← Κύπρος

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2455/06, 30/12/2013

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2455/06, 30/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A418 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2455/06 Μεταξύ: ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΑΓΙΟΥ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΤΟΥ ΚΑΠΠΑΔΟΚΟΥ ΚΥΠΕΡΟΥΝΤΑΣ Ενάγουσας ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΓΡΟΥ Εναγομένης Ημερομηνία: 30.12.2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κα Σιακαλλή Για Εναγομένη: κ. Α. Βρυωνίδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η Ενάγουσα ζητά όπως επιδικαστεί προς όφελος της και εναντίον της Εναγομένης ποσό Λ.Κ.190.719 σεντ πλέον τόκος και έξοδα. Βασίζει την απαίτηση της σε δύο εγγυητικές επιστολές, οι οποίες εκδόθηκαν προς όφελος της Ενάγουσας, η μεν μία για πιστή τήρηση των όρων της συμφωνίας για ανοικοδόμηση του Ιερού Ναού Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου Κυπερούντας, ημερομηνίας 1.3.2002, για το ποσό των Λ.Κ.115.480 και η άλλη για το ποσό των Λ.Κ.86.628, αυτή ως εγγυητική επιστολή προκαταβολής. Βάσει του τελευταίου διατακτικού του αρχιτέκτονα ημερ. 4.11.05 η ευθύνη της Εναγομένης για τη δεύτερη εγγυητική επιστολή περιορίστηκε σε Λ.Κ.75.239,

  1. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η Εναγομένη θα πλήρωνε τα προαναφερόμενα ποσά χωρίς αναφορά στους ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΒΙΟΛΑΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, που ήταν ο εργολάβος, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους τους, αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαιτήσεως της Ενάγουσας στην οποία η Ενάγουσα θα ανέφερε ότι οι αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας και ότι ζητούν πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση αυτή. Η ευθύνη της Εναγόμενης θα μειωνόταν σταδιακά με ποσόν ίσο με το ποσό των μηνιαίων αποκοπών που θα γίνονται από τα πιστοποιητικά εκτέλεσης εργασίας που θα εκδίδουν οι αρχιτέκτονες και θα προσκόμιζαν ο εργολάβος ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΒΙΟΛΑΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ και τα οποία θα προσυπογράφονταν από τους Ενάγοντες. Σε χρόνο ουσιώδη για την παρούσα αγωγή και κατά τη διάρκεια ισχύος των εγγυητικών επιστολών, σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, ο πιο πάνω εργολάβος του έργου παρέβη τους όρους της συμφωνίας, για την οικοδόμηση του Ναού, ημερομηνίας 1.3.
  2. Η Ενάγουσα με επιστολές ημερ. 24.5.05 και 30.11.05 κάλεσε την Εναγομένη να πληρώσει τα πιο πάνω ποσά των εγγυητικών, αλλά αυτή παρέλειψε να ανταποκριθεί και οφείλει το ποσό της απαίτησης πλέον τόκους. Η Εναγομένη καταχώρισε Υπεράσπιση, τροποποιημένη, στις 21.1.13, στην οποία εγείρει δύο προδικαστικές ενστάσεις: (α) Ότι η διάλυση της εταιρείας Γεώργιος Σ. Βιολάρης & Υιοι Λτδ πρόδηλα και αυτονόητα αποτελεί σοβαρό δυσμενή επηρεασμό σε βάρος της Εναγομένης εξαιτίας της καθυστέρησης που παρατηρήθηκε στη διεκπεραίωση της υπόθεσης και υπάρχει κίνδυνος μη διεξαγωγής και/ή μη δυνατότητας διεξαγωγής δίκαιης δίκης ενόψει της καθυστέρησης. (β) Η Ενάγουσα ήταν υπαίτια παρατεταμένης, υπερβολικής, ασυνήθους και/ή αδικαιολόγητης καθυστέρησης ένεκα της τροποποίησης της Έκθεσης Απαίτησης και στην μη προώθηση της αγωγής με αποτέλεσμα η εταιρεία, εργολάβος του έργου, να διαλυθεί και να υπάρχει κίνδυνος μη διεξαγωγής δίκαιης δίκης και να είναι άδικο να χορηγηθούν στην Ενάγουσα οι αιτούμενες θεραπείες. Η Εναγομένη παραδέχεται ότι κατά την ιδία ημερομηνία που είχε δοθεί η εγγυητική, που αφορούσε την πιστή τήρηση του συμβολαίου ημερομηνίας 1.3.2002, για την ανέγερση του Ναού στην Κυπερούντα, είχε δοθεί και δεύτερη εγγυητική επιστολή που αφορούσε την προκαταβολή. Επίσης ισχυρίζεται ότι υπεγράφη νέα συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και του εργολάβου, με ημερομηνία 11.9.2002, η οποία ανέτρεψε όρους και πρόνοιες της συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.2002, χωρίς να τεθεί σε γνώση της Εναγομένης, της οποίας η ευθύνη με βάση τις ρηθείσες εγγυητικές περιοριζόταν στη συγκεκριμένη συμφωνία. Η Ενάγουσα παρέλειψε να καταβάλει έγκαιρα το συμφωνηθέν ποσό της προκαταβολής, ως επίσης και διάφορα ποσά που αφορούσαν εκτελεσθείσες εργασίες, με αποτέλεσμα η εταιρεία, ο εργολάβος, να διακόψει τις εργασίες. Με τη νέα συμφωνία τροποποιήθηκε και ο χρόνος αποπεράτωσης του έργου. Έτσι η Εναγομένη απαλλάσσεται από οποιαδήποτε υποχρέωση. Η Ενάγουσα εμποδιζόταν να εγείρει καθ΄ οιονδήποτε στάδιο απαίτηση εναντίον της Εναγομένης, από τη στιγμή που η ίδια, όχι μόνο είχε τροποποιήσει την αρχική συμφωνία ημερ. 1.3.2002, αλλά ουδέποτε είχε προβεί στην καταγγελία της πιο πάνω συμφωνίας και/ή στον τερματισμό της. Ο τερματισμός της μεταγενέστερης συμφωνίας έγινε πολύ αργότερα και συγκεκριμένα περί τα μέσα του 2006, χωρίς ποτέ να προβεί σε οιανδήποτε ενημέρωση της Εναγομένης. Μ α ρ τ υ ρ ί α Για να αποδείξει την υπόθεσή της η Ενάγουσα κάλεσε ως πρώτο μάρτυρα τον Πατήρ Ιωάννη Ιωάννου. Κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του γραπτή δήλωση, στην οποία, μεταξύ άλλων, λέγει ότι είναι ο ιερέας που λειτουργεί στον Ιερό Ναό Αγίου Αρσενίου Καππαδόκου στην Κυπερούντα και πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού τούτου, η οποία είναι Ενάγουσα στην παρούσα αγωγή. Την 1.3.2002 υπέγραψαν συμφωνία με την εταιρεία ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΒΙΟΛΑΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, για ανέγερση του Ναού και η αξία του έργου ήταν Λ.Κ.1.154.850 (€1.973.178,30 σεντ). Σύμφωνα με το συμβόλαιο κατεβλήθη το ποσό των Λ.Κ.115.480 (€197.309,29 σεντ) ως προκαταβολή. Στις 22.6.2002 η Εναγομένη, η οποία ασχολείται με την παροχή τραπεζικών και άλλων συναφών εργασιών, εξέδωσε προς όφελος της Ενάγουσας δύο εγγυητικές επιστολές τις οποίες παρέδωσε ο εργολάβος στις 15.8.2002 στους Ενάγοντες. Η μία εγγυητική αφορούσε την πιστή εκτέλεση της μεταξύ των μερών συμφωνίας για την οικοδόμηση του νέου Ιερού Ναού και η άλλη την προκαταβολή, ως η συμφωνία. Η πρώτη εγγυητική, ημερ. 22.6.2002 ήταν για το ποσό των Λ.Κ.115.480 (€197.309,29) η οποία είχε ισχύ μέχρι την 31.3.2005 και η δεύτερη, ημερ. 22.6.2002, για το ποσό των Λ.Κ.115.480 (€197.309,29 σεντ), η οποία είχε ισχύ μέχρι την 31.3.2005, η οποία θα μειωνόταν σταδιακά ανάλογα με την εκτελεσθείσα εργασία στο έργο ως αναφέρεται από καιρού εις καιρόν στα διατακτικά του αρχιτέκτονα. Οι δύο εγγυητικές επιστολές έληγαν στις 31.3.2005 και ως εκ τούτου περί την 28.3.2005 δόθηκαν στην Εκκλησιαστική Επιτροπή δύο νέες εγγυητικές επιστολές εκ μέρους του εργολάβου από τη ΣΠΕ Αγρού με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις ως και οι προηγούμενες με ισχύ από την 28.3.2005 μέχρι και την 31.3.
  3. Ανάλογα με το ποσό των μηνιαίων αποκοπών, την 28.3.2005 η εγγυητική προκαταβολής εκδόθηκε για το ποσό των €148.014,02 σεντ (Λ.Κ.86.628,76 σεντ). Λόγω των πολλών καθυστερήσεων στη διεκπεραίωση των εργασιών ανέγερσης του Ναού, κακοτεχνιών που παρατηρήθηκαν στην ανέγερσή του, της μη τήρησης του προγράμματος εξέλιξης των εργασιών από την εταιρεία, αλλά και γενικά στη μη πιστή τήρηση των υποχρεώσεων που ανέλαβε η εταιρεία προς την Ενάγουσα, αναγκάστηκαν να προβούν στις 24.4.2005 σε γραπτή απαίτηση προς τη ΣΠΕ Αγρού για πληρωμή κάτω από τις δύο εγγυητικές πιστής εκτέλεσης και προκαταβολής. Η γραπτή τους απαίτηση συνοδευόταν από σχετική επιστολή του αρχιτέκτονα του έργου, που επεξηγούσε τους λόγους της απαίτησης για πληρωμή, για την καταβολή των ποσών Λ.Κ.115.480 δυνάμει της εγγυητικής πιστής εκτέλεσης και Λ.Κ.85.011,21 δυνάμει της εγγυητικής επιστολής της προκαταβολής, αφού το ποσό της εκτελεσθείσας εργασίας είχε εν τω μεταξύ αυξηθεί. Η Εναγομένη, με επιστολή της ημερομηνίας 30.5.2005, ζήτησε αντίγραφο της σύμβασης. Η Εναγομένη αρνείται να πληρώσει τα πιο πάνω ποσά. Περί το Δεκέμβρη του 2005, λόγω του ότι οι εργασίες στο εργοτάξιο συνεχίστηκαν εν μέρει, η απαίτηση της Ενάγουσας σε σχέση με τη δεύτερη εγγυητική περιορίζεται στο ποσό των Λ.Κ.73.698,62 πλέον τόκοι. Ένεκα της άρνησης της Εναγομένης να καταβάλει τα ποσά των εγγυητικών, η Ενάγουσα υπέστη ζημιά ίση με τα ποσά των εγγυητικών. Η Ενάγουσα αναγκάστηκε να τερματίσει με επιστολή των δικηγόρων της στις 2.5.2006 το συμβόλαιο της με την εργοληπτική εταιρεία και ανάθεσαν σε επιμετρητή ποσοτήτων να προβεί σε έρευνα και έκθεση για τη γενική κατάσταση του εργοταξίου καθώς και της ζημιάς η οποία προκλήθηκε από την καθυστέρηση. Η ζημιά της Ενάγουσας από τις παραβάσεις του εργολάβου ανέρχεται στα €334.330,34 σεντ. Σε νέα του γραπτή δήλωση ο μάρτυρας αναφέρει ότι σε συνέχιση της πρώτης του γραπτής δήλωσης και ενόψει της τροποποιημένης Υπεράσπισης της Εναγομένης, λόγω του ότι οι επίδικες εγγυητικές καθυστέρησαν να δοθούν στην Ενάγουσα, η Ενάγουσα δεν πλήρωσε την προκαταβολή. Έτσι επήλθε καθυστέρηση στο έργο περίπου 5 μήνες μέχρι και την παράδοση των δύο εγγυητικών σ΄ αυτόν στις 15.8.
  4. Μετά από διαβουλεύσεις, η Ενάγουσα συγκατατέθηκε σε εισήγηση του εργολάβου στην παράταση της προθεσμίας παράδοσης του έργου για 3 μήνες, ώστε να καλυφθεί η καθυστέρηση των 5 μηνών. Ο εργολάβος διαβεβαίωσε για την παράδοση του έργου μέχρι τέλη Ιουνίου 2005 και αυτό τέθηκε γραπτώς. Η παράταση παράδοσης του έργου ουδόλως επηρεάζει οποιοδήποτε άλλο όρο της συμφωνίας ημερ. 1.3.2002, η οποία εξακολουθούσε να ισχύει. Αφού πληρώθηκε η προκαταβολή περί τις 11.9.2002, τότε οι κατασκευαστικές εργασίες στο έργο από τον εργολάβο ξεκίνησαν. Μέχρι την 31.3.2005 δεν είχε συμπληρωθεί ούτε το ένα τρίτο των κατασκευαστικών εργασιών από τον εργολάβο. Ο αρχιτέκτονας του έργου σε γραπτά σημειώματά του προς τον εργολάβο παραπονείτο για αδικαιολόγητες καθυστερήσεις στο έργο και καλούσε τον εργολάβο σε συμμόρφωση, χωρίς ανταπόκριση. Ο εργολάβος αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας και γι΄ αυτό δεν προχωρούσε το έργο. Το έργο δεν ολοκληρώθηκε μέχρι τέλος Ιουνίου
  5. Ούτε το 1/3 του έργου ολοκληρώθηκε και προέβηκαν σε υποβολή γραπτής απαίτησης για πληρωμή των επίδικων εγγυητικών στην Εναγομένη. Μέχρι το Δεκέμβριο του 2005 τερματίστηκε από την Ενάγουσα η συμφωνία εργολαβίας και ο εργολάβος αποχώρησε από το εργοτάξιο. Μέχρι τότε είχε συμπληρωθεί το 1/3 του έργου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήρια τις εγγυητικές (Τεκμήριο Α4 και Α5) που ίσχυαν μέχρι την 31.3.
  6. Οι αρχικές είχαν δοθεί στις 22.6.2002, Τεκμήριο Α2 και Α1, και ίσχυαν μέχρι την 31.3.2005 και οι οποίες ανανεώθηκαν και ίσχυαν μέχρι την 31.3.
  7. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο, μεταξύ άλλων, το συμβόλαιο ημερομηνίας 1.3.2002, Τεκμήριο Α
  8. Περιόρισε επίσης το ποσό που απαιτεί η Ενάγουσα, στην παράγραφο 8 της Έκθεσης Απαίτησης σε £73.658,62 σεντ. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας είπε ότι η ΣΠΕ τους έδωσε εγγυητικές για την πιστή τήρηση ενός συμβολαίου. Το συμβόλαιο Τεκμήριο Α18 υπογράφηκε 1.3.
  9. Έπρεπε με βάση το συμβόλαιο να δώσουν την προκαταβολή. Δεν την έδωσαν. Την ημέρα που υπόγραψαν δεν είχε εγγυητικές. Τους υποσχέθηκε ότι θα τις φέρει σε μια εβδομάδα, επειδή σε μια εβδομάδα θα συνεδρίαζε η ΣΠΕ. Αυτό έγινε μετά από μήνες. Έφθασαν οι εγγυητικές τον Αύγουστο του ιδίου έτους. Ο κ. Βιολάρης έπρεπε να έχει τις εγγυητικές και αυτοί να δώσουν την προκαταβολή. Από αυτούς τηρήθηκε πλήρως το συμβόλαιο. Από την πλευρά του κ. Βιολάρη δεν τηρήθηκε. Η παράλειψη έγινε από μέρους του κ. Βιολάρη. Έκαναν κάποιες προσπάθειες μέσω της Μητροπόλεως. Έκαναν συμπληρωματική συμφωνία 11.9.2002, Τεκμήριο Α
  10. Δεν ενημέρωσαν τη ΣΠΕ Αγρού γι΄ αυτή τη συμφωνία. Οι εγγυητικές Α1 και Α2 ισχύουν μέχρι 31.3.
  11. Η ανανέωση αυτών των εγγυητικών έγινε στις 28.3.
  12. Απαίτησαν να τους πληρώσει τις εγγυητικές όταν διαπίστωσαν ότι ο κ. Βιολάρης δεν θα ολοκλήρωνε το έργο. Ο λόγος που ζήτησαν την ανανέωση ήταν για να πληρωθούν. Ήταν η προσδοκία του ιδίου του κ. Βιολάρη ότι θα αποπερατώσει το έργο. Αυτοί διαπίστωσαν από πριν ότι δεν θα μπορούσε να το ολοκληρώσει. Ούτε το ¼ της εργασίας είχε τελειώσει. Ο τερματισμός της συμφωνίας έγινε με επιστολή του δικηγόρου, ημερομηνίες δεν θυμάται, ήταν μέσα σ΄ εκείνο το μήνα του Δεκεμβρίου του
  13. Χωρίς να ακυρωθεί το έγγραφο ζήτησαν την πληρωμή των εγγυητικών. Μεταξύ πρώτων μηνών του 2005 σταμάτησε τις εργασίες και επανήλθε Οκτώβριο του
  14. Γι΄ αυτό ζήτησαν και την πληρωμή των εγγυητικών. Από την ημερομηνία διεκδίκησης της εγγυητικής μέχρι τέλος του 2005 ο εργολάβος έκαμε δουλειά €161.000 περίπου, πιστοποιημένη από τον αρχιτέκτονα. Μετά από την επιστολή της λύσης του συμβολαίου μας πρότεινε ο κ. Βιολάρης να αναλάβει άλλη εταιρεία που είχε σχέση με τους γιους του. Δεν έγινε οποιαδήποτε κατάληξη. Μ.Ε.2 κατέθεσε ο Αντώνιος Πρωτοπαπάς. Κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στη γραπτή του δήλωση λέγει ότι είναι αρχιτέκτονας και διορίστηκε από τους Ενάγοντες ως ο αρχιτέκτονας του έργου. Με τους Ενάγοντες και την εταιρεία, εργολάβο, είχε σχεδόν καθημερινή επαφή και έχει γνώση των περιστατικών λόγω της προσωπικής του εμπλοκής. Ήταν προϋπόθεση για την έναρξη του έργου, η παροχή από τον εργολάβο εγγυητικών για την προκαταβολή που θα πλήρωναν, οι Ενάγοντες, και για την πιστή εκτέλεση των όρων του συμβολαίου. Οι εγγυητικές παραδόθηκαν στις 15.8.
  15. Η προκαταβολή πληρώθηκε από τους Ενάγοντες στον εργολάβο στις 11.9.
  16. Περί τις 11.9.2002 συμφωνήθηκε από κοινού, μεταξύ των Εναγόντων και του εργολάβου, η παράταση της προθεσμίας για παράδοση του έργου και πλέον ορίστηκε ως ημερομηνία παράδοσης η 10.6.2005 αντί της 10.3.2005 που συμφωνήθηκε αρχικά. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών στο έργο, ο εργολάβος προέβη σε κατ΄ επανάληψη παραβιάσεις της σύμβασης εργολαβίας. Δεν διατηρούσε πολιτικό μηχανικό στο έργο, δεν ήταν αρκετοί οι εργάτες και έτσι υπήρχαν καθυστερήσεις, δεν συμμορφωνόταν με κανόνες ασφάλειας, χρέωνε για εργασίες που δεν γίνονταν και προέβαινε σε υπερχρεώσεις. Αποτέλεσμα, οι εργασίες καθυστερούσαν αρκετά, σε σημείο που πλησίαζε η συμβατική ημερομηνία αποπεράτωσης του έργου που ήταν προς τα τέλη Ιουνίου 2005 και δεν είχε ολοκληρωθεί ούτε το ¼ του έργου. Ζήτησε από τους Ενάγοντες και την εταιρεία, τον εργολάβο, να ανανεώσουν τις εγγυητικές, όπως και έγινε. Το έργο μέχρι τον Ιούνιο του 2005 δεν αποπερατώθηκε, ούτε το 1/3 δεν είχε ολοκληρωθεί, ούτε η προκαταβολή δεν είχε καλυφθεί. Έτσι, οι Ενάγοντες προχώρησαν να ζητήσουν την εκποίηση των δύο εγγυητικών. Οι Ενάγοντες βασίστηκαν στο πιστοποιητικό υπ. Αρ. Ζ5.22, ημερ. 18.5.2005 το οποίο ανέφερε ότι το υπόλοιπο της προκαταβολής που παρέμεινε ήταν Λ.Κ.85.011,21 σεντ. Ο εργολάβος αποχώρησε από το εργοτάξιο το Δεκέμβρη του
  17. Περί την 2.5.2006 οι Ενάγοντες τερμάτισαν και με επιστολή του δικηγόρου τους τη σύμβαση εργολαβίας ημερ. 1.3.
  18. Η επιστολή τερματισμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο Β
  19. Μετά την έκδοση του τελευταίου διατακτικού υπ. Αρ. Ζ5.29 δεν έγιναν οποιεσδήποτε άλλες εργασίες στο έργο από τον εργολάβο. Δεν θεωρεί, είπε, φυσιολογική την καθυστέρηση στην παράδοση του έργου. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι όταν υπογράφηκε η σύμβαση εργολαβίας ήταν παρών. Έβγαλε διατακτικό 14.6.
  20. Παίρνουν την προκαταβολή εφόσον φέρουν εγγυητική. Την εγγυητική την έφερε μετά τις 5.6.2002, την έγκυρη, και μετά έβγαλε το διατακτικό. Το διατακτικό πληρώθηκε. Όταν πέρασαν οι 2-3 μήνες ανέφερε ότι δεν πήρε προκαταβολή. Η επιτροπή τους είπε ότι ο εργολάβος δεν έφερε έγκυρη εγγυητική. Μόλις εδόθηκε η έγκυρη εγγυητική σε τρεις μέρες πληρώθηκε. Τον Οκτώβριο που έβγαλε το διατακτικό ήταν ήδη πληρωμένη. Το Δεκέμβριο του 2005 έκδωσε το τελευταίο διατακτικό. Μέχρι το Μάιο του 2006 το συμβόλαιο του εργολάβου ήταν σε ισχύ. Στις 2.5.2006 επαύθηκε. Τέλος Απριλίου είχε κάνει μόνο το 37% του έργου. Δεν μπορεί να κάνει claim την εγγυητική χωρίς να τερματίσει το συμβόλαιο. Μετά που η Ενάγουσα έκλεισε την υπόθεσή της, η Εναγομένη κάλεσε δύο μάρτυρες για σκοπούς υπεράσπισης. Μ.Υ.1 κατέθεσε ο Πανίκος Χριστοφή. Κατέθεσε γραπτή δήλωση, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, στην οποία λέγει ότι είναι διευθυντής-γραμματέας της Εναγομένης στην παρούσα αγωγή και γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης. Οι εγγυητικές επιστολές οι οποίες έληγαν στις 31.5.05, αντικαταστάθηκαν με δύο άλλες εγγυητικές επιστολές ημερομηνίας 28.3.2005 και με ημερομηνία λήξης 31.3.2006, Τεκμήρια Α4 και Α
  21. Στις 26.5.2005 και στις 30.5.2005, παρέλαβε δύο επιστολές (ημερ. 24.5.2005 και 28.5.2005 αντίστοιχα) της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Αγίου Αρσενίου, με τις οποίες ζητείτο η εξαργύρωση των πιο πάνω εγγυητικών επιστολών, Τεκμήριο Α
  22. Ζήτησε από την Ενάγουσα με επιστολή όπως του αποσταλούν αντίγραφο του συμβολαίου ημερομηνιας 1.3.
  23. Απέστειλε το συμβόλαιο στο νομικό τους σύμβουλο, ο οποίος τους συμβούλευσε να πληρώσουν τις σχετικές εγγυητικές αφού προηγουμένως ενημερώσει και τον εργολάβο. Ο εργολάβος αντέδρασε έντονα ισχυριζόμενος ότι ουδέποτε τερματίστηκε η συνεργασία του με την Ενάγουσα και συνεχίζει κανονικά να εργάζεται και ο αρχιτέκτονας επιβλέπει το έργο και εκδίδει σχετικά πιστοποιητικά και του ζήτησε να μην προβεί στην πληρωμή των εγγυητικών. Απέστειλε στο νομικό σύμβουλο διατακτικό πληρωμής ημερομηνίας 11.10.2005 και αυτός τον συμβούλευσε να μην προβεί στην πληρωμή των εγγυητικών με σκοπό να διερευνήσει το θέμα περαιτέρω ενόψει της συνέχισης των εργασιών. Ήταν ξεκάθαρο ότι από την πλευρά της Εκκλησιαστικής Επιτροπής επιχειρείτο από την μια η εξαργύρωση των εγγυητικών επιστολών και από την άλλη συνέχιζαν τη συνεργασία τους με τον εργολάβο προς τον οποίο εξέδιδε πιστοποιητικά πληρωμής ο επιβλέπων αρχιτέκτονας, τα οποία και πλήρωνε. Η ΣΠΕ Αγρού δεν ενημερώθηκε για τη συμπληρωματική συμφωνία ημερ. 11.9.
  24. Η συμφωνία ημερομηνίας 1.3.2002, τελικά, τερματίστηκε στις 5.5.2006 με επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, Τεκμήριο Β
  25. Μετά τις 5.5.2006 ουδείς αποτάθηκε στην Εναγομένη για να ζητήσει την εξαργύρωση των σχετικών εγγυητικών. Αντεξεταζόμενος είπε ότι εκτελεί αποφάσεις της επιτροπής της ΣΠΕ. Παρευρίσκεται στις συνεδρίες της. Χειρίζεται τις καθημερινές πιστωτικές λειτουργίες της ΣΠΕ. Ο σκοπός που κάλεσαν τον εργολάβο πριν αποφασίσουν επειδή τους έβαλε ασφάλεια και έπρεπε να τον ρωτήσουν. Δεν πήρε επιστολή ότι το συμβόλαιο είχε λυθεί. Αυτοί έπρεπε να τους παρουσιάσουν επιστολή. Ουδέποτε ο Ιερέας αναφέρθηκε εναντίον του εργολάβου. Αποφάσισαν να μην πληρώσουν όταν πήραν νομική συμβουλή από το νομικό τους σύμβουλο. Δεν ρώτησαν τον κ. Βιολάρη πότε θα έπρεπε να παραδοθεί το έργο με τη δεύτερη συμφωνία. Στην επανεξέταση του, διευκρίνισε, ότι ο πάτερ Ιωάννης γνώριζε τη θέση της ότι δεν πληρώνονται οι εγγυητικές. Της είπε ότι αυτοί θέλουν τα λεφτά της εγγυητικής και δεν έχουν παράπονο από τον εργολάβο. Δεν έδωσαν εγγυητικές με ημερομηνία 28.5.
  26. Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Πέτρος Ευλογημένος. Είναι πολιτικός μηχανικός και μέλος του ΕΤΕΚ. Κατέθεσε ως Τεκμήριο Α18 ένα από τα συμβόλαια που εκδίδει η ΜΕΣΚ, της οποίας είναι ένα από τα μέλη της. Είναι έντυπο συμβολαίου για οικοδομικά έργα. Το συμβόλαιο κάνει αναφορά σε δύο εγγυήσεις. Η δεύτερη εγγύηση είναι δέουσας εκτέλεσης. Είναι για να εξασφαλίσει ότι ο εργολάβος θα εκτελέσει έργο σύμφωνα με το συμβόλαιο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να εισπράξει την εγγυητική χωρίς λύση του συμβολαίου. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και ακούσω με προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου, αξιολογώντας τη μαρτυρία τους με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αυτοτελώς και αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης με δείχτη το στάδιο από το οποίο ανέκυψε, τη πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος, τις ευκαιρίες που είχαν για να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους και την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών εγγενών αντιφάσεων. (Γιαννή κ.α. ν. Χριστοφόρου

(1995)1 σελ.340, Μόδεστος Πίτσιλλος ν. Δημητράκη Ευγενίου
(1989)1(Ε) 691, Ντίνος Μιχαηλίδης Λτδ ν. Δρουσιώτου και άλλων
(1995)1 Α.Α.Δ. 877 - Το Δίκαιο της Απόδειξης
(1994), Τάκη Ηλιάδη, σελ.24 και 215). Ο Μ.Ε.1 πατήρ Ιωάννης Ιωάννου μου έκαμε καλή εντύπωση. Τα όσα κατέθεσε βρίσκονται σε πλήρη συμφωνία με την έγγραφη μαρτυρία. Κατέθεσε τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη και τη γνώση του αφού ως πρόεδρος της εκκλησιαστικής επιτροπής ήταν παρών σε όλες τις φάσεις της συμφωνίας και των εκτελεσθεισών εργασιών. Βρίσκω ότι είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο Μ.Ε.2 Αντώνιος Πρωτοπαπάς, είπε και αυτός την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ο μάρτυρας αυτός στην αντεξέτασή του είπε ότι δεν μπορεί να κάνει claim την εγγυητική χωρίς να τερματίσει το συμβόλαιο. Ο μάρτυρας στο σημείο αυτό έσφαλλε. Είναι θέμα ερμηνείας του συμβολαίου που κατατέθηκε ως τεκμήριο στο Δικαστήριο. Δεν είναι στη δική του αρμοδιότητα να ερμηνεύσει το συμβόλαιο. Το ίδιο σφάλμα έκανε και ο Μ.Υ.2, Πέτρος Ευλογημένος. Είπε ότι δεν μπορούσε να εισπράξει την εγγυητική χωρίς λύση του συμβολαίου, κάτι το οποίο δεν προβλέπεται από το συμβόλαιο. Στο άρθρο 37 απαριθμούνται δύο περιπτώσεις εισπράξεως του ποσού των εγγυητικών. Η μια είναι η περίπτωση που λύεται το συμβόλαιο σύμφωνα με το άρθρο 26
(2)του συμβολαίου ημερ. 1.3.2002 και η δεύτερη στην περίπτωση που ο αρχιτέκτονας πιστοποιεί εγγράφως ότι ο εργολάβος συνεχίζει ή επαναλαμβάνει μία ή περισσότερες από τις παραλήψεις οι οποίες αιτιολογούν τη λύση της εργοδότησης του εργολάβου βάσει του συμβολαίου. Νομική Πτυχή Αναφορικά με τον ισχυρισμό του δικηγόρου της Εναγομένης, στην αγόρευση του, ότι για το θέμα της ύπαρξης της Εκκλησιαστικής Επιτροπής και της οντότητας αυτής και ότι ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε στο Δικαστήριο και ουδεμία μαρτυρία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου σε σχέση με την ικανότητα της Εκκλησιαστικής Επιτροπής να ενάγει ή να ενάγεται, η ενάγουσα στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ενοριακή εκκλησιαστική επιτροπή του Ιερού Ναού του Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου Κυπερούντας. Στην υπεράσπιση της που καταχώρησε στις 21.1.2013, η εναγομένη, στην παράγραφο 4, αναφορικά με την παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησης, «παραδέχεται μόνο ότι υπήρξε συμφωνία με ημερομηνία 1.3.2002 μεταξύ των Εναγόντων και της Εταιρείας Γεώργιος Βιολάρης & Υιοί Λτδ., αναφορικά με την ανέγερση του ναού στην Κυπερούντα, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγομένη και έλαβε γνώση του περιεχομένου της». Δεν δικογραφεί τους ισχυρισμούς της η Εναγομένη όπως τίθεται στην αγόρευση του δικηγόρου της. Η εναγομένη θα έπρεπε να υποβάλει αίτηση για διαγραφή της αγωγής. Η Δ.27 Θ.3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Στην απόφαση LIOUFIS AND CO. LTD. v. Μιχαλάκη Ανδρονίκου
(1996)1 Α.Α.Δ. σελίδα 773 στις σελίδες 779 - 780 αποφασίστηκαν ως προς το ζήτημα αυτό τα εξής: «Συμφωνώ, επίσης, ότι δεν τέθηκε υπό αμφισβήτηση με την Υπεράσπιση η ύπαρξη της εταιρείας, του νομικού προσώπου που ήγειρε την αγωγή. Ό,τι θέλω να προσθέσω, είναι ότι η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Comnmercial and Industrial Bank v. Comptoir D΄ Escompte de Mulhouse
(1925)A.C. 112 (HL). Στην υπόθεση εκείνη κρίθηκε ότι η αμφισβήτηση εξουσίας του ενάγοντα να κινήσει αγωγή εξ ονόματος της ενάγουσας εταιρείας δεν μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας, με την έγερση του θέματος στην Υπεράσπιση. Η θεραπεία έγκειτο στη λήψη μέτρων, σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας, για τη διαγραφή του ενάγοντα και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που αμφισβητείται η ύπαρξη του ενάγοντα - (βλ. The Annual Practice 1958, σελ. 574 και 575). Η Δ.27, Θ.3, των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου». Η συμφωνία ημερ. 1.3.2002 και η συμφωνία ημερ. 11.9.12, Τεκμήριο Α18 και Α17 αντίστοιχα, είχαν υπογραφεί από την Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ιερού Ναού Αγίου Αρσενίου Καππαδόκου Κυπερούντας. Η Εναγόμενη εξέδωσε τις δύο εγγυητικές προς όφελος της ενάγουσας επιτροπής. Αυτά έγιναν χωρίς η Εναγομένη να αμφισβητήσει την οντότητα της Ενάγουσας. Στην υπεράσπιση της η Εναγομένη δεν δικογραφεί τους ισχυρισμούς που θέτει με την αγόρευση του ο δικηγόρος της ο οποίος ισχυρίζεται ότι (α) δεν προσκομίστηκε μαρτυρία για την οντότητα της Ενάγουσας και την ικανότητα της να ενάγει και ενάγεται, (β) δεν κινήθηκε η αγωγή εκ μέρους του Ιερού Ναού ως νομικό πρόσωπο, και εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο της Εκκλησιαστικής Επιτροπής (γ) η αγωγή έπρεπε να κινηθεί στο όνομα του Ιερού Ναού Αγίου Αρσενίου και μόνο. Επαναλαμβάνω και πάλιν ότι τέτοιοι ισχυρισμοί δεν δικογραφούνται. Ούτε ρητή άρνηση του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι είναι η Ενοριακή Εκκλησιαστική Επιτροπή του Ιερού Ναού του Αγίου Αρσενίου του Καππαδοκίου Κυπερούντας, 2η παράγραφος της Έκθεσης Απαίτησης, γίνεται στην Υπεράσπιση, παράγραφος 4. Υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που αποδεικνύει τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ως προς την οντότητα της ή τουλάχιστον, ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει την ιδιότητα με την οποία η ενάγουσα εγείρει την παρούσα αγωγή. Ο Μ.Ε.1 πατήρ Ιωάννης Ιωάννου είπε στη γραπτή του δήλωση ότι είναι ο Ιερέας που λειτουργεί στον Ιερό Ναό Αγίου Αρσενίου Καππαδόκου στην Κυπερούντα και είναι και ο πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής του Ιερού Ναού Αγίου Αρσενίου Καππαδόκου στην Κυπερούντα οι οποίοι είναι οι ενάγοντες στην παρούσα υπόθεση και γνώστης των γεγονότων από προσωπική ανάμειξη του στην υπόθεση. Στην απόφαση, στην υπόθεση AK DENIZ AKARYAKIT SAN VE TIC LTD. STI v. ΤΟΥ ΠΡΟΪΟΝΤΟΣ ΠΩΛΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΠΛΟΙΟΥ Μ/V "KIMBERLY"
(2000)1 A.A.Δ. 512 το Ανώτατο στη σελίδα 515, αποφάσισε ότι: «Έχει επίσης υποβληθεί εκ μέρους των παρεμβαινόντων ότι η ενάγουσα έπρεπε να αποδείξει ότι είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης και ότι είναι εγγεγραμμένη και λειτουργεί στην Τουρκία σύμφωνα με τους Τουρκικούς νόμους. Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Η νομική φύση της ενάγουσας και η διεξαγωγή των εργασιών της προκύπτει από το περιεχόμενο των τεκμηρίων (στα οποία φαίνεται ότι είναι η εκδότρια εταιρεία με έδρα την Κωνσταντινούπολη) και από το μάρτυρα που ανέφερε ότι με την ιδιότητα του ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της γνώριζε τη νομική μορφή της ενάγουσας, που είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, από τις διάφορες συναλλαγές που είχε η ενάγουσα με τρίτα πρόσωπα.» Ο εργολάβος του έργου, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ παραχώρησε με δύο εγγυητικές επιστολές, εγγύηση δέουσας εκτέλεσης και εγγύηση προκαταβολής , Τεκμ. Α5 και Α4 αντίστοιχα, ημερομηνίας 28.3.
  1. Η εγγυητική επιστολή για την πιστή εκτέλεση προβλέπει: «Κατά παράκληση των κ.κ. Γεώργιος Βιολάρης και Υιοί Λτδ., κρατούμε στην διάθεσή σας το ποσό των ΛΚ115.480,00 (Εκατό Δέκα Πέντε Χιλιάδες και Τετρακόσιες Ογδόντα λίρες Κύπρου μόνο), για την πιστή εκτέλεση της μεταξύ σας συμφωνίας για την οικοδόμηση και συμπλήρωση εργασιών του Ιερού Ναού Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου Κυπερούντας όπως λεπτομερειακά περιγράφονται στο συμβόλαιο και αναλαμβάνουμε να σας πληρώσουμε το πιο πάνω ποσό χωρίς αναφορά στους αιτητές και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους τους αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαιτήσεως σας στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι οι αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της πιο πάνω συμφωνίας και ότι ζητάτε πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση αυτή. Εννοείται πάντοτε ότι η συνολική υποχρέωση της ΣΠΕ Αγρού, σύμφωνα με την εγγύηση αυτή περιορίζεται στο πιο πάνω ποσό. Η εγγυητική μας αυτή ισχύει μέχρι την 31.03.06 Οποιαδήποτε απαίτηση σύμφωνα με την εγγύηση αυτή πρέπει να υποβληθεί σε μας γραπτώς και έγκαιρα ώστε να βρίσκεται στα χέρια της Σ.Π.Ε. Αγρού μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Μετά την ημερομηνία αυτή οποιαδήποτε υποχρέωση μας τερματίζεται και η εγγύηση μας θα θεωρείται άκυρη και χωρίς ισχύ.» Η εγγυητική αναφορικά με τις προκαταβολές προβλέπει: «Κατά παράκληση των κ.κ. Γεώργιος Βιολάρης και Υιοί Λτδ., κρατούμε στην διάθεσή σας το ποσό των ΛΚ86.628,76 (Ογδόντα Έξι Χιλιάδες εξακόσιες είκοσι οκτώ λίρες Κύπρου και εβδομήντα έξι σεντ) μόνον, ποσό που αφορά την προκαταβολή, για την οικοδόμηση του Ιερού Ναού Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου Κυπερούντας όπως λεπτομερειακά περιγράφονται στο συμβόλαιο και αναλαμβάνουμε να σας πληρώσουμε το πιο πάνω ποσό χωρίς αναφορά στους αιτητές και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε ένσταση από μέρους τους αμέσως με τη λήψη της γραπτής απαιτήσεως σας στην οποία πρέπει να αναφέρεται ότι οι αιτητές δεν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους δυνάμει της μεταξύ σας συμφωνίας και ότι ζητάτε πληρωμή σύμφωνα με την εγγύηση αυτή. Εννοείται πάντοτε ότι η συνολική υποχρέωση της ΣΠΕ Αγρού, σύμφωνα με την εγγύηση αυτή περιορίζεται στο πιο πάνω ποσό. Η ευθύνη μας θα μειώνεται σταδιακά με ποσό ίσον με το ποσό των μηνιαίων αποκοπών που θα γίνονται από τα πιστοποιητικά εκτέλεσης εργασίας που θα εκδίδουν οι αρχιτέκτονες και θα προσκομίζουν σε μας οι κ.κ. ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΒΙΟΛΑΡΗΣ ΚΑΙ ΥΙΟΙ ΛΤΔ. Τα εν λόγω πιστοποιητικά εκτέλεσης εργασίας θα πρέπει απαραιτήτως να προσυπογράφονται από εσάς. Η εγγυητική μας αυτή ισχύει μέχρι την 31.03.
  2. Οποιαδήποτε απαίτηση σύμφωνα με την εγγύηση αυτή πρέπει να υποβληθεί σε μας γραπτώς και έγκαιρα ώστε να βρίσκεται στα χέρια της Σ.Π.Ε. Αγρού μέχρι την πιο πάνω ημερομηνία. Μετά την ημερομηνία αυτή οποιαδήποτε υποχρέωση μας τερματίζεται και η εγγύηση μας θα θεωρείται άκυρη και χωρίς ισχύ.» Βεβαίως, αρχικά, είχαν δοθεί οι εγγυητικές Τεκμήριο Α1 και Α2, στις 22.6.2002 με ισχύ μέχρι 31.3.2005 και με την ανανέωση αυτή στις 28.3.2005 προέκυψαν οι εγγυητικές επιστολές, τεκμήρια Α4 και Α5 με ισχύ μέχρι 31.3.
  3. Πριν τη λήξη των πιο πάνω εγγυητικών, τεκμήρια Α4 και Α5, η ενάγουσα απέστειλε την επιστολή προς τη ΣΠΕ Αγρού, ημερ. 24.5.2005, τεκμήρια Α7, με την οποία απαιτούσε να πληρώσει η ΣΠΕ Αγρού, στην επιτροπή, εντός τριών ημερών τα ποσά των δύο εγγυητικών τους επιστολών, ημερ. 28.3.
  4. Επεσύναψαν στην επιστολή αυτή, επιστολή του Αρχιτέκτονα του έργου ημερ. 23.5.2005, που πιστοποιεί ότι το έργο δεν πρόκειται να τελειώσει μέχρι την ημερομηνία παράδοσης του. Με την επιστολή αυτή, ο Αρχιτέκτονας παρατηρούσε στον εργολάβο ότι παραβίαζε ουσιώδεις όρους του συμβολαίου, εξακολουθούσε να καθυστερεί αφού μέχρι την ημερομηνία αυτή θα έπρεπε να είχε συμπληρώσει τις εργασίες και στις 10.6.2005 να παραδώσει το έργο. Αντ' αυτού είχε εκτελέσει μόνο το 27% των εργασιών. Ως μελετητής και επιβλέπων του έργου, έκρινε ότι δεν ήταν σε θέση να παραδώσει το έργο μέχρι τις 10.6.
  5. Επίσης παρατηρούσε ότι δεν είχε Πολιτικό Μηχανικό στο εργοτάξιο όπως προνοούσε το συμβόλαιο και οι απαιτήσεις του (του εργολάβου) για πληρωμές ήταν πάντοτε λάθος. Ζητούσε πάντοτε να πληρωθεί ποσά που δεν αντιστοιχούσαν με τις εργασίες που είχε πραγματοποιήσει. Η βασική όμως παράβαση ουσιώδους όρου, ήταν ότι εξακολουθούσε να καθυστερεί τη συμπλήρωση των εργασιών. Είχε εκτελέσει μόνο το 27% των εργασιών και υποτίθεται ότι μέσα σε 17 μέρες, δηλαδή μέχρι τις 10.6.2005, θα έπρεπε να παραδώσει το έργο συμπληρωμένο. Είχαν προηγηθεί πολλές επιστολές που υπενθύμιζαν στον εργολάβο ότι καθυστερούσε και τέσσερις επιστολές προειδοποίησης παύσης του λόγω καθυστερήσεων. Ο Αρχιτέκτονας με επιστολή του ημερ. 23.5.2005 προς την ενάγουσα της κοινοποιούσε την απόφαση του η οποία έχει ως εξής: «Έντιμοι Κύριοι, Το έργο ανέγερσης του Ιερού ναού Αγίου Αρσενίου του Καππαδόκου Κυπερούντας που εκτελείται από την εταιρεία «Γεώργιος Σ. Βιολάρης και Υιοί Λτδ., Εργολήπται Οικοδομικών Έργων» βάσει του συμβολαίου που υπογράφτηκε μεταξύ σας και της εν λόγω εταιρείας δεν πρόκειται να τελειώσει στην ημερομηνία παράδοσης που συμφωνήθηκε στο συμβόλαιο. Το λέγω με απόλυτη σιγουριά χωρίς την ελάχιστη αμφιβολία. Οι καθυστερήσεις οφείλονται αποκλειστικά στην εταιρεία «Γεώργιος Σ. Βιολάρης και Υιοί Λτδ., Εργολήπται Οικοδομικών Έργων» η οποία θα επωμισθεί όλα τα συνεπακόλουθα έξοδα που καθορίζονται στο συμβόλαιο και στους αρχιτεκτονικούς όρους. Το πιο πάνω αποτελεί «την Απόφαση του Αρχιτέκτονα».» Το άρθρο 37 του συμβολαίου, ημερομηνίας 1.3.2002, μεταξύ της ενάγουσας και του εργολάβου, Τεκμήριο Α18, κάτω από τον τίτλο «Εγγύηση Δέουσας Εκτέλεσης» προβλέπει μεταξύ άλλων: «Πάντοτε νοουμένου ότι η προαναφερόμενη εγγύηση θα περιλαμβάνει επιφύλαξη μέχρι του σημείου (αλλ΄ όχι περαιτέρω) ότι ο εργοδότης θα δικαιούται να εισπράξει το ποσό της εν λόγω εγγύησης νοουμένου ότι προηγουμένως: (α) ο Αρχιτέκτονας είχε πιστοποιήσει εγγράφως προς τον Εργοδότη ότι ο Εργολάβος συνεχίζει ή επαναλαμβάνει μία ή περισσότερες της μίας από τις παραλείψεις οι οποίες αιτιολογούν τη λύση της εργοδότησης του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου από τον Εργοδότη συμφώνως προς τις πρόνοιες του Άρθρου 26
(1)των παρόντων Όρων, ή (β) η εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου είχε λυθεί συμφώνως προς τις πρόνοιες του Άρθρου 26
(2)των παρόντων Όρων.» Το άρθρο 26
(1)του ιδίου πιο πάνω συμβολαίου, προβλέπει κάτω από τον τίτλο «Λύση από τον Εργοδότη» τα εξής, μεταξύ άλλων: «26.
(1)Χωρίς βλάβη εις οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα ή θεραπείες τα οποία δυνατόν να έχει ο Εργοδότης, εάν ο Εργολάβος διαπράξει οποιανδήποτε μία ή περισσότερες της μίας από τις ακόλουθες παραλείψεις, δηλαδή εάν: (α) ........................ (β) παραλείψει να προχωρεί τις εργασίες κανονικά και με επιμέλεια, ή ....................... Τότε ο Αρχιτέκτονας θα δύναται να δώσει εις αυτόν ειδοποίηση με συστημένη επιστολή ή με πιστοποιημένη παράδοση, η οποία θα καθορίζει την παράλειψη και εάν ο Εργολάβος είτε συνεχίσει την παράλειψη αυτή για 14 μέρες μετά τη λήψη αυτής της ειδοποίησης είτε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο μετ΄ έπειτα επαναλάβει αυτή την παράλειψη και ακολούθως ο Αρχιτέκτονας πιστοποιήσει γραπτώς προς τον Εργοδότη, ότι η παράλειψη αυτή συνεχίζεται ή επαναλαμβάνεται τότε ο Εργοδότης θα δύναται, κατά συνέπεια των ανωτέρω, διά ειδοποιήσεως με συστημένη επιστολή ή με πιστοποιημένη παράδοση προς τον Εργολάβο να λύσει την εργοδότηση του Εργολάβου βάσει του παρόντος Συμβολαίου, νοουμένου ότι τέτοια ειδοποίηση δεν θα δοθεί παράλογα ή προς παρενόχληση.» Σύμφωνα με τον όρο 37
(1)(α) του συμβολαίου ημερ. 1.3.2002 και του περιεχομένου των εγγυητικών επιστολών, δεν ήταν απαραίτητη η λύση ή η ακύρωση της συμφωνίας. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων του εργολάβου, όπως ήταν η καθυστέρηση στην συμπλήρωση του έργου και η παράδοση του την ημερομηνία που προέβλεπε η συμφωνία ήταν αρκετό να δώσει το δικαίωμα στην Ενάγουσα να απαιτήσει από την Εναγομένη την πληρωμή των δύο εγγυητικών επιστολών. Ως χρόνος συμπλήρωσης του έργου καθορίζετο, με τη συμφωνία ημερ. 1.3.2005 η 10.3.
  1. Με συμφωνητικό έγγραφο ημερ. 11.9.2002, τεκμήριο 17, η Ενάγουσα και η εταιρεία ΓΕΩΡΓΙΟΣ Σ. ΒΙΟΛΑΡΗΣ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ο χρόνος παράδοσης του έργου παρατάθηκε μέχρι τις 10.6.
  2. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η συμφωνία παράτασης του χρόνου παράδοσης του έργου, ημερ. 11.9.2002 «ουδόλως θα επηρεάζει ή αντικαθιστά τους λοιπούς όρους του υπογραφέντος συμβολαίου ημερ. 1.3.2002». Ακόμα συμφωνήθηκε ότι όλες οι εργασίες θα διεξάγονται σύμφωνα με τις πρόνοιες του Συμβολαίου των τεχνικών όρων και προδιαγραφών. Ο εργολάβος δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του δυνάμει της συμφωνίας εργολαβίας. Έπρεπε να τελειώσει και παραδώσει το έργο, αρχικά μέχρι την 10.3.2005 και αργότερα μέχρι την 10.6.2005 γεγονός που δεν μπορούσε να υλοποιηθεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία του αρχιτέκτονα Αντώνη Πρωτοπαπά και του Μ.Ε.1 πατήρ Ιωάννη Ιωάννου αλλά και σύμφωνα με την έγγραφη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Εφόσον οι τυπικοί όροι των εγγυητικών ικανοποιούνταν, η Εναγόμενη θα έπρεπε οπωσδήποτε να καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά στην Ενάγουσα ανεξάρτητα από τις οποιεσδήποτε αντιδράσεις της εταιρείας, εργολάβου. ΣΠΕ Πέγειας ν. CAA TRAVEL MEDIA LTD
(2008)1 Α.Α.Δ. 837. Δεν αφορά την Εναγόμενη η όποια διαφορά προκύπτει μεταξύ του εργολάβου και της Ενάγουσας, ούτε οποιαδήποτε ζητήματα ερμηνείας ή χειρισμού που αφορούν τη σύμβαση εργολαβίας, όπως π.χ. ο χρόνος τερματισμού της σύμβασης εργολαβίας. Στην απόφαση, στην υπόθεση ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΙΣΤΩΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΓΕΙΑΣ ν. CAA TRAVEL MEDIA LTD (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής αναφέρθηκε στη νομική πτυχή των εγγυητικών επιστολών, όπως η επίδικη, και παρατήρησε ότι οι εγγυητικές επιστολές είναι έγγραφα υψίστης εμπορικής πίστης. Όπως τα αξιόγραφα, έτσι και οι εγγυητικές επιστολές μπορούν να αντιμετωπίζονται σαν χρήματα μετρητά. Οι εγγυητικές επιστολές έχουν αυτονομία και ανεξαρτησία και δεν επηρεάζονται από την αρχική συμφωνία την οποίαν διασφαλίζουν. Ο σκοπός τους δεν είναι η διασφάλιση της αρχικής συμφωνίας αλλά η διασφάλιση της αξιοπιστίας των συναλλαγών και της εμπορικής πίστης. Είναι θεμελιωμένο ότι η υποχρέωση της τράπεζας ή του πιστωτικού ιδρύματος που εκδίδει την εγγυητική, προκύπτει αμέσως μόλις ο δικαιούχος ικανοποιήσει τους όρους και τις προϋποθέσεις που τέθηκαν για πληρωμή της εγγυητικής.» Στην πολιτική έφεση αρ. 145/2011, 13.6.13, HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LIMITED v. ALPHA PANARETI PUBLIC LIMITED αποφασίστηκαν τα εξής: «Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη. (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd. v. Barclays Bank Intl Ltd.
(1978)1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι΄ αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί. Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος. (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd. & another v. National Westminster Bank Ltd. & others
(1877)2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons v. British Imex Industries Ltd.
(1958)2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd. v. West and others
(1995)4 All E.R. 215). Η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει την απαίτηση της. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το συνολικό ποσό των €323.162,51 το οποίο αποτελείται από το ποσό των ΛΚ115.480, της εγγυητικής για δέουσα εκτέλεση του έργου, που αντιστοιχεί σε €197.309,29 σεντ και για το ποσό των ₤73.658,62 σεντ που αντιστοιχεί στο ποσό των €125.853,22 σεντ για την εγγυητική επιστολή της προκαταβολής, όπως τούτο έχει περιοριστεί με τη μαρτυρία του Μ.Ε.1 Πατήρ Ιωάννη Ιωάννου, πλέον νόμιμος τόκος από της καταχώρισης της αγωγής, δηλαδή τις 6.6.2006. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Action Αναφορά: Εγγυητικές επιστολές /ΣΤ-ΑΠ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.