UZARI MANAGEMENT LIMITED ν. MELVILLE OCEAN LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/11, 13/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A353 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Μαυρονικόλα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2180/11 Μεταξύ: UZARI MANAGEMENT LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους Εναγόντων - και -
- MELVILLE OCEAN LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
- ROUNA INVESTMETNS LIMITED, από τη Λεμεσό
- VESTIKO TRADING LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 12.4.2012 13.11.2013 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Θ. Χριστοδούλου για Χρ. Δημητριάδη & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Π. Κούρτελος Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την καταχώριση του Ειδικώς Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καταχωρίστηκε και η μονομερής αίτηση ημερομηνίας 17.5.2011 για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Κατόπιν αδείας καταχωρίστηκε συμπληρωματική ένορκη δήλωση και στις 19.5.2011 εξασφαλίστηκε η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος ως η Αίτηση. Μετά από ακροαματική διαδικασία το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του ημερομηνίας 7.11.2011 ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 19.5.2011 με έξοδα υπέρ των Εναγομένων 1 - Καθ΄ ων η Αίτηση. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε δια κλήσεως στις 12.4.
- Το παρακλητικό της Αίτησης είναι πανομοιότυπο της Αίτησης ημερομηνίας 17.5.2011 και έχει ως εξής: «
- Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται μέχρι νεωτέρας οδηγίας του Δικαστηρίου στους Εναγόμενους 1 και/ή στους εκπρόσωπους αντιπροσώπους και Διοικητικούς Συμβούλους τους από του να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή με οποιοδήποτε τρόπο διαθέσουν 140 ή άλλο αριθμό που θα αποφασίσει το Δικαστήριο από το σύνολο των 2439 μετοχών που οι Εναγόμενοι 1 κατέχουν στην Dreamlight Media Holding Limited και/ή επιτρέψουν την με τον οποιοδήποτε τρόπο μείωση ή επηρεασμό της αξίας τους.
- Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα και/ή θεραπεία που το Δικαστήριο θα μπορούσε να κρίνει ως δίκαιη και αναγκαία υπό τις περιστάσεις.» Η Αίτηση βασίζεται στη Δ.48, θθ.1 - 4, 8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960, στα άρθρα 4 - 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στα άρθρα 1 - 10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992, Ν.31(Ι)/92, στη νομολογία και στις εγγενείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το πραγματικό υπόβαθρο της εκτίθεται στην ένορκη δήλωση του Sergey Tikhonov ημερομηνίας 12.4.2012 και στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Σωτηρούλας Χρίστου ημερομηνίας 12.9.
- Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του Sergey Tikhonov αυτός κατέχει τη θέση του αντιπροέδρου στρατηγικής και επενδύσεων της ProfMedia Management LLC η οποία είναι θυγατρική της κυπριακής εταιρείας ProfMedia Limited. Δηλώνει πως έχει εξουσιοδοτηθεί από την Ενάγουσα να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση με στόχο να εξασφαλίσει απαγορευτικό διάταγμα κατά της Εναγόμενης 1, το οποίο να της απαγορεύει να διαθέσει 140 από τις 2439 μετοχές που κατέχει στην κυπριακή εταιρεία Dreamlight Media Holding Limited ("DMH"). Αναφέρει πως διάβασε την ένορκη δήλωση της Ekaterina Kharitonova ημερομηνίας 17.5.2011 που υποστήριξε την αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος για τη δέσμευση των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 1 στην DMH και υιοθετεί το περιεχόμενο της. Επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της με κάποιες σημαντικές προσθήκες που βασίζονται σε νέα στοιχεία που τέθηκαν υπόψη της Ενάγουσας τα οποία κρίθηκαν αναγκαία. Γνωρίζει τα γεγονότα με βάση τα έγγραφα που σχετίζονται με τη συναλλαγή και της ανάμιξης του στη συναλλαγή και στην οριστικοποίηση των όρων και προϋποθέσεων της. Υποστηρίζει πως η Ενάγουσα, η Εναγόμενη 2 και η Εναγόμενη 3 είναι συνδεδεμένες εταιρείες και οι τρεις ανήκουν στη μητρική εταιρεία, την ProfMedia Ltd η οποία παλαιότερα ήταν γνωστή ως PM Invest Company Ltd (ProfMedia). Η απαίτηση της Ενάγουσας βασίζεται σε μια σειρά συμφωνιών που προέκυψαν από το δάνειο που δόθηκε αρχικά από την Εναγόμενη 2 στην Εναγόμενη 1 βάσει της συμφωνίας δανείου με αριθμό RN/MVL 1003 στις 10.3.2009 για το ποσό των US$1.500.000 (εφεξής η συμφωνία δανείου), (Τεκμ.1). Ως Τεκμήριο 2 κατατέθηκε αντίγραφο της μεταφοράς των US$1.500.000 από τον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης 2 στον τραπεζικό λογαριασμό της Εναγόμενης
- Στη συνέχεια, βάσει συμφωνίας ημερομηνίας 31.7.2009 μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 (Τεκμ.3) η Εναγόμενη 2 εκχώρησε στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, τα δικαιώματα της βάσει της συμφωνίας δανείου για το ποσό των US$1.624.273,97 συμπεριλαμβανομένων των τόκων. Με τη συμφωνία υπό τον τίτλο «The Termination of Mutual Obligations by Offset Agreement» (Τεκμ.4) που εκτελέστηκε την ίδια μέρα η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 διευθέτησαν μέσω συμψηφισμού διάφορα εκκρεμεί θέματα μεταξύ τους. Την ίδια μέρα (31.7.2009) η Ενάγουσα εκχώρησε τα δικαιώματα της βάσει της συμφωνίας δανείου στην Εναγόμενη 3 (Τεκμ.5). Την ίδια μέρα εκτελέστηκε και η συμφωνία μεταξύ των ιδίων μερών με τίτλο «Substitution Agreement» (Τεκμ.6). Έτσι, με βάση το Τεκμήριο 5 η Εναγόμενη 1 από την 31.7.2009 όφειλε το χρέος βάσει της συμφωνίας δανείου στην Εναγόμενη 3 αντί στην Ενάγουσα. Στη συνέχεια, στις 8.7.2010, συμφωνήθηκε μεταξύ των Εναγομένων 1 και 3 βάσει γραπτής συμφωνίας με τίτλο «Agreement to Vary Loan Agreement No. RN/MVL 1003 (Τεκμ.7) ότι η Εναγόμενη 1 θα πλήρωνε ολόκληρο το χρέος των US$1.500.000 συν τους τόκους εκ $256.315,07 για την περίοδο μέχρι τις 31.12.2009 , σύνολο US$1.756.315,07 όχι αργότερα από την 31.12.2010 και ότι για τους σκοπούς του δανείου δεν θα χρεωνόταν επιπρόσθετος τόκος μετά τις 31.12.
- Ως αποτέλεσμα του Τεκμηρίου 7, περιορίστηκε το ποσό των τόκων επί του δανείου το οποίο θα μπορούσε να διεκδικήσει η Εναγόμενη 3 εναντίον της Εναγόμενης 1 σε US$256.315,07 και καθορίστηκε η ημερομηνία για την αποπληρωμή του δανείου το αργότερο μέχρι 31.12.
- Επομένως, όταν η Εναγόμενη 3 εκχώρησε τα δικαιώματα της στην Ενάγουσα την 30.12.2010 με το Τεκμήριο 8, το μέγιστο ποσό που η Ενάγουσα μπορούσε να διεκδικήσει ως τόκο ήταν US$256.315,
- Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα απαιτεί το συνολικό ποσό των US$1.756.315,
- Στις 30.12.2010 χωρίς η Εναγόμενη 1 να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς την Εναγόμενη 3, η τελευταία εκχώρησε δυνάμει συμφωνίας (Τεκμ.8) πίσω στην Ενάγουσα τα δικαιώματα της βάσει του δανείου, με αποτέλεσμα το ποσό των US$1.756.315,07 να οφείλεται από την Εναγόμενη 1 στην Ενάγουσα. Στις 27.4.2011 η Ενάγουσα έστειλε στην Εναγόμενη 1 επιστολή με την οποία την καλούσε να αρχίσει διαπραγματεύσεις προκειμένου να βρεθεί τρόπος για τη διευθέτηση του χρέους λόγω του ότι δεν εκπλήρωνε τις υποχρεώσεις της έναντι της Ενάγουσας (Τεκμ.9). Η Εναγόμενη 1 παρέλειψε να απαντήσει και η Ενάγουσα με επιστολή της ημερομηνίας 4.5.2011 έδωσε στην Εναγόμενη 1 προθεσμία για να αποπληρώσει το χρέος μέχρι τις 11.5.2011 (Τεκμ.10) αλλά η Εναγόμενη 1 παρέλειψε και πάλι να απαντήσει και καμιά πληρωμή δεν έκαμε. Οι συμφωνίες (Τεκμήρια 1, 3, 5 και 8) διέπονται από κυπριακό δίκαιο και τα κυπριακά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία. Ο όρος 9.6 της συμφωνίας δανείου ορίζει πως η συμφωνία διέπεται και ερμηνεύεται σύμφωνα με τους νόμους της Κύπρου και κάθε διαφορά που προκύπτει ή σχετίζεται με τη συμφωνία δανείου θα πρέπει να παραπέμπεται για επίλυση στα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι όροι της συμφωνίας δανείου ισχύουν για την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1, συμπεριλαμβανομένων των τροποποιήσεων που έγιναν με βάση τη συμφωνία μεταξύ Εναγομένων 1 και 3 (Τεκμ.7). Οι Εναγόμενες 2 και 3 έχουν προστεθεί ως επιπρόσθετοι και αναγκαίοι διάδικοι. Υποστηρίζει πως η Ενάγουσα έχει μια καλή αιτία αγωγής καθώς και σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας και πως η Εναγόμενη 1 γνωρίζει ότι οφείλει το ποσό των US$1.756.315,07 στην Ενάγουσα και όχι σε κάποιο άλλο από τους Εναγόμενους. Η Αίτηση αποσκοπεί στη δέσμευση μέρους του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της Εναγόμενης 1 που γνωρίζει η Ενάγουσα, δηλαδή 140 από τις 2439 μετοχές που η Εναγόμενη 1 κατέχει στην DMH σύμφωνα με το πιστοποιητικό του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμ.11). Η Ενάγουσα το γνωρίζει επειδή οι υπόλοιπες 7143 μετοχές κατέχονται από την Albertina Holdings Limited. Στη συνέχεια αναφέρεται στους φόβους του για αποξένωση των μετοχών από την Εναγόμενη. Υποστηρίζει πως η μη αποκάλυψη των γεγονότων που το Δικαστήριο θεώρησε ουσιώδη, έγινε καλόπιστα και ότι η επιστολή Τεκμήριο 15 στην ένορκη δήλωση του Sandakov, η Ενάγουσα ήταν της γνώμης ότι δεν ήταν ορθό να την αποκαλύψει προς το Δικαστήριο χωρίς τη συγκατάθεση της Εναγόμενης
- Επιπλέον, έλαβε γνωμάτευση από τους Κύπριους δικηγόρους της που τη συνεβούλευσαν ότι εμποδιζόταν να αποκαλύψει την επιστολή στο Δικαστήριο και πως δεν θεωρείτο ουσιώδες γεγονός. Αναφερόμενος στο Τεκμήριο 16 της ένορκης δήλωσης του Sandakov δηλώνει πως δεν μπορούσε να αποκαλυφθεί στην ένορκη δήλωση της κας Ekaterina Kharitonova και εξηγά τους λόγους. Αναφέρεται στην έφεση που καταχωρήθηκε από την Ενάγουσα κατά της απόφασης του Δικαστηρίου στις 3.1.12 και αποσύρθηκε στις 11.4.
- Περαιτέρω επισυνάπτει ως Τεκμήρια 20 και 21 τις επιστολές που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια 15 και 16 στην ένορκη δήλωση του Sandakov. Η Εναγόμενη 1 - Καθ΄ ης η Αίτηση στις 17.7.2012 καταχώρησε ειδοποίηση περί Προθέσεως ενστάσεως της στην Αίτηση της Ενάγουσας - Αιτήτριας. Βασίζει την ένσταση της στου ακόλουθους λόγους: «
- Το πραγματικό και/ή νομικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίζεται η Αίτηση δεν δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τα αιτούμενα διατάγματα δεν ευρίσκουν έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή την νομολογία και/ή δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι, για να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων ώστε η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο ενδιάμεση Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
- Το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο υποστηρίζει την Αίτηση, δηλαδή η ένορκη δήλωση του κου Sergey Tikhonov, ημερομηνίας 12.4.2012 πάσχει δυνάμει των Δ.39 θ.2 και Δ.48 θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας στην έκταση στην οποία απλώς υιοθετείται προγενέστερη ένορκη δήλωση έτερου προσώπου γενόμενη στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας ώστε δεν συνιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και δέον να αγνοηθεί.
- Οι προϋποθέσεις - ειδικότερα η τρίτη προϋπόθεση - που τίθενται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60και περαιτέρω οι προϋποθέσεις του άρθρου 9
(1),
(2)του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου του 1992 Ν.31(Ι)/92για την έκδοση απαγορευτικού και/ή επιβαρυντικού διατάγματος δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται. 4. Οι Ενάγοντες - Αιτητές προωθούν την παρούσα δικαστική διαδικασία καταχρηστικά (abuse of process) και/ή η Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή κακόβουλη (mala fides) και/ή προωθείται για αλλότριους και/ή αθέμιτους σκοπούς και/ή εμφορείται από αλλότρια ελατήρια στοχεύοντας στην άσκηση πίεσης στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 1. 5. Η πραγματική πρόθεση των Εναγόντων - Αιτητών έγκειται στην χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας (manipulation of the procedure) και/ή οι Ενάγοντες - Αιτητές κωλύονται όπως προωθήσουν την υπό κρίση Αίτηση στην έκταση που αυτή στηρίζεται σε ισχυρισμούς γεγονότων αναφορικά με τα οποία υπάρχει τελεσίδικη απόφανση του Δικαστηρίου αυτού και/ή δεδικασμένο, ήτοι η απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 7.11.2011. 6. Η υπό κρίση Αίτηση είναι καταχρηστική διότι σκοπεί στην ίδια θεραπεία ως προηγούμενο διάβημα για το οποίο υπάρχει δεδικασμένο και/ή νομικοί και/ή πραγματικοί ισχυρισμοί στην παρούσα Αίτηση δέον να αγνοηθούν ως εκ του ότι εμποδίζεται η έγερση των λόγω δεδικασμένου και/ή λόγω κωλύματος issue estoppel το οποίο καλύπτει και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα δια των δικογράφων, αλλά δεν ηγέρθηκαν και/ή παρέλειψαν να εγείρουν και/ή επειδή το Δικαστήριο έκρινε και αποφάσισε ήδη επί των εγειρόμενων ζητημάτων. 7. Δεν υπάρχει, ούτε αποδεικνύεται από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία, οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα εναντίον των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 οι οποίοι ούτως ή άλλως είναι φερέγγυος εταιρική οντότητα. 8. Ουδεμία ζημιά υπέστησαν και/ή υφίστανται διά των όσων αποδίδουν στους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση 1, τα οποία εν πάσει περιπτώσει δεν είναι παραδεκτά αλλά και ούτε δυνατότης ούτε πιθανότης υπήρχε ή υπάρχει για οιουδήποτε είδους ζημιά και/ή αποξένωση περιουσιακών στοιχείων και/ή οι συναφείς ισχυρισμοί των Εναγόντων - Αιτητών αποτελούν πιθανολόγηση γεγονότων και/ή πάσχουν αοριστίας και/ή στερούνται νομικής βάσης. 9. Δικαιοσύνη μπορεί να απονεμηθεί σε μεταγενέστερο στάδιο και/ή οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν έχουν δείξει ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε παροχή τελικής θεραπείας, αυτή μπορεί να έχει τη μορφή της χρηματικής αποζημίωσης. 10. Δεν έχουν δειχθεί ότι συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι που να δεικνύουν ότι οι Ενάγοντες - Αιτητές θα υποστούν οποιαδήποτε και/ή ανεπανόρθωτη ζημιά από την μη έκδοση του αιτούμενου επιβαρυντικού διατάγματος. Ειδικότερα δεν είναι ενδεχόμενη και/ή νομικά εφικτή ως οι Ενάγοντες - Αιτητές ισχυρίζονται κατά τρόπο εντελώς αυθαίρετο και παραπλανητικό η αποξένωση και/ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων εντός δικαιοδοσίας και/ή οποιωνδήποτε μετοχών κατέχουν οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 στην ημεδαπή εταιρεία Dreamlight Holdings Ltd ώστε να υφίσταται λόγος παρέμβασης του Δικαστηρίου. 11. Οι Εναγόμενοι - Αιτητές διώκουν καταχρηστικά την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καθώς σκοπούν στην αποτροπή μέσω τούτου γεγονότος το οποίο είναι νομικά πρωτίστως νομικά αδύνατο και/ή πραγματικά ανέφικτο και πέραν της βούλησης - που δεν υφίσταται τέτοια - των Εναγομένων - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 ώστε ουδεμία ζημιά θα υποφέρουν οι Αιτητές από την μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 12. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια (clear hands) και/ή δεν προέβησαν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη των γεγονότων (full and frank disclosure of all material facts) που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας και ειδικότερα γεγονότων τα οποία ήταν και/ή θα μπορούσε να ήταν εν γνώσει τους και τα οποία δεν αποκάλυψαν ως όφειλαν στο πλαίσιο προηγούμενης διαδικασίας εφόσον κατέβαλλαν εύλογη επιμέλεια και πλέον κωλύονται να εγείρουν. 13. Οι Αιτητές τεχνηέντως παραπλανούν το Σεβαστό Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσουν λανθασμένη και/ή παραπλανητική εικόνα στο Δικαστήριο με σκοπό την εξασφάλιση του αιτούμενου διατάγματος και/ή δεν έχουν δικαιολογήσει και/ή προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους για τους οποίους το σκοπούμενο διάταγμα είναι απαραίτητο και αναφέρονται σε γεγονότα τα οποία έχουν ήδη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και/ή επιδίδονται σε δημιουργία εντυπώσεων διά της σωρευτικής αναφοράς σε «νέα» γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό καταδεικνύουν πρόθεση αποξένωσης, πεπλανημένα δε αποσιωπούν τη νομική και/ή πραγματική αδυναμία να γίνει τούτο. 14. Οι Αιτητές απέτυχαν και/ή παρέλειψαν να προβούν σε πήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που αφορούν στην παρούσα διαδικασία αφού απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιαστικά γεγονότα που δυνατό να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου και/ή οι Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο με αναληθείς και/ή αβάσιμους ισχυρισμούς. 15. Το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της μη έκδοσης των αιτούμενων, καθ΄ ότι τυχόν έκδοση των συνιστά νομικό και/ή πραγματικό πλεονασμό και θα απολήγει κατ΄ ουσίαν στην χρήση μέσων δικαίου για αλλότριους σκοπούς μέσω της χειραγώγησης των εξουσιών του σεβαστού Δικαστηρίου. 16. Οι Ενάγοντες - Αιτητές δεν θα υποφέρουν οποιαδήποτε ζημιά από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού η αξίωση τους ως αρθρώνεται με βάση την Έκθεση Απαίτησης των απολήγει οικονομική βασίζεται δε σε άκυρη και/ή ακυρώσιμη σύμβαση και/ή πάντως η ισχυριζόμενη απαίτηση αποτιμάται σε χρήμα και οι Εναγόμενοι - Καθ΄ ων η Αίτηση 1 είναι καθ΄ όλα αξιόχρεοι και ποσώς υφίσταται νομικός και/ή πραγματικός κίνδυνος τυχόν τελική απόφαση υπέρ των Εναγόντων - Αιτητών να μην ικανοποιηθεί.» Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση των Εναγομένων εκτίθενται στην ένορκη δήλωση της επισυνημμένης ενόρκου δηλώσεως της Ιωάννας Δημητρίου δικηγόρου, συνεργάτιδος του Δρ. Παύλου Κούρτελλου, δικηγόρου των Εναγομένων 1 Καθ΄ ων η Αίτηση. Δηλώνει πως έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει πιο κάτω. Από τη μελέτη του φακέλου της αγωγής και εξ όσων πληροφορείται από τους ίδιους τους Καθ΄ ων η Αίτηση, τους δικηγόρους τους καθώς και από διάφορα έγγραφα που τέθηκαν εις γνώση της και αφορούν την παρούσα υπόθεση. Αντίγραφο υπογεγραμμένης δήλωσης γεγονότων ημερ. 13.7.12 με επισυνημμένη σε αυτή δέσμη εγγράφων επισύναψε σαν Τεκμήριο 1. Υιοθετά το περιεχόμενο της δήλωσης γεγονότων. Επίσης δηλώνει πως επαναλαμβάνει και υιοθετά το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της ημερ. 28.9.11 (Τεκμ. 2). Προσθέτει επίσης πως ο Andrey Sandakov είναι δικηγόρος συνέταιρος στην εταιρεία Firestone Duncan (CIS) Limited οι οποίοι ενεργούσαν και ενεργούν ως νομικοί σύμβουλοι των Καθ΄ ων η Αίτηση και αναμείχθησαν στα διάφορα στάδια της δικαιοπραξίας για τα οποία καλούνται οι Καθ΄ ων η Αίτηση στην παρούσα αγωγή. Αναφέρει πως διάβασε με προσοχή την αίτηση ημερ. 12.4.12 των Εναγόντων Αιτητών όπως και την ένορκη δήλωση του Sergey Tikhonov η οποία την υποστηρίζει και διαφωνεί πλήρως με το περιεχόμενο της. Υποστηρίζει πως το προβληματικό υπόβαθρο της αίτησης δηλαδή η ένορκη δήλωση του Sergey Tikhonov ημερ. 12.4.12 πάσχει στην έκταση στην οποία απλώς υιοθετεί και επαναλαμβάνει προγενέστερη ένορκη δήλωση της κας Ekaterina Kharitonova ημερ. 17.5.11καταχωρηθείσα στο πλαίσιο άλλης διαδικασίας ώστε δεν συνιστά μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και να αγνοηθεί. Περαιτέρω υποστηρίζει πως οι Ενάγοντες Αιτητές οι Εναγόμενες εταιρείες 2 και 3 κατέχονται από την Profmedia Limited πρώην PM Invest Company Ltd (στο εξής η Profmedia). Πρόκειται δηλαδή για συνδεδεμένες εταιρικές οντότητες. Κατά τούτο οι Αιτητές αποτελούν alter ego της Profmedia. Οι Αιτητές αποτελούν οντότητα ελεγχόμενη πλήρως από τον μοναδικό μέτοχο τους την Profmedia (Τεκμ. 1 α, β). Αναφερόμενη στο ιστορικό της υπόθεσης αναφέρει πως το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 7.11.11 ακύρωσε το προσωρινό διάταγμα ημερ. 17.5.11 με έξοδα υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση. Οι Αιτητές καταχώρησαν έφεση στις 3.1.12 εναντίον της απόφασης την οποία απέσυραν στις 11.4.12. Υποστηρίζει πως υπάρχει δεδικασμένο και τα διάδικα μέρη δεν μπορούν να εγείρουν εκ νέου τα ίδια επίδικα θέματα. Πιστεύει πως η πραγματική πρόθεση των Αιτητών έγκειται στη χρήση μέσων δικαίου κατά τρόπο καταχρηστικό της διαδικασίας ενώ οι Αιτητές κωλύονται όπως προωθήσουν τη υπό κρίση αίτηση στην έκταση που αυτή στηρίζεται σε ισχυρισμούς γεγονότων αναφορικά με τα οποία υπάρχει τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου. Θεωρεί την υπό κρίση αίτηση καταχρηστική διότι σκοπεί στην ίδια θεραπεία ως προηγούμενο διάβημα για το οποίο υπάρχει δεδικασμένο και σειρά νομικών και πραγματικών ισχυρισμών που εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση Tikhonov δέον να αγνοηθούν από το Δικαστήριο ως εκ του ότι η έγερση τους εμποδίζεται λόγω δεδικασμένου ή λόγω κωλύματος issue estoppel. Ο μόνος πραγματικός λόγος τον οποίον είχαν στηρίξει τον κίνδυνο αποξένωσης μετοχών σε πρώτο χρόνο οι Αιτητές ήταν οι πληροφορίες τις οποίες είχε λάβει η Ekaterina Kharitonova τις οποίες άκουσε και ο Tikhonov. Οι Αιτητές είχαν κάθε δυνατότητα και χρονική ευχέρεια να θέσουν τα σχετικά στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου πλην όμως παρέλειψαν να πράξουν. Έτσι η θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι ο σχετικός ισχυρισμός δέον να αγνοηθεί καθώς οι Αιτητές εμποδίζονται στην έγερση του ισχυρισμού λόγω δεδικασμένου και λόγω κωλύματος issue estoppel. Η ερμηνεία της απόφασης από τους Αιτητές αντιμάχεται πλήρως την απόφανση του Δικαστηρίου όπως αποτυπώνεται στην απόφαση. Ειδικά η αναφορά του Tikhonov ότι η μη αποκάλυψη των Τεκμηρίων 15, 16 της ένορκης δήλωσης Sandakov ημερ. 23.9.11 την οποία θεώρησε το Δικαστήριο ουσιώδη ήταν αθώα. Οι ισχυρισμοί της παραγράφου 34 (a -
- e)θα είχαν θέση είτε σε μια συμπληρωματική ένορκη δήλωση στο στάδιο ελέγχου του προσωρινού διατάγματος ημερ. 19.5.11 είτε στο σώμα της έφεσης εναντίον της απόφασης και όχι στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Επαναλαμβάνει πως η φερόμενη ως αθώα παράλειψη εκ μέρους των Αιτητών έχει κριθεί ήδη ως αποτυπώνεται στην απόφαση. Τα ευρήματα και οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου στρεβλώνει ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι αποτελούσαν αθώα παράλειψη. Υποστηρίζει πως η προσπάθεια των Αιτητών να καταδείξουν ότι έχουν καλή και συζητήσιμη υπόθεση περιττεύει καθώς τούτο έχει ήδη κριθεί καταφατικά με την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 7.11.11. Το Δικαστήριο με την απόφαση του ημερ. 7.11.11 με τη διαπίστωση του της μη αποκάλυψης και απόκρυψης ουσιαστικών στοιχείων η οποία ήταν μοιραία για την τύχη του προσωρινού διατάγματος ημερ. 23.5.11 δεν εξέτασε τα περιστατικά τα οποία άπτονται της προϋπόθεσης περί απουσίας κινδύνου μεταβίβασης - αποξένωσης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων. Δεν υπάρχει από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία οποιοσδήποτε κίνδυνος να μην απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο επιβαρυντικό διάταγμα εναντίον των Καθ΄ ων η Αίτηση οι οποίοι είναι φερέγγυος εταιρική οντότητα. Οι Αιτητές δεν έχουν υποστεί ούτε πρόκειται να υποστούν οποιαδήποτε ζημιά έστω και αν υπήρχε πρόθεση μεταβίβασης αποξένωσης ή επιβάρυνσης των επίμαχων περιουσιακών στοιχείων. Υποστηρίζει πως δεν είναι εφικτή η αποξένωση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων εντός δικαιοδοσίας ή οιονδήποτε μετοχών κατέχουν οι Καθ΄ ων η Αίτηση στην ημεδαπή εταιρεία Dreamlight Holding Ltd (D.M.H) ώστε να υπάρχει λόγος παρέμβασης του Δικαστηρίου και εξηγά πως το καταστατικό της πιο πάνω εταιρείας περιέχει πρόνοια υπέρ της άσκησης δικαιώματος πρώτης επιλογής αγοράς μετοχών και ή προαγοράς. Επισυνάπτει σχετικό αντίγραφου καταστατικού ως Τεκμήριο 3 όπου κάμνει συγκεκριμένη αναφορά στα άρθρα 9, 10, 28 (α). Η Albertina Holdings Ltd ως και οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι οι εγγεγραμμένοι μέτοχοι της εταιρείας D.M.H. δεόντως συσταθείσας και εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία. Το μετοχικό κεφάλαιο της D.M.H είναι κατανεμημένο ως εξής: α) Η Albertina είναι ο εγγεγραμμένος μέτοχος και κάτοχος 7.143 μετοχών (74.55%), β) Οι Καθ΄ ων η Αίτηση είναι μέτοχος μειοψηφίας με 2.439 μετοχές (25.45%). Σχετική έρευνα στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 3. Καίτοι η Albertina ελέγχεται πλήρως από τη μητρική των Αιτητών εταιρεία οι Αιτητές οχυρώνονται πίσω από τη διαφορετική νομική προσωπικότητα αυτής προκειμένου να πιθανολογήσουν εκ νέου βλάβη των συμφερόντων τους ενώ στην ουσία οι Αιτητές και η Albertina αποτελούν βραχίωνες του αυτού σώματος και εκφραστές της αυτής βούλησης δηλαδή της Profmedia. Μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Albertina δεν είναι άλλος από την Profmedia. Σχετική έρευνα στο μητρώο Εφόρου Εταιρειών επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 4. H Albertina ελέγχεται και χειραγωγείται πλήρως από την Profmedia η οποία καίτοι όχι διάδικος στην παρούσα είναι πανταχού παρούσα. Υποστηρίζει πως η πραγματική διαφορά που υφίσταται και η οποία συνιστά αιτιολογικό υπόβαθρο της παρούσας διαδικασίας είναι η ανακύψασα διαφορά στο επίπεδο των μετόχων της D.M.H., της Albertina και των Καθ΄ ων η Αίτηση. Εξηγά στη συνέχεια πως η Albertina κατευθύνεται πλήρως από την Profmedia. Υποστηρίζει πως είναι προφανές ότι σε επίπεδο συμβούλων της D.M.H. ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση και αν ακόμη είχαν τέτοια πρόθεση που δεν έχουν τελούν σε κατάσταση πραγματικής και νομικής αδυναμίας όπως πράξουν τούτο επομένως οι σχετικοί ισχυρισμοί στην ένορκη δήλωση Tikhonov παράγραφος 26 είναι εντελώς παραπλανητικοί και ο ισχυριζόμενος κίνδυνος αποξένωσης μετοχών πλήρως αυθαίρετος και αβάσιμος. Εξίσου πραγματικά αυθαίρετος και νομικά αβάσιμος είναι και ο ισχυρισμός στην παράγραφο 26 d της ένορκης δήλωσης Tikhonov ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση μπορεί να επιβαρύνουν τις επίμαχες μετοχές. Εξηγά πως σε καμιά περίπτωση οι Καθ΄ ων η Αίτηση δύνανται όπως επιβαρύνουν οποιαδήποτε μετοχή κατέχουν στην D.M.H. Ουσιαστικά η Albertina και κατ΄ επέκταση η Profmedia είναι ο απόλυτος τροχονόμος οποιασδήποτε απόπειρας μεταβίβασης αποξένωσης ή επιβάρυνσης των επίμαχων μετοχών εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Εξηγείται επίσης πως οι διευθυντές των Αιτητών υπό το φως της νομοθεσίας των Βρετανικών Παρθένων Νήσων (Τεκμήριο 1 ε και στ) οι οποίοι πρόκειται για επαγγελματίες παροχής εταιρικών υπηρεσιών επουδενή δεν θα διακινδύνευαν την θέση τους προκειμένου να γίνουν αρωγοί των Καθ΄ ων η Αίτηση σε ένα πλάνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων με σκοπό τη μη ικανοποίηση της απαίτησης των Αιτητών εφόσον ήθελε εκδοθεί απόφαση υπέρ τους στην Αγωγή ως ισχυρίζονται αυθαίρετα και αόριστα οι Αιτητές. Με βάση τα πιο πάνω υποστηρίζει πως δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των σχετικών νομοθεσιών καθώς κανένας πραγματικός κίνδυνος αποξένωσης, μεταβίβασης ή επιβάρυνσης περιουσιακών στοιχείων δεν υπάρχει πέραν των απλών πιθανολογήσεων. Περαιτέρω είναι εισήγηση των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι εκ νέου οι Αιτητές δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και δεν προβαίνουν σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη γεγονότων που αφορούν τα περιστατικά της παρούσας όπως η προηγούμενη σχέση της Profmedia με την Investia. Υποστηρίζει πως οι Αιτητές παραπλανούν το Δικαστήριο αποκρύπτοντας ή υποβαθμίζοντας ουσιαστικά γεγονότα ώστε να δώσουν λανθασμένη εικόνα αναφορικά με την πραγματική αξία των επίμαχων του αιτούμενου επιβαρυντικού διατάγματος περιουσιακών στοιχείων με σκοπό την δίχως άλλο εξασφάλιση του στη βάση αόριστων ισχυρισμών. Δεν έχουν δικαιολογήσει ούτε προσφέρει επαρκείς εξηγήσεις για τους λόγους που το αιτούμενο διάταγμα είναι απαραίτητο. Επιδίδονται σε δημιουργία εντυπώσεων διά της αναφοράς σε νέα γεγονότα που κατ΄ ισχυρισμό αποδεικνύουν πρόθεση αποξένωσης, αποσιωπούν δε τη νομική και πραγματική αδυναμία να γίνει τούτο εκ μέρους των Καθ΄ ων η Αίτηση. Στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημερ. 12.9.2012 η Σωτηρούλα Χρίστου, δικηγορική υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία Χρύσης Δημητριάδης & Co. LLC αναφέρει ότι είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Ενάγοντες να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Αναφέρει ότι το καταστατικό της εταιρείας Dreamlight Media Holding Limited ("DMH") το οποίο επισυνάφθηκε ως Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση έχει τροποποιηθεί και οι πρόνοιες που επικαλούνται οι Εναγόμενοι 1 προς υποστήριξη του ισχυρισμού τους ότι δεν μπορεί να υπάρξει αποξένωση ή επιβάρυνση των μετοχών αν υφίστανται ως αυτές περιγράφονται από τους Εναγόμενους 1 στην παράγραφο 26 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την ένσταση. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 το ειδικό ψήφισμα με το οποίο τροποποιήθηκε το καταστατικό και ως Τεκμήριο 2 τα άρθρα 8 - 10 του καταστατικού τα οποία αφορούν τη μεταβίβαση μετοχών ως ισχύουν σήμερα. Αναφέρει ότι το άρθρο το οποίο έχει τροποποιηθεί είναι το άρθρο 10 και ως έχει σήμερα επιτρέπει την χωρίς οποιονδήποτε περιορισμό μεταβίβαση μετοχών κατόπιν εκτέλεσης ενεχύρου ή άλλης επιβάρυνσης. Τα πιο πάνω έτυχαν απάντησης με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Ιωάννας Δημητρίου ημερ. 19.9.2012. Δέχτηκε πως το καταστατικό της DMH το οποίο επισυνάπτει στην ένορκη δήλωση της η οποία υποστηρίζει την ένσταση ως Τεκμήριο 3 έχει τροποποιηθεί και οι πρόνοιες που αφορούν στο μηχανισμό επιβάρυνσης μετοχών της DMH έχουν αλλάξει. Δηλώνει πως το Τεκμήριο 3 της ένστασης έχει επισυναφθεί ως τέτοιο εκ παραδρομής ή πλάνης αναφορικά με τα πραγματικά νομικά περιστατικά που αφορούσαν στο εν ισχύει καταστατικό της εταιρείας DMH και ουχί εκ προθέσεως για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο καθώς στην κατοχή τους οι Καθ' ων η αίτηση 1 είχαν το προ της τροποποίησης αντίγραφο του καταστατικού. Υποστηρίζει πως η πεπλανημένη αντίληψη των Καθ' ων η αίτηση 1 αναφορικά με την κρίσιμη τροποποίηση του καταστατικού διασκεδάζει ακριβώς τις ανησυχίες των Αιτητών και δεικνύει κατά τρόπο εντελώς συμπτωματικό ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 τελούσαν κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα χρόνο σε ανυποψίαστη κατάσταση προκειμένου για την πρόθεση αποξένωσης ή και επιβάρυνσης τις οποίες σκιαγραφούν και τους αποδίδουν οι Αιτητές. Ενόψει του ισχύοντος καταστατικού δηλώνει ότι καθίστανται πλέον πλεονασματικοί οι ισχυρισμοί των παραγράφων 26(iii)(
- v)και εν μέρει της παραγράφου 36 της κύριας ένορκης δήλωσης της καθώς αυτοί αφορούν το καταστατικό προ της τροποποίησης και των ως είχε προηγουμένως μηχανισμών προκειμένου για την επιβάρυνση μετοχών. Περαιτέρω υποστηρίζει πως σε κάθε περίπτωση δεν είναι ενδεχόμενη ούτε και εύλογη η επιβάρυνση των μετοχών των Καθ' ων η αίτηση 1 όπως οι Αιτητές ισχυρίζονται κατά τρόπο εντελώς αυθαίρετο και παραπλανητικό. Δηλώνει ότι από το χρόνο καταχώρισης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής, εν μέσω διαδοχικών ισχυρισμών των Αιτητών μέχρι και την καταχώριση της παρούσας, το απλό γεγονός είναι ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν έχουν προβεί σε καμιά αποξένωση ή επιβάρυνση των επίμαχων μετοχών. Ως προς τις εφαρμοστέες αρχές που παρέχουν στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να συνεχίσει ή να εκδώσει δεύτερο προσωρινό διάταγμα παρόμοιο με το πρώτο, αυτές συνοψίζονται στην υπόθεση Αli and Fahd Shobokshi Group v. Moneim (Ch.D.)
(1989)1 W.L.R.710, 718 ως εξής: "An instance of this is Yardley & Co. Ltd. v. Higson [1984] F.S.R.
- There it emerged that an ex parte order had been made in favour of a plaintiff who had failed to disclose a material fact. When the matter became inter partes a full explanation of the non-disclosure was given. The Court of Appeal felt able to continue the ex parte order (albeit in a limited form). Lawton L.J. said, at p.309: "Reference has been made to [Ex parte Polignac] and also to the judgment of Browne-Wilkinson J. in Thermax Ltd. v. Schott Industrial Glass Ltd. [1981] F.S.R.
- The submission was made that once it is established that material facts have not been disclosed, the court ought, as a matter of law to refuse equitable relief. I do not find it necessary to go into the law about this matter in any way, because it is clear that in cases of injunctions, even if there has to be a discharge of one injunction because there has not been proper disclosure, that does not prevent a further application for an injunction being made. I will accept for the purposes of my judgment that before Nourse J. there was a failure to make as full disclosure as should have been made and that the omissions were material omissions. But after that there was a further application, and when the matter came before Goulding J. on the further application he was appraised of all the material facts and he knew what the situation was with regard to the soap in cartons." It is to be noted that in that case the failure to disclose was innocent and was dealt with in subsequent evidence: see Oliver L.J., at p.
- Bank Mellat v. Nikpour [1985] F.S.R. 87 is a case where a Mareva injunction was obtained ex parte without proper disclosure. Relief was refused when the matter became inter partes. In the Court of Appeal Lord Denning M.R., at p. 89, quotes Robert Goff J. in the court below: "That being so, I discharge the Mareva injunction granted in September of this year. I am not prepared to grant a new Mareva injunction today since it is impossible to judge whether the money would still be here if the injunction had not been granted on the basis of the affidavit which 1 have described. It would be unfair to the defendant ... to renew the injunction on further evidence." The Court of Appeal upheld that view so that the consequence of the plaintiffs non-disclosure was to deprive him of all Mareva relief although sought inter partes. In Lloyds Bowmaker Ltd. v. Britannia Arrow Holdings Pic. [1988] 1 W.L.R. 1337, 1343H, Glidewell L.J. accepted that despite any initial non-disclosure the court has a discretion whether to grant a second Mareva injunction at a stage when the whole of the facts are before it "and may well grant such a second injunction if the original nondisclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed." See also Dillon L.J. at p. 1349D. However, in that case the discretion was not exercised to maintain the Mareva injunction in existence. Brink's Mat Ltd. v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 went the other way, an ex parte order being continued in existence after an inter partes hearing despite an initial non-disclosure. The discretion I have mentioned was fully recognised, with Balcombe L.J., at p. 1358, stating that the discretion is one to be exercised sparingly. I now mention Behbehani v. Salem (unreported), 11 September 1987*. This was a case in the Court of Appeal where there were considered the circumstances in which it is appropriate for the court, having discharged a Mareva injunction for non-disclosure, immediately to re-grant substantially the same injunction. Nourse L.J. said, post, p. 736B: "I agree that in order to get at the principles of discretion on which the court acts in a case of this kind we need not now look further than the decision of this court in Brink's Mat Ltd. v. Elcombe [1988] 1 W.L.R. 1350 where they are summarised in the passage in the judgment of Ralph Gibson L.J. which Woolf L.J. has read. In paragraph
(7)of that summary, at p. 1357 we find that: 'The court has a discretion notwithstanding proof of material non-disclosure which justifies or requires the immediate discharge of the ex parte order, nevertheless to continue the order, or to make a new order on terms. "When the whole of the facts, including that of the original non-disclosure, are before [the court, it] may well grant . . . a second injunction if the original non-disclosure was innocent and if an injunction could properly be granted even had the facts been disclosed": per Glidewell L.J. in Lloyds Bowmaker Ltd. v. Britannia Arrow Holdings Pic. [1988] 1 W.L.R. 1337, 1343H—1344A.' Although it would not be correct to treat Glidewell L.J.'s statement of the circumstances in which the court may exercise its discretion as being exhaustive, it is, I think, likely to have relevance in many of these cases, and it is certainly a useful starting point in this. I should add that in the Brink's Mat case all three members of this court defined an innocent non-disclosure as one where there was no intention to omit or withhold information which was thought to be material: see p. 728E-F; [1988] 1 W.L.R. 1350, 1358G and 1360H. Since it is accepted both that the non-disclosure justified or required the immediate discharge of the ex parte order and that the whole of the facts are now before the court, the questions to which we should start by addressing ourselves are, first, whether it was innocent; and, secondly, whether an injunction could properly have been granted if full disclosure had been made to Roch J." Συναφώς η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου προϋποθέτει (α) το αθώο της μη αποκάλυψης και (β) την ύπαρξη δυνατότητας έκδοσης του, εάν γινόταν πλήρης αποκάλυψη των σχετικών γεγονότων. Όπως έχει νομολογηθεί (ανωτέρω) η αθώα μη αποκάλυψη προϋποθέτει πως δεν υπήρχε πρόθεση παράλειψης ή απόκρυψης πληροφοριών οι οποίες ωστόσο θεωρήθηκαν ουσιώδεις. Εξέτασα με προσοχή την πρωτόδικη απόφαση ημερ. 7.11.2011 και παραθέτω το σκεπτικό της: «Aπό τα πιο πάνω συνάγεται πως όντως οι ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο μια ελλιπή εικόνα, της έκτασης τουλάχιστον της διαφοράς και της γενεσιουργού της αιτίας αλλά και στη συνέχεια, των προσπαθειών διευθέτησης της, όχι μόνο μεταξύ των εδώ διαδίκων αλλά και τρίτων όπως της Profmedia. Το ερώτημα είναι αν τα πιο πάνω γεγονότα, επιστολές και έγγραφα που δεν αποκαλύφθηκαν έχουν οποιεσδήποτε επιπτώσεις στην όλη εικόνα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, κι' αν θα άλλαζε η θέση που πρόβαλαν οι αιτητές πάνω στην οποία και στήριξαν το αγώγιμο δικαίωμα τους. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ κ.α. ν. Βenflect Enterprises Ltd κα
(2006)1(Α) 280. Διιστάμενες απόψεις για διαπραγματεύσεις και θέματα που προηγήθηκαν της υπογραφής των επιδίκων Συμφωνιών, διαφορετικές νομικές ερμηνείες των συμφωνιών ή εγγράφων και άλλη αντίκριση ως προς την επίλυση των προβλημάτων που προκλήθηκαν ή προέκυψαν στη συνέχεια, οικονομικών, φορολογικών ή άλλων, θα πρέπει να εξετασθούν σε βάθος στο τελικό στάδιο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας: εκδίκασης της ουσίας της αγωγής. Φαέθων Μιχαηλίδης ν. Κυριάκου Άγγελου Παπακυριακού
(2004)1 Α.Α.Δ.
- Στη δική μας όμως περίπτωση τα πιο πάνω γεγονότα σε συνδυασμό ιδιαιτέρως με την μη αποκάλυψη των επιστολών των εναγομένων 1, Τεκμ.15 και Τεκμ.16, ενισχύεται η θέση των τελευταίων, ότι οι ενάγοντες παρουσίασαν ελλιπή εικόνα στο Δικαστήριο και στο τέλος της ημέρας, με τον τρόπο αυτό δεν εστίασαν την προσοχή του Δικαστηρίου στην πραγματική έκταση και φύση της διαφοράς, αλλά και το ουσιαστικότερο, τις όποιες υπερασπίσεις ή θέσεις των εναγομένων. Η επιστολή των εναγομένων 1, Τεκμ.16, φέρει ημερομηνία 17.5.2011, την ίδια ημερομηνία που καταχωρίζεται τόσο η αγωγή, όσο και η αίτηση. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των εναγόντων, όπως είπα, δεν τοποθετήθηκε επί του ζητήματος άμεσα. Δόθηκε η ευκαιρία στους ενάγοντες να αποκαλύψουν την εν λόγω επιστολή με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισαν με την άδεια του Δικαστηρίου στις 19.5.
- Και πάλι δεν το έπραξαν. Καταλήγω πως όλα όσα έχω διαπιστώσει πιο πάνω, φανερώνουν ότι δεν έχουν τεθεί όλα τα γεγονότα στην ακριβή τους διάσταση και ιδιαιτέρως αποσιωπούνται τα Τεκμ.15 και
- Με τον τρόπο αυτό οι ενάγοντες παρουσίασαν τους εναγόμενους να παραγνωρίζουν τις υποχρεώσεις τους και να περιφρονούν τις ειδοποιήσεις και τις προθεσμίες που έτασσαν οι ενάγοντες, κατά τρόπο ώστε να μην μπορεί να αξιολογηθεί η σημασία τους και να σταθμιστεί η επίδραση τους, στην διαμόρφωση της κρίσης του Δικαστηρίου για έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων. Στη βάση της φύσης της διαφοράς και τα γεγονότα που την συνιστούν βρίσκω ότι ήταν απαρέγκλιτα επιτακτικό και αναγκαίο να παρουσιαστούν με σαφήνεια και δίκαιο τρόπο όλα τα γεγονότα τα οποία επένδυαν νομικά τις αξιώσεις των εναγομένων-καθ' ων η αίτηση, όπως πρόβαλλαν από το πλούσιο μαρτυρικό υλικό που έθεσαν οι καθ' ων η αίτηση και ιδιαιτέρως μέσα από τα Τεκμ.15 και
- Οι ενάγοντες απέτυχαν να δώσουν στο Δικαστήριο ολοκληρωμένη εκτίμηση των δεδομένων ουσιαστικό για τη διαμόρφωση απόφανσης κατά την παρουσίαση της μονομερούς αίτησης. Η παράλειψη τους να αναφερθούν στην απαντητική επιστολή, Τεκμ.16, ενδυνάμωνε το επείγον ως δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση μονομερούς διατάγματος και έθετε το Δικαστήριο προ μιας εικόνας, όπου πρόβαλλε επιτακτικά η ανάγκη εξασφάλισης των δικαιωμάτων τους στην απουσία της άλλης πλευράς. Τα μη αποκαλυφθέντα στοιχεία αφορούσαν σε ουσιώδη θέματα της αντιδικίας και άπτονταν του βάσιμου των δικαιωμάτων που διεκδικεί η ενάγουσα, της πιθανότητας επιτυχίας της στην αγωγή με βάση το δικόγραφο της. Όλα μαζί σωρευτικά αντικριζόμενα, με τον τρόπο που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ή που δεν παρουσιάστηκαν κατά τη μονομερή διαδικασία έκδοσης των διαταγμάτων, έτειναν να δώσουν μια εικόνα των πραγμάτων τόσο από νομικής όσο και από πραγματικής άποψης, πολύ διαφορετική από την τελικά διαμορφωθείσα στο τέλος της ενδιάμεσης διαδικασίας.» Dmitry Rybolovlev, v. Elena Rybolovleva, Π.Ε.
- Γιατί βεβαίως η επιστολή των εναγομένων 1, Τεκμ.16, δεν ήταν σημαντική μόνο ως στοιχείο ανταπόκρισης ή όχι των τελευταίων στην προειδοποίηση των εναγόντων. Αποκάλυπτε, σε συνδυασμό με το Τεκμ.15 τις οποίες αξιώσεις ή υπερασπίσεις της εναγομένης 1 και ή όλων των εναγομένων, κατά τρόπο που το Δικαστήριο είχε πλημμελή εικόνα κατά την εξέταση της δύναμης της υπόθεσης των εναγόντων. Είναι η κατάληξη μου ότι οι αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη στοιχεία και γεγονότα τα οποία γνώριζαν, τα οποία είχαν στη διάθεση τους και τα οποία με τη δέουσα επιμέλεια ήταν σε θέση να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου. Θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των καθ' ων η αίτηση πως η μη αποκάλυψη των στοιχείων στέρησε το Δικαστήριο τη δυνατότητα να εκτιμήσει την υπόθεση σε όλη της την έκταση κάτω από τις προϋποθέσεις που τάσσει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
- Το προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 17.5.2011 ακυρώνεται.» Από το πιο πάνω απόσπασμα προκύπτει ότι το Δικαστήριο παρείχε την ευκαιρία στους Ενάγοντες-Αιτητές να αποκαλύψουν την εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 16, με συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρησαν με την άδεια του Δικαστηρίου στις 19.5.
- Και δεν το έπραξαν. Ήταν συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι οι Ενάγοντες αποσιωπούσαν τα Τεκμήρια 15 και
- Με την παράλειψη τους δε να αναφερθούν στο Τεκμήριο 16, ενδυνάμωναν το επείγον ως δικαιοδοτική προϋπόθεση για την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Σε συνδυασμό δε με το Τεκμήριο 15 το Τεκμήριο 16 αποκάλυπτε την υπεράσπιση της Εναγομένης
- Από τα πιο πάνω προκύπτει ως συμπέρασμα πως υπήρχε πρόθεση εκ μέρους των Εναγόντων-Αιτητών να παραλείψουν να παρουσιάσουν το Τεκμήριο 16 ως μέρος της υπόθεσης τους. Συναφώς, θεωρώ πως η εν λόγω παράλειψη δεν μπορεί να θεωρηθεί αθώα παράλειψη αποκάλυψης γεγονότος και το Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία να εξετάσει περαιτέρω την αίτηση. Περαιτέρω, και ανεξάρτητα της πιο πάνω κατάληξης μου, και έχοντας υπόψη πως τέτοιας φύσεως διατάγματα δύσκολα πρέπει να παρέχονται (sparingly) το Δικαστήριο δεν θα ασκούσε τη διακριτική του εξουσία υπέρ του αιτήματος, εν πάση περιπτώσει ενόψει της καθυστέρησης υποβολής της παρούσας αίτησης μετά την απόρριψη του αιτήματος στις 7.11.
- Ενόψει των ανωτέρω, περιττεύει η εξέταση άλλων λόγων ένστασης. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Εναγομένης 1 - Καθ' ης η αίτηση και σε βάρος των Εναγόντων-Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, στο τέλος της αγωγής. (Υπ.) ........................................................... Μ. Μαυρονικόλας, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΚ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο