← Κύπρος

Μυροφόρας Συμεού κ.α. ν. Page Directors Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3497/13, 4/11/2013

Μυροφόρας Συμεού κ.α. ν. Page Directors Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3497/13, 4/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A338 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3497/13 Μεταξύ:

  1. Μυροφόρας Συμεού
  2. Ειρήνης Ευρυβιάδου Εναγουσών - και -
  3. Page Directors Limited
  4. VTB Bank (Open Joint-Stock Company)
  5. Μυρούλας Νέστωρος
  6. Barossa Limited
  7. Eckersley Investments Limited
  8. Ρίας Χριστοφίου
  9. Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 9.8.2013 4.11.2013 Για τις Ενάγουσες - Αιτήτριες: κ. Στ. Αμερικάνος με κ. Κώστα και κ. Ζαμπυρίνη για Στέλιος Αμερικάνος & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Στ. Παύλου με κ. Χρ. Νικολάου, κα Κ. Φιλιππίδου και κα Ελ. Χριστοφή για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα 1 ήταν η μόνη διευθυντής στην Εναγόμενη 4, Κυπριακή εταιρεία την «Barossa». Η Ενάγουσα 2 ήταν η μόνη διευθυντής στην Εναγόμενη 5, Κυπριακή εταιρεία την «Eckersley». Κάτω από τις περιστάσεις στις οποίες γίνεται αναφορά στη συνέχεια, με ψήφισμα της γενικής συνέλευσης της κάθε εταιρείας οι Ενάγουσες παύθηκαν από τις θέσεις τους και στη θέση του διευθυντή και στις δύο εταιρείες διορίστηκε η Εναγόμενη 1 εταιρεία, η «Page». Επικαλούμενες οι Ενάγουσες πρόνοιες του άρθρου 178

(2)του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 που δεν τηρήθηκαν κατά τη διεργασία παύσης τους, καταχώρισαν την 9.8.2013 την παρούσα αγωγή με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο και αυθημερόν με μονομερή αίτηση εξασφάλισαν ενδιάμεσα διατάγματα ώστε:
  1. Να απαγορεύεται στην «Page» να ενεργεί ως διευθυντής της «Barossa» και «Eckersley».
  2. Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να αλλάξουν τα στοιχεία ή την εταιρική δομή της «Barossa» όπως ήταν την 31.7.2013, περιλαμβανομένης της παύσης της Ενάγουσας 1 και διορισμού άλλου διευθυντή.
  3. Να αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης της Εναγόμενης 2 ως πληρεξουσίου της μετόχου της «Barossa» για παύση της Ενάγουσας
  4. Να αναστέλλεται η καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών της παύσης της Ενάγουσας 1 και του διορισμού της «Page» ως διευθυντή της «Barossa».
  5. Να απαγορεύεται στους Εναγόμενους να αλλάξουν τα στοιχεία ή την εταιρική δομή της «Eckersley» όπως ήταν την 31.7.2013, περιλαμβανομένης της παύσης της Εναγόμενης 2 και διορισμού άλλου διευθυντή.
  6. Να αναστέλλεται η ισχύς της απόφασης της Εναγόμενης 2 ως πληρεξουσίου της μετόχου της «Eckersley» για παύση της Ενάγουσας
  7. Να αναστέλλεται η καταχώριση στον Έφορο Εταιρειών της παύσης της Ενάγουσας 2 και του διορισμού της «Page» ως διευθυντή της «Eckersley».
  8. Να απαγορεύεται στον Έφορο Εταιρειών να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή στα στοιχεία και εταιρική δομή των «Barossa» και «Eckersley» περιλαμβανομένης της αντικατάστασης της Ενάγουσας 1 ή/και 2 με άλλους διευθυντές. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.8.2013 της Ενάγουσας 1, Συμεού. Η Εναγόμενη 2, Ρωσική Τράπεζα και η «Page» καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26.8.2013 της Alevtina Guzanova, υπαλλήλου της Τράπεζας από το
  9. Κατόπιν αδείας, η Συμεού καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση την 20.9.2013 και η Guzanova την 23.9.
  10. Για τις Εναγόμενες 3 και 6, που είναι αντίστοιχα οι γραμματείς των «Barossa» και «Eckersley», τα διατάγματα κατέστηκαν απόλυτα στις 19.8.2013, ενώ, καταγράφεται στο πρακτικό ημερομηνίας 28.8.2013 πως, ενόψει δηλώσεων που είχαν προηγηθεί, τα εκδοθέντα διατάγματα αναφορικά με τις «Barossa» και «Eckersley», Εναγόμενες 4 και 5, και τον Έφορο Εταιρειών, Εναγόμενο 7, θα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα της ακρόασης. Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Το ίδιο και στην υπό εκδίκαση περίπτωση παρά το ότι τα γεγονότα που περιβάλλουν το ουσιώδες ζήτημα συνιστούν κοινό έδαφος και οι αντικρουόμενες εισηγήσεις των μερών εδράζονται στην προσέγγιση τους επί νομικών ζητημάτων. Η εταιρεία Dunkery Holdings Ltd κατείχε όλες τις μετοχές της «Barossa», ενώ τις μετοχές της «Eckersley» κατείχαν κατά 99% η εταιρεία Applecross Trade Ltd και κατά 1% η εταιρεία Archstone Investments Ltd. Η «Dunkery», η «Applecross» και η «Archstone», όλες από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, θα αναφέρονται στη συνέχεια από κοινού ως οι μέτοχοι. Το 100% των μετοχών, τόσο της «Barossa» όσο και της «Eckersley», ήταν ενεχυριασμένες και επιβαρυμένες προς όφελος της Τράπεζας, δυνάμει τριών συμφωνιών Ενεχυρίασης Μετοχών και Επιβάρυνσης ημερομηνίας 4.9.2009 που οι μέτοχοι συνήψαν με την Τράπεζα σε σχέση με διάφορα δάνεια που η Τράπεζα χορήγησε στην Mariisky NPZ LLC. (Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση Συμεού, η «Mariisky» είναι θυγατρική των «Barossa» και «Eckersley», ενώ δάνεια από την Τράπεζα παραχωρήθηκαν και προς τους ίδιους τους μετόχους.) Ως εκ τούτου παραχωρήθηκαν στην Τράπεζα διάφορα έγγραφα, με κενή την ημερομηνία, ώστε σε περίπτωση υπερημερίας να μπορεί, χωρίς τη συνδρομή των μετόχων ή τις θετικές ενέργειες των διευθυντών των δύο εταιρειών, να μεταβιβάσει τις μετοχές στο όνομα της. Κάποια από τα έγγραφα, όπως ψήφισμα έγκρισης της μεταβίβασης των μετοχών από τα διοικητικά συμβούλια των δύο εταιρειών ήταν, προς τούτο, υπογραμμένα από τους τότε διευθυντές της «Barossa» και «Eckersley», που μεταγενέστερα (την 5.4.2012) αντικαταστάθηκαν από τις Ενάγουσες. Σύμφωνα με το καταστατικό αμφοτέρων των εταιρειών, η μεταβίβαση των μετοχών της κάθε εταιρείας έπρεπε να τύχει της έγκρισης του διευθυντή της. Το άρθρο 28 του καταστατικού της «Barossa» αναφέρει πως οι διευθυντές μπορούν να αποκλίνουν από του να καταχωρίσουν τη μεταβίβαση των μετοχών σε κάποιο πρόσωπο, ενώ το άρθρο 28 του καταστατικού της «Eckersley» περιορίζει τούτο το δικαίωμα στην περίπτωση που η εταιρεία έχει μόνο ένα μέτοχο. Εφόσον η «Eckersley» είχε δύο μετόχους, ίσχυε ουσιαστικά το ίδιο όπως και στην «Barossa». Επομένως, αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 15 της ένορκης δήλωσης Συμεού, καίτοι ανακριβές, αντικατοπτρίζει σε μεγαλύτερο βαθμό την ουσία παρά αυτό που αναφέρεται στην παράγραφο 46(i) της ένορκης δήλωσης της Guzanova. Τα έγγραφα που είχαν παραχωρηθεί στην Τράπεζα περιλάμβαναν, όπως προειπώθηκε, τέτοιες εγκρίσεις, μόνο που μετά την αλλαγή των διευθυντών δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν. Πρόσφατα, σύμφωνα με την ένορκη δήλωση Συμεού, η Τράπεζα επικαλούμενη υπερημερία, ζήτησε από τις γραμματείς της «Barossa» και «Eckersley», να εγγραφεί ως η μέτοχος. Επεξηγείται στην ένορκη δήλωση Guzanova πως η Τράπεζα, δυνάμει αμετάκλητων πληρεξουσίων που είχε από τους μετόχους (ήταν και αυτά ανάμεσα στα έγγραφα που της είχαν παραχωρηθεί), διόρισε ως αντιπροσώπους της την «Page» που, κατ΄ εντολή της, προχώρησε στην εκτέλεση των κενών εγγράφων μεταβίβασης των μετοχών της «Barossa» και της «Eckersley» επ΄ ονόματι της Τράπεζας την 1.8.2013. Στην Τράπεζα είχαν επίσης παραχωρηθεί επιστολές παραίτησης των διευθυντών των δύο εταιρειών, όμως, ούτε αυτές ήταν χρήσιμες αφού οι διευθυντές είχαν αλλάξει. Η Τράπεζα, συνεπώς, ως πληρεξούσιος των μετόχων ψήφισε ομόφωνα το επίδικο ψήφισμα με το οποίο έπαυσε τις Ενάγουσες και διόρισε την «Page» ως διευθυντή, τόσο στην περίπτωση της «Barossa» όσο και της «Eckersley». Στη συνέχεια η «Page» αποφάσισε στο διοικητικό συμβούλιο της κάθε εταιρείας και ενέκρινε τα έγγραφα μεταβίβασης και έδωσε οδηγίες στους γραμματείς της «Barossa» και της «Eckersley» να προβούν στις δέουσες καταχωρίσεις στα βιβλία των εταιρειών. Την 5.8.2013 η «Page» προχώρησε στην καταχώριση των σχετικών εγγράφων στον Έφορο Εταιρειών. Την 2.8.2013 οι Ενάγουσες, μέσω των δικηγόρων τους, απέστειλαν επιστολή προς τον Έφορο Εταιρειών προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, τη θέση πως η παύση τους ήταν παράνομη, ζητώντας από τον Έφορο να μην προχωρήσει στην αποδοχή και καταχώριση των εγγράφων. Ο Έφορος με επιστολή του ημερομηνίας 6.8.2013 προς τους δικηγόρους των διαδίκων ζήτησε συνάντηση στα γραφεία του στις 13.8.2013. Το άρθρο 178
(1)προνοεί πως μια εταιρεία μπορεί με συνήθη ψήφισμα να απομακρύνει ένα διευθυντή πριν την εκπνοή της θητείας του, παρά την όποια πρόνοια στο καταστατικό της και την όποια συμφωνία μεταξύ τους. Το εδάφιο
(2)προνοεί πως ειδική ειδοποίηση θα απαιτείται για συνέλευση που θα εξετάσει τέτοιο ψήφισμα και με τη λήψη της η εταιρεία θα πρέπει αμέσως να στείλει αντίγραφο στον διευθυντή που αφορά, ο οποίος θα δικαιούται να ακουστεί κατά την συνέλευση. Είναι κοινό έδαφος πως, στην περίπτωση αμφοτέρων των εταιρειών, η Τράπεζα έχοντας πληρεξουσιοδότηση εκ μέρους του συνόλου των μετόχων, ψήφισε την απομάκρυνση των Εναγουσών 1 και 2 χωρίς να έχει δοθεί ειδική ειδοποίηση στην εταιρεία και χωρίς, κατά συνέπεια, η εταιρεία να ειδοποιήσει το διευθυντή, δηλαδή την Ενάγουσα 1 στην περίπτωση της «Barossa» και την Ενάγουσα 2 στην περίπτωση της «Eckersley». Στην Fenning v. Fenning Environmental Products Ltd Chancery Division, ημερ. 14.12.1981, ζητήθηκε από μέτοχο με ειδοποίηση προς την εταιρεία η σύγκλιση έκτακτης γενικής συνέλευσης για να εξεταστεί θέμα παύσης του διευθυντή. Αυτό έγινε στις 9.11.1981. Ο γραμματέας της εταιρείας έδωσε στις 13.11.1981 ειδοποίηση για σύγκλιση της συνέλευσης για τις 30.11.1981. Η συνέλευση έγινε και ο διευθυντής παύθηκε. Ο διευθυντής εξαιτήθηκε δήλωση του Δικαστηρίου ότι το ψήφισμα ήταν άνευ ισχύος και άκυρο γιατί δεν τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις του Νόμου. Συζητούνται στην απόφαση τα άρθρα 184, 142 και 133 του Companies Act 1948 της Αγγλίας που είναι πανομοιότυπα με τα άρθρα 178, 136 και 127 αντίστοιχα του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113. Το άρθρο 184
(2)προβλέπει την ειδική ειδοποίηση για σκοπούμενο ψήφισμα παύσης διευθυντή και πως η εταιρεία πρέπει αμέσως να στείλει αντίγραφο της ειδικής ειδοποίησης προς το διευθυντή που αφορά που θα δικαιούται να ακουστεί κατά τη συνέλευση για το ζήτημα. Το άρθρο 142 καθορίζει πως ψηφίσματα για τα οποία απαιτείται ειδική ειδοποίηση δεν θα ισχύουν εκτός και αν δοθεί ειδοποίηση στην εταιρεία για την πρόθεση να επιδιωχθεί τέτοιο ψήφισμα 28 ημέρες πριν τη συνέλευση και η εταιρεία δώσει ειδοποίηση όπως οφείλει για τις συνελεύσεις. Υπάρχει επιφύλαξη για την περίπτωση που η ειδοποίηση στην εταιρεία δίδεται συντομότερα των 28 ημερών. Το άρθρο 133 προνοεί για τις ειδοποιήσεις της εταιρείας για τις συνελεύσεις. Αποφασίστηκε πως το εδάφιο
(2)(b) του άρθρου 133 εφαρμόζετο και επομένως 14 μέρες ειδοποίηση που είχαν δοθεί από την εταιρεία, ικανοποιούσαν τις πρόνοιες. Το άρθρο 127
(2)του Κεφ. 113 καθορίζει το χρόνο που πρέπει να δοθεί ειδοποίηση για τη σύγκλιση συνέλευσης μιας εταιρείας. Δεν ενδιαφέρουν οι διαφορετικές περιπτώσεις, αφού στην προκειμένη περίπτωση ουδεμία ειδοποίηση εδόθηκε. Το εδάφιο
(3)προνοεί πως στην περίπτωση άλλης από ετήσιας γενικής συνέλευσης, εάν δοθεί συντομότερη ειδοποίηση, η συνέλευση θεωρείται κανονικά συγκληθείσα, εάν τούτο συμφωνηθεί από τουλάχιστο το 95% των μετόχων. Το εδάφιο
(3)του αντίστοιχου άρθρου 133 δεν συζητήθηκε στην υπόθεση Fenning. Προφανώς γιατί η πλειοψηφία που προωθούσε το ψήφισμα περιοριζόταν στο 90% των μετόχων. Εφόσον όμως το εδάφιο
(2)του άρθρου εφαρμόζεται στην περίπτωση συνέλευσης για να ληφθεί ψήφισμα παύσης διευθυντή, στην κατάλληλη περίπτωση, μπορεί ενδεχομένως να εφαρμοστεί και το εδάφιο
(3). Υπάρχει όμως έδαφος και για επιχειρηματολογία πως ενώ το εδάφιο
(2)παρέχει τη δυνατότητα ειδοποίησης στο διευθυντή του οποίου θα ζητηθεί η απομάκρυνση, έστω και με μικρότερη προθεσμία, εφαρμογή του εδαφίου
(3), σε τέτοια περίπτωση, εξαλείφει τη δυνατότητα συμμόρφωσης με τις πρόνοιες του άρθρου 178
(2)και συνεπώς δεν εφαρμόζεται όταν πρόκειται για την περίπτωση απομάκρυνσης διευθυντή. Καταλήγω πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας στο να διαπιστωθεί πως δεν υπήρξε συμμόρφωση με το άρθρο 178
(2), έστω και υπό τις πρόνοιες του άρθρου 127. Στην Fenning η απόφαση ήταν πως ο Νόμος είχε τηρηθεί, σημαντική όμως είναι η αναφορά πως εφόσον ο διευθυντής μπορούσε σε κάθε περίπτωση να παυθεί με συνήθη ψήφισμα σε συνέλευση για την οποία η δέουσα ειδοποίηση διδόταν, η απαίτηση του ήταν εντελώς τυπική (entirely a technicality). Εφόσον η άλλη πλευρά κατείχε το 90% των μετοχών, δεν επρόκειτο για περίπτωση όπου οι παραστάσεις του διευθυντή θα μπορούσε να έχουν οιαδήποτε σημασία. Στην παρούσα υπόθεση η Τράπεζα ψήφιζε για το 100% των μετοχών, πέραν όμως αυτού, υπάρχει ακόμα μια παράμετρος που επιβεβαιώνει πως το ζήτημα είναι εντελώς τυπικό. Οι Ενάγουσες 1 και 2 είναι υπάλληλοι των δικηγόρων τους, που μεταξύ άλλων παρέχουν υπηρεσίες εταιρικής διακυβέρνησης σε πελάτες του εξωτερικού και γι΄ αυτό διορίστηκαν στις θέσεις του διευθυντή της «Barossa» και της «Eckersley» αντίστοιχα όπως συμβαίνει και με διάφορες άλλες εταιρείες πελάτες των εργοδοτών τους. Δεν διαφάνηκε να έχουν κάποιο προσόν συναφές με τις εργασίες που οι εταιρείες στις οποίες είναι διευθυντές διεξάγουν και φάνηκε πως ελάχιστα αν καθόλου γνωρίζουν ή γνώριζαν πριν εγερθούν τα επίδικα θέματα για τις υποθέσεις των εταιρειών. Ενδεικτικό είναι το γεγονός πως δεν γνώριζαν μέχρι και την 2.8.2013 ότι το σύνολο των μετοχών της εταιρείας στην οποία η κάθε μια ήταν διευθύντρια, ήταν ενεχυριασμένες. Προδήλως ήταν διευθυντές μαριονέττες. Κάτω από τέτοιες πραγματικότητες, αναμφίβολα η όποια ειδοποίηση τους και το δικαίωμα παράστασης τους στη γενική συνέλευση δεν μπορούσε να έχει οποιαδήποτε σημασία. Η νομοθετική πρόνοια που δίδει το δικαίωμα στους μετόχους μιας εταιρείας να απομακρύνουν και συνεπώς να ελέγχουν τους διευθυντές, καθιστά ξεκάθαρο πως ο τελικός και ολοκληρωτικός έλεγχος της εταιρείας βρίσκεται στα χέρια των ιδιοκτητών της. Επιβεβαιώθηκε στη θεμελιακή υπόθεση Re Duomatic Ltd
(1969)2 Ch. 365,
(1969)1 All E.R. 161, πως όταν όλοι οι μέτοχοι που έχουν το δικαίωμα να παραστούν και να ψηφίσουν στη γενική συνέλευση συγκατατίθενται σε οιονδήποτε ζήτημα που η γενική συνέλευση θα μπορούσε να αποφασίσει, η συγκατάθεση τους είναι δεσμευτική όπως θα ήταν ένα ψήφισμα της γενικής συνέλευσης. H υπόθεση Bentley-Stevens v. Jones
(1974)1 W.L.R. 638 αφορούσε την παύση διευθυντή με ψήφισμα που λήφθηκε σε κατ΄ ισχυρισμό αντικανονικά συγκληθείσα γενική συνέλευση. Το αίτημα του για έκδοση διατάγματος εναντίον της εταιρείας για να μην υλοποιήσει το ψήφισμα απορρίφθηκε. Αποφασίστηκε πως ακόμα και αν το παράπονο του για παρατυπίες ήταν βάσιμο, οι παρατυπίες θα μπορούσαν να θεραπευθούν μέσω των καταλλήλων διαδικασιών και εφόσον το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο το Δικαστήριο δεν θα έπρεπε να επέμβει. Αναφορικά με τη θέση πως δεν θα ήταν δυνατό να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και πως τα διατάγματα ήταν επείγον να εκδοθούν μονομερώς, αναφέρεται από τη Συμεού ότι με την αλλαγή των μετόχων και διευθυντών της «Barossa» και της «Eckersley» υπήρχε κίνδυνος να διενεργηθούν άκυρες ή ακυρώσιμες εμπορικές πράξεις ή συμφωνίες και πως τα συμφέροντα των δύο εταιρειών κινδύνευαν να πληγούν ανεπανόρθωτα. Αναφέρεται ακόμη πως οι Ενάγουσες κινδύνευαν να καταστούν υπόλογες έναντι τρίτων προσώπων εάν ανέχονταν την αυθαιρεσία ή παρανομία. Με τα δεδομένα της υπόθεσης, οι πιο πάνω προβαλλόμενοι κίνδυνοι δεν υφίσταντο γιατί η απόφαση απομάκρυνσης προερχόταν από το σύνολο των μετόχων, επομένως ουδείς θα μπορούσε να έχει παράπονο. Επομένως η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 δεν ικανοποιείται. Ο δικηγόρος των Εναγουσών ευθαρσώς αποδέχτηκε κατά την αγόρευσή του πως εάν οποτεδήποτε οι διαδικασίες γίνονταν σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 178, θα μπορούσε να επιτευχθεί νομότυπα η παύση των Εναγουσών. Εάν διδόταν ειδική ειδοποίηση στην «Barossa» για τη σύγκλιση συνέλευσης με σκοπό την έκδοση ψηφίσματος για την απομάκρυνση της διευθυντού και η Ενάγουσα 1 ειδοποιείτο σύμφωνα με το εδάφιο
(2), η Τράπεζα, ψηφίζοντας για το σύνολο των μετοχών δυνάμει του πληρεξουσίου της, θα μπορούσε να την παύσει. Η όλη διαδικασία, αναφέρθηκε, θα έπαιρνε 28 ημέρες και πριν ακόμη μπει ο Σεπτέμβριος του 2013 η Ενάγουσα 1 θα ήταν παρελθόν για την «Barossa». Ακριβώς το ίδιο θα μπορούσε να γίνει και για την «Eckersley» και την Ενάγουσα
  1. Η σημασία της αποδοχής από το δικηγόρο των Εναγουσών δεν έγκειται στη βοήθεια ερμηνείας της νομοθεσίας, αλλά στην περαιτέρω αποδοχή που εξυπακούεται ότι η Τράπεζα δικαιούτο να ψηφίσει δυνάμει των πληρεξουσίων, δηλαδή δεν αμφισβητείται η εγκυρότητα και ισχύς τους. Αναφέρθηκε στην ένορκη δήλωση Συμεού πως οι μέτοχοι ήταν έτοιμοι να καταχωρίσουν ξεχωριστή αγωγή με την οποία να αμφισβητούν το δικαίωμα της Τράπεζας να ζητά την άσκηση τυχόν δικαιωμάτων της δυνάμει των συμφωνιών ενεχυρίασης. Πρόκειται για την αγωγή 3476/13 Ε.Δ. Λεμεσού που έχει διακοπεί την 3.9.2013 από τους δύο μετόχους και την 5.9.2013 από τον τρίτο. Ούτε και η θέση της Τράπεζας πως υπήρξε υπερημερία των δανείων που θα δικαιολογούσε την εφαρμογή των συμφωνιών ενεχυρίασης αμφισβητήθηκε θετικά (βλ. παράγρ. 13 της ένορκης δήλωσης Συμεού). Η αναφορά στην ένορκη δήλωση Guzanova πως υπήρξε διάρρηξη των συμφωνιών δανείου από τον Ιούλιο του 2012 και η αναφορά στη σχετική επιστολογραφία προς τους μετόχους και στην απαίτηση πληρωμής προς την «Mariisky» την 18.6.2013 παρέμεινε αναντίλεκτη. Εάν η πιο πάνω θέση του δικηγόρου των Εναγουσών τίθετο με αυτή την καθαρότητα υπόψη του Δικαστηρίου, ώστε το όλο ζήτημα να αποκρυσταλλωθεί στην μη τήρηση της πρόνοιας για ειδοποίηση και εξηγείτο πως, αφότου ειδοποιούνταν οι Ενάγουσες, η Τράπεζα θα μπορούσε να τις ακούσει, χωρίς να εισακούσει και αγνοώντας το τι είχαν να πουν, και πάραυτα να τις παύσει, έτσι ώστε η κατάσταση πραγμάτων που τα Δικαστικά διατάγματα ανέτρεψαν, αναπόφευκτα θα εδραιώνονταν μέχρι τέλος του Αυγούστου, εκτιμώ πως δεν θα εκδίδονταν τα εκδοθέντα διατάγματα, τουλάχιστο στη μορφή που εκδόθηκαν. Γιατί η ισχύς τους σημαίνει πως δεν μπορεί να επιτευχθεί αυτό που η πλευρά των Εναγουσών αναγνωρίζει πως, αφού τηρηθούν οι πρόνοιες για ειδοποίηση, η Τράπεζα νομιμοποιείται να πράξει. Όσον και αν τα διατάγματα υπό παραγράφους 2 και 5 δεν αναφέρονται στους μετόχους, απαγορεύουν στην Τράπεζα να ψηφίσει ώστε να παυθούν οι Ενάγουσες, ενώ το υπό παράγραφο 8 απαγορεύει στον Έφορο Εταιρειών να καταχωρίσει τέτοια αλλαγή. Και αν παραμείνουν σε ισχύ μέχρι αποπεράτωσης της αγωγής, θα σημαίνει πως στο μεσοδιάστημα οι γενικές συνελεύσεις τόσο της «Barossa» όσο και της «Eckersley» θα είναι ανήμπορες να ασκήσουν τις εξουσίες που του παρέχει ο περί Εταιρειών Νόμος και να διοικήσουν τις υποθέσεις τους. Όταν η ενδιάμεση θεραπεία δεν αφορά στη διασφάλιση των μέσων εκτέλεσης σε περίπτωση έκδοσης απόφασης για χρηματικό ποσό υπέρ του Ενάγοντα, αλλά συναρτάται άμεσα με την αξιούμενη στην αγωγή, δεν νοείται ο Ενάγοντας να επιτυγχάνει με αυτή περισσότερα από όσα θα δικαιούτο αν η αγωγή του επετύγχανε. Άλλωστε, σε τέτοιες περιπτώσεις, η ενδιάμεση θεραπεία παραχωρείται γιατί δεν είναι εφικτό η αγωγή να εκδικαστεί άμεσα. Έτσι, και για να φανεί το δίκαιο του πράγματος, ας υποθέσουμε πως η αγωγή διεκπεραιωνόταν στις 9.8.2013 και οι Ενάγουσες επετύγχαναν πλήρως. Οι παύσεις τους θα ακυρώνονταν και θα επιδικαζόταν σχετική αποζημίωση. Όμως τίποτε δεν θα εμπόδιζε την Τράπεζα να προχωρήσει και να ζητήσει τη σύγκλιση συνέλευσης με σκοπό την έκδοση ψηφίσματος για την παύση τους. Διατάγματα του εύρους των εκδοθέντων υπό παραγράφους 2, 5 και 8 δεν αξιώνονται και δεν θα ήταν δυνατό να αξιώνονται ούτε να παραχωρηθούν με την αγωγή. Συνεπώς, μετά την έκδοση της τελικής απόφασης, και αφού ακολουθούνταν οι πρόνοιες του Νόμου, η Τράπεζα, έχοντας πληρεξούσια για να ψηφίζει για το 100% των μετοχών είναι βέβαιο ότι θα επετύγχανε την υπερψήφιση των ψηφισμάτων παύσης των Εναγουσών. Αυτό επιβεβαιώνει πως δεν ήταν δίκαιο να εκδοθούν διατάγματα ώστε να εμποδίζεται η γενική συνέλευση των εταιρειών να ενεργήσει συμφώνως του Νόμου. Η έκδοση συντηρητικού διατάγματος προϋποθέτει άσκηση διακριτικής ευχέρειας από το Δικαστήριο. Όταν τίθεται ζήτημα άσκησης διακριτικής ευχέρειας επιτρέπεται, ίσως και επιβάλλεται, το Δικαστήριο να μην περιορίζει και να μην θεωρεί τη δικαιοδοσία του δέσμια τεχνικών σημείων και νομικίστικων προσεγγίσεων, αλλά να προσεγγίζει τα θέματα με ανοικτό μυαλό ώστε να εκπληρώσει την αποστολή του που είναι να εκδώσει το εξαιτούμενο διάταγμα, όχι μόνο γιατί ενδεχομένως πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 αλλά και γιατί είναι δίκαιο και εύλογο να το πράξει. Περαιτέρω, όπως προειπώθηκε, οι μέτοχοι καταχώρισαν την 7.8.2013 την αγωγή 3476/13 Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον των ίδιων Εναγομένων όπως στην παρούσα και μονομερώς εξασφάλισαν στις 8.8.2013 ευρείας εφαρμογής απαγορευτικά διατάγματα που καλύπτουν το φάσμα των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα. Το διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς στη βάση της θέσης των μετόχων ότι ήταν κατ΄ επείγον. Εν τούτοις, η σύνταξη του ζητήθηκε μόλις στις 12.8.
  2. Εν τω μεταξύ, την επομένη της έκδοσης του διατάγματος, καταχωρίστηκε η αίτηση στη βάση της οποίας εκδόθηκε το ενδιάμεσο διάταγμα στην παρούσα. Στην ένορκη δήλωση Συμεού αναφέρεται μόνο ότι οι μέτοχοι έχουν διορίσει δικηγόρους και είναι έτοιμοι να καταχωρίσουν ξεχωριστή αγωγή με την οποία να αμφισβητούν το δικαίωμα της Τράπεζας να ζητά την άσκηση τυχόν δικαιωμάτων της δυνάμει των συμφωνιών ενεχυρίασης. Ήταν σοβαρή η παράλειψη των Εναγουσών να μην αποκαλύψουν ότι είχε ήδη εκδοθεί το διάταγμα ημερομηνίας 8.8.
  3. Από τα περιστατικά της υπόθεσης, τη θέση τους και ότι λάμβαναν πληροφορίες από τους δικηγόρους των μετόχων, δύσκολα θα μπορούσα να αποδεχτώ πως αγνοούσαν την ύπαρξη του διατάγματος. Είχαν σε κάθε περίπτωση την υποχρέωση να ασκήσουν εύλογη επιμέλεια για να πληροφορηθούν τις εξελίξεις και αν το έπρατταν θα ήταν σε θέση να ενημερώσουν το Δικαστήριο για την έκδοση του διατάγματος. Το γεγονός ότι τα διατάγματα εκδόθηκαν από την ίδια Δικαστή δεν διαφοροποιεί την υποχρέωση των Εναγουσών. Άλλωστε, κατά την καταχώριση δεν ήταν δυνατό να γνωρίζουν σε ποιου Δικαστή το πρόγραμμα ο Πρωτοκολλητής θα καταμέριζε την υπόθεση. Η ύπαρξη του διατάγματος ημερομηνίας 8.8.2013 που εν πολλοίς διασφάλιζε πως δεν θα μπορούσαν να γίνουν αυτά που τα υπό κρίση διατάγματα απαγορεύουν, θα μπορούσε να είχαν επηρεάσει το Δικαστήριο ώστε να μην εκδώσει τα υπό κρίση διατάγματα ή να μην τα εκδώσει μονομερώς. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα συντηρητικά διατάγματα παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον των Εναγουσών όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.