντες εσωτερικών κανονισμών. Διευκρινίζει ότι ουδέποτε ενημερώθηκε από τους Ενάγοντες για την ύπαρξη διαφοράς και ουδέποτε της ζητήθηκε όπως δεχτεί να παραπεμφθεί οποιοδήποτε θέμα διαφοράς με τους Ενάγοντες σε διαιτησία. Η σύζυγος του Ανδρέα Νεοκλέους είναι η πνευματική μητέρα νονά της μεγαλύτερης εκ των θυγατέρων της και κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της διατηρούσε με την οικογένεια Νεοκλέους στενή, φιλική και οικογενειακή σχέση και τον Ιούνιο του 2011 για την επέτειο των γενεθλίων της βαφτιστικιάς τους επισκέφθηκαν την κατοικία της που βρίσκεται στον Πύργο της επαρχίας Λεμεσού ο Ανδρέας Νεοκλέους, η σύζυγος του, ο Ηλίας Νεοκλέους με τη σύζυγο του και τη θυγατέρα τους και ο Παναγιώτης Νεοκλέους μαζί με τον γιο του ως και άλλοι εργοδοτούμενοι των Εναγόντων. Παρόλα ταύτα από την ένορκη δήλωση του Φίλιππου Αριστοτέλους ημερ. 22.2.13 που συνοδεύει την αίτηση των Εναγόντων της ίδιας ημέρας για εξασφάλιση διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης στο σύζυγο της Εναγόμενο 6 αναφέρει πως οι Ενάγοντες δεν έχουν ακριβείς πληροφορίες και στοιχεία ως προς τη διεύθυνση διαμονής και εργασίας του Εναγομένου 6 και πως είναι πρακτικά αδύνατο για τους Ενάγοντες να προχωρήσουν σε προσωπική σε αυτόν επίδοση των μονομερών διαταγμάτων ημερ. 19.2.13, της παρούσας αίτησης και της αγωγής (Τεκμήριο 6). Με δεδομένο πως είναι γνωστό στους Ενάγοντες ότι ο σύζυγος της τυγχάνει Σέρβος στην καταγωγή, δεν μιλά ελληνικά, διερωτάται για τη σκοπιμότητα της επιδίωξης του πιο πάνω διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης το οποίο αφού εξασφαλίστηκε δημοσιεύτηκε στο Φιλελεύθερο της Κυριακής 24.2.13 και στην αγγλόφωνη Sunday Mails της ίδιας ημερομηνίας. Το συμπέρασμα της είναι πως οι ενέργειες των Εναγόντων δεικνύουν κακοπιστία και κακοβουλία και την χρήση των μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό ενώ ταυτόχρονα αποδεικνύουν τον χαρακτήρα των Εναγόντων και τις μεθόδους που χρησιμοποιούν. Παραθέτει ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο της πρώτης σελίδας από το απόσπασμα της έκδοσης The legal 500 που αφορά την Κύπρο προς απόδειξη της αντιφατικής συμπεριφοράς των Εναγόντων εναντίον της. Στο εν λόγω τεκμήριο γίνεται αναφορά στο όνομα της, της δόθηκε ως ενθύμιο στην αποχαιρετιστήρια εκδήλωση που οργάνωσαν οι Ενάγοντες για την ίδια και που περιέχει αφιερώσεις των συνεταίρων περιλαμβανομένων του Ανδρέα Νεοκλέους, Ηλία Νεοκλέους και του Εναγομένου
- Συνεπώς υποστηρίζει καταρρίπτεται ο ισχυρισμός ότι δεν αποδέχθηκε να παρακαθήσει σε συνέντευξη εξόδου που ουδέποτε της ζητήθηκε. Η Εναγομένη 3 όπως προσωπικά γνωρίζει και ως την πληροφορεί η ίδια εργαζόταν στο εμπορικό και εταιρικό τμήμα των Εναγόντων του οποίου προΐστατο ο Εναγόμενος 2 με τον τίτλο του συνεταίρου και μεταξύ των καθηκόντων της περιλαμβανόταν η συλλογή και προώθηση δειγμάτων (specimens) και αντιγράφων εγγράφων για σκοπούς αρχειοθέτησης και προώθησης στους εργοδοτούμενους των Εναγόντων και είχε τον τίτλο Knowledge Management Champion. Τα εν λόγω καθήκοντα της Εναγομένης 3 δεν αποκαλύφθηκαν από τους Ενάγοντες εσκεμμένα για να προβληθεί ο αβάσιμος ισχυρισμός που περιέχεται στην ένορκη δήλωση του Φίλιππου Αριστοτέλους ότι η ίδια και ο Εναγόμενος 2 έστειλαν στην Εναγόμενη 3 εμπιστευτικά έγγραφα ή πληροφορίες που περιείχαν διάφορα γράμματα και διαδικασίες ως επίσης και τεχνογνωσία που αποτελούσε πνευματική ιδιοκτησία των Εναγόντων. Όπως την ενημέρωσε η Εναγομένη 3 την πρόθεση της να παραιτηθεί την εξέφρασε στις 30.3.12 όταν και υπέβαλε την παραίτηση της προφορικά οπότε και ενεργοποιήθηκε ο Ανδρέας Νεοκλέους, Ηλίας Νεοκλέους, η σύζυγος του Eugenia Ortiz για να την μεταπείσουν. Η Εναγόμενη 3 πείστηκε να ξανασκεφτεί την απόφαση της μετά από συνάντηση που είχε με τον Ανδρέα Νεοκλέους και τον Εναγόμενο
- Η τελική απόφαση της Εναγομένης 3 για παραίτηση δόθηκε στις 3.4.12,με την παράδοση του Τεκμηρίου 6 στην ένορκη δήλωση Αριστοτέλους ημερ. 19.2.13,στην υπεύθυνη Ανθρώπινου Δυναμικού των Εναγόντων. Συνεπώς υποστηρίζει τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 18(ε) της ένορκης δήλωσης Φ. Αριστοτέλους δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια με την υπόδειξη ότι το Τεκμήριο 11 της ένορκης δήλωσης του Φ. Αριστοτέλους ημερ. 19.2.12 φέρει ημερομηνία 24.1.12 δηλαδή πέραν των δύο μηνών πριν από την αποχώρηση της από τους Ενάγοντες. Σε σχέση με τον ισχυρισμό των Εναγόντων ότι η Εναγομένη 3 δεν αποδέχθηκε να παρακαθήσει σε συνέντευξη εξόδου απ΄ όσα την πληροφορεί είχε προγραμματιστεί συνέντευξη εξόδου με την υπεύθυνη Ανθρώπινου Δυναμικού των Εναγόντων την οποία η τελευταία ακύρωσε λόγω φόρτου εργασίας. Αναφέρει σχετικά με τον Εναγόμενο 2 πως τερμάτισε τις υπηρεσίες του στους Ενάγοντες αποστέλλοντας στις 10.9.12 το Τεκμήριο 8 στην ένορκη δήλωση του Φ. Αριστοτέλους ημερ. 19.2.
- Του Τεκμηρίου 8 προηγήθηκαν συναντήσεις με τον Ανδρέα Νεοκλέους στις 3.9.12 και 4.9.12 κατά τη διάρκεια των οποίων όπως την πληροφορεί ο Εναγόμενος 2 του επεξήγησε ότι ο λόγος που επιθυμεί να αποχωρήσει από τους Ενάγοντες είναι η επιθετική συμπεριφορά του Ηλία Νεοκλέους προς το προσωπικό και η έλλειψη ικανότητας για διαχείριση του προσωπικού τα οποία δεν μπορούσε να γίνουν ανεκτά. Ο Ανδρέας Νεοκλέους δεν αμφισβήτησε τα λεγόμενα του και ζήτησε από τον Εναγόμενο 2 να παραμείνει στην υπηρεσία των Εναγόντων προσφέροντας του τα ίδια μισθολογικά ωφελήματα όπως του γιου του Ηλία Νεοκλέους. Ο Εναγόμενος 2 παρέμεινε στην υπηρεσία των Εναγόντων μετά την παράδοση της παραίτησης του στις 10.9.12 μέχρι το τέλος Σεπτεμβρίου του 12 χωρίς οποτεδήποτε να του ζητηθεί να παρακαθίσει σε συνέντευξη εξόδου. Αναφορικά με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στους Eduard και Tatiana Ovchinnikov αναφορικά με την πρόθεση τους να αγοράσουν έπαυλη στη Λεμεσό υποστηρίζει πως τα γεγονότα όπως οι Ενάγοντες τα παρέθεσαν αποτελούν δημιούργημα τους για να εξασφαλίσουν παραπλανώντας το Δικαστήριο τα αιτούμενα διατάγματα. Αναφέρει πως η μόνη εμπλοκή στην υπόθεση ήταν η δική της που έγινε με τη γνώση και συγκατάθεση του Ανδρέα Νεοκλέους. Ενημέρωσε τον Ανδρέα Νεοκλέους για την οικονομική επιφάνεια των συγκεκριμένων προσώπων και το ενδιαφέρον τους να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και ενήργησε με οδηγίες του Ανδρέα Νεοκλέους ως μεταφράστρια τους. Το σχέδιο συμφωνίας ετοιμάστηκε από τους δικηγόρους των προτιθέμενων πωλητών και στάληκε από τους Χρύση Δημητριάδη και Σία ΔΕΠΕ στο επαγγελματικό της ηλεκτρονικό ταχυδρομείο στους Ενάγοντες. Με τη βοήθεια του ενόρκως δηλούντος Φ. Αριστοτέλους ο οποίος της έστειλε άρθρα από ρωσική εφημερίδα σχετικά με το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο των εν λόγω ατόμων προέβηκε για λογαριασμό τους σε σύσταση τους στην Ελληνική Τράπεζα που ήταν οι χρηματοδότες τους. Το άρθρο αυτό είναι μέρος του Τεκμηρίου 9 στην ένορκη δήλωση Αριστοτέλους και στάληκε στην ίδια 10 λεπτά πριν να αποστείλει το ηλεκτρονικό μήνυμα που ακολούθησε προς την Ελληνική Τράπεζα. Επισυνάπτει ως Τεκμήρια 8 και 9 την πιο πάνω ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο Φ. Αριστοτέλους επιμελώς και εσκεμμένα δεν υπέδειξε στο Δικαστήριο ως όφειλε την εμπλοκή του ιδίου ώστε να μπορεί να ισχυρίζεται ψευδώς άγνοια των Εναγόντων για τη συγκεκριμένη υπόθεση. Η διαπραγμάτευση δεν κατέληξε σε συμφωνία, γεγονός για το οποίο ενημέρωσε σχετικά τον Ανδρέα Νεοκλέους ο οποίος αποδέχθηκε όπως μη προβούν σε οποιαδήποτε χρέωση και να συνεχίσει την προσπάθεια να κερδίσει προς όφελος των Εναγόντων τους ενδιαφερόμενους αγοραστές ως εταιρικούς πελάτες. Ανεξάρτητα από τη δική της ενημέρωση στον Ανδρέα Νεοκλέους οι Ενάγοντες θα μπορούσαν να διαπιστώσουν ότι δεν υπήρξε τελικά συμφωνία αν επικοινωνούσαν με τον Σταύρο Δημοσθένους που τυγχάνει φίλος του Ανδρέα Νεοκλέους ή με τον Χρίστο Μαυρέλλη αντ΄ αυτού και για να παραπλανήσει το Δικαστήριο παρέλειψαν να αναφέρουν τα πιο πάνω και υποθετικά προβαίνουν σε ισχυρισμούς για δήθεν είσπραξη αμοιβής και σε αναφορές περί μαύρου χρήματος. Η ίδια ούτε οποιοσδήποτε εκ των Εναγομένων κατά την εργοδότηση της είτε μετά από αυτή εισέπραξαν το ποσό που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες των €26.266,65 ή οποιοδήποτε άλλο ποσό και η αξίωση τους για το εν λόγω ποσό είναι αβάσιμη και αστήριχτη. Όταν οι Ενάγοντες αντίθετα με τη δέσμευση τους να μην προβούν σε χρέωση των Ovchinnikov επικοινώνησε μαζί τους για να προβούν σε χρέωση και πήραν την απάντηση ότι δεν θα πλήρωναν οποιουδήποτε είδους τιμολόγιο των Εναγόντων γιατί προφανώς στηρίχθηκαν στη θέση των Εναγόντων όπως κοινοποιήθηκε σε αυτούς από την ίδια. Ο ενόρκως δηλών Φ. Αριστοτέλους αόριστα και παραπλανητικά χωρίς να αναφέρει σε ποια ποινικά αδικήματα προέβηκε σε καταγγελία, ποιους αφορούν καθώς και το αποτέλεσμα της διερεύνησης των καταγγελιών αναφέρει στην ένορκη δήλωση του πως κατήγγειλε την υπόθεση στην Αστυνομία Λεμεσού. Κλήθηκε στην Αστυνομία και της ζητήθηκε να προβεί σε ανοικτή κατάθεση χωρίς να θεωρηθεί ύποπτη για τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του Φ. Αριστοτέλους μηνύματος της Εναγομένης 7 προς τον Εναγόμενο 2 ημερ. 20.1.12 με τίτλο «decoflame prices before vat» με την επισυναπτόμενη προσφορά που ο Εναγόμενος 2 απέστειλε στο επαγγελματικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο της και το οποίο η ίδια απέστειλε με τη σειρά της στο δικό της προσωπικό ηλεκτρονικό ταχυδρομείο υποστηρίζει πως δεν εξηγεί τη θεωρία συνωμοσίας και καταδίωξης που έχουν αναπτύξει οι Ενάγοντες στην υπόθεση αυτή. Η προσφορά αυτή της στάληκε από τον Εναγόμενο 2 όταν συζητούσαν για τα τζάκια που και οι δύο ήθελαν να εγκαταστήσουν στα υπό ανέγερση σπίτια τους. Αναφερόμενη στο Τεκμήριο 13 υποστηρίζει πως κάποιος μπορεί να διαπιστώσει ότι το πρώτο μέρος του Τεκμηρίου αφορά ηλεκτρονικό μήνυμα της ημερ. 17.1.12 σε σχέση με τη διαδικασία εγγραφής εταιρείας στης Βρετανικές παρθένους νήσους. Η συγκεκριμένη πληροφορία δόθηκε κατά το χρόνο που εξακολουθούσε να είναι στην εργοδότηση των Εναγόντων και αποτελούσε μέρος της συνήθους εργασίας της. Απευθύνεται προς συγκεκριμένους πελάτες των Εναγόντων και δεν είναι κατά κανένα τρόπο εμπιστευτική. Οι Ενάγοντες παρέλειψαν εσκεμμένα να υποδείξουν τα πιο πάνω, αποβλέποντας στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Η θέση της Εναγομένης 4 την οποία ασπάζεται είναι ότι έχει κάθε δικαίωμα να ενεργεία για οποιοδήποτε πελάτη επιθυμεί την παροχή νομικών υπηρεσιών ανεξάρτητα αν αυτός υπήρξε ή εξακολουθεί να είναι πελάτης των Εναγόντων. Παρά ταύτα κατηγορηματικά δηλώνει ότι απ΄ ότι γνωρίζει και από πληροφόρηση που προέρχεται από την Εναγομένη 4 δεν προσεγγίστηκε οποιοσδήποτε εκ των πελατών των Εναγόντων με σκοπό να καταστεί πελάτης της Εναγομένης
- Είναι όμως γεγονός ότι μεγάλος αριθμός προσώπων που υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων χρησιμοποιεί σήμερα τις υπηρεσίες της Εναγομένης 4 κατόπιν ελεύθερης επιλογής τους. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς του Φ. Αριστοτέλους στην παράγραφο 18(ζ) της ένορκης δήλωσης του υποστηρίζει ότι η εταιρεία Celestial Enterprises Ltd ουδέποτε υπήρξε πελάτης των Εναγόντων παρά το γεγονός ότι ο ωφέλιμος ιδιοκτήτης των μετοχών της είναι πελάτης των Εναγόντων αλλά και πελάτης των Εναγομένων
- Το Τεκμήριο 12 στην ένορκη δήλωση Φ. Αριστοτέλους περιήλθε σε γνώση των Εναγόντων γιατί ο ωφέλιμος ιδιοκτήτης των μετοχών ως ο ίδιος την έχει πληροφορήσει δεν είχε κανένα λόγο να αποκρύψει τη συνεργασία του με τους Εναγόμενους 5 και γι΄ αυτό ζήτησε από τους Ενάγοντες να προβούν σε εξόφληση των τιμολογίων των Εναγομένων 5 Τεκμήριο 12 με δεδομένο ότι ο Ανδρέας Νεοκλέους και Ηλίας Νεοκλέους είναι οι υπογραφείς του τραπεζικού λογαριασμού άλλης εταιρείας που ανήκει στον ωφέλιμο ιδιοκτήτης της Celestial Enterprises Limited από τον οποίο λογαριασμό θα γινόταν η πληρωμή των εν λόγω τιμολογίων. Τα εν λόγω τιμολόγια φέρουν ημερομηνίας 21.11.12 και 9.1.13 δηλαδή περίοδο κατά την οποία ούτε η ίδια ούτε η Εναγόμενη 2 ή 3 εργάζονταν για τους Ενάγοντες. Περαιτέρω υποδεικνύει ότι από την πρώτη σελίδα του τιμολογίου ημερ. 22.11.12 προκύπτει ότι η χρέωση αφορά τη σύσταση της εταιρείας Celestial Enterprises Ltd γεγονός που αποδεικνύει ότι η εν λόγω εταιρεία ουδέποτε υπήρξε πελάτης των Εναγόντων. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν αποκαλύφθηκαν στο Δικαστήριο κατά τη διάρκεια εξασφάλισης μονομερώς των εκδοθέντων διαταγμάτων. Ο Ruslan Orekhov είναι δικηγόρος πελάτης των Εναγόντων για πολλά χρόνια και είναι αποστολέας των εγγράφων που αποτελούν το Τεκμήριο 13 Α στην ένορκη δήλωση Φ. Αριστοτέλους. Υποστηρίζει πως εσκεμμένα δεν αποκαλύπτεται από τους Ενάγοντες το καλυπτικό ηλεκτρονικό μήνυμα του Ruslan Orekhov επί του οποίου επισυνάπτονταν τα έγγραφα που αποτελούν το Τεκμήριο 13 Α και στάληκαν στην ηλεκτρονική διεύθυνση olgam@neokleous.com. Στο εν λόγω μήνυμα ο Ruslan Orekhov ζητούσε πληροφορίες από τους Ενάγοντες δικηγόρους του κατά πόσο θα μπορούσε να εμβαστεί από πελάτη του στο λογαριασμό των Trapani Holding Limited ποσό χρημάτων που δεν αποκάλυψε. Η εν λόγω εταιρεία από έρευνα στον Έφορο Εταιρειών Τεκμήριο 10 έχει σαν μόνο μέτοχο τον Ruslan Orekhov ενώ η διαχείριση της γίνεται από πρόσωπα ελεγχόμενα από τους Ενάγοντες. Η μόνη εμπλοκή της ως εργοδοτούμενη των Εναγόντων στην εν λόγω υπόθεση ήταν η λήψη του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και των επισυνημμένων εγγράφων και μετέπειτα επικοινωνία της με τον Ruslan Orekhov όπου τον συμβούλευσε να αποταθεί για το συγκεκριμένο θέμα στην τράπεζα του αφού αφορά θέμα τραπεζικών εμβασμάτων. Επικοινώνησε με την ΜΟΚΑΣ και έθεσε τον εαυτό της στη διάθεση της συγκεκριμένης υπηρεσίας και ο αρμόδιος λειτουργός της τη διαβεβαίωσε ότι θα ζητήσει από τους Ενάγοντες την παρουσίαση της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που οι ίδιοι δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο. Υποστηρίζει πως ο Φ. Αριστοτέλους στην ένορκη δήλωση του ημερ. 19.2.13 σκόπιμα δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης του για τους ισχυρισμούς του για ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Περαιτέρω υποστηρίζει πως η μη αποκάλυψη του συνοδευτικού ηλεκτρονικού μηνύματος που αποστάληκε από τον Ruslan Orekhov συνιστά μη αποκάλυψη ουσιώδους γεγονότος ενώ από τα έγγραφα Τεκμήριο 13 Α δεν προκύπτει από πουθενά πρόθεση για πραγματοποίηση εμβάσματος ποσού €350.000.000 αλλά απλά στην επιστολή της CREDITNET BANK INTERNATIONALE ΗΜΕΡ. 29.12.11 που στάληκε από τον Ruslan Orekhov και φαίνεται να αποτελεί επιβεβαίωση της ύπαρξης χρημάτων γίνεται αναφορά στο εν λόγω ποσό. Αντίθετα στο δείγμα (specimen of SWIFT transfer) που επίσης στάληκε από τον Ruslan Orekhov αναφέρεται το ποσό των €35.000.
- Αναφορικά με τα πιο πάνω αναφέρει πως η κοινή λογική έχει καταρρεύσει με τις αναφορές στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης Φ. Αριστοτέλους αφού όλοι οι Εναγόμενοι συμπεριλαμβανομένων και των Εναγομένων 4, 5, 6 και 7 που ουδέποτε βρίσκονταν στην υπηρεσία των Εναγόντων υποστηρίζεται πως πρόσφεραν για ίδιο όφελος υπηρεσίες σε αμφιβόλου νομιμότητας υπόθεση. Όπως την συμβουλεύουν οι δικηγόροι της από την ένορκη δήλωση Αριστοτέλους δεν προκύπτει οποιαδήποτε αιτία αγωγής εναντίον των Εναγομένων 4, 5, 6 και 7 και η περίληψη τους δεν μπορεί να δικαιολογηθεί με κανένα τρόπο πόσο μάλλον η έκδοση διαταγμάτων εναντίον τους. Το ίδιο ισχύει ως προς τα ποσά που αξιώνουν οι Ενάγοντες από όλους τους Εναγομένους συλλήβδειν που με καμιά αριθμητική λογική δεν μπορούν να δικαιολογηθούν ακόμα και αν οι αξιώσεις τους ήταν για σκοπούς συζήτησης βάσιμες. Τέλος υποστηρίζει ότι είναι παντελώς αβάσιμος ο ισχυρισμός ότι τόσο η ίδια όσο και οι Εναγόμενοι 2, 3 και 6 μπορούν ανά πάσα στιγμή να εγκαταλείψουν την Κύπρο. Τέλος υποστηρίζει πως δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων και σε κάθε περίπτωση δεν δικαιολογείται η έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων προστακτικών διαταγμάτων και η τυχόν έκδοση τους αλλάζουν το υπάρχον καθεστώς. Την ειδοποίηση για πρόθεση ένστασης της Εναγομένης Καθ΄ ης η Αίτηση 5 υποστηρίζει με την ένορκη δήλωση του ο Victor Shvets ημερ. 21.5.
- Αναφέρει ότι είναι Ρώσος υπήκοος και ο πραγματικός δικαιούχος της Εναγομένης 5 η οποία είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Belize. Αναφέρει πως διάβασε το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης του Φ. Αριστοτέλους 19.2.13 και αρνείται όλους τους ισχυρισμούς σε σχέση με την Εναγομένη
- Δηλώνει ότι η Εναγομένη 5 δεν ανήκει ούτε ελέγχεται από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 και δικαιούχος της είναι ο ίδιος. Αναφέρει ότι συνεργάστηκε για κάποια χρόνια με τον Αντρέα Νεοκλέους και τον οίκο του και δεν υπήρξε ευχαριστημένος με τις υπηρεσίες του και αποφάσισε να ιδρύσει μια εταιρεία στην Κύπρο και μια στο Belize ώστε να διευκολύνει τις εταιρικές υπηρεσίες των συνδεδεμένων μαζί του εταιρειών αλλά και άλλων εταιρειών. Μετά που οι Εναγόμενες 1 και 3 παραιτήθηκαν από την εργοδοσία των Εναγόντων τις προσέγγισε και τους πρότεινε όπως α) αναλάβουν το διαχειριστικό μέρος της εταιρείας στο Belize, β) αναλάβουν όλη την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας στην Κύπρο και γ) να εγγράψουν την κυπριακή εταιρεία σαν εταιρεία παροχής υπηρεσιών καταπιστευμάτων σύμφωνα με τη νέα σχετική νομοθεσία. Αυτή η εταιρεία θα ήταν κάτω από τον έλεγχο και διεύθυνση τους. Όπως τον πληροφορεί η Εναγομένη 1 το Τεκμήριο 9 εκδόθηκε από την εταιρεία στο Belize διότι οι υπηρεσίες που παρασχέθηκαν σχετίζονται με την ίδρυση και λειτουργία της εταιρείας Celestial Enterprises Limited η οποία συστάθηκε στο Belize. Υποστηρίζει ότι η δήλωση του Φ. Αριστοτέλους ότι η εταιρεία Celestial Enterprises Ltd είναι πελάτες των Εναγόντων είναι ψευδής και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Η εν λόγω εταιρεία εγγράφηκε στο Belize με οδηγίες της Εναγομένης 1 στις 31.10.12 (Τεκμήριο 1). H εν λόγω εταιρεία ουδέποτε υπήρξε πελάτης των Εναγόντων. Η αλήθεια είναι ότι η πραγματική δικαιούχος της, ανέθεσε τη διαχείριση αριθμού νομικών προσώπων, των οποίων είναι η πραγματική δικαιούχος, στους Ενάγοντες. Τον πληροφορεί η Εναγομένη1 ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι τα τιμολόγια είχαν εκδοθεί στις 22.11.12 και 9.1.13 και ότι η εταιρεία τους IRY Management πλήρωσε το τιμολόγιο το σχετικό με την ίδρυση της Celestial Enterprises Limited στις 16.1.
- Οι Ενάγοντες γνώριζαν γι΄ αυτά τα τιμολόγια από το περασμένο Νοέμβριο 3 μήνες πριν να αιτηθούν στο Δικαστήριο για μονομερές διάταγμα και απέκρυψαν το θέμα από το Δικαστήριο. Τέλος υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 5 δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη σχέση με τους Ενάγοντες ή άλλη συνδεδεμένη με τους Ενάγοντες εταιρεία ή πρόσωπο. Αυτή δεν έχει στην κατοχή της οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στους Ενάγοντες. Η Εναγομένη 5 δεν είναι αναμεμειγμένη σε οποιαδήποτε συνωμοσία ή άλλη παράνομη πράξη εναντίον των Εναγόντων. Δεν υπάρχει απόδειξη ή έστω ισχυρισμός ότι η Εναγομένη 5 εμπλέκεται στον ισχυρισμό των Εναγόντων σχετικά με τα €3.500.000 ή ότι είναι συνδεδεμένη ή σχετίζεται με οποιοδήποτε από τους Εναγόμενους. Το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε έχει σοβαρές επιπτώσεις στην Εναγόμενη 5 και είναι αδύνατο γι΄ αυτούς να διαχειριστούν το μοναδικό λογαριασμό της εταιρείας τους ή να ανοίξουν άλλο λογαριασμό σε τράπεζα. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 10.5.2013 ο Φίλιππος Αριστοτέλους αναφέρει πως συμπληρωματικά και υπό το φως και ενόψει των ισχυρισμών που προβάλλουν οι Εναγόμενοι στην ειδοποίηση ένστασης τους ημερ. 12.3.2013, αυτοί με την ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1/Καθ΄ης η αίτηση επιδιώκουν να υποτιμήσουν, περιφρονήσουν και/ή υποβιβάσουν το δικηγορικό γραφείο των Εναγόντων και το επίπεδο αυτού το οποίο ως δικηγορική εταιρεία είναι ευρέως αναγνωρισμένη ως η μεγαλύτερη στην Κύπρο,στην περιοχή της νοτιοανατολικής Ευρώπης αλλά και εντάσσεται ανάμεσα στις εκατόν μεγαλύτερες δικηγορικές εταιρείες της Ευρώπης. Το περιεχόμενο των παραγράφων 15 και 16 της ένορκης δήλωσης της Olga Mikhailova είναι παντελώς ασαφές, αόριστο ενώ σκοπό έχει να εκθέσει και να πλήξει την καλή φήμη του γραφείου των Εναγόντων. Οι παράγραφοι 17 μέχρι 30 αυτής αποτελούν μέρος της έκδηλης προσπάθειας τους να δημιουργήσουν για το γραφείο των Εναγόντων μια πολύ διαφορετική και υποβαθμισμένη εικόνα από την πραγματική εικόνα αυτού. Σε καμία περίπτωση τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η ενόρκως δηλούσα δεν είχαν αρνητικό αντίκτυπο στις εργασίες και στην καλή φήμη των Εναγόντων ούτε και είχαν ως επίπτωση τη μείωση ή τη δραστική μείωση, ως ψευδώς ισχυρίζεται, του κύκλου εργασιών της ο οποίος διατηρείται μέχρι σήμερα στα ίδια ψηλά επίπεδα. Το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση της στην παράγραφο 29 το οποίο είναι στη Ρωσική γλώσσα, με τίτλο όμως στα Αγγλικά, είναι συνωμοσιολογικό, βλακώδες παραλήρημα εναντίον του Ανδρέα Νεοκλέους και των Εναγόντων το οποίο του αποδίδει τα πάντα από προδοσία μέχρι πτώση αεροσκαφών. Σχετική μετάφραση στα Ελληνικά επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Για το κείμενο αυτό και άλλο κείμενο έχει εγερθεί από τους Ενάγοντες και τον Ανδρέα Νεοκλέους η Αγωγή λιβέλλου 1418/13 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 καθώς και άλλων Εναγομένων. Υποστηρίζει πως είναι πασυφανές πως οι Εναγόμενοι μη έχοντας συγκεκριμένες απαντήσεις σχετικά με τα θέματα που εγείρονται στην αίτηση ημερ. 19.2.2013 και στην ένορκη δήλωση του που την υποστηρίζει εμπλέκουν και απαντούν με αναφορά σε διάφορα άσχετα, ανούσια, ανόητα και ατεκμηρίωτα θέματα πλην όμως πολύ σοβαρά κακοήθη, προσβλητικά και ενοχλητικά για το ήθος και το χαρακτήρα του Ανδρέα Νεοκλέους και των προσώπων που αποτελούν το δικηγορικό γραφείο των Εναγόντων. Προσπαθούν δε να καταστήσουν τους Ενάγοντες υπεύθυνους μη αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων. Κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ισχύει καθότι όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί που οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν ότι δεν αποκαλύφθηκαν από τους Ενάγοντες πέραν του ότι είναι ψευδείς είναι επίσης και εντελώς άσχετοι και αφορούν επουσιώδη για την κρινόμενη αγωγή και αίτηση θέματα οπότε δεν μπορεί να τίθεται θέμα παραβίασης της υποχρέωσης των Εναγόντων προς πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη τους. Αναφερόμενος στις παραγράφους 31, 32 και 33 της ένορκης δήλωσης της Olga Mikhailova τονίζει ότι το γεγονός το οποίο υπογραμμίζει η εν λόγω ενόρκως δηλούσα ότι μετά την παραίτηση της εξακολουθεί να έχει πρόσβαση στην ηλεκτρονική διεύθυνση που χρησιμοποιούσε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης της από τους Ενάγοντες κατόπιν οδηγιών του διευθύνοντα συμβούλου των Εναγόντων υποδεικνύει ότι αυτή επιτυχώς ξεγέλασε και εξαπάτησε τους Ενάγοντες και το διευθύνοντα σύμβουλο τους όσον αφορά τους λόγους για τους οποίους υπέβαλε την παραίτηση της όπως και το Τεκμήριο 4, το οποίο αποκαλύφθηκε εκ των υστέρων, το οποίο αποστάληκε από την ενόρκως δηλούσα προς τρίτα πρόσωπα και όχι στο προσωπικό της e-mail όπως ισχυρίζεται. Προς τούτο υποστηρίζει πως η ενόρκως δηλούσα παρουσίασε στους Ενάγοντες και ισχυρίστηκε ότι ο λόγος παραίτησης της συνδέεται και αφορά την ανάγκη φροντίδας των δύο γιών της ενώ όπως διαφάνηκε στην πορεία μαζί με τον Εναγόμενο 2 και την Εναγόμενη 3 είχαν ήδη οργανώσει τη σύσταση της Εναγόμενης 4 και είχαν ήδη αρχίσει να αποσπούν πελάτες από το πελατολόγιο των Εναγόντων και είχαν αρχίσει να παρέχουν υπηρεσίες προς αυτούς ενώ βρίσκονταν ακόμα υπό την εργοδότηση των Εναγόντων. Αναφερόμενος στο συμβόλαιο εργοδότησης της Τεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωση του ημερ. 19.2.2013 υποστηρίζει πως και πάλι στις παραγράφους 39 μέχρι 43 η εν λόγω ενόρκως δηλούσα επιχειρεί να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο από την ουσία της υπόθεσης επικαλούμενη διάφορους άσχετους και ατεκμηρίωτους ισχυρισμούς για να καταλήξει και πάλι στο ότι οι Ενάγοντες είναι ένοχοι απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων. Το συμβόλαιο που ρυθμίζει την εργοδότηση της με τους Ενάγοντες έχει αποκαλυφθεί από τους τελευταίους, Τεκμήριο 2, και ψεύδεται η Olga Mikhailova όταν ισχυρίζεται ότι δεν αποκαλύφθηκε το ισχύον κατά τον τερματισμό συμβόλαιο της. Το ίδιο ισχύει και για την δήθεν μη αποκάλυψη των εκάστοτε ρητρών διαιτησίας που ίσχυαν στα ισχυριζόμενα συμβόλαια. Υποστηρίζει πως η ενόρκως δηλούσα και κατ' επέκταση οι Εναγόμενοι με διάφορα επουσιώδη και άσχετα προσχήματα επιχειρούν να θολώσουν τα νερά με απώτερο σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Αναφερόμενος στον τρόπο επίδοσης των εγγράφων που αφορά η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή στον Εναγόμενο 6 λέγει πως η υποκατάστατη αυτή επίδοση η οποία και εγκρίθηκε από το Δικαστήριο πληρούσε όλες τις απαραίτητες προϋποθέσεις. Αρνείται τις παραγράφους 44 μέχρι 46 της ένορκης δήλωσης της και δηλώνει πως το περιεχόμενο τους είναι παντελώς αβάσιμο, αδικαιολόγητο και σαφώς υποβιβάζει το επίπεδο της διαδικασίας. Εκτός του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 3 εργαζόταν στο εταιρικό και εμπορικό τμήμα των Εναγόντων με προϊστάμενο τον Εναγόμενο 2 ο οποίος είναι συνέταιρος, ο ενόρκως δηλών δηλώνει πως οι παράγραφοι 48 μέχρι και 52 της ενόρκου δηλώσεως της Olga Mikhailova είναι αναληθείς. Αναφερόμενος στις παραγράφους 53 μέχρι 59 της ένορκης δήλωσης της Olga Mikhailova οι οποίες αναφέρονται στις υπηρεσίες που προσφέρθηκαν από την ενόρκως δηλούσα προς τους Εduard και Tatiana Ovchinnikov αποτελούν ψευδείς ισχυρισμούς και εκ των υστέρων σκέψεις των Εναγομένων οι οποίες διατυπώνονται στην προσπάθεια τους να δικαιολογήσουν τη δόλια και απατηλή στάση τους που δεν ήταν άλλη από του να πλουτίσουν από την εν λόγω υπόθεση δόλια και αθέμιτα εις βάρος των Εναγόντων που ήταν και ο σκοπός του απατηλού, παράνομου, κακόπιστου και δόλιου σχεδίου τους. Υποστηρίζει πως η Εναγόμενη 4 αντίθετα με αυτά που ισχυρίζεται η ενόρκως δηλούσα έχει καθήκον να μην εκμεταλλεύεται προς δικό της συμφέρον το πελατολόγιο των Εναγόντων το οποίο ήταν γνωστό στους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ενόσω αυτοί ήταν υπό την εργοδότηση των Εναγόντων. Εξ' όσων προκύπτει από τα Τεκμήρια οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 είχαν αρχίσει να παρέχουν υπηρεσίες προς πελάτες των Εναγόντων για ίδιο συμφέρον ενόσω ήταν ακόμη υπό την εργοδότηση των Εναγόντων. Υποστηρίζει πως στις παραγράφους 66 μέχρι 69 της ένορκης δήλωσης της Olga Mikhailova αναφέρονται άσχετα και επουσιώδη θέματα πάντοτε με σκοπό τον αποπροσανατολισμό του Δικαστηρίου από την ουσία της υπόθεσης και την παραπλάνηση του στην εξέταση ανούσιων θεμάτων. Αναφερόμενος στις παραγράφους 70, 71 και 73 της ένορκης δήλωσης της Olga Mikhailova αναφέρει πως υποβιβάζουν το επίπεδο της δικαστικής διαδικασίας και τα όσα οι Εναγόμενοι καταλογίζουν στους Ενάγοντες είναι απαράδεκτα και αβάσιμα. Στην απαντητική ένορκη δήλωσης της ημερ. 20.5.2013 η Olga Mikhailova επισυνάπτει σαν Τεκμήριο Α το τελευταίο συμβόλαιο εργοδότησης της με τους Ενάγοντες και όχι με τους Ανδρέας Νεοκλέους & Co. που δεν είναι διάδικο μέρος σε αυτή τη διαδικασία το οποίο ήταν σε ισχύ κατά το χρόνο που παραιτήθηκε από την εργοδοσία των Εναγόντων. Τούτο εις απάντηση στο Φίλιππο Αριστοτέλους ο οποίος δήλωσε στην ένορκη δήλωση του ότι το Τεκμήριο 2 της ένορκης του δήλωσης ημερ. 19.2.2013 είναι το συμβόλαιο εργοδότησης της κατά το χρόνο της παραίτησης της. Περαιτέρω ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποκαλύψουν ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν συνέταιρος στους Ανδρέας Νεοκλέους & Co. και ότι οι συμφωνίες συνεταιρισμού των Ανδρέας Νεοκλέους & Co. προνοούσε ότι ο Εναγόμενος 2 σαν συνέταιρος αν το επιθυμούσε θα μπορούσε απλά να προμηθεύσει μια λίστα πελατών και υποθέσεων τις οποίες να πάρει μαζί του ώστε να ανταγωνίζεται τους Ανδρέας Νεοκλέους & Co.. Σαν Τεκμήριο Β επεσύναψε την πράξη συνεταιρισμού. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 5.6.12 ο Φ. Αριστοτέλους απαντά στον Victor Shvets, υποστηρίζοντας ότι ο Shvets δεν παρουσιάζει την πραγματική εικόνα στο Δικαστήριο. Αμφισβητεί τον ισχυρισμό του Shvets ότι είναι ο τελικός δικαιούχος της Εναγόμενης 5 και επαναλαμβάνει ότι η Εναγόμενη 5 ελέγχεται από τους Εναγόμενους 1, 2, 3,
- Αναφέρει πως υπάρχουν άλλες τέσσερις Κυπριακές εταιρείες «RVZ» που εμφανώς ανήκουν στον ίδιο όμιλο εταιρειών. Διευθυντές της RVZ Trust Company Ltd η οποία συστάθηκε στις 28.11.11 είναι οι Εναγόμενοι 1 και 2 και η Gulnaza Ziadetdinova ενώ προηγουμένως διευθυντής της ήταν ο Εναγόμενος
- Διευθυντές στις υπόλοιπες τρεις εταιρείες οι οποίες ενεγράφηκαν στις 20.3.12 και 2.3.12 είναι η Εναγόμενη , η Aline Hassiem πρώην υπάλληλος των Εναγόντων και η Gulnaza Ziadetdinova. Έγγραφα σχετικής έρευνας κατατέθηκαν ως Τεκμήρια Α. Υποστηρίζει πως η μη αναφορά του V. Shvets στις εν λόγω εταιρείες είναι εσκεμμένη καθ΄ ότι η αποκάλυψη τους θα αποτελούσε ένδειξη αναφορικά με την ύπαρξη σχέσης και σύνδεσης αλλά και άσκησης ελέγχου από τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 6 επί της Εναγομένης
- Περαιτέρω αναφέρει πως δεν εξηγείται το γεγονός ότι παρασχέθηκαν υπηρεσίες στην Celestial Enterprises Ltd στις 3.10.12 όπως υποστηρίζει ο Shvets ενώ η Εναγόμενη 5 έκδωσε τιμολόγια για υπηρεσίες που προσφέρθηκαν στη Celestial από τις 30.4.
- Τέλος εξηγά πως οι Ενάγοντες έχουν αποκτήσει από τον συνεταιρισμό Ανδρέας Νεοκλέους & Σία όλες τις εργασίες, υποθέσεις και περιουσιακά στοιχεία του συνεταιρισμού και όλων των συνεργαζομένων μετ΄ αυτού εταιρειών και έχουν αναλάβει όλες τις υποθέσεις, εργασίες, πελάτες και τα περιουσιακά στοιχεία του συνεταιρισμού Ανδρέας Νεοκλέους & Σία καθώς επίσης και όλες τις υποχρεώσεις του από τον Ιανουάριο του 2008 (Τεκμ. Β). Η ακρόαση της αίτησης περιορίστηκε στις αγορεύσεις των δικηγόρων των διαδίκων μερών, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέταση των εκατέρωθεν ενόρκως δηλούντων. Θεωρώ σκόπιμο πρώτα να εξετάσω και αποφασίσω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγομένων-Καθ΄ ων η Αίτηση ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί το κατεπείγον του αιτήματος για την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων στην απουσίας τους και δεύτερον θα εξετάσω αν ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο όλα τα ουσιώδη γεγονότα. Και αυτό γιατί, αν ήθελε αποδειχθεί ότι έτσι έχουν τα πράγματα τα εκδοθέντα διατάγματα είναι ακυρώσιμα χωρίς να εξεταστεί η ουσία της αίτησης. Σύμφωνα με τη νομολογία, το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αιτήσεως. Όπως υποδεικνύεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 597, επαναλαμβάνεται στη M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1 A.A.Δ. 1791 και τονίζεται στη Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, γεγονότα που σχετίζονται με το κατεπείγον του αιτήματος ενέχουν άμεση σημασία για τη χορήγηση θεραπείας στην απουσία του αντιδίκου. Απόκρυψη γεγονότων που καθιστούν το αίτημα μη επείγον, αναιρούν τη βασική προϋπόθεση για την παροχή ενδιάμεσης θεραπείας στην απουσία του εναγόμενου. Το υπαρκτό του επείγοντος, όπως υποδεικνύεται σε δύο αποφάσεις του Κωνσταντινίδη Δ, (In Re Stavros Hoterl Appartments Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 836, In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1(B) A.A.Δ. 861) «αποτελεί προϋπόθεση για την επίκληση της δικαιοδοσίας κάτω από το άρθρο 9 του Κεφ.6». Στην υπόθεση Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd
(2004)A.A.Δ. 202, 207 υπεδείχθησαν τα εξής: «Η αδράνεια του εφεσείοντος να ζητήσει θεραπεία μόλις τα κρίσιμα γεγονότα περιήλθαν σε γνώση του αναιρεί το κατεπείγον του αιτήματος. Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί.» Στην υπόθεση ΑΜΒΡΟΣΙΑΔΟΥ ν. COWARD Έφεση αρ.3/2011 και 4/2011 ημερ. 15.1.2013 υποδείχθηκε πως «η υποχρέωση αποκάλυψης επεκτείνεται και στα γεγονότα που αφορούν το κατεπείγον», γίνεται δε αναφορά στην Μitsingas, (ανωτέρω) όπου στη σελ.1797 υποδεικνύεται ότι «... σε μονομερείς αιτήσεις ουσιώδη είναι και τα γεγονότα που σχετίζονται με το επείγον του ζητήματος». Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Ιερά Μητρόπολις Πάφου ν. Aristo Developments Ltd, Π.Ε. 211/10, ημερ. 14.7.2011, με αναφορά στη Seamark Consultancy Services Ltd κ.α. ν. Joseph P. Lasala κ.α.
(2007)1 Α.Α.Δ. 162, σελ. 185-186, ο παράγων του χρόνου συνεκτιμάται με τις θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και την όλη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων. Όσον αφορά το δεύτερο, αποτελεί πάγια θέση της νομολογία ότι μια μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides") και παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, οδηγεί στην ακύρωση της διαταγής που δόθηκε στη μονομερή αίτηση. Σε παράλειψη παρουσίασης των γεγονότων αυτών ενώπιον του Δικαστηρίου στην ex parte αίτηση, η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο απαντά: «Δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε. Στην Τimberland Co. v. Evans & Sons Ltd κ.ά.
(1998)1 A.A.Δ. 1179, 1186 ο Γ.Μ. Πικής, Π. με αναφορά στη Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά.
(1996)1 (Α) Α.Α.Δ. 597 και την M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Τhe Timberland Co of USA 1
(1997)(Γ) Α.Α.Δ. 1791 θέτει το ζήτημα ως εξής: «. η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύει τη βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Συναρτάται (η μη αποκάλυψη) με τις, εξ αντικειμένου, συνέπειες στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου, όπως επισημαίνεται στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Limited κ.ά. (ανωτέρω): - (σελ. 601-602) «Ό,τι ανατρέπει τη βάση του διατάγματος είναι η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Στην απουσία τους, η απόφαση του δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής.» Στη Μ & CH Mitsingas Trading Ltd. κ.ά. v. The Timberland Co of USA, (ανωτέρω), αποφασίστηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Δεν αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος η προβολή αντεκδικήσεων τρίτων προς τα δικαιώματα του, τις οποίες αμφισβητεί. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί, τονίζεται, σε κάθε περίπτωση, είναι:- (σελ. 1798) «. γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματος του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, και (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος το οποίο εγείρεται, καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας.» Όπως υποδεικνύεται στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Public Company Ltd κ.α. ν. BAT (CYPRUS) Ltd, Πολ. Έφ. Αρ. 263/2009 ημερ. 16.2.2012 από τον Νικολάτο, Δ.: «Καθοδηγητική για το ζήτημα της υποχρέωσης αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων, όταν υποβάλλονται μονομερείς αιτήσεις, είναι η απόφαση στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 όπου έγινε ευρεία παράθεση κυπριακής και αγγλικής νομολογίας. Στην υπόθεση εκείνη έγινε ειδική αναφορά στις κατευθυντήριες γραμμές που δόθηκαν στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Brink´s Mat Ltd v. Elcombe
(1988)1 W.L.R. 1350. Σ΄ αυτές περιλαμβάνεται το καθήκον του αιτητή για πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων. Τα ουσιώδη γεγονότα είναι εκείνα που είναι σημαντικό να τα γνωρίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως. Το ουσιώδες προς αποκάλυψη αποφασίζεται από το δικαστήριο και όχι από τους νομικούς συμβούλους του αιτητή. Ο αιτητής έχει καθήκον να προβαίνει σε έρευνα ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Το εύρος της έρευνας εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Αν αποδειχθεί ουσιαστική απόκρυψη γεγονότος, το δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιωθεί ότι ο αιτητής δεν αποκομίζει πλεονέκτημα από την απόκρυψη. Η ουσιαστικότητα και σημασία του γεγονότος που απεκρύβη κρίνεται από τον εκδικάζοντα Δικαστή, με γνώμονα τη σημασία του γεγονότος σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Τελικά, το εκδικάζον δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσον θα ακυρώσει ή όχι ένα παρεμπίπτον διάταγμα που εκδόθηκε στη βάση αιτήσεως στην οποία απεκρύβη κάποιο γεγονός. Όπως τονίστηκε στη Γρηγορίου (ανωτέρω) το δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρόλη την απόδειξη «ουσιαστικής» μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.» Στη Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου κ.α. (ανωτέρω) στη σελ. 266 υπεδείχθη ότι: «Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους». Επί της ουσίας της αίτησης: Το ζήτημα του κατά πόσο το προσωρινό διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μετά από μονομερή αίτηση θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ισχύ, αποφασίζεται με βάση τα γεγονότα που υποστηρίζουν τη μονομερή αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Ο κανόνας είναι ότι δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης πρωθύστερα έτσι ώστε να μεταβληθεί ή αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε πρωταρχικά στο δικαστήριο (βλ. αναφορικά με την Νicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 201, 214, Stav. Geor. & Son (Scrap Metals) Ltd v. Πλοίου Lipa
(2000)1 A.A.Δ. 1976, 1981). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας οριστικοποίησης στους Ενάγοντες-Αιτητές. Η μόνη υποχρέωση που έχει ο Εναγόμενος-Καθ'ου η αίτηση είναι να δείξει ότι ο αιτητής κατά το στάδιο της μονομερούς αίτησης δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις έκδοσης του διατάγματος ή μπορεί να δείξει ότι η μαρτυρία του Ενάγοντος είναι ελλιπής και κατάδηλα εσφαλμένη (βλ. Cyprus Trading Corporation Ltd v. ZIM ISRAEL NAVIGATION LTD
(1999)1 ΑΑΔ 1168, 1180, GCC Computers Ltd v. Pencil Datacom Ltd
(2000)1 A.A.Δ. 1584 που αφορά αίτηση για επίδοση κλητηρίου στο εξωτερικό. Η αρχή όμως είναι η ίδια). Ο τρόπος εφαρμογής του άρθρου 32 εξετάστηκε και αναλύθηκε σε μεγάλο αριθμό υποθέσεων. Υποδεικνύονται στη Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 τα εξής: «Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία: (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης.» Το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει και το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Η ύπαρξη απλώς των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή (βλ. Κούνουνα ν. C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 A.A.Δ. 1361, 1366). Δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης στο πλαίσιο διαδικασίας για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως προς τα θέματα που συνάπτονται προς τα επίδικα της αγωγής. Είναι στοιχειώδες πως δεν τίθεται σε αυτό το στάδιο ζήτημα απόδειξης της βάσης της αγωγής. (Βλ. Νικόλα ν. Κεφάλα κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 1400). Έχει δε επεξηγηθεί στην Τσιολάκκη κ.ά ν. Στυλιανίδης
(1992)1 Α.Α.Δ. 782 ο όρος «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκασιν» που τίθεται στην επιφύλαξη του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου 1960 (Ν.14/60). Επιβάλλει την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (arguable case) ως προϋπόθεση για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος (βλ. Οdysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 A.A.Δ. 557, στη σελ. 569). Η δεύτερη προϋπόθεση του πιο πάνω άρθρου αναλύθηκε στην υπόθεση Πουργουρίδης κ.ά. ν. Μέζου κ.ά.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, στη σελίδα 207 όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με τη Odysseos (πιο πάνω), στη σελίδα 569, η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Η πρώτη προϋπόθεση ικανοποιείται εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιον του (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited Πολ. Έφ. 145/2011 ημερ. 13.6.2013). Η έκδοση διατάγματος υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Η άσκηση διακριτικής εξουσίας δεν πρέπει να παραγνωρίζει και την ποιότητα της αξίωσης, η διάγνωση της οποίας δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο στη βάση της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. την Ανδρέα Κυτάλα ν. Άννας Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Σ΄ αυτό το στάδιο το Δικαστήριο δεν θα επιλύσει την ουσιαστική διαφορά των Αιτητών με τους Καθ΄ ων η Αίτηση. Αναπόφευκτα όμως θα πρέπει να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Με κριτήριο τις πιο πάνω νομικές αρχές και με αναφορά στην Απαίτηση των Εναγόντων-Αιτητών και στα γεγονότα όπως προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και τεκμήρια που υποστηρίζουν την Αίτηση και τις Ειδοποιήσεις για Πρόθεση Ένστασης αντίστοιχα, που γίνεται αναφορά πιο πάνω, και έχοντας υπόψη τις θέσεις των δικηγόρων των διαδίκων, θα εξετάσω κατά πόσο τα προσωρινά διατάγματα τα οποία εκδόθηκαν στις 19.2.13 θα γίνουν απόλυτα και κατά πόσο τα προστακτικά διατάγματα που οι Ενάγοντες-Αιτητές ζητούν να εκδοθούν, θα εκδοθούν. Πρώτο θα εξετάσω και αποφασίσω κατά πόσο ευσταθεί η υποβολή του δικηγόρου των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα κατά τη θεμελίωση της αίτησης τους και ειδικά σε σχέση με το κατεπείγον του αιτήματος. Ο Φ. Αριστοτέλους στην ένορκη δήλωση του ημερ. 29.2.13 για να δικαιολογήσει το επείγον του διαβήματος, θέτει υπόψη του Δικαστηρίου το αποτέλεσμα ελέγχου στους servers και τους υπολογιστές των Εναγομένων 1, 2 και 3 που ολοκληρώθηκε περί τον Δεκέμβριο 2012 και αποτελεί τον τυπικό έλεγχο που διενεργούν οι Ενάγοντες όταν αποχωρεί προσωπικό. Κατά τον εν λόγω έλεγχο υποστηρίζει πως διαπιστώθηκε η υπόθεση με την αγορά έπαυλης στη Λεμεσό που προκάλεσε έκπληξη και ανησυχία στους Ενάγοντες οπόταν ο διευθύνων συνέταιρος των Εναγόντων διέταξε την άμεση διενέργεια ενδελεχούς ελέγχου αναφορικά με τις ενέργειες των Εναγομένων 1, 2 και
- Ως λειτουργός συμμόρφωσης των Εναγόντων για σκοπούς ξεπλύματος βρώμικου χρήματος διενήργησε αυτεπάγγελτα έρευνα η οποία έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 2013 και ολοκληρώθηκε στις 4.2.
- Υποστηρίζει πως βρήκε, οι Εναγόμενοι ενώ βρίσκονταν στην εργοδότηση των Εναγόντων να πρόσφεραν για ίδιον όφελος υπηρεσίες σε αμφιβόλου νομιμότητας υπόθεση που συνεπαγόταν μεταφορά ποσού €350.000.
- Έχει συντάξει σχετική έκθεση βάσει της οποίας έγινε η καταγγελία της υπόθεσης στη ΜΟΚΑΣ. Επεσύναψε το Τεκμήριο 13Α ως σχετικό έγγραφο. Περαιτέρω, υποστήριξε πως η αίτηση είναι εξαιρετικά επείγουσα καθότι υπάρχει ο κίνδυνος στην περίπτωση που τα αιτούμενα διατάγματα δεν δοθούν, να μην διαφυλαχθεί το STAUS QUO, επίσης να συνεχίσουν οι Εναγόμενοι την παράνομη οικειοποίηση, χρήση και κλοπή των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων και η απόφαση στην αγωγή να παραμείνει ανικανοποίητη. Οι Εναγόμενοι-Καθ' ων η αίτηση αντέταξαν πως είναι ουσιώδες να γίνει ξεκάθαρο με βάση ποιά συγκεκριμένα στοιχεία οι Ενάγοντες έλαβαν γνώση ή υποψιάστηκαν την κατ' ισχυρισμό παράνομη και/ή αντισυμβατική και/ή δόλια συμπεριφορά των Εναγομένων, δεδομένου ότι ο τερματισμός της εργοδότησης των Εναγομένων 1 και 3 επήλθε σχεδόν ένα χρόνο πριν την καταχώριση της αγωγής επομένως αυτές δεν είχαν πρόσβαση στις υποθέσεις των Εναγόντων εδώ και ένα χρόνο ενώ για τον Εναγόμενο 1 ο τερματισμός εργοδότησης του επήλθε σχεδόν έξι μήνες πριν την καταχώριση της αγωγής. Η Εναγομένη 1 στις παραγράφους 54 και 55 της ένορκης δήλωσης της αναφέρει ότι ήταν εν γνώσει του Ανδρέα Νεοκλέους η πρόθεση των υπό αναφορά προσώπων να αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο. Όλοι δε η αλληλογραφία έγινε μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που διατηρούσε η Εναγομένη 1 στους Ενάγοντες. Η παρέλευση οκτώ σχεδόν μηνών από την ημερομηνία που έφυγε η Εναγόμενη ως τον έλεγχο δεικνύει υπέρμετρη καθυστέρηση. Η Εναγομένη 1 αναφερόμενη στα Τεκμήρια 8 και 9 της ένορκης δήλωσης Αριστοτέλους κάνει αναφορά σε ηλεκτρονικό μήνυμα που απέστειλε ο ίδιος ο ενόρκως δηλών για τους Ενάγοντες στις 16.1.2012 προς την Εναγομένη 1 στο οποίο φαίνεται πως και ο ίδιος τότε γνώριζε για τους συγκεκριμένους πελάτες. Ο Φ. Αριστοτέλους στην απαντητική ένορκη δήλωση του ημερ. 10.5.2013 στην παράγραφο 13 δεν απαντά καθόλου στο πώς βρέθηκε το δικό του ηλεκτρονικό μήνυμα στην αλληλογραφία και απλώς ισχυρίζεται ότι οι ισχυρισμοί της Εναγομένης 1 είναι ψευδείς. Υποστηρίζει πως οι Ενάγοντες ως γραφείο γνώριζαν ή μπορούσαν εύλογα να γνωρίζουν τη συγκεκριμένη αλληλογραφία από τον Ιανουάριο του 2012 και ως εκ τούτου τίποτε επείγον δεν υπήρχε αναφορικά με την υπό αναφορά συναλλαγή ώστε να εκδοθεί το διάταγμα μονομερώς. Δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 χρησιμοποιούν το όνομα των Εναγόντων μετά τον τερματισμό της εργοδότησης τους, επομένως υποστηρίζει πως δεν υπάρχει κίνδυνος να συνεχίσουν οι Εναγόμενοι να στέλλουν πληροφορίες του γραφείου των Εναγόντων όταν δεν έχουν πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο τους. Η αμοιβή αφορά συμβόλαιο το οποίο δεν έχει γίνει και αν οι Ενάγοντες θεωρούν ότι δικαιούνται το εν λόγω ποσό μπορούν να το αξιώσουν από τους πελάτες τους. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας ότι το εν λόγω ποσό το έλαβαν οι Εναγόμενοι. Στην παράγραφο 19 της ένορκης δήλωσης του Φ. Αριστοτέλους υπάρχει ισχυρισμός ότι οι Εναγόμενοι ενώ βρίσκονταν στην εργοδότηση των Εναγόντων προσέφεραν για ίδιο όφελος υπηρεσίες σε αμφιβόλου νομιμότητας υπόθεση που συνεπαγόταν μεταφορά ποσού €350.000.000 και ότι σχετική συμφωνία προβλέπει αμοιβή €3,500.
- Ισχυρίζεται ότι έχει συντάξει σχετική έκθεση βάσει της οποίας έγινε καταγγελία στη ΜΟΚΑΣ. Αναφέρει πως επισυνάπτει το Τεκμήριο 13Α ως το σχετικό έγγραφο. Στο Τεκμήριο 13Α δεν υπάρχει καμιά έκθεση αλλά πρόκειται για δέσμη εγγράφων τα οποία είναι ανυπόγραφα και δεν αποδεικνύουν τίποτε. Δεν φαίνεται ποιός τα έστειλε ούτε ποιός τα ετοίμασε και ούτε υπάρχει αναφορά στους Εναγομένους. Γίνεται προσπάθεια επίσης να δικαιολογηθεί το κατεπείγον για να διαφυλαχθεί το STATUS QUO διότι οι Εναγόμενοι θα συνεχίσουν την παράνομη οικειοποίηση, χρήση και κλοπή των περιουσιακών στοιχείων των Εναγόντων. Όμως κατά την ημέρα που εκδόθηκε το διάταγμα ουδείς εκ των Εναγομένων είχε πρόσβαση στα ηλεκτρονικά ταχυδρομεία ή στα γραφεία των Εναγόντων. Ούτε βέβαια υπάρχει μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 6 μπορεί να φύγουν από την Κύπρο. Για τους πιο πάνω λόγους θεωρεί ότι το κατεπείγον δεν μπορεί να ισχύει και πως οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα ή το παραπλάνησαν όταν αποτάθηκαν μονομερώς για την έκδοση των διαταγμάτων. Δύο υποθέσεις, (α) η υπόθεση για την αγορά έπαυλης από τους κύριο και κυρία Orhinnikova και (β) η προσφορά υπηρεσιών αμφιβόλου νομιμότητας, μεταφοράς ποσού €350.000.000 παραπέμπουν σε κατ' ισχυρισμό πράξεις των Εναγομένων οι οποίες έλαβαν χώρα πολλούς μήνες προηγουμένως της καταχώρησης της μονομερούς αίτησης, ο χρόνος που μεσολάβησε, ο Φ. Αριστοτέλους στην ένορκη δήλωση του επιχειρεί να τον δικαιολογήσει υποστηρίζοντας ότι ο έλεγχος στους servers και τους υπολογιστές των Εναγομένων 1, 2, 3 ολοκληρώθηκε το Δεκέμβριο του 2012 και ότι η έρευνα του για τη μεταφορά των χρημάτων ολοκληρώθηκε στις 4.2.
- Θεωρώ πως οι Ενάγοντες είχαν υποχρέωση όταν καταχώρισαν την παρούσα αίτηση τους να πληροφορήσουν και να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο α) ότι η πρώτη υπόθεση ήταν εν γνώσει του Ανδρέα Νεοκλέους, β) ότι ο ίδιος ο Φ. Αριστοτέλους απέστειλε ηλεκτρικό μήνυμα προς την Εναγόμενη 1 στις 16.1.12 από το οποίο φαίνεται πως και ο ίδιος γνώριζε για τους συγκεκριμένους πελάτες, γ) να επισυνάψει την έκθεση που ετοίμασε για την ΜΟΚΑΣ την οποία αναφέρει ότι επισύναψε, αλλά δεν το έπραξε. Θεωρώ ότι οι πιο πάνω παραλείψεις αποκάλυψης αφορούν ουσιώδη γεγονότα που θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος του κατά πόσο οι Ενάγοντες-Αιτητές καθυστέρησαν να καταχωρίσουν την υπό αναφορά αίτηση. Η παράλειψη των Εναγόντων να αναφερθούν στα πιο πάνω ενδυνάμωσε το επείγον για την έκδοση διατάγματος και έθετε το Δικαστήριο προ μιας εικόνας όπου πρόβαλλε επιτακτικά η ανάγκη έκδοσης των διαταγμάτων στην απουσία της άλλης πλευράς. Περαιτέρω, στο ερώτημα κατά πόσο οι Ενάγοντες-Αιτητές είχαν αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα κατά τη θεμελίωση της αίτησης τους είναι κατά την εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων (α) η παρουσίαση του Τεκμηρίου 11 στην ένορκη δήλωση Αριστοτέλους. Τα εν λόγω έγγραφα αποτελούν δείγματα επιστολών που αποστέλλονται σε πελάτες και εισηγείται πως ένα δείγμα επιστολής δεν αποτελεί εμπιστευτική πληροφορία και δεν θεωρείται η αντιγραφή του ως κλοπή πνευματικής περιουσίας. Τα εν λόγω έγγραφα φέρουν ημερομηνία 15.2.2013 ενώ διατείνονται ότι αυτά απεστάλησαν στις 24.1.
- Το δεύτερο έγγραφο είναι ένα κείμενο που φέρει τον τίτλο «A Guide on the Legal Responsibilities of Officers of Cyprus Companies». Το εν λόγω έγγραφο βρίσκεται στο σύγγραμμα των Ανδρέας Νεοκλέους & Σία Introduction to Cyprus Law έκδοση 2000 στη σελ.332 όπου το κείμενο είναι το ίδιο με το κείμενο που δήθεν είναι εμπιστευτικό. Επισημαίνει δε πως συγγραφέας του εν λόγω κειμένου φέρεται ο Εναγόμενος
- Εισηγείται πως έπρεπε οι Ενάγοντες να είχαν αποκαλύψει το γεγονός τούτο ότι το εν λόγω κείμενο ήταν δημοσιευμένο. (β) Ο ισχυρισμός πως οι Ενάγοντες ανακάλυψαν την υπόθεση των κυρίου και κυρίας Ovhinnikova αναφορικά με την αγορά έπαυλης στη Λεμεσό ως αποτέλεσμα ελέγχου στους servers και τους υπολογιστές των Εναγομένων 1, 2 και 3 που ολοκληρώθηκε περί τον Δεκέμβριο του
- Στο Τεκμήριο 9 ο Φ. Αριστοτέλους έχει επισυνάψει ένα e-mail που φέρει ημερομηνία 16.1.2012 που απευθύνεται στην Εναγομένη 1 όπου φαίνεται ότι ο ίδιος απέστειλε σε αυτήν ένα κείμενο στη Ρωσική γλώσσα, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 55 της ένορκης δήλωσης της Εναγομένης 1, που αφορά το κοινωνικό και οικονομικό υπόβαθρο του κυρίου και της κυρίας Ovhinnikova. Εισηγείται πως είναι προφανές ότι το γεγονός αυτό οι Ενάγοντες το απέκρυψαν από το Δικαστήριο το οποίο δεν θα μπορούσε να γνωρίζει ότι η εν λόγω υπόθεση ήταν στη γνώση ακόμα και αυτού του ενόρκως δηλούντος. Ο γενικός και αόριστος αφορισμός στην παράγραφο 13 της απαντητικής ένορκης δήλωσης Αριστοτέλους, δεν αντιμετωπίζει το ζήτημα. Δεν αποκάλυψε επίσης στην ένορκη δήλωση ότι όλα τα e-mails που έστειλε η Εναγομένη 1 στέλλονταν υπό την ιδιότητα της που είχε στους Ενάγοντες. Τα εν λόγω e-mails τα έστειλε και στους δικηγόρους της άλλης πλευράς. (γ) Ο Φ. Αριστοτέλους παρουσίασε ως Τεκμήριο 4 το συμβόλαιο εργοδότησης της Εναγομένης 3, παρέλειψε όμως να υποδείξει στη σελ. 4 τον όρο 8 υπό τον τίτλο Non-Competition. Σύμφωνα με τον πιο πάνω όρο από τις 4.4.2013 οι Ενάγοντες δεν θα είχαν οποιοδήποτε παράπονο σε σχέση με την προσέγγιση πελατών και τον ανταγωνισμό σε σχέση με τους συγκεκριμένους πελάτες. Αυτό το γεγονός απεκρύβη από το Δικαστήριο που αν γνώριζε το χρονικό περιορισμό δεν θα εξέδιδε το σχετικό διάταγμα ή θα το περιόριζε για την περίοδο που λήγει στις 4.4.
- (δ) Στην παράγραφο 18
(1)της ένορκης δήλωσης του ο Αριστοτέλους επισυνάπτει το Τεκμήριο 13 αντίγραφο επιστολής της Εναγομένης 1, και ισχυρίζεται ότι διοχέτευε εμπιστευτικά έγγραφα σε τρίτους. Υποδεικνύει πως τα έγγραφα αφορούν μια άλλη εταιρεία η οποία ονομάζεται Α. Νeocleous Trust Company Ltd, όπως φαίνεται στο κάτω μέρος των εγγράφων. Αποτελεί ουσιώδες γεγονός το οποίο έπρεπε να αποκαλυφθεί. (ε) Η παράγραφος 19 της ένορκης δήλωσης του Αριστοτέλους η οποία περιέχει το μοναδικό υπόβαθρο που αφορά το πρώτο διατακτικό του διατάγματος σε σχέση με την παγοποίηση €3.500.000 περιέχει παραπλανητικές δηλώσεις και γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν. Το Τεκμήριο 13Α το οποίο προφανώς προέκυψε από την έρευνα του Αριστοτέλους δεν αφορά οποιαδήποτε υπόθεση αλλά πρόκειται περί εγγράφου κενού περιεχομένου. Το εν λόγω γεγονός έχει αποκρυβεί. Στο εν λόγω έγγραφο δεν υπάρχουν μέρη (parties), δεν υπάρχει ημερομηνία, όλα τα στοιχεία είναι κενά και δεν έχουν συμπληρωθεί, τα ονόματα των μαρτύρων, τα διαβατήρια τους και οι λεπτομέρειες είναι κενά, στις σελ.7 και 8 δεν αναφέρεται το ποσό, το έγγραφο δεν φέρει υπογραφή, είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου δικηγόρου πως τα πιο πάνω έχουν αποκρυβεί στην ένορκη δήλωση Αριστοτέλους ότι το εν λόγω έγγραφο είναι ένα κενό έγγραφο. Η Εναγομένη 1 στην παράγραφο 64 της ένορκης δήλωσης της ρητά αναφέρει ότι το Τεκμήριο 13Α απεστάλη από κάποιο Ruslan Oreknov στο e-mail του ζητούσε πληροφορίες κατά πόσο μπορούσε να μεταφέρει ένα ποσό χρημάτων στην εταιρεία του. Το e-mail το οποίο συνόδευε το Τεκμήριο 13Α δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο. Αυτή η θέση της Εναγομένης 1 έμεινε εντελώς αναντίλεκτη. Ούτε στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση δίδεται εξήγηση στο τί απέγινε το e-mail που συνόδευε το Τεκμήριο 13Α. (στ) Ο Αριστοτέλους αναφέρει ότι στις σχετικές συμφωνίες καθορίζεται ότι οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν αμοιβή €3.500.
- Δεν υπάρχει οτιδήποτε στο Τεκμήριο 13Α που να αναφέρεται σε αμοιβή €3.500.
- Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν το γεγονός ότι δεν υπήρχε αμοιβή και παραπλάνησαν το Δικαστήριο με την ανακριβή δήλωση ότι το ποσό της αμοιβής είναι €3.500.
- Η αναφορά στο έγγραφο ότι θα υπάρχουν commission και directory fees δεν μπορεί να δημιουργεί υπόνοια ότι οι Εναγόμενοι θα λάμβαναν οποιοδήποτε ποσό. (ζ) Υποστηρίζει πως ο ενόρκως δηλών απέκρυψε ότι τα έγγραφα του Τεκμηρίου 5 αφορούν το συνεταιρισμό Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ο οποίος δεν είναι διάδικος στην αγωγή. (η) Η παρουσίαση του e-mail της Εναγομένης 7 που φέρει ημερομηνία 20.1.2012, Τεκμήριο 9, αφορά τις τιμές για τζάκια και όχι νομικές υπηρεσίες που παρείχε η Εναγόμενη προς τρίτους. (θ) Οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο την επιστολή της Εναγομένης 1 ημερ. 29.3.2012 και την απάντηση Ανδρέα Νεοκλέους ημερ. 30.3.2012 ώστε να τεθεί το πραγματικό υπόβαθρο που οδήγησε την Εναγόμενη 1 σε παραίτηση. Οι Ενάγοντες όφειλαν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο και τη θέση της Εναγομένης 1 η οποία ρητά τοποθετήθηκε στις 29.3.
- Οι λόγοι παραίτησης της ήταν άμεσα συνδεδεμένοι με το χειρισμό της υπόθεσης Rosinka η οποία έλαβε, όπως η ίδια αναφέρει, τρομερές αρνητικές διαστάσεις για το γραφείο Ανδρέα Νεοκλέους & Σία στη Ρωσία που την αφορούσε. (ι) Οι Ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός ότι κατά την αποχώρηση της Εναγομένης 1 διοργανώθηκε τελετή αποχώρησης της όπου όλοι οι συνέταιροι υπέγραψαν στο έντυπο The Legal 500 με τα καλύτερα λόγια. (ια) Οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι μπορούσαν και είχαν δικαίωμα να παρακολουθούν το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο όλων των υπαλλήλων τους. Σχετική είναι η παράγραφος 4.4 (iv) του Τεκμηρίου
- (ιβ) Στην παράγραφο 18(β) της ένορκης δήλωσης του ο Αριστοτέλους παρουσιάζει σαν γεγονός ότι η Εναγομένη 7 παρείχε νομικές υπηρεσίες ενώ το Τεκμήριο 10 δεν περιλαμβάνει ούτε δείγμα μαρτυρίας που να συνηγορεί σε όσα ισχυρίζεται ο ενόρκως δηλών. (ιγ) Η Ενάγουσα απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν εκ των συνεταίρων των Εναγόντων. Η Εναγομένη 1 στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση έχει επισυνάψει τόσο τη συμφωνία συνεταιρισμού όσο και το έγγραφο εισδοχής του Εναγομένου 2 στο συνεταιρισμό. Εισηγείται πως οι Ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν συνεταίρος όσο και τη συμφωνία συνεταιρισμού που περιέχει τον όρο 12.6.
- Στη γραπτή αγόρευση της Εναγομένης 5 ο ίδιος δικηγόρος εισηγείται πως ο Φ. Αριστοτέλους δεν αποκάλυψε τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα: (α) Ότι μοναδικός διευθυντής της Εναγόμενης 5 είναι η Gulnara Ziadetdinova. (β) Η εταιρεία Celestelial Enterprises Ltd ουδέποτε υπήρξε πελάτης των Εναγόντων. (γ) Ότι οι Ενάγοντες ουδεμία συμμετοχή είχαν στη σύσταση και λειτουργία της εταιρείας Celestelial Enterprises Ltd. (δ) Ότι ήταν σε γνώση των Εναγόντων η ύπαρξη των τιμολογίων προς την εταιρεία Celestelial Enterprises Ltd από το Νοέμβριο του
- Τα τιμολόγια πληρώθηκαν από την εταιρεία IRY MANAGEMENT η οποία είναι εταιρεία των Εναγόντων επομένως γνώριζαν γι΄αυτά από τον Νοέμβριο και δεν τα αποκάλυψαν γιατί δεν θα δικαιολογείτο η προϋπόθεση του κατεπείγοντος. Η έκδοση και πληρωμή των τιμολογίων από την εταιρεία των Εναγόντων είχε παραμείνει αναντίλεκτο γεγονός που δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο. Ο δικηγόρος των Εναγόντων στην προσπάθεια του να αντικρούσει τους ισχυρισμούς των Εναγομένων υποστήριξε πως τα γεγονότα που επικαλούνται οι Εναγόμενοι ως γεγονότα που δεν αποκαλύφθηκαν από τους Αιτητές δεν είναι ουσιώδη και σε καμιά περίπτωση δεν σχετίζονται με την ουσία της υπό κρίση υπόθεσης και τα προς εκδίκαση επίδικα θέματα. Αναφερόμενος στον όρο 12.6.2 της πράξης συνεταιρισμού υποστηρίζει πως ο Εναγόμενος - Καθ' ου η αίτηση μπορούσε να προμηθεύσει μια λίστα με υποθέσεις και πελάτες τους οποίους μπορούσε να πάρει μαζί του για να ανταγωνίζεται το συνεταιρισμό. Το εν λόγω θέμα δεν είναι ουσιώδες και σχετικό με την υπό εξέταση διαδικασία. Τα ίδια υποστηρίζει για τους ισχυρισμούς που η Εναγόμενη 5 - Καθ' ης η αίτηση προβάλλει ως γεγονότα ουσιώδη που οι Ενάγοντες απέκρυψαν κατά την έκδοση μονομερώς των υπό εξέταση διαταγμάτων και εισηγείται πως τα γεγονότα που οι Εναγόμενοι - Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται ως μη αποκαλυφθέντα από τους Ενάγοντες - Αιτητές δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιώδη για την παρούσα υπόθεση και δεν μπορούν να θεωρηθούν σχετικά με τα επίδικα γεγονότα και εν πάση περιπτώσει δεν είναι τέτοια που να επηρέασαν τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου προς απόρριψη της αίτησης. Εξέτασα με προσοχή τις εισηγήσεις των δύο δικηγόρων και θεωρώ πως ήταν αναγκαίο οι Ενάγοντες-Αιτητές να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα έγγραφα και πληροφορίες τις οποίες ο δικηγόρος των Εναγομένων παρέθεσε και συνόψισα υπό τα στοιχεία (α) - (ια) και (α) - (δ) για την Εναγόμενη 5, ανωτέρω. Για οικονομία χρόνου δεν θα τα επαναλάβω αλλά τα υιοθετώ. Εκτιμώ ότι οι Ενάγοντες-Αιτητές δεν έδωσαν ορθή και δίκαιη εικόνα της όλης κατάστασης. Όφειλαν να αποκαλύψουν πλήρως όλα τα πιο πάνω έγγραφα και πληροφορίες, τα οποία θεωρώ ουσιώδη γεγονότα, κατά ορθό και δίκαιο τρόπο ενώπιον του Δικαστηρίου. Για τους προαναφερόμενους λόγους θεωρώ ότι, ασκώντας τη διακριτική μου ευχέρεια, τα προσωρινά διατάγματα που είχαν εκδοθεί πρέπει να ακυρωθούν. Περιττεύει η εξέταση της ουσίας της αίτησης. Με τις παραγράφους 2 και 4 της Αίτησης τους οι Ενάγοντες-Αιτητές ζητούν την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων ως εξής: «
- Προστακτικό διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1, 2, 3, 4 και 5 όπως οι ίδιοι και/ή μέσω των αντιπροσώπων τους και/ή των υπηρετών τους και/ή συνδεδεμένων προς αυτούς εταιρειών όπως παραδώσουν στους Ενάγοντες εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος αναλυτική κατάσταση όλων των χρεώσεων και εισπράξεων τους προς και από νομικά ή φυσικά πρόσωπα που ήταν και/ή υπήρξαν πελάτες των Εναγόντων.» Προστακτικό διάταγμα που να διατάσσει στους Εναγόμενους 5, 6 και 7 όπως παραδώσουν εντός 15 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης του διατάγματος λίστα και/ή αντίγραφα εγγράφων τα οποία προήλθαν από τους Εναγόμενους 1-3 κατά την περίοδο που οι Εναγόμενοι εργάζονταν στους Ενάγοντες.» Στην υπόθεση R.K.B. Leathergoods Ltd v. Αγγελίδη
(2004)1 Β Α.Α.Δ.1071 υποδεικνύονται τα εξής: «Προστακτικό διάταγμα δεν εκδίδεται ποτέ ως εάν να είναι κάτι το βέβαιο ή φυσικό και η έκδοση του εμπίπτει πάντοτε εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Clerk & Lindsell on Torts, 16η εκ., παραγ. 7-06). Οι γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα έχουν τεθεί στην Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665,
- Tις παραθέτουμε σε δική μας μετάφραση:
- Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.
- Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.» Μια τρίτη προϋπόθεση για την έκδοση προστακτικού διατάγματος όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του David Bean Injuctions στη 10η έκδ., σελ.26, παραγ. 2 - 34 έχει ως εξής: "Finally, Lord Upjohn mentioned an important factor - the need for precision in a positive injunction (see the dictum cited in para. 2.28 above). In Redland Bricks Ltd v. Morris itself, the county court judge had granted a mandatory injuction directing the defendants to restore support to the claimant's land. This order was set aside by the House of Lords, partly on the grounds of hardship to the defendants, and partly because it gave the defendants no indication of exactly what was to be done. The requirement of precision applies to prohibitory injuctions as well (and indeed to all orders of a court), but it is in the field of mandatory orders that the problem is most acute in practice." Στην παραγ. 2.28 αναφέρεται: "
(3)The need for precision. "The court must be careful to see that the defendant knows exactly what he has to do, and this means not as a matter of law but as a matter of fact" (per Lord Upjohn in Morris v. Redland Bricks Ltd [1970] A.C.652. But, Lord Hoffmann went on: "precision is of course a matter of degree and the courts have shown themselves willing to cope with a certain degree of imprecision in cases of orders requiring the achievement of a result in which the [claimant]'s merits appeared strong. Like all the reasons which I have been discussing it is, taken alone, merely a discretionary matter to be taken into account. It is however, a very important one." Στην προκείμενη υπόθεση οι πιο πάνω προϋποθέσεις δεν πληρούνται. Ελλείπει τόσο το πραγματικό υπόβαθρο προς στοιχειοθέτηση των αιτημάτων όσο και η ακρίβεια στα αιτήματα αναφορικά με το τί οφείλουν οι Εναγόμενοι να πράξουν προς συμμόρφωση. Ως αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα επιδικάζονται εις βάρος των Εναγόντων-Αιτητών και υπέρ των Εναγομένων-Καθ΄ων η αίτηση τα οποία να υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και να πληρωθούν στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .................................................. Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής. /ΜΚ, /ΟΟ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο