← Κύπρος

Χρύση Σάββα ν. Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, Αριθμός αγωγής: 6059/2005, 14/11/2013

Χρύση Σάββα ν. Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, Αριθμός αγωγής: 6059/2005, 14/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A355 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε. Δ. Αριθμός αγωγής: 6059/2005 Μεταξύ: Χρύση Σάββα, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και Αναστασίας (Τασούλλας) Σολωμού Βοσκού, από τη Λεμεσό Εναγόμενης ......... Αίτηση ημερομηνίας 26.6.2013 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.11.2013 EMΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για εναγόμενη-αιτήτρια: κα Αδρατζιώτη Για ενάγοντα-καθ' ου η αίτηση: κα Θεοδοσίου (για ν' ακούσει απόφαση κ. Μακρίδης) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγοντας, με την αγωγή του αξιώνει εναντίον της εναγόμενης το ποσό των £21.300,00, το οποίο, σύμφωνα με το παρακλητικό της έκθεσης απαίτησης αντιπροσωπεύει τη συμφωνημένη και/ή εύλογη και/ή συνήθη αμοιβή του με βάση το σχετικό νόμο και τους κανονισμούς, για την εργασία και τις υπηρεσίες που πρόσφερε ως αρχιτέκτονας προς την εναγόμενη, βάσει συμφωνίας και/ή εντολής και/ή οδηγιών και/ή βάσει του νόμου. Η αγωγή καταχωρήθηκε στις 17.11.2005 και επιδόθηκε στην εναγόμενη, η οποία, στις 19.12.2005 καταχώρησε εμφάνιση και στις 30.12.2005, αίτηση, με την οποία, μεταξύ άλλων ζητούσε αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία. Το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία αποδέχθηκε την αίτηση και στις 28.3.2006 εξέδωσε διάταγμα « ..αναστολής κάθε διαδικασίας (stay of proceedings) στην παρούσα αγωγή, δυνάμει του άρθρου 8 του Κεφ.4». H υπόθεση οδηγήθηκε σε διαιτησία και στις 5.12.2007 εκδόθηκε σχετική διαιτητική απόφαση, η οποία, ωστόσο, στις 13.10.2008, εξ συμφώνου παραμερίστηκε και/ή ακυρώθηκε από το Δικαστήριο. Μετά από νέα αίτηση της εναγόμενης, ημερομηνίας 11.3.2009, συναινούντος και του ενάγοντα, στις 5.5.2009, το Δικαστήριο εξέδωσε νέο διάταγμα αναστολής της διαδικασίας και παραπομπής της υπόθεσης σε διαιτησία, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ.

  1. Η νέα διαιτητική απόφαση εκδόθηκε στις 13.10.2011 και το Δικαστήριο ενημέρωσε τους δικηγόρους των διαδίκων γι' αυτή, στις 23.11.
  2. Στις 9.12.2011, η εναγόμενη καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε διάταγμα αναστολής έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου, μέχρι την αναθεώρηση της παραπάνω διαιτητικής απόφασης καθώς και διάταγμα που να διατάσσει την αναπομπή της εν λόγω απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή και περιέχονται στην απόφασή του, τα οποία αναφέρονται στην υποστηρικτική του σχετικού αιτήματος, ένορκη δήλωση. . Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης, στις 13.3.2012 εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα, στην απουσία του ενάγοντα. Ο τελευταίος αντέδρασε και στις 28.3.2012 καταχώρησε αίτηση, με την οποία ζητούσε ακύρωση και/ή παραμερισμό της παραπάνω απόφασης, ημερομηνίας 13.3.
  3. Υπήρξε ένσταση στην αίτηση από την εναγόμενη, ωστόσο, το Δικαστήριο, μετά από ακροαματική διαδικασία, με την αιτιολογημένη απόφασή του, ημερομηνίας 19.6.2012 παραμέρισε το διάταγμα ημερομηνίας 13.3.2012 και έδωσε χρόνο στον ενάγοντα να καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση, ημερομηνίας 9.12.
  4. Η σχετική ένσταση καταχωρήθηκε, ακολούθησε ακρόαση της αίτησης, η οποία απορρίφθηκε από το Δικαστήριο στις 27.8.
  5. Η εναγόμενη καταχώρησε έφεση κατά της εν λόγω απόφασης, η οποία ακόμη να εκδικαστεί. Επισημαίνεται ότι στις 17.9.2012, η υπόθεση τέθηκε ενώπιόν μου για πρώτη φορά. Δύο μέρες μετά και συγκεκριμένα στις 19.9.2012, η εναγόμενη καταχώρησε νέα αίτηση, με την οποία ζητούσε: «Διάταγμα του Δικαστηρίου αναστέλλουν την διαδικασία της αγωγής μέχρι εκδικάσεως της εφέσεως εναντίον της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/08/2012.» Υπήρξε ένσταση στην αίτηση, η οποία, μετά από ακροαματική διαδικασία, επίσης απορρίφθηκε, με την έκδοση της αιτιολογημένης απόφασής μου, ημερομηνίας 3.4.
  6. Η εναγόμενη, στις 26.6.2013 καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση, με τη οποία ζητά: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου για αναστολή εκδόσεως της αποφάσεως του Δικαστηρίου μέχρι την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 13/10/2011 υπό του Διαιτητού. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της απόφασης του διαιτητή κυρίου Άντη Σφήκα ημερομηνίας 13/10/
  7. Γ. Οιανδήποτε άλλη θεραπεία ήθελε υπό τις περιστάσεις κρίνει δίκαιο το Δικαστήριο. Δ. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης.» Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 20 και 26 του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.49 και Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 4 και τέλος, στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του συζύγου της εναγόμενης, Σόλωνα Βοσκού. Ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, η οποία εδράζεται στους ακόλουθους λόγους: «
  8. Η αίτηση είναι παράτυπη ή/και αντικανονική ή/και παράνομη ή/και καταχρηστική ή/και άκρως απαράδεκτη.
  9. Τα επίδικα στοιχεία θέματα έχουν καταστεί δεδικασμένα ή/και έχουν εκδικαστεί ή/και αποφασιστεί τελεσίδικα με την ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ημερ. 27/8/
  10. Η παρούσα διαδικασία είναι η τρίτη διαδικασία που καταχωρεί η Αιτήτρια εναντίον της απόφασης του διαιτητή ημερ. 13.10.
  11. Η Αιτήτρια εμποδίζεται από το να εγείρει την παρούσα διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου λόγω πολλαπλότητας, ή/και η παρούσα διαδικασία υπόκειται σε απόρριψη λόγω πολλαπλότητας των διαδικασιών που ακολουθεί η Αιτήτρια. Η ενδιάμεση απόφαση του δικαστηρίου ημερ. 27/8/2012 έχει εφεσιβληθεί από την Αιτήτρια.
  12. Η αίτηση στερείται οποιασδήποτε πραγματικής ή/και νομικής βάσης ή/και είναι ελλειπής ή/και λανθασμένη.
  13. Ο ενόρκως δηλών δεν νομιμοποιείται στην υπογραφή της Ένορκης Δήλωσης επί της αίτησης ή/και δεν γνωρίζει τα γεγονότα ή/και δεν είναι εξουσιοδοτημένος να προβεί σε αυτή.
  14. Η αίτηση δεν αποκαλύπτει οποιοδήποτε γεγονός που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  15. Η Αιτήτρια δεν δικαιούται ή/και κωλύεται ή/και εμποδίζεται να προωθεί την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ή/και δεν έρχεται ενώπιον του Δικαστηρίου καλόπιστα ή/και με καθαρά χέρια.
  16. Δεν ικανοποιούνται ή/και δεν πληρούνται εκ του νόμου ή/και εκ της νομολογίας προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
  17. Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη.
  18. Η αίτηση στερείται οποιασδήποτε ή/και επαρκούς αιτιολογίας.
  19. Η διαιτητική απόφαση είναι απόλυτα αιτιολογημένη και εμπεριστατωμένη και δεν δικαιολογείται η αναπομπή της.
  20. Το Σεβαστό Δικαστήριο στερείται εξουσίας στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων». Η ένσταση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο, Κεφ.4, στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο 101/87, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.49, Δ.48 Θ.Θ.1 μέχρι 5, Δ.57 και Δ.64, στη νομολογία και τέλος, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση εμφαίνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του ενάγοντα. Η ακρόαση της αίτησης διεξάχθηκε στη βάση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων. Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενό τους και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Ο ενάγοντας, με τον πρώτο λόγο ένστασης, μεταξύ άλλων ισχυρίζεται ότι η αίτηση είναι καταχρηστική, ενώ με τον 3ο λόγο ένστασης υποβάλλει και ότι η εναγόμενη εμποδίζεται να εγείρει την παρούσα διαδικασία, η οποία υπόκειται σε απόρριψη, λόγω πολλαπλότητας των διαδικασιών. Όπως επισημαίνεται στην υπόθεση Loukos Trading Co. Ltd κ.ά. ν. Ρέινποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο. Λτδ

(2000)1(Β) Α.Α.Δ.1014: «΄Εχει νομολογηθεί ότι τα δικαστήρια έχουν εξουσία να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεως της δικαστικής διαδικασίας. Έχει, επίσης, νομολογηθεί ότι η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές και ότι ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παρεμπόδιση της (βλ. Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, ΄Ελληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ. 2)
(1993)1 Α.Α.Δ. 248, Διευθυντής Φυλακών ν. Περρέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, Re Beogradska D.D., Πολιτική ΄Εφεση 9495/6.9.1996 και Βασιλείου ν. Μακρίδη, Ποινική ΄Εφεση 6804/24.2.2000). Στην Περρέλλα, πιο πάνω, σελ. 222, υποδείχθηκε ότι "η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας, που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυση του"». Παραπέμπω ακόμη και στην υπόθεση Γεωργιάδης (Αρ. 3)
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1455, όπου, με αναφορά στην Περρέλλα (ανωτέρω) υποδεικνύεται ότι η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Βλέπε και την Κοζάκη ν. Κοζάκη
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1710, καθώς και την εντελώς πρόσφατη απόφαση, στην υπόθεση Σαρρής κ.ά. ν. C. & R. Undersea Adventures Co Ltd κ.ά
(2010)1(Γ) Α.Α.Δ. 1722, σύμφωνα με την οποία: «Η επιδίωξη όμοιων σκοπών με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων ελέγχεται από το δικαστήριο, όπως και η πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου.» Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Ακολουθεί το σκεπτικό: Η εναγόμενη, με την αίτησή της, ημερομηνίας 9.12.2011 επιδίωξε την αναστολή έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο, μέχρι την αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 13.10.2011, «υπό του Διαιτητού.» Περαιτέρω ζητούσε διάταγμα που να διατάσσει την αναπομπή της επίδικης διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 13.10.2011, για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που έγιναν από το διαιτητή. Η αίτηση, καθώς ήδη έχει αναφερθεί απορρίφθηκε στις 27.8.2012 μετά από ακροαματική διαδικασία επειδή, το Δικαστήριο - που με διαφορετική σύνθεση της είχε επιληφθεί - έκρινε ότι εκείνο που επιδίωκε η εναγόμενη με την αίτηση, ήταν τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης και όχι την αναπομπή της για διόρθωση συγκεκριμένου λάθους. Η εναγόμενη διαφώνησε με την παραπάνω κατάληξη του Δικαστηρίου, εξ ου και εφεσίβαλε τη σχετική απόφαση. Όπως προκύπτει από την ειδοποίηση έφεσης που καταχώρησε στις 10.9.2012 (τεκμήριο 4 στην ένσταση του ενάγοντα στη παρούσα διαδικασία) αποτελεί θέση της, ότι στην υποστηριχτική τής υπό αναφορά αίτησης, ένορκη δήλωση, περιγράφονται με κάθε λεπτομέρεια και σε έκταση τα λάθη, οι αντιφάσεις και τα αυθαίρετα συμπεράσματα του διαιτητή, επομένως, το περί αντιθέτου συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι λανθασμένο και αυθαίρετο. Με την υπό κρίση αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στις 26.6.2013, η εναγόμενη επιδιώκει και πάλι την αναστολή έκδοσης απόφασης από το Δικαστήριο, ωστόσο, αυτή τη φορά, μέχρι την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 13.10.2011, «υπό του Διαιτητού.» Περεταίρω ζητά και διάταγμα που να διατάσσει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της εν λόγω διαιτητικής απόφασης. Απλή αντιπαραβολή του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν και τις δύο αιτήσεις της εναγόμενης (ημερομηνίας 9.12.2011 και παρούσα) αποκαλύπτει ότι, όλοι οι λόγοι για τους οποίους αυτή επιδίωξε ανεπιτυχώς την αναπομπή της επίδικης διαιτητικής απόφασης για διόρθωση λαθών, στηρίζουν και την υπό κρίση αίτησή της, με την οποία επιδιώκει τον παραμερισμό και/ακύρωση της ίδιας απόφασης. Απόδειξη τούτου, το γεγονός ότι, αυτούσιο το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την αίτηση αναπομπής αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Χωρίς να μου διαφεύγει ότι στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται και διάφοροι άλλοι λόγοι, τίθενται τα ακόλουθα ερωτήματα: Δεδομένου ότι η εναγόμενη επιδιώκει σήμερα τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης, κατά βάση, για τους ίδιους λόγους που με την αίτησή της, ημερομηνίας 9.12.2011 επιδίωξε την αναπομπή της, για διόρθωση λαθών, γιατί δεν επιδίωξε εξ υπαρχής το πρώτο, παρά μόνο το κάνει ενάμιση χρόνο μετά; Ουδεμία απάντηση δίδεται εκ μέρους της. Και επειδή μπορεί να λεχθεί ότι με την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται και διάφοροι άλλοι λόγοι για σκοπούς στοιχειοθέτησης και απόδειξής της, πότε προέκυψαν τα κατ' ισχυρισμό του ενόρκως δηλούντα για την εναγόμενη γεγονότα που συνθέτουν τους συγκεκριμένους λόγους ακύρωσης και/ή παραμερισμού της απόφασης, για να διαφανεί κατά πόσο αυτά μπορούσαν να προβληθούν ενωρίτερα και συγκεκριμένα, κατά το χρόνο που καταχωρήθηκε η αίτηση αναπομπής της επίδικης διαιτητικής απόφασης; Εκτός του ότι, ούτε και σ' αυτό το ερώτημα υπάρχει απάντηση, με απλή ανάγνωση του περιεχομένου των παραγράφων 7 μέχρι 9 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, μου φαίνεται πως όλα όσα επιπλέον επικαλείται ο σύζυγος της εναγόμενης προς υποστήριξη της αίτησης, ήταν γνωστά τόσο στον ίδιο όσο και στην εναγόμενη και κατά το χρόνο που η τελευταία καταχωρούσε την αίτηση αναπομπής της διαιτητικής απόφασης. Ακολούθως, εάν το συμπέρασμα του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε της αίτησης αναπομπής της επίδικης διαιτητικής απόφασης και στις 27.8.2012 την απέρριψε, ότι τα γεγονότα που προβλήθηκαν στη σχετική - υποστηριχτική ένορκη δήλωση, δε στήριζαν το αίτημα της εναγόμενης για αναπομπή της διαιτητικής απόφασης για διόρθωση λάθους του διαιτητή, αλλά, αίτημα παραμερισμού της απόφασης είναι λανθασμένο και αυθαίρετο, όπως αναφέρεται στην ειδοποίηση έφεσης που καταχώρησε η εναγόμενη κατά της απορριπτικής του αιτήματός της απόφασης, πώς γίνεται στη βάση των ίδιων, ουσιαστικά, γεγονότων, με την υπό κρίση αίτηση, να επιδιώκει τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της διαιτητικής απόφασης; Επί του προκειμένου, ότι η στάση της εναγόμενης αποτελεί και αντινομία, συν τοις άλλοις είναι ολοφάνερο. Δεδομένου ότι καταχώρησε έφεση κατά της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της, βάσει της οποίας ζητούσε την αναπομπή της διαιτητικής απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών, επειδή θεωρεί λανθασμένο και αυθαίρετο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο τα γεγονότα που επικαλέστηκε στοιχειοθετούσαν λόγω παραμερισμού και όχι αναπομπής της διαιτητικής απόφασης, δεν μπορεί να εμμένει στην έφεσή της και την ίδια ώρα, βασικά, σε συμφωνία με το Δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, να επικαλείται τα ίδια γεγονότα, που με την έφεσή της εξακολουθεί να θεωρεί ότι στοιχειοθετούν λόγους αναπομπής της απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών που περιέχονται σ' αυτή και στη βάση τους, να ζητά τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της διαιτητικής απόφασης. Επειδή, ο ευπαίδευτος δικηγόρος της, με τη γραπτή αγόρευσή του ισχυρίζεται ότι δεν τίθεται θέμα πολλαπλότητας των διαδικασιών μα ούτε και κατάχρησης διαδικασίας, ένεκα του γεγονότος ότι αυτή καταχώρησε την παρούσα αίτηση, την αίτηση αναπομπής της διαιτητικής απόφασης, ημερομηνίας 9.12.2011 καθώς και την αίτηση ημερομηνίας 19.9.2012, με την οποία ζητούσε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής μέχρι την εκδίκαση της έφεσης, κατά της απόφασης ημερομηνίας 27.8.2012, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της, ημερομηνίας 9.12.2011 και τούτο γιατί, όπως αναφέρει, το αιτητικό κάθε μιας από τις εν λόγω αιτήσεις είναι διαφορετικό, η απάντησή μου είναι η εξής: το αιτητικό μπορεί να μην είναι και δεν είναι το ίδιο, αλλά, ό,τι ενδιαφέρει δεν είναι αυτό καθαυτό το αιτητικό, αλλά, τι πραγματικά επιδιώκεται με το σχετικό, κατά περίπτωση διάβημα ή μέσο που χρησιμοποιείται. Σημασία δηλαδή έχει ο σκοπός ή στόχος που επιδιώκεται κάθε φορά. Και στην προκειμένη περίπτωση, η εναγόμενη, τόσο με την αίτηση αναπομπής της διαιτητικής απόφασης όσο και με την υπό κρίση αίτηση, βασικά επιδιώκει το ίδιο ακριβώς πράγμα. Συγκεκριμένα, την ανατροπή των εννόμων συνεπειών και αποτελεσμάτων που ενέχει η διαιτητική απόφαση στα συμφέροντα τόσο της ίδιας όσο και του ενάγοντα, προς όφελος του οποίου είναι το αποτέλεσμα της διαιτητικής απόφασης. Για να το πω και διαφορετικά, εάν η αίτηση ημερομηνίας 9.12.2011, με την οποία η εναγόμενη ζητούσε την αναπομπή της επίδικης διαιτητικής απόφασης για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών γινόταν αποδεκτή, το αποτέλεσμα, θα ήταν ότι ο ενάγοντας δε θα είχε δικαίωμα να διεκδικήσει εναντίον της εναγόμενης, οποιοδήποτε από τα δύο ποσά επιδικάστηκαν υπέρ του με την επίδικη διαιτητική απόφαση. Ακριβώς το ίδιο θα συμβεί και στην περίπτωση που επιτύχει η υπό κρίση αίτηση. Απλή ανάγνωση του περιεχομένου των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν τις δυο αιτήσεις (παρούσα και αίτηση ημερομηνίας 9.12.2011) αποδεικνύει ότι η εναγόμενη, με την παρούσα αίτηση ζητά τον παραμερισμό και/ή ακύρωση της επίδικης διαιτητικής απόφασης, ενώ με την αίτηση ημερομηνίας 9.12.2011 ζητούσε την αναπομπή της για αναθεώρηση και διόρθωση λαθών, επικαλούμενη ως βασικό λόγο και στις δύο περιπτώσεις, ότι η απόφαση του διαιτητή σε σχέση και με τα δύο ποσά που επιδίκασε υπέρ του ενάγοντα είναι αυθαίρετη. Επομένως, κατά λογική προέκταση της θέσης της, ο ενάγοντας δε δικαιούται τα εν λόγω ποσά. Έπεται ότι και οι δύο λόγοι ένστασης στην αίτηση είναι βάσιμοι. Είναι γεγονός, ότι, η εναγόμενη, που με την έφεσή της επιδιώκει ανατροπή της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για αναπομπή της επίδικης διαιτητικής απόφασης, εκκρεμούσης της έφεσης, την οποία διατηρεί μέχρι σήμερα, καταχώρησε και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία ουσιαστικά αποβλέπει στην επίτευξη του ίδιου στόχου, που για να επαναλάβω είναι η ανατροπή των εννόμων συνεπειών και αποτελεσμάτων της επίδικης διαιτητικής απόφασης επί των συμφερόντων τόσο της ίδιας όσο και του ενάγοντα, δεν μπορεί να προωθεί παράλληλα και τις δύο διαδικασίες, ιδιαίτερα, αν ληφθεί υπόψη, ότι, για λόγους που έχουν αναφερθεί, θα μπορούσε να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, καθ' ον χρόνο καταχωρούσε την αίτηση αναπομπής της διαιτητικής απόφασης, κάτι που εντελώς ανεξήγητα δεν έχει κάνει. Το γεγονός δε, ότι, μέχρι και τη μέρα της ακρόασης της παρούσας αίτησης, δεν εξέφρασε πρόθεση να αποσύρει την έφεσή της, αποκαλύπτει την επιμονή της να προωθεί παράλληλα ένδικα μέσα για επίτευξη του ίδιου σκοπού, γεγονός απαράδεκτο, αφού συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και πολλαπλότητα των διαδικασιών επίτευξης του ίδιου στόχου. Και επειδή, για λόγους που επίσης έχουν αναφερθεί έκρινα ότι η παράλληλη προώθηση εκ μέρους της, τόσο της έφεσης όσο και της παρούσας αίτησης αποτελεί αντινομία, εξ αυτού, αναδεικνύεται και ο πλέον βασικός λόγος για τον οποίο θεωρώ καταχρηστική την παρούσα αίτηση. Η εναγόμενη, εάν πίστευε και/ή πιστεύει στ' αλήθεια ότι η απόφαση ημερομηνίας 27.8.2012 είναι εσφαλμένη, θα έπρεπε να επιλέξει να προωθήσει μέχρι τέλους την έφεση που καταχώρησε κατά της εν λόγω απόφασης και να μην καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση, ενέργεια που υποδηλώνει ότι θεωρεί ορθή την εκκαλούμενη απόφαση. Διερωτώμαι πώς μπορώ να ερμηνεύσω διαφορετικά το γεγονός, ότι, ενώ με την έφεσή της θεωρεί αυθαίρετο και λανθασμένο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση, σύμφωνα με το οποίο, με τη μαρτυρία που προσκόμισε η ίδια προς υποστήριξη της σχετικής αίτησης, δεν είναι την αναπομπή της διαιτητικής απόφασης που ζητούσε για διόρθωση λάθους που υπάρχει σ' αυτή, αλλά τον παραμερισμό της απόφασης, εκκρεμούσης της έφεσης καταχώρησε και την υπό κρίση αίτηση, με την οποία στη βάση της ίδιας μαρτυρίας και επικαλούμενη τους ίδιους λόγους, ζητά τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης. Αυτή η, τουλάχιστον, αβεβαιότητα της εναγόμενης, ως προς το κατά πόσο πάσχει ή όχι η επίδικη διαιτητική απόφαση, για την οποία η θέση της είναι επαμφοτερίζουσα, μου δίδει το δικαίωμα να συμπεράνω ότι αυτό, ολίγον έως καθόλου την ενδιαφέρει. Εκείνο που σίγουρα την ενδιαφέρει και προέχει για εκείνη είναι η αποτροπή πάση θυσία των εννόμων συνεπειών και αποτελεσμάτων που ενέχει η απόφαση επί των συμφερόντων της, δεδομένου ότι αυτή είναι εναντίον της και υπέρ του ενάγοντα. Με τη λογική αυτή, πρώτα καταχώρησε την αίτηση ημερομηνίας 9.12.2011, ακολούθως έφεση κατά της απόφασης με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση αυτή, έπειτα, την αίτηση ημερομηνίας 19.9.2012, με την οποία επιδίωξε την αναστολή της διαδικασίας της αγωγής, σε σχέση με την οποία εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση, μέχρι την εκδίκαση της παραπάνω έφεσης και όταν και αυτή η αίτηση απορρίφθηκε καταχώρησε την υπό κρίση. Μολονότι δεν είναι σε θέση να γνωρίζει ποια θα είναι η τύχη της έφεσης, κάτι που ίσχυε μέχρι σήμερα και για την υπό κρίση αίτηση αποτελεί γεγονός, ότι με τις διάφορες διαδικασίες που χρησιμοποιεί, τεχνηέντως, κατορθώνει μέχρι και τη στιγμή αυτή να στερεί από τον ενάγοντα τη δυνατότητα να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του, δύο και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης και οκτώ ολόκληρα χρόνια μετά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Δεδομένης της παραπάνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς της εναγόμενης και της παρελκυστικής τακτικής που ακολουθεί όλη αυτή την περίοδο που μεσολάβησε από την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης στις 13.10.2011 μέχρι σήμερα, στο ερώτημα τι ακολουθεί φρονώ ότι η επιλογή μου αποτελεί μονόδρομο. Στα πλαίσια άσκησης της σύμφυτης δικαιοδοσίας μου, η οποία αποβλέπει στην αποτροπή υπονόμευσης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, όπως και το εφετείο στην Loukos Trading Co. Ltd κ.ά. (ανωτέρω) θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί τέλος στην παρούσα διαδικασία με διάταγμα απόρριψης της αίτησης. Στην κατάληξη μου αυτή προβαίνω και για τον επιπλέον λόγο, ότι, σύμφωνα με την Loukos και πάλι: «.θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και ο παράγοντας προστασίας της άλλης πλευράς από ταλαιπωρία που προκύπτει από συμπεριφορά του αντιδίκου η οποία συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας.» Σ' αυτά τα πλαίσια παραθέτω αυτούσιο το απόσπασμα που ακολουθεί από την παράγραφο 10 της ένορκης δήλωσης του ενάγοντα: «Η Αιτήτρια με έχει φέρει σε πολύ δυσμενή οικονομικό σημείο με τις συνεχείς και καταχρηστικές διαδικασίες που ακολουθεί αφού είμαι υποχρεωμένος να επωμίζομαι τα δικηγορικά έξοδα της διαδικασίας μέχρι τέλους κάθε φορά.» Το μόνο που θέλω να προσθέσω σ' αυτά είναι να επαναλάβω ότι ο ενάγοντας, οκτώ χρόνια μετά που καταχώρησε την αγωγή του εναντίον της εναγόμενης και δύο και πλέον χρόνια μετά την έκδοση της επίδικης διαιτητικής απόφασης, εξαιτίας της απαράδεκτης συμπεριφοράς της εναγόμενης αδυνατεί να δρέψει τους καρπούς της επιτυχίας του. Μολονότι η τύχη της αίτησης έχει κριθεί, προστίθενται και τα εξής, συναφώς με μερικούς από τους υπόλοιπους λόγους ένστασης στην αίτηση. Ειδικότερα: Δεδομένου η απόφαση ημερομηνίας 27.8.2012 είναι ενδιάμεση, ο 2ος λόγος ένστασης, με τον οποίο τίθεται θέμα δεδικασμένου από τον ενάγοντα είναι αβάσιμος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα του Τάκη Ηλιάδη «Το Δίκαιο Της Απόδειξης (Μια πρακτική προσέγγιση)», σελ. 94, η εφαρμογή του κανόνα του δεδικασμένου προϋποθέτει την ύπαρξη τεσσάρων βασικών στοιχείων. Σύμφωνα με το πρώτο, η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη «..σε αντίθεση με ενδιάμεση απόφαση που δεν επιτρέπει την εφαρμογή του κανόνα». Οι 4ος, 5ος και 9ος λόγοι ένστασης δεν έχουν προωθηθεί, οπότε θεωρώ πως έχουν εγκαταλειφθεί. Απ' εκεί και πέρα, δεν προτίθεμαι να υπεισέλθω σε οτιδήποτε αναφέρεται εκ μέρους, είτε του ενάγοντα είτε της εναγόμενης, το οποίο παραπέμπει στην ουσία της επίδικης διαιτητικής απόφασης. Έχοντας υπόψη ότι, για λόγους που εκτίθενται σε άλλο σημείο (ανωτέρω) έκρινα ότι τα γεγονότα καθώς και οι λόγοι που επικαλείται η εναγόμενη για σκοπούς στοιχειοθέτησης της υπό κρίση αίτησης, κατά βάση είναι αυτά που επικαλέστηκε για σκοπούς στοιχειοθέτησης και της αίτησής της, ημερομηνίας 9.12.2011, δεδομένου ότι η σχετική απόφαση, ημερομηνίας 27.8.2012 έχει εφεσιβληθεί, με το να προβώ σ' οποιοδήποτε περαιτέρω σχόλιο ή αναφορά συναφώς με αυτά και πολύ περισσότερο, αξιολογώντας τα, να πάρω θέση επί της ουσίας της επίδικης διαιτητικής απόφασης είναι ως εάν να λειτουργούσα σαν εφετείο, έναντι του Δικαστηρίου, που έστω με διαφορετική σύνθεση εξέδωσε την απόφαση στην παραπάνω αίτηση. Ταυτόχρονα - και αυτό είναι το χειρότερο που θα έκανα - θα υποκαθιστούσα το εφετείο που έχει την αποκλειστική δικαιοδοσία να εκδικάσει την έφεση της εναγόμενης, κατά της απόφασης, ημερομηνίας 27.8.2012. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον της εναγόμενης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Interim Αναφορά: Πολιτική - αίτηση παραμερισμού και/ή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.