Π. ΔΑΥΙΔ ΕΙΔΗ ΥΓΕΙΝΗΣ ΛΤΔ ν. ΖΑΧΑΡΙΑ ΜΑΝΩΛΗ ΗΛΙΑ κ.α., Αρ. Αγωγής 1039/11, 18/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A401 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1039/11 Μεταξύ: Π. ΔΑΥΙΔ ΕΙΔΗ ΥΓΕΙΝΗΣ ΛΤΔ, εκ Λεμεσού Ενάγουσας και
- ΖΑΧΑΡΙΑ ΜΑΝΩΛΗ ΗΛΙΑ, εκ Λεμεσού
- ΜΑΝΩΛΙΤΣΑΣ ΖΑΧΑΡΙΑ ΜΑΝΩΛΗ, εκ Λεμεσού Εναγομένων ------------------------------------ 18 Δεκεμβρίου 2013 Για Ενάγοντες: κ. Χρ. Τιμοθέου Για Εναγόμενους: κ. Γρ. Καραπατάκης Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Ενάγουσα Εταιρεία στις 13.3.2002 συνήψε γραπτή συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 ως εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη μέρος κτήματος με αριθμό εγγραφής 14853 Φ/Σχ.53/64, τεμ.270/1 (νέος αριθμός 409) στην τοποθεσία Μονοβόλικος του χωρίου Ύψωνα, της επαρχίας Λεμεσού το oποίο προτίθετο να διαχωρίσει σε οικόπεδα. Η Εναγομένη 2 είναι κόρη του Εναγόμενου 1 και στη συνέχεια θα διαφανεί η προβαλλόμενη σχέση της με την υπόθεση. Στις 13.3.2002 συγκεκριμένα η Ενάγουσα αγόρασε από τον Εναγόμενο 1 το υπό διαχωρισμό οικόπεδο με αρ. 5, έκτασης 705 τ.μ. Η συμφωνία αυτή - Τεκμ.1
(1)προέβλεπε, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: (α) Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των ΛΚ31.500, το οποίο θα καταβάλλετο ως ακολούθως: (
- i)Ποσό εκ ΛΚ5.000 ως προκαταβολή με την υπογραφή της συμφωνίας, ποσό το οποίο καταβλήθηκε στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 19/1/2002. (
- ii)Ποσό εκ ΛΚ10.000 θα καταβάλλετο κατά ή περί την 30/6/2002 και (iii) Το υπόλοιπο ποσό εκ ΛΚ16.500 θα καταβάλλετο κατά την ημέρα μεταβίβασης του ακινήτου, η οποία καθορίστηκε ότι θα γινόταν εντός 24 μηνών και/ή μόλις εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του πωλούμενου οικοπέδου. (β) Η μεταβίβαση του οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας θα γινόταν μόλις εκδιδόταν ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο και ταυτόχρονα με την εξόφληση παντός υπολοίπου του τιμήματος πώλησης. (γ) Ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να παραδώσει το οικόπεδο στην Ενάγουσα κατά ή περί την 30/12/2002. (δ) Η Ενάγουσα βαρυνόταν με όλα τα έξοδα για το διαχωρισμό του πωλούμενου οικοπέδου. Η Ενάγουσα στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας κατέβαλε στην Εναγόμενη 1 κατά ή περί την 19.1.2002 το ποσό των Λ.Κ.5.000 και κατά ή περί την 17.6.2002 το ποσό των Λ.Κ.10.000. Σύμφωνα δε με την Έκθεση Απαίτησης, στις 5.11.2007 η Ενάγουσα σύνηψε με τον Εναγόμενο 1 νέα συμφωνία για την πώληση του υπό διαχωρισμό οικοπέδου με αριθμό 5, στην οποία καθορίστηκε ως νέα έκσταση του οικοπέδου τα 746 τετραγωνικά μέτρα. Η συμφωνία αυτή Τεκμ.1
(4)προνοούσε και τα ακόλουθα: (α) Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των ΛΚ31.500, το οποίο θα καταβάλλετο ως ακολούθως: (
- i)Ποσό εκ ΛΚ15.000 ως προκαταβολή με την υπογραφή της συμφωνίας, ποσό το οποίο είχε ήδη καταβληθεί στον Εναγόμενο 1 στις 19/1/2002 και στις 17/6/2002. (
- ii)Το υπόλοιπο ποσό εκ ΛΚ16.500 θα καταβάλλετο κατά την ημέρα μεταβίβασης του ακινήτου, η οποία καθορίστηκε ότι θα γινόταν εντός 12 μηνών και/ή μόλις εκδοθεί ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του πωλούμενου οικοπέδου. (β) Η μεταβίβαση του οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας θα γινόταν μόλις εκδιδόταν ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο και ταυτόχρονα με την εξόφληση παντός υπολοίπου του τιμήματος πώλησης. (γ) Ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να παραδώσει το οικόπεδο στην Ενάγουσα κατά ή περί την 5/11/2008. (δ) Η Ενάγουσα θα βαρυνόταν με όλα τα έξοδα για το διαχωρισμό του πωλούμενου οικοπέδου. Περαιτέρω οι διάδικοι συμφώνησαν προφορικά ότι η Ενάγουσα θα κατέβαλλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των ΛΚ2.680 (ήτοι €4.579,05) για την αξία της επιπλέον έκτασης του οικοπέδου, ήτοι για τα επιπλέον 40 τετραγωνικά μέτρα, ποσό το οποίο η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί 16/11/2007. Περαιτέρω η Ενάγουσα στα πλαίσια των συμφωνιών της με τον Εναγόμενο 1 και σε σχέση με την κάλυψη των εξόδων για τον διαχωρισμό του πωλούμενου οικοπέδου κατέβαλε τα έξοδα διαχωρισμού. Στη συνέχεια οι διάδικοι, ενόψει του γεγονότος ότι καθυστερούσε η έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο οικόπεδο συμφώνησαν όπως η Ενάγουσα πληρώσει άμεσα στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €17.100- που αποτελούσε μέρος του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης του οικοπέδου πριν από τη συμφωνημένη ημερομηνία πληρωμή του, που σύμφωνα με τις γραπτές συμφωνίες ήταν η ημερομηνία μεταβίβασης του οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας, και όπως ο Εναγόμενος 1 "σε αντάλλαγμα θα προέβαινε σε υποθήκευση των 746 τετραγωνικών μέτρων του επίδικου οικοπέδου προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας - Αιτήτριας για το ποσό των €600.000". Η Ενάγουσα, βάσει των όσων συμφωνήθηκαν πιο πάνω, κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €17.100 στις 26/3/2008. Ο Εναγόμενος 1 με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε τη σύζυγο του Χρυσαφού Μανώλη ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες για την πιο πάνω αναφερόμενη υποθήκευση. Κατά ή περί την 27/3/2008 υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000- τα 373/7358 μερίδια επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 14853, Φ/Σχ. 53/64, τεμάχιο 270/1 (νέος αριθμός 409) στην τοποθεσία «Μονοβόλικος» του χωριού Ύψωνας. Τα μερίδια αυτά, κατά την Ενάγουσα πάντα, αναλογούσαν στην έκταση των 746 τετραγωνικών μέτρων που αγόρασε η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο 1. Ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο οικόπεδο εκδόθηκε στις 30/6/2010, αλλά προσκομίστηκε στην Ενάγουσα κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 από τον αδελφό του Εναγόμενου 1. Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να παραδώσει την κατοχή του επίδικου οικοπέδου στην Ενάγουσα στις 5/11/2008, ως προνοούσε το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5/11/2007, και μέχρι σήμερα αρνείται να το παραδώσει. Κατά ή περί τα μέσα Δεκεμβρίου του 2010 και πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων, ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την υπάλληλο της Ενάγουσας Μάρω Ναθαναήλ και ζήτησε να προχωρήσουν με τις διαδικασίες για την μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας και να του καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Η κα. Ναθαναήλ του είπε να περάσουν οι γιορτές και μετά να προχωρήσουν με τις διαδικασίες, πρόταση που ο Εναγόμενος 1 αποδέχτηκε. Εν τω μεταξύ η κα. Ναθαναήλ έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα για τη μεταφορά της υποθήκης στο όνομα της Ενάγουσας, η οποία θα ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του επίδικου οικοπέδου. Κατά ή περί τις αρχές του Ιανουαρίου του 2011 ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε ξανά τηλεφωνικά με την κα. Ναθαναήλ για να διευθετηθεί η μεταβίβαση και να του δοθεί το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης, γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα. Επειδή όμως ο διευθυντής της Ενάγουσας θα μετέβαινε σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα για την περίοδο από 9/1/11 μέχρι 22/1/11, η κα. Ναθαναήλ του ζήτησε όπως περιμένει να επιστρέψει ο διευθυντής της Ενάγουσας από την Κίνα και μετά να γινόταν η μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 1 και πάλι αποδέκτηκε την πρόταση αυτή. Κατά ή περί την 1/2/2011 ο Εναγόμενος 1 μέσω επιστολής του δικηγόρου του, η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα μέσω τηλεμοιότυπου, κάλεσε την Ενάγουσα όπως μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την 7/2/2011 και ώρα 9:00 π.μ. για να δεκτεί τη μεταβίβαση του πωλούμενου οικοπέδου. Μετά την αποστολή της πιο πάνω αναφερόμενης επιστολής η κα. Ναθαναήλ προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1, αλλά στο τηλέφωνο ανταποκρίθηκε η σύζυγος του, η οποία της είπε ότι θα ήταν καλύτερα να μιλήσει με τον γαμπρό τους τον κ. Άριστο Γεωργίου. Η κα. Ναθαναήλ, μίλησε τηλεφωνικά με τον κ. Άριστο Γεωργίου και του ανέφερε ότι ήταν αδύνατον να μεταβούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 7/2/11 γιατί πρώτον η Τράπεζα Κύπρου χρειαζόταν και άλλες μέρες για τις διαδικασίες μεταφοράς της υποθήκης και δεύτερον γιατί τόσο η ίδια όσο και ο διευθυντής της Ενάγουσας θα βρίσκονταν την ημέρα εκείνη σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ισπανία και ότι θα επέστρεφαν στην Κύπρο την 13/2/11, και του πρότεινε όπως μεταβούν στο Κτηματολόγιο στις 15/2/11, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή. Ενώ τα πιο πάνω αναφερόμενα πρόσωπα βρίσκονταν στην Ισπανία, ο Εναγόμενος 1 με νέα επιστολή του δικηγόρου του με ημερομηνία 9/2/2011, η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα μέσω τηλεμοιότυπου, τερμάτισε τη συμφωνία επικαλούμενος παράβαση των όρων του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου εκ μέρους της Ενάγουσας. Μέσω επιστολής του δικηγόρου της ημερομηνίας 11/2/2011 η Ενάγουσα απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 9/2/2011 και ζήτησε όπως διευθετηθεί νέα ημερομηνία για μετάβαση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προς το σκοπό της μεταβίβασης του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας. Επιπλέον η Ενάγουσα επιφύλαξε όλα τα νόμιμα δικαιώματα της. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε από το δικηγόρο της Ενάγουσας τόσο προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όσο και προς τη Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η Ενάγουσα αποτάθηκε με σχετική αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού έρευνας για το επίδικο οικόπεδο. Από το εν λόγω πιστοποιητικό έρευνας προέκυψε ότι στις 9/2/2011 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε μέρος του επίδικου οικοπέδου, ήτοι τα 5493/7358 μερίδια στην Εναγόμενη 2, η οποία είναι κόρη του, δυνάμει δωρεάς και ότι η υποθήκη που βάρυνε το μερίδιο του Εναγόμενου 1, μεταφέρθηκε σε μέρος του επίδικου οικοπέδου, που παρέμεινε επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 (με εγγραφή 0/24098) και σε μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 570 (με εγγραφή 0/24099). Είναι ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 που έλαβε χώρα στις 9/2/2011, είναι παράνομος και/ή αντικανονικός και/ή ότι έγινε χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία. Όπως επίσης ότι η μεταβίβαση στην Εναγομένη 2 έγινε δόλια. Γι' αυτό και η καταχώριση της παρούσης αγωγής με την οποία αξιώνονται τα κάτωθι στην παρ. 29 του Παρακλητικού: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται στην επ' ονόματι της εγγραφή του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού, δυνάμει Αγοραπωλητηρίων Εγγράφων ημερομηνίας 13/3/2002 και 5/11/2007. Β. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 όπως προβεί στην εγγραφή και μεταβίβαση του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού επ' ονόματι της Ενάγουσας, δυνάμει Αγοραπωλητηρίων Εγγράφων ημερομηνίας 13/3/2002 και 5/11/2007. Γ. Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσεται άκυρος και χωρίς έννομο αποτέλεσμα ο τερματισμός εκ μέρους του Εναγόμενου 1 των επίδικων συμφωνιών. Δ. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι οι συμφωνίες ημερομηνίας 13/2/202 και 5/11/2007 ουδέποτε τερματίστηκαν νόμιμα και ότι εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ. Διαζευκτικά: Ε. Απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000- που αποτελεί την αξία του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού. Στ. Επιστροφή του ποσού των €47.308 που η Ενάγουσα κατέβαλε ως μέρος του τιμήματος αγοράς του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού. Ζ. Απόφαση για το ποσό των €8.931,73 που η Ενάγουσα πλήρωσε ως έξοδα για το διαχωρισμό του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού. Η. Αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης του οικοπέδου, γενικές αποζημιώσεις και τόκους. ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ 2: ΙΑ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να κηρύσσει δόλια την μεταβίβαση του μέρους του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού, η οποία έλαβε χώρα στις 9/2/2001 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2. ΙΒ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση της μεταβίβασης μέρους του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού, η οποία έλαβε χώρα στις 9/2/2011 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2. ΙΓ. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου που να διατάσσει την επαναφορά και εγγραφή του μέρους του οικοπέδου με αρ. εγγραφής 0/24098, Φ/Σχ. 53-64, τεμάχιο 569, τοποθεσία «Μονοβόλικος», του χωριού Ύψωνας, επαρχίας Λεμεσού επ' ονόματι του Εναγόμενου 1. Οι θέσεις των Εναγομένων έχουν ως εξής: Η Εναγομένη 2 ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει αιτία αγωγής εναντίον της και αναφέρει πως ουδεμία σχέση και/ή γνώση έχει αναφορικά με την μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 συμφωνιών. Η Εναγομένη 2 αναγνωρίζει την μεταβίβαση επ' ονόματι της δυνάμει δωρεάς την 10/2/2011 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 24098, τεμάχιο 569, φυλ/σχέδιο 53/64 τα 5493/7358 μερίδια του χωρίου ΄Υψωνας. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1 παραδέχεται τις συμβατικές σχέσεις των διαδίκων μέχρι τις δυο γραπτές συμφωνίες ως άνω όμως η περαιτέρω θέση του είναι πως ουδέποτε συμφώνησε προφορικά με την Ενάγουσα ως διατείνεται η τελευταία. Αντιθέτως ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα «μέσω του Διευθυντή της κ. Δαυίδ με δόλιο τρόπο και ψευδείς παραστάσεις και με διάφορες υποσχέσεις και τεχνάσματα τον ξεγέλασε και τον έπεισε να υπογράψει ειδικό πληρεξούσιο επ` ονόματι της συζύγου του και ως εγγραμμένος ιδιοκτήτης υποθήκευσε αρχικά το 1/5 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 14858, φυλ/σχέδιο LIII/64, τεμάχιο 409 προς όφελος της Ενάγουσας, για να εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως ενυπόθηκος δανειστής στην Y 3111/08, ύψους € 600.000,00, πλέον τόκους. Περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως κατά την μεταφορά της ως άνω υποθήκης, κατά την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το επίδικο ακίνητο, για άγνωστους προς αυτόν λόγους, ο κ. Δαυίδ Διευθυντής της Ενάγουσας και/ή οι αντιπρόσωποι του δέσμευσαν και άλλο μέρος του ακινήτου του Εναγομένου 1 το οποίο δεν αποτελούσε μέρος των μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου 1 συμφωνιών. Ήτοι η Ενάγουσα κατά την μεταφορά της ως άνω υποθήκης δέσμευσε τα 1865/7358 μερίδια του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 24098 και το 1/5 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 24099. Συνεπεία της υποθήκευσης των ακινήτων του Εναγομένου 1 από την Ενάγουσα η περιουσία του επιβαρύνθηκε με το ποσό των € 600.000=, πλέον αναλογούντες τόκους ποσό που αδικαιολόγητα και παράνομα καρπώθηκε η Ενάγουσα και το οποίον ποσόν ανταπαιτεί από την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η υποθήκευση της ακίνητης περιουσίας έγινε συνεπεία δόλου και/η ψευδών παραστάσεων και/ή παραπλάνησης από την Ενάγουσα. Λεπτομέρειες ψευδών παραστάσεων, δόλου, παραπλάνησης του Εναγομένου από την Ενάγουσα (α) Ψευδώς και με πρόθεσιν να εξασφαλίσει οικονομικό αθέμιτο όφελος σε βάρος του Εναγομένου 1 έπεισε αυτόν να της υπογράψει πληρεξούσιο έγγραφο. (β) Κατάρτισε διάφορα πληρεξούσια τα οποία έδωσε στον Εναγόμενον 1 και υπέγραψε πείθοντας αυτόν ότι πρόκειται για έγγραφα για τον διαχωρισμό του ακινήτου. (γ) Εκμεταλλεύθηκε την κατάσταση υγείας του Εναγομένου 1 αποσπώντας από αυτό πληρεξούσια με τα οποία πέτυχε την υποθήκευση της περιουσίας του Εναγομένου. (δ) Εξασφάλισε αδικαιολογήτως - αδίκως ποσόν € 600.000= , πλέον τόκους επιβαρύνοντας και υποθηκεύοντας την περιουσία του Εναγομένου 1. Ο Εναγόμενος 1 αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στις παραγράφους 14 και ισχυρίζεται πως η Ενάγουσα γνώριζε για την έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας κατά τον Ιούνιο του 2010, αφού περί τα τέλη Μαΐου μετέφερε την υποθήκη Υ 3111/08 στα ως άνω αναφερόμενα ακίνητα. Ο Εναγόμενος 1 ισχυρίζεται πως ήταν πρόθυμος να μεταβιβάσει στην Ενάγουσα το επίδικο ακίνητο αλλά αυτή αρνήθηκε και/ή αμέλησε να προσέλθει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του, τόσο προφορικά τόσο και γραπτώς από τα τέλη Ιουνίου του 2010. Ο Εναγόμενος αναφέρει πως απέστειλε την εν λόγω επιστολή μέσω του Δικηγόρου «καθ' ότι η Ενάγουσα και/ή οι αντιπρόσωποι αυτής παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες του να προσέλθει στον Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με σκοπό την μεταβίβαση του ακινήτου, παρέλειψε και/η αμέλησε να πράξει τούτο». Ο Εναγόμενος 1 λέει ακόμη δικογραφικά ότι η κα. Ναθαναήλ ουδέποτε επικοινώνησε με τον κ. Άριστο Γεωργίου για μεταφορά της ημερομηνίας κατά την οποία θα συντελείτο η μεταβίβαση και πως κανένα κώλυμα υφίστατο με την υποθήκη καθ' ότι η μεταφορά της υποθήκης είχε γίνει και/ή δεν ήταν τόσο χρονοβόρα διαδικασία ως περιγράφεται για να αποτελεί για τόσο χρονικό διάστημα κώλυμα, και να μην επιτρέπει στην Ενάγουσα και/ή στους αντιπροσώπους της να μεταβούν στο Κτηματολόγιο για την μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 1 καταλήγει ότι η συμφωνία μεταξύ του και της Ενάγουσας έχει τερματισθεί νόμιμα και πως η μεταβίβαση δυνάμει δωρεάς στην Εναγομένη 2 έγινε καθ` όλα νόμιμα. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας και περαιτέρω ο Εναγόμενος 1 ανταπαιτεί παρά της Ενάγουσας τα ακόλουθα: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται ως νόμιμος και σωστός ο τερματισμός των αγοραπωλητηρίων εγγράφων ημερ. 13/3/2002 και 5/11/2007 που έγινε από τους Εναγόμενους. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Ενάγουσα όπως ακυρώσει και/ή εξοφλήσει την Υ3111/08 , η οποία βαρύνει τα ακίνητα με αρ. εγγραφής 24098 και 24099 για τα 1865/7358 και 373/7358 αντίστοιχα του χωρίου ΄Υψωνας, Ποσού € 600.000= πλέον τόκους προς όφελος της Ενάγουσας. Γ. Διαζευκτικά και/ή Συμπληρωματικά και /ή επιπρόσθετα διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Ενάγουσα να καταβάλει το ποσό των € 600.000,00=, πλέον τόκους ως αποζημιώσεις που ισοδυναμούν με το ποσό της Υ 3111/08 , η οποία βαρύνει τα ακίνητα με αριθμούς εγγραφής 24098 και 24099 για τα μερίδια που είναι εγγεγραμμένα επ' ονόματι του Εναγομένου 1, χρήματα τα οποία έλαβε η Ενάγουσα. Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την Ενάγουσα να αποσύρει εντός 15 ημερών από την επίδοση σε αυτή του διατάγματος, τα επίδικα αγοραπωλητήρια έγγραφα ημερ. 13/3/2002 και 5/11/2007 από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Ε. Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια χρήσης και εκμετάλλευσης από τον Εναγόμενο 1 του 1/5 μεριδίου του ακινήτου του με αριθμό εγγραφής 24099, το οποίο δεσμεύτηκε και βαρύνεται με την υποθήκη Υ 3111/08 συνεπεία δόλου, ψευδών παραστάσεων και /ή παράλειψης και /ή άλλως πως της Ενάγουσας. ΣΤ. Γενικές Αποζημιώσεις για παράβαση των όρων του αγοραπωλητηρίου εγγράφου. Η δοθείσα μαρτυρία Για την πλευρά των Εναγόντων κατέθεσαν τρεις μάρτυρες, ο Μ.Ε.1 Παναγιώτης Δαυίδ, Διευθυντής των Εναγόντων, η Μ.Ε.3 Μάρω Ναθαναήλ, υπάλληλος της Ενάγουσας Εταιρείας από το έτος 2007 καθώς και ο εκτιμητής Ιούλιος Ρούσος ως Μ.Ε.2 των οποίων η μαρτυρία μπορεί να συνοψισθεί ως εξής: Ο Εναγόμενος 1 κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης μέρους του κτήματος (1/5 μεριδίου) με αριθμό εγγραφής 14853, Φ/Σχ. 53/64, τεμάχιο 270/1, (νέος αριθμός 409) στην τοποθεσία «Μονοβόλικος» του χωριού Ύψωνας, της επαρχίας Λεμεσού το οποίο προτίθετο να διαχωρίσει σε οικόπεδα. Κατά ή περί την 13/3/2002 η Ενάγουσα σύνηψε γραπτή συμφωνία με τον Εναγόμενο 1 σύμφωνα με την οποία η Ενάγουσα αγόρασε από τον Εναγόμενο 1 το υπό διαχωρισμό οικόπεδο με αριθμό 5, εκτάσεως 705 τ. μ. (m2). Τεκμ.1
(1). Η Ενάγουσα στα πλαίσια της πιο πάνω συμφωνίας κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 19/1/2002 το ποσό των ΛΚ5.000, και κατά ή περί την 17/6/2002 το ποσό των ΛΚ10.000. (Βλ. Τεκμ.1
(2)και
(3). Μετά την υπογραφή του Τεκμ.1
(1)ο Μ.Ε.1 επικοινώνησε αρκετές φορές τόσο με τον Εναγόμενο 1, όσο και με τον αδελφό του, του κ. Μιχαλάκη Ηλιάδη, ο οποίος ήταν και μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Ύψωνα, και τους ρωτούσε τι γινόταν με τον διαχωρισμό του οικοπέδου. Του έλεγαν ότι υπήρχαν προβλήματα με τον διαχωρισμό σε σχέση με την έκταση του υπό διαχωρισμού οικοπέδου και ότι υπήρχε πιθανότητα να μεγάλωνε κατά κάποια τετραγωνικά μέτρα. Επειδή στην πορεία της διαδικασίας για τον διαχωρισμό του επίδικου οικοπέδου προέκυψε διαφορά στην έκταση του, και συγκεκριμένα επειδή η έκταση του αυξήθηκε από 705 τ.μ σε 746 τ.μ, η Ενάγουσα συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 όπως συνάψουν νέο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο, στο οποίο θα αναφερόταν η νέα έκταση του επίδικου οικοπέδου που προέκυψε κατά τη διαδικασία διαχωρισμού του. Έτσι την 5/11/2007 η Ενάγουσα σύνηψε με τον Εναγόμενο 1 νέα συμφωνία για την πώληση του υπό διαχωρισμό οικοπέδου με αριθμό 5, με τη νέα έκσταση, η οποία καθορίστηκε στα 746 τ. μ., Τεκμ.1
(4). Η Συμφωνία αυτή, Τεκμ.1
(4)προνοούσε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: (α) Ως τίμημα πώλησης συμφωνήθηκε το ποσό των ΛΚ31.500, το οποίο θα καταβάλλετο ως ακολούθως: (
- i)Ποσό εκ ΛΚ15.000 ως προκαταβολή με την υπογραφή της συμφωνίας, ποσό το οποίο καταβλήθηκε ήδη στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 19/1/2002 και κατά ή περί την 17/6/2002. (
- ii)Το υπόλοιπο ποσό εκ ΛΚ16.500 θα καταβάλλετο κατά την ημέρα μεταβίβασης του ακινήτου η οποία καθορίστηκε ότι θα γινόταν εντός 12 μηνών και / ή μόλις εκδοθεί ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας του πωλούμενου οικοπέδου. (β) Η μεταβίβαση στο όνομα της Ενάγουσας θα γινόταν μόλις εκδιδόταν ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας από το Κτηματολόγιο και ταυτόχρονα με την εξόφληση παντός υπολοίπου του τιμήματος πώλησης. (γ) Ο Εναγόμενος 1 θα έπρεπε να παραδώσει το οικόπεδο στην Ενάγουσα κατά ή περί την 5/11/2008. (δ) Η Ενάγουσα βαρυνόταν με όλα τα έξοδα για το διαχωρισμό του πωλούμενου οικοπέδου. Υπήρξε η θέση του Μ.Ε.1 ότι η Ενάγουσα συμφώνησε προφορικά με τον Εναγόμενο 1 όπως του καταβάλει επιπλέον το ποσό των ΛΚ2.680 (ήτοι €4.579,05) για την αξία των επιπλέον 41 τ.μ. μέτρων του οικοπέδου και η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 κατά ή περί την 16/11/2007 το ποσό των ΛΚ2.680 για την αξία των επιπλέον 41 τ.μ. του οικοπέδου. (Τεκμ.1
(5)). Περαιτέρω η Ενάγουσα στα πλαίσια των συμφωνιών που σύναψε με τον Εναγόμενο 1 και σε σχέση με την κάλυψη των εξόδων για τον διαχωρισμό του πωλούμενου οικοπέδου κατέβαλε στις 6/2/2008 το ποσό των €8.756,58 (Τεκμ.1
(6)στην εργοληπτική εταιρεία Νεόφυτος Μαυρομούστακος Λτδ και στις 30/10/2008 το ποσό των €175,15, Τεκμ.1
(7)στον αδελφό του Εναγόμενου 1 κ. Μιχαλάκη Ηλιάδη, ποσό το οποίο αναλογούσε στο 1/5 των χρημάτων που κατέβαλε ο κ. Ηλιάδης στους Αγρονόμους και Τοπογράφους Μηχανικούς Μενοίκου Λτδ για τη διαδικασία διαχωρισμού του κτήματος σε οικόπεδα. Σε σχέση με τις υπάρχουσες υποθήκες επί του κτήματος η θέση του Μ.Ε.1 είναι η εξής: «Στη συνέχεια η Ενάγουσα και ο Εναγόμενος 1, ενόψει του γεγονότος ότι καθυστερούσε η έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το πωλούμενο οικόπεδο, συμφώνησαν όπως η Ενάγουσα πληρώσει άμεσα στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €17.100- που αποτελούσε μέρος του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης του οικοπέδου πριν από την συμφωνημένη ημερομηνία πληρωμής του, που ήταν σύμφωνα με το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο η ημερομηνία μεταβίβασης του οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας, και όπως ο Εναγόμενος 1 σε αντάλλαγμα θα προέβαινε σε υποθήκευση της έκτασης των 746 τ.μ του οικοπέδου που η Ενάγουσα αγόρασε, προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000,00.» Η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €17.100 στις 26/3/2008,Τεκμ.1
(8). Ο Εναγόμενος 1 με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε τη σύζυγο του ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπου του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες για την εν λόγω υποθήκευση προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000,00 Τεκμ.1
(9). Για τις ενέργειες αυτές υπεύθυνη εκ μέρους των Εναγόντων ήταν η Μ.Ε.3 και στη μαρτυρία της αναφέρθηκε στις επισκέψεις, που έκανε στην οικία του Εναγομένου 1 για τις επί μέρους διευθετήσεις λέγοντας επίσης ότι είχε γίνει φίλη με το ζευγάρι αυτό. Δέχθηκε - στην αντεξέταση πάντα - όταν της υποδείχθηκαν τρία τέτοια πληρεξούσια ότι όλα υπογράφησαν στα πλαίσια του ίδιου σκοπού (βλ. Τεκμ.2Α) Δηλαδή αν υπολογισθεί και το Τεκ.1
(9)μιλούμε για τέσσερα πληρεξούσια. Πάντως ήταν οι θέσεις των Εναγομένων 1 και 3 ότι υπογραφή του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και η υποθήκευση του επίδικου οικοπέδου προς όφελος της Ενάγουσας έγινε νόμιμα, κατόπιν συμφωνίας και με την ελεύθερη βούληση του Εναγόμενου
- Η Ενάγουσα δεν παραπλάνησε ούτε εκμεταλλεύτηκε τον Εναγόμενο
- Τελικά κατά ή περί την 27/3/2008 υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ «για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000, τα 373/7358 μερίδια επί του κτήματος με αριθμό εγγραφής 14853, Φ/Σχ. 53/64, τεμάχιο 270/1, (νέος αριθμός 409) στην τοποθεσία «Μονοβόλικος» του χωριού Ύψωνας. Τα μερίδια αυτά αντιστοιχούσαν στην έκταση των 746 τ.μ του επίδικου οικοπέδου, που αγόρασε η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο 1». Τεκμ.1
(10). Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να παραδώσει την κατοχή του επίδικου οικοπέδου στην Ενάγουσα στις 5/11/2008, ως προνοούσε το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5/11/2007, και μέχρι σήμερα δεν το έπραξε. Ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο οικόπεδο εκδόθηκε στις 30/6/2010, αλλά, πάντα κατά τους Μ.Ε, προσκομίστηκε στην Ενάγουσα κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 από τον αδελφό του Εναγόμενου 1 κ. Μιχαλάκη Ηλιάδη. Τεκμ.1
(11). Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2010 - πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων - ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την υπάλληλο της Ενάγουσας Μ.Ε.3, Μάρω Ναθαναήλ και ζήτησε να προχωρήσουν με τις διαδικασίες για την μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας και να του καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Η Μ.Ε.3 του είπε να περάσουν οι γιορτές και να προχωρήσουν, πρόταση που ο Εναγόμενος 1 έκανε αποδεκτή. Εν τω μεταξύ η Μ.Ε.3 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα για τη μεταφορά της υποθήκης στο όνομα της Ενάγουσας, η οποία θα ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του επίδικου οικοπέδου. Κατά ή περί τον Ιανουάριο του 2011 ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε ξανά τηλεφωνικά με την Μ.Ε.3 για να διευθετηθεί η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας και να του δοθεί το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης, γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα. Επειδή ο Μ.Ε.1 θα μετέβαινε σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα για την περίοδο 9/1/11 - 22/1/11, η Μ.Ε.3 του ζήτησε όπως περιμένει να επιστρέψει και μετά να γινόταν η μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 1 και πάλι αποδέκτηκε. Κατά ή περί την 1/2/2011 ο Εναγόμενος 1 μέσω επιστολής του δικηγόρου του, η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα μέσω τηλεμοιότυπου, κάλεσε την Ενάγουσα όπως μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την 7/2/2011 και ώρα 9:00 π.μ. για να δεκτεί τη μεταβίβαση του πωλούμενου οικοπέδου. Τεκμ.1
(12). Μετά την αποστολή της ως άνω αναφερόμενης επιστολής η Μ.Ε.3 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1, αλλά στο τηλέφωνο ανταποκρίθηκε η σύζυγος του, η οποία της είπε να μιλήσει με τον γαμπρό της τον Άριστο (Μ.Υ.). Η Μ.Ε.3 μίλησε τηλεφωνικά με τον Μ.Υ και του ανέφερε ότι ήταν αδύνατον να μεταβούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 7/2/11 γιατί η Τράπεζα Κύπρου χρειαζόταν και άλλες μέρες για τις διαδικασίες μεταφοράς της υποθήκης και γιατί τόσο η ίδια όσο και ο Μ.Ε.1 θα ήσαν σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ισπανία μέχρι την 13/2/11. Η Μ.Ε.3 του πρότεινε όπως μεταβούν στο Κτηματολόγιο στις 15/2/11, ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα Κύπρου θα ήταν έτοιμη για την μεταφορά της υποθήκης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον Μ.Υ. Ενώ οι Μ.Ε.1 και 3 βρίσκονταν στην Ισπανία, ο Εναγόμενος 1 με νέα επιστολή του δικηγόρου του με ημερομηνία 9/2/2011, η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα μέσω τηλεμοιότυπου, τερμάτισε τη συμφωνία επικαλούμενος παράβαση των όρων του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου εκ μέρους της Ενάγουσας. Τεκμ.1
(13). Η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στην Ισπανία μέσω τηλεομοιότυπου από υπάλληλο της Ενάγουσας και ο Μ.Ε.1 έδωσε οδηγίες στον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας κ. Αντώνη Δημητρίου να απαντήσει στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Μέσω επιστολής του δικηγόρου της ημερομηνίας 11/2/2011 η Ενάγουσα απέρριψε το περιεχόμενο της επιστολής ημερομηνίας 9/2/2011 και ζήτησε όπως διευθετηθεί νέα ημερομηνία για μετάβαση στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού προς το σκοπό της μεταβίβασης του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας. Επιπλέον η Ενάγουσα επιφύλαξε όλα τα νόμιμα δικαιώματα της. Η εν λόγω επιστολή κοινοποιήθηκε από το δικηγόρο της Ενάγουσας τόσο προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού όσο και προς την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Τεκμ.1
(14). Στις 22/2/2011 η Ενάγουσα αποτάθηκε με σχετική αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού έρευνας για το επίδικο οικόπεδο. Από το εν λόγω πιστοποιητικό έρευνας προέκυψε ότι στις 9/2/2011 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε μέρος του επίδικου οικοπέδου, ήτοι τα 5493/7358 μερίδια στην Εναγόμενη 2, η οποία είναι κόρη του, δυνάμει δωρεάς και ότι η υποθήκη που βάρυνε το μερίδιο του Εναγόμενου 1, μεταφέρθηκε σε μέρος του επίδικου οικοπέδου που παρέμεινε επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 (με εγγραφή 0/24098) και σε μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 570 (με εγγραφή 0/24099). Τότε διαπιστώθηκε ότι τα αγοραπωλητήρια έγγραφα δεν ήταν κατατεθειμένα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Τεκμ.1
(15). Η Ενάγουσα δεν είχε γνώση για την μεταφορά της υποθήκης σε άλλο μέρος του επίδικου οικοπέδου, αφού η μεταφορά έγινε κατόπιν συμφωνίας του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα Κύπρου, και χωρίς να ερωτηθεί σχετικά η Ενάγουσα. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο τερματισμός της συμφωνίας εκ μέρους του Εναγόμενου 1 που έλαβε χώρα στις 9/2/2011, είναι παράνομος και/ή αντικανονικός και/ή ότι έγινε χωρίς να υπάρχει εύλογη αιτία αφού η Ενάγουσα μέσω των αντιπροσώπων της συμφώνησε με τον Εναγόμενο 1 και/ή τον αντιπρόσωπο του για παράταση της ημερομηνίας προσέλευσης στο Κτηματολόγιο για μεταβίβαση του οικοπέδου. Είναι περαιτέρω η θέση της Ενάγουσας ότι η μεταβίβαση μέρους του επίδικου οικοπέδου από τον Εναγόμενο 1 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 έγινε παράνομα και κατά παράβαση των μεταξύ των διαδίκων συμφωνιών με ημερομηνίες 13/3/2002 και 5/11/
- Η μεταβίβαση μέρους του επίδικου οικοπέδου από τον Εναγόμενο 1 επ' ονόματι της Εναγόμενης 2 κόρης του Εναγόμενου 1 έγινε δόλια και με πρόθεση να καταστρατηγήσει τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Eξ άλλου αυτό προκύπτει και από τη σπουδή που επέδειξαν οι Εναγόμενοι για να προχωρήσουν στη μεταβίβαση μέρους του επίδικου οικοπέδου στην Εναγόμενη 2, αφού όπως φαίνεται από τα σχετικό πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου, η μεταβίβαση έγινε στις 9/2/
- Ο τερματισμός των μεταξύ των διαδίκων επίδικων συμφωνιών έγινε μέσω επιστολής του δικηγόρου του Εναγόμενου 1 της ίδιας ημερομηνίας η οποία αποστάληκε στα γραφεία της Ενάγουσας η ώρα 12:
- (Τεκμ.1
(13)). Η αξία του επίδικου οικοπέδου σύμφωνα με εκτίμηση που έγινε από το εκτιμητικό γραφείο Ρούσσος & Αγγελίδης ανέρχεται περίπου στο ποσό των €600.000. Τεκμ.1
(16). Κατάθεσε προς τούτο ο Μ.Ε.2, Ιούλιος Ρούσος, εκτιμητής στο εν λόγω γραφείο που προέβη στην εν λόγω εκτίμηση του στις 27.2.2008, Τεκμ.1
(16). Είναι η θέση της Ενάγουσας Εταιρείας ότι συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε βάσει των επίδικων Συμφωνιών. Πλήρωσε στον Εναγόμενο 1 το μεγαλύτερο ποσό του τιμήματος αγοράς, ήτοι του κατέβαλε το ποσό των €47.308 (ΛΚ27.688) έναντι του τιμήματος πώλησης που ήταν συνολικά €58.400 (ΛΚ34.180). Το υπόλοιπο ποσό θα πληρωνόταν κατά την μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου στο όνομα της Ενάγουσας. Επίσης η Ενάγουσα κατέβαλε συνολικά και το ποσό των €8.931,73 ως έξοδα για το διαχωρισμό του επίδικου οικοπέδου. Στην αντίπερα πλευρά μόνος μάρτυρας υπεράσπισης υπήρξε ο εν λόγω γαμπρός του Εναγομένου 1, κ. Άριστος Γεωργίου ο οποίος και δέχθηκε ότι για πολλά από τα επίδικα θέματα η γνώση του προέρχεται από πληροφορίες που έλαβε από τον πεθερό του (Εναγόμενο 1) και την πεθερά του. Είναι η θέση του μάρτυρα υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος 1 λόγω προχωρημένης ηλικίας και προβλημάτων υγείας αδυνατεί να καταθέσει. Είναι δεκτές από την Υπεράσπιση οι δυο επίδικες συμφωνίες. Για τα επιπλέον 41 τ.μ. γίνεται η εξής διαφοροποίηση: «Το οικόπεδο με αριθμό 5 ήταν αρχικά 705 τμ αλλά στην πορεία και κατά τον διαχωρισμό του έγινε 746 τ.μ. επειδή υπήρχαν 41 τ.μ. περισσότερα από τα αρχικά συμφωνηθέντα και υπογράφηκε νέα συμφωνία εις την οποία άλλαξαν τα τετραγωνικά μέτρα αλλά το τίμημα πώλησης στην νέα συμφωνία παρέμεινε το ίδιο ήτοι Λ.Κ. 31.500,
- Δια τα επιπλέον 41 τ.μ. εξ όσων γνωρίζω συμφώνησαν προφορικά οι διάδικοι όπως καταβληθεί από τους Ενάγοντες στον Εναγόμενο 1 το ποσό των Λ.Κ. 2.680= που ήτο η αξία αυτού το
- Η νέα συμφωνία υπεγράφτηκε στις 5/11/2007, με το ίδιο τίμημα πώλησης όπως και η συμφωνία του 2002.» Ενώ οι πληρωμές και το υπόλοιπο είναι κοινό έδαφος διαφοροποιείται η θέση του Εναγομένου ότι ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας παραδόθηκε στην πλευρά των Εναγόντων τον Ιούνιο 2010 και όχι τον Σεπτέμβρη του 2010 και μάλιστα είναι η περαιτέρω θέση της Υπεράσπισης ότι ο Εναγόμενος καλούσε τους Ενάγοντες για μεταβίβαση από τον Ιούνη του 2010 «με πολλαπλά τηλεφωνήματα του Εναγομένου 1 και της συζύγου του» προς την Μ.Ε.3 η οποία απλώς τους υποσχόταν βρίσκοντας διάφορες προφάσεις και ουσιαστικά κοροίδευε τον Εναγόμενο
- Έτσι έλεγε ο Εναγόμενος 1 στον μάρτυρα υπεράσπισης. Η συνέχεια δίδεται ως εξής: Μετά από πάροδο αρκετών μηνών αποτάθηκαν στο δικηγόρο τους κ. Μιχαήλ ο οποίος και απέστειλε την επιστολή ημερομηνίας 1.2.2011 (Τεκμ.1
(12)για να εμφανισθούν οι Ενάγοντες στο Κτηματολόγιο ως άνω, πλην όμως - κατά την Υπεράσπιση - αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να το πράξουν. Ένεκα αυτού του γεγονότος ο Εναγόμενος 1 μέσω του ιδίου δικηγόρου απέστειλε την επίδικη επιστολή τερματισμού ημερομηνίας 9.2.2011. Η επιστολή των Εναγόντων διά μέσου των δικών τους δικηγόρων ημερομηνίας 11.2.2011 (Τεκμ.1
(14)που ακολούθησε και οι ισχυρισμοί που προβάλλονται σ' αυτή, θεωρούνται από την Υπεράσπιση ψευδείς. Τίθεται ο αυτούσιος λόγος του μάρτυρα υπεράσπισης: «Ουδέποτε μίλησα με την κα. Ναθαναήλ εκείνο το διάστημα και ουδέποτε με ενημέρωσε πως δεν μπορεί να γίνει η μεταβίβαση στις 7/2/2011 καθότι ως αναφέρει η Τράπεζα Κύπρου χρειαζόταν και άλλες μέρες για την μεταφορά της υποθήκης και γιατί ο Διευθυντής της Ενάγουσας βρισκόταν στο εξωτερικό και ότι μου πρότεινε να γίνει η μεταβίβαση στις 15/2/
- Το ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι ψευδείς και ανυπόστατοι φαίνεται από το γεγονός ότι η υποθήκη είχε ήδη μεταφερθεί και μάλιστα είχε μεταφερθεί και επί μή πωληθέντος μέρος του ακινήτου του Εναγόμενου. Η υποθήκη είχε μεταφερθεί από τον Μάιο του
- Η Μ.Ε.3 λέει ότι συμφώνησα για να γίνει η μεταβίβαση στις 15/2/2011, πράγμα αναληθές , εάν είχα συμφωνήσει για να γίνει η μεταβίβαση στις 15/2/2011, πολύ απλά οι Ενάγοντες θα έστελλαν επιστολή για να επιβεβαιώσουν την νέα ημερομηνία και όχι να αποστείλουν το τεκμήριο 1
(14)ημερ. 11/2/2011 το οποίο δεν αναφέρει ημερομηνία μεταβίβασης και το οποίο «ήταν απειλητικό για τον Εναγόμενο». Οι Ενάγοντες ένεκα δικών τους λόγων «που μπορεί να ήταν οικονομικοί» δεν μπορούσαν να συμμορφωθούν με τους όρους του αγοραπωλητηρίου εγγράφου και να εξοφλήσουν το τίμημα αγοράς € 11.092= από τον Ιούνιο του 2010.».. Όσον αφορά την εγγραφή της υποθήκης εκ μέρους των Εναγόντων σε βάρος του πωληθέντος ακινήτου αυτή εξ όσων γνωρίζω έγινε με δόλιο τρόπο και με ψευδείς παραστάσεις και τεχνάσματα. Η υπάλληλος των Εναγόντων Μάρω Ναθαναήλ με διάφορους τρόπους και με ψευδείς παραστάσεις και υποσχέσεις ξεγέλασε και έπεισε τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει ειδικό πληρεξούσιο επ' ονόματι της συζύγου του και ως εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης και υποθήκευσα το 1/5 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 14858 φυλ/σχεδ LIII/64 τεμάχιο 409 προς όφελος των Εναγόντων για να εξασφαλίσει πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ως ενυπόθηκος δανειστής στην Υ 3111/08 ύψους € 600.000, πλέον τόκους. Επιπρόσθετα κατά την μεταφορά της ως άνω υποθήκης, κατά την διαδικασία έκδοσης ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας δια το επίδικο οικόπεδο , ο κ. Δαυιδ Διευθυντής των Εναγόντων και/ή οι αντιπρόσωποι αυτής δέσμευσαν και άλλο μέρος του ακινήτου του Εναγομένου 1, το εν λόγω μέρος δεν αποτελούσε μέρος της μεταξύ των συμφωνίας. Η Ενάγουσα με την Τράπεζα Κύπρου κατά την μεταφορά της ως άνω υποθήκης δέσμευσε τα 1865/7358 μερίδια του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 20498 και το 1/5 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής
- Το έγγραφο μεταφοράς της υποθήκης το ετοίμασε οι Ενάγοντες και /η οι αντιπρόσωποι αυτών. Εις το έγγραφο μεταφοράς της υποθήκης φαίνεται ξεκάθαρα πως σκοπός της Ενάγουσας ήταν να εξαπατήσει τον Εναγόμενο 1 καθότι έμεινε η υποθήκευση και μέρους του ακινήτου του Εναγόμενου 1 το οποίο δεν ήταν προϊόν πώλησης. Οι Ενάγοντες εξαπάτησαν τον Εναγόμενο 1 να υπογράψει το έγγραφο μεταφοράς της υποθήκης προφασιζόμενη διάφορες δικαιολογίες. Το έγγραφο αυτό το έδωσε στον Εναγόμενο για υπογραφή η υπάλληλος των Εναγόντων κα Μάρω Ναθαναήλ Τεκμήριο
- ... Οι Ενάγοντες είχαν ανάμειξη στην μεταφορά της υποθήκης και ως εκ τούτου αυτό ήταν δικαιολογία που έβρισκαν για να δεχτούν τη μεταβίβαση. Ένεκα της υποθήκευσης των ακινήτων του Εναγομένου 1 από την Ενάγουσα η περιουσία του επιβαρύνθηκε με το ποσό των €600.00=, πλεον τους αναλογούντες τόκους. Το εν λόγω ποσό οι Ενάγοντες αδικαιολόγητα και παράνομα το καρπώθηκαν. Το εν λόγω ποσό ο Εναγόμενος 1 το ανταπαιτεί από τους Ενάγοντες. Η υποθήκευση της περιουσίας του Εναγόμενου 1 τόσο αρχικά όσο και κατά την μεταφορά έγινε συνεπεία δόλου και/ ή ψευδών παραστάσεων και/ ή παραπλανήσεως από τους Ενάγοντες. Οι Ενάγοντες και/ ή η αντιπρόσωπος τους Μ.Ε.3 ψευδώς και με πρόθεση να εξασφαλίσει οικονομικό αθέμιτο όφελος σε βάρος του Εναγομένου 1 τον έπεισε να της υπογράψουν πληρεξούσια έγγραφα. Η ίδια αποδέχεται ότι το πληρεξούσιο το υπέγραψε ενώπιον της. Μάλιστα για την υποθήκευση της περιουσίας του Εναγομένου 1 οι Ενάγοντες κατάρτισαν 4 διαφορετικά πληρεξούσια τα οποία έδωσε στον Εναγόμενο 1 και τα υπόγραψε «ισχυριζόμενοι πως είναι έγγραφα δια τον διαχωρισμό του ακίνητου». Η ύπαρξη των 4 διαφορετικών πληρεξουσίων για την υποθήκη γεννά πολλά ερωτηματικά, ειδικότερα εάν σκεφθεί κανείς πως ημερομηνίες των είναι οι ίδιες. Υπάρχουν δύο πληρεξούσια ημερομηνίας 26/3/2008 και δύο ημερομηνίας 27/3/
- Για ποίο λόγο ο Εναγόμενος 1 έπρεπε να υπογράψει 4 πληρεξούσια δια την υποθήκευση της περιουσίας του διερωτάται ο μάρτυρας υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος 1 τερμάτισε την συμφωνία νομότυπα και έπειτα από την άρνηση των Εναγόντων να τον εξοφλήσουν και να δεχθούν την μεταβίβαση. Επιπρόσθετα η μεταβίβαση επ' ονόματι της Εναγομένης 2 έγινε νόμιμα μετά που η συμφωνία είχε τερματισθεί. Δυνάμει των ανωτέρω οι Εναγόμενοι 1 και 2 αιτούνται την απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας και την έκδοση απόφασης ως η ανταπαίτηση των.» Στην αντεξέταση πάντως δέχθηκε ότι εκτός της τελευταίας φάσης των γεγονότων, προηγουμένως δεν είχε άμεση εμπλοκή και η γνώση του ήταν εξ ακοής. Αξιολόγηση - ευρήματα - συμπεράσματα Έχω μελετήσει την υπόθεση στα πλαίσια της αξιολόγησης της προφορικής και γραπτής μαρτυρίας. Από τα υπάρχοντα τεκμήρια από την αφετηρία και την εξέλιξη της συναλλαγής των διαδίκων προκύπτει μια συνέχεια που φανερώνει κατ' αρχήν τόσο συνεννόηση όσο και εμπιστοσύνη μεταξύ τους. Γίνεται η πρώτη συμφωνία - 13.2.2002 - Τεκ μ.1
(1)και ακολουθεί η δεύτερη συμφωνία πέντε χρόνια μετά - 5.11.2007 σε παραπλήσιες παραμέτρους για το οικόπεδο 5 με την περιγραφή σχεδόν των ίδιων όρων, με διαφοροποίηση κυρίως της ημέρας παράδοσης του οικοπέδου για την οποία ενώ υπήρξε διαφοροποίηση τα μέρη δεν είχαν κανένα παράπονο. Περαιτέρω η διαπίστωση - αυτό προκύπτει κοινά - ότι το υπό διαχωρισμό οικόπεδο 5 έχει νέα αυξημένη έκταση εκ 746 τ.μ. η οποία ορίζεται στην νέα συμφωνία δεν περιλαμβάνεται νέο τίμημα σ' αυτή αλλά συμφωνείται προφορικά. Η επιπλέον πληρωμή «ΛΚ 2.680 για την αξία 41 τ.μ. του οικοπέδου» φανερώνεται στο Τεκμ.1
(5)το οποίο είναι η απόδειξη είσπραξης του ποσού αυτού ημερομηνίας 16.11.2007. Η περαιτέρω εξέλιξη των σχέσεων των διαδίκων επίσης φαίνεται να βαίνει καλώς αφού προχωρεί ο διαχωρισμός σε συνεννόηση των δυο πλευρών και αφού οι Ενάγοντες πληρώνουν τα ποσά που τους αναλογούν για το σκοπό αυτό (βλ. Τεκμ.1
(6),
(7),
(8)(πληρωμές το 2008 αλλά και ως τις 30.10.2010). Το θέμα της υποθήκης στην γραπτή αναφορά του θέματος από τα κοινά ουσιαστικά τεκμήρια προκύπτει γύρω στο Μάρτη του 2008 ενώ η ίδια η υπογραφή της σύμβασης και δήλωσης υποθήκευσης ακινήτου του Εναγομένου 1 με την Τράπεζα Κύπρου γίνεται 27.3.2008 και κατατίθεται την ίδια ημέρα στο Κτηματολόγιο, Τεκμ.1
(9). Εκ μέρους του Εναγομένου 1 υπογράφει και παρουσιάζεται στο Κτηματολόγιο η σύζυγος του. Επί του εγγράφου υποθήκης (Τεκμ.1
(10)αναφέρεται ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος Π.Ε. 154208. Είναι γεγονός ότι οι Ενάγοντες ένα πληρεξούσιο ημερομηνίας 26.3.2008 κατάθεσαν στο οποίο αναφέρεται ως σκοπός της πράξης «όπως αντ' εμού και εξ ονόματος μου παρουσιασθεί στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και υποθηκεύσει δια Α' υποθήκης το ακίνητο υπ' αρ. εγγραφής 14853 κατά 746/14718 μεριδίου για το ποσό των €600.000 πλέον επιτόκιο 5.65% προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημοσίας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Π. Δαυίδ Είδη Υγιεινής Λτδ». Είναι επιθυμητό να αντιπαραβάλουμε τα υπόλοιπα τρία πληρεξούσια που και η Μ.Ε.3 δέχθηκε ότι υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο 1 για τον ίδιο - φαινομενικά τουλάχιστον - σκοπό (Τεκμ.2Α 1-3). Στο Τεκμ.2Α
(1)ημερομηνίας 26.3.2008 γίνεται αναφορά στο πιο πάνω ακίνητο με διαφοροποίηση του μεριδίου σε 373/7358. Τα λοιπά είναι τα ίδια. Στο Τεκμ.2Α
(2)φαίνεται διαφορά στην ημερομηνία ενώ και τα ίδια αναφέρονται ότι υπογράφησαν την μέρα Πέμπτη στο μεν Τεκμ.2Α
(1)αναφέρεται ως η ημερομηνία υπογραφής και πιστοποίησης ημερομηνίας η 26.3.2008, Στο Τεκμ.2Α
(3)έχουμε την εξής διαφοροποίηση. Αναφέρεται «κατά 1/5 μερίδιο» χωρίς τα πιο πάνω μερίδια και η ημερομηνία υπογραφής του είναι 27.3.
- Για να υπάρχει ολοκληρωμένη εικόνα των εγγράφων θα πρέπει να αναφερθώ και σ' ένα τελευταίο έγγραφο που κατατέθηκε εκ μέρους της Υπεράσπισης το Τεκμ.3Α και είναι έντυπο του Κτηματολογίου ΔΕ26Α με τον τίτλο «Αντικατάσταση εγγραφής σε υποθήκη - άρθρο 28 του Νόμου αρ. 9/65 και τροποποίηση Νόμου 51/70, 3/78 και 5/81 - έγγραφη συγκατάθεση» με ημερομηνία 22 Μαρτίου 2010 στο οποίο καταγράφεται η συγκατάθεση του Εναγομένου 1 όπως ο αριθμός εγγραφής 14853 στην Υποθήκη 3111/08 αντικατασταθεί από το νέο ή νέους τίτλους ιδιοκτησίας που θα δοθούν από το τμήμα: (α) προσωρινό τεμάχιο 409Η με έκταση 12296 τ.μ. (2318/12290) (β) προσωρινό τεμάχιο 409Ζ με έκταση 746 τ.μ. (ΟΛΟ) Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η συμφωνία των διαδίκων - όπως προβάλλεται - είναι για υποθήκευση της έκτασης των 746 τ.μ. του οικοπέδου που οι Ενάγοντες αγόρασαν. Οι Ενάγοντες προβάλλουν την θέση ότι υποθηκεύθηκαν «τα 373/7358, μερίδια» που αντιστοιχούσαν στην έκταση των 746 τ.μ. που αγόρασε η Ενάγουσα Εταιρεία από τον Εναγόμενο
- (βλ. παράγρ. 14 της δήλωσης της Μ.Ε.3) Επί της υποθήκης που κατατέθηκε (σύμβαση και δήλωση Υποθήκευσης Κτηματολογίου - Τεκμ.1
(10)) αναφέρεται μερίδιο που υποθηκεύεται 373/7358 του όλου. Δεν προκύπτει ο,τιδήποτε απτό που να ενισχύει τις θέσεις της Υπεράσπισης ούτε για τις συνέπειες των συμπεριφορών των Εναγόντων, ούτε για δόλιο χρωματισμό σ' αυτές. Εξάλλου προχωρώντας την διεργασία της αξιολόγησης και εμβαθύνοντας και επί της προφορικής μαρτυρίας παρατηρώ ότι η μαρτυρία του Διευθυντή των Εναγόντων, Μ.Ε.1 αλλά και της υπαλλήλου Μ.Ε.3 που ήσαν δεσπόζοντα πρόσωπα επί της συναλλαγής και επί των διευθετήσεων που γίνονταν τον ουσιώδη χρόνο, ήσαν καθόλα θετικοί μάρτυρες. Ο Μ.Ε.1 εξήγησε τα του πρώτου συμβολαίου, της ανάγκης να γίνει νέα σύμβαση αλλά και της παράκλησης του Εναγομένου 1 να του καταβληθεί ποσό της πληρωμής πριν το χρόνο που είχαν υποχρέωση οι Ενάγοντες καθώς και τα της διευθέτησης που έγινε μεταξύ τους για την υποθήκευση του μέρους του κτήματος το οποίο και οι δυο πλευρές ακριβώς θεωρούσαν ως ουσιαστικά δικό των Εναγόντων και μόνο τυπικά του Εναγομένου. Εξ ου η υποθήκευση του συγκεκριμένου μέρους του υπό διαχωρισμού κτήματος. Εξάλλου ενδεικτικό του ενδιαφέροντος των Εναγόντων για το κτήμα είναι και η καταβολή των σχετικών εξόδων διαχωρισμού ως είναι κοινό έδαφος καθώς και του μεγαλύτερου μέρους του τιμήματος. Φάνηκε γνήσια και ειλικρινής η αντίδραση τόσο του Μ.Ε.1 όσο και της Μ.Ε.3 για την προβαλλόμενη θέση από την Υπεράσπιση δόλιων ενεργειών εκ μέρους τους είτε στη σύνταξη του πληρεξουσίου είτε στη συναλλαγή και διευθετήσεις που εγίνοντο με τον Εναγόμενο. Ειδικά η Μ.Ε.3 που ήταν το πρόσωπο που κατά την τελευταία περίοδο - πριν τον τερματισμό - είχε τις αμεσότερες σχέσεις με τον Εναγόμενο 1 και την σύζυγο του ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του υπήρξε μια πηγαία και αυθόρμητη μάρτυρας η οποία ουδόλως μου άφησε την εντύπωση ότι «παγίδευσε» δυο ηλικιωμένους (τον Εναγόμενο 1 και την σύζυγο του) για να γίνει φίλη τους και να τους χρησιμοποιεί ανάλογα επ' ωφελεία των εργοδοτών της. Αντιθέτως φάνηκε ότι ειλικρινώς θεμελιώθηκε μια σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ τους σαν απόρροια όχι παγίδευσης ή θυματοποίησης αλλά ως απλή ανθρώπινη συμπεριφορά. Ό,τι ερωτήσεις της έγιναν στην αντεξέταση, η Μ.Ε.3 της απάντησε ικανοποιητικά και όσο μπορούσε να θυμηθεί έδιδε τις αναγκαίες λεπτομέρειες που έπειθαν για την αλήθεια της εκδοχής της. Τα σημεία δε των απαντήσεων της επί των ερωτήσεων και αμφισβητήσεων για παρέλκυση εκ μέρους των Μ.Ε.1 και 3 ώστε να μη ολοκληρωθεί η μεταβίβαση σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης είναι πέραν από αποτελεσματικές για να καταδείξουν το αβάσιμο αυτών των υπερασπιστικών θέσεων. Η δε - αναμφισβήτητη - παρουσία των Μ.Ε.1 και 3 στο εξωτερικό κατά το χρόνο του κατ' ισχυρισμό τερματισμού, καθιστά πιο πενιχρή την προσπάθεια των Εναγομένων να πείσουν ότι οι Ενάγοντες «έπαιζαν μαζί τους» για να μην ολοκληρωθεί η διαδικασία μεταβίβασης. Είναι όντως κάτι που συνάδει με την λογική να μην μπορεί εύκολα να πιστέψει κάποιος ότι οι Ενάγοντες πλήρωσαν όλα τα αναγκαία έξοδα για το διαχωρισμό κατέβαλαν μεγάλο μέρος της πληρωμής και ενεργούσαν εκ προθέσεως για να παραβλάψουν τα δικαιώματα του Εναγομένου αλλά κυρίως και των ιδίων των εαυτών τους «για να αποφύγουν την μεταβίβαση ενός οικοπέδου με μεγάλη αξία». Η δε επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων ημερομηνίας 11.2.2011 δεικνύει και πάλι την πρόθεση τους για μεταβίβαση. Δεν βρίσκω ότι η μη αναφορά στο νέο συμβόλαιο των νέων μέτρων και της νέας τιμής είχε αλλότριο κίνητρο όπως και πάλι εισηγήθηκε η Υπεράσπιση. Απλώς οι διάδικοι έτσι έκριναν τότε τα πράγματα. Ούτε ο καθορισμός της τιμής των Λ.Κ.2.680 για τα 41 τ.μ. περίκλειε δόλο ή άλλο κίνητρο. Είναι δεδομένη η προθυμία του Μ.Ε.1, όπως εκφράσθηκε στην ένορκη μαρτυρία του όταν υποβλήθηκε στον Μ.Ε.1 θέση για δόλο ως προς την υποθήκη δια της απάντησης του: «Βεβαίως δεν τον ξεγέλασα τον Εναγόμενο. Ακόμη και σήμερα είμαι διατεθειμένος να πάω να μεταφερθεί το επίδικο οικόπεδο στην εταιρεία μου όπως έχουμε συμφωνήσει». Ήταν λογικές οι εξηγήσεις που δόθηκαν ότι οι Μ.Ε.1 και 3 γνώριζαν για τον τίτλο στο όνομα του Εναγόμενου το Σεπτέμβρη του 2010 και όχι το τέλος Ιουνίου 2010 όπως τους υποβλήθηκε. Πειστικές εξηγήσεις δόθηκαν και από τον Μ.Ε.1 και την Μ.Ε.3 για τις προσπάθειες να γίνει η μεταβίβαση άλλη μέρα - τον Φεβράρη του 2011 και επίσης εξηγήθηκαν οι διαφορές της εκδοχής του με την επιστολή του δικηγόρου τους (Τεκμ.1
(14)στο ότι οι οδηγίες προς αυτόν δόθηκαν βιαστικά, υπό το κράτος των εξελίξεων, και ενώ βρίσκονταν στο εξωτερικό. Μίλησαν ακόμη για τηλεφωνική επικοινωνία του Μ.Ε.1 με τον Μ.Υ. Εξάλλου το ελάχιστον του υπολοίπου σε €10.000 περίπου ενισχύει την θέση του Μ.Ε.1 ότι θα ήταν παράλογο να μην θέλει την ολοκλήρωση της πράξης. Ειδικά μετά το διαχωρισμό του, όταν πια η αυτονομία του ως κτήμα του έδιδε εκ των πραγμάτων πρόσθετη αξία. Υπήρξαν οι Μ.Ε.1 και 3 απόλυτα θετικοί μάρτυρες και γίνονται αποδεκτοί. Από την άλλη στρεφόμενη στο πρόσωπο του μόνου μάρτυρα της Υπεράσπισης παρατηρώ πρώτιστα και κύρια την αναποτελεσματικότητα του να γνωρίζει και να καταθέτει επί της μεγαλύτερης εμβέλειας των γεγονότων που αφορούσε την υπόθεση. Παρόλα αυτά ήταν καταπληκτική η ευκολία με την οποία παρουσιαζόταν ως ο γνώστης των πάντων αλλά και ως καθοδηγητής των Εναγομένων. Ειδικά ως προς τις διάφορες θέσεις περί απάτης και δόλιας συμπεριφοράς ήταν φανερό ότι εξέφραζε απόψεις και όχι γεγονότα. Σαφώς και καμιά από τις προβαλλόμενες δικογραφικές λεπτομέρειες δόλου δεν στοιχειοθετήθηκαν. Αυτή η αποσπασματική του «γνώση» επί των γεγονότων που την παρουσίαζε ως πληροφόρηση του από τα πεθερικά του - όχι μόνο με έπεισε για την αλήθεια αλλά περαιτέρω μου άφησε την εντύπωση ότι ο μάρτυρας υπεράσπισης ήταν ο «σχεδιαστής» της αντίδρασης των Εναγομένων αφού ανάλαβε τα ηνία προς το τέλος της συναλλαγής των διαδίκων με εμφανή ανατροπή των μέχρι τότε καλών σχέσεων των διαδίκων μεταξύ τους. Η εικόνα του στο εδώλιο δεν κρίνεται θετική. Έχω μάλιστα την εντύπωση ότι είναι η δική του πεποίθηση «περί του άδικου της συναλλαγής» που διαμόρφωσε τα πράγματα όπως τελικά διαμορφώθηκαν. Εν πάση περιπτώσει δεν έχω πεισθεί για το αδύνατο της προσέλευσης του Εναγομένου ως μάρτυρα ή για τη σύζυγο του Εναγομένου 1. Περαιτέρω σε σχέση με το αναξιόπιστο της εκδοχής του παρατηρώ και τα εξής: Ενώ μεγάλη σημασία δόθηκε από την Υπεράσπιση στη δολοπλοκία γύρω από την σύνταξη των πληρεξουσίων φάνηκε ότι όλα αυτά που παρουσίασε ο Μ.Υ ήταν αόριστα, γενικά και χωρίς βαρύτητα προερχόμενα τάχα από αυτά που του έθεσε ο Εναγόμενος 1. Όμως όλα αυτά παρέμειναν νεφελώδη και μεγαλόσχημα μόνο σαν άποψη του ιδίου. Εξάλλου βάσει των πιο πάνω τεκμηρίων φάνηκε ότι μόνο το πληρεξούσιο (Τεκμ.1(α) ) χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς υποθήκευσης του κτήματος, η οποία έλαβε χώρα στις 27.3.2008 και κανένα άλλο πληρεξούσιο. Ακόμα και σε σχέση με το Τεκμ.3(Α) το έγγραφο αντικατάστασης εγγραφής σε υποθήκη ανάφερε ότι του έδωσε η Μ.Ε.3 στις 20.1.2011. Όμως εκ του εγγράφου φαίνεται ημερομηνίας αποστολής 8.4.2011 και ώρα 10.09. Εξάλλου αυτή η θέση δεν τέθηκε συγκεκριμένα στην Μ.Ε.3 στην αντεξέταση, ούτε της υποδείχθηκε το σχετικό έγγραφο, Τεκμ.3(Α) για να τοποθετηθεί. Αλλά ούτε και στον Μ.Ε.1. Ούτε τους τέθηκε η όποια αξία θα είχε η γνώση και η κατοχή απ' αυτούς. Η παράλειψη αυτή πλήττει την αξιοπιστία της πλευράς που παραλείπει την υποβολή. (Βλ. Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 383, Παφίτη ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 102). Ενδεικτικές αναξιοπιστίας ήταν και οι απαντήσεις του για την γνώση-άγνοια της Εναγομένης 2. Ήταν προσεκτικός να πείσει ότι η Εναγομένη 2 γενικά γνώριζε για τις συμφωνίες «όχι όμως τόσο ειδικά για να βρεθεί ότι είχε ευθύνη». Περαίνοντας με το θέμα της αξιολόγησης θα ασχοληθώ με τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 εκτιμητή. Ο Μ.Ε.2 μου άφησε εντελώς αρνητική εικόνα. Φάνηκε καθαρά από την αντεξέταση ότι δεν γνώριζε τίποτε από αυτά που έπρεπε ως εκτιμητής να παραθέσει στο Δικαστήριο και σίγουρα δεν έδωσε στο Δικαστήριο την μέθοδο για να κρίνει την εργασία του αφού ούτε υποστηρικτικό υπόβαθρο για τις συγκριτικές πωλήσεως είχε αλλά και κανένα στοιχείο δεν παρουσίασε, έστω και ελάχιστον, ώστε να διασώζεται η κατάληξη του. Ακριβώς η κατάληξη του για την αξία του οικοπέδου ήταν η μόνη του θέση. Δεν είναι έτσι όμως που κρίνονται τα πράγματα στο Δικαστήριο. (Βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1(Α) 253). Ο Μ.Ε.2 ο εκτιμητής είναι φανερό ότι επαναλάμβανε ότι για την εκτίμηση είναι η Τράπεζα Κύπρου που του έδωσε οδηγίες με αφορμή το δάνειο που διδόταν στην Ενάγουσα Εταιρεία. Και αυτό ως επωδός-δικαιολογία για την αδυναμία του να στοιχειοθετήσει την θέση του. Ενώ δέκτηκε ότι ο σκοπός που γίνεται η εκτίμηση δεν αλλάζει τα πράγματα παρακάτω απαντά ως εξής: «Στην εν λόγω έκθεση εκτίμησης η οποία έγινε για σκοπούς της Τράπεζας Κύπρου και με βάση τη συμφωνία που έχουμε για εκτιμήσεις για την Τράπεζα για τον ίδιο σκοπό δεν απαιτείται πίνακας συγκριτικών πωλήσεων. Ως εκ τούτου δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε πωλήσεις ως παράρτημα στην εν λόγω εκτίμηση. Αν η εκτίμηση γινόταν για σκοπούς Δικαστηρίου με απώτερο σκοπό την τεκμηρίωση του ποσού τότε θα επισυνάπτετο πίνακας συγκριτικών πωλήσεων με την ανάλυση όλων των δεδομένων.» Σε διάφορες αυθεντίες τέθηκε το καθήκον του μάρτυρα εκτιμητή προς το Δικαστήριο (Βλ. Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Pouris and Another v. Republic
(1983)2 C.L.R., Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1). Στην υπόθεση English Exporters v. Eldonwall
(1973)1 All E.R. 769 ειδικά επί εκτιμητών ακινήτων τίθενται τα εξής σχετικά από τον Megarry J., στη σελ. 730: " As is usual in these cases, a number of comparables was adduced. Eight were put forward by the landlordsQ the tenants put in none of their own. As is also far from unknown, some of the comparables were less comparable that others, and some turned out to be supported only by hearsay evidence, or by evidence that was in other respects less that cogent. There was no formal process of a ruling being made to exclude those comprarables which were supported only by hearsay evidence; but I was discouraging, and in the event counsel for the landlords, though rueful, did not seriously argue the point, or press it. I nevertheless think that I ought to make more explicit the reasons for my having been discouraging, for in my experience the status if hearsay evidence of comparables in valuation cases is a matter that is often misunderstood, and not only by valuers. For all I know, that misunderstanding may in recent years have been fostered by a passage in Woodfalls's Law of landlord and tenant (27th Edn.
(1968), vol. 2, p. 1350, para. 2495), to which counsel for the tenants very properly referred me. There, the editors take the view that when a valuer is giving his opinion on rental value under the Act of 1954 - 'he should stae his reasons for holding that opinion even if this involves reference to comparisons of which he only knows at second-hand, that surely going to weight rather that admissibility.'" Στην κρινόμενη υπόθεση είναι φανερό ότι ο ρόλος του μάρτυρα-εκτιμητή όπως έχει περιγραφεί γενικά πιο πάνω δεν έχει επιτελεσθεί. Κρίνεται λοιπόν ότι ο μάρτυρας αυτός δεν εκτέλεσε το καθήκον του ως εμπειρογνώμονας και η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Στη βάση λοιπόν της πιο πάνω αξιολόγησης μου κρίνω και βρίσκω ότι τα γεγονότα εξελίχθησαν όπως η πλευρά των Εναγόντων παρέθεσε (εκτός του Μ.Ε.2) και ότι ο προβληθείς τερματισμός δεν ήταν νόμιμος αφού δεν τους εδόθη η εύλογη ευκαιρία καν να συμμορφωθούν. Εκτός από τα μη αμφισβητούμενα θέματα δηλαδή την ύπαρξη των δύο συμφωνιών και των πληρωμών που έγιναν έναντι της αγοράς και για τα έξοδα διαχωρισμού ως περιγράφεται στις σελ. 12 έως μέρος της σελ. 14 της απόφασης μου ως άνω προβαίνω και στα ακόλουθα ευρήματα: Ευρήματα Η Ενάγουσα Εταιρεία και ο Εναγόμενος 1, ενόψει του γεγονότος ότι καθυστερούσε η έκδοση του ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το πωλούμενο οικόπεδο, συμφώνησαν όπως η Ενάγουσα πληρώσει άμεσα στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €17.100- που αποτελούσε μέρος του υπολοίπου του τιμήματος πώλησης του οικοπέδου πριν από την συμφωνημένη ημερομηνία πληρωμής του, που ήταν σύμφωνα με το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο η ημερομηνία μεταβίβασης του οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος 1 σε αντάλλαγμα θα προέβαινε σε υποθήκευση της έκτασης των 746 τ.μ του οικοπέδου που η Ενάγουσα αγόρασε, προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000,00.» Η Ενάγουσα κατέβαλε στον Εναγόμενο 1 το ποσό των €17.100 στις 26/3/2008,Τεκμ.1
(8). Ο Εναγόμενος 1 με ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο διόρισε τη σύζυγο του ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπου του για να προβεί σε όλες τις ενέργειες για την εν λόγω υποθήκευση προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000,00 Τεκμ.1
(9). Για τις ενέργειες αυτές υπεύθυνη εκ μέρους των Εναγόντων ήταν η Μ.Ε.3. Η υπογραφή του ειδικού πληρεξουσίου εγγράφου εκ μέρους του Εναγόμενου 1 και η υποθήκευση του επίδικου οικοπέδου προς όφελος της Ενάγουσας έγινε κατόπιν συμφωνίας και με την ελεύθερη βούληση του Εναγόμενου 1 χωρίς οποιαδήποτε παραπλάνηση. Τελικά κατά ή περί την 27/3/2008 υποθηκεύτηκαν προς όφελος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ «για εξασφάλιση υποχρεώσεων της Ενάγουσας για το ποσό των €600.000, τα 373/7358 μερίδια επί του κτήματος με αριθμό εγγραφής 14853, Φ/Σχ. 53/64, τεμάχιο 270/1, (νέος αριθμός 409) στην τοποθεσία «Μονοβόλικος» του χωριού Ύψωνας. Τα μερίδια αυτά αντιστοιχούσαν στην έκταση των 746 τ.μ του επίδικου οικοπέδου, που αγόρασε η Ενάγουσα από τον Εναγόμενο 1». Τεκμ.1
(10). Ο Εναγόμενος 1 παρέλειψε να παραδώσει την κατοχή του επίδικου οικοπέδου στην Ενάγουσα στις 5/11/2008, ως προνοούσε το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο ημερομηνίας 5/11/2007, και μέχρι σήμερα δεν το έπραξε. Ο ξεχωριστός τίτλος ιδιοκτησίας για το επίδικο οικόπεδο εκδόθηκε στις 30/6/2010, αλλά προσκομίστηκε στην Ενάγουσα κατά τον Σεπτέμβριο του 2010 από τον αδελφό του Εναγόμενου 1, Τεκμ.1
(11). Κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2010 - πριν από τις γιορτές των Χριστουγέννων - ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την υπάλληλο της Ενάγουσας, την Μ.Ε.3 και ζήτησε να προχωρήσουν με τις διαδικασίες για την μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας και να του καταβληθεί το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης. Η Μ.Ε.3 του ζήτησε να περάσουν οι γιορτές και να προχωρήσουν, πρόταση που ο Εναγόμενος 1 έκανε αποδεκτή. Εν τω μεταξύ η Μ.Ε.3 έδωσε οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου για να ετοιμάσει τα σχετικά έγγραφα για τη μεταφορά της υποθήκης στο όνομα της Ενάγουσας, η οποία θα ήταν ο νέος ιδιοκτήτης του επίδικου οικοπέδου. Κατά τον Ιανουάριο του 2011 ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε ξανά τηλεφωνικά με την Μ.Ε.3 για να διευθετηθεί η μεταβίβαση του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι της Ενάγουσας και να του δοθεί το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος πώλησης, γιατί είχε ανάγκη τα χρήματα. Επειδή ο Μ.Ε.1 θα μετέβαινε σε επαγγελματικό ταξίδι στην Κίνα για την περίοδο 9/1/11 - 22/1/11, η Μ.Ε.3 του ζήτησε όπως περιμένει να επιστρέψει και μετά να γινόταν η μεταβίβαση. Ο Εναγόμενος 1 και πάλι αποδέκτηκε. Κατά ή περί την 1/2/2011 ο Εναγόμενος 1 μέσω επιστολής του δικηγόρου του, η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα μέσω τηλεμοιότυπου, κάλεσε την Ενάγουσα όπως μεταβεί στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την 7/2/2011 και ώρα 9:00 π.μ. για να δεκτεί τη μεταβίβαση του πωλούμενου οικοπέδου. Τεκμ.1
(12). Μετά την αποστολή της ως άνω αναφερόμενης επιστολής η Μ.Ε.3 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικά με τον Εναγόμενο 1, αλλά στο τηλέφωνο ανταποκρίθηκε η σύζυγος του, η οποία της είπε να μιλήσει με τον γαμπρό της τον Άριστο (Μ.Υ.). Η Μ.Ε.3 μίλησε τηλεφωνικά με τον Μ.Υ και του ανέφερε ότι ήταν αδύνατον να μεταβούν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 7/2/11 γιατί η Τράπεζα Κύπρου χρειαζόταν και άλλες μέρες για τις διαδικασίες μεταφοράς της υποθήκης και γιατί τόσο η ίδια όσο και ο Μ.Ε.1 θα ήσαν σε επαγγελματικό ταξίδι στην Ισπανία μέχρι την 13/2/11. Η Μ.Ε.3 του πρότεινε όπως μεταβούν στο Κτηματολόγιο στις 15/2/11, ημερομηνία κατά την οποία η Τράπεζα Κύπρου θα ήταν έτοιμη για την μεταφορά της υποθήκης, εισήγηση η οποία έγινε αποδεκτή από τον Μ.Υ. Ενώ οι Μ.Ε.1 και 3 βρίσκονταν στην Ισπανία, ο Εναγόμενος 1 με νέα επιστολή του δικηγόρου του με ημερομηνία 9/2/2011, η οποία αποστάληκε στην Ενάγουσα μέσω τηλεμοιότυπου, τερμάτισε τη συμφωνία επικαλούμενος παράβαση των όρων του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου εκ μέρους της Ενάγουσας. Τεκμ.1
(13). Η εν λόγω επιστολή αποστάληκε στην Ισπανία μέσω τηλεομοιότυπου από υπάλληλο της Ενάγουσας και ο Μ.Ε.1 έδωσε οδηγίες στον τότε δικηγόρο της Ενάγουσας κ. Αντώνη Δημητρίου να απαντήσει στο περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, το οποίο και έπραξε με επιστολή του 11.2.2011 (βλ. Τεκμ.1
(14). Στις 22/2/2011 η Ενάγουσα αποτάθηκε με σχετική αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για την έκδοση σχετικού πιστοποιητικού έρευνας για το επίδικο οικόπεδο. Από το εν λόγω πιστοποιητικό έρευνας προέκυψε ότι στις 9/2/2011 ο Εναγόμενος 1 μεταβίβασε μέρος του επίδικου οικοπέδου, ήτοι τα 5493/7358 μερίδια στην Εναγόμενη 2, η οποία είναι κόρη του, «δυνάμει δωρεάς» και ότι η υποθήκη που βάρυνε το μερίδιο του Εναγόμενου 1, μεταφέρθηκε σε μέρος του επίδικου οικοπέδου που παρέμεινε επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 (με εγγραφή 0/24098) και σε μέρος του ακινήτου με αριθμό τεμαχίου 570 (με εγγραφή 0/24099). Τότε διαπιστώθηκε ότι τα αγοραπωλητήρια έγγραφα δεν ήταν κατατεθειμένα στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Τεκμ.1
(15). Σημειώνεται ότι η Ενάγουσα δεν είχε γνώση για την μεταφορά της υποθήκης σε άλλο μέρος του επίδικου οικοπέδου, αφού η μεταφορά έγινε κατόπιν συμφωνίας του Εναγόμενου 1 με την Τράπεζα Κύπρου, και χωρίς να ερωτηθεί σχετικά η Ενάγουσα. Οι Ενάγοντες μέσω των Μ.Ε.1 και 3 εξήγησαν - και το δέχομαι - γιατί δεν μπορούσαν να μεταβούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 7.2.2011 σύμφωνα με την επιστολή που τους έστειλε ο δικηγόρος των Εναγομένων (βλ. Τεκμ. 1
(12)). Συνακόλουθα βρίσκω ότι ο εν λόγω τερματισμός δεν ήταν σύννομος και ο Εναγόμενος 1 δεν είχε δικαίωμα να προβεί σ' αυτό. Προκύπτει ακόμη ότι η Εναγομένη 2 γνώριζε για τις επίδικες συμφωνίες και η αποδοχή της μεταβίβασης μέρους του επιδίκου οικοπέδου την κατέστησε συνεργό της ενέργειας για παράκαμψη των δικαιωμάτων των Εναγόντων ή εν πάση περιπτώσει όχι καλής πίστεως τρίτο πρόσωπο αφού ήταν εμφανής ο σκοπός των Εναγομένων να παρεμποδίσουν τους Ενάγοντες από του να πετύχουν στην διεκδίκηση του οικοπέδου. Συμφωνώ με τον κ. Τιμοθέου ότι και το ότι η μεταβίβαση στην Εναγομένη 2 έγινε την ίδια ημέρα του τερματισμού δεικνύει αλλότρια κίνητρα που αγγίζουν και την Εναγομένη 2, η οποία εξ άλλου επέλεξε να μην θέσει την προσωπική της εκδοχή στο Δικαστήριο. Ως εκ της συγγένειας - πατέρας και κόρη - των διαδίκων η κακή πίστη αυτοαποδεικνύονται. Πάντως κατά πάντα χρόνο, φάνηκε ότι για τους διαδίκους γίνονταν ad hoc ρυθμίσεις στα οκτώ χρόνια που διάρκεσε η συναλλαγή είτε για τις πληρωμές είτε για άλλα επί μέρους θέματα, υποθήκες, ξεχωριστοί τίτλοι, που ήταν αντικείμενο επί μέρους συμφωνιών. Στα πλαίσια αυτά γίνονται κάποιες παρεκκλίσεις που δεν θα επέβαλλαν στους ενάγοντες τόσο αυστηρή εφαρμογή της πρόνοιας για μεταβίβαση μόλις εκδιδόταν ο ξεχωριστός τίτλος, αφού εν τω μεταξύ είχε γίνει η υποθήκευση και άλλα τινά. Στα ίδια πλαίσια οι Ενάγοντες δεν προέβαλαν τόσο και το θέμα παράδοσης κατοχής στην πορεία της εξέλιξης των σχέσεων τους. Άλλωστε η κοινή συναίνεση φαίνεται και στην πληρωμή τμηματικού μέρους του υπόλοιπου (€17.000) πριν το χρόνο που θα έπρεπε, δηλαδή το χρόνο της τιτλοποίησης. Δέχομαι ότι τον ξεχωριστό τίτλο οι Ενάγοντες παίρνουν το Σεπτέμβρη του
- Μετά πρέπει να γίνουν κάποιες διαδικασίες με την Τράπεζα και πάλι υπάρχουν συνομιλίες και συνεννοήσεις των διαδίκων. Δέχομαι ότι είναι το Δεκέμβρη του 2010 που η πλευρά του Εναγομένου 1 ζητεί να προχωρήσουν τις διαδικασίες και όντως αρχίζουν κάποια διαβήματα όπως τα εξήγησε η Μ.Ε.
- Όταν ο Εναγόμενος 1 τηλεφωνεί εκ νέου της Μ.Ε.1 τον Ιανουάριο 2011 του κοινοποιείται το πρόβλημα ως εκ της απουσίας του Μ.Ε.1 στο εξωτερικό. Στα πλαίσια ακριβώς της προϊστορίας των καλών σχέσεων των διαδίκων οι Ενάγοντες δεν θεώρησαν ότι έπρεπε να ανησυχήσουν, ούτε έλαβαν «κατά γράμμα» την επιστολή του δικηγόρου ημερομηνίας 1.2.2011 για να παρουσιασθούν στο Κτηματολόγιο Λεμεσού στις 7.2.2011, ώρα 9.00, αφού θα έλειπαν στο εξωτερικό, πράγμα που γνωστοποίησαν στο ΜΥ μετά που η σύζυγος του Εναγομένου 1 τους παρέπεμψε σ' αυτόν. Έρχομαι να εξετάσω στη συνέχεια τις αιτούμενες θεραπείες. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει απορρίψει πλήρως τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 οδηγεί στο ότι δεν υπάρχει υπόβαθρο για απόδειξη είτε της όποιας αξίας του κτήματος είτε όποιας τυχόν ζημιάς. Από την άλλη οι Ενάγοντες επιδιώκουν την έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον Εναγόμενο 1 να εγγράψει και μεταβιβάσει το επίδικο οικόπεδο επ' ονόματι των Εναγόντων ζητώντας ουσιαστικά ειδική εκτέλεση. Είναι παραδεκτό ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 5.11.2007 δεν έχει κατατεθεί στο Κτηματολόγιο, όρος που είναι απαραίτητος για να εκδοθεί διάταγμα ειδικής εκτέλεσης. Όμως οι Ενάγοντες ζητούν να εφαρμοσθεί ο νέος σχετικός Νόμος δηλαδή ο περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) του 2011, Ν.81
(1)/2011. Επικαλούνται συγκεκριμένα το άρθρο 6
(2)του Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «Σε περίπτωση που η σύμβαση είναι γραπτή αλλά δεν έχει κατατεθεί σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή η σύμβαση είναι προφορική το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την ειδική εκτέλεση της όταν κρίνει τούτο δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις και εφόσον δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα τρίτων που προκύπτουν από προγενέστερα εμπράγματα βάρη ή απαγορεύσεις και ικανοποιηθεί ότι - (α) στη σύμβαση προσδιορίζονται επαρκώς τα στοιχεία της ταυτότητας των συμβαλλομένων μερών και το αντικείμενο της σύμβασης. (β) υπάρχει εγγραφή στο Κτηματολογικό Μητρώο του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου, στο όνομα τουλάχιστον ενός εκ των πωλητών σε σχέση με ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης ή στην οποία περιλαμβάνεται το τμήμα της ακίνητης ιδιοκτησίας που αποτελεί το αντικείμενο της σύμβασης». Έχω μελετήσει την υπόθεση υπό το πρίσμα των πιο πάνω προνοιών. Παρατηρώ τα εξής: Από τη συμφωνία ημερομηνίας 5.11.2011 προσδιορίζονται επακριβώς τα στοιχεία της ταυτότητας των Συμβαλλομένων Μερών, και είναι ξεκάθαρο ότι τα Συμβαλλόμενα Μέρη είναι ο Εναγόμενος 1 ως πωλητής και οι Ενάγοντες ως αγοραστές. Επίσης υπάρχει εγγραφή του επίδικου οικοπέδου επ' ονόματι του Εναγόμενου 1 στο Κτηματολογικό Μητρώο, (Βλ. Τεκμ.1
(15)). Εξάλλου αυτό έγινε αποδεκτό και από τις δυο πλευρές κατά την αγόρευση όπου δηλώθηκε ότι το μερίδιο 373/7358 εξακολουθεί να είναι στο όνομα του Εναγομένου
- Ούτε υπάρχει η θέση ότι επηρεάζονται όποιοι τρίτοι με εμπράγματα βάρη. Από τα γεγονότα της υπόθεσης, είναι ξεκάθαρο ότι είναι δίκαιο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα προς όφελος των Εναγόντων ακόμα και αν δεν κατατέθηκε το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο. Οι Ενάγοντες πλήρωσαν το μεγαλύτερο μέρος του τιμήματος αγοράς, το δε υπόλοιπο πρέπει να πληρωθεί κατά την μεταβίβαση. Πλήρωσαν δε ακόμη όλα τα αναγκαία έξοδα για τον διαχωρισμό του. Πρόσθετα με την μεταβίβαση στο όνομα των Εναγόντων μπορεί να αποκατασταθεί ακόμη μια στρέβλωση, καθότι θα είναι δυνατόν πια η υποθήκη να βαρύνει το κτήμα που θα ανήκει στους Ενάγοντες και θα παραμείνει πλέον εξασφάλιση της οφειλής των €600.000,00 που είναι - ως κοινό έδαφος - οφειλή των Εναγόντων και όχι του Εναγομένου
- Οπότε θα υπάρχει και αποκατάσταση της δικαιοσύνης και σ' αυτή την πτυχή. Δεν αγνοώ βέβαια ότι η Τράπεζα ως ενυπόθηκος δανειστής δεν είναι μέρος της διαδικασίας όμως εκ των πραγμάτων το ενυπόθηκο ακίνητο θα πρέπει να προσαρμοσθεί με τον πραγματικό οφειλέτη, δηλαδή τους Ενάγοντες που θα είναι και οι ιδιοκτήτες. Βρίσκω δε ότι η θεραπεία της εκτέλεσης της σύμβασης μπορεί να πάρει την μορφή των αιτούμενων διαταγμάτων έναντι του Εναγομένου
- Όσον αφορά την αιτούμενη θεραπεία εναντίον της Εναγομένης 2 κρίνω ότι το Δικαστήριο κατ' αναλογία της Απαισιώτη ν. Ραγιά κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 882 δύναται να προχωρήσει σε διαταγή εναντίον της όπως μεταβιβάσει στους Ενάγοντες το μέρος που της ανήκει αφού ήταν γνώστης της σύμβασης και των περιστατικών που αφορούσαν την υπόθεση. Μπορεί να μην μιλούμε για δόλο στην αυστηρή του έννοια (γι' αυτό και δεν ήσαν αναγκαίες οι λεπτομέρειες δόλου ως εισηγείται η πλευρά των Εναγομένων) αλλά σίγουρα κακή πίστη συντρέχει. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα: «Είναι όμως θεμελιωμένο πως όταν τρίτος, ξένος προς τη σύμβαση, αποκτά την περιουσία που ήταν αντικείμενο της σύμβασης είτε δια δωρεάς είτε γενικότερα εν γνώσει της σύμβασης που περιέχει ανάληψη υποχρέωσης μεταβίβασης της περιουσίας από τον ένα συμβαλλόμενο στον άλλο, μπορεί να διαταχθεί να την μεταβιβάσει στο δικαιούχο δυνάμει της σύμβασης.» Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω θεωρώ ότι μπορώ να δώσω τις ακόλουθες θεραπείες, τις οποίες και δίδω ως εξής: Εναντίον του Εναγομένου 1 ως 29 Α, Β, Γ και Δ του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης. Νοείται ότι με την μεταβίβαση δυνάμει του παρ. 29Β θα πληρωθεί από τους Ενάγοντες προς τον Εναγόμενο 1 κάθε οφειλόμενο υπόλοιπο και νοείται επίσης ότι ταυτόχρονα με την μεταβίβαση θα γίνουν οι αναγκαίες ενέργειες από τους Ενάγοντες για μεταφορά της επίδικης υποθήκης επ' ονόματι τους ως ενυπόθηκους οφειλέτες. Εναντίον της Εναγομένης 2 ως 29 ΙΑ, ΙΒ, ΙΓ του ίδιου Παρακλητικού. Για όσα εκ των παρακλητικών ως άνω περιέχουν διατάγματα, ορίζεται ως χρόνος συμμόρφωσης η περίοδος των 40 ημερών μετά την επίδοση της συντεταγμένης απόφασης στους Εναγομένους 1 και 2. Νοείται ότι τα λοιπά παρακλητικά απορρίπτονται. Τώρα σε σχέση με την ανταπαίτηση είναι φανερό ότι πρέπει να απορριφθεί αφού το υπόβαθρο της δεν έχει αποδειχθεί. Όσον αφορά τα έξοδα κρίνω ότι τα έξοδα της αγωγής θα είναι υπέρ των Εναγόντων όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα όμως €100.000-€500.000 καθότι αφενός η αξία του επίδικου κτήματος δεν αποδείχθηκε να είναι ως η θέση του εκτιμητή και αφετέρου η αξία του με βάση την επίδικη συμφωνία κυμαίνεται στην πιο πάνω κλίμακα και όχι στην αξιούμενη. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα αφού συνεκδικάσθηκε χωρίς περαιτέρω δημιουργία εξόδων με την απαίτηση. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Civil / Other Actions / Final Αναφορά: Συμβόλαιο / Ειδική Εκτέλεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο