Διονύση Αργύρη ν. HAWAII HOTELS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 4497/2009, 13/11/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A354 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4497/2009 Μεταξύ: Διονύση Αργύρη, από τη Λεμεσό Ενάγοντα και HAWAII HOTELS LIMITED, από τη Λεμεσό Εναγόμενων ........... ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 13.11.2013 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για ενάγοντα: κ. Ν. Πιριλίδης (για ν' ακούσει απόφαση κ. Παρταουρίδης) Για εναγόμενους: κ. Φ. Τσαγγαρίδης (για ν' ακούσει απόφαση κα Σαββίδου) Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγόμενων είναι για το ποσό των €19.000,00, που αποτελεί το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης ενός αυτοκινήτου που ο πρώτος πώλησε και παρέδωσε στους δεύτερους, καθώς και για το ποσό των €537,00, που αποτελεί τα τέλη κυκλοφορίας του εν λόγω οχήματος, τα οποία κατέβαλε ο ενάγοντας εκ μέρους και για λογαριασμό των εναγόμενων, με τη ρητή υπόσχεσή τους ότι θα του τα πληρώσουν ταυτόχρονα με την καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης του οχήματος. Τα ουσιαστικά γεγονότα που συνθέτουν τις παραπάνω αξιώσεις του ενάγοντα, σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του είναι τα ακόλουθα: Δυνάμει προφορικής συμφωνίας που έγινε κατά ή περί την 5η 7.2009 στη Λεμεσό, ο ενάγοντας πώλησε στους εναγόμενους το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής ΗΥΥ 083, έναντι του ποσού των €50.000,
- Οι εναγόμενοι, έναντι του ποσού αυτού κατέβαλαν στον ενάγοντα με δύο επιταγές - για το ποσό των €25.000,00 η πρώτη και για το ποσό των €6.000,00 η δεύτερη - το ποσό των €31.000,00 και ανέλαβαν να ξοφλήσουν το υπόλοιπο ποσό αργότερα, εντός ευλόγου χρόνου. Δεδομένης της παραπάνω υποχρέωσης που ανέλαβαν οι εναγόμενοι, ο ενάγοντας μερίμνησε να μεταβιβασθεί το όχημα επ' ονόματί τους, καταβάλλοντας εκ μέρους και για λογαριασμό τους και τα τέλη κυκλοφορίας του οχήματος €537,00, με τη ρητή υπόσχεσή τους να του τα πληρώσουν, ταυτόχρονα με την καταβολή του υπόλοιπου του τιμήματος πώλησης. Οι εναγόμενοι, κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας παρέλειψαν να καταβάλουν στον ενάγοντα τα παραπάνω ποσά. Αντ' αυτού, προς εξόφληση δήθεν του υπόλοιπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του οχήματος, του απέστειλαν δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, για το συνολικό ποσό των €19.817,00, εν γνώσει τους ότι στερούνταν αντικρίσματος, τις οποίες τους επέστρεψε. Μολονότι τους κάλεσε επανειλημμένα να του ξοφλήσουν το συνολικό ποσό των €19.537,00 - που συνθέτει και τις δύο αξιώσεις του - αυτοί αρνούνται και/ή αμελούν και/ή παραλείπουν να συμμορφωθούν. Οι αντίστοιχες θέσεις και ισχυρισμοί των εναγόμενων, σύμφωνα με την τροποποιημένη υπεράσπισή τους, στις παραπάνω θέσεις και ισχυρισμούς του ενάγοντα είναι οι εξής: Παραδέχονται τη σύναψη της επίδικης συμφωνίας, ωστόσο ισχυρίζονται ότι αυτή έγινε στις 3.7.2009 - και όχι στις 5.7.2009 - και εκτελέστηκε στις 6.9.
- Η συμφωνία ήταν προφορική και διαλάμβανε τα εξής: Θα αγόραζαν το αυτοκίνητο για το ποσό των €50.000,00, το οποίο θα πληρωνόταν με δύο επιταγές τους, για τα ποσά των €25.000,00 και €6.000,00 αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένου και του service του οχήματος, ενώ για το υπόλοιπο του τιμήματος αγοράς του οχήματος και προς εξόφλησή του, θα επέστρεφαν και θα παρέδιδαν στον ενάγοντα, δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, για το συνολικό ποσό των €19.817,00, οπότε και θα τους μεταβίβαζε αμέσως το όχημα. Ο ενάγοντας είναι ένας εκ των διευθυντών και μετόχων της εν λόγω εταιρείας. Σε εκτέλεση της συμφωνίας, στις 3.7.2009 παρέδωσαν στον ενάγοντα τις δύο επιταγές τους, ως ανωτέρω, περιλαμβανομένης και της εγγραφής και του service του οχήματος και του επέστρεψαν τις δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited. Ο τελευταίος παρέλαβε τις επιταγές προς πλήρη ικανοποίησή του και σε εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, στις 6.7.2009 μεταβίβασε το επίδικο όχημα επ' ονόματί τους. Μετά από παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος, ο ενάγοντας επισκέφθηκε τα γραφεία τους και άφησε τις δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, ζητώντάς τους να του δώσουν σε μετρητά το προϊόν τους. Με την επιστολή τους ημερομηνίας 3.9.2009, τον πληροφόρησαν και του υπενθύμισαν το περιεχόμενο της μεταξύ τους επίδικης συμφωνίας, του επισήμαναν ότι η παραπάνω πράξη του αποτελεί υπαναχώρηση από τα συμφωνηθέντα και ότι δεν αποδέχονται αλλαγή ή τροποποίηση των όρων της συμφωνίας. Τέλος, τον κάλεσαν να παραλάβει τις επιταγές και να εφαρμόσει τους όρους της μεταξύ τους συμφωνίας. Με αντιπαραβολή των εκατέρωθεν δικογραφημένων ισχυρισμών, το βασικό επίδικο θέμα που καλούμαι να επιλύσω είναι το εξής: τι διαλάμβανε η επίδικη συμφωνία, αναφορικά με το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος, ύψους €19.000,00, που αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, ότι στον ουσιώδη χρόνο ο ενάγοντας πώλησε και παρέδωσε στους εναγόμενους; Ότι οι εναγόμενοι θα το κατέβαλλαν εντός ευλόγου χρόνου αργότερα, όπως είναι η θέση του ενάγοντα ή όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, γι' αυτό, θα επέστρεφαν και παρέδιδαν στον ενάγοντα τις δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, για το συνολικό ποσό των €19.817,00; Κατά την ακρόαση, ο ενάγοντας Διονύσης Αργύρη, ήταν και ο μόνος που κατάθεσε για την υπόθεσή του, ενώ για την υπόθεση των εναγόμενων, μαρτυρία έδωσαν οι Χάρης Θεοχάρους, Μελίνα Παλμύρη και Μαρία Ανδρέου (Μ.Υ.1 μέχρι 3 αντίστοιχα). Δεν προτίθεμαι να επαναλάβω το περιεχόμενο της προσαχθείσας μαρτυρίας και το ίδιο ισχύει και για το περιεχόμενο των εκατέρωθεν γραπτών αγορεύσεων. Στη συνέχεια και στο βαθμό που κριθεί αναγκαίο, θα διαφανεί, με αναφορά στο περιεχόμενο, τόσο της μαρτυρίας όσο και των αγορεύσεων, ποιες από τις θέσεις κάθε πλευράς αποδέχομαι και ποιες απορρίπτω. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τόσο τον ενάγοντα όσο και τους τρεις μάρτυρες των εναγόμενων, ενώ κατάθεταν ενόρκως ενώπιόν μου. Αισθάνομαι ότι είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη συμπεριφορά, αντιδράσεις, αναφορές και ισχυρισμούς τους, λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο γνώσης τους αναφορικά με τα διαδραματισθέντα στον ουσιώδη χρόνο καθώς και την ύπαρξη τυχόν προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του ενάγοντα είναι αρνητική. Μεταξύ άλλων υπέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, κάθε άλλο παρά σταθερός ήταν στις θέσεις του, αναφορικά με ουσιαστικά γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, ενώ, μερικοί από τους ισχυρισμούς του παρέμειναν έωλοι, είτε ακόμη στερούνται λογικής και πειστικότητας, είτε τέλος καταρρίπτονται από το περιεχόμενο της έγγραφης ή άλλης αξιόπιστης μαρτυρίας. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα από τη μαρτυρία του ενάγοντα, που αιτιολογούν επαρκώς, πιστεύω, τις παραπάνω διαπιστώσεις μου, τα οποία, την ίδια ώρα αναδεικνύουν και διάφορους άλλους λόγους για τους οποίους δεν το θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα. Ειδικότερα: Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι στον ουσιώδη χρόνο και συγκεκριμένα τον Ιούλιο του 2009 ήταν μέτοχος και διευθυντής της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, χωρίς ωστόσο να έχει δικαίωμα υπογραφής επί των επιταγών της εν λόγω εταιρείας. Ερωτηθείς ακολούθως πώς ήταν τότε η κατάσταση της εταιρείας, «Δεν γνωρίζω δεν ασχολούμουν με την εταιρεία. Εγώ είχα φύγει από το 2007, μου είχαν αποσύρει την υπογραφή από τότε. Είχα αποχωρήσει και έκανα καινούργια εταιρεία δική μου» ήταν η απάντησή του. Ευθύς αμέσως, απαντώντας σε άλλη ερώτηση ισχυρίστηκε ότι παραμένει ακόμη μέτοχος της εν λόγω εταιρείας. Το μέγεθος των αντιφάσεων είναι ολοφάνερο, δεδομένου ότι, ο ενάγοντας, που καθ' ομολογία του εξακολουθεί μέχρι σήμερα να είναι μέτοχος της υπό αναφορά εταιρείας, δεν μπορεί την ίδια ώρα να ισχυρίζεται ότι είχε φύγει ή αποχωρήσει από αυτή, από το
- Υπάρχει όμως και συνέχεια. Το να ισχυρίζεται ο ενάγοντας, από τη μια, ότι δε γνωρίζει πως ήταν η κατάσταση της εταιρείας στον ουσιώδη χρόνο και από την άλλη, προκειμένου να με πείσει ότι οι εναγόμενοι του απέστειλαν τις δύο επίδικες επιταγές της εν λόγω εταιρείας, εν γνώσει τους από τον Ιούλιο, ότι αυτές στερούντο αντικρίσματος, επειδή η εταιρεία είχε πάει σε διαδικασία εκκαθάρισης, αποτελεί ακόμη πιο κραυγαλέα αντίφαση και όχι μόνο. Καταρχήν, αν ληφθεί υπόψη ότι οι εν λόγω επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) είναι ημερομηνίας 30.6.2009, το θεωρώ, όχι απλώς παράλογο, αλλά και ανόητο για τους εναγόμενους, να δέχονταν να τις παραλάβουν από την εταιρεία που τις εξέδωσε, εν γνώσει τους ότι, όταν τις παραλάμβαναν, στερούνταν αντικρίσματος. Σ' αυτό ακριβώς το συμπέρασμα οδηγεί ο παραπάνω ισχυρισμός του ενάγοντα, δεδομένου ότι, εάν η εταιρεία D. Leos Tourist Services Limited που εξέδωσε και παρέδωσε τις δύο επιταγές στους εναγόμενους στις 30.6.2009, τον Ιούλιο του ίδιου έτους βρισκόταν σε διαδικασία εκκαθάρισης, προφανώς, θα τελούσε κάτω από το ίδιο καθεστώς και τον Ιούνιο που εξέδωσε και παρέδωσε στους εναγόμενους τις επιταγές. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, δε νομίζω ότι οι εναγόμενοι θα δέχονταν να τις παραλάβουν, για σκοπούς διευθέτησης των όποιων συναλλαγών είχαν με την εταιρεία που τις εξέδωσε και τους τις παρέδωσε. Ωστόσο διερωτώμαι και για το εξής: ο ενάγοντας που καταλογίζει στους εναγόμενους, ότι τον Ιούλιο του 2009 γνώριζαν ότι οι επίδικες επιταγές στερούνταν αντικρίσματος, για το λόγο που ανάφερε ο ίδιος και συγκεκριμένα επειδή η εταιρεία που τις εξέδωσε βρισκόταν σε διαδικασία εκκαθάρισης, γιατί όταν κλήθηκε από τον ευπαίδευτο δικηγόρο των εναγόμενων να πει πώς ήταν η κατάσταση της εταιρείας κατά τον ίδιο χρόνο, δηλαδή τον Ιούλιο του 2009, ισχυρίστηκε πως δε γνωρίζει επειδή είχε φύγει από αυτή; πώς είναι δυνατό να γνωρίζει ότι γνώριζαν οι εναγόμενοι, ό, τι δε γνώριζε ο ίδιος για την υπό αναφορά εταιρεία, όντας μέτοχος και διευθυντής της στον ουσιώδη χρόνο, κατά μία εκδοχή και μέτοχός της μέχρι σήμερα κατ' άλλη; εν πάση περιπτώσει, για να καταλήξω, δεν έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές στερούνταν οποτεδήποτε αντικρίσματος. Εκείνο που έχει αποδειχθεί είναι ότι, κατόπιν οδηγιών της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, ημερομηνίας 31.7.2009 ανακλήθηκε η πληρωμή και των δύο επιταγών. Ισχυρίζεται ο ενάγοντας στη γραπτή δήλωσή του (τεκμήριο 1) το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε για σκοπούς κυρίως εξέτασης, ως μέρος της, ότι η επίδικη συμφωνία πώλησης του οχήματός του έγινε στις 5.7.2009, περαιτέρω, ότι οι εναγόμενοι, έναντι του ποσού των €50.000,00, που αποτελεί το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του οχήματος, του πλήρωσαν το συνολικό ποσό των €31.000,00, με δύο επιταγές, ύψους €25.000,00 και €6.000,00 αντίστοιχα και τέλος, ότι, με δεδομένη την αναληφθείσα υποχρέωσή τους να ξοφλήσουν το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης «εντός ευλόγου χρόνου μεταταύτα», την επομένη, 6.7.2009 μερίμνησε να μεταβιβαστεί επ' ονόματί τους το όχημα. Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η μεταβίβαση έγινε την επομένη της συμφωνίας, επειδή παρέδωσε αμέσως το αυτοκίνητο και δεν ήθελε να έχει οποιαδήποτε ευθύνη που το οδηγούσε άλλος. Ερωτηθείς πότε παρέλαβε τις δύο επιταγές που εισέπραξε, δε θυμάμαι αλλά καμιά δεκαριά μέρες μετά την παράδοση του αυτοκινήτου η μια, μάλλον αυτή των €25.000,00 και η άλλη άργησε περισσότερο να τη δώσει, μετά από ένα μήνα τις €6.000,00, ήταν περίπου η απάντησή του. Όταν του υποβλήθηκε ότι ψεύδεται ως προς το χρόνο που του έδωσαν τις εν λόγω επιταγές και ότι του τις έδωσαν πριν τη μεταβίβαση του αυτοκινήτου, ουσιαστικά δε δέχθηκε την υποβολή. «Αυτό μπορεί να αποδειχθεί στις επιταγές που μου έχουν δοθεί» απάντησε. Όντως αποδεικνύεται από τις επιταγές. Η μία (τεκμήριο 12) για το ποσό των €25.000,00 είναι ημερομηνίας 3.7.
- Φέρει δηλαδή την ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμφωνίας, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων και όπως ανάφερε η Μ.Υ.2 χωρίς να έχει αμφισβητηθεί εξαργυρώθηκε αυθημερόν και η άλλη (τεκμήριο 13), για το ποσό των €6.000,00, ημερομηνίας 13.8.2009 έγινε κατάθεση ως μετρητά σε λογαριασμό τρίτου, στις 17.8.
- Το πόσο «σταθερός» ήταν στις διάφορες θέσεις και ισχυρισμούς του ο ενάγοντας είναι ολοφάνερο. Ούτε και μου διαφεύγει τέλος, ότι, ο δικηγόρος του υπόβαλε στο διευθυντή των εναγόμενων (Μ.Υ.1) ότι οι εν λόγω επιταγές (τεκμήρια Α και Β προς αναγνώριση, όπως ήταν τότε) δόθηκαν στον ενάγοντα στις 6.7.2009 που έγινε η μεταβίβαση του επίδικου οχήματος, θέση που εκτός του ότι αποτελεί αντίφαση σε σχέση με ό, τι ανάφερε ο ενάγοντας, επίσης δεν ευσταθεί, δεδομένου ότι δέχομαι και επί του προκειμένου την εκδοχή των εναγόμενων, σύμφωνα με την οποία παρέδωσαν στον ενάγοντα και τις δύο επιταγές τους - οι οποίες τιμήθηκαν από την τράπεζα - στις 3.7.
- Δηλαδή, προτού ο ενάγοντας τους μεταβιβάσει το επίδικο όχημα. Η προσπάθεια του ενάγοντα να αποστασιοποιηθεί από την εταιρεία D. Leos Tourist Services Limited, η οποία στις 30.6.2009 εξέδωσε επ' ονόματι των εναγόμενων και τους παρέδωσε τις δύο επιταγές (τεκμήρια 12 και 13), την πληρωμή των οποίων ανακάλεσε κατόπιν σχετικών οδηγιών της προς την τράπεζα στις 31.7.2009 είναι κατανοητή, πλην όμως υπήρξε ανεπιτυχής. Ισχυριζόμενος ο ενάγοντας πως δε γνωρίζει ποια ήταν η κατάσταση της εν λόγω εταιρείας τον Ιούλιο του 2009, επειδή δήθεν είχε φύγει, ξεχνώντας ότι προηγουμένως ισχυρίστηκε πως ήταν μέτοχος και διευθυντής της τότε και μέτοχός της μέχρι σήμερα, όπως ισχυρίστηκε λίγο αργότερα, προσπάθησε να με πείσει ότι δεν είχε λόγο να επιστρέψει τις επίδικες επιταγές στους εναγόμενους και να τους ζητήσει να του καταβάλουν σε μετρητά το προϊόν τους, σε αντίθεση με τους τελευταίους, στους οποίους καταλογίζει ότι, επειδή γνώριζαν ότι ήταν ακάλυπτες οι επιταγές, του τις επέστρεψαν, δήθεν για πληρωμή του υπόλοιπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματός. Σ' αυτά τα πλαίσια εντάσσεται και η τεράστια σημασία που αποδίδει στο γεγονός, ότι, όπως ισχυρίστηκε - και προκύπτει από το περιεχόμενο του τεκμηρίου 14 -, από τις 24.1.2007 κανένα δικαίωμα υπογραφής είχε για οποιεσδήποτε συναλλαγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, με την εκδότρια των επίδικων επιταγών τράπεζα. Φυσικά, ο ενάγοντας παραβλέπει ότι, το γεγονός ότι από την ημερομηνία αυτή, δεν είχε το συγκεκριμένο δικαίωμα, δεν αναιρεί το βασικό, που είναι ότι εξακολουθούσε έκτοτε μέχρι σήμερα να έχει συμφέρον στην υπό αναφορά εταιρεία, ως μέτοχός της που ήταν και είναι ακόμη. Η αλήθεια λοιπόν για ό' τι μας αφορά είναι πολύ απλή και εντελώς διαφορετική απ' ό,τι την παρουσιάζει ο ενάγοντας. Ο τελευταίος, αφού εισέπραξε το προϊόν των δύο επιταγών των εναγόμενων, για το συνολικό ποσό των €31.000,00, εν γνώσει του ότι στο μεσοδιάστημα ανακλήθηκε η πληρωμή των δύο επιταγών της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited που κατείχε, είτε ο ίδιος είτε η εν λόγω εταιρεία, επισκέφθηκε τα γραφεία των εναγόμενων και τους επέστρεψε τις εν λόγω επιταγές, ζητώντας από τους τελευταίους να του καταβάλουν σε μετρητά το προϊόν τους, επειδή γνώριζε, όχι μόνο ότι ανακλήθηκε η πληρωμή των επιταγών, αλλά και ότι οι εναγόμενοι δε γνώριζαν το συγκεκριμένο γεγονός. Ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων αποτελεί και θέμα κοινής λογικής, υπό τη εξής έννοια: δεδομένου ότι οι εναγόμενοι παρέλαβαν τις επίδικες επιταγές στις 30.6.2009 και ήταν πληρωτές την ίδια μέρα, δε βλέπω τι λόγο είχαν, αντί να τις εξαργυρώσουν, είτε στις 30.6.2009 είτε οποτεδήποτε αργότερα, μέχρι και τις 31.7.2009 που ανακλήθηκε η πληρωμή τους, να τις δώσουν στον ενάγοντα, για σκοπούς εξόφλησης του υπόλοιπου του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος. Η απάντηση του διευθυντή των εναγόμενων στην υποβολή του ευπαίδευτου δικηγόρου του ενάγοντα, ότι ουδέποτε συμφωνήθηκε με τον ενάγοντα να παραλάβει ως μέρος του τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος τις δύο επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) και περαιτέρω ότι όταν αυτές του στάλθηκαν μέσα στο Αύγουστο, τις επέστρεψε στο μάρτυρα πίσω άμεσα, θα έλεγα ότι συμπυκνώνει με απόλυτα λογικό, τεκμηριωμένο και ακριβή τρόπο το τι έγινε στον ουσιώδη χρόνο, για ό,τι μας ενδιαφέρει. Ακολουθεί αυτούσια η απάντηση του μάρτυρα: «Φυσικά και όχι, γι αυτό και οι επιταγές, οι οποίες είναι χρονολογημένες 30.6.2009 κατατέθηκαν στις 7.9.
- Δε νομίζω να είχα ένα ποσό 19.800,00 τόσο ευρώ να καθόταν μέσα στο συρτάρι και να μην το ήθελα. Απλώς δόθηκαν πίσω οι συγκεκριμένες επιταγές, αφού ο κ. Διονύσης Αργύρης περίμενε έτσι ώστε να εξαργυρώσει τη μεταχρονολογημένη επιταγή της 13ης
- των €6.000,00, εκδομένη στις 13.8, την οποία κατάθεσε στις 17
- και πήρε τα λεφτά. Μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία αναίρεσε και τη συμφωνία και μου έστειλε πίσω τις επιταγές τις δικές του.» Αυτό ακριβώς είχε γίνει στην πραγματικότητα και η προσπάθεια του ενάγοντα να αντιστρέψει τα γεγονότα και τη λογική του πράγματος έχει πέσει στο κενό. Και κάτι ακόμη, που αποδεικνύει με πόση ευκολία ο ενάγοντας προέβαλλε αντιφατικούς και παράλογους ισχυρισμούς. Οι εναγόμενοι, με την επιστολή τους, ημερομηνίας 3.9.2009 (τεκμήριο 4), την οποία απέστειλαν στον ενάγοντα, ένεκα του γεγονότος ότι τους επέστρεψε τις δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, τον πληροφορούν με τα εξής: Καταρχήν, ότι η παραπάνω ενέργειά του έγινε κατά παράβαση των όρων της μεταξύ τους επίδικης συμφωνίας, η οποία διαλάμβανε ότι το συνολικό ποσό των δύο επιταγών της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, ύψους €19.817,00 αποτελεί μέρος του συμφωνημένου τιμήματος αγοράς του οχήματός του από τους ίδιους. Περαιτέρω, ότι δυνάμει της επίδικης συμφωνίας, αγόρασαν το αυτοκίνητό του για το ποσό των €50.000,00, το οποίο πληρώθηκε με τις δύο δικές τους επιταγές (τεκμήρια 12 και 13), για το συνολικό ποσό των €31.000,00, ενώ με την επιστροφή σ' αυτόν των δύο επιταγών της παραπάνω εταιρείας, της οποίας ο ίδιος ήταν μέτοχος και διευθυντής, θα υπήρχε εξόφληση του τιμήματος αγοράς του οχήματος. Ακολούθως, ότι κατά παράβαση της επίδικης συμφωνίας απαίτησε την πληρωμή του προϊόντος των δύο επιταγών της εν λόγω εταιρείας σε μετρητά, απαίτηση την οποία απορρίπτουν ως αντισυμβατική και αδικαιολόγητη. Τέλος, τον πληροφορούν ότι οι εν λόγω επιταγές βρίσκονται στη διάθεσή του, τις οποίες κλήθηκε να παραλάβει. Σε διαφορετική περίπτωση, του καθιστούν σαφές, πως δεν αποδέχονται τροποποίηση των όρων της επίδικης συμφωνίας και τέλος, ότι, όταν και εφόσον εισπράξουν από την υπό αναφορά εταιρεία το ποσό των επιταγών της, θα του το καταβάλουν. Και ενώ οι εναγόμενοι με το περιεχόμενο της παραπάνω επιστολής τους, δεν μπορούσαν να καταστήσουν πιο ξεκάθαρη τη θέση τους, έναντι της ενέργειας του ενάγοντα να τους επιστρέψει τις δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, κυρίως όμως, τις προθέσεις τους έναντι της απαίτησής του να του καταβάλουν το προϊόν των εν λόγω επιταγών σε μετρητά, αντεξεταζόμενος, αναφορικά με την παραπάνω επιστολή των εναγόμενων ισχυρίστηκε τα εξής, μεταξύ άλλων: Ερωτηθείς γιατί απάντησε σ' αυτή σχεδόν ένα μήνα μετά, «Ο λόγος είναι γιατί περίμενα ότι θα με πληρώσουν» ήταν η απάντησή του. Δεδομένου ότι για λόγους που ήδη έχουν αναφερθεί γνώριζε ότι οι εν λόγω επιταγές δεν μπορούσαν να εισπραχθούν από τους εναγόμενους για να του καταβάλουν το προϊόν τους, όπως του ανάφεραν με την επιστολή τους και τούτο γιατί, στις 31.7.2009 είχε ανακληθεί η πληρωμή τους, δεν αντιλαμβάνομαι που βάσιζε, αν όχι τη βεβαιότητά του, έστω την πίστη του, ότι θα τον πλήρωναν οι εναγόμενοι και του πήρε ένα περίπου μήνα μέχρι να απαντήσει στην επιστολή τους. Δεδομένης της θέσης τους, ότι οι δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, της οποίας ο ίδιος ήταν διευθυντής και μέτοχος, του επιστράφηκαν προς εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος, δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι θα τον πλήρωναν οι εναγόμενοι και γι' αυτό καθυστέρησε να απαντήσει στην επιστολή τους. Διαφορετικός είναι ο λόγος. Πολύ απλά, επειδή γνώριζε ότι οι εναγόμενοι είχαν δίκαιο με όσα του ανάφεραν με την επιστολή τους και έλεγαν την αλήθεια, του πήρε κάποιο χρόνο από την ώρα που παρέλαβε την επιστολή μέχρι να απαντήσει σ' αυτή, επειδή, στο μεταξύ θα έπρεπε να επινοήσει τι θα τους έλεγε. Το απόσπασμα που ακολουθεί από την αντεξέταση του ενάγοντα αποκαλύπτει τη δυσκολία του να δώσει πειστικές απαντήσεις για το ίδιο θέμα, αλλά και τη δεινή θέση στην οποία οδηγήθηκε υπό το βάρος της αντεξέτασης στην οποία υποβλήθηκε. Ειδικότερα: «Ε: Και όταν όπως λέτε παραλάβατε επιστολή των εναγομένων 3.9.2009 όπως μας είπατε απαντήσατε με επιστολή του δικηγόρου σας στις 30.09.
- Συμφωνείτε μαζί μου; Α: Απάντησα με το δικηγόρο μου μετά. Ε: Γιατί σχεδόν ένα μήνα μετά; ................................................................... Α: Ο λόγος είναι γιατί περίμενα ότι θα με πληρώσουν. Ε: Αφού κ. μάρτυρα στην επιστολή που σας έστειλαν οι ίδιοι 3.
- σας λένε ότι δεν έχουν να σας πληρώσουν οτιδήποτε. Σας εξόφλησαν, πώς περιμένατε να σας πληρώσουν; Α: Εγώ τους είχα ζητήσει να το δουν ξανά και να με πληρώσουν. Όταν δεν επανήλθαν αναγκάστηκα να πάω στο Δικαστήριο. Να πάω νομικά. Ε: Πώς τους ζητήσατε να το ξαναδούν δηλαδή; Α: Οι σχέσεις μας ήταν διαφορετικές. Ζήτησα σαν φίλος να με πληρώσουν γιατί δεν είχα καμία σχέση με την D. Leos. Ε: Εστείλατε τους καμιά άλλη ενδιάμεσα επιστολή δηλαδή και τους ζητήσατε να το ξαναδούν; Α: Όχι μιλούσαμε προσωπικά. Ε: Καλά κ. μάρτυρα, οι εναγόμενοι μιλούσαν σας με κάθε επίσημο τρόπο, στέλλοντας σας επιστολή και εσείς τους δείχνατε τόση εμπιστοσύνη και περιμένατε προφορικά; Α: Με αγκαλιάζουν και με φιλούν ακόμα. ................................................................... (Ξαναδιαβάζεται η ερώτηση από τη Στενογράφο) Α: Κύριε Πρόεδρε και τώρα δουλεύουμε μαζί τους, συνεργαζόμαστε μαζί με Tour Operating με άλλη εταιρεία. Οι σχέσεις μας είναι τόσο φιλικές. Δεν έχουμε καμιά σχέση. Δεν έχουμε τίποτε. Παραμένουν φιλικές. Υπάρχει συνεργασία μαζί τους. Στο ξενοδοχείο. Τους χρωστώ λεφτά αυτή τη στιγμή.» Και κάτι ακόμη που αναδεικνύει τη δυσκολία του ενάγοντα να με πείσει να δεχθώ την εκδοχή του, η οποία, συν τοις άλλοις στερείται και λογικής. Πώς ήξερε ο ενάγοντας, ότι οι εναγόμενοι, όταν του απέστειλαν τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) προέβησαν στη συγκεκριμένη ενέργεια «..τάχα προς εξόφληση..» όπως αναφέρει στη γραπτή του δήλωση, οπότε και τους τις επέστρεψε, μόλις τις παράλαβε, τη στιγμή που η επιστολή των τελευταίων προς τον ίδιο (τεκμήριο 4), η οποία διαλαμβάνει την εκδοχή τους γύρω από το θέμα είναι μεταγενέστερη; Έπειτα, εάν η εκδοχή των εναγόμενων συναφώς με τα γεγονότα ήταν φτιαχτή και ουσιαστικά με αυτή ήθελαν να εξαπατήσουν τον ενάγοντα, τι ανάγκη είχαν να του αποστείλουν τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) και να κατασκευάσουν εκ του μη όντως όλη αυτή την ιστορία, με κίνδυνο, από τη μια, να χάσουν το πλέον ισχυρό αποδειχτικό στοιχείο που είχαν εναντίον της εταιρείας που εξέδωσε προς όφελός τους και τους παρέδωσε τις επιταγές, η ανάκληση της πληρωμής των οποίων, από μόνη της, ως γεγονός αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και από την άλλη, να βοηθήσουν τον ενάγοντα να στοιχειοθετήσει την εναντίον τους απαίτησή του, υπό την εξής έννοια: δεδομένου ότι αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δυο πλευρών ότι το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου οχήματος είναι €50.000,00, εάν οι εναγόμενοι δεν ήταν ειλικρινείς και η εκδοχή του δεν απέδιδε την πραγματικότητα, γνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε κάποιο έγγραφο, αποδεικτικό του τιμήματος πώλησης του οχήματος, είχαν τις ακόλουθες επιλογές: Καταρχήν, θα μπορούσαν να κρατήσουν τις επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) διατηρώντας έτσι ακέραιο και το δικαίωμά τους να ενάγουν την εταιρεία που τις εξέδωσε, με οδηγίες της οποίας ανακλήθηκε η πληρωμή τους. Με το να τις αποστείλουν στον ενάγοντα, χωρίς να εισπράξουν το προϊόν τους, θα τους ήταν τουλάχιστον δύσκολο αν όχι αδύνατο να στραφούν δικαστικά μ' οποιοδήποτε μέσο εναντίον του εκδότη τους, όταν πια θα είχε αυτός τις επιταγές και όχι εκείνοι. Ακολούθως, αντί να αποστείλουν στον ενάγοντα την επιστολή (τεκμήριο 4), με την οποία αποκαλύπτουν το συμφωνημένο τίμημα πώλησης, θα μπορούσαν να μην κάνουν τίποτα και όταν ο ενάγοντας θα τους οχλούσε είτε με αγωγή είτε άλλως πως, για να του καταβάλουν το κατ' ισχυρισμό του υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι το τίμημα πώλησης ανέρχεται στο ποσό των €31.00,00 που του κατέβαλαν με τις δύο επιταγές τους (τεκμήρια 12 και 13), κάτι που εύκολα μπορούσαν να αποδείξουν, ότι δηλαδή του κατέβαλαν το συγκεκριμένο ποσό, σε αντίθεση μ' εκείνο, ο οποίος, ελλείψει οποιοδήποτε αποδεικτικού στοιχείου αναφορικά με το συμφωνημένο τίμημα πώλησης του επίδικου οχήματος, δεδομένου ότι η επίδικη συμφωνία ήταν προφορική, προκειμένου να μπορούσε να διεκδικήσει με επιτυχία από τους εναγόμενους το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του οχήματός του, θα είχε το βάρος να αποδείξει ότι αυτό πωλήθηκε για το ποσό των €50.000,00 και όχι των €31.000,
- Η επίμονη προσπάθεια του ενάγοντα να με πείσει πως δεν έχει καμιά σχέση με την εταιρεία D. Leos Tourist Services Limited - που εξέδωσε τις επίδικες επιταγές - μολονότι, καθ' ομολογία του - και έτσι είναι μιας και το ανάφερε και ο διευθυντής των εναγόμενων, τον οποίο, για λόγους που θα αναφέρω στο κατάλληλο στάδιο θεωρώ αξιόπιστο μάρτυρα - στον ουσιώδη χρόνο ήταν εκ των μετόχων και διευθυντών και μέτοχός της μέχρι σήμερα, επειδή απλώς, από τις 24.1.2007 δεν είχε δικαίωμα υπογραφής για οποιεσδήποτε συναλλαγές της εν λόγω εταιρείας με την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές αναδεικνύει το μέγεθος της αναξιοπιστίας του ως μάρτυρα και πόσο αντιφατικός υπήρξε σε ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης. Την ίδια ώρα αποκαλύπτει και το λόγο της επιχειρούμενης αποστασιοποίησής του από τη συγκεκριμένη εταιρεία, που είναι ο εξής: προκειμένου να με πείσει ότι τα γεγονότα διαδραματίστηκαν σύμφωνα με την εκδοχή του, καταρχήν, θα έπρεπε να με πείσει ότι καθ' ον χρόνο επέστρεφε στους εναγόμενους τις δύο επιταγές που συμφώνησε μαζί τους να του επιστρέψουν εκείνοι και το προϊόν τους να λογιστεί ως πληρωμή έναντι του συμφωνημένου τιμήματος του επίδικου οχήματος που τους πώλησε, δε γνώριζε πως δεν μπορούσαν να τιμηθούν από την τράπεζα. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ακριβώς αντίθετη. Εκείνος είναι που επέστρεψε στους εναγόμενους τις επιταγές και τις επέστρεψε, επειδή γνώριζε ότι δεν μπορούσαν να τιμηθούν από την τράπεζα. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, ενώ οι εναγόμενοι δε θα μπορούσαν να εισπράξουν το προϊόν των εν λόγω επιταγών, λόγω ανάκλησης πληρωμής από την εταιρεία που τις εξέδωσε, συμφερόντων και του ενάγοντα, ως εκ των μετόχων της έκτοτε μέχρι σήμερα, σε περίπτωση που με έπειθε και αποδεχόμουν την εκδοχή του, το δικαίωμά του να αξιώνει από τους εναγόμενους το κατ' ισχυρισμό του υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος, θα παρέμεινε αλώβητο. Δε νομίζω πως χρειάζεται να επεκταθώ. Η εντύπωσή μου για την ποιότητα της μαρτυρίας και την αξιοπιστία του διευθυντή των εναγόμενων Χάρη Θεοχάρους (Μ.Υ 1) είναι αρκετά καλή. Ο μάρτυρας, μολονότι αντεξετάστηκε ικανά και σε έκταση θα έλεγα από τον ευπαίδευτο δικηγόρο του ενάγοντα, κατέστη αδύνατο να κλονιστεί η αξιοπιστία του επί της ουσίας όσων ανάφερε Σίγουρα, εντοπίζω κάποιες αντιφάσεις στη μαρτυρία του, ωστόσο, δεν αποδίδω ιδιαίτερη σημασία σ' αυτές, επειδή είναι τόσο ασήμαντες και αφορούν σε μικρολεπτομέρειες, οπότε, όχι μόνο δεν είναι ικανές να κλονίσουν την αξιοπιστία του μάρτυρα, αλλά, αντίθετα, την ενδυναμώνουν. Έπειτα είναι και το γεγονός, ότι η μαρτυρία του υπό αναφορά, σε σημαντικό βαθμό ενισχύεται και/ή επιβεβαιώνεται ουσιωδώς από άλλη - αξιόπιστη μαρτυρία, η οποία, εν μέρει παρέμεινε αναντίλεκτη. Τέλος, θεωρώ τη μαρτυρία του διευθυντή των εναγόμενων και κατ' επέκταση την εκδοχή του και πιο λογική από την αντίστοιχη εκδοχή του ενάγοντα. Ακολουθεί ότι η μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα, επί της ουσίας γίνεται δεκτή στο σύνολό της. Η Μελίνα Παλμύρη (Μ.Υ.2) εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου ως υπεύθυνη λογαριασμών, μεγάλων πελατών της τράπεζας. Επί της ουσίας, η μαρτυρία της γίνεται δεκτή, επειδή, εκτός από αναντίλεκτη, εν μέρει επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο έγγραφης μαρτυρίας. Η ουσία της μαρτυρίας της έγκειται στα εξής: Η επιταγή των εναγόμενων για το ποσό των €25.000,00 (τεκμήριο 12), ημερομηνίας 3.7.2009 παρουσιάστηκε στην τράπεζα αυθημερόν και πληρώθηκε σε μετρητά, ως εξής: ποσό €5.000,00, σε 10 χαρτονομίσματα των €500,
- Το υπόλοιπο ποσό, ύψους €20.000,00 κατατέθηκε σε λογαριασμό τρίτου. Η άλλη επιταγή των εναγόμενων, για το ποσό των €6.000,00 (τεκμήριο 13), ημερομηνίας 13.8.2009 έγινε cash κατάθεση σε λογαριασμό τρίτου, στις 17.8.
- Η αξία των παραπάνω γεγονότων έγκειται στο γεγονός, ότι με αυτά επιβεβαιώνεται η σταθερή θέση του διευθυντή των εναγόμενων, ότι η επιταγή (τεκμήριο 12) δόθηκε στον ενάγοντα στις 3.7.
- Έμμεσα ενισχύεται και η επίσης, σταθερή, θέση του, ότι και οι τέσσερις επιταγές, δόθηκαν στον ενάγοντα στις 3.7.2009, που αποτελεί και την ημερομηνία σύναψης της επίδικης συμφωνίας, σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων. Η Μαρία Ανδρέου (Μ.Υ.3) εργάζεται ως προϊστάμενη εργασιών στην Εμπορική Τράπεζα. Η ουσία της μαρτυρίας της, που επίσης γίνεται δεκτή και ως αναντίλεκτη, εκτός από αξιόπιστη, έγκειται στα εξής: Οι δύο επίδικες επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited (τεκμήρια 8 και 9) κατατέθηκαν στην τράπεζα από τους εναγόμενους στις 7.9.2009, οι οποίοι και τις οπισθογράφησαν. Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν από την τράπεζα, επειδή στις 31.7.2009, κατόπιν οδηγιών της εκδότριας εταιρείας υπήρξε ανάκληση πληρωμής τους. Η αξία της μαρτυρίας αυτής έγκειται στα εξής: από τη μια επιβεβαιώνει τη μαρτυρία του διευθυντή των εναγόμενων, σε σχέση με το χρόνο κατάθεσης των εν λόγω επιταγών εκ μέρους των τελευταίων στην τράπεζα και κατ' επέκταση σε σχέση με το χρόνο που αυτοί έμαθαν ότι οι εν λόγω επιταγές δεν μπορούσαν να τιμηθούν από την τράπεζα, καθώς και το λόγο. Από την άλλη καταρρίπτει τη θέση του ενάγοντα, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι οι εναγόμενοι, κατά παράβαση δήθεν της επίδικης συμφωνίας, αντί να του καταβάλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του οχήματός του που τους είχε πωλήσει, στις πολλαπλές οχλήσεις του να το κάνουν, του απέστειλαν τις εν λόγω επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) εν γνώσει τους ότι στερούνταν αντικρίσματος. Εκτός του ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι οι εν λόγω επιταγές στερούνταν οποτεδήποτε αντικρίσματος, οπότε δεν τίθεται θέμα οι εναγόμενοι να γνώριζαν κάτι τέτοιο και συνεπεία αυτού να τις απέστειλαν στον ενάγοντα, δεδομένου ότι η ανάκληση των επιταγών από την εταιρεία της οποίας ο ενάγοντας ήταν τότε εκ των διευθυντών και μετόχων της, προηγήθηκε του χρόνου επιστροφής τους από τον ίδιο στους εναγόμενους, σε χρόνο που αυτοί δεν έχει αποδειχθεί ότι γνώριζαν το γεγονός ότι ανακλήθηκε η πληρωμή τους, το αναπόδραστο και μόνο λογικό συμπέρασμα που εξάγεται είναι ότι ο ενάγοντας, κατά παράβαση της μεταξύ τους επίδικης συμφωνίας, τους τις επέστρεψε και απαίτησε από αυτούς να του καταβάλουν σε μετρητά το προϊόν τους, επειδή ακριβώς γνώριζε ότι αυτές, δεν μπορούσαν να τιμηθούν από την τράπεζα. Προτού παραθέσω ή ακριβέστερα συγκεφαλαιώσω τα γεγονότα που κατά την κρίση μου διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, θα ήθελα να τοποθετηθώ σε δύο από τις θέσεις που προέβαλε ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του. Ειδικότερα: Δε συμφωνώ με τον κύριο Πιριλίδη, ότι αποτελεί κοινό αποδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτος. Η θέση αυτή παραβλέπει ότι αποτελεί θέση των εναγόμενων, ότι οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) που η εταιρεία D. Leos Tourist Services Limited εξέδωσε επ' ονόματι και προς όφελός τους, της οποίας - εταιρείας - ο ενάγοντας ήταν εκ των μετόχων και διευθυντών στον ουσιώδη χρόνο, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι δε θα κατατίθεντο από τους εναγόμενους, αλλά, θα επιστρέφονταν στον ενάγοντα, ο οποίος θα τις παραλάμβανε έναντι και προς εξόφληση του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος και θα διευθετούσε ο ίδιος το θέμα με τους συνεταίρους του. Ακολούθως, ούτε λέχθηκε οποτεδήποτε από τον ενάγοντα μα ούτε και δέχομαι ότι αυτός, μόλις παρέλαβε την επιστολή των εναγόμενων, ημερομηνίας 3.9.2009 (τεκμήριο 4), με περιεχόμενο, ως εκτίθεται αναλυτικά σε άλλο σημείο (ανωτέρω), τηλεφώνησε άμεσα στο διευθυντή των εναγόμενων (Μ.Υ.1), εκφράζοντας δήθεν την έκπληξή του, τόσο για την παράδοση των επιταγών όσο και για το περιεχόμενο της επιστολής. Κατά το στάδιο αξιολόγησης της μαρτυρίας του ενάγοντα γίνεται εκτενής αναφορά συναφώς με τη συγκεκριμένη επιστολή των εναγόμενων, οπότε δε νομίζω να χρειάζεται να τα επαναλάβω. Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω διαπιστώσεων και συμπερασμάτων μου βρίσκω ότι τα ουσιαστικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο είναι τα ακόλουθα και σύμφωνα με την εκδοχή των εναγόμενων: Ο στις 3.7.2009, μεταξύ του ενάγοντα Διονύση Αργύρη και των εναγόμενων, οι οποίοι ενεργούσαν μέσω του διευθυντή τους Χάρη Θεοχάρους συνάφθηκε προφορική συμφωνία, με την οποία ο πρώτος πώλησε στους δεύτερους το αυτοκίνητό του με αριθμό εγγραφής ΗΥΥ 083, έναντι του ποσού των €50.000,
- Το ποσό αυτό συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων ότι θα καταβαλλόταν από τους εναγόμενους στον ενάγοντα, ως ακολούθως: με δύο επιταγές των εναγόμενων, για το ποσό των €25.000,00 η πρώτη και για το ποσό των €6.000,00 η δεύτερη (τεκμήρια 12 και 13 αντίστοιχα), ενώ σε σχέση με το υπόλοιπο ποσό, οι εναγόμενοι θα επέστρεφαν στον ενάγοντα, δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, για το ποσό των €4.960,00, η πρώτη (τεκμήριο 8) και για το ποσό των €14.857,00, η δεύτερη (τεκμήριο 9). Η εν λόγω εταιρεία, της οποίας ο ενάγοντας στον ουσιώδη χρόνο ήταν εκ των μετόχων και διευθυντών της, εξέδωσε τις επιταγές αυτές επ' ονόματι και προς όφελός των εναγόμενων, στις 30.6.2009, προς εξόφληση κάποιου υπολοίπου που τους όφειλε. Την ίδια μέρα τις παρέδωσε στους εναγόμενους. Συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι δε θα γινόταν κατάθεση των εν λόγω επιταγών από τους εναγόμενους και ότι θα τις παραλάμβανε ο ενάγοντας, έναντι και προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος, ο οποίος θα διευθετούσε το θέμα με τους συνεταίρους του στην εταιρεία που τις εξέδωσε. Σε εφαρμογή όσων συμφωνήθηκαν μεταξύ των διαδίκων, οι εναγόμενοι εξέδωσαν επ' ονόματι του ενάγοντα και του παρέδωσαν την ίδια μέρα τις δύο επιταγές (τεκμήρια 12 και 13), ημερομηνίας 3.7.2009 και 13.8.2009, αντίστοιχα και του επέστρεψαν της δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited (τεκμήρια 8 και 9). Το επίδικο όχημα είχε ήδη παραληφθεί από τους εναγόμενους από τις προηγούμενες μέρες, ενώ ο ενάγοντας, σε εφαρμογή κι αυτός των συμβατικών υποχρεώσεών του έναντι των εναγόμενων, στις 6.9.2009, το μεταβίβασε και ενέγραψε επ' ονόματί τους, καταβάλλοντας και τα σχετικά τέλη, ύψους €8,54 (βλ. το τεκμήριο 2 το σχετικό πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος). Την ίδια μέρα εξέδωσε και την άδεια κυκλοφορίας του οχήματος (τεκμήριο 3), καταβάλλοντας για το σκοπό αυτό το ποσό των €537,
- Τέλος επωμίστηκε και τα έξοδα για το service του οχήματος, για άγνωστο ποσό. Η επιταγή (τεκμήριο 12) παρουσιάστηκε από τον ενάγοντα στην Τράπεζα Κύπρου στις 3.7.2009, δηλαδή τη μέρα που του παραδόθηκε από τους εναγόμενους και πληρώθηκε από την τράπεζα με τον τρόπο που αναφέρεται σε άλλο σημείο πιο πάνω. Το ίδιο συνέβη και με την άλλη επιταγή των εναγόμενων (τεκμήριο 13), η οποία πληρώθηκε από την τράπεζα στις 17.8.
- Περί τα τέλη Αυγούστου, 2009, ο ενάγοντας, εν γνώσει του ότι στις 31.7.2009, κατόπιν οδηγιών της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited που εξέδωσε τις δύο επιταγές (τεκμήρια 8 και 9) ανακλήθηκε η πληρωμή τους, επέστρεψε τις εν λόγω επιταγές στους εναγόμενους και αξίωσε από αυτούς να του καταβάλουν το προϊόν τους σε μετρητά. Οι τελευταίοι, με την επιστολή τους ημερομηνίας 3.9.2009, την οποία υπογράφει ο Μ.Υ.1, με αναφορά στο περιεχόμενο της επίδικης συμφωνίας, απέρριψαν ως αντισυμβατική και αδικαιολόγητη την παραπάνω απαίτηση του ενάγοντα, τον οποίο πληροφόρησαν ότι οι επιταγές βρίσκονται στη διάθεσή του, καλώντας τον να τις παραλάβει, ως η μεταξύ τους συμφωνία. Καταλήγοντας, αναφέρουν τα εξής στον ενάγοντα: «................................ Αν δεν παραλάβετε τις αναφερόμενες επιταγές δεν αποδεχόμαστε τροποποίηση των όρων της συμφωνίας μας και όταν και αν εισπράξουμε από την αναφερόμενη εταιρεία το αναφερόμενο ποσό θα σας το καταβάλουμε. Με επιφύλαξη των δικαιωμάτων μας δυνάμει των όρων της μεταξύ μας συμφωνίας.» Οι εναγόμενοι, στις 7.9.2009 κατάθεσαν στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή τις επιταγές (τεκμήρια 8 και 9 - η πρώτη παρουσιάστηκε και στην Εμπορική Τράπεζα στις 9.9.2009 - ). Οι επιταγές δεν τιμήθηκαν από την τράπεζα, επειδή, στις 31.7.2009 ανακλήθηκε η πληρωμή τους, κατόπιν οδηγιών του εκδότη τους - που είναι η εταιρεία D. Leos Tourist Services Limited - . Οι εναγόμενοι δε γνώριζαν το γεγονός αυτό, προτού καταθέσουν τις επιταγές στην τράπεζα για πληρωμή. Υπεισέρχομαι τώρα στη νομική πτυχή της υπόθεσης. Ισχυρίζεται ο ευπαίδευτος δικηγόρος του ενάγοντα, ότι η αξίωση του τελευταίου εδράζεται στο άρθρο 46
(1)(α) του περί Πώλησης Αγαθών Νόμου του 1994 (Ν. 10(Ι)/94)καθώς και στο άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Το πρώτο, διαλαμβάνει ότι ο πωλητής αγαθών θεωρείται απλήρωτος πωλητής τη εννοία του Νόμου, όταν δεν πληρώθηκε ολόκληρο το τίμημα. «τίμημα» σύμφωνα με την ερμηνεία του όρου δυνάμει του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, «σημαίνει τη χρηματική αντιπαροχή για πώληση αγαθών.» Το δεύτερο (άρθρο 73
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου) διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση παράβασης σύμβασης, το αναίτιο μέρος, αν συνεπεία της παράβασης υποστεί ζημία έχει δικαίωμα αποζημίωσης από το υπαίτιο μέρος. Δεδομένου ότι δεν έχω δεχθεί την εκδοχή του ενάγοντα αναφορικά με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στον ουσιώδη χρόνο, δεν τυγχάνουν εφαρμογής οι παραπάνω διατάξεις, επειδή, πολύ απλά, ουδεμία παράβαση της επίδικης σύμβασης υπήρξε εκ μέρους των εναγόμενων, ενώ ο ενάγοντας, σε καμιά περίπτωση μπορεί να θεωρηθεί απλήρωτος πωλητής. Για να επαναλάβω, η επίδικη συμφωνία ημερομηνίας 3.7.2009, διαλάμβανε ότι το συμφωνημένο τίμημα πώλησης ήταν €50.000,
- Περαιτέρω, ότι αυτό θα καταβαλλόταν από τους εναγόμενους, εν μέρει και συγκεκριμένα, το ποσό των €31.000,00, με τις δύο επιταγές των εναγόμενων τις οποίες εξέδωσαν και παρέδωσαν στον ενάγοντα την ίδια μέρα, οι οποίες πληρώθηκαν από την τράπεζα, ενώ σε σχέση με το υπόλοιπο, οι εναγόμενοι θα επέστρεφαν στον ενάγοντα τις δύο επιταγές της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited, για το συνολικό ποσό των €19.817,00, όπως και έγινε την ίδια μέρα. Μολονότι υπήρξε ανάκληση πληρωμής των εν λόγω επιταγών από τον εκδότη τους, ο ενάγοντας, δε νομιμοποιείται να ισχυρίζεται ότι είτε πρόκειται για απλήρωτο πωλητή του επίδικου οχήματος ο ίδιος, είτε ακόμη, ότι υπήρξε παράβαση της επίδικης σύμβασης εκ μέρους των εναγόμενων, συνεπεία του τελευταίου γεγονότος. Οι εναγόμενοι παρέλαβαν τις εν λόγω επιταγές από την εταιρεία που τις εξέδωσε, όχι χαριστικά, αλλά, έναντι νόμιμης αντιπαροχής. Όπως ανάφερε ο διευθυντής των εναγόμενων, χωρίς να έχει αμφισβητηθεί, οι επιταγές εκδόθηκαν από την εταιρεία D. Leos Tourist Services Limited, προς εξόφληση υπολοίπων της προς τους εναγόμενους. Η ουσία της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων συναφώς με αυτές έγκειται στα εξής: με την επιστροφή των επιταγών στον ενάγοντα στις 3.7.2009, οι όποιες οφειλές της εταιρείας που τις εξέδωσε, για τους εναγόμενους, ουσιαστικά θα θεωρούνταν ξοφλημένες. Εξ' ου και το γεγονός ότι οι εναγόμενοι συμφώνησαν με τον ενάγοντα να μην καταθέσουν τις εν λόγω επιταγές, μολονότι θα μπορούσαν να το κάνουν, δεδομένου ότι τους δόθηκαν στις 30.6.2009 και έφεραν την ημερομηνία αυτή και τις παρέδωσαν στον ενάγοντα στις 3.7.
- Την ίδια ώρα, ο ενάγοντας που θα επωφελείτο από αυτή τη διευθέτηση, ως εκ μετόχων της εν λόγω εταιρείας, ιδιότητα που καθ' ομολογία του φέρει μέχρι σήμερα, αλλά και των διευθυντών της τότε, οπότε, ως θέμα καθαρά νόμου, είχε τέτοιο δικαίωμα, σε αντάλλαγμα συμφώνησε όπως το προϊόν των εν λόγω επιταγών λογιστεί έναντι και προς εξόφληση του επίδικου οχήματος που ο ίδιος πώλησε στους εναγόμενους και ενέγραψε επ' ονόματί τους στις 6.7.2009, ημερομηνία κατά την οποία η επίδικη σύμβαση εκτελέστηκε πλήρως. Απ' εκεί και πέρα, προσπάθεια υπαναχώρησης από τα συμφωνηθέντα ή τροποποίησης της επίδικης συμφωνίας και μάλιστα, μετά την εκτέλεσή της, εκ μέρους του ενάγοντα είναι που υπήρξε, όταν επέστρεψε τις επιταγές στους εναγόμενους και αξίωσε από αυτούς να του καταβάλουν το προϊόν τους σε μετρητά και όχι από τους εναγόμενους. Το γεγονός ότι εναγόμενοι στις 7.9.2009 παρουσίασαν τις επίδικες επιταγές στην τράπεζα για πληρωμή, δεν αποτελεί προσπάθεια υπαναχώρησης από τα συμφωνηθέντα ή τροποποίησης της επίδικης συμφωνίας εκ μέρους τους, παρά μόνο, προσπάθεια υλοποίησης του όρου που είχαν θέσει στον ενάγοντα με την επιστολή τους (τεκμήριο 4) προκειμένου να αποδέχονταν την επιχειρούμενη εκ μέρους του τροποποίηση των όρων της επίδικης συμφωνίας, συναφώς με τον τρόπο καταβολής, μέρους του συμφωνημένου τιμήματος πώλησης του επίδικου οχήματος. Το ίδιο ισχύει και για το γεγονός, ότι, οι εναγόμενοι, για τις εν λόγω επιταγές, καθώς και άλλη μία, εναντίον του ενάγοντα, της εταιρείας D. Leos Tourist Services Limited και άλλων δύο προσώπων, αργότερα καταχώρησαν την ποινική υπόθεση (τεκμήριο 6), την οποία ωστόσο στη συνέχεια απέσυραν σε σχέση με τις κατηγορίες που αφορούσαν τις επίδικες επιταγές. Εν πάση περιπτώσει, η ουσία του πράγματος είναι ότι, παρά τις παραπάνω ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι, δεν εισέπραξαν το προϊόν των επίδικων επιταγών που αποτελούσε τον όρο που είχαν θέσει στον ενάγοντα προκειμένου να δέχονταν να ικανοποιήσουν την απαίτησή του να του καταβάλουν σε μετρητά το προϊόν των εν λόγω επιταγών. Και κάτι ακόμη προτού καταλήξω. Το συνολικό ποσό που κατέβαλαν οι εναγόμενοι στον ενάγοντα με την παράδοση σ' αυτόν των τεσσάρων επιταγών ανέρχεται σε €50.817,
- Το τίμημα πώλησης του επίδικου οχήματος ανέρχεται σε €50,000,00, ενώ ο ενάγοντας κατέβαλε και τα τέλη μεταβίβασης καθώς και της άδειας κυκλοφορίας του οχήματος, τα οποία ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €545,
- Το λογικό συμπέρασμα που εξάγεται σε σχέση με το ποσό των €271,46 που υπολείπεται του ποσού των €50.817,00 είναι ότι αυτό λογίστηκε για τα έξοδα service του οχήματος που αποτελεί κοινό έδαφος ότι έγινε από τον ενάγοντα. Έπεται ότι ο ενάγοντας ουδέν ποσό δικαιούται να αξιώνει εναντίον των εναγόμενων, αφού αυτοί εκπλήρωσαν πλήρως τις συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντί του. Ακολουθεί ότι η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγόμενων και σε βάρος του ενάγοντα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) . ........... Κ. Κωνσταντίνου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΚ-TA Subject: Civil/Other Actions /Final Αναφορά: Πολιτική - σύμβασης πώλησης αυτοκινήτου . cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο