← Κύπρος

MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. Desimanco Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4252/12, 27/11/2013

MAGOT INCORPORATION LIMITED ν. Desimanco Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 4252/12, 27/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A373 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4252/12 Μεταξύ: MAGOT INCORPORATION LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσας - και -

  1. Desimanco Ltd, από τη Λεμεσό
  2. Zimmerco Limited, από τη Λεμεσό
  3. Πανίκος Παπαμιχαήλ, από τη Λεμεσό
  4. Νάταλη Νέστωρος, από τη Λεμεσό
  5. Shadiev Nabi, από το Ουζμπεκιστάν
  6. Gazin Holdings Corp., από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους
  7. Plinfoserco Ltd, από τη Λεμεσό
  8. Spiftco Limited, από τη Λεμεσό
  9. Asoted Services Ltd, από τη Λεμεσό
  10. Νέστωρ Νέστωρος, από τη Λεμεσό
  11. Σούζαν Καλογρεάδου, από τη Λεμεσό Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 19.9.2012 27.11.2013 Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Δ. Κάτσης με κ. Π. Παυλίδη για D. Katsis LLC Για τους Εναγόμενους 2, 4, 7 και 8 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ο. Λάμπρου για Μουαϊμης & Μουαϊμης ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 3, 9, 10 και 11: κ. Χρ. Χριστοφόρου για Ανδρέας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους 6 - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Ε. Κονναρή για Βελάρης & Βελάρης ΔΕΠΕ και Ανδρέας Κονναρής ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κύρια θεραπεία που η Ενάγουσα Κυπριακή εταιρεία «Magot» αξιώνει με την παρούσα Αγωγή είναι διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει τη μεταβίβαση 10.000 μετοχών της ρωσικής εταιρείας Limited Liability Company «Poligrafinvest» από την Εναγόμενη 2, Κυπριακή εταιρεία «Zimmerco», στην Εναγόμενη 6 εταιρεία, «Gazin» από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, που έγινε κατά ή περί τον Ιούλιο του 2012 και την προγενέστερη, κατά ή περί το Σεπτέμβριο του 2011, μεταβίβαση τους από την Εναγόμενη 1 Κυπριακή εταιρεία, «Desimanco» στην «Zimmerco», έτσι ώστε οι ρηθείσες μετοχές να επανέλθουν στην «Desimanco». Η Αγωγή είναι προσωπική και παράγωγη (derivative) για λογαριασμό της «Desimanco». Αυτό αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης (παράγρ. 13) που καταχωρίστηκε την 9.7.
  12. Αυθημερόν με την καταχώριση της Αγωγής την 19.9.2012, καταχωρίστηκε μονομερής Αίτηση και εκδόθηκαν την 24.9.2012 δύο ουσιαστικά διατάγματα εναντίον της «Gazin» ώστε να μην αποξενωθεί ή επιβαρύνει τις επίδικες μετοχές (παραγρ. Π) και μη αποξενωθεί ή επιβαρύνει περιουσία της μέχρι ποσού €3.227.000 (παραγρ. Ο). Άλλα διατάγματα που εκδόθηκαν αφορούσαν στην επίδοση της Αίτησης και των εκδοθέντων διαταγμάτων (παράγρ. Μ - Ξ) και δεν θα απασχολήσουν περαιτέρω. Για τις υπόλοιπες ουσιαστικές εξαιτούμενες θεραπείες διατάχθηκε η επίδοση της Αίτησης. Αυτές αφορούν διάταγμα (παράγρ. Α) που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 2 - 6 να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν περιουσία τους μέχρι ποσού 14 εκατομμυρίων δολ. Αμερ. και (παράγρ. Β) που να τους διατάσσει να αποκαλύψουν τα περιουσιακά τους στοιχεία. Τα υπό παραγράφους (Γ) - (Λ) αφορούν διατάγματα αποκάλυψης και στρέφονται εναντίον των Εναγομένων 2 - 11 ανάλογα με την περίπτωση. Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου Αντώνη Βαφέα, εκ των διευθυντών της Ενάγουσας που κατέχει το 50% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της «Desimanco». Υποστηρίζεται πως η αποξένωση των επίδικων μετοχών, που συνιστούν το σύνολο των μετοχών της "Poligrafinvest" και ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της «Desimanco», ήταν το αποτέλεσμα απάτης, δόλου και παράνομων ενεργειών των Εναγομένων 2 μέχρι
  13. Οι επίδικες μετοχές μεταβιβάστηκαν από την «Desimanco» στην «Zimmerco» για εξευτελιστικά χαμηλό ποσό, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα ουσιαστικά να απωλέσει την επένδυση της για την απόκτηση του 50% των μετοχών της «Desimanco». Η Ενάγουσα είχε αγοράσει το 2009 το 50% των μετοχών της «Desimanco» από την κυπριακή εταιρεία Vebeca Holdings Limited που παραμένει η ιδιοκτήτρια του υπολοίπου 50%. Η πώληση των επίδικων μετοχών από την «Desimanco» στην «Zimmerco» επιτεύχθηκε με συμφωνία (ΑΒ 10) που υπόγραψε, εκ μέρους της «Desimanco», ο Εναγόμενος 5, Shadiev, δυνάμει σχετικού πληρεξουσίου εγγράφου. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως τούτο έγινε κατά παράβαση του ιδίου του πληρεξουσίου, το οποίο είναι και άκυρο, της Συμφωνίας Μετόχων της «Desimanco» και του Καταστατικού της Εγγράφου. Ο Shadiev είναι ο, κατ΄ ισχυρισμό, τελικός δικαιούχος της «Vebeca» αφού ήταν ο εγγυητής των υποχρεώσεων της όταν αυτή πώλησε τις επίδικες μετοχές στην Ενάγουσα. Το πληρεξούσιο έγγραφο ημερομηνίας 28.12.2009 υπόγραψε ο ομνύοντας, που είναι επίσης ένας από τους δύο διευθυντές της «Desimanco», ώστε ο Shadiev να προσφέρει διοικητικές υπηρεσίες στην «Desimanco». Ο άλλος διευθυντής της «Desimanco» είναι ο Εναγόμενος 3, Παπαμιχαήλ. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως το πληρεξούσιο (ΑΒ 8) αφορούσε την καθημερινή διαχείριση της «Desimanco» και δεν επέτρεπε την πώληση των περιουσιακών της στοιχείων. Ισχυρίζεται ακόμα η Ενάγουσα πως το πληρεξούσιο είναι άκυρο καθότι δεν εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμφωνίας Μετόχων (ΑΒ 7) και του Καταστατικού Εγγράφου της «Desimanco» (ΑΒ 9). Η Συμφωνία Μετόχων της «Desimanco» (μεταξύ της Ενάγουσας, της «Vebeca» και της ιδίας της «Desimanco») προέβλεπε πως η «Desimanco» θα δεσμευόταν με την υπογραφή και των δύο διευθυντών της, ενώ για την πώληση περιουσιακών της στοιχείων απαιτείτο η ομόφωνη απόφαση των μετόχων της. Περιστάσεις που, κατά την Ενάγουσα, τείνουν να καταδείξουν ότι υπήρξε δόλος, είναι ότι η «Zimmerco», που αγόρασε τις μετοχές από την «Desimanco», συστάθηκε μόλις στις 13.9.2011, λίγες μόνο ημέρες πριν την αγορά που πραγματοποιήθηκε στις 30.9.
  14. Οι επίδικες μετοχές πωλήθηκαν για 31.375 δολ. Αμερ., ενώ για το 50% αυτών η Ενάγουσα είχε πληρώσει το 2009 για να τις αποκτήσει €3.227.000 και σύμφωνα με εκτίμηση του Νοεμβρίου του 2009 η αξία του συνόλου των μετοχών της «Poligrafinvest» ανερχόταν σε περίπου 14.000.000 δολ. Αμερ. Η «Gazin» συστάθηκε στις 23.3.2012 και οι επίδικες μετοχές μεταβιβάστηκαν σε αυτήν περί τον Ιούλιο του
  15. Είναι η θέση της Ενάγουσας πως η αποξένωση των μετοχών από την «Desimanco» συνιστά δόλο και απάτη εκ μέρους των Εναγομένων 2 - 6 τους οποίους υποβοήθησαν, ίσως και χωρίς πρόθεση εξαπάτησης, οι Εναγόμενοι 7 -
  16. Καταγράφονται οι διασυνδέσεις μεταξύ των Εναγομένων και ότι οι Εναγόμενοι 2 - 4, 7 - 11 και η «Vebeca», στεγάζονται επαγγελματικά στον ίδιο χώρο. Η «Vebeca» δεν ενάγεται με την αγωγή. Η ίδια καταχώρισε αίτηση ημερομηνίας 22.10.2012 εξαιτούμενη να συνενωθεί ως εναγόμενη, την οποία όμως απέσυρε επικαλούμενη πως δεν είχε επιδοθεί στους ενδιαφερόμενους την 29.10.2012, δηλαδή μόλις επτά ημέρες μετά την καταχώριση της και ενώ ήταν ορισμένη για τις 22.11.
  17. Εναντίον του Εναγόμενου 5, του Shadiev, η Αίτηση αποσύρθηκε την 13.11.2012 (ως εκ τούτου τα εξαιτούμενα διατάγματα υπό παράγρ. Ε και Στ που αφορούν μόνο αυτόν έχουν εγκαταλειφθεί), ενώ το Κλητήριο έχει γι΄ αυτόν εκπνεύσει χωρίς να του έχει επιδοθεί η αγωγή. Διάταγμα που να επιτρέπει την επίδοση σε αυτόν εκτός δικαιοδοσίας στη Ρωσική Ομοσπονδία με υποκατάστατο επίδοση είχε εκδοθεί αναφορικά με την Αίτηση και τα εκδοθέντα διατάγματα (παράγρ. Μ και Ξ) μαζί με την έκδοση των ουσιαστικών διαταγμάτων στις 24.9.
  18. Ανάλογα διατάγματα είχαν, στα πλαίσια ξεχωριστής αίτησης, εκδοθεί την ίδια ημέρα για την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος. Την 3.10.2012, δοθείσης της μη εμφάνισης της Εναγόμενης 6, «Gazin», τα πιο πάνω εκδοθέντα ουσιαστικά διατάγματα εναντίον της κατέστησαν απόλυτα ενώ εκδόθηκαν εναντίον της περαιτέρω ουσιαστικά απόλυτα διατάγματα. Αφότου αυτή καταχώρισε εμφάνιση αιτήθηκε τον παραμερισμό των διαταγμάτων της 3.10.2012, και, εν τέλει, με τη σύμφωνη θέση της Ενάγουσας, παραμερίστηκαν στις 16.4.2013 ώστε η κατάσταση να περιέλθει ως είχε με την έκδοση τους στις 24.9.
  19. Στη συνέχεια, η Εναγόμενη 6 καταχώρισε Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 2.10.2013 του Ιωάννη Θεοδοσίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των πρώτων δικηγόρων της. Ο Θεοδοσίου αποκαλύπτει πως διευθυντής και τελικός δικαιούχος της «Gazin» είναι κάποιος δικηγόρος και επιχειρηματίας Stephan Clause Roh. Η «Gazin» αρνείται σύνδεση με οποιοδήποτε Εναγόμενο και ιδιαίτερα τον Shadiev, προβάλλοντας ότι τις επίδικες μετοχές αγόρασε καλόπιστα, δυνάμει συμφωνίας ημερομηνίας 6.6.2012 (ΙΘ 1) αφού προέβηκε στην δέουσα έρευνα για να βεβαιωθεί ότι η «Zimmerco» κατείχε τίτλο σε αυτές. Πλήρωσε 70.000 δολ. Αμερ. με έμβασμα σε τραπεζικό λογαριασμό της «Zimmerco» (ΙΘ.2). Το ποσό καθορίστηκε έχοντας υπόψη τις πολλές υποχρεώσεις της «Poligrafinvest» και ότι βρισκόταν στα πρόθυρα χρεοκοπίας, χωρίς να έχει πραγματική αξία. Οι Εναγόμενοι 2 - 4 και 7 - 11 καταχώρισαν κοινή Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 18.10.2012 του Παπαμιχαήλ. Με απόφαση του Δικαστηρίου επιτράπηκε στον Παπαμιχαήλ που καταχώρισε συμπληρωματική ένορκη δήλωση στις 26.3.
  20. Σύμφωνα με τον Παπαμιχαήλ, η Εναγόμενη 9 εταιρεία, η «Asoted», είναι εταιρεία παροχής υπηρεσιών συμβούλων (service provider). Ανήκει στον Εναγόμενο 10, τον Νέστωρος (Διευθυντές της είναι ο Νέστωρος και οι Εναγόμενες 4 και 11, η Νέστωρος και η Καλογρεάδου). Στην «Asoted» ανήκουν οι Εναγόμενες 7 και 8 εταιρείες, η «Plinfoserco» και η «Spiftco», που χρησιμοποιούνται ως εμπιστευματοδόχοι μέτοχοι για τους πελάτες της. Ο Παπαμιχαήλ και η Νέστωρος εργοδοτούνται στην «Asoted» και αναλαμβάνουν διευθυντές και γραμματείς σε διάφορες εταιρείες πελατών. Έτσι διορίστηκε ο Παπαμιχαήλ ως διευθυντής τόσο στην «Desimanco» όσο και στην «Zimmerco» όπου διευθυντής διορίστηκε και η Νέστωρος. Η «Zimmerco» ιδρύθηκε κατόπιν παράκλησης πελάτη. Οι μετοχές της καταχωρίστηκαν στην «Plinfoserco» και την «Spiftco». Διευθυντές τους είναι η Νέστωρος και η Καλογρεάδη. Διατείνεται ο Παπαμιχαήλ πως ο τελικός δικαιούχος της «Zimmerco» δεν είναι ο ίδιος με τον τελικό δικαιούχο της «Vebeca» που, όπως αναφέρει, δεν είναι ο Shadiev. Δεν το αποκαλύπτει ο Παπαμιχαήλ, φαίνεται όμως πως και η «Vebeca» λαμβάνει υπηρεσίες από την «Asoted» αφού διευθυντές της είναι ο Νέστωρος και η Καλογρεάδου και η Asoted Secretarial Ltd γραμματέας της (ΑΒ 4). Αναφέρει ακόμα ο Παπαμιχαήλ πως δεν γνωρίζει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ της «Vebeca» και της «Gazin» και του ιδιοκτήτη της. Κατ΄ εντολή των «εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων» της «Zimmerco», οι διευθυντές της, ο Παπαμιχαήλ και η Νέστωρος, έδωσαν πληρεξούσιο προς κάποιον Oleg Bakhtiarou ο οποίος υπόγραψε τη συμφωνία αγοράς των επίδικων μετοχών για την «Zimmerco». Μεταγενέστερα, κατά τον ίδιο τρόπο, του έδωσαν νέο πληρεξούσιο για να υπογράψει την πώληση από την «Zimmerco» στην «Gazin». Ισχυρίζεται ο Παπαμιχαήλ, χωρίς όμως να τεκμηριώνει τη θέση του με στοιχεία, πως η Ενάγουσα ήταν ενήμερη για την πώληση και πως το πληρεξούσιο που ο Shadiev είχε από τον Βαφέα του επέτρεπε να πωλήσει τις επίδικες μετοχές. Επιχειρηματολογεί ακόμα πως δεν είναι δυνατό η Ενάγουσα να μην γνωρίζει τον τελικό δικαιούχο της «Vebeca» αφού από αυτήν αγόρασε το μετοχικό της μερίδιο. Η εικόνα που παρουσιάζεται είναι πως οι Εναγόμενοι 2 - 4 και 7 - 11 είναι μια «ομάδα εταιρικών υπηρεσιών», χωρίς συμφέροντα ή ουσιαστική συμμετοχή στις υποθέσεις των πελατών τους, όμως οι ευθύνες που ο Νόμος εναποθέτει τους αξιωματούχους μιας εταιρείας δεν μπορεί να παραγνωρίζονται, ζήτημα στο οποίο επανέρχομαι πιο κάτω. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another

(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. (Βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicontory Tr. Co Ltd
(1998)1(Γ) A.A.Δ. 1653, 1659). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδ., παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relied to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held."» Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με διατάγματα που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του Εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Γίνεται ακόμη αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι δυνατό να είναι σχετικοί όπως καταγράφονται στο σύγγραμμα «Mareva Injunctions Law and Practice» των S. Gee και G.M. Andrews. Η υπόθεση εναντίον της «Gazin», όπως η Ενάγουσα την παρουσιάζει, είναι συμπερασματική. Αναφέρεται στην παράγραφο 40 της ένορκης δήλωσης Βαφέα πως συστάθηκε σύντομα μετά την μεταβίβαση από την «Desimanco» στην «Zimmerco» για να χρησιμοποιηθεί για την περαιτέρω αποξένωση των μετοχών. Συστάθηκε την 23.3.2012, έξι περίπου μήνες μετά την πρώτη μεταβίβαση και αγόρασε τις μετοχές περίπου δυόμισι μήνες μετά τη σύστασή της. Αυτό μπορεί και να σημαίνει κάτι, μπορεί και όχι. Είναι μια εικασία που δεν μπορεί να βοηθήσει στο στάδιο τούτο. Γίνεται ακόμα αναφορά (παράγρ. 75) στις συνθήκες κάτω από τις οποίες η «Gazin» αγόρασε τις μετοχές χωρίς, κατά την Ενάγουσα, να απαιτήσει αποφάσεις της «Zimmerco» ή να κάνει το δέοντα έλεγχο (due diligence). Η προβαλλόμενη δόλια εμπλοκή της «Gazin» εδράζεται στη θέση πως αυτή συνιστούσε μέρος ενός ευρύτερου σχεδιασμού που τεκμηριώνεται με την στοιχειοθέτηση της θέσης ότι η πρώτη μεταβίβαση ήταν δόλια. Εφόσον η πρώτη μεταβίβαση ήταν τέτοια, η δεύτερη δεν μπορεί να ήταν μια γνήσια εμπορική συναλλαγή. Εάν η Ενάγουσα έχει καταδείξει πως υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας επί της αξίωσης ότι η πρώτη μεταβίβαση ήταν δόλια, τούτο θα ικανοποιεί τις προϋποθέσεις αναφορικά και με τη δεύτερη μεταβίβαση. Η «Zimmerco» δεν είναι λογικό να ενεπλάκηκε για να αποκομίσει το όφελος των 38.625 δολ. Αμερ.. Εάν η τιμή των 31.375 δολ. Αμερ. της πρώτης πώλησης είναι πράγματι εξευτελιστική, εξευτελιστική θα είναι και η τιμή των 70.000 δολ. Αμερ. της δεύτερης πώλησης που πραγματοποιήθηκε εννέα μήνες μετά. Ο συνειρμός θα ενισχυθεί εφόσον διαφανεί ότι ο τελικός δικαιούχος της «Gazin» σχετίζεται με κάποιο από τους άλλους Εναγόμενους ή τον τελικό δικαιούχο κάποιας από τις άλλες Εναγόμενες εταιρείες ή τη «Vebeca» ή τον τελικό της δικαιούχο. Σε αντίθετη περίπτωση, η υπόθεση εναντίον της «Gazin» θα έχει αποδυναμωθεί, χωρίς ωστόσο να καταρρέει εντελώς. Δεν είναι ορθό αυτό που αναφέρουν οι δικηγόροι της «Gazin» στην αγόρευσή τους πως στην Έκθεση Απαίτησης δεν υπάρχει ισχυρισμός για απατηλές πράξεις εναντίον της. Αντίθετα υπάρχει αναφορά και παρατίθενται και λεπτομέρειες στην παράγραφο
  1. Η προσπάθεια της Ενάγουσας να πείσει για την ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32 έχει εναποτεθεί στους εξής πυλώνες. - Οι μετοχές από την «Desimanco» προς την «Zimmerco» πωλήθηκαν σε τιμή πολύ μικρότερη της πραγματικής τους αξίας. - Η πώληση από την «Desimanco» προς την «Zimmerco» πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση του Καταστατικού της «Desimanco», της Συμφωνίας Μετόχων της «Desimanco» και δυνάμει πληρεξουσίου που δεν εξουσιοδοτούσε τέτοια πώληση και ήταν σε κάθε περίπτωση άκυρο. - Η «Zimmerco» συστάθηκε πολύ σύντομα πριν την αγορά των μετοχών από την «Desimanco». - Υπάρχει σχέση μεταξύ των εμπλεκομένων στην πώληση από την «Desimanco» προς την «Zimmerco». - Το κείμενο της Συμφωνίας πώλησης των μετοχών από την «Desimanco» προς τη «Zimmerco» δεν είναι της μορφής που αναμενόταν να έχει εάν η Συμφωνία ήταν γνήσια εμπορική πράξη όπου το κάθε μέρος θα ενεργούσε για την καλύτερη προάσπιση των συμφερόντων του, ενώ δεν προηγήθηκε η δέουσα έρευνα (due diligence). Ως προς την αξία των μετοχών της «Poligrafinvest» και τη θέση της Ενάγουσας πως πλήρωσε για το 50% €3.327.000 και πως η αξία του συνόλου ανέρχεται στα 14 εκατ. Δολ. Αμερ., ο Παπαμιχαήλ σχολιάζει πως κανένα στοιχείο δεν παρουσιάστηκε από την Ενάγουσα (πέραν του ότι το ποσό καταγράφεται στη Συμφωνία (ΑΒ 6)) και παραθέτει στη συμπληρωματική του ένορκη δήλωση τους Ετήσιους Λογαριασμούς και Οικονομικές Εκθέσεις της «Desimanco» για τα έτη 2009 και 2010 (ΠΠ Α), οι οποίοι, όπως υποδεικνύει, είναι υπογραμμένοι από τον Βαφέα. Γίνονται σε αυτούς αναφορές στην «Poligrafinvest», στις ζημιές που είχε και στις υποχρεώσεις της. Αναφέρεται ο Παπαμιχαήλ και στις Οικονομικές Εκθέσεις της ίδιας της «Poligrafinvest», όμως δεν τις παρουσιάζει. Προκύπτει από τους λογαριασμούς της «Desimanco» πως η θυγατρική «Poligrafinvest» είχε υποχρεώσεις ώστε κάθε χρόνο να αυξάνονται οι καθαρές της υποχρεώσεις. Με αυτό το στοιχείο και όσα άλλα ο Θεοδοσίου αναφέρει (παράγρ. 90 - 109) η αναφορά του, όπως πληροφορείται από τον Roh, ότι η «Poligrafinvest» ήταν και είναι μια εταιρεία στα πρόθυρα της χρεοκοπίας με τις υποχρεώσεις της να υπερκαλύπτουν το ενεργητικό της, δεν είναι εξωπραγματική. Εν τούτοις, αναμφίβολα η «Poligrafinvest» είχε και έχει δυναμική. Αποκαλύπτεται πως έγιναν μελέτες για εκσυγχρονισμό του εργοστασίου της που θα έχει τεράστιο κόστος και περαιτέρω η «Gazin» διατείνεται ότι δαπανεί αρκετά χρήματα για την εξόφληση χρεών και τρεχόντων εξόδων της. Δεν θα αποφασιστεί στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης η πραγματική αξία της «Poligrafinvest», όμως, εφόσον αυτή είναι συνάρτηση του επιχειρήματος ότι οι επίδικες μετοχές πωλήθηκαν σε εξευτελιστική τιμή, ως παράμετρος κατάδειξης του δολίου σχεδίου τα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια και ως πτυχή της εξέτασης της ύπαρξης ή όχι των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου
  2. Ιδιαίτερα στοιχεία που φέρονται να έχουν υπογραφεί από το Βαφέα και τα οποία ο ίδιος αρχικά δεν αποκάλυψε και στη συνέχεια δεν επιχείρησε να εξηγήσει διαφορετικά. Ένα περαιτέρω στοιχείο είναι η αναφορά στη Συμφωνία Μετόχων (παράγρ. 7.4) ότι η Ενάγουσα συμφώνησε να παραχωρήσει στην «Poligrafinvest» δάνειο €3.000.
  3. Ο δανεισμός έγινε την 20.7.2009 (ΙΘ 32) και η Ενάγουσα έχει με επιστολή της απαιτήσει την εξόφληση του ποσού απειλώντας την «Poligrafinvest» με λήψη δικαστικών διαδικασιών στην περίπτωση μη αποπληρωμής (ΙΘ 33) και την 3.4.2013 ξεκίνησε διαιτητική διαδικασία εναντίον της στη Ρωσία (ΙΘ 39). Στην αίτηση που η Ενάγουσα καταχώρισε στο διαιτητικό δικαστήριο επικαλείται ότι η «Poligrafinvest» είχε από το Σεπτέμβριο του 2009 ζημιές και πως δεν ήταν σε θέση να πληρώσει την οφειλή της προς αυτήν. Δεν έχει καταδειχθεί πως η αξία της «Poligrafinvest» ήταν η συγκεκριμένη που η Ενάγουσα επικαλείται, ούτε καν πως ήταν τέτοια ώστε το γεγονός και μόνο της πώλησης των μετοχών της για 31.375 δολ. Αμερ. να οδηγούσε αφ΄ εαυτού και απαρέγκλιτα σε υπόθεση δόλου. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι η αξία του συνόλου των μετοχών της «Poligrafinvest» ανερχόταν σε περίπου 14 εκατ. δολ. Αμερ. παρέμεινε ατεκμηρίωτος, ενώ με τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν με τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν τις ενστάσεις η ατεκμηρίωτη θέση καταρρίπτεται. Αρκεί ίσως η παραπομπή στην παράγραφο 18 της Έκθεσης Απαίτησης για να εκτιμηθεί η σοβαρότητα του ισχυρισμού της Ενάγουσας. Επομένως το εξαιτούμενο Διάταγμα (Α) δεν μπορεί να εκδοθεί. Ούτε για οιοδήποτε άλλο ποσό το οποία αυθαίρετα πλέον θα καλείτο το Δικαστήριο να καθορίσει. Ούτε το υποβοηθητικό για το Διάταγμα (Α), Διάταγμα (Β) μπορεί να εκδοθεί. Τα ίδια ισχύουν αναφορικά με το εκδοθέν Διάταγμα (Ο). Το καταστατικό της «Desimanco» επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση Βαφέα. Δεν παραπέμπεται όμως το Δικαστήριο σε συγκεκριμένη πρόνοια που, κατά την Αιτήτρια, απαγόρευε την πώληση περιουσιακού της στοιχείου. Αντίθετα, στους σκοπούς της εταιρείας αναφέρεται στην παράγραφο 4 πως η εταιρεία μπορεί, μεταξύ άλλων, να πωλεί μετοχές που της ανήκουν. Το άρθρο 4.11 της Συμφωνίας Μετόχων προνοεί πως οι υπογραφές και των δύο διευθυντών της «Desimanco», που υποδείχθηκαν από τις μετόχους απαιτείται για την εκτέλεση οιασδήποτε συμφωνίας ή εγγράφου από την «Desimanco». Το πληρεξούσιο έγγραφο προς τον Shadiev δεν ήταν πληρεξούσιο του Βαφέα ώστε ο Shadiev να ενεργεί για λογαριασμό του. Ήταν πληρεξούσιο της «Desimanco» προς τον Shadiev και υπογράφηκε μόνο από το Βαφέα. Το άρθρο 4.12 αναφέρεται σε επιφυλαχθέντα ζητήματα για τα οποία αποφασίζει με ομοφωνία το διοικητικό συμβούλιο της «Desimanco». Τα επιφυλαχθέντα θέματα αναφέρονται στο Μέρος 2 του Παραρτήματος
  4. Ενδεχομένως οι πρόνοιες του άρθρου 4.11 να υπερκαλύπτουν αυτές του άρθρου 4.
  5. Εφόσον οι μέτοχοι ήταν δύο και διόριζαν από ένα διευθυντή η συμφωνία των δύο διευθυντών συνιστούσε ομοφωνία του διοικητικού συμβουλίου. Επομένως, εισηγείται η Ενάγουσα, για να συνάψει η «Desimanco» συμφωνία για την πώληση των επιδίκων μετοχών έπρεπε να υπογράψουν και οι δύο διευθυντές της ενώ και το πληρεξούσιο θα ήταν σύμφωνα με τη Συμφωνία Μετόχων μόνο εάν υπογράφετο κατ΄ αυτό τον τρόπο. Το άρθρο 4.13 προνοεί για ζητήματα που επιφυλάσσονται να αποφασίζονται από τους μετόχους είτε σε γενική συνέλευση είτε με προγενέστερη γραπτή συγκατάθεση. Τα θέματα μνημονεύονται στο Παράρτημα 3 Μέρος 2 και η παράγραφος (Κ) περιλαμβάνει την πώληση οιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου της «Desimanco». Το πληρεξούσιο έγγραφο που δόθηκε στον Shadiev τον εξουσιοδοτούσε να ενεργεί για τους σκοπούς της ή για ζητήματα που συνδέονται ή έχουν συνάφεια με την επιχείρηση και τις υποθέσεις (business and affairs) της «Desimanco» ακόμα και να πωλεί μετοχές. Η ερμηνεία του πληρεξουσίου θα γίνει από το Δικαστήριο κατά την ακρόαση της αγωγής. Για σκοπούς της υπό κρίση Αίτησης είναι αρκετό να ειπωθεί πως είναι ένα σοβαρό ζήτημα το κατά πόσο το πληρεξούσιο κάλυπτε την πώληση του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου της «Desimanco» και πως υπάρχει ορατή πιθανότητα η Ενάγουσα να επιτύχει, δηλαδή να διαφανεί πως η πώληση ήταν εκτός του πλαισίου του πληρεξουσίου. Το επιχείρημα που προβάλλεται πως η Ενάγουσα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι εξαπατήθηκε γιατί το πληρεξούσιο προς τον Shadiev υπόγραψε ο Βαφέας και ότι παρήλθαν τρία χρόνια (στην πραγματικότητα 21 μήνες) από τότε (28.12.2009) μέχρι την πώληση των επίδικων μετοχών προς την «Zimmerco» (30.9.2011) είναι ακατανόητο. Μπορεί ο Shadiev να ενεργούσε έντιμα και να υπηρετούσε σωστά και δίκαια τα συμφέροντα της «Desimanco», μέχρι που αποφάσισε να την καταδολιεύσει, όπως η Ενάγουσα του καταλογίζει. Εδώ έγκειται η ουσία της υπόθεσης της Ενάγουσας. Η καταλογιζόμενη στον Shadiev δολιότητα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της υπόθεσης. Εάν όχι ή ενήργησε με εντολές των μετόχων που γνώριζαν για την πώληση, δευτερευούσης σημασίας θα ήταν το κατά πόσο το πληρεξούσιο επέτρεπε την εκ μέρους του υπογραφή της συναλλαγής και κατά πόσο αυτό είχε υπογραφεί κατά παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων ή όχι. Αυτό έχει σημασία σε μια παράγωγη αγωγή. Εάν η Ενάγουσα γνώριζε για την πώληση και τώρα επικαλείται παρατυπίες του πληρεξουσίου για να αποφύγει την πώληση, δεν θα έχει την όποια βοήθεια του Δικαστηρίου, τουλάχιστο όπου αυτή θα ήταν προϊόν άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Ότι η «Zimmerco» συστάθηκε πολύ σύντομα πριν την απόκτηση των επίδικων μετοχών είναι στοιχείο που ενισχύει την υπόθεση της Ενάγουσας. Όχι καταλυτικά γιατί συμβαίνει επιχειρηματίες που αναλαμβάνουν μια νέα επιχειρηματική δραστηριότητα να συστήνουν καινούριες εταιρείες για να τις αναλαμβάνουν. Περαιτέρω στοιχείο που ενισχύει την υπόθεση της Ενάγουσας είναι το γεγονός πως η «Zimmerco» κράτησε τις μετοχές για μικρό χρονικό διάστημα, περίπου 9 μήνες, και στη συνέχεια τις αποξενώθηκε. Η σχέση των εμπλεκομένων στην πρώτη πώληση είναι δεδομένη. Μπορεί να ισχύει η αθώα εξήγηση που προσφέρει ο Παπαμιχαήλ μπορεί και όχι. Το δεδομένο μέσα στο σύνολο των περιστάσεων, τείνει να ενισχύσει την υπόθεση της Ενάγουσας. Όσον αφορά το κείμενο της συμφωνίας πώλησης των μετοχών από την «Desimanco» στη «Zimmerco» (ΑΒ 10), είναι γεγονός πως αντιπαραβάλλοντας το με τη συμφωνία αγοράς των μετοχών μεταξύ της Ενάγουσας και της «Vebeca» (ΑΒ 6) αναδεικνύεται το σημείο που θίγεται, όμως το συμπέρασμα δεν είναι ούτε ασφαλές ούτε καταλυτικό. Ενισχύεται όμως η θέση της Ενάγουσας από το γεγονός ότι δεν φαίνεται να προηγήθηκε η δέουσα έρευνα (due diligence). Από το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και την ισχύ που προσδίδουν ως σύνολο στην υπόθεση της Ενάγουσας, καταλήγω πως έχουν ικανοποιηθεί οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου
  6. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα να επιτύχει η Ενάγουσα και να διαφανεί ότι οι μεταβιβάσεις των μετοχών της «Poligrafinvest» από την «Desimanco» στη «Zimmerco» και από αυτή στην «Gazin», ήταν δόλιες. Την 1.10.2012 η Ενάγουσα ενήγαγε την «Gazin» και στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (Αρ. Αγ. 2012/100) (ΙΘ 13 και 14) και εξασφάλισε μονομερώς εναντίον της, την 2.10.2012, διατάγματα. Διατασσόταν η «Gazin» να μην καταχωρήσει οιαδήποτε αλλαγή στην ιδιοκτησία των επίδικων μετοχών, ουσιαστικά να μην τις αποξενωθεί. Περαιτέρω να μην αποξενωθεί περιουσιακά στοιχεία της οπουδήποτε στον κόσμο μέχρι 14 εκατ. δολ. Αμερ. και να παράσχει λεπτομέρειες αναφορικά με όλες τις συναλλαγές και δοσοληψίες και γραπτές ή προφορικές επικοινωνίες που σχετίζονταν άμεσα ή έμμεσα με τις μετοχές «Poligrafinvest» και την απόκτηση τους (ΙΘ 16). Αναφορικά με το διάταγμα ημερομηνίας 2.10.2012 εναντίον της, η «Gazin» προέβηκε σε αποκάλυψη την 19.10.2012 (ΙΘ 18) που το Δικαστήριο των Β.Π.Ν. αποφάσισε την 21.12.2012 πως συνιστούσε συμμόρφωση (ΙΘ 25). Αναφορικά με τις μετοχές, το διάταγμα κατέστηκε απόλυτο την 15.3.2013, ενώ το διάταγμα παγοποίησης ακυρώθηκε (ΙΘ 28). Όμως και το πρώτο έπαψε να ισχύει την 2.4.2013 γιατί η Ενάγουσα δεν κατάθεσε την εγγύηση που είχε διαταχθεί, με αποτέλεσμα σήμερα να μην υφίσταται στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους οιοδήποτε διάταγμα εναντίον της «Gazin». Σύμφωνα με τον πίνακα Β, παράγραφος
(7), η Ενάγουσα είχε αναλάβει δέσμευση προς το Δικαστήριο των Β.Π.Ν. ότι δεν θα επεδίωκε την εξασφάλιση οιουδήποτε διατάγματος παρόμοιας φύσης κατά των περιουσιακών στοιχείων της «Gazin» χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Περαιτέρω προνοείτο στην παράγραφο
(7)του διατάγματος ότι η Ενάγουσα θα είχε το δικαίωμα να κοινοποιήσει σε τρίτα μέρη εκτός της δικαιοδοσίας των Βρετανικών Παρθένων Νήσων την ύπαρξη του διατάγματος. Τα διατάγματα υπό παραγράφους (Ο) και (Π) εξασφαλίστηκαν στις 24.9.2012 και είχαν γνωστοποιηθεί στο Δικαστήριο των Β.Π.Ν.. Όμως τα εξαιτούμενα διατάγματα υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Ζ) εναντίον της «Gazin» εκδόθηκαν την 3.10.2012, δηλαδή την επομένη της έκδοσης των διαταγμάτων ημερομηνίας 2.10.2012 από το Δικαστήριο των Β.Π.Ν.. Το υπό παράγραφο (Α) αφορούσε στην παγοποίηση περιουσίας της «Gazin» μέχρι 14 εκατ. δολ. Αμερ. και είναι κατ΄ ουσία το ίδιο με το διάταγμα 4 του Δικαστηρίου των Β.Π.Ν. Το υπό παράγραφο (Β) αφορούσε στην αποκάλυψη των περιουσιακών στοιχείων της «Gazin» αξίας πέραν των €10.000 και ήταν υποβοηθητικό για τον έλεγχο του διατάγματος (Α). Το υπό παράγραφο (Ζ) αφορούσε στην αποκάλυψη του πραγματικού τελικού ιδιοκτήτη της «Gazin», των τραπεζικών λογαριασμών της και των εγγράφων που αφορούσαν στην αγορά των επίδικων μετοχών και καλυπτόταν κατά το τελευταίο μέρος από την παράγραφο 5 του διατάγματος του Δικαστηρίου των Β.Π.Ν. Οι διαδικασίες αυτές έλαβαν χώρα μετά την καταχώριση της υπό κρίση Αίτησης και την ένορκη δήλωση Βαφέα. Κατά πόσο ήταν γνωστό ότι επίκειντο δεν διαφαίνεται, γεγονός όμως παραμένει πως ποτέ στην συνέχεια δεν γνωστοποιήθηκε η ύπαρξη τους στο Δικαστήριο από την Ενάγουσα. Όφειλε η Ενάγουσα στις 3.10.2012 που εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου να ενημερώσει για τα διατάγματα που είχαν εκδοθεί την προηγούμενη μέρα και για τη δέσμευση που είχε αναλάβει. Πολύ περισσότερο εφόσον η «Gazin» δεν εκπροσωπείτο και ιδιαίτερα με αναφορά στο διάταγμα (Α) που καλυπτόταν από τη δέσμευση της. Τούτο συνιστά πρόσθετο λόγο γιατί το εξαιτούμενο Διάταγμα (Α) πρέπει να απορριφθεί γιατί, παρά το ότι σήμερα δεν ισχύει και το ανάλογο διάταγμα στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους έχει ακυρωθεί, γεγονός παραμένει πως είχε εξασφαλιστεί την 3.10.2012, στην απουσία της «Gazin», ενώ υφίστατο η δέσμευση της Ενάγουσας προς το Δικαστήριο των Β.Π.Ν. Στην αγγλική υπόθεση Speedier Logistics & Others v. Aardvark Digital & Another
(2012)EWHC 2776 (Comm) λέχθηκε ότι ο διάδικος που ζήτησε την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς όφελος του επί τη βάσει συγκεκριμένων γεγονότων, έχει συνεχή υποχρέωση ώστε όπου τα γεγονότα διαφοροποιούνται να επανέλθει στο Δικαστήριο και να το πληροφορήσει για τη νέα κατάσταση πραγμάτων. Πολύ περισσότερο όταν το Δικαστήριο πρόκειται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και η βάση των γεγονότων έχει ήδη διαφοροποιηθεί, όπως συνέβηκε στις 3.10.2012. Η Ενάγουσα είχε καταχωρίσει αγωγή και εναντίον των εγγεγραμμένων αντιπροσώπων της «Gazin», τους Arias, Fabrega & Fabrega Trust Co (B.V.I.) Ltd στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους την 28.8.2012 (Αρ. Αγωγής 2012/89) ζητώντας διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwhich Pharmacal για θέματα που αφορούσαν τη «Gazin» (ΙΘ 7). Την 30.8.2012 εκδόθηκε διάταγμα εναντίον της «Arias» με το οποίο διατασσόταν να αποκαλύψει στους δικηγόρους της Ενάγουσας πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με τους διευθυντές και μετόχους της «Gazin», των προσώπων που δίνουν οδηγίες αναφορικά με τη διαχείριση της «Gazin» και να παρουσιάσουν διάφορα έγγραφα που αφορούσαν τις οδηγίες για την εγγραφή της «Gazin» (ΙΘ 8). Η «Arias» προέβηκε σε αποκάλυψη την 3.9.2012 (ΙΘ 9) και καταχώρισε σχετικά έγγραφα στο Δικαστήριο των Β.Π.Ν. (ΙΘ 10), προέβηκε δε σε περαιτέρω αποκάλυψη την 26.9.2012 (ΙΘ 11). Παρουσίασε την 3.9.2012 τα πιο κάτω στοιχεία: - Μητρώο Διευθυντών της «Gazin». - Μητρώο Μετόχων της «Gazin». - Αντίγραφο διαβατηρίου του τελικού δικαιούχου των μετοχών ως επίσης το Μητρώο Διευθυντών και Μητρώο Μελών και για τις δύο μετόχους εταιρείες. - Σημειώνεται πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι υπήρχαν οιοιδήποτε προηγούμενοι τελικοί δικαιούχοι των μετοχών. - Επικοινωνίες μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που λήφθηκαν από το γραφείο που διατηρούν οι «Arias» στο Χόνγκ Κονγκ με τις οποίες ζητείτο η σύσταση της «Gazin» και άλλων εταιρειών. - Σημειώνεται πως δεν υπάρχει μαρτυρία ότι πληρεξούσιο έγγραφο έχει εκδοθεί για την εταιρεία. Λεπτομέρειες ότι ο δρ. Roh είχε δώσει οδηγίες για την εγγραφή και σύσταση της «Gazin» και τα δικά του στοιχεία επικοινωνίας. Αναφέρει ο Βαφέας (παράγρ. 112) πως ξεκίνησαν νομικές διαδικασίες στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους αλλά, σημειώνει, ένεκα διατάγματος του Δικαστηρίου, ότι αυτές είναι εμπιστευτικής φύσης δεν αποκαλύπτει τίποτε περισσότερο για να μην παρακούσει το διάταγμα. Το διάταγμα περιείχε στον Πίνακα Β ανάληψη υποχρέωσης από την Ενάγουσα που δεν περιλάμβανε οιαδήποτε δέσμευση να μην αποκαλύψει τη διαδικασία ή τα αποτελέσματά της. Σύμφωνα με τον όρο
(4)του διατάγματος η Ενάγουσα μπορούσε, χωρίς περαιτέρω διαταγή του Δικαστηρίου, να αποκαλύψει σε οποιαδήποτε διαδικασία τις πληροφορίες που θα ελάμβανε εάν αυτές συνέδεαν με οποιοδήποτε τρόπο την «Gazin» με τη «Vebeca», τον Shadiev, την «Desimanco», την «Zimmerco» ή πρόσωπα συνδεδεμένα με αυτούς. Οι πληροφορίες δεν κατέδειξαν τέτοια σύνδεση. Συνεπώς, η Ενάγουσα δεν μπορούσε να αποκαλύψει τις συγκεκριμένες πληροφορίες στο Δικαστήριο τούτο στις 19.9.2012 όταν καταχώρισε την Αίτηση, ούτε στις 24.9.2012 όταν της επιλήφθηκε το Δικαστήριο. Μπορούσε όμως να αποκαλύψει πως υπήρξε αποκάλυψη των πληροφοριών που αφορούσαν την «Gazin» που δεν ήταν υποβοηθητικές για την υπόθεσή της. Η πρόνοια στον όρο
(9)του Διατάγματος που εμπεριέχει γενική απαγόρευση αποκάλυψης ακόμα και του γεγονότος της διαδικασίας, αφορούσε, για ευνόητους λόγους, μόνο τους Καθ΄ ων η Αίτηση και όχι την Ενάγουσα. Ο τρόπος που ο Βαφέας παρουσίασε τα γεγονότα (παράγρ. 39, 40 και 58.5) ήταν ως εάν η Ενάγουσα να μην γνώριζε και σε καμιά περίπτωση ότι γνώριζε αλλά δεν μπορούσε να αποκαλύψει. Ακόμα, σύμφωνα με τη νομική γνώμη δικηγόρου από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους (ΙΘ 12), μετά τις 28.9.2012 η Ενάγουσα ήταν ελεύθερη να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη. Σε κάθε περίπτωση η Ενάγουσα θα μπορούσε να ζητήσει την άδεια του Δικαστηρίου των Β.Π.Ν. ώστε να ενημερώσει πλήρως το παρόν Δικαστήριο εξ υπαρχής. Στην Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 264-5 αναφέρθηκε ότι: «Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.» και στις σελίδες 266-7 πως: «Υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα. Ο Δικαστής κρίνει αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν δεν ήταν γνωστό στον αιτητή και δεν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό και αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης. Αυτά ενέχουν ουσιαστική βαρύτητα, αλλά δεν είναι και οι μόνοι αποφασιστικοί παράγοντες. Τελικά το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, παρ' όλη την απόδειξη ουσιαστικής μη αποκάλυψης που δικαιολογεί την άμεση ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε στη μονομερή αίτηση, να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος του ή να εκδώσει νέο διάταγμα με όρους.» Στην Χαραλάμπους ν. Petros Michael Excl. Ltd κ.α.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1953, 1956, αναφέρθηκε ότι: «Είναι μεγάλη η ευθύνη εκείνου που επιδιώκει θεραπεία χωρίς να ακούεται η άλλη πλευρά, να θέσει όλα τα δεδομένα με ύψιστη καλή πίστη και με πληρότητα. Το ενδεχόμενο να είναι δυνατό εκ των υστέρων η γενική εικόνα που δημιουργείται να είχε αντικριστεί διαφορετικά μετά από μια εξονυχιστική έρευνα, δεν είναι ικανοποιητική απάντηση όταν, όσα ως σύνολο μεταδίδονται, σαφώς οδηγούν στο σχηματισμό άλλης εικόνας.» Επομένως, όταν στις 19.9.2012 η Ενάγουσα απευθύνθηκε μονομερώς στο Δικαστήριο είχε ήδη στα χέρια της τις πιο πάνω πληροφορίες. Διάταγμα αποκάλυψης αναφορικά με την «Gazin» δεν εκδόθηκε μονομερώς, τούτο όμως ουδόλως μειώνει την ευθύνη της Ενάγουσας που το ζήτησε. Το γεγονός της απόκρυψης από το Δικαστήριο έχει περαιτέρω ουσιαστική προέκταση. Προσποιούμενη η Ενάγουσα άγνοια σε σχέση με τη σύσταση και τον τελικό δικαιούχο της «Gazin» παρουσίασε στο Δικαστήριο ως λογικές υποθέσεις ευνοϊκές για την απαίτηση της που ενδεχομένως επηρέασαν, αν δεν παραπλάνησαν, το Δικαστήριο στο να εκδώσει τα Διατάγματα υπό παραγράφους (Π) και (Ο). Όπου καταλήγω είναι ότι η Ενάγουσα έχοντας αποκτήσει μέσω δικαστικών διαδικασιών στο εξωτερικό πληροφόρηση για την «Gazin» που δεν ήταν εξυπηρετική για την υπόθεση που προωθεί, ουσιαστικά επέλεξε να μην την παρουσιάσει στο Δικαστήριο και το χειρότερο, έντεχνα να αφήσει να νοηθεί ότι η λογική και ειλικρινής προσδοκία ήταν πως με την αποκάλυψη των πληροφοριών για την «Gazin» θα διαφαίνετο η σύνδεση της με τον Shadiev, τη «Vebeca» ή τη «Zimmerco». Ο σκοπός βέβαια δεν μπορεί να ήταν η απόκτηση των ιδίων πληροφοριών στην Κύπρο αλλά εν αναμονή της παροχής τους να εξασφαλιστούν άλλα ουσιαστικότερα διατάγματα καταπιεστικά για την «Gazin» ώστε να εξυπηρετηθούν οι όποιοι εμπορικοί ή οικονομικοί στόχοι της Ενάγουσας. Η παράλειψη αποκάλυψης από την Ενάγουσα των πιο πάνω διαδικασιών και των αποτελεσμάτων τους είναι ασυγχώρητη. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν κάτω από αυτές τις περιστάσεις, δεν μπορούν να παραμείνουν σε ισχύ. Περαιτέρω, σκέψη για επανέκδοση, έστω του υπό παράγραφο (Π), θα έτεινε να επικροτήσει τη συμπεριφορά της Ενάγουσας ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως προειπώθηκε, η Αγωγή και η Αίτηση καταχωρίστηκαν την 19.9.2012. Σύμφωνα με το Βαφέα, η Ενάγουσα είχε πληροφορηθεί το γεγονός της πώλησης από την «Desimanco» στην «Zimmerco» περί τα τέλη Μαΐου του 2012. Ακολούθησαν έρευνες και διορίστηκαν δικηγόροι στη Νέα Υόρκη που απέστειλαν επιστολή στη «Vebeca». Για την περαιτέρω πώληση στην «Gazin» η Ενάγουσα πληροφορήθηκε περί τις 20.7.2012 οπόταν δόθηκαν οδηγίες σε δικηγόρους στις Βρετανικές Παρθένες Νήσους για να συλλεγούν πληροφορίες για την «Gazin». (Πρόκειται για την δικαστική διαδικασία εναντίον της «Arias» που αναφέρεται πιο κάτω.) Επικαλείται ο Βαφέας επιστολή της «Vebeca» ημερομηνίας 5.9.2012 (ΑΒ 19) για να προβάλει πως στη βάση της η Ενάγουσα συνειδητοποίησε ότι η αποξένωση των επίδικων μετοχών εντασσόταν σε ένα ευρύτερο σχέδιο απάτης το οποίο δεν μπορούσε να κατανοήσει πλήρως. Αναφέρεται ακόμα στην επίδοση σε αυτόν και στην «Desimanco» αγωγής της «Vebeca» στη βάση της θέσης ότι υπέγραψε το πληρεξούσιο προς τον Shadiev κατά παράβαση της Συμφωνίας Μετόχων. Τότε, διατείνεται, επιβεβαίωσε η Ενάγουσα ότι υπήρχε ένα γενικό σχέδιο απάτης εναντίον της και της «Desimanco» και προχώρησε στην καταχώριση της Αγωγής και της Αίτησης, σύντομα μετά. Διήλθα την επιστολή. Είναι ακατανόητη η θέση του Βαφέα πως μόνο τότε η Ενάγουσα είχε οριστική απάντηση ότι η «Vebeca» δεν συμμετείχε στην απάτη, ότι και αν αυτό μπορούσε να σημαίνει για την Ενάγουσα και την υπόθεση της. Στην Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 604, αποφασίστηκε ότι: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Όποιες περιστάσεις και αν προβλήθηκαν για να δικαιολογήσει η Ενάγουσα το γεγονός πως δεν αποτάθηκε ενωρίτερα στο Δικαστήριο, αυτές δεν συνδέονται κατ΄ ανάγκη με το ζήτημα του επείγοντος. Η «Gazin» αγόρασε τις επίδικες μετοχές στις 6.6.2012 και μέχρι τις 24.9.2012 που εκδόθηκε το διάταγμα μη αποξένωσης τους είχαν παρέλθει 3½ μήνες, ενώ από το Σεπτέμβριο του 2011, που κατά την Ενάγουσα άρχισε η εφαρμογή του δολίου σχεδίου, είχε παρέλθει ένας χρόνος. Δεν έχει καταδειχθεί πραγματική επείγουσα περίσταση που θα δικαιολογούσε ανάληψη της δικαιοδοσίας για έκδοση διαταγμάτων στην απουσία του αντιδίκου. Τα εξαιτούμενα διατάγματα υπό παράγρ. (Γ) - (Λ) είναι διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Αυτού του είδους τα διατάγματα πήραν το όνομα τους από την ομώνυμη θεμελιακή απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Commissioners & Custom Excise
(1973)2 All E.R. 943 όπου τέθηκαν οι βασικές αρχές που διέπουν την έκδοσή τους. Αναφέρθηκε από το Λόρδο Reid (σελ. 948) ότι: «. if through no fault of his own a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrongdoing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expenses the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration.» Η αρχή της Norwich Pharmacal διατυπώνεται στο σύγγραμμα Commercial Injunctions του S. Gee, 5η έκδ., 2004, σελ. 449 κάτω από τον τίτλο «An order for disclosure of names and addresses and other information»: «It applies whether or not the defendant is a wrongdoer provided that there is evidence that he has become "mixed up" in wrongdoing, or participated or became involved in it. In Norwich Pharmacal Co v. Customs & Excise, the particular information which was ordered to be disclosed was the names and addresses of the persons who were infringing the patent. As stated by Lord Reid in that case, the principle oblige the Customs and Excise Commissioners to give "full information and disclosing the identity of the wrongdoers" to the person who has been wronged. Whether an order is to be made is discretionary. But the jurisdiction to order disclosure is not limited to ordering identification of wrongdoers. Under the principle an order may be made for disclosure of information in which the claimant has a legitimate interest, provided that the contemplated disclosure does not offend against the "mere witness" rule, namely it is not for the purpose of obtaining pre-trial discovery of what a witness would say if called at the trial, whether as a voluntary witness or under a witness summons.» Στην Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch) [2005] 3 All E.R. 511 γίνεται αναφορά στην εξέλιξη του διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal και επιβεβαιώνονται επεξηγηματικά οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν ώστε να παρασχεθεί. Αναφέρεται πως με μεταγενέστερη νομολογία τα Δικαστήρια έχουν επεκτείνει την εφαρμογή της βασικής αρχής. Η δικαιοδοσία δεν περιορίζεται στις περιστάσεις όπου έχει διαπραχθεί ένα αστικό αδίκημα και είναι τώρα διαθέσιμη σε υποθέσεις που αφορούν συμβατικές παραβάσεις. Η δικαιοδοσία δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγούντα είναι άγνωστη. Θεραπεία μπορεί να διαταχθεί όπου η ταυτότητα του αδικοπραγούντα είναι γνωστή, αλλά ο απαιτητής ζητεί αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών έτσι ώστε να δυνηθεί να εγείρει την αξίωση του ή όπου ο απαιτητής αναζητεί κομμάτια που λείπουν από την εικόνα της υπόθεσης. Περαιτέρω το τρίτο πρόσωπο από το οποίο ζητούνται οι πληροφορίες, δεν είναι ανάγκη να είναι αθώο τρίτο μέρος. Μπορεί να είναι και ο ίδιος αδικοπραγείς. Αναφέρεται με επιδοκιμασία η αναφορά του Lord Woolf C.J. στην Asworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] 4 All E.R. 193, [2002] 1 WLR 2033 στην 2049, ότι νέες περιπτώσεις αναπόφευκτα πρόκειται να εγερθούν όπου θα είναι κατάλληλο η δικαιοδοσία έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal να ασκηθεί και όπου η δικαιοδοσία δεν έχει προηγουμένως επεκταθεί. Οι περιορισμοί που εφαρμόζονταν στα πρώτα στάδια εφαρμογής αυτής της δικαιοδοσίας δεν πρέπει να επιτραπεί να εξασθενήσουν τη χρήση της τώρα που έχει καταστεί μια ώριμη και πολύτιμη θεραπεία. Στην Aoot Kalmneft v. Denton Wild Sapte [2002] 1 Lloyd's Rep. 417 αναφέρθηκε πως η αρχή της Norwich Pharmacal δεν περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας αγνώστου αδικοπραγούντα αλλά επεκτείνεται σε πληροφορίες που αποκαλύπτουν ότι αυτός έχει διαπράξει το αδίκημα. Τα αποσπάσματα που ακολουθούν καταδεικνύουν την προσέγγιση που θα πρέπει να έχουν τα Δικαστήρια: «. The information held by [the respondent] may not conclusively reveal an alternative defendant to [one of the alleged wrongdoers] nor conclusively disclose who received any part of the prepayment moneys, but I am satisfied that there is a sufficient prospect that the information they hold will assist [the applicant] in its search for wrongdoers and the funds paid away . to justify making the orders sought. .................................. The potential advantages to [the applicant] of seeing this part of the jigsaw and the potential disadvantages of it being denied a sight of that part outweigh, in my view, any detriment to [the respondent].» Καταλήγει η Mitsui πως (σε μετάφραση): «Οι τρεις προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται ώστε το δικαστήριο να ασκήσει την εξουσία του να εκδώσει διαταγή Norwich Pharmacal είναι: (i) πρέπει να λάβει χώραν ή κατ΄ ισχυρισμό να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (ii) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος, και (iii) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει (α) να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (β) να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος.» Είναι ευρέως νομολογημένο ότι τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αποτελούν μια δραστική και εξαιρετική θεραπεία που ασκείται μόνο όταν κρίνεται ότι το μέτρο είναι αναγκαίο για τη δίκαιη έκβαση (βλ. TBP (Cyprus) Ltd v. Εμπορικής Μελετών Σχεδιασμού και Επιχειρηματικού Κεφαλαίου Ανώνυμης Εταιρείας
(2001)1 Α.Α.Δ. 253). Η φύση και η δραστικότητα τέτοιων διαταγμάτων επιβάλλει στο Δικαστήριο μια πιο αυστηρή προσέγγιση για να καταλήξει αν θα εγκρίνει το αίτημα ή όχι. Για τους Εναγόμενους 7 - 11 αναφέρεται πως υποβοήθησαν τους Εναγόμενους 2 - 6, ίσως και χωρίς πρόθεση εξαπάτησης. Εφόσον δεν τους καταλογίζεται θετικά τέτοια πρόθεση και μπορεί αθώα να παρείχαν βοήθεια στους Εναγόμενους 2 - 6, εφόσον κανένα καθήκον επιμέλειας δεν είχαν έναντι της «Desimanco» δεν μπορεί να είναι υπόλογοι απέναντι της. Είναι συνεπώς αθώα τρίτα μέρη που όμως γνωρίζουν τον τελικό δικαιούχο της «Zimmerco» και κατέχουν τα συναφή έγγραφα. Αυτές τις πληροφορίες κατέχουν και οι Εναγόμενοι 3 και 4, διευθυντές της «Zimmerco». Μπορεί η εμπλοκή των τελευταίων να είναι όπως εξήγησε ο Παπαμιχαήλ, δεν μπορούν όμως να αποποιηθούν των ευθυνών τους ως διευθυντές της «Zimmerco». Συνεπώς οι Εναγόμενοι 3 και 4 δεν είναι αθώα τρίτα μέρη. Το κύριο ερώτημα είναι ποιος ήταν ο πελάτης που έδωσε τις οδηγίες για την ίδρυση της «Zimmerco» και για ποιον οι «Plinfoserco» και η «Spiftco» κρατούν τις μετοχές της «Zimmerco» και κατά πόσο σχετίζεται με τον τελικό δικαιούχο της «Vebeca» είτε αυτός είναι ο Shadiev είτε άλλος. Τα περαιτέρω στοιχεία που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αυτά που αφορούν στις δύο αγοραπωλησίες των μετοχών με τη «Zimmerco» στο επίκεντρο, σε πρώτο χρόνο να αγοράζει τις μετοχές από την «Desimanco» και σε δεύτερο χρόνο να τις πωλεί στην «Gazin». Τα στοιχεία αυτά θα πρέπει να αποκαλυφθούν από τη «Zimmerco» και τους διευθυντές της, Εναγόμενους 2, 3 και
  1. Οι πληροφορίες που μπορούν να αποκαλυφθούν από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4, που σύμφωνα με την υπόθεση της Ενάγουσας δεν είναι αθώα μέρη, δεν θα πρέπει να διαταχθεί να αποκαλυφθούν από άλλα μέρη που μπορεί να είναι αθώα. Κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν εναντίον των Εναγομένων 2, 3 και 4 Διάταγμα ως η παράγραφος (Γ) της Αίτησης και ως η παράγραφος (Δ) της αίτησης με εξαίρεση την αναφορά στην Εναγόμενη 6 στην υποπαράγραφο (α) αυτής. Τα εξαιτούμενα Διατάγματα υπό παραγράφους (Η), (Θ) και (Ι) τα οποία απευθύνονται σε αθώα μέρη για τις ίδιες πληροφορίες που καλύπτουν οι παράγραφοι (Γ) και (Δ), απορρίπτονται. Εναντίον των Εναγομένων 7 - 11 εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος (Κ) υποπαραγράφοι (γ) - (στ). Η «Vebeca» κατέχει το άλλο ήμισυ των μετοχών της «Desimanco» και έχει υποδείξει τον Παπαμιχαήλ στο διοικητικό της συμβούλιο. Το γεγονός πως η αγωγή είναι και παράγωγη υποδηλώνει πως η άλλη μέτοχος, δηλαδή η «Vebeca», δεν ήταν διατεθειμένη να συμπράξει με την Ενάγουσα ώστε η ίδια η «Desimanco» να καταχωρίσει αγωγή για την προώθηση των συμφερόντων της. Το στοιχείο του ελέγχου από τους αδικοπραγούντες που αποτρέπει την εταιρεία να εγείρει αγωγή στο δικό της όνομα, είναι προϋπόθεση για έγερση παράγωγης αγωγής. Το διοικητικό συμβούλιο της «Desimanco» αποτελείται από τον Βαφέα και τον Παπαμιχαήλ. Ο Shadiev δεν είναι μέλος του διοικητικού συμβουλίου ώστε να ήταν σε θέση να αποτρέψει τη «Desimanco» από του να καταχωρίσει αγωγή. Είναι πρόδηλο πως το κώλυμα έγκειται στον Παπαμιχαήλ και κατά προέκταση σε αυτούς που του δίνουν οδηγίες. Από την πώληση των μετοχών από την «Desimanco» στην «Zimmerco», η «Vebeca» υπέστηκε την ίδια αντανακλώμενη ζημιά όπως και η Ενάγουσα, εκτός κι αν ήταν μέρος του δόλιου σχεδιασμού και αποκόμισε μεγαλύτερο όφελος από την πίσω πόρτα. Όπως η Ενάγουσα παρουσιάζει την υπόθεση της, το φυσικό πρόσωπο που ενήργησε ήταν ο Shadiev τον οποίο συνδέει με τη «Vebeca» κατονομάζοντας τον ως τον τελικό της δικαιούχο. Υπό αυτές τις συνθήκες ο Shadiev δεν νοείτο να υπογράψει την πώληση προς την «Zimmerco» βλάπτοντας τη «Vebeca». Συνεπώς πρέπει να είναι και η «Vebeca» στο ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο. Αναφορικά με τη «Vebeca» οι πληροφορίες πρέπει να κατέχονται από την Εναγόμενη 9 εταιρεία παροχής υπηρεσιών συμβούλων «Asoted» και τους διευθυντές της, Εναγόμενους 4, 10 και
  2. Στο εξαιτούμενο Διάταγμα υπό παράγραφο (Λ) δεν γίνεται αναφορά στην Εναγόμενη 4 οπόταν το Διάταγμα υπό παράγραφο (Λ) εκδίδεται εναντίον των Εναγομένων 9, 10 και
  3. Δεν έχει καταδειχθεί πως οι Εναγόμενοι 2 - 4 και 7 - 11, κατέχουν οιαδήποτε από τις ζητούμενες πληροφορίες αναφορικά με την «Gazin». Η απλή αναφορά του Παπαμιχαήλ πως δεν γνωρίζει οποιαδήποτε σχέση μεταξύ της «Vebeca» και της «Gazin» και του ιδιοκτήτη της, δεν οδηγεί στο ότι αυτοί διαθέτουν πληροφορίες στην απουσία κάποιας σύνδεσης της «Gazin» με τις επαγγελματικές υπηρεσίες που αυτοί προσφέρουν. Συνεπώς το διάταγμα υπό παράγραφο (Κ)(α) και (β) δεν μπορεί να εκδοθεί. Ούτε το υπό παράγραφο (Δ)(α) στην έκταση, όπως προειπώθηκε, που αφορά την «Gazin». Ούτε και το διάταγμα υπό παράγραφο (Ζ) που αφορά την «Gazin» και στρέφεται εναντίον της ιδίας είμαι διατεθειμένος να εκδώσω, αφού δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ειλικρινά επιζητήθηκε για τη δίκαιη προώθηση της αγωγής. Τα πλείστα στοιχεία που ζητούνται είναι ήδη γνωστά στην Ενάγουσα. Εάν η Ενάγουσα ήταν της θέσης πως οι δοθείσες πληροφορίες ήταν ελλιπείς ή ότι περιείχαν ανακρίβειες ή ψεύδη, όφειλε να εξηγήσει πλήρως τις περιστάσεις, να εκθέσει τεκμηριωμένες τις θέσεις της και να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλα τα σχετικά στοιχεία για να κρίνει το ζήτημα. Ό,τι δεν γνωρίζει η Ενάγουσα είναι στοιχεία αναφορικά με τους τραπεζικούς λογαριασμούς της «Gazin» (παράγρ. Ζ(β)). Έχοντας υπόψη τα στοιχεία που αφορούν την «Gazin» και που αποκαλύφθηκαν με τις ενστάσεις και άπτονται της ισχύος της υπόθεσης της Ενάγουσας εναντίον της, κρίνω πως δεν είναι ορθό και δίκαιο να εξαναγκάσω την «Gazin» να αποκαλύψει τους τραπεζικούς της λογαριασμούς. Εάν στο μέλλον προκύψουν στοιχεία διασύνδεσης της «Gazin» ενδεχομένως να μπορεί να επανεξεταστεί αίτημα για αποκάλυψη των τραπεζικών της δεδομένων. Έχοντας υπόψη τη φύση των διαταγμάτων αποκάλυψης και τους σκοπούς που εξυπηρετούν, η απουσία του Εναγόμενου 5 από τη διαδικασία της Αίτησης, μετά την απόρριψη της εναντίον του και το γεγονός πως η «Vebeca» δεν είναι Εναγόμενη, δεν συνιστά εμπόδιο στην έκδοση των αναγκαίων διαταγμάτων έστω και αν ζητείται η αποκάλυψη στοιχείων που αφορούν την τελευταία. Ως εκ των ανωτέρω: - Τα εξαιτούμενα Διατάγματα (Α) , (Β), (Ζ), (Η), (Θ) και (Ι) απορρίπτονται. - Εκδίδονται Διατάγματα ως οι παράγραφοι (Γ), (Δ) με εξαίρεση την αναφορά στην Εναγόμενη 6 στην υποπαράγραφο (α) αυτής, (Κ) υποπαράγραφοι (γ) μέχρι (στ) και (Λ) της Αίτησης. - Τα εκδοθέντα Διατάγματα (Ο) και (Π) ακυρώνονται και παύουν να ισχύουν. Οι ένορκες δηλώσεις αποκάλυψης να καταχωριστούν εντός 10 ημερών από την επίδοση του Διατάγματος στον κάθε διάδικο που αφορά και αντίγραφα να παραδοθούν στους δικηγόρους της Ενάγουσας. Η Ενάγουσα θα δικαιούται να χρησιμοποιήσει τις πληροφορίες που θα αποκαλυφθούν μόνο για σκοπούς της παρούσας αγωγής, ενώ δεν θα δικαιούται να αποκαλύψει αυτές σε τρίτα πρόσωπα εκτός του πλαισίου προώθησης της παρούσας αγωγής, εκτός κι αν εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια του Δικαστηρίου. Επιδικάζονται έξοδα της Αίτησης υπέρ της Εναγόμενης 6 και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενοι 7 - 11, θεωρούμενοι ως αθώα μέρη, ήταν σωστοί στο να αναζητήσουν δικαστική απόφαση προτού αποκαλύψουν οτιδήποτε στην Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, δικαιούνται στα έξοδα τους. Κατά συνέπεια επιδικάζονται έξοδα της Αίτησης υπέρ των Εναγομένων 7 - 11 και εναντίον της Ενάγουσας όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω θα δικαιούνται στα έξοδα προετοιμασίας, καταχώρισης και παράδοσης των ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης που διατάχθηκαν να καταχωρίσουν και παραδώσουν (βλ. Norwich Pharmacal, σελ. 449 h). Οι Εναγόμενοι 7 - 11 θα δικαιούνται σε ένα σετ εξόδων, παρά το γεγονός πως μερικοί εκπροσωπούνταν από ένα δικηγορικό γραφείο και άλλοι από άλλο. Και τούτο, αφού καταχώρισαν κοινή Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης και κοινή γραπτή αγόρευση. Οι Εναγόμενοι 2 - 4 είχαν καταχωρίσει κοινή Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με τους Εναγόμενους 7 - 11 και οι δικηγόροι τους καταχώρισαν κοινή γραπτή αγόρευση. Κρίνω πως είναι ορθό και δίκαιο να μην προβώ σε οιαδήποτε περαιτέρω διαταγή εξόδων αναφορικά με αυτούς. (Υπ.) ................ Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για προσωρινό διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.