← Κύπρος

Prime International Alliance Inc. ν. Erin Resources S.A. κ.α., Πρωτογενής Αίτηση αρ. 799/12, 22/11/2013

Prime International Alliance Inc. ν. Erin Resources S.A. κ.α., Πρωτογενής Αίτηση αρ. 799/12, 22/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A366 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Καλογήρου, Π.Ε.Δ. Πρωτογενής Αίτηση αρ. 799/12 Αναφορικά με τον Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987, Ν.101/87 και Αναφορικά με την διαφορά μεταξύ των Erin Resources S.A., από τον Παναμά και της Prime International Alliance Inc. Από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και την Αίτηση Διαιτησίας με αρ. 122188 ενώπιον του London Court of International and Arbitration και Αναφορικά με την αίτηση μεταξύ των: Prime International Alliance Inc. από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Αιτήτρια και 1. Erin Resources S.A., από τον Παναμά 2. Rayhill Ltd, από τη Λεμεσό 3. Meritservus Secretaries Ltd, από τη Λεμεσό Καθ' ων η αίτηση ------------------------ Αίτηση ημερ. 5.10.2012 για προσωρινό διάταγμα 22.11.2013 Για την αιτήτρια: Κα Κ. Κακουλλή και κ. Μιχαηλίδης Για καθ' ης η αίτηση 1: Κος Χαβιαράς και κ. Χριστοφόρου Για καθ' ης η αίτηση 2: Κος Χαβιαράς Για καθ' ης η αίτηση 3: Κα Χριστοφή για Π. Παύλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αιτήτρια και η καθ' ης 1 είναι μέτοχοι σε ποσοστό 40 και 60% αντίστοιχα στην καθ' ης 2. Η αιτήτρια είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους και η καθ' ης 1 στο Παναμά. Η Rayhill Ltd (καθ' ης 2 στην κυρίως αίτηση) είναι Κυπριακή εταιρεία με έδρα τη Λεμεσό. Η καθ'ης 3 είναι η γραμματέας της Rayhill. Η αιτήτρια, (στη συνέχεια "Prime") και η καθ' ης 1 (στη συνέχεια "Erin") έχουν συμφέρον, μέσω της Rayhill, σε ρωσική εταιρεία (Naftatrans) που διαχειρίζεται τερματικό σταθμό αργού πετρελαίου. Eιδικότερα, η Rayhill κατέχει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου της Glidefern Ltd η οποία κατέχει το σύνολο των μετοχών της Naftatrans. Η άλλη μέτοχος της Glidefern είναι η εταιρεία Pencilia Holdings Ltd. Η μετοχική σχέση της Prime και της Erin στην εταιρεία Rayhill διέπεται από γραπτή συμφωνία την οποία κατάρτισαν τα δύο μέρη (Prime και Erin) στις 28.4.2005 (Τεκμήριο 1 στην αίτηση που θα αποκαλείται στη συνέχεια "ΣΜ Rayhill" ή απλά «η συμφωνία»). Στις 17.8.2012 η Erin απέστειλε ειδοποίηση τερματισμού της συμφωνίας μετόχων και στις 29.8.2012 υπέβαλε αίτηση διαιτησίας στο Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA). Με βάση ρητό όρο της αναφερθείσας συμφωνίας μετόχων, οποιαδήποτε διαφορά προκύψει ανάμεσα στους μετόχους, η οποία δεν καταστεί δυνατό να επιλυθεί μεταξύ τους, θα παραπέμπεται και θα επιλύεται από το Δικαστήριο Διεθνούς Διαιτησίας στο Λονδίνο. Ο λόγος τερματισμού, όπως προβάλλεται στην επιστολή ημερ. 17.8.2012 (Τεκμήριο 11), είναι τα περιοριστικά μέτρα που επιβλήθηκαν στον δικαιούχο των μετοχών της Prime, Anatoly Ternavskiy με βάση τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) 765/2006 γνωστό ως Belarus Regulation, όπως τροποποιήθηκε με τον ΕΚ 265/12. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 12.9.2012 η Erin απέστειλε ειδοποίηση σύγκλησης ετήσιας γενικής συνέλευσης της Rayhill (Τεκμήριο 14), στην οποία θα συζητείτο, μεταξύ άλλων, η παύση των υφιστάμενων διευθυντών της Rayhill και αντικατάσταση τους με νέους διευθυντές. Η αιτήτρια, θεωρώντας ότι με τις πιο πάνω ενέργειες της η Erin παραβίασε τη συμφωνία μετόχων, επιδιώκοντας να πάρει με τεχνάσματα τον έλεγχο της Rayhill, αντέδρασε με την καταχώριση της πιο πάνω γενικής αίτησης με την οποία επιζητεί προστασία από τα Κυπριακά Δικαστήρια μέχρι την εκδίκαση και τελική αποπεράτωση της διαιτησίας που εκκρεμεί στο LCIA. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, επιδιώκεται η υποβοήθηση της υπόθεσης της αιτήτριας στη διαιτησία, με την έκδοση των διαταγμάτων που ζητούνται στην αίτηση. Στα πλαίσια της κυρίως αίτησης η αιτήτρια αποτάθηκε μονομερώς και εξασφάλισε παρεμπίπτον διάταγμα με το οποίο εμποδίζονται οι καθ' ων 1 και 2 από του να ενεργούν ωσάν να έχει κριθεί ότι νόμιμα τερματίστηκε η συμφωνία μετόχων. Με το ίδιο διάταγμα οι καθ' ων εμποδίζονται να παραβιάζουν την αναφερθείσα συμφωνία μετόχων και ειδικότερα την πρόνοια της για λήψη ομόφωνων αποφάσεων των μετόχων για την παύση των υφιστάμενων διευθυντών ή για το διορισμό νέων, μέχρι την αποπεράτωση της πρωτογενούς αίτησης και/ή μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης στη διαιτησία που κατατέθηκε στο LCIA. Όπως αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του Θ. Χριστοδούλου που συνοδεύει την αίτηση, η Erin αποπειράθηκε και κατά το έτος 2009 να τερματίσει τη συμφωνία μετόχων και να αντικαταστήσει τους διευθυντές, χωρίς ωστόσο να παραπέμψει το ζήτημα σε διαιτησία. Για τα ζητήματα αυτά καταχωρίστηκε από την Prime και εκκρεμεί άλλη δικαστική διαδικασία στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε ανάλογο προσωρινό διάταγμα. Όπως εξηγεί στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση ο κ. Θ. Χριστοδούλου (παρα 14) με την αίτηση η αιτήτρια επιδιώκει όπως εμποδιστεί η Erin από του να παραβιάζει τη ΣΜ Rayhill και να επιδιώκει την έκδοση αποφάσεων χωρίς την τήρηση του όρου της συμφωνίας για λήψη ομόφωνων αποφάσεων. Αναφέρεται επί του προκειμένου στον όρο 2.1 της συμφωνίας (Τεκμήριο 1) ο οποίος προνοεί πως όλα τα θέματα που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της Rayhill, θα πρέπει να αποφασίζονται από κοινού από τους μετόχους και όλα τα ψηφίσματα θα υιοθετούνται από τους μετόχους ομόφωνα. («Any and all matters relating to the operations of Rayhill shall be resolved jointly by the shareholders. All resolutions shall be adopted by the shareholders unanimously.") Η θέση της Prime, όπως προβάλλει μέσα από την ένορκη δήλωση και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σ' αυτήν, είναι πως με τις πιο πάνω ενέργειες της η Erin συμπεριφέρεται και ενεργεί ωσάν να έχει επιτύχει εις την αίτηση διαιτησίας που έχει καταθέσει στο LCIA και έχει τερματιστεί η συμφωνία μετόχων. Με την αίτηση της επιδιώκει τη διατήρηση του status quo ante, ήτοι το σεβασμό της συμφωνίας μετόχων μέχρις ότου αποφασιστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο κατά πόσο η συμφωνία ισχύει ή όχι. Οι καθ' ων καταχώρισαν ένσταση, υποστηρίζοντας ότι το προσωρινό διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί για τους ακόλουθους λόγους: (α) Το Δικαστήριο στερείτο δικαιοδοσίας έκδοσης του πιο πάνω διατάγματος με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. (β) Η αιτήτρια δεν νομιμοποιείται να αξιώνει ενδιάμεση θεραπεία, καθόσον αμφισβητεί την παραδεκτότητα της ίδιας της διαδικασίας ενώπιον του LCIA. (γ) Το επίδικο διάταγμα δεν είναι επίδικο θέμα στη διαδικασία διαιτησίας. (δ) Η διαφορά δεν εμπίπτει εντός της έννοιας της εμπορικής διαφοράς δυνάμει του Νόμου 101/87. (ε) Η αιτήτρια παρέλειψε να καταθέσει προσωπική εγγύηση για τούτο και το εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί. (στ) Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Νόμου 14/60. (ζ) Δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. (η) Δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος και τέλος, (θ) το ισοζύγιο της ευχέρειας δεν δικαιολογεί τη διατήρηση σε ισχύ του διατάγματος. Την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση υπογράφει η Νίκη Λιασίδου, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους καθ' ων, κατά τον χρόνο καταχώρισης της ένστασης. Αφού υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης, χωρίς να αμφισβητεί κατ' ουσίαν τα γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη διαφορά, υποδεικνύει τα ακόλουθα: Α) Ότι το αντικείμενο της διαδικασίας διαιτησίας (Τεκμήριο 13 στην αίτηση) είναι η εγκυρότητα του τερματισμού της συμφωνίας μετόχων. Β) Ότι η αιτήτρια καταχώρισε την Απάντηση της στη διαδικασία διαιτησίας (Τεκμήριο 4 στην ένσταση) με την οποία δεν προβάλλει ανταπαίτηση. Υποδεικνύει, περαιτέρω, πως ούτε στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση προβάλλεται ισχυρισμός περί ύπαρξης ανταπαίτησης στη διαιτητική διαδικασία. Το μόνο που αναφέρει ο ενόρκως δηλών (Θ. Χριστοδούλου) είναι πως η αιτήτρια έχει καλή υπεράσπιση στην αίτηση διαιτησίας (παρα 74 της ένορκης δήλωσης Θ. Χριστοδούλου). Γ) Η πρόνοια 2.1 της συμφωνίας δεν απαιτεί ομοφωνία σε θέματα που αφορούν τα διοικητικά όργανα της Rayhill αλλά μόνο σε θέματα που αφορούν τις εργασίες της. Επί του θέματος σχετική είναι η γνωμάτευση του Άγγλου δικηγόρου J. Brisby (Q.C. Barrister) ο οποίος υπογράφει τη δεύτερη ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Υποδεικνύεται, επίσης, πως με βάση τον όρο 6.2 της ΣΜ Rayhill, η συμφωνία θα διέπεται και θα ερμηνεύεται με βάση το Αγγλικό δίκαιο. Δ) Καταθέτοντας αντίγραφα αλληλογραφίας που είχε ανταλλάξει η Erin με την Rayhill και τους αξιωματούχους της, (Τεκμήρια 9-32), υποστηρίζει πως δικαιολογημένα η Erin συγκάλεσε την ετήσια γενική συνέλευση. Ενώ η Prime, γνώριζε αυτά τα γεγονότα, συνεχίζει, παρέλειψε να τα αποκαλύψει στο Δικαστήριο, αποδίδοντας αλλότρια κίνητρα στην Erin και δίδοντας μια λανθασμένη εικόνα στο δικαστήριο για τις ενέργειες της Erin. Ε) Υποδεικνύει, τέλος, πως η αιτήτρια απέκρυψε και άλλα ουσιώδη γεγονότα, όπως: (
  2. i)Το γεγονός ότι κατέθεσε την Απάντηση στη διαδικασία διαιτησίας που εκκρεμεί στο Λονδίνο (Τεκμήριο 4 στην ένσταση), στην παράγραφο 24 της οποίας αναφέρεται ότι προτίθεται να αμφισβητήσει την παραδεκτότητα (admissibility) της ίδιας της διαδικασίας ενώπιον του LCIA. Την ίδια στιγμή, υποδεικνύει, ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου επικαλείται την ύπαρξη έγκυρης και υφιστάμενης διαιτησίας για να δικαιολογήσει τα αιτήματα της. (
  3. ii)Παρόλο ότι αποκαλύπτονται τα περιοριστικά μέτρα που αποφασίστηκαν με βάση τους Ε.Κ. 765/2006 και 265/2012 σε βάρος του Προέδρου Λουκασένκο και ορισμένων αξιωματούχων της Λευκορωσίας και ενώ προβάλλεται η θέση ότι η συμπερίληψη του An. Ternasvkiy είναι αβάσιμη και αδικαιολόγητη και για το λόγο αυτό καταχώρισε προσφυγή, επιδιώκοντας ακύρωση της απόφασης του Συμβουλίου, αποσιώπησε το γεγονός ότι το ΔΕΚ απέρριψε αίτημα του, στις 23.4.2012, για αναστολή της απόφασης (Τεκμήριο 37). (iii) Στην παράγραφο 67 της Ε/Δ Θ. Χριστοδούλου, προβάλλεται η θέση ότι η ειδοποίηση για σύγκληση Γενικής συνέλευσης της Rayhill, αποστάληκε στους διευθυντές της, αφήνοντας να νοηθεί ότι η Prime δεν κλήθηκε στην εν λόγω συνέλευση, κάτι που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, όπως επιμαρτυρείται από τα Τεκμήρια 34 και 35Α. Σκόπιμα, υποστηρίζει η ενόρκως δηλούσα, παρέλειψε η αιτήτρια να αποκαλύψει ότι ειδοποιήθηκε, για να δημιουργήσει εντυπώσεις στο Δικαστήριο. Με τις εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις των διαδίκων, όπως προβάλλονται στην αίτηση και ένσταση, αντίστοιχα. Από το ιστορικό της διαφοράς, επεσήμανε η συνήγορος της αιτήτριας, συνάγεται ότι με τις ενέργειες της η Erin αποσκοπεί να ελέγξει τη Rayhill και να λαμβάνει από μόνη της αποφάσεις, κατά παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων της προς την Prime, όπως αναδύονται μέσα από τη ΣΜ Rayhill. Αντιμετώπισε, όμως, δύο εμπόδια: (α) Τη ΣΜ Rayhill που ρητά προβλέπει ότι όλα τα ψηφίσματα των μετόχων της Rayhill πρέπει να λαμβάνονται ομόφωνα (όρος 2.1 του Τεκμηρίου 1). (β) Το άρθρο 59 του καταστατικού της Rayhill (Τεκμήριο 2) που προνοεί ότι η απαραίτητη απαρτία σε συνέλευση της Rayhill είναι δύο μέτοχοι. Αφού, συνεχίζει, εμποδίστηκε να υλοποιήσει το στόχο της με τις ενέργειες της το έτος 2009, λόγω του παρεμπίπτοντος διατάγματος που εξασφάλισε η αιτήτρια στα πλαίσια της αγωγής 4311/2009, επανήλθε με την επιστολή τερματισμού της 17.8.2012 και τις μεθοδεύσεις της για σύγκληση ετήσιας γενικής συνέλευσης με θέμα προς συζήτηση την παύση και αντικατάσταση των διευθυντών της Rayhill (Τεκμήρια 14 και 15). Είναι φανερό, κατέληξε, πως η Erin επιδιώκει να εξασφαλίσει τον έλεγχο της Rayhill, παραγνωρίζοντας τα συμβατικά δικαιώματα της Prime που απορρέουν από τη συμφωνία μετόχων με την αιτήτρια. Η αιτήτρια με τη σειρά της, ζητά τη διατήρηση του status quo ante μέχρι να αποφασιστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο η τύχη της ΣΜ Rayhill. Σχολιάζοντας την ένσταση, εισηγήθηκε πως δεν έχει καταδειχθεί βάσιμος λόγος για ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Ειδικότερα και σε σχέση με τον πρώτο λόγο ένστασης, για έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει το επίδικο διάταγμα, επισημαίνει τα ακόλουθα: Το αίτημα στηρίζεται στο άρθρο 9 του Ν.101/87 που ρητά προσδίδει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα, σε οποιοδήποτε από τα μέρη, πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας. Η εν λόγω νομοθετική διάταξη, υπέδειξε, παρέχει το δικαιοδοτικό πλαίσιο και ουδόλως απαιτεί από τον αιτητή να έχει θέση απαιτητή στη διαιτησία. Υποδεικνύει, περαιτέρω, πως με την παράγραφο 28 της απάντησης της (Τεκμήριο 4 στην ένσταση) η Prime επεφύλαξε το δικαίωμα της να τροποποιήσει και συμπληρώσει την υπεράσπιση της, υποβάλλοντας συγκεκριμένες απαιτήσεις (specific requests). Η Prime, κατέληξε, που είναι μέρος στη διαιτητική διαδικασία, προσπαθεί να προστατεύσει το αντικείμενο της διαιτησίας που είναι η ΣΜ Rayhill και είναι ξεκάθαρο ότι ενομιμοποιείτο να ζητήσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου, ώστε να διατηρηθεί το status quo ante, μέχρι την εκδίκαση της διαιτησίας. Ως προς την τοποθέτηση της συνηγόρου, επί των υπολοίπων λόγων ένστασης, θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, εφόσον κριθεί αναγκαίο. Ο συνήγορος της Erin, επικεντρώθηκε, όπως έχει ήδη επισημανθεί, στον πρώτο λόγο ένστασης, υποστηρίζοντας πως το Δικαστήριο δεν είχε εξουσία να εκδώσει το επίδικο διάταγμα. Η εισήγηση του στηρίζεται στο αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Prime δεν έχει θέση απαιτητή στη διαιτητική διαδικασία. Αναφέρθηκε επί του προκειμένου στη γνωστή νομολογιακή αρχή με βάση την οποία, η αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή για ουσιαστική θεραπεία. Είναι δε γνωστό, κατέληξε ο συνήγορος, πως ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα αλλά είναι απλά επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής. Παραπέμποντας σε πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναφορικά με την Αίτηση των IGOR ZHIGACHOV κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ. 115/2012, ημερ. 18.1.2013) εισηγήθηκε πως είναι ξεκάθαρο ότι το Δικαστήριο δεν είχε διακριτική ευχέρεια να εκδώσει το διάταγμα εφόσον δεν στοιχειοθετήθηκε μια από τις βασικές προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, ήτοι η ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος. Καταλήγοντας επί του λόγου αυτού ο συνήγορος, υπόδειξε πως η αιτήτρια όχι μόνο απέτυχε να καταδείξει αγώγιμο δικαίωμα αλλά αμφισβήτησε και την ίδια τη διαιτητική διαδικασία, όπως προκύπτει από την απάντηση Τεκμήριο 4 στην ένσταση. Γεγονός, μάλιστα, που απέκρυψαν και τούτο αποτελεί, κατά το συνήγορο, πρόσθετο λόγο για την ακύρωση του διατάγματος. Ως θέμα λογικής προτεραιότητας προέχει η εξέταση της θέσης της Erin ότι το δικαστήριο που εξέδωσε το επίδικο διάταγμα υπερέβη τη δικαιοδοσία του. Ο λόγος, όπως εξηγήθηκε πιο πριν, είναι γιατί η αιτήτρια δεν έχει καταδείξει αγώγιμο δικαίωμα στα πλαίσια της διαιτητικής διαδικασίας, που είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Η εισήγηση είναι βάσιμη. Η αιτήτρια αποτάθηκε στα Κυπριακά Δικαστήρια, προκειμένου να εξασφαλίσει θεραπεία προς υποβοήθηση της υπόθεσης της στη διαιτησία ενώπιον του LCIA. Tέτοια δυνατότητα παρέχεται στο Δικαστήριο, με βάση τις πρόνοιες του περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου του 1987 (Ν.101/87), γεγονός που δεν τελεί υπό αμφισβήτηση (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit and Wiztshaft AC

(1999)1(A) A.A.Δ. 585, Αναφορικά με την Αίτηση των Helington Commodities Ltd κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 926 και Αναφορικά με την Αίτηση των Starport Nominees Ltd κ.α.
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1271). Αποτελεί κοινό τόπο ότι η Erin, μετά την επιστολή τερματισμού της ΣΜ Rayhill ημερ. 17.8.2012 (Τεκμήριο 11), καταχώρισε στο LCIA αίτηση διαιτησίας με την οποία επιδιώκει δήλωση ότι η συμφωνία τερματίστηκε νόμιμα και έπαυσε να ισχύει (Τεκμήριο 13). Σε σχέση με το ζήτημα αυτό, στην ένορκη δήλωση του Θ. Χριστοδούλου που υποστηρίζει την αίτηση, αναφέρονται τα ακόλουθα (παρ. 14): «Με την παρούσα αίτηση επιδιώκεται να εμποδιστεί η Erin από του να παραβιάζει τη ΣΜ Rayhill και να επιδιώκει την έκδοση αποφάσεων χωρίς την τήρηση του όρου της ΣΜ Rayhill περί λήψης ομόφωνων αποφάσεων. Όπως θα εξηγήσω στη συνέχεια (βλ. παρ. 63-72 πιο κάτω) στις 17.8.2012 η Erin απέστειλε ειδοποίηση τερματισμού της ΣΜ Rayhill και στις 29.8.2012 καταχώρισε στο London Court of International Arbitration αίτηση διαιτησίας με το οποίο επιδιώκει δήλωση ότι η ΣΜ Rayhill τερματίστηκε νόμιμα και δεν ισχύει πλέον. Εντούτοις, μη αναμένοντας το πέρας της διαδικασίας που η ίδια άρχισε απέστειλε ειδοποίηση σύγκλησης Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης στις 12.10.2012 με αντικείμενο την παύση των υφισταμένων Διευθυντών και τον διορισμό νέων. Με οδηγίες του Εφόρου Εταιρειών που έδωσε δυνάμει του άρθρου 125
(2)η παράσταση ενός μέλους της ΣΜ Rayhill θα λογίζεται ότι αποτελεί συνέλευση. Στόχος της Erin είναι η από μέρους της μονομερής αντικατάσταση των διευθυντών της επιλογής της.» Στη συνέχεια, αφού επεξηγεί το ιστορικό της διαφοράς των διαδίκων, αναφέρεται στην ειδοποίηση τερματισμού, που αποστάληκε από την Erin και στην απαντητική επιστολή των δικηγόρων της ατήτριας (Τεκμήριο 12) με την οποία, όπως αναφέρει, «.αρνείται ότι η Erin έχει δικαίωμα να τερματίσει τη ΣΜ Rayhill για οποιοδήποτε λόγο και κάλεσε την Erin να ενεργεί σύμφωνα με τους όρους της ΣΜ Rayhill» (παράγραφος 64). Σε σχέση με τις θέσεις της στη διαιτητική διαδικασία αναφέρει απλά ότι η αιτήτρια εκπροσωπείται από διεθνή νομικό οίκο και ότι η διαδικασία βρίσκεται στα αρχικά της στάδια (παράγραφος 66). Περαιτέρω στη παράγραφο 74, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Πιστεύω ειλικρινά ότι υπάρχει μια φανερή παραβίαση της ΣΜ Rayhill από την Erin. Περαιτέρω οι δικηγόροι της Αιτήτριας με συμβουλεύουν ότι η Αιτήτρια έχει καλή υπεράσπιση στη διαιτησία ενώπιον του LCIA και ότι υπάρχει σοβαρή πιθανότητα ότι η Erin δεν θα πετύχει στις αξιώσεις της στη διαιτησία. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα από το Δικαστήριο, η Αιτήτρια θα παραμείνει εκτός της διαδικασίας λήψης αποφάσεων στην Rayhill και ως αποτέλεσμα θα δημιουργηθεί αδιέξοδο στη διοίκηση της Glidefern και της Naftatrans και θα επηρεαστούν σημαντικά οι δραστηριότητες της Naftatrans, με πολύ σοβαρές συνέπειες.» Πέραν των πιο πάνω δεν προβάλλεται οποιαδήποτε θέση για αξίωση ή ανταπαίτηση της αιτήτριας στη διαιτητική διαδικασία. Η ευπαίδευτη συνήγορος της παρέπεμψε επί του προκειμένου στην παράγραφο 28 της Απάντησης που καταχώρισε η Prime στη διαδικασία διαιτησίας (Τεκμήριο 4 στην ένσταση) στην οποία αναφέρεται ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα να συμπληρώσει (supplement) και τροποποιήσει (amend) την υπεράσπιση της και να διαμορφώσει συγκεκριμένες απαιτήσεις (to formulate specific requests..) δυνάμει του άρθρου 15 του Κανονισμού. Παραπέμπει περαιτέρω στο άρθρο 15.3 του Κανονισμού (Τεκμήριο 38 στην ένσταση) στο οποίο υπάρχει πρόνοια για το δικαίωμα της Prime να καταχωρίσει ανταπαίτηση μαζί με την έκθεση υπεράσπισης της. Θα πρέπει, βεβαίως, να αναφερθεί πως το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε μονομερώς και τα όσα επικαλείται η συνήγορος της αιτήτριας για να καταδείξει την ύπαρξη «αγώγιμου δικαιώματος» προκύπτουν από την ένσταση και δεν περιλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Δεν ήταν, συνεπώς, ενώπιον του Δικαστηρίου η μαρτυρία αυτή, όταν επιλαμβανόταν της μονομερούς αιτήσεως και εξέδιδε το παρεμπίπτον διάταγμα. Ας σημειωθεί, επίσης, ότι η απάντηση δεν μνημονεύεται στην αίτηση, παρόλο που καταχωρίστηκε την ίδια ημέρα που υποβλήθηκε η αίτηση για το παρεμπίπτον διάταγμα και ήταν ή θα έπρεπε να ήταν εις γνώση της αιτήτριας το γεγονός αυτό. Ο ενόρκως δηλών περιορίστηκε να αναφέρει ότι η διαδικασία στο Λονδίνο βρίσκεται στα αρχικά στάδια. Είναι πολύ καλά γνωστές οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο ασκεί την ευρεία διακριτική του εξουσία για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, δυνάμει του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Μια από τις τρεις βασικές προϋποθέσεις είναι ότι ο αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει αγώγιμο δικαίωμα. Με την τροποποίηση που επέφερε ο Ν.17
(1)/2004, αιτητής μπορεί να είναι και ο εναγόμενος, εφόσον έχει ανταπαίτηση. Όπως έχει υποδειχθεί, ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει, από μόνο του, αγώγιμο δικαίωμα. Είναι επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής. (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση των Igor Zhigachov κ.α., Πολιτική Αίτηση αρ. 115/2012, ημερ. 18.1.2013). Στην υπό αναφορά υπόθεση, κρίθηκε πως οι εναγόμενοι/αιτητές δεν ενομιμοποιούντο να ζητήσουν τα παρεμπίπτοντα διατάγματα και ότι συνεπώς τα εκδοθέντα μονομερώς διατάγματα εκδόθηκαν καθ' υπέρβαση εξουσίας, καθόσον δεν είχαν καταχωρίσει, μέχρι την ημέρα που είχαν αποταθεί για προσωρινό διάταγμα, οποιαδήποτε ανταπαίτηση ή ανταγωγή και τα διατάγματα που είχαν ζητήσει δεν πήγαζαν ή συνδέονταν με το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων. Το ίδιο εκτιμώ ότι συμβαίνει και στην παρούσα υπόθεση. Υπενθυμίζω ότι η αιτήτρια ζήτησε τη συνδρομή των Κυπριακών Δικαστηρίων για να βοηθηθεί στην διαιτητική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον της στο LCIA. Με την αίτηση διαιτησίας η καθ' ης ζητούσε να αναγνωριστεί ότι νόμιμα τερμάτισε τη συμφωνία μετόχων. Η αιτήτρια, μέχρι την ημέρα που αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς, εξασφαλίζοντας το επίδικο παρεμπίπτον διάταγμα, δεν είχε καταχωρίσει ανταπαίτηση ή ανταγωγή. Η συνήγορος της αιτήτριας υποστήριξε πως η αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 9 του Ν.101/87 το οποίο δίνει δικαίωμα σε οποιοδήποτε από τα δύο μέρη να εξασφαλίσει συντηρητικά διατάγματα. Το άρθρο 9 του Ν. 101/87, πρόσθεσε, ουδόλως απαιτεί όπως ο αιτητής συντηρητικού διατάγματος υπέχει θέση απαιτητή στη διαιτησία. Ομολογουμένως το άρθρο 9 αναφέρεται σε οποιοδήποτε από τα δύο μέρη. Προβλέπει, επί λέξει τα ακόλουθα: «Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός εκ των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας». Το πιο πάνω άρθρο 9 του Νόμου παρέχει, όντως, το δικαιοδοτικό βάθρο, σε συνδυασμό όμως με το άρθρο 32 του Ν. 14/60 που αποτελεί το ουσιαστικό δίκαιο και προσδίδει συνεπώς δικαιοδοτικό υποστήριγμα. Η έκδοση του επίδικου προσωρινού διατάγματος εξετάστηκε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Ν. 101/87 που προσδίδει στο Δικαστήριο δικαιοδοσία για χορήγηση συντηρητικής θεραπείας, εκκρεμούσης της εκδίκασης της διαιτησίας ενώπιον του LCIA και βεβαίως, αφού το Δικαστήριο ικανοποιήθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Είναι γι' αυτό το λόγο που η Prime στήριξε το αίτημα της τόσο στο άρθρο 9 του Ν. 101/87 όσο και στο άρθρο 32 του Ν. 14/60. Το Δικαστήριο αφού αναλάβει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9 του Περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου του 1987, ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια, εφαρμόζοντας το ημεδαπό δίκαιο. (Βλ. Starport Nominees Ltd - πιο πάνω). Καταλήγω, συνεπώς, πως η αιτήτρια δεν ενομιμοποιείτο να ζητήσει την έκδοση του επίδικου παρεμπίπτοντος διατάγματος. Θα τερμάτιζα όμως την ισχύ του διατάγματος και για το λόγο ότι η αιτήτρια δεν αποκάλυψε τις θέσεις της, όπως προβλήθηκαν με την Aπάντηση της στην διαιτητική διαδικασία. Αποτελεί αξίωμα, πολύ καλά θεμελιωμένο από τη νομολογία μας, πως όταν ένας αιτητής απευθύνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, επιδιώκοντας θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου του, οφείλει να αποκαλύψει πλήρως όλα τα ουσιώδη γεγονότα που θα μπορούσαν να επιδράσουν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για τη χορήγηση της θεραπείας που επιδιώκεται. Όπως επισημανθηκε στην υπόθεση Demstar Ltd v. Zim Israel Navigation Ltd κ.α.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 597, η αποκάλυψη συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται σε κάθε εξαιρετική περίπτωση που επιζητείται θεραπεία στην απουσία αντιδίκου. Η διαπίστωση ότι η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων, συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οδηγεί στην ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος χωρίς να απαιτείται να καταδειχθεί πρόθεση εξαπάτησης του Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 598, The Timberland Co of U.S.A. v. Evans & Sons κ.α.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 1179, Rybolovlev κ.α. ν. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ. 82). Στην εξεταζόμενη περίπτωση η καταχώριση της Aπάντησης καθώς και το περιεχόμενο της, αποτελούσε ουσιώδες στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή μη του παρεμπίπτοντος διατάγματος, καθόσον, όπως υποδεικνύεται πιο πάνω, άπτεται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Με τη γενική αναφορά του ενόρκως δηλούντα ότι η διαιτητική διαδικασία βρίσκεται στα αρχικά στάδια, χωρίς να αποκαλυφθεί το περιεχόμενο της Απάντησης που καταχωρίστηκε ή θα εκαταχωρείτο την ίδια ημέρα, η αιτήτρια κάθε άλλο παρά επέδειξε την καλή πίστη που όφειλε, υπό τις περιστάσεις. Δεν αποκάλυψε, περαιτέρω, τις επιστολές που αντάλλαξε η Erin με τον γραμματέα και τους διευθυντές της Rayhill (Τεκμήρια 9-32). Είναι, βεβαίως, ορθή η επισήμανση της συνηγόρου της αιτήτριας πως με βάση τη νομολογία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ουσιώδης παράλειψη η μη αναφορά στο σύνολο των επιστολών που αντάλλαξαν τα μέρη. (Βλ. Ρένα Αριστοτέλους κ.α. v. Benflect Enterprises Ltd 2006) 1(A) A.A.Δ. 280). Το Δικαστήριο δεν συμμερίζεται, όμως, τη θέση της αιτήτριας πως η αναφερθείσα αλληλογραφία που δεν αποκαλύφθηκε, δεν θα επηρέαζε την κρίση του Δικαστηρίου. Εκτιμώ πως τα θέματα που είχαν εγερθεί από την Erin ήταν σημαντικά και απολύτως σχετικά με την μετέπειτα ενέργεια της για αντικατάσταση των διευθυντών, για την οποία παραπονείται η αιτήτρια. Από την αλληλογραφία που παρατέθηκε, προκύπτει πως η Erin είχε εκφράσει παράπονα για τον τρόπο που διαχειρίστηκαν τις υποθέσεις της Rayhill τόσο η γραμματέας όσο και οι τότε διευθυντές της. Ενδεικτικά επισημαίνονται τα παράπονα της Erin για παράβαση των οδηγιών της από τους διευθυντές καθώς και η διαφωνία της για τα θέματα που θα εσυζητούντο στις συνεδρίες του διοικητικού συμβουλίου, όπως προκύπτουν μέσα από τις επιστολές που ανταλλάγησαν κατά την περίοδο Μαϊου - Αυγούστου 2012, Τεκμήρια 9-
  1. Το βασικό παράπονο της αιτήτριας είναι πως η Erin προσπάθησε να παύσει τους διευθυντές της Rayhill για να έχει τον απόλυτο έλεγχο της εταιρείας, κατά παράβαση της ΣΜ Rayhill. Όφειλε να αποκαλύψει τα όσα προηγήθηκαν, σε σχέση με τη διαφωνία της Erin για τον τρόπο που οι διευθυντές, διαχειρίζονταν και διοικούσαν τη Rayhill. Θεωρώ ότι η υπό αναφοράν αλληλογραφία ήταν ένα ουσιώδες στοιχείο της υπόθεσης που όφειλε να είχε αποκαλύψει η αιτήτρια. Βρίσκω, συνεπώς, πως η αιτήτρια παρέβη το καθήκον πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης που όφειλε υπό τις περιστάσεις. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου θα εξετάσω και τους υπόλοιπους λόγους ένστασης, προκειμένου να υπάρχει πρωτόδικη κρίση για όλα τα επίδικα θέματα, σε περίπτωση έφεσης. Παράλειψη κατάθεσης προσωπικής εγγύησης. Ο λόγος αυτός φαίνεται να έχει εγκαταληφθεί αφού δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του συνηγόρου της καθ' ης. Το ζήτημα αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο με την απόφαση στην Πολιτική αίτηση αρ. 170/12, ημερ. 18.2.2013, υποδεικνύοντας πως ήταν στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η επιλογή εναλλακτικών τρόπων παροχής εγγύησης (Αναφορικά με την Αίτηση της Erin Resourses S.A., Πολιτική Αίτηση αρ. 170/12, ημερομηνίας 18.2.2013). Ερμηνεία όρου 2.1 της Συμφωνίας Μετόχων. Είναι πολύ καλά γνωστό πως το Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας αυτής, δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα ως προς τα πραγματικά και νομικά θέματα της υπόθεσης. Η κατ' ισχυρισμόν, παράλειψη της αιτήτριας να προσκομίσει εκτίμηση εμπειρογνώμονα, ως προς το ζήτημα αυτό, δεν αποδυνάμωσε την υπόθεση της, όπως διατείνεται η Erin Πιθανότητα Ανεπανόρθωτης Βλάβης. Έχει τεθεί μαρτυρία, με βάση την οποία υπήρχε κίνδυνος πρόκλησης ανεπανόρθωτης βλάβης στην αιτήτρια, αφού με βάση τα γεγονότα, είχε τροχιοδρομηθεί από την Erin η παύση και αντικατάσταση των διευθυντών της Rayhill. Το κατεπείγον του αιτήματος στοιχειοθετήθηκε αφού η αιτήτρια αποτάθηκε στο Δικαστήριο σε λιγότερο από ένα μήνα, αφότου αποστάληκε η ειδοποίηση για σύγκληση της γενικής συνέλευσης που είχε προγραμματιστεί για τις 12.10.
  2. Σε σχέση τέλος με το ισοζύγιο της ευχέρειας, η πλάστιγγα θα έγερνε προς όφελος της αιτήτριας προκειμένου να εδιατηρείτο το status quo. Καταλήγω, συνεπώς, πως όλοι οι υπόλοιποι λόγοι ένστασης δεν ευσταθούν. Για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πριν, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα παύει να ισχύει, η δε αίτηση, ως προς το δεύτερο σκέλος του αιτητικού, απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται προς όφελος της καθ' ης η αίτηση 1 και εις βάρος της αιτήτριας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι καθ' ων 2 και 3 δεν καταχώρισαν ένσταση, τηρώντας ουδέτερη στάση, για τούτο και δεν δικαιολογείται οποιαδήποτε διαταγή σε σχέση με τα έξοδα των καθ' ων 2 και
  3. (Υπ.) ............. Λ. Καλογήρου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΛ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.