← Κύπρος

Ivan Danilovich ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2079/2013, 6/11/2013

Ivan Danilovich ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2079/2013, 6/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A342 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2079/2013 Μεταξύ: Ivan Danilovich Ενάγοντα - και -

  1. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία
  2. Άντρης Αντωνιάδου, υπό την ιδιότητά της ως Ειδικής Διαχειρίστριας για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στη Λαϊκή Τράπεζα, από τη Λευκωσία
  3. Ντίνου Χριστοφίδη, υπό την ιδιότητα του ως Ειδικού Διαχειριστή για την εκτέλεση των μέτρων εξυγίανσης στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, από τη Λευκωσία
  4. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λευκωσία
  5. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, από τη Λευκωσία
  6. Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου
  7. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, από τη Λευκωσία Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 29.5.2013 6.11.2013 Για Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Κυπρίζογλου για Ρίκκος Ν. Ερωτοκρίτου & Σία Για τους Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Χρ. Αχιλλέως για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση: ουδεμία εμφάνιση Για την Εναγόμενη 4 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 5 και 6 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία ΔΕΠΕ Για την Εναγόμενη 7 - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Μ. Ευαγγέλου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η ουσιαστική αξίωση του Ενάγοντα είναι για ποσό €663.848,18 και 2.006.509,59 δολ. Αμερ. ως ειδικές αποζημιώσεις για απώλεια πιστωτικών υπολοίπων σε δύο λογαριασμούς που διατηρούσε στην Εναγόμενη 1 Τράπεζα, τη Λαϊκή. Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 29.5.
  8. Έκθεση Απαίτησης δεν καταχωρίστηκε ακόμη. Στην οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος περιγράφονται οι αξιούμενες θεραπείες οι οποίες και διεκδικούνται εναντίον όλων των Εναγομένων. Συνοπτικά αξιώνονται: Α. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους οιασδήποτε μορφής παρέμβαση επί του πιστωτικού υπολοίπου των δύο επίδικων λογαριασμών χωρίς προηγούμενη αποζημίωση. Β. Το ίδιο διατάγματα προς αποφυγή αδικαιολόγητου πλουτισμού των Εναγομένων σε βάρος του Ενάγοντα. Γ. Αναγνωριστικό διάταγμα ότι με την ιδιοποίηση και παράνομη κατακράτηση και επέμβαση στην κινητή ιδιοκτησία του, οι Εναγόμενοι ενήργησαν με δόλο, βαριά αμέλεια και κατά παράβαση των αρχών καλής πίστης έναντι του. Δ. Αναγνωριστικό διάταγμα ότι για τους ίδιους λόγους οι Εναγόμενοι πλουτίζουν αθέμιτα σε βάρος της περιουσίας του. Ε. Γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση υποχρεώσεων έναντι του και/ή παράνομη κατακράτηση, παράβαση σχέσης πελάτη εμπιστευματοδόχου, αμέλεια, δόλο, απάτη και παράβαση νόμιμου και συμβατικού καθήκοντος σε σχέση με τους επίδικους λογαριασμούς. Ζ. Διάταγμα όπως συγκεκριμένο χωράφι της Λαϊκής στον Λιθροδόντα πωληθεί ώστε να ανακτήσει ο Ενάγοντας τα ποσά που είχε στους δύο επίδικους λογαριασμούς. Και πάλιν αποζημιώσεις για διάφορες αιτίες (παράγραφοι Η, Θ, Ι, ξανά Ι, Κ και Λ), πάντα σε συνάρτηση με τους δύο επίδικους λογαριασμούς. Αυθημερόν, με την καταχώριση της αγωγής, ο Ενάγοντας καταχώρισε μονομερή Αίτηση εξαιτούμενος την έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων και εξασφάλισε διάταγμα (Γ) με το οποίο απαγορεύεται στη Λαϊκή ή την Τράπεζα Κύπρου ή τους ειδικούς διαχειριστές τους από του να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν το χωράφι στο Λιθροδόντα που αναφέρεται στην αγωγή. Αναφορικά με τα λοιπά εξαιτούμενα διατάγματα διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης. Με αυτά ζητούνται διατάγματα όπως στην αγωγή υπό παραγράφους Α και Β (με την προσθήκη πως οι λογαριασμοί διατηρούνται στη Λαϊκή και/ή την Τράπεζα Κύπρου), ενδιάμεσης όμως εμβέλειας. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εύης Πηλαβάκη ημερομηνίας 29.5.2013, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Ενάγοντα. Όλοι οι Εναγόμενοι καταχώρισαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης. Αυτή των Εναγομένων 1 και 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 11.9.2013 του Δημήτρη Ονουφρίου, Λειτουργού Μονάδας Διεθνούς Δανεισμού Λεμεσού της Λαϊκής (μέχρι και την 29.3.2013 που η εργοδότηση της μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου, δυνάμει της ΚΔΠ 104/2013). (Ο Εναγόμενος 3 απώλεσε την 21.6.2013 την ιδιότητα του και δεν εκπροσωπείται στη διαδικασία.) Η ένσταση της Εναγόμενης 4 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 25.7.2013 της Μαρίας Μιχαήλ, που εργάζεται στη Νομική Υπηρεσία της Τράπεζας Κύπρου. Αυτή των Εναγομένων 5 και 6 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 26.7.2013 του Μιχάλη Στυλιανού που εργάζεται στη Μονάδα Εξυγίανσης της Κεντρικής Τράπεζας. Τέλος, αυτή της Εναγόμενης 7 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.9.2013 του Γιώργου Σκλάβου, Οικονομικού Λειτουργού στο γραφείο του Υπουργείου Οικονομικών. Οι ουσιαστικότεροι λόγοι ένστασης που καταγράφονται στις Ειδοποιήσεις Πρόθεσης Ένστασης των Εναγομένων μπορούν να συνοψιστούν και κατηγοριοποιηθούν ως ακολούθως: · Δεν πληρείται καμιά από τις τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων για την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. · Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων. · Ο επηρεασμός ή η έκταση του επηρεασμού των καταθέσεων του Ενάγοντα, θα διαφανεί μόνο με την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξυγίανσης της Λαϊκής. Συνεπώς η αξίωση του είναι πρόωρη. · Ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος τεκμαίρεται συνταγματικός ενώ τα εκδοθέντα Διατάγματα δεν έχουν ανακληθεί ούτε έχουν ακυρωθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο και παράγουν έννομα αποτελέσματα. · Η Αίτηση καθ΄ όσον αφορά τα διατάγματα Α και Β είναι άνευ αντικειμένου γιατί οι ενέργειες οι οποίες ζητείται να απαγορευτούν έχουν ήδη συντελεστεί. · Τα Διατάγματα εκδόθηκαν λόγω έκτακτης ανάγκης του κράτους και/ή για λόγους δημοσίου συμφέροντος και/ή δημοσίας ωφελείας. · Η έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα συνιστά δυσμενή διάκριση σε σχέση με τους υπόλοιπους καταθέτες της Λαϊκής στους οποίους επιβλήθηκαν τα ίδια μέτρα εξυγίανσης. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ο Ενάγοντας διατηρούσε κατά τον Μάρτιο του 2013 τους δύο επίδικους λογαριασμούς στη Λαϊκή με πιστωτικό υπόλοιπο €663.848,18 και 2.006.509,59 δολ. Αμερ. Άλλα επί μέρους γεγονότα δεν εκτίθενται. Γίνεται αναφορά στα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 και τι οδήγησε σε αυτά. Επί τούτων η ομνύουσα εκφράζει τη γνώμη της και αναπτύσσει νομική επιχειρηματολογία αναφορικά με τις ευθύνες των Εναγομένων. Στην ένορκη δήλωση Ονουφρίου επισυνάπτεται αντίγραφο της κατάστασης των λογαριασμών του Ενάγοντα. Δίδονται οι αξίες σε ευρώ. Οι πιστωτικοί λογαριασμοί του ήταν πέντε με συνολικό πιστωτικό €2.497.428,
  1. Είχε μια δέσμευση €1.500 και ένα χρέος €255.298,75 σε έκτο λογαριασμό. Το καθαρό του πιστωτικό ήταν €2.240.629,
  2. Καταγράφεται στην κατάσταση €100.000 εξασφαλισμένο ποσό και €2.140.629,27 ποσό απομείωσης. Το Μάιο του 2011 μετά από διαδοχικές υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της Δημοκρατίας, αυτή αποκλείστηκε για σκοπούς χρηματοδότησης από τις διεθνείς αγορές και ως εκ τούτου η χρηματοδότηση των κυπριακών τραπεζών από τις διεθνείς αγορές περιορίστηκε σημαντικά. Η κεφαλαιακή θέση των δύο μεγαλύτερων τραπεζών του τόπου, της Τράπεζας Κύπρου και της Λαϊκής, επιδεινώθηκε. Γίνεται αναφορά σε σημαντικά γεγονότα που έλαβαν χώραν, με ιδιαίτερη έμφαση στην απόφαση για απομείωση των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου τον Οκτώβριο του
  3. Η Λαϊκή είχε από το Σεπτέμβριο του 2011 λόγω αυξημένων εκροών καταθέσεων αιτηθεί την παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) από την Κεντρική Τράπεζα και μέχρι την 22.3.2013 είχε λάβει ELA ύψους €9,5 δισεκατομμυρίων. Είχε, στο μεσοδιάστημα, με απόφαση της Βουλής των Αντιπροσώπων ημερομηνίας 18.5.2012, εγκριθεί η παροχή σε αυτήν κρατικής στήριξης ύψους €1,8 δισεκατομμυρίων. Πώς η Κεντρική Τράπεζα, κατά τη θέση της, αντιμετώπιζε την κατάσταση περιγράφεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της. Δεν χρειάζεται όμως να γίνει μνεία αφού στο στάδιο τούτο το Δικαστήριο δεν αξιολογεί τη μαρτυρία και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων σε ζητήματα που αφορούν την τυχόν υπαιτιότητα των μερών και για τα οποία υπάρχουν αντικρουόμενες θέσεις. Αδιαμφισβήτητο παραμένει το αποτέλεσμα πως το Μάρτιο του 2013 αμφότερες οι τράπεζες δεν ήταν σε θέση να ικανοποιήσουν τις υποχρεώσεις τους αν εξέλειπε η παροχή σε αυτές ELA. Τα γεγονότα του Μαρτίου του 2013 καταγράφονται αναλυτικά στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής: «
  4. Στις 16 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, όπου μεταξύ άλλων, καταγράφηκε η δέσμευση των κυπριακών αρχών να λάβουν πρόσθετα μέτρα, ενεργοποιώντας ίδιους πόρους, προκειμένου να περιορίσουν το μέγεθος της οικονομικής βοήθειας που συνδέεται με το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής. Αυτά τα μέτρα περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, την εισαγωγή μιας εφάπαξ εισφοράς αλληλεγγύης που θα εφαρμόζεται σε καταθέτες (κατοίκους και μη κατοίκους) και, την αναδιάρθρωση και ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών.
  5. Στις 19 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων καταψήφισε το νομοσχέδιο για την εφάπαξ εισφορά επί των καταθέσεων.
  6. Στις 21 Μαρτίου 2013 το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αποφάσισε, σε σχέση με παροχή έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) ζητηθείσα από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, να διατηρήσει την παροχή έκτακτης ρευστότητας στα μέχρι τότε επίπεδα έως τις 25 Μαρτίου
  7. Στη συνέχεια, όπως αναφέρει η ίδια ανακοίνωση της ΕΚΤ, η παροχή έκτακτης ρευστότητας θα εξεταστεί μόνον υπό την προϋπόθεση ότι θα τεθεί σε εφαρμογή πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο θα εξασφαλίζει τη φερεγγυότητα των επηρεαζόμενων τραπεζών. ............................... 8.2 Από το συνολικό ποσό χρηματοδότησης μέσω παροχής έκτακτης ρευστότητας (Emergency Liquidity Assistance - ELA) και το απόθεμα ρευστών διαθεσίμων της Λαϊκής Τράπεζας στις 22 Μαρτίου 2013 προέκυπτε ότι η Λαϊκή Τράπεζα τη δεδομένη χρονική στιγμή δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει τις υποχρεώσεις της αν εξέλειπε η παροχή έκτακτης ρευστότητας. ...............................
  8. Στις 22 Μαρτίου 2013 η Βουλή των Αντιπροσώπων ψήφισε σειρά νόμων στο πλαίσιο του πακέτου διάσωσης της κυπριακής οικονομίας, περιλαμβανομένου και του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, Ν.17(Ι)/
  9. Η υπό αναφορά νομοθεσία δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 22 Μαρτίου 2013 («ο Νόμος»). .................................
  10. Στις 25 Μαρτίου 2013 επιτεύχθηκε στο Eurogroup πολιτική συμφωνία με τις κυπριακές αρχές για την εγκαθίδρυση ενός προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, προς αποφυγή χρεοκοπίας της Κύπρου και των αρνητικών συνεπειών μιας τέτοιας εξέλιξης για τη χώρα. Μεταξύ άλλων, συμφωνήθηκε όπως η Λαϊκή Τράπεζα διαχωριστεί σε καλή και κακή τράπεζα και όπως η καλή τράπεζα στη συνέχεια αφομοιωθεί από την Τράπεζα Κύπρου. Με την καλή τράπεζα θα μεταφερθούν €9 δις έκτακτης παροχής ρευστότητας. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα χρήματα του προγράμματος (μέχρι €10 δις) δεν θα χρησιμοποιηθούν για ανακεφαλαιοποίηση της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου.» Σύμφωνα με τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013, Αρχή Εξυγίανσης είναι η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, με τις εξουσίες της να καθορίζονται στο άρθρο
  11. Η παράγραφος 12(α) του άρθρου παρέχει τη δυνατότητα στην Αρχή Εξυγίανσης να εκδίδει διατάγματα στο πλαίσιο εκτέλεσης των αρμοδιοτήτων της για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου. Στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για διάσωση με ίδια μέσα και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή. (Με τον τροποποιητικό Νόμο αρ. 97(Ι)/2013 η σύνθεση της Αρχής Εξυγίανσης έχει αλλάξει. Προστέθηκε ο Υπουργός Οικονομικών και ο Πρόεδρος του Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.) Μετά τα δύο Eurogroup η Λαϊκή ξανάνοιξε στις 28.3.2013, όπως όλες οι τράπεζες (βλ. ΚΔΠ 95/2013), ήταν όμως νομικά ανέφικτο να πραγματοποιηθούν ελεύθερα πράξεις στους λογαριασμούς των καταθετών (βλ. τον Περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμο του 2013, (αρ. 12(Ι)/2013) και τα Διατάγματα ΚΔΠ 98/2013 ημερομηνίας 27.3.2013 και 102/2013 ημερομηνίας 29.3.2013). Το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) εκδόθηκε από την Αρχή Εξυγίανσης στο πλαίσιο της άσκησης των εξουσιών που της παρείχε ο πιο πάνω Νόμος και δημοσιεύθηκε την 29.3.
  12. Το Διάταγμα είχε σκοπό την πώληση ορισμένων εργασιών της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου και διαλάμβανε διάφορα μέτρα. Σύμφωνα με την παράγραφο 5
(1)περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής μεταβιβάζονταν στην Κύπρου. Μεταβιβάζονταν και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής προς τους καταθέτες της εκτός στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100.000 (βλ. υποπαράγραφο
(2)(β)). Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε η ώρα 06:10 της 29.3.
  1. Προνοείται στην παράγραφο 6 του Διατάγματος ότι θα ακολουθήσει διαδικασία αποτίμησης των μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων και η Αρχή Εξυγίανσης θα προσδιορίσει κατά πόσο η τελική τους αξία υπερβαίνει την τελική αξία των υποχρεώσεων που μεταβιβάστηκαν. Εάν ναι, η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορεί, με νέο διάταγμα, να απαιτήσει από την Τράπεζα Κύπρου να εκδώσει προς τη Λαϊκή αριθμό μετοχών Τάξης Α΄ προς δίκαιη αποζημίωση της Λαϊκής χωρίς δικαίωμα άλλης αποζημίωσης. Συνεπώς, για τα ποσά των καταθέσεων του Ενάγοντα που υπερβαίνουν τις €100.000, ό,τι αυτός μπορεί να αναμένει είναι τα αποτελέσματα της πιο πάνω αποτίμησης ευελπιστώντας ότι μετοχές Τάξεως Α΄ θα αποδοθούν στη Λαϊκή και αυτές να χρησιμοποιηθούν για να αποζημιωθούν οι καταθέτες της, όπως ο ίδιος. Όπως προειπώθηκε, περιγράφονται στην Οπισθογράφηση του Κλητηρίου Εντάλματος οι αιτίες αγωγής. Είναι, ωστόσο, χρήσιμο αυτές να εξεταστούν υπό το πρίσμα των όσων αποφασίστηκαν στην θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.α. Υπόθ. Αρ. 551 κ.α., ημερομηνίας 7.6.
  2. Αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο πως τα εκδοθέντα διατάγματα δεν συνιστούν Εκτελεστές Διοικητικές Πράξεις υποκείμενες στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αλλά Πράξεις Κυβερνήσεως. Μέσω αυτών, υπήρξε παρέμβαση της Πολιτείας στη σχέση της Λαϊκής με τους καταθέτες της. Τα εκδοθέντα διατάγματα κατέστησαν ανέφικτο για τη Λαϊκή να αποπληρώσει τα χρήματα των καταθετών της. Αναφέρθηκε πως: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ΄ όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου.» Γίνεται αναφορά στο άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου και στη γενική θέση πως κατά τη λήψη και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης οι πιστωτές του υποκείμενου σε εξυγίανση ιδρύματος δεν θα πρέπει να βρεθούν σε δυσμενέστερη οικονομική θέση ως αποτέλεσμα της εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης συγκριτικά με τη θέση που θα βρίσκονταν εάν το εν λόγω ίδρυμα τίθετο εναλλακτικά σε εκκαθάριση, και σημειώνεται πως: «Η πρόνοια αυτή, ουσιαστικά κατοχυρώνοντας και στο Νόμο πάγιες νομικές αρχές όσον αφορά την πρόκληση ζημίας και την απόδειξη και αποτίμηση της έκτασής της, διασφαλίζει τα δικαιώματα των καταθετών στις αστικές διαδικασίες στις οποίες και παραπέμπονται και καταδεικνύει το ουσιαστικό ζητούμενο, που είναι κατά πόσο ο καταθέτης έχει, ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης, ζημιώσει περισσότερο από όσο θα εζημίωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν ελαμβάνοντο. Στα πλαίσια των αστικών διαδικασιών θα μπορούν να αποτιμηθούν όλα τα στοιχεία της μαρτυρίας που ήθελε προσκομισθεί και που θα αφορά την κατάσταση της Λαϊκής κατά την έκδοση των Διαταγμάτων και κατ΄ επέκταση και τη θέση των καταθετών της.» Επιβεβαιώνεται πως η τυχόν ζημιά που κάθε καταθέτης της Λαϊκής υπέστηκε λόγω των μέτρων εξυγίανσης, δεν είναι ισόποση των καταθέσεων του (πέραν των €100.000) που διατηρούσε τη Λαϊκή. Τούτο θα συνέβαινε αν η Λαϊκή ήταν, πριν τα μέτρα και σε σχέση με το αποτέλεσμα της αποτίμησης, σε θέση να αντιμετωπίσει πλήρως τις υποχρεώσεις της, που δεν ήταν. Δεν αμφισβητείται πως η υπαλλακτική οδός των μέτρων εξυγίανσης ήταν να τεθεί η Λαϊκή υπό εκκαθάριση. Άλλωστε, ο ίδιος ο Ενάγοντας καταλογίζει στην Κεντρική Τράπεζα ευθύνη ότι επέτρεψε τη χρηματοδότηση της Λαϊκής από τον ELA, κατά παράβαση των κανονισμών του ELA και ενώ γνώριζε ότι ήταν αφερέγγυα. Είναι συνεπώς η διαφορά των δύο που καθορίζει τη ζημιά του κάθε καταθέτη από τα μέτρα εξυγίανσης, με το βάρος στους ώμους του καταθέτη να αποδείξει ότι, αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν, θα ήταν σε καλύτερη θέση. Στην υπόθεση του Ενάγοντα τα μέτρα εξυγίανσης παίρνουν, εκ προοιμίου, τη μορφή του κακού ενώ μπορεί να διαφανεί πως ήταν σωτήρια, έστω για το ποσό των €100.
  1. Αναφέρεται στην παράγραφο 14 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής πως: «Σε περίπτωση εκκαθάρισης της Τράπεζας Κύπρου θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €12,2 δις περίπου με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31 Δεκεμβρίου
  2. Σε περίπτωση εκκαθάρισης της Λαϊκής Τράπεζας θα ενεργοποιούνταν οι πρόνοιες του περί Σύστασης και Λειτουργίας Σχεδίου Προστασίας Καταθέσεων και Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013 και θα έπρεπε να αποζημιωθούν άμεσα όλες οι ασφαλισμένες καταθέσεις με το συνολικό κόστος να ανέρχεται σε €7,5 δις περίπου με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία με ημερομηνία αναφοράς 31 Δεκεμβρίου
  3. Το Ταμείο Προστασίας Καταθέσεων δεν διέθετε τα κεφάλαια για να καλύψει τους ασφαλισμένους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου και/ή της Λαϊκής Τράπεζας. Παράλληλα, η οφειλή έκαστης τράπεζας σε σχέση με την έκτακτη ρευστότητα [ELA] που της έχει παρασχεθεί μέχρι στιγμής θα καθίστατο απευθείας ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και η Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς είσπραξης του ποσού θα αξιοποιούσε τα περιουσιακά στοιχεία έκαστης τράπεζας που έχουν παραχωρηθεί ως εξασφάλιση. Ως εκ τούτου, τα περιουσιακά στοιχεία αυτά δεν θα ήταν στη διάθεση του εκκαθαριστή προς ικανοποίηση των λοιπών πιστωτών.» Το ζήτημα δεν θα αποφασιστεί σε αυτό το διαδικαστικό στάδιο και φαίνεται πως δεν έχει αποκρυσταλλωθεί το πραγματικό υπόβαθρο για να αποφασιστεί σε αυτό το χρονικό στάδιο σε κάθε περίπτωση. Ο Ενάγοντας δεν καταπιάστηκε καθόλου με το ζήτημα. Παρά το ότι καταλογίζει στην Κεντρική Τράπεζα και την Πολιτεία την παρέμβαση με την έκδοση των διαταγμάτων, φαίνεται να αγνοεί και να μην συνυπολογίζει καθόλου την πιο πάνω παράμετρο. Δεν ισχυρίζεται καν ότι τα μέτρα εξυγίανσης τον έθεσαν σε δυσμενέστερη θέση παρά εάν δεν εφαρμόζονταν και η Λαϊκή οδηγείτο στην εκκαθάριση. Αν δεν τον έθεσαν σε δυσμενέστερη θέση, η έκδοση του Διατάγματος δεν τεκμηριώνει σε αυτή τη βάση αγωγή εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας και της Δημοκρατίας. Εάν δεν λαμβάνονταν τα μέτρα εξυγίανσης δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να έχανε και το ασφαλισμένο ποσό των €100.000 έκαστος. Η νομολογία δεν αποτελεί προηγούμενο αναφορικά με γεγονότα που διαπιστώνονται. Απλά δανείζομαι απόσπασμα από την Χριστοδούλου για τον εύσημο τρόπο που εξηγείται η κατάσταση όπως προκύπτει μέσα και από γεγονότα που τέθηκαν κατά την παρούσα διαδικασία. «Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεος δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα κα το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων.» Όμως υπάρχει ένα πολύ σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση εναντίον όσων ενήργησαν ώστε να ψηφιστούν και να εφαρμοστούν τα συγκεκριμένα μέτρα εξυγίανσης και ορατή πιθανότητα επιτυχίας για την υπόθεση του Ενάγοντα. Εναντίον της Κεντρικής Τράπεζας και της Λαϊκής η αγωγή επεκτείνεται και στη συμπεριφορά τους πριν τα γεγονότα του Μαρτίου του
  4. Πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό ζήτημα, κατά πόσο δηλαδή η Κεντρική Τράπεζα εκπλήρωσε τα καθήκοντα της ως η εποπτική αρχή των εμπορικών τραπεζών σε σχέση με τη Λαϊκή, και αν όχι, κατά πόσο τούτο δημιουργεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της από τον κάθε καταθέτη της Λαϊκής που υπέστηκε ζημιά. Δόθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή κάποια στοιχεία ώστε να μπορούν να ικανοποιηθούν οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  5. Εναντίον της Λαϊκής έχει καταδειχθεί κατά τρόπο θετικό η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Υπάρχει συμβατική σχέση αποπληρωμής της κατάθεσης που η Λαϊκή δεν μπορεί να ικανοποιήσει σήμερα λόγω των μέτρων στα οποία οδηγήθηκε λόγω της κατάστασης της και του τρόπου διαχείρισης της τα τελευταία χρόνια. Η Εναγόμενη 2, Άντρη Αντωνιάδου, διορίστηκε ως Ειδική Διαχειρίστρια για τη Λαϊκή δυνάμει των προνοιών του Νόμου προς τον σκοπό της αποτελεσματικότερης εκτέλεσης των μέτρων εξυγίανσης και ενάγεται λόγω της ιδιότητας της που την καθιστά αναγκαίο διάδικο για την εκτέλεση τυχόν απόφασης εναντίον της Λαϊκής. Η Τράπεζα Κύπρου με έμφαση επισημαίνει στην ένστασή της πως η απαίτηση του Ενάγοντα δεν εμπίπτει ανάμεσα στις υποχρεώσεις που αυτή ανέλαβε, δυνάμει του Διατάγματος (ΚΔΠ 104/2013) από τη Λαϊκή. Έχει ήδη σημειωθεί με αναφορά στην παράγραφο 5
(2)(β) του Διατάγματος πως η μεταβιβασθείσα υποχρέωση περιορίζεται στις €100.000 ανά καταθέτη. Το Διάταγμα δεν εναπόθεσε ευθύνη στην Τράπεζα Κύπρου για να αποπληρώσει στον Ενάγοντα το υπόλοιπο των €2.140.629,27 που είχε να λαμβάνει από τη Λαϊκή και συνιστά την απαίτηση του. Αυτή η υποχρέωση παρέμεινε στη Λαϊκή που όμως δεν μπορεί να αποπληρώσει τον Ενάγοντα γιατί βρίσκεται υπό καθεστώς αναδιοργάνωσης και εξυγίανσης. Ο Ενάγοντας, όπως προειπώθηκε, εδράζει την αξίωση του εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και σε αδικαιολόγητο πλουτισμό. Ότι δηλαδή η Τράπεζα Κύπρου καρπώθηκε το υπόλοιπο των €2.140.629,27 που ο Ενάγοντας είχε στο λογαριασμό του, με τη λογική ότι πήρε το σύνολο των καταθέσεων του αλλά την υποχρέωση να του αποπληρώσει μόνο €100.
  1. Τούτο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τα χρήματα που κατάθεσε ο Ενάγοντας δεν βρίσκονταν φυλαγμένα στη Λαϊκή για να δοθούν στην Τράπεζα Κύπρου. Ούτε και τα χρήματα που είχαν καταθέσει οι υπόλοιποι καταθέτες της Λαϊκής. Εάν υπήρχαν όλα αυτά τα χρήματα στα θησαυροφυλάκια της Λαϊκής, η τελευταία δεν θα είχε το πρόβλημα ρευστότητας που οδήγησε στα μέτρα εξυγίανσης. Αναφέρεται στην Χριστοδούλου πως: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματα του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης.» Οι καταθέσεις του Ενάγοντα απορροφήθηκαν λοιπόν στο όλο ενεργητικό της Λαϊκής ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία. Αυτά μεταβιβάστηκαν στην Τράπεζα Κύπρου, όπως και οι υποχρεώσεις της Λαϊκής. Γι΄ αυτό και δεν τίθεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Θα μπορούσε να λεχθεί πως η Τράπεζα Κύπρου θα είχε επωφεληθεί από τα μέτρα εάν ήθελε φανεί πως πήρε περισσότερα από τη Λαϊκή σε σχέση με τις υποχρεώσεις που επωμίστηκε. Τότε όμως η Αρχή Εξυγίανσης θα μπορεί να απαιτήσει την αποζημίωση της Λαϊκής όπως προνοείται στην παράγραφο 6 του Διατάγματος. Δεν υπάρχει πρόνοια για την περίπτωση που οι μεταβιβασθείσες υποχρεώσεις υπερβαίνουν την αξία των μεταβιβασθέντων στοιχείων. Έτσι θα μπορούσε να επιχειρηματολογήσει κάποιος πως η Τράπεζα Κύπρου μόνο να χάσει μπορεί από την εφαρμογή του Διατάγματος. Αν το Διάταγμα ακυρωθεί ή ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013 κηρυχθεί αντισυνταγματικός, η βάση πάνω στην οποία μεταβιβάστηκαν τα περιουσιακά στοιχεία της Λαϊκής στην Τράπεζα Κύπρου ανατρέπεται, όμως και πάλι διεκδικητής της επιστροφής τους θα είναι η Λαϊκή και όχι ο κάθε ή ο όποιος καταθέτης της. Καταλήγω πως αναφορικά με την Τράπεζα Κύπρου δεν τηρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  2. Προχωρώ στην εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου
  3. Αναφέρεται στην Χριστοδούλου πως: «. δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημιά στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων.» Η κατάθεση του Ενάγοντα που αναφέρεται στα εξαιτούμενα διατάγματα δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής. Όπως εξηγήθηκε, δεν συνιστά η κατάθεση περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως να έπρεπε να παραμείνει άθικτο και να διατηρηθεί, ώστε να αποδοθεί ως τέτοιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Σε τέτοια περίπτωση, ότι ο Ενάγοντας θα λάβει, είναι αποζημιώσεις. Όταν η μόνη θεραπεία που με την αγωγή αξιώνεται ή που μπορεί να αξιώνεται και να αποδοθεί είναι η χρηματική αποζημίωση, η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, κατά πόσο δηλαδή θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε κατοπινό στάδιο, συνήθως περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο οι Εναγόμενοι θα αδυνατούν να ικανοποιήσουν το ποσό της απόφασης. Ως προς αυτή την παράμετρο αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση ότι η Λαϊκή και η Τράπεζα Κύπρου έχουν καταστεί αφερέγγυες και πως το ακίνητο της Λαϊκής που δεσμεύτηκε πρέπει να παραμείνει δεσμευμένο για να ικανοποιήσει την προσδοκούμενη δικαστική απόφαση για χρηματική αποζημίωση του Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικά με την μη φερεγγυότητα της Κεντρικής Τράπεζας ή της Δημοκρατίας (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή ν. Χ"Βασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. 152, 155). Αντίθετα, αναφέρεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της Κεντρικής Τράπεζας και της Δημοκρατίας πως σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, ο Ενάγοντας θα μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως από την Κεντρική η οποία έχει το δικό της προϋπολογισμό, είναι αυτόνομη και θεσμικά ανεξάρτητο όργανο, κατέχει περιουσία που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της αγωγής και ως εκ τούτου δεν είναι αφερέγγυα. Ως εκ τούτου, δεν έχει καταδειχθεί πως είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Ακόμη κι αν η αγωγή στρεφόταν μόνο εναντίον της Λαϊκής, ή έστω καταδεικνυόταν ότι εναντίον της θα μπορούσε να επιτύχει για το σύνολο του αξιούμενου ποσού ενώ εναντίον άλλων Εναγομένων για μέρος μόνο, και πάλι θα απέκλινα από του να καταστήσω το εκδοθέν διάταγμα απόλυτο. Δεν θα μπορούσε να παραγνωριστεί το γεγονός πως η Λαϊκή έχει τεθεί υπό καθεστώς εξυγίανσης αποτέλεσμα Νόμου και Διαταγμάτων που ισχύουν και τυγχάνει δυνάμει τους διαχείρισης. Εάν περιουσιακά στοιχεί της Λαϊκής, τώρα στα χέρια της Τράπεζας Κύπρου, δεσμευτούν, τούτο θα αποτελέσει εμπόδιο στους σκοπούς του Νόμου και των Διαταγμάτων. Είναι δεδομένο πως δεν υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία ικανά να εξασφαλίσουν ανάλογες αξιώσεις όλων των καταθετών της Λαϊκής, και δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να ετύγχανε ο Ενάγοντας προνομιακής μεταχείρισης που να του εξασφαλίζει πλεονέκτημα και προβάδισμα έναντι των υπόλοιπων, απλά και μόνο γιατί καταχώρησε την παρούσα αγωγή. Ποιο θα είναι το αποτέλεσμα εάν χιλιάδες άλλοι καταθέτες εξασφαλίσουν ανάλογα διατάγματα; Εφόσον τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υφίστανται τέτοιοι καταθέτες, παρά το ότι δεν είναι διάδικα μέρη, η ισονομία που το άρθρο 28 του Συντάγματος κατοχυρώνει και το ευρύτερο δημόσιο συμφέρον, δεν θα μπορούσαν να παραγνωριστούν. Προκύπτει ότι: · Η κατάθεση κάποιου προσώπου στη Λαϊκή δεν συνιστά περιουσιακό του στοιχείο. Απλά σημαίνει πως ο καταθέτης είχε να λαμβάνει από τη Λαϊκή το συγκεκριμένο ποσό. · Η υποχρέωση αποπληρωμής του μέχρι €100.000 μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου. Το όποιο υπόλοιπο της υποχρέωσης παραμένει στη Λαϊκή. · Κανένας δεν πήρε χρήματα από το λογαριασμό του καταθέτη και δεν μπορεί να διαταχθεί ο οιοσδήποτε να επιστρέψει οτιδήποτε σε αυτόν. · Δεν εγείρεται ζήτημα αποστέρησης περιουσίας κατά παράβαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. · Η Λαϊκή δεν μπορεί από το Μάρτιο του 2013 να αποπληρώσει την υποχρέωση προς τους καταθέτες της (αυτή που παρέμεινε στους ώμους της). Ο λόγος είναι η νομοθετική παρέμβαση. · Αν δεν υπήρχε αυτή η παρέμβαση η Λαϊκή θα οδηγείτο σε χρεοκοπία. Δεν είναι υπολογίσιμο στο στάδιο τούτο τι θα λάμβανε ο κάθε καταθέτης κατά την εκκαθάρισή της. · Όταν διαφανεί η τελική θέση του κάθε καταθέτη μετά την ολοκλήρωση της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης και υπολογιστεί η τελική του θέση εάν η Λαϊκή εκκαθαριζόταν, θα διαφανεί αν η εξυγίανση του προκάλεσε μεγαλύτερη ζημιά σε σχέση με αυτή που θα είχε υποστεί με την εκκαθάριση. · Εάν ναι, η Πολιτεία που προώθησε τη νομοθετική παρέμβαση και τα μέτρα εξυγίανσης μπορεί να υπέχει ευθύνης για να τον αποζημιώσει για τη ζημιά. · Ζήτημα δυσμενούς διάκρισης κατά παράβαση του άρθρου 28 του Συντάγματος δεν εγείρεται γιατί το Διάταγμα επέφερε το ίδιο αποτέλεσμα στη δυνατότητα όλων των καταθετών της Λαϊκής να αποπληρωθούν από την τράπεζα τους. Η περίπτωση τους δεν πρέπει να αντιπαραβάλλεται με την περίπτωση καταθετών σε άλλες τράπεζες γιατί δεν αφορά όμοια περίπτωση. Η υπαιτιότητα της Λαϊκής για την κατάστασή της και η ευθύνη της Κεντρικής Τράπεζας ως εποπτικής αρχής στους χρόνους που προηγήθηκαν του Μαρτίου του 2013 και οδήγησαν σε αυτά, είναι η περαιτέρω διάσταση του ζητήματος που δεν απασχόλησε στην Χριστοδούλου αφού εκεί το ζήτημα αφορούσε στα Διατάγματα για την εξυγίανση. Δεν αμφισβητείται πως ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ 104/2013 έχει ήδη συντελεστεί η ώρα 06:10 της 29.3.2013. Εάν αυτό που εμμέσως ζητείται είναι η ανατροπή της ευρύτερης ισχύος του Διατάγματος, τότε το τεκμήριο της νομιμότητας και της Συνταγματικότητας του Νόμου δυνάμει του οποίου εκδόθηκε, θα ήταν τροχοπέδη στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος που θα έτεινε να εκτροχιάσει τις πράξεις που προωθήθηκαν στη βάση του. Ως εκ των ανωτέρω, η Αίτηση απορρίπτεται και το εκδοθέν συντηρητικό διάταγμα παύει να ισχύει. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αυτά θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της αγωγής. Νοείται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 που είχαν κοινή εκπροσώπηση θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων όπως και οι Εναγόμενοι 5 και 6, ενώ οι Εναγόμενοι 4 και 7 σε ξεχωριστά σετ εξόδων από αυτούς. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό Διάταγμα - Κούρεμα Καταθέσεων cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.