DINGRAS LIMITED ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής 2049/13, 20/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A408 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 2049/13 Μεταξύ: DINGRAS LIMITED, από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους Εναγόντων Και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λεμεσό
- Άντρης Αντωνιάδου, από τη Λευκωσία, υπό την ιδιότητα της ως Ειδική Διαχειρίστρια της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, από τη Λευκωσία
- Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου, από τη Λευκωσία
- Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, από τη Λευκωσία δια (Α) την Κυπριακή Δημοκρατία και (Β) τον Υπουργό Οικονομικών
- Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, από τη Λευκωσία Εναγομένων ------------------------------- Αίτηση ημερ. 24.5.2013 20 Δεκεμβρίου 2013 Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Τ. Παντελή με κα Μ. Βιολάρη Για εναγόμενους 1 & 2-καθ' ων η αίτηση: κα Μ. Τζιούτ για Α. Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αίτηση όπως έχει τροχιοδρομηθεί μετά από σχετικές δηλώσεις αφορά το Παρακλητικό Β το οποίο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο κατόπιν της παρούσης μονομερούς αίτησης. Να σημειωθεί ότι το Παρακλητικό Α το οποίο επίσης ήταν αντικείμενο της παρούσας αίτησης αποσύρθηκε από τους δικηγόρους των Αιτητών κατά την ημέρα της ακρόασης. Επίσης οι ίδιοι δικηγόροι απέσυραν τη διαδικασία σε συνάρτηση με τους Εναγομένους 3, 4 & 5 με αποτέλεσμα η παρούσα αίτηση να περιοριστεί στο Παρακλητικό Β΄, κατά πόσο θα οριστικοποιηθεί ή ακυρωθεί και για τους Εναγόμενους 1 και
- Το διάταγμα το οποίο εξεδόθη από το Δικαστήριο με βάση την μονομερή αίτηση έχει ως εξής: (Β) Περαιτέρω ή διαζευκτικά προσωρινό διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να απαγορεύει και/ή εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπηρέτες αυτών από του: (ι) να μεταφέρουν εκτός Κύπρου περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1 και/ή περιουσιακά στοιχεία των Εναγομένων 1 τα οποία μεταβιβάστηκαν στους Εναγόμενους 5 βάσει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) μέχρι αξίας Ρωσικών Ρουβλιών 159.315.024,95 ή μέχρι αξίας σε Ευρώ 4.001.040,00 οποιοδήποτε από τα δύο ποσά είναι μεγαλύτερο και/ή (ιι) καθ' οιονδήποτε τρόπο να διαθέτουν και/ή να επιβαρύνουν και/ή να ελαττώνουν την αξία των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 και/ή των περιουσιακών στοιχείων των Εναγομένων 1 τα οποία μεταβιβάστηκαν στους Εναγόμενους 5 βάσει του περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγμα του 2013 (ΚΔΠ 104/2013) είτε αυτά βρίσκονται εντός ή εκτός Κύπρου μέχρι αξίας Ρωσικών Ρουβλιών 159.315.024,95 ή μέχρι αξίας σε Ευρώ 4.001.040,00 οποιοδήποτε από τα δύο ποσά είναι μεγαλύτερο. Βέβαια η απόσυρση της διαδικασίας εναντίον των Εναγομένων 5 περιορίζει την εμβέλεια του διατάγματος ανάλογα ως η δήλωση του κ. Παντελή. Στην εν λόγω αίτηση οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν πολυσέλιδες ενστάσεις που αφορούσαν την νομική αλλά και πραγματική αντίκρουση των θέσεων της πλευράς της Αιτήτριας Εταιρείας ως αυτή εξεφράσθη στην ένορκη δήλωση της Βίκης Παπά, ημερομηνίας 24.5.
- Κρίνω ότι οι ιδιάζουσες περιστάσεις που αποτέλεσαν - μεταξύ πολλών άλλων - το βάθρο της παρούσης Αίτησης θα πρέπει πρώτα απ' όλα να «δοκιμασθούν» στο πρωταρχικό ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί: Υπάρχει δικαιοδοτικής υφής δυνατότητα να εκδοθεί και να καταστεί στη συνέχεια απόλυτο διάταγμα τέτοιο που ως ενδιάμεση θεραπεία δυνάμει του άρθρου 32 του Ν.14/60 - μπορεί στην ουσία και στον τύπο του - να ανακαλέσει ή ακυρώσει έστω και προσωρινά ή ουσιωδώς περιορίσει την ισχύ αποτελεσμάτων που προκύπτουν άμεσα από την ισχύ νόμου της Πολιτείας; Είναι ξεκάθαρο - κατά την κρίση μου - ότι με την παρούσα αίτηση άμεσα ή έμμεσα σκοπείται η «αναστολή» ισχύος νόμου και κανονισμού ή των αποτελεσμάτων που ο νόμος ή ο κανονισμός επέφερε συγκεκριμένα στην Αιτήτρια. Όπως εύστοχα τίθεται στην ένσταση των Εναγομένων με την έκδοση και την οριστικοποίηση του ενδιάμεσου διατάγματος, με θεραπείες που εκδικάζουν την ουσία της Αγωγής, και έχοντας υπόψη ότι, επί του παρόντος, υπάρχουν Νόμοι και Διατάγματα, που οι Εναγόμενοι οφείλουν να εφαρμόσουν και/ή να συμμορφωθούν με αυτά, τίθεται το ερώτημα αν υπό τις περιστάσεις μπορεί το εκδοθέν διάταγμα να γίνει απόλυτο. Με την έκδοση του Διατάγματος, προσθέτουν, η Ενάγουσα ουσιαστικά επιτυγχάνει την μη εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί του επίδικου λογαριασμού τους οποίους διατηρούσε στην Εναγομένη 1, ως αξιώνει μέσω της παρούσας Αγωγής, και οι Εναγόμενοι 1 και 2 καλούνται να ενεργήσουν κατά παράβαση ισχυόντων Νόμων και Διαταγμάτων. Στην υπό κρίση υπόθεση έχουν σημασία τα κάτωθι: Ισχυρή βάση του αγώγιμου δικαιώματος της Αιτήτριας αφορά βέβαια την θέση περί αμελούς πράξης ή παράλειψης της Εναγομένης σε σχέση με μη εκτέλεση εντολής ή εντολών μεταφοράς ποσού που είχε ως αποτέλεσμα το κούρεμα της κατάθεσης και/ή του λογαριασμού της Αιτήτριας δυνάμει των νόμων και κανονισμών που εκδόθηκαν εν τω μεταξύ για αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης που ταλάνιζε την Κύπρο και για αποφυγή της κατάρρευσης των τραπεζών. Είναι η θέση της Ενάγουσας Εταιρείας ότι «εάν οι Εναγόμενοι 1 εκτελούσαν τις εντολές της και δεν ήταν αμελείς και εκπλήρωναν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις το ποσό των Ρωσικών ρουβλιών 159.315.024.95 θα είχε με ασφάλεια μεταφερθεί και δεν θα είχε υποστεί κούρεμα. Αμφισβητείται περαιτέρω «η νομιμότητα των διαταγμάτων» που αφορούν την Εναγόμενη 1 και/ή άλλως πως. Είναι σημαντικό να γίνει μια ιστορική καταγραφή των γεγονότων που αφορούν την υπόθεση και τα οποία βέβαια συντάραξαν όλη την Κυπριακή κοινωνία κατά και μετά τον Μάρτη 2013 λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης που βιώνει η Κύπρος κατά τα τελευταία έτη. Ιστορικό Το ιστορικό που έφερε την Κύπρο στην δεινή κρίση καθώς και τον τρόπο αντιμετώπισης της τον ουσιώδη χρόνο καταγράφεται συνοπτικά αλλά περιεκτικά στην απόφαση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας κ.α., Υπόθεση Αρ. 551/13, ημερομηνίας 7.6.2013 και θεωρώ χρήσιμο και σκόπιμο να το μεταφέρω στην μεγαλύτερη του έκταση: «Από το Μάιο του 2011 η Δημοκρατία, μετά από αλλεπάλληλες υποβαθμίσεις της πιστοληπτικής ικανότητας της από διεθνείς οίκους αξιολόγησης, απεκλείσθη από τις διεθνείς αγορές για σκοπούς δανειοδότησης. Τον Οκτώβριο του 2011 επήλθε η απομείωση των ομολόγων της Ελλάδος, η οποία επηρέασε την κεφαλαιακή βάση τόσο της Τράπεζας Κύπρου όσο και της Λαϊκής Τράπεζας, κατάσταση η οποία επεδεινώθη ως εκ της δυσμενούς εξέλιξης των χαρτοφυλακίων τους στην Ελλάδα και μεγάλης εκροής καταθέσεων, αλλά και ως εκ της συνεχούς υποβάθμισης των Ελληνικών και Κυπριακών ομολόγων. Εδόθη μάλιστα και κρατική στήριξη στη Λαϊκή ύψους €1.800.000.000 το Μάιο του
- Την 25.6.2012 η Δημοκρατία, αντιμετωπίζοντας τα σοβαρότατα προβλήματα τα οποία προέκυψαν το τελευταίο έτος ως εκ της αδυναμίας της να χρηματοδοτήσει τις ανάγκες της και να επιλύσει τις ανάγκες ανακεφαλαιοποίησης των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και δη της Λαϊκής Τράπεζας και της Τράπεζας Κύπρου, σε συνδυασμό και με χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας και των δημοσιονομικών, απεφάσισε και απευθύνθηκε για οικονομική βοήθεια στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης των χωρών του Ευρώ - Eurogroup - (EFSM&/ESM) και στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Πολύμηνες διαπραγματεύσεις οδήγησαν σε προκαταρκτικό Μνημόνιο Συναντίληψης το Νοέμβριο του
- Στην πορεία των πραγμάτων όμως, και εφ' όσον δεν επήρχετο οριστική κατάληξη, τα προβλήματα συνεχώς επιδεινώνοντο, με αυξημένες ανάγκες και πιέσεις κάλυψης των τρεχουσών υποχρεώσεων ως προς τα κρατικά δάνεια και τα δημοσιονομικά και με σοβαρή επιδείνωση των αφορώντων τις εν λόγω Τράπεζες λόγω μειωμένης ρευστότητας και συνεχιζομένων μεγάλων εκροών καταθέσεων όπως και μεγάλων κεφαλαιακών ελλειμμάτων τα οποία κατεδείχθησαν και σε μελέτη του οίκου PIMCO την 1.2.
- Η ήδη από καιρού αναληφθείσα προσφυγή στην έκτακτη ρευστότητα που παρέχεται από την Κεντρική Τράπεζα, με τη συμφωνία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, στο Emergency Liquidity Assistance (ELA) για σκοπούς στήριξης της Λαϊκής Τράπεζας συνεχίσθηκε και επεκτάθηκε το Φεβρουάριο του 2013 και στην Τράπεζα Κύπρου. Ήταν με το ούτω συνολικά διαμορφωθέν υπόβαθρο, που την 16.3.2013 η Κυβέρνηση κατέληξε σε πολιτική συμφωνία με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή οικονομικής βοήθειας €10.000.000.000 από το Eurogroup με ενδεχόμενη συνεισφορά και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ιδίων πόρων και δημοσιονομικών πολιτικών, περιλαμβανομένου ενός one-off stability levy επί όλων των καταθέσεων, ανασφάλιστων όσο και ασφαλισμένων. Νομοσχέδιο όμως, το οποίο η Κυβέρνηση παρουσίασε στη Βουλή προς υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας, απερρίφθη από τη Βουλή την 19.3.
- Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα απεφάσισε τότε την 21.3.2013 να διατηρήσει την έκτακτη παροχή ρευστότητας μέσω του ELA μόνο μέχρι την 25.3.2013, εκτός αν ετίθετο σε ισχύ πρόγραμμα της Ε.Ε. και του Δ.Ν.Τ. που θα διασφάλιζε τη φερεγγυότητα των εν λόγω τραπεζών. Να σημειωθεί ότι η Λαϊκή Τράπεζα είχε ήδη αξιοποιήσει όλα τα ενέχυρα της για απορρόφηση έκτακτης ρευστότητας και μάλιστα η Δημοκρατία της παρείχε και συνολική κρατική εγγύηση €1.000.000.000 για έκδοση ομολόγων για το σκοπό αυτό. Η εικόνα που προέκυπτε ήταν λοιπόν εκείνη του βεβαίου κινδύνου άμεσης χρεοκοπίας της Λαϊκής Τράπεζας και κατά συνέπεια και της Δημοκρατίας ως εγγυητού της σε σχέση με τα εν λόγω ομόλογα αλλά και ως υπόχρεας δυνάμει των δικών της κρατικών ομολόγων, με αλυσιδωτές επιπτώσεις στην Τράπεζα Κύπρου αλλά και σε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα και το κράτος. Οι επιπτώσεις θα αντανακλούσαν όχι μόνο στις ανασφάλιστες αλλά και στις ασφαλισμένες καταθέσεις, αφού δεν θα υπήρχαν τα διαθέσιμα 20 κρατικά ποσά προς κάλυψη των, δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων. Οι εξελίξεις ακολούθησαν αμέσως. Την επομένη 22.3.2013 η Βουλή ψήφισε νόμους που αφορούσαν προσπάθεια διάσωσης της οικονομίας και περιλάμβαναν τον περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμο του 2013 (Ν. 17(Ι)/2013)(εν τοις εφεξοίς «ο Νόμος»), δημοσιευθέντα την ίδια ημέρα. Την 25.3.2013 επετεύχθη νέα πολιτική συμφωνία της Κυβέρνησης με το Eurogroup στη βάση προγράμματος οικονομικής προσαρμογής που περιλάμβανε, αφ' ενός την παροχή της ίδιας οικονομικής βοήθειας των €10.000.000.000, και αφ' ετέρου τη λήψη μέτρων από τη Δημοκρατία στη βάση ίδιων πόρων και πολιτικών, περιλαμβανομένων των ακολούθων, περιεχομένων στο σχετικό εκδοθέν Eurogroup Statement on Cyprus: "
- Laiki will be resolved immediately - with full contribution of equity shareholders, bond holders and uninsured depositors - based on a decision by the Central Bank of Cyprus, using the newly adopted Bank Resolution Framework.
- Laiki will be split into a good bank and a bad bank. The bad bank will be run down over time.
- The good bank will be folded into Bank of Cyprus (BoC), using the Bank Resolution Framework, after having heard the Boards of Directors of BoC and Laiki. It will take 9 bn Euros of ELA with it. Only uninsured deposits in BoC will remain frozen until recapitalisation has been effected, and may subsequently be subject to appropriate conditions.
- The Governing Council of the ECB will provide liquidity to the BoC in line with applicable rules.
- BoC will be recapitalised through a deposit/equity conversion of uninsured deposits with full contribution of equity shareholders and bond holders.
- The conversion will be such that a capital ratio of 9% is secured by the end of the programme.
- All insured depositors in all banks will be fully protected in accordance with the relevant EU legislation.
- The programme money (up to 10bn Euros) will not be used to recapitalize Laiki and Bank of Cyprus." Είναι βέβαια κοινό έδαφος ότι εξεδόθησαν διάφορα διατάγματα στην συνέχεια από την Κεντρική Τράπεζα ως Αρχή Εξυγίανσης (Διατ. ΚΔΠ 93-97 και 103 και 104/2013). Επίσης δυνάμει του πιο πάνω Νόμου, κατά την ίδια ημερομηνία τέθηκε σε ισχύ και ο Περί της Επιβολής Περιοριστικών Μέτρων στις Συναλλαγές σε Περίπτωση Έκτακτης Ανάγκης Νόμος του 2013 (Ν.12(Ι)/2013). Σύμφωνα με τον εν λόγω Νόμο, δόθηκε η εξουσία στον Υπουργό Οικονομικών να επιβάλλει προσωρινά περιοριστικά μέτρα στα πιστωτικά ιδρύματα προς διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας. Στα πλαίσια αυτών των εξουσιών του, ο Υπουργός Οικονομικών εξέδωσε τα διαφορετικά Διατάγματα. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν. 17
(1)/2013, η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ορίζεται ως Αρχή Εξυγίανσης. Οι εξουσίες της Αρχής Εξυγίανσης καθορίζονται στο άρθρο 5 του Νόμου, και ειδικότερα, με βάση την παράγραφο 12(α) του εν λόγω άρθρου, παρέχεται στην Αρχή η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων για τους σκοπούς του Νόμου. Επίσης, στο άρθρο 12 γίνεται πρόνοια για τα μέτρα διάσωσης «με ίδια μέσα», και παρέχονται διάφορες εξουσίες στην Αρχή Εξυγίανσης, (και στον Υπουργό Δικαιοσύνης) συμπεριλαμβανομένων της απομείωσης ή μετατροπής των χρεών και υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση σε μετοχές ή άλλους τίτλους ιδιοκτησίας του ιδρύματος, μείωσης μέχρι και μηδενισμού της αξίας ή του οφειλόμενου ανεξόφλητου υπόλοιπου των χρεών και υποχρεώσεων του ιδρύματος που υπόκειται σε εξυγίανση, και της απαίτησης από το ίδρυμα που υπόκειται σε εξυγίανση να εκδώσει νέες μετοχές ή άλλους τίτλους τα οποία θα διατεθούν στα θιγόμενα από την εφαρμογή του μέτρου διάσωσης με ίδια μέσα μέρη. (Βλ. όμως και το νόμο 97
(1)/2013 ο οποίος αφορά την αλλαγή της σύνθεσης της Αρχής Εξυγίανσης). Προκύπτει ότι ο Ν. 17
(1)/2013 είναι ο βασικός Νόμος, ο οποίος δίνει τόσο τη δικαιοδοτική δυνατότητα έκδοσης Διαταγμάτων από την Αρχή Εξυγίανσης για τα μέτρα διάσωσης με ίδια μέσα, αλλά και προσδιορίζει τις εξουσίες της Αρχής Εξυγίανσης με τη λήψη συγκεκριμένων μέτρων. Αυτά τα μέτρα αποτελούν το αντικείμενο του Διατάγματος Κ.Δ.Π. 103/2013, το οποίο ουσιαστικά καθορίζει και υλοποιεί τα μέτρα που περιέχονται στο άρθρο 12 του Νόμου. Με το Διάταγμα Κ.Δ.Π. 103/2013 βασικά τίθενται σε εφαρμογή τα μέτρα διάσωσης, όπως αυτά προβλέπονται στο άρθρο 12 του Νόμου, μετά την κοινή απόφαση της Αρχής Εξυγίανσης και του Υπουργού Οικονομικών. Η ΚΔΠ 104/2013 αφορά την Λαϊκή Τράπεζα και ο σκοπός της είναι η απαίτηση πώλησης ορισμένων εργασιών της Τράπεζας στην Τράπεζα Κύπρου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 7
(1)(Β) και 9 του Νόμου και της παρ.5 του Διατάγματος. Σημειώνεται ότι τα άλλα διατάγματα που αναφέρονται είναι παρεμφερή αλλά δεν χρειάζεται ειδική ενασχόληση μ' αυτά εφόσον τα νομικά σημεία είναι κοινά ως προκύπτοντα κυρίως από τις ΚΔΠ103 και 104/13. Πάντως δυνάμει της ΚΔΠ 94/2013 επιτεύχθηκε η πώληση εργασιών της Εναγομένης 1 «με σκοπό τη διαφύλαξη της οικονομικής κατάστασης της Εναγομένης 1». Το ratio της απόφασης Χριστοδούλου Η απόφαση Μυρτώ Χριστοδούλου ν. Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου κ.α. Αρ. Υπόθεσης 551/13, ημερομηνίας 7.6.2013 έθεσε τα εξής σημαντικά σε σχέση με το θεσπισθέντα νόμο και τα σχετικά διατάγματα: «Ο «επηρεασμός» των καταθέσεών τους από τις πρόνοιες του Διατάγματος ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης, και προς όφελος, της ίδιας της τράπεζας προς την οποία και απευθύνεται το Διάταγμα και διέρχεται επίσης μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσής της. Καθ' όσον η συμβατική οφειλή της τράπεζας προς τον καταθέτη επηρεάζεται, ο καταθέτης είναι πρωτίστως προς την τράπεζα που θα πρέπει να στραφεί σε αστική διαδικασία, ως παραβαίνουσα τις συμβατικές υποχρεώσεις της για αποπληρωμή της κατάθεσης, με ενδεχόμενη περαιτέρω επέκταση της αστικής διαδικασίας στη Δημοκρατία, ως προκαλέσασα τον επηρεασμό της συμβατικής οφειλής δια του Διατάγματος. Στα πλαίσια εκείνα τότε είναι που θα κριθεί η νομιμότητα της όποιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων της τράπεζας, διερχόμενης μέσα από την παρέμβαση δια των ενεργειών της Πολιτείας αλλά και ενδεχομένως ευρύτερα των εμπλεκομένων Ευρωπαϊκών οργάνων και άλλων, με αναφορά και σε συνταγματικές διαστάσεις αλλά και σε διαστάσεις Ευρωπαϊκού δικαίου. Και ο έλεγχος θα περιλαμβάνει όλα όσα έχουν ήδη λεχθεί αναφορικά με τους καταθέτες της Λαϊκής, αλλά και όλα όσα έχουν ιδιαίτερη σημασία (ως εκ της διαφοράς του μέτρου εξυγίανσης) αναφορικά με τους καταθέτες της Τράπεζας Κύπρου, και δη το υποχρεωτικό της μετατροπής καταθέσεων σε μετοχές, το αιτιολογημένο της έκτασης του και την επάρκεια του ανταλλάγματος, το κατά πόσο ήταν συμφέρουσα η αποξένωση των εργασιών της Ελλάδος (Διάταγμα 96), τις προτεραιότητες και εξασφαλίσεις, το άνισο ως εκ της εξαίρεσης καταθέσεων (με ιδιαίτερη αναφορά στο Παράρτημα Δ), και την πιστότητα της αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της Τράπεζας Κύπρου. Και, ευρύτερα, την όποια προηγηθείσα ευθύνη για την κατάληξη των τραπεζών στην κατάσταση που ευρέθησαν και την όποια αποτυχία κάλυψης των ασφαλισμένων καταθέσεων δυνάμει των σχετικών Σχεδίων Προστασίας Καταθέσεων, που ενδεχομένως να αντανακλούν στην έκταση των μέτρων εξυγίανσης.» Ακόμα είναι σημαντικό να προσεχθεί το ακόλουθο απόσπασμα από την Χριστοδούλου: «Η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία, και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Ο λογαριασμός του με την Τράπεζα δεν του δίδει δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά ακριβώς το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Η θέση του καταθέτη σε θυρίδα της τράπεζας είναι εντελώς διαφορετική, αφού εκείνος διατηρεί την ιδιοκτησία του στα συγκεκριμένα χρήματα ή άλλα αντικείμενα που ευρίσκονται στη θυρίδα. Ο μέτοχος της τράπεζας διαφέρει βεβαίως από τον καταθέτη κατά το ότι είναι ιδιοκτήτης αναλόγου μεριδίου της περιουσίας της τράπεζας, ο όποιος δικός του όμως επηρεασμός θα μπορούσε να συναρτάτο μόνο προς επηρεασμό των ίδιων των μετοχών του.» Πρόσθετα η εν λόγω υπόθεση καθόρισε τις πιθανές παραμέτρους θεραπειών φυσικών και νομικών προσώπων σε σχέση με καταθέσεις που κουρεύτηκαν στα ευρύτερα πλαίσια αστικής διεκδίκησης ως εξής: «Βεβαίως, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το αντικείμενο των αστικών διαδικασιών δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η όποια χρηματική ζημία στους καταθέτες κατέστη προκύπτουσα από ενέργειες των τραπεζών, της Πολιτείας ή των εμπλεκομένων οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων. Και το ζητούμενο θα είναι, σε τελευταία ανάλυση, αυτό που το ίδιο το άρθρο 3
(2)(δ) του Νόμου προνοεί, εκφράζοντας, όπως είπαμε, πάγιες νομικές αρχές - το κατά πόσο η ζημία στους καταθέτες είναι μεγαλύτερη από αυτή που θα υφίσταντο αν τα διατάγματα δεν είχαν εκδοθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους. Δεν θα μπορούσαν δηλαδή οι καταθέτες να ευρίσκονται σε δυσμενέστερη εκείνης θέση, όπως όμως δεν θα μπορούσαν να ευρίσκοντο ποτέ και σε ευνοϊκότερη - και τούτο πρέπει να είναι συνεχώς υπόψη, διότι είναι τα δεδομένα που αφορούν την κατάσταση των τραπεζών κατά το χρόνο των Διαταγμάτων που καθορίζουν και την πραγματική αξία των καταθέσεων κατά το χρόνο εκείνο, με κυρίαρχο στοιχείο ότι οι καταθέτες δεν είναι παρά πιστωτές της τράπεζας.» Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω είναι η κατάληξη μου ότι η έκδοση του αιτουμένου διατάγματος ως ενδιάμεσης θεραπείας θα ισοδυναμούσε με παράβαση των σχετικών νόμων και κανονισμών και δεν μπορούν να εκδοθούν - το τονίζω - στα πλαίσια μιας ενδιάμεσης θεραπείας όπου τα πράγματα κρίνονται μόνο εκ πρώτης όψεως ως ενδείξεις δικαιωμάτων και δεν είναι δυνατόν να γίνει ανάλυση που αφορά και επηρεάζει την ουσία της υπόθεσης. Δεν μπορεί το Δικαστήριο να παρεμποδίσει με την μορφή πάντα μιας ενδιάμεσης διαδικασίας την ισχύ και την εμβέλεια Κανονιστικών Πράξεων και νόμου των δυο άλλων εξουσιών του Κράτους τα οποία κρίθηκαν αναγκαία μέτρα για να αποσοβηθεί ο κίνδυνος άμεσης χρεοκοπίας και της περιαγωγής όλων των πολιτών σε δεινή θέση πιθανόν εκ του κλεισίματος των δυο πιο μεγάλων τραπεζών της χώρας και της παντελούς έλλειψης ρευστότητας. Αυτή μου η τοποθέτηση δεν σημαίνει ότι η Ενάγουσα Εταιρεία δεν μπορεί να πετύχει στις αιτούμενες ή κάποιες των αιτούμενων θεραπειών στην αγωγή. Εκείνο όμως που θεωρώ ως απόλυτη προϋπόθεση, της μη ύπαρξης δικαιοδοσίας στο πραγματικό βάθρο της Αίτησης, είναι να ζητείται δια ενδιάμεσης θεραπείας η παράβαση ή παράκαμψη νόμου και Κανονισμών έστω και σε συνάρτηση με το πρόσωπο μόνο ενός καταθέτη (εδώ της Αιτήτριας). Αν περιουσιακά στοιχεία είτε της Λαϊκής είτε της Τράπεζας Κύπρου δεσμευτούν ευθέως αυτό αποτελεί όχι μόνο εμπόδιο στην εφαρμογή ενός νόμου και κανονισμού που φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και το τεκμήριο της συνταγματικότητας αλλά στην ουσία θα καταλήγαμε σε καταστρατήγηση τόσο του γράμματος όσο και του πνεύματος των σχετικών νόμων. Είναι γνωστό ότι «η αμφισβήτηση της συνταγματικότητας νόμου δεν αναστέλλει την ισχύ του. Παραμένει ισχυρός μέχρις ότου κηρυχθεί αντισυνταγματικός» (βλ. Efthymiou A. Enterprises κ.α. ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου κ.α. (Αρ.2)
(1998)1(Γ) 1596). Περαιτέρω και πέραν από την διαπίστωση αυτή, εν πάση περιπτώσει, κρίνεται ότι όντως - όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα και οι εξελίξεις (βλ. πιο πάνω) - η παρούσα διαδικασία δεικνύει ότι οι κυρίως αιτούμενες θεραπείες δεν έχουν αντικείμενο. Στο βαθμό που οι καταθέσεις της Αιτήτριας-Ενάγουσας συνθέτουν το ενεργητικό της Λαϊκής σημειώνεται πως ακριβώς ότι προνοούσε το Διάταγμα ΚΔΠ104/2013 (και αναλογικά η ΚΔΠ103/13) έχει συντελεσθεί στις 29.3.2013 ώρα 6.10 το πρωί. Οπότε, εκτός των πιο πάνω παρατηρήσεων ότι το τεκμήριο της νομιμότητας και συνταγματικότητας του Νόμου, λειτουργώντας ως θα έπρεπε, δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε έκδοση ενδιαμέσων διαταγμάτων αυτής της φύσης, και τα ίδια τα διατάγματα δεν είχαν αντικείμενο όταν υποβαλλόταν η σχετική αίτηση και ήταν εκ των πραγμάτων αδύνατο να εφαρμοσθούν. Είναι ορθό ότι η παρεμπόδιση πράξεων που συντελέσθηκαν ως αναγκαία νομοθετικά μέτρα εκθέτει την ίδια την διαδικασία αφού ουσιαστικά επιδιώκεται η μη συμμόρφωση με τους νόμους και κανονισμούς. Αφενός επιδιώκεται η μη συμμόρφωσή της με τους νόμους και τα Διατάγματα Κ.Δ.Π. 94/2013 και Κ.Δ.Π. 104/2013, που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου στις 25/3/2013 και 29/3/2013 αντίστοιχα, τα οποία βρίσκονται, επί του παρόντος, σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή και αφετέρου της στερείται το δικαίωμα να εφαρμόσει τα μέτρα εξυγίανσης επί τους επίδικους λογαριασμούς που σκοπό έχουν την εξυγίανσή της. Ως εκ των ανωτέρω διαφαίνεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα αντιβαίνουν ρητές πρόνοιες της Κυπριακής νομοθεσίας οι οποίες είναι, επί του παρόντος, σε ισχύ. Αυτό κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει σε ενδιάμεσες αιτήσεις τέτοιου είδους. Ο κ. Παντελή θέλησε να διαφοροποιήσει στην αγόρευση του την παρούσα υπόθεση λόγω της προΰπαρξης σαφούς εντολής πριν τον ουσιώδη χρόνο της θέσπισης των σχετικών νόμων. Μ' όλο το σεβασμό αυτή η διαφοροποίηση αγγίζει το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας Εταιρείας, όχι τα λοιπά δεδομένα που πρέπει ή δεν πρέπει να επηρεάσουν την προσέγγιση του Δικαστηρίου σε μια ενδιάμεση θεραπεία αυτής της φύσεως. Δια της παρούσης Αίτησης ουσιαστικά καλούνται οι Εναγόμενοι να αναιρέσουν την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί των επίδικων λογαριασμών, πράξη, η οποία, ως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χριστοδούλου και άλλων v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις Αρ. 551/2013 και άλλες, ημερομηνίας 7/6/2013, έχει ήδη εκτελεσθεί από τους Εναγομένους προς συμμόρφωση με το σχετικό Νόμο και Διατάγματα. Συγκεκριμένα, η πλειοψηφία της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διά του κ. Χατζηχαμπή Π, ανάφερε ότι: «Δεδομένου ότι, όπως ετόνισε ιδιαιτέρως ο Γενικός Εισαγγελέας, οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί, ακόμα και στην περίπτωση εκείνη το μόνο που θα μπορούσαν οι καταθέτες Αιτητές να είχαν ως μέτρο ικανοποίησης τους θα ήταν, σύμφωνα με το Άρθρο 146 και τη νομολογία, το δικαίωμα αγωγής ως προς τη ζημιά που θα είχαν υποστεί λόγω των Διαταγμάτων που θα ακυρώνοντο. Και η αποτίμηση της ζημιάς αυτής δεν θα μπορούσε παρά να αναδείκνυε, ως το ζητούμενο, και πάλι το κατά πόσο, με την έκδοση των Διαταγμάτων, οι καταθέτες Αιτητές ευρέθηκαν σε δυσμενέστερη θέση από εκείνη που θα ευρίσκοντο αν τα Διατάγματα δεν είχαν ακυρωθεί και οι τράπεζες είχαν αφεθεί στην πορεία τους.» Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι οι καταθέτες (εδώ η Ενάγουσα) δύνανται ως μέτρο ικανοποίησης να εγείρουν Αγωγή για αποζημιώσεις ως προς την ζημιά που υπέστηκαν δυνάμει της εφαρμογής των μέτρων εξυγίανσης επί των επίδικων λογαριασμών που διατηρούνταν στην Εναγομένη 1 και όχι να καταχωρίσουν ενδιάμεση αίτηση μέσω της οποίας να εξαιτούνται συντηρητικά διατάγματα για παγοποίηση των λογαριασμών τους, ή μη εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης επί τους λογαριασμούς τους ή κάτι παρόμοιο λόγω του ότι οι πράξεις που περιέχονται στα Διατάγματα έχουν ήδη εκτελεσθεί. Επομένως, οιαδήποτε διατάγματα αποσκοπούν στη μη εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, τα οποία έχουν ήδη επιβληθεί, συντελεστεί και εκτελεσθεί επί των λογαριασμών των καταθετών Αιτητών, αναπόφευκτα θα πρέπει να απορριφθούν ή αν έχουν εκδοθεί μονομερώς, θα πρέπει να ακυρωθούν γιατί εξ αντικειμένου δεν μπορούν να εφαρμοστούν και δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν σε ο,τιδήποτε. Έχω προβληματισθεί αν θα έπρεπε να εξετάσω, παρά την πιο πάνω μου αντίκριση, και την εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν.14/60. Εν όψει του ότι - κατά την κρίση μου - το ζήτημα έχει εξετασθεί κατά κάποιο τρόπο «προδικαστικά» ως θέμα ύπαρξης δικαιοδοσίας θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του Δικαστηρίου να προβεί σε ένα τέτοιο εγχείρημα. Εξ άλλου και σαν θέμα εξέτασης της ευχέρειας να εξετάζετο, δεν θα έκρινα - υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης - υπέρτερο το δικαίωμα της ενάγουσας έναντι άλλων καταθετών. Το καλώς νοούμενο δημόσιο συμφέρον και η ανάγκη ύπαρξης ισονομίας δεν θα με οδηγούσε σε έκδοση μιας ενδιάμεσης θεραπείας της φύσεως της παρούσης Αίτησης. Η αξίωση για αποζημιώσεις της Ενάγουσας θα πρέπει να αφεθεί να δικασθεί στην ουσία της και εκεί - όπου απαιτείται μια αναλυτική και εις βάθος προσέγγιση των πραγμάτων - να κριθούν τελειωτικά τα επίδικα θέματα. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει κρίνω ότι η αίτηση πρέπει να αποτύχει και απορρίπτεται. Το διάταγμα ακυρώνεται. Τα έξοδα κρίνεται, υπό τις άκρως ιδιάζουσες περιστάσεις της υπόθεσης, ότι είναι ορθότερο να είναι έξοδα δίκης αλλά όχι εναντίον των Εναγομένων. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Συντηρητικό Διάταγμα / κουρέματα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο