Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Χριστάκη Αυγερινού Νικήτα κ.α., Αρ. Αγωγής: 5572/12, 13/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A352 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ν. Γιαπανά, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5572/12 Μεταξύ: Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ Εναγόντων -και-
- Χριστάκη Αυγερινού Νικήτα από τη Λεμεσό
- Φιόνα Νίκου Νικολάου, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2.8.13 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.11.13 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: κα Κακουλλή Για Εναγόμενους 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Γιατρού Για Εναγόμενη 2 - Καθ ης η Αίτηση : κ. Βασιλείου ------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των εναγομένων το ποσό των €217.327,48 υπόλοιπο οφειλόμενο δυνάμει λογαριασμού δανείου και Βασικής Συμφωνίας καθώς και επιστολής προσφοράς ημερ.19.12.06, πλέον τόκο 14% από 13.7.
- Αξιώνουν επίσης και διάταγμα πώλησης ενυπόθηκου κτήματος των εναγομένων. Την 14.2.13 οι ενάγοντες αποτάθηκαν στο δικαστήριο με αίτηση δια κλήσεως προς έκδοση διατάγματος εναντίον των εναγομένων με το οποίο να εμποδίζεται η πώληση, μεταβίβαση, αποξένωση και/ή υποθήκευση διαφόρων ακινήτων των εναγομένων. Η αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Μιχάλη Μιχαηλίδη προϊσταμένου της διεύθυνσης διαχείρισης απαιτήσεων των εναγόντων. Αναφέρεται στους όρους της βασικής συμφωνίας παροχής δανείου και περαιτέρω σε επιστολή προσφοράς την οποία προσυπέγραψαν οι εναγόμενοι δυνάμει της οποίας οι ενάγοντες παραχώρησαν, μεταξύ άλλων, δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα CHF319.888.73 ή το ισόποσο σε Λ.Κ.115.
- Προς εξασφάλιση παροχής δανείου μέχρι του ποσού των CHF435.000, οι εναγόμενοι παραχώρησαν προς όφελος των εναγόντων υποθήκη σε μερίδια που κατείχαν επί οικοπέδου στον Μονιάτη. Τον Ιούνιο του 2012 ο λογαριασμός παρουσίαζε ληξιπρόθεσμες οφειλές CHF33.720,87 και κάλεσαν δι' επιστολής τους εναγόμενους να τακτοποιήσουν τις εκκρεμότητες τους. Σε περίπτωση δε παράλειψης τους θα έκλειναν τον λογαριασμό και θα ζητούσαν άμεση εξόφληση και δικαστικά μέτρα εναντίον τους. Στις 13.7.12 τερμάτισαν τη συμφωνία και κάλεσαν τους εναγόμενους να καταβάλουν το ποσό των €217.327.48 πλέον τόκους. Οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν κανένα ποσό και η μοναδική εξασφάλιση των εναγόντων είναι η ρηθείσα υποθήκη, η οποία όμως δεν αποτελεί επαρκή εξασφάλιση. Οι εναγόμενοι ευρίσκονται σε δυσχερή οικονομική κατάσταση, έχουν δε και άλλες οφειλές στους ενάγοντες ανερχόμενες στο ποσό των €37.000 περίπου για τις οποίες εκκρεμούν άλλες αγωγές. Στην βάση εκτιμήσεων της ακίνητης περιουσίας, είναι η θέση του ότι αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο τέλος, λόγω και του κινδύνου να αποξενώσουν την περιουσία τους. Οι εναγόμενοι-καθ΄ ων η αίτηση έφεραν ένσταση. Είναι η θέση του καθ ου η αίτηση 1 ότι οι ενάγοντες είναι πλήρως εξασφαλισμένοι επί τη βάση δικών τους εκτιμήσεων. Επί της ουσίας είναι η θέση του ότι στελέχη των εναγόντων κατά τον χρόνο των διαπραγματεύσεων τους προέτρεψαν πιεστικά, παραπειστικά και παραπλανητικά ότι ο δανεισμός σε Ελβετικό φράγκο ήταν η καλύτερη και συμφέρουσα επιλογή υπό τις περιστάσεις. Τους ανέφεραν ότι το επιτόκιο ήταν χαμηλό και ότι επρόκειτο για ένα σταθερό νόμισμα και ο μελλοντικός κίνδυνος ελάχιστος ως ανύπαρκτος. Έχοντας εμπιστοσύνη στους υπαλλήλους της τράπεζας υπέγραψαν τα σχετικά έγγραφα και τις εξασφαλίσεις. Αργότερα διάφορες ενέργειες των εναγόντων τους «ξύπνησαν«. Οι ενάγοντες προέβαιναν σε παράλογες απαιτήσεις, απειλές και αφόρητους πιέσεις με την μορφή χρεώσεων και επιβαρύνσεων και συμπεριφέρθηκαν εγωιστικά, ανέντιμα και κακόπιστα. Η τράπεζα είχε αυξημένες νομικές και συμβατικές υποχρεώσεις απέναντι τους δυνάμει των προνοιών του Νόμου 144
(1)/
- Το δάνειο στην ουσία ήταν επενδυτικό χαρτοφυλάκιο συνδεδεμένο απευθείας με την αγορά συναλλάγματος. Δανειοδότηση τέτοιου είδους εμπεριέχει κινδύνους και εξειδικευμένες γνώσεις και ειδική εκπαίδευση σε ισοτιμίες ξένων νομισμάτων. Αναφέρεται λεπτομερώς στις υποχρεώσεις των εναγόντων έναντι των ιδίου και ότι αν οι ενάγοντες ενεργούσαν καλόπιστα και έντιμα και στα πλαίσια των νομικών και συμβατικών τους υποχρεώσεων δεν θα έφθαναν σε αυτό το σημείο. Η εναγόμενη καθ ης η αίτηση 2 στην δική της ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, αναφέρει ότι οι μονογραφές στην βασική συμφωνία δεν είναι δικές της, ενώ η υπογραφή στην τελευταία σελίδα αν και μοιάζει με την δική της, εκφράζει αμφιβολίες αν είναι όντως η υπογραφή της. Είναι επίσης η θέση της ότι ποτέ δεν υπέγραψε τέτοιο έγγραφο. Όπως επίσης φαίνεται από τα διάφορα έγγραφα της συμβάσεως υποθήκης, ο εναγόμενος 1 τα υπέγραψε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της και δεν έχει εξουσιοδοτήσει κανένα να υπογράψει τα διάφορα έγγραφα που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση των αιτητών και ως εκ τούτου δεν την δεσμεύουν. Αν όμως είναι δική της η υπογραφή, τότε αυτή τέθηκε συνεπεία ψυχικής πιέσεως και εξαναγκασμού εκ μέρους των εναγόντων. Είναι επίσης η θέση της ότι ο λογαριασμός των εναγόντων περιλαμβάνει παράνομες και υπερβολικές χρεώσεις και το αξιούμενο ποσό είναι υπέρογκο. Γίνεται στη συνέχεια αναφορά στις εκτιμήσεις των αξιών των ακινήτων και είναι η θέση της ότι οι ισχυρισμοί των εναγόντων για την οικονομική της κατάσταση είναι ψευδείς και αναληθείς. Η άρνηση πληρωμής των ποσών των αγωγών που εκκρεμούν, οφείλεται σε γνήσια υπεράσπιση που έχει και όχι λόγω αδυναμίας πληρωμής. Στη συνέχεια, την 2.8.13 οι αιτητές καταχώρισαν την κρινόμενη αίτηση με την οποία επιζητούν άδεια για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, αίτημα στο οποίο η πλευρά των καθ΄ ων η αίτηση έφερε ένσταση. Συνοπτικά οι λόγοι που προβάλλονται επί του πραγματικού υποβάθρου της αίτησης είναι ότι επιδιώκεται να απαντηθούν οι ισχυρισμοί του εναγόμενου 1 σε σχέση με τον δανεισμό σε ξένο νόμισμα, και ειδικότερα ο εναγόμενος που είναι ελεγκτής, ζήτησε ο ίδιος να δανειστεί σε Ελβετικά Φράγκα κατόπιν συμβουλής της αδελφής του που εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα. Επρόκειτο για απόφαση του εναγομένου 1 χωρίς την ανάμειξη των εναγόντων. Επίσης ότι συνήψε και προσωπικό δάνειο σε Ελβετικά Φράγκα το οποίο εξόφλησε χωρίς να θέση οποιοδήποτε θέμα. Εν σχέση δε με την εναγομένη 2 επιδιώκεται να καταχωρηθεί συμπληρωματική ένορκη δήλωση της υπαλλήλου ενώπιον της οποίας υπέγραψε τα διάφορα έγγραφα. Είναι περαιτέρω η θέση τους ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων προβλήθηκαν για πρώτη φορά και επηρεάζουν τις δυο πρώτες προϋποθέσεις που βαρύνονται να αποδείξουν προς έκδοση του προσωρινού διατάγματος, και θα πρέπει να επιτραπεί η αιτούμενη θεραπεία ώστε το δικαστήριο να έχει ολοκληρωμένη εικόνα της υπόθεσης. Οι εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση. Ο εναγόμενος 1 δια της ενόρκου δηλώσεως της Αθηνούλας Χαραλάμπους δικηγόρου που υποστηρίζει την ένσταση, αναφέρει ότι οι νόμοι και οι θεσμοί που επικαλούνται οι αιτητές δεν νομιμοποιούν την αιτούμενη θεραπεία, ούτε και τα γεγονότα νομιμοποιούν το αίτημα. Θα έπρεπε επίσης να επισυναφθεί η ένορκη δήλωση που επιθυμούν οι αιτητές, ώστε να εξεταστεί το περιεχόμενο της από το δικαστήριο. Δεν έχουν δείξει καλό λόγο για να τους δοθεί άδεια για καταχώριση απαντητικής ένορκης δήλωσης. Αυτά που αναφέρουν ήταν γνωστά σε αυτούς και/ή μπορούσε να προβλεφθούν ότι θα εγείρονταν από τον εναγόμενο
- Η καθ ης η αίτηση καταχώρισε ομοίως ένσταση, πλην όμως για τους λόγους που θα εξηγηθούν στη συνέχεια το δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί με αυτήν. Η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση και οι δικηγόροι παρέδωσαν γραπτώς τις αγορεύσεις τους. Εκ μέρους της καθ ης η αίτηση 2 δεν υπήρξε εμφάνιση κατά την ημέρα της ακροάσεως και σύμφωνα με την νομολογία το δικαστήριο σε τέτοια περίπτωση ακούει τον παρόντα διάδικο αγνοώντας τους ισχυρισμούς που πρόβαλε στην ένσταση ο απών διάδικος. (Westside Enterprises Ltd v. Soulis Enterprises Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 233 και Αριστείδου ν. ΣΠΕ Στροβόλου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1891). Η ένσταση συνεπώς δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη. Είναι η θέση της κας Κακουλλή ότι εκείνο που επιζητείται είναι αντίλογος των θέσεων των εναγόντων σε όσα αναφέρει ο καθ ου η αίτηση 1 οι οποίες δεν μπορούσαν να προβλεφθούν κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης. Η αίτηση ήταν εξ αρχής δια κλήσεως οπότε και δεν τίθεται θέμα συμπλήρωσης μαρτυρίας, έχοντας δε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους, οφείλουν να προσφέρουν απάντηση επί των συγκεκριμένων ισχυρισμών του καθ ου η αίτηση, ώστε να υπάρχει πλήρης εικόνα ενώπιον του δικαστηρίου. Αντίθετη είναι η θέση της κας Γιατρού γιατί όσα αναφέρουν οι αιτητές δεν συνιστούν καλό λόγο για να εγκριθεί το αίτημα. Κατά την εκδίκαση ενδιαμέσων διαταγμάτων το δικαστήριο δεν προβαίνει σε ευρήματα αξιοπιστίας, ούτε και εξετάζει την ουσία της υπόθεσης. Δεν επιτρέπεται η επανόρθωση παράλειψης ώστε να αλλοιωθεί η εικόνα που δόθηκε στο δικαστήριο. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι οι αιτητές δεν έχουν αποδείξει ότι αυτά που θέλουν να συμπεριλάβουν δεν ήταν σε γνώση τους εξ αρχής. Όφειλαν να αναφέρουν όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα που κατά την γνώμη τους ήταν αναγκαία προς απόδειξη της υπόθεσης τους. Ήταν φανερό ότι δάνειο σε ξένο συνάλλαγμα θα έθετε τέτοιας μορφής επιχειρήματα και όφειλαν με την ένορκη τους δήλωση να αναφερθούν σε αυτά. Ως εκ τούτου δεν δικαιολογείται η καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Η Δ.48 θ.4
(2), που αποτελεί το νομικό βάθρο της αιτούμενης θεραπείας, προνοεί ότι η ακρόαση αίτησης γίνεται στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις, τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Δ.39. Με το θεσμό αυτό, σε αμφισβητούμενα γεγονότα αποκλείεται πλέον, σε αντίθεση με το τι ίσχυε με τον παλαιό θεσμό, η προσαγωγή πρόσθετης προφορικής μαρτυρίας, εκτός βέβαια από τη δυνατότητα αντεξέτασης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, των ενόρκως δηλούντων. Το αίτημα για να επιτραπεί η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης θα πρέπει να αντικρυστεί μέσα στους λόγους που προβάλλουν ως αναγκαίοι, στον καλό λόγο σύμφωνα με το θ.4
(2)της Διαταγής 48, σε συνάρτηση με το αίτημα που προβάλλεται στην κυρίως αίτηση, που στην παρούσα υπόθεση αφορά την έκδοση ενδιαμέσου διατάγματος για την μη αποξένωση ακίνητης περιουσίας των εναγομένων. Το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση είναι κατά πόσο, στη βάση των πιο πάνω γεγονότων, αποκαλύπτεται καλός λόγος τέτοιος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου για να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Σημειώνεται πως η αίτηση υπεβλήθη δια κλήσεως και δεν έχει εκδοθεί κάποιο ενδιάμεσο διάταγμα ώστε να συντρέχει περίπτωση μεταβολής της εικόνας που αρχικά δόθηκε στο δικαστήριο, ή κάποια προσπάθεια να καταδειχθεί ότι ορθά εκδόθηκε το διάταγμα, ή να εξηγηθούν περαιτέρω οι λόγοι και τα γεγονότα επί των οποίων στηρίχθηκε αρχικά το δικαστήριο και εξέδωσε το διάταγμα. Δεν νομίζω πως μπορεί να γίνει απαρίθμηση λόγων που θα μπορούσαν εκ προοιμίου να συνιστούν καλό λόγο για τέτοιο αίτημα. Εναπόκειται στον αιτητή κάθε φορά να εξηγήσει και να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι συντρέχει τέτοιος λόγος, είτε αυτός αφορά τα γεγονότα, είτε αναφέρεται σε άλλους παράγοντες ανεξάρτητους, ως για παράδειγμα ότι περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση του στοιχεία ή γεγονότα. Καθοδηγητική κρίνεται η υπόθεση Τράπεζα Κύπρου Λτδ (Αρ. 4)
(1997)1 Α.Α.Δ 979. Αφορά βέβαια τη Δ.59 κ.1 και 6 των Αγγλικών Θεσμών του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όμως ως εξηγείται για να δοθεί άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα πρέπει να αναφέρεται ή και να σχετίζεται σε νέα γεγονότα που προκύπτουν από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης των καθ΄ ων η αίτηση. Σχετική ακόμα καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τις αρχές που αφορούν αίτηση για συνοπτική απόφαση. Έτσι για παράδειγμα θέματα που άπτονται της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου μπορούν να θεραπευτούν με άδεια για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, ως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ 782 αλλά και η ειδική προς τούτο πρόνοια του Annual Practice 1958, σελ. 247 κάτω από τον τίτλο Affidavit in Reply (βλ. Fils Dreyfus Et Cie Societe Anonyme v. Clarke
(1958)1 All ER 459). Καθοδήγηση μπορεί επίσης να αντληθεί και από το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση A. Messios & Sons Ltd κ.ά v. Λεωνίδα
(2010)1 Α.Α.Δ
- «Κατά την εκτίμησή μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ' ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων». Οι πιο πάνω αναφορές έγιναν ως μέρος ενός ευρύτερου προβληματισμού αναζήτησης αλλά και ανίχνευσης των προσδιοριστικών εκείνων στοιχείων και παραμέτρων της έννοιας του καλού λόγου, επί των οποίων θα ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου. Είναι η κρίση του δικαστηρίου ότι η καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης μπορεί να επιτραπεί για λόγο που εντοπίζεται και κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης, σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, άρρηκτα συνυφασμένων με τη φύση των επιζητούμενων αξιώσεων στη βασική αίτηση. Από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση, εξάγεται ευθέως ότι επιδιώκεται να απαντηθεί συγκεκριμένος ισχυρισμός του καθ ου η αίτηση 1 που εισάγεται εκ μέρους του πρωτογενώς ως νέο στοιχείο και γεγονός. Η θέση της κας Γιατρού πως ο δανεισμός σε ξένο συνάλλαγμα εξ ορισμού εγείρει τέτοιας μορφής επιχειρήματα και συνεπώς θα έπρεπε να ήταν εξ αρχής προβλέψιμοι οι ισχυρισμοί του καθ ου η αίτηση, δεν μπορεί να έχει ουσιαστικό ούτε και πραγματικό έρεισμα και κρίνεται ως ανεδαφικός. Δεν πρόκειται, αλλά ούτε και εγείρεται ή και αναφύεται θέμα περί προβλέψεων ισχυρισμών, αλλά περί γεγονότων. Ο εναγόμενος εν προκειμένω εγείρει και προβάλλει συγκεκριμένους ισχυρισμούς επί των οποίων οι αιτητές επιδιώκουν με την αίτηση τους να απαντήσουν. Δεν πρόκειται ούτε για νέους ισχυρισμούς εκ μέρους των αιτητών, ούτε και επιζητούν να συμπεριλάβουν γεγονότα προς υποστήριξη της δικής τους αίτησης, τα οποία παρέλειψαν να συμπεριλάβουν στην αρχική τους δήλωση. Απάντηση επιζητούν να καταχωρίσουν στους ισχυρισμούς του καθ ου αίτηση. Προς αποφυγήν επαναλήψεων, τα ίδια ισχύουν και εφαρμόζονται καθόσον αφορά τους λόγους που προβάλλουν οι αιτητές εν σχέση με τους ισχυρισμούς της καθ ης η αίτηση
- Το δικαστήριο έχει μελετήσει τόσο την ένορκη δήλωση που επιζητείται η άδεια, όσο και την ένσταση. Έχει επίσης ενδιατρίψει και μελετήσει τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις που αφορούν την κυρίως αίτηση για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Η διαπίστωση του Δικαστηρίου είναι ότι εισάγονται ισχυρισμοί και γεγονότα εκ μέρους του καθ ου η αίτηση 1 τέτοια, που δεν καθιστούν ανεπιθύμητη την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης εκ μέρους των αιτητών. Και τούτο γιατί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που επιζητείται να καταχωρηθεί είναι επί συγκεκριμένων ισχυρισμών και γεγονότων που ευθέως προκύπτουν από ισχυρισμούς του καθ ου η αίτηση
- Είναι γνωστό ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής για να ικανοποιήσει το δικαστήριο ότι συντρέχουν οι τασσόμενες από τον Νόμο και τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση ενός ενδιαμέσου διατάγματος. Το δικαστήριο βέβαια δεν θα υπεισέλθει στο στάδιο αυτό στην ουσία της αίτησης προς έκδοση του ενδιαμέσου διατάγματος, στα πλαίσια όμως αυτά, οι αιτητές ουσιαστικά επιδιώκουν να παραθέσουν όλα τα γεγονότα και πλήρη εικόνα επί των εκατέρωθεν ισχυρισμών, ως φέροντες και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους ως προς το επιζητούμενο διάταγμα. Πρόκειται συναφώς περί δικαιώματος αλλά και δικονομικής υποχρέωσης τους στα πλαίσια της Δ.48 Θ.4 και εφόσον καταδείξουν καλό λόγο που να δικαιολογεί το αίτημα τους, δεν μπορεί να τους αποκλειστεί ούτε και να τους στερηθεί το δικονομικό διάβημα που επιδιώκουν. Η εισήγηση της κας Γιατρού ότι θα έπρεπε να καταχωρηθεί η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που προτίθενται οι αιτητές να καταχωρίσουν, παρόλο που θα ήταν υποβοηθητική, δεν έχει δικονομικό έρεισμα. Εκείνο που απαιτείται από την Δ.48, Θ.4 είναι να καταδειχθεί ο λόγος για τον οποίο επιδιώκεται η συμπληρωματική ένορκη δήλωση. Αυτός θα κριθεί αν είναι καλός μέσα από τους προβαλλόμενους αιτιολογικούς λόγους, και στην προκειμένη περίπτωση αρκούντως επεξηγούνται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Στην βάση όλων των ενώπιον του δικαστηρίου τεθέντων στοιχείων, όπως αυτά έχουν αξιολογηθεί και αναλυθεί, κρίνεται ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αποκλίνει υπέρ του αιτήματος των αιτητών. Ως εκ τούτου το αίτημα εγκρίνεται. Συμπληρωματική ένορκη δήλωση θα καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και σε βάρος των καθ΄ ων η αίτηση. Θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα καταβληθούν στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) Ν. Γιαπανάς, Α.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο