← Κύπρος

KARAPATAKIS PAVLIDES LLC ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ δια μέσω της διαχειρίστριας της Άντρης Αντωνιάδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2951/13, 1

KARAPATAKIS PAVLIDES LLC ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ δια μέσω της διαχειρίστριας της Άντρης Αντωνιάδου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2951/13, 19/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A406 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2951/13 Μεταξύ: KARAPATAKIS PAVLIDES LLC Εναγόντων και 1. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ δια μέσω της διαχειρίστριας της Άντρης Αντωνιάδου 2. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ 3. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου 4. Κυπριακή Δημοκρατία Εναγομένων Αίτηση ημερομηνίας 10.7.13 για προσωρινά διατάγματα Ημερομηνία: 19.12.2013. Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Μ. Καραπατάκη για Karapatakis Pavlieds LLC. Για Εναγόμενους 1 - Καθ' ων η αίτηση 1: κα Μ. Τζιούτ για Α. Νεοκλέους & Σια Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 2 - Καθ' ων η αίτηση 2: κ. Μ. Μαστορούδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 3 - Καθ' ων η αίτηση 3: κ. Δ. Χατζηνέστορος για Αλέκος Ευαγγέλου & Σια Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες με γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα διεκδικούν ουσιαστικά τις ακόλουθες θεραπείες: 1. Διατάγματα που να διατάσσουν εν έκαστον των Εναγομένων 1, 2 και 3 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών να επανακαταθέσουν και/ή να καταθέσουν και/ή να επιτρέψουν την επανακατάθεση του ποσού των €21.917,93 που απέκοψαν οι Εναγόμενοι 1 και/ή οι Εναγόμενοι 2 κατά ή περί την 3.7.13 από τον λογαριασμό των πελατών των Εναγόντων με αρ. Iban: CY 32 0030 0020 0000 0020 1105 4141 (Clients a/
  2. c)στον ίδιο λογαριασμό (στο εξής ο λογαριασμός) (παράγραφοι Α-Γ). 2. Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους 1, 2 και 3 να αποκαλύψουν εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς τα ονόματα των πελατών των Εναγόντων των οποίων τα χρήματα αποκόπηκαν κατά/ή περί την 3.7.13 από τον λογαριασμό (παράγραφος Δ). 3. Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους 1, 2 και 3 να αποκαλύψουν εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος σε αυτούς τα ονόματα των πελατών των Εναγόντων των οποίων τα χρήματα απελευθερώθηκαν κατά/ή περί την 3.7.13 από τον λογαριασμό (παράγραφος Ε). 4. Απόφαση και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου δυνάμει του οποίου να αναγνωρίζεται πως το ποσό των €21.917,93 που ήταν κατατεθειμένο στον λογαριασμό δεν ανήκει στους Ενάγοντες αλλά στους πελάτες αυτών και ότι τούτο κρατείτο από τους Ενάγοντες ως εμπιστευματοδόχους και/ή θεματοφύλακες (παράγραφος ΣΤ). 5. Γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις εναντίον όλων των Εναγομένων πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα (παράγραφοι Η, Θ και Ι). Το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 10.7.13 και την ίδια ημέρα οι Ενάγοντες - Αιτητές (στο εξής οι Aιτητές) καταχώρησαν, ως μονομερή αίτηση, την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και/ή του αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών να επανακαταθέσουν και/ή να καταθέσουν και στην συνέχεια να διατηρούν δεσμευμένο το ποσό των €21.917,93, που απέκοψαν κατά/ή περί την 3.7.13 από τον λογαριασμό των πελατών των Εναγόντων με αριθμό Iban: CY 32 0030 0020 0000 0020 1105 4141 Name KARAPATAKIS PAVLIDES LLC (Clients a/
  3. c)(στο εξής ο λογαριασμός), στον ίδιο λογαριασμό, μέχρι το τέλος της ως άνω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους αυτών να αποξενώσουν από τον λογαριασμό το ποσό των €21.917,93 που απέκοψαν κατά ή περί την 3.7.13 από τον ίδιο λογαριασμό μετά την επανακατάθεση του, μέχρι το τέλος της ως άνω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. Γ. Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 και 2 να καταθέσουν και/ή να επιτρέψουν την επανακατάθεση και/ή την κατάθεση και στην συνέχεια να διατηρούν δεσμευμένο το ποσό των €21.917,93, που αποκόπηκε από τους Εναγόμενους 1 κατά/ή περί την 3.7.13, στον λογαριασμό, μέχρι το τέλος της ως άνω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. Δ. Διάταγμα που να διατάσσει τον Εναγόμενο 3 να επιτρέψει την επανακατάθεση και/ή την κατάθεση του ποσού των €21.917,93, που αποκόπηκε από τους Εναγομένους 1 και/ή 2 κατά/ή περί τις 3.7.13 από τον λογαριασμό, στον ίδιο λογαριασμό, μέχρι το τέλος της ως άνω αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρου διατάγματος του Δικαστηρίου. Ε. Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγομένους 1, 2 και 3 να αποκαλύψουν εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος τα ονόματα των πελατών των Εναγόντων των οποίων τα χρήματα αποκόπηκαν και/ή αφαιρέθηκαν και/ ή διαγράφηκαν κατά/ή περί την 3.7.13 από τον λογαριασμό. ΣΤ. Διάταγμα που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 , 2 και 3 να αποκαλύψουν εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος τα ονόματα των πελατών των Εναγόντων των οποίων τα χρήματα απελευθερώθηκαν κατάΙή περί την 3.7.13 από τον λογαριασμό. Ζ. Οποιονδήποτε άλλο διάταγμα ήθελε κρίνει δίκαιο υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο. Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκες δηλώσεις ημερ. 10.7.13 των Γρηγόριου Καραπατάκη και Παύλου Παυλίδη εκ των διευθυντών των Αιτητών. Στο σημείο αυτό για σκοπούς οικονομίας της απόφασης δεν κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί το περιεχόμενο αυτών. Σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εάν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Στις 11.7.13 όταν η αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη φορά το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα ως οι παραγράφοι Ε και Στ της αίτησης, τα οποία όρισε επιστρεπτέα στις 18.7.13. Όσον αφορά τα υπό τις παραγράφους Α, Β, Γ και Δ αιτούμενα διατάγματα το Δικαστήριο διέταξε όπως η αίτηση επιδοθεί και όρισε αυτήν την ίδια ημερομηνία. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 (στο εξής οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 αντίστοιχα) καταχώρησαν ενστάσεις στις 5.9.13, 26.8.13 και 1.8.13 αντίστοιχα. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζονται οι ενστάσεις συνοψίζονται στους ακόλουθους: 1. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόµου 14/60 εφόσον οι Αιτητές δεν έχουν δείξει σοβαρό ζήτηµα προς εκδίκαση, ούτε ορατή και καλή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής αλλά ούτε και ότι θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να απονεµηθεί δικαιοσύνη σε µεταγενέστερο στάδιο. 2. Η αξίωση αποζημιώσεων μέσα από την αστική διαδικασία ως εκ των συνεπειών των μέτρων εξυγίανσης περιορίζεται στην απόδειξη ζημιάς, η οποία θα ζημιώνει τον Αιτητή περισσότερο από όσο θα ζήμιωνε αν τα μέτρα εξυγίανσης δεν λαμβάνονταν και οι τράπεζες αφήνονταν στην πορεία τους, κάτι το οποίο προβλέπεται και στο άρθρο 3

(2)δ του Νόμου 17
(1)
  1. Οι ζημιές των Αιτητών δεν έχουν ακόμη αποκρυσταλλωθεί και είναι πρόωρη η αναζήτηση αποζημιώσεων.
  2. Η αίτηση εγέρθηκε εναντίον ανύπαρκτης και/ή λανθασµένης νοµικής οντότητας.
  3. Η αίτηση δεν αφορά τους Εναγόµενους 2, καθότι ο εν λόγω λογαριασµός ήταν υπό των Εναγοµένων 1 και δεν είναι ούτε και επήλθε ποτέ στην κυριότητα των Εναγοµένων 2 ενώ περαιτέρω η απαίτηση των Αιτητών δεν εμπίπτει στις υποχρεώσεις που ανέλαβε η Τράπεζα Κύπρου Δηµόσια Εταιρεία Λτδ από τη Λαϊκή Τράπεζα σύµφωνα µε το Διάταγµα (Κ.Δ.Π. 104/2013) ημερ. 29.3.
  4. Το Διάταγµα Κ.Δ.Π. 104/2013 µιλά από µόνο του, η εφαρµογή του ανάγεται στην αρµοδιότητα της αρχής που το εξέδωσε, δηλαδή της Αρχής Εξυγίανσης, είναι αµέσως δεσµευτικό και εκτελέσιµο για το υπό εξυγίανση ίδρυµα και τα θιγόµενα από το εν λόγω Διάταγµα µέρη.
  5. Οι θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή και τα αιτούμενα διατάγματα δεν μπορούν να εκδοθούν λόγω του ότι αποτελούν έμμεση ανάμειξη σε διοικητικής φύσεως δικαιοδοσία και συγκεκριμένα στα Διατάγματα Κ.Δ.Π.103/2013, Κ.Δ.Π.94/2013 και Κ.Δ.Π.104/2013, τα οποία έχοντας το τεκμήριο της συνταγματικότητας και της νομιμότητας βρίσκονται σε πλήρη ισχύ και εφαρμογή.
  6. Η αίτηση είναι άνευ αντικειμένου για το λόγο ότι οι ενέργειες τις οποίες τα υπό κρίση διατάγματα απαγορεύουν έχουν ήδη νομικά συντελεστεί/εκτελεστεί.
  7. Η αίτηση ως είναι διαµορφωµένη δεν είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο αλλά έχει καταχωρηθεί µε ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση των Εναγόντων στην προώθηση της υπόθεσης τους.
  8. Τα αιτούµενα διατάγµατα ουσιαστικά αποτελούν προσπάθεια "ψαρέµατος µαρτυρίας" από τους Αιτητές, ιδιαίτερα επειδή επεκτείνοται σε όλους τους λογαριασµούς τρίτων προσώπων, των οποίων η συγκατάθεση δεν έχει δοθεί.
  9. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει διάταγµα αναφορικά µε λογαριασµούς τρίτων προσώπων χωρίς την συγκατάθεσή τους.
  10. Τα επίδικα διατάγματα δεν μπορούν να δεσμεύσουν την Κεντρική Τράπεζα καθώς αυτή καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ενεργούσε ως Αρχή Εξυγίανσης και δεν ενάγεται ως τέτοια κατά παράβαση των δικονομικών κανόνων.
  11. Τυχόν έκδοση των αιτούµενων διαταγµάτων θα προκαλέσει τεράστιες και/ή ανεπανόρθωτες ζηµιές στους Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και
  12. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 1 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 5.9.13 της Έλενας Στυλιανού, πρώην υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση 1 και από τις 29.3.13 υπαλλήλου των Καθ' ων η αίτηση
  13. Η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση 2 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 26.8.13 της Μαρίας Μιχαήλ, η οποία εργάζεται στην Νομική Υπηρεσία των Καθ' ων η αίτηση
  14. Η δε ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 3 υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερ. 1.8.13 του Μιχάλη Στυλιανού, ο οποίος εργάζεται στην Μονάδα Εξυγίανσης της Καθ' ης η αίτηση
  15. Κατόπιν αιτήσεως των Αιτητών ημερ. 23.9.13 δόθηκε στις 14.10.13 άδεια σε αυτούς όπως καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης τους. Την ίδια ημέρα εκ συμφώνου δόθηκε άδεια στους Καθ' ων η αίτηση 1 να καταχωρήσουν συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς απάντηση στην πιο πάνω συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Αιτητών. Έτσι στις 21.10.13 καταχωρήθηκε από τους Αιτητές συμπληρωματική ένορκη δήλωση, η οποία έγινε από τον Γρηγόριο Καραπατάκη και στις 13.11.13 οι Καθ' ων η αίτηση 1 καταχώρησαν ένορκη δήλωση προς απάντηση, η οποία έγινε και πάλι από την Έλενα Στυλιανού. Για τον ίδιο λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω δεν κρίνεται σκόπιμο στο σημείο αυτό να παρατεθεί το περιεχόμενο των προαναφερομένων ενόρκων δηλώσεων. Σχετική αναφορά θα γίνει στη συνέχεια εάν και εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. Στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας οι διάδικοι δεν αντεξέτασαν κανένα από τους ενόρκως δηλούντες και περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις, υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους με παραπομπή σε σχετική νομολογία. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συντηρητικά διατάγματα εδράζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, το οποίο έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and another
(1982)1 C.L.R. 557 καθορίζονται συνοπτικά μεν αλλά περιεκτικά και με σαφήνεια οι αρχές που διέπουν την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων καθώς και εκείνες που ρυθμίζουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι τρεις βασικές προϋποθέσεις για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι:
  1. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη,
  2. Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία, και
  3. Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα. Το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι οι πιο πάνω προϋποθέσεις συντρέχουν σωρευτικά. Το θέμα όμως και πάλι δεν τελειώνει εδώ. Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos ανωτέρω, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Οι παράγοντες που μπορούν να επιδράσουν στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου (εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας) είναι απεριόριστοι. Αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κατά τη δίκη, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση δηλ. να θεμελιώνεται νομικά και μόνο η αξίωση με βάση τα όσα περιέχονται στις έγγραφες προτάσεις ("pleadings"). Αναφορικά με την ύπαρξη ορατής πιθανότητας να δικαιούται ο Ενάγων σε θεραπεία δηλ. πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής είναι αρκετό για τον Ενάγοντα να δείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω και Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται με βάση την προσαχθείσα μαρτυρία, η οποία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη τέτοιας πιθανότητας (βλ. Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Δηλ. πρέπει να συσχετισθεί η νομική θεμελίωση της αξίωσης με την προσφερόμενη μαρτυρία όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων για να διαπιστωθεί η πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον Ενάγοντα της θεραπείας που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδης ν. Παναγίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 396). Πριν προχωρήσω προχωρήσω στην ουσίας της αίτησης θα εξετάσω τη θέση των Καθ' ων η αίτηση 1 ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί γιατί εγέρθηκε εναντίον ανύπαρκτης και/ή λανθασµένης νοµικής οντότητας. Συγκεκριμένα η εν λόγω θέση εδράζεται στο ότι σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο δεν υφίστατο και εξακολουθεί να µην υφίσταται νοµική οντότητα επ' ονόµατι Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Δηµόσια Εταιρεία Λτδ εφόσον από τις 5.4.12 οι Καθ' ων η αίτηση 1 έχουν αλλάξει το όνομα τους σε Cyprus Popular Bank Public Co Limited. Στην Spyropoullos ν. Transavia Holland N. v. Amsterdam
(1979)1 C.L.R. 421, όπου το προηγούμενο όνομα της ενάγουσας εταιρείας τροποποιήθηκε πριν την έγερση της αγωγής, αλλά στο κλητήριο ένταλμα είχε αναγραφεί το προηγούμενο όνομα της εταιρείας, αποφασίστηκε ουσιαστικά ότι εφόσον η αλλαγή του ονόματος της εταιρείας δεν καθιστά την εταιρεία ως μη υπαρκτή, δεν επιδρά επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της και δεν καθιστά ελαττωματικές οποιεσδήποτε διαδικασίες εγέρθηκαν εναντίον ή υπέρ της. Επισημάνθηκε ότι επρόκειτο μόνο για αγωγή που ηγέρθηκε με λανθασμένο όνομα. Η πιο πάνω υπόθεση αναφέρθηκε και στην Ferro Fashions Limited v. Fashion Box S.R.L.
(1999)1Γ Α.Α.Δ 1805 όπου λέχθηκε περαιτέρω ότι η λανθασμένη περιγραφή ονόματος δεν είναι παρά ανακριβής αναφορά του ονόματος του διάδικου, δεν αναφέρεται στην ουσία της υπόθεσης και σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να αφεθεί να επηρεάσει την απόφαση επί της ουσίας. Στην παρούσα από τα σχετικά έγγραφα (πιστοποιητικά αλλαγής ονόματος) που επισυνάπτουν οι Καθ' ων η αίτηση 1, ως τεκμήριο 1, στην ένορκη δήλωση τους ημερ. 5.9.13, φαίνεται ότι οι Αιτητές στο κλητήριο ένταλμα ανέγραψαν το όνομα που είχαν οι Καθ' ων η αίτηση 1, από τις 28.3.05 μέχρι και τις 4.12.06, οπόταν μετονομάστηκαν σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd, όνομα που διατήρησαν μέχρι τις 5.4.12 που μετονομάστηκαν σε Cyrpus Popular Bank Public Co Ltd. Προκύπτει λοιπόν ότι η αίτηση δεν εγέρθηκε εναντίον ανύπαρκτης ή λανθασμένσης νομικής οντότητας αλλά εναντίον των Καθ' ων η αίτηση 1 υπό παλαιότερο τους όνομα. Αυτό όμως ως έχει νομολογηθεί δεν αναφέρεται και δεν μπορεί να επηρεάσει τη ουσία της παρούσας αίτησης. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι η εν λόγω θέση των Καθ' ων η αίτηση 1 δεν ευσταθεί. Εξετάζοντας στη συνέχεια την ουσία της αίτησης, αναφορικά με το κατά πόσο συντρέχουν οι δύο πρώτες προυποθέσεις του άρθρου 32 θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν όσον αφορά την πρώτη προυπόθεση θα πρέπει να σημειωθεί περαιτέρω ότι ο όρος "pleadings" χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος, εξισούμενος με τις εγγράφους προτάσεις. Συνεπώς η καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας. Αντίθετα οι εκατέρωθεν θέσεις μπορούν σε τέτοια περίπτωση να προσδιοριστούν σε ένορκες δηλώσεις (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρήστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598), όπως στην παρούσα. Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Νόμου 14/60 πρέπει να λεχθεί περαιτέρω ότι ως έχει νομολογηθεί στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015 δεν αποτελεί μέρος της λειτουργίας του Δικαστηρίου σε αυτό το αρχικό στάδιο της διαδικασίας να προσπαθήσει να επιλύσει αντικρουόμενη μαρτυρία στις ένορκες δηλώσεις σε σχέση με τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις των διαδίκων ούτε και να αποφασίσει δύσκολα νομικά σημεία τα οποία χρειάζονται λεπτομερή επιχειρηματολογία και ώριμη εξέταση. Δεν εξετάζει δηλ. σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου 32 (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248 και Demades Overseas Ltd v. Studio Ma.St. Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 799). Με άλλα λόγια το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802). Από τα όσα λοιπόν εκτίθενται στις ένορκες δηλώσεις των διαδίκων στην παρούσα φαίνονται τα ακόλουθα: Οι Αιτητές που είναι δικηγορικό γραφείο ήταν πελάτες των Καθ' ων η αίτηση 1 κατά τα τελευταία 4 χρόνια και διατηρούσαν αριθµό λογαριασµών διάφορων τύπων. Μεταξύ των λογαριασμών αυτών ήταν και ο αναφερόμενος στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της παρούσας αγωγής, ο οποίος χρησιμοποιείτο ως Clients' Account (στο εξής ο επίδικος λογαριασμός), δηλαδή σε αυτόν γίνονταν καταθέσεις, πληρωμές και µεταφορές χρηµατικών ποσών πελατών των Αιτητών, προς εξυπηρέτηση των πελατών αυτών. Κανένας δε από αυτούς τους πελάτες των Αιτητών δεν διατηρούσε οποιονδήποτε λογαριασμό στους Καθ' ων η αίτηση
  1. Στις παραγράφους 4-12 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση της Καθ' ης η αίτηση 3 αναφέρονται με λεπτομέρεια όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν και που οδήγησαν στην έκδοση του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυµάτων Νόµου 17(Ι)/2013 (τέθηκε σε ισχύ στις 22.3.13) με σκοπό την εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος της χώρας, την διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας αυτού και κατ' επέκταση της οικονομίας εν γένει. Δυνάμει της προαναφερόμενης νομοθεσίας (ως ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο) η «Αρχή Εξυγίανσης» δηλ. η Καθ' ης η αίτηση 3, έλαβε σε σχέση με τους Καθ' ων η αίτηση 1 μέτρα εξυγίανσης στα πλαίσια των οποίων, ανάμεσα σε άλλα, εκδόθηκε και το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγµα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 29.3.
  2. Δυνάμει του άρθρου 5
(2)(β) του εν λόγω Διατάγματος, λογαριασμοί όπως ο επίδικος, ως λογαριασμοί «για καταθέσεις στο όνοµα εµπιστευµατοδόχου ή εντολοδόχου (trustee ή nominee)» τυγχάνουν διαφορετικής µεταχείρισης εφόσον έπρεπε να εξακριβωθεί το πρόσωπο για το οποίο κατέχονταν οι εν λόγω καταθέσεις ώστε να γίνει ορθός υπολογισμός του συνόλου τω καταθέσεων που του πρόσωπο αυτό διατηρούσε στους Καθ' ων η αίτηση 1 για σκοπούς απομείωσης τους σε περίπτωση που ξεπερνούσαν το ποσό των €100,
  1. Ως εκ τούτου για όλους τους λογαριασµούς όπως ο επίδικος οι Καθ΄ων η αίτηση 1 ζήτησαν από τους εμπιστευματοδόχους να τους προσκοµίσουν αποδειχτικά στοιχεία της ταυτότητας των πελατών τους για τους οποίους κρατούσαν χρήµατα όπως επίσης και αποδειχτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τα ποσά που κρατούνταν για κάθε πελάτη προκειµένου να εντοπιστεί ακριβώς το ύψος του ποσού κατάθεσης του κάθενος και να γίνει ορθά ο υπολογισµός αποµείωσης στο όνοµα ξεχωριστά καθενός από τους πελάτες των εμπιστευματοδόχων και όχι στο όνοµα των τελευταίων. Σύμφωνα δε με τους Καθ' ων η αίτηση 1, ως τραπεζικός οργανισµός υπό εξυγίανση, αυτοί είχαν ρητές οδηγίες από την Αρχή Εξυγίανσης ως προς τα αποδειχτικά στοιχεία που θα έπρεπε να προσκοµιστούν. Η όλη δε διαδικασία διέπετο από Εγκύκλιο, ηµεροµηνίας 10.4.13, η οποία εκδόθηκε από τη Διεύθυνση Κανονιστικής Συµµόρφωσης µε βάση τις οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης και ενσωµατώθηκε µεταγενέστερα στην Εγκύκλιο, ηµεροµηνίας 13.5.13, η οποία εκδόθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση
  2. Κατά ή περί την 26.3.13, ηµεροµηνία η οποία λαµβάνεται υπόψη για σκοπούς υπολογισµού τυχόν αποµείωσης, στον επίδικο λογαριασμό διατηρείτο το συνολικό ποσό των €44.770,
  3. Ενόψει του ότι οι Καθ' ων η αίτηση 1 δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν σε ποια πρόσωπα, πελάτες των Αιτητών, αναλογούσε συγκεκριµένο ποσό, κατόπιν οδηγιών της Καθ' ης η αίτηση 3, προέβηκαν σε δέσµευση ολόκληρου του πιο πάνω ποσού μέχρι να λάβουν τα προαναφερόμενα απαραίτητα αποδειχτικά στοιχεία από τους Αιτητές. Στις 29.3.13 οι Αιτητές με επιστολή τους προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 ανέφεραν ότι η πιο πάνω δέσμευση ήταν παράνομη καθότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν λογαριασμός των πελατών τους και σε αυτόν δεν διατηρούσαν χρήματα οι Αιτητές. Με την εν λόγω επιστολή δόθηκαν και κάποια στοιχεία. Μετά δε από ενημέρωση που είχαν από τους Καθ' ων η αίτηση 1, προς αποδέσμευση του πιο πάνω ποσού, οι Αιτητές στις 16.4.13 με επιστολή τους παρέδωσαν στους Καθ' ων η αίτηση 1 και διάφορα άλλα δικαιολογητικά και στοιχεία. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση 1 τα εν λόγω στοιχεία παραδόθηκαν προς εξέταση στην Επιτροπή που χειρίζεται παράπονα σε σχέση µε την εξυγίανση των Καθ' ων η αίτηση 1, µε αίτηµα αποδέσµευσης όλου του δεσµευµένου ποσού. Τα στοιχεία που λαμβάνονταν, η Επιτροπή των Καθ' ων η αίτηση 1 τα προωθούσε στην αρμόδια Επιτροπή της Καθ' ης η αίτηση
  4. Στη συνέχεια πραγµατοποιήθηκε µια πρώτη διεργασία του αιτήµατος των Αιτητών από την εν λόγω Επιτροπή σε συνεργασία µε την αρμόδια Επιτροπή της Καθ' ης η αίτηση
  5. Σύμφωνα με τους Αιτητές υπήρξε μεταξύ αυτών και των Καθ' ων η αίτηση 1 περαιτέρω επικοινωνία κυρίως από πλευράς των πρώτων αλλά δεν τύγχαναν ενημέρωσης ως προς την εξέλιξη του θέματος. Σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση 1 κατά ή περί τις 17.6.13 και αφού το αίτηµα των Αιτητών είχε τύχει µιας εκ πρώτης όψεως εξέτασης, χωρίς όµως να ολοκληρωθεί, η Επιτροπή ζήτησε από τους Καθ' ων η αίτηση 1 να ζητήσουν από τους Αιτητές περαιτέρω έγγραφα και διευκρινήσεις και το θέμα προωθήθηκε με επιστολή στις 19.6.13 στους Αιτητές, οι οποίοι και απάντησαν με επιστολή τους ηµεροµηνίας 25.6.
  6. Μετά την παραλαβή της πιο πάνω απάντησης των Αιτητών, αυτή προωθήθηκε µε όσα έγγραφα ήταν επισυνηµµένα, κατά ή περί τις 26.6.13, στην Επιτροπή η οποία την προώθησε στην αρµόδια Επιτροπή της Καθ' ης η αίτηση
  7. Μετά από περαιτέρω εξέταση του αιτήµατος των Αιτητών για αποδέσµευση του συνολικού ποσού του επίδικου λογαριασμού, η Επιτροπή εξασφάλισε έγκριση από την Καθ' ης η αίτηση 3 για μερική αποδέσµευση των χρηµάτων των πελατών των Αιτητών. Έτσι αποδεσµεύτηκε το συνολικό ποσό των €22.853,06 ενώ το υπόλοιπο ποσό των €21.917,93 παρέµεινε δεσµευµένο αφού µεταφέρθηκε σε ένα νέο λογαριασµό στους Καθ' ων η αίτηση 1 στον οποίο είχε πρόσβαση µόνο η Επιτροπή. Σύμφωνα και πάλι με τους Καθ' ων η αίτηση 1 η εξέταση του αιτήματος των Αιτητών δεν είχε ολοκληρωθεί καθότι δεν είχαν προσκοµιστεί τα απαιτούµενα δικαιολογητικά και όταν η εξέταση θα ολοκληρωνόταν οι Αιτητές θα λάμβαναν επιστολή από τους Καθ' ων η αίτηση 1 στην οποία θα φαινόταν η απόφαση των αρµόδιων Επιτροπών και η αιτιολογία της απάντησης τους. Αναφέρουν επίσης οι Καθ' ων η αίτηση 1 ότι έχοντας υποχρέωση να συμμορφωθούν ακολούθησαν τις εντολές της Καθ' ης η αίτηση 3, να διατηρήσουν δεσµευµένα τα ποσά που διατηρούνταν σε λογαριασµούς όπως ο επίδικος µέχρι να εξακριβωθεί σε ποιόν δικαιούχο ανήκει το κάθε ποσό. Σε σχέση με τα πιο πάνω οι Αιτητές αναφέρουν ότι δεν είχαν ποτέ τέτοια ενημέρωση δηλ. περί μερικής εξέτασης του αιτήματος τους και αναφέρουν ότι παρέδωσαν όλα τα αναγκαία δικαιολογητικά προς αποδέσμευση του δεσμευμένου ποσού. Σύμφωνα δε με τους Καθ' ων η αίτηση 1 η εξέταση στη συνέχεια ολοκληρώθηκε και η Ειδική Διαχειρίστρια αυτών με επιστολή της ηµεροµηνίας 6.9.13 ενημέρωσε σχετικά τους Αιτητές και ο νέος λογαριασµός στον οποίο βρισκόταν δεσμευμένο το προαναφερόμενο ποσό έκλεισε και πλέον το ποσό αυτό υπάρχει στο αρχείο των Καθ' ων η αίτηση 1 ως απαίτηση των Αιτητών προς τους Καθ' ων η αίτηση
  8. Αναφέρουν δε οι Καθ' ων η αίτηση 1 ότι παρά το ότι έχει επίσηµα ολοκληρωθεί η εξέταση του παραπόνου των Αιτητών, οι τελευταίοι µετά από σχετική επικοινωνία και/ή συνεννόηση που είχαν µε τους δικηγόρους των Καθ' ων η αίτηση 1 απέστειλαν περαιτέρω δικαιολογητικά στην αρµόδια Επιτροπή η οποία αποδέσµευσε επιπλέον ποσά με αποτέλεσμα να έχει επιβληθεί αποµείωση στο συνολικό ποσό των €18.174,
  9. Όσον αφορά το ποσό αυτό, η αρµόδια Επιτροπή των Καθ' ων η αίτηση 1 κατόπιν συνεδρίασης της που πραγµατοποιήθηκε στις 11.11.13, αποφάσισε ότι τα δικαιολογητικά που έχουν προσκοµιστεί εξακολουθούν να µην ξεκαθαρίζουν κατά πόσο οι µεταφορές από τον λογαριασµό ενός εκ των πελατών των Αιτηττών συµπεριλαµβάνουν και δικηγορικά έξοδα και χρεώσεις, των οποίων τελικός δικαιούχος είναι οι Αιτητές. Είναι με βάση τα ανωτέρω ουσιαστικά η θέση των Αιτητών ότι παρά την προσκόμιση όλων των απαραίτητων δικαιολογητικών και στοιχείων από πλευράς των Αιτητών, οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 παράνομα και/ή παράτυπα και/ή εξασκώντας αμελώς και/ή λανθασμένα τις εξουσίες που τους παρείχαν τα Διαταγμάτα Εξυγίανσης των Καθ' ων η αίτηση 1, οι σχετικές οδηγιές και η σχετική περί Εξυγίανσης Νομοθεσίας, απέκοψαν από τον λογαριασμό των πελατών των Αιτητών το ποσό των €21,917.93 και με την αποκοπή αυτή στέρησαν από τους πελάτες των Αιτητών, οι οποίοι είχαν κατατεθειμένα χρήματα στον επίδικο λογαριασμό, την εξασφάλιση των πρώτων €100,000 ανά καταθέτη. Διευκρινίζουν δε ότι η παρούσα αγωγή δεν εγείρεται για τυχόν ακύρωση ή έλεγχο της νομιμότητας των Διαταγμάτων Εξυγίανσης. Από την άλλη οι Καθ΄ων η αίτηση 1 ισχυρίζονται ουσιαστικά ότι οι Αιτητές δεν προσκόμισαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία ώστε να δικαιολογείται η αποδέσμευση ολόκληρου του ποσού που βρισκόταν κατατεθειμένο στον επίδικο λογαριασμό και ότι το ποσό που δεσμεύθηκε θεωρήθηκε ότι αποτελεί χρήματα των Αιτητών και ως εκ τούτου έχει απομειωθεί. Ισχυρίζονται δε ότι έδρασαν δεόντως, με βάση τα σχετικά Διατάγματα, την νομοθεσία και τις οδηγίες της Αρχής Εξυγίανσης δηλ. της Καθ' ης η αίτηση
  10. Ως έχει αναφερθεί ανωτέρω στα πλαίσια της παρούσας το Δικαστήριο δεν θα εξετάσει σε βάθος την τεθείσα μαρτυρία για να προβεί σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων και δεν θα καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο για την εξακρίβωση εκείνων των αναγκαίων στοιχείων τα οποία είναι απαραίτητα για τη θεμελίωση των κριτηρίων του άρθρου
  11. Το κατά πόσο λοιπόν το αξιούμενο ποσό ανήκε τελικά σε πελάτες των Αιτητών και το κατά πόσο λανθασμένα, αμελώς ή παράτυπα, κατά την εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, αποκόπηκε από τον επίδικο λογαριασμό είναι από τα κύρια θέματα που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της παρούσας αγωγής και ασφαλώς δεν θα αποφασισθεί σε αυτό το στάδιο. Το προαναφερόμενο περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd Διάταγµα του 2013 (Κ.Δ.Π. 104/2013), με βάση ουσιαστικά το οποίο φαίνεται να έγινε η εν λόγω αποκοπή, εκδόθηκε στα πλαίσια της λήψης μέτρων εξυγίανσης των Καθ' ων η αίτηση 1 και σκοπό είχε την πώληση ορισμένων εργασιών αυτών προς τους Καθ' ων η αίτηση
  12. Όσον δε αφορά τη σχέση καταθέτη και τραπεζικού ιδρύματος και της θεραπείας που ο πρώτος δικαιούται σε περίπτωση επηρεασμού του από την λήψη των μέτρων εξυγίανσης, από την θεμελιακή υπόθεση Χριστοδούλου κ.α. ν. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και άλλων, Υποθέσεις Αρ. 551/2013 κ.α., ημερ. 7.6.13 προκύπτουν βασικά τα ακόλουθα:
  13. Η σχέση καταθέτη και τράπεζας, όπως εδώ μεταξύ Αιτητών και Καθ' ης η αίτηση 1, είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Ο καταθέτης ουσιαστικά παραδίδει τα χρήματά του στην τράπεζα, τα οποία και απορροφούνται στο όλο ενεργητικό της ως δικά της πλέον περιουσιακά στοιχεία και η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης.
  14. Ο όποιος επηρεασμός των δικαιωμάτων των καταθετών της τράπεζας, από την πώληση των εργασιών της, ανάγεται στα μέτρα εξυγίανσης και διέρχεται μέσα από τις ενέργειες της τράπεζας και την αποτυχία της να ανταποκριθεί στις συμβατικές υποχρεώσεις της ως εκ των μέτρων εξυγίανσης της. Ο επηρεασμός αυτός εμπίπτει στα πλαίσια αστικών διαδικασιών εναντίον της ίδιας της τράπεζας στη βάση της ανταπόκρισης της ή όχι στις συμβατικές της υποχρεώσεις έναντι των καταθετών ή στα πλαίσια της διαδικασίας εξυγίανσης. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τα ανωτέρω σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία οι Αιτητές εδράζουν την απαίτηση τους αλλά και την υπόλοιπη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι, με το περιορισμένο βάρος που έχουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, αυτοί έχουν καταδείξει με θετικό τρόπο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση και ορατής πιθανότητας επιτυχίας στην αγωγή τους. Όσον δε αφορά τους Καθ' ων η αίτηση 2 με το Διάταγµα Κ.Δ.Π. 104/2013, το οποίο ως αναφέρθηκε και στην Χριστοδούλου ανωτέρω, ρυθμίζει σχέσεις που αφορούν την πώληση ορισμένων εργασιών των Καθ΄ων η αίτηση 1 και αφορά αυτούς ως πωλητές και τους Καθ' ων η αίτηση 2 ως αγοραστές, μεταβιβάζονται στους Καθ' ων η αίτηση 2 και οι υποχρεώσεις των Καθ' ων η αίτηση 1 προς τους καταθέτες τους εκτός όμως στο βαθμό που η εν λόγω υποχρέωση υπερέβαινε το ποσό των €100,000 (βλ. άρθρο 5
(2)(β). Ως χρόνος μεταβίβασης καθορίστηκε δε η ώρα 06:10 της 29.3.
  1. Ως έχει προαναφερθεί η θέση των Αιτητών είναι ότι το επίδικο ποσό ανήκει στους πελάτες τους και όχι στους ίδιους και πιο συγκεκριμένα το ποσό αυτό αφορούσε κατάθεση που οι πελάτες των Αιτητών διατηρούσαν στους Καθ΄ων η αίτηση 1, η οποία δεν υπερέβαινε το ποσό των €100,
  2. Φαίνεται λοιπόν ότι η υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση 1 για το επίδικο ποσό εμπίπτει στις υποχρεώσεις που έχουν μεταβιβασθεί στους Καθ' ων η αίτηση
  3. Ως εκ τούτου και με βάση τα όσα λέχθηκαν σχετικά για τους Καθ' ων η αίτηση 1, κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί και για τους Καθ' ων η αίτηση 2 η συνδρομή των δύο πρώτων προυποθέσεων του άρθρου
  4. Όσον αφορά την Καθ' ης η αίτηση 3, σύμφωνα με το άρθρο 29 του Νόμου 17(Ι)2013, μπορεί να αποδοθεί σε αυτήν, ως Αρχή Εξυγίανσης, ευθύνη, σχετικά με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων και ευθυνών της που προβλέπονται από τον εν λόγω Νόμο, εάν αποδειχθεί ότι η πράξη ή η παράλειψη δεν έγινε καλή τη πίστη ή είναι αποτέλεσμα δόλου ή βαριάς αμέλειας εκ μέρους της. Σύμφωνα δε με το άρθρο 12 (α-β) του ίδιου Νόμου για την επίτευξη των σκοπών του Νόμου και για την εκτέλεση των αρμοδιοτήτων της δυνάμει αυτού η Αρχή Εξυγίανσης δύναται να εκδίδει γενικές ή ειδικές οδηγίες ή διατάγματα ή εγκυκλίους. Από τα όσα τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Καθ ης 3, ως η Αρχή Εξυγίανσης κατά τον επίδικο χρόνο, ήταν η αρμόδια εποπτική αρχή, υπεύθυνη για τον έλεγχο και εφαρμογή των μέτρων εξυγίανσης, περιλαμβανομένου εκείνου του μέτρου δυνάμει του οποίου έγινε η αποκοπή του επίδικου ποσού. Η δε διαδικασία που ακολουθήθηκε και η οποία κατέληξε στην εν λόγω αποκοπή φαίνεται ότι έγινε στη βάση εγκυκλίου, οδηγιών, εξέτασης του θέματος και έγκρισης από την αρμόδια Επιτροπή της Καθ' ης η αίτηση
  5. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνεται ότι έχει καταδειχθεί και για την Καθ' ης η αίτηση 3 η συνδρομή των δύο πρώτων προυποθέσεων του άρθρου
  6. Απομένει λοιπόν η εξέταση του κατά πόσο συντρέχει και η τρίτη προϋπόθεση του προαναφερόμενου άρθρου. Στα πλαίσια αυτά θα πρέπει να εξετασθεί κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η υπό αναφορά προϋπόθεση ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Τέτοια περίπτωση υπάρχει όταν ο Ενάγων δεν θα μπορεί να αποζημιωθεί καθότι θα είναι αδύνατος ο υπολογισμός τυχόν αποζημιώσεων που θα δικαιούται. Αντίθετα εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθήσει ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν θα είναι σε θέση να αποδώσει πλήρη δικαιοσύνη. Στην Parico ανωτέρω λέχθηκε σχετικά ότι το Δικαστήριο πρέπει πρώτα να εξετάσει κατά πόσο σε περίπτωση που ο Αιτητής πετύχει στην αξίωση του στη δίκη θα αποζημιωθεί επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων για την απώλεια που θα υποστεί. Αν οι αποζημιώσεις με το μέτρο που ανακτώνται σύμφωνα με το κοινοδίκαιο θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία και ο Καθ' ου η αίτηση θα ήταν σε οικονομική θέση να τις καταβάλει, το Δικαστήριο κανονικά θα αρνηθεί να χορηγήσει παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα όσο ισχυρή και αν φαίνεται η αξίωση του αιτητή. Όσον αφορά την προυπόθεση αυτή οι Αιτητές αναφέρουν ότι λόγω της γενικότερης κατάστασης που επικρατεί στους Καθ' ων η αίτηση 1 και ένεκα της έκδοσης Διαταγμάτων εξυγίανσης υπάρχει μεγάλη περίπτωση μέχρι να ολοκληρωθεί η εκδίκαση της αγωγής αυτοί να μην υφίστανται νομικά και/ή τα χρήματα των πελατών τους να διαγραφούν και/ή εξαφανιστούν και έτσι να μην μπορούν σε περίπτωση επιτυχίας να εισπράξουν το αξιούμενο ποσό. Οι Αιτητές αυτό που αξιώνουν ουσιαστικά είναι συγκεκριμένο ποσό. Ως λέχθηκε στην Χριστοδούλου ανωτέρω η σχέση καταθέτη και τράπεζας είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη. Η τράπεζα οφείλει στον καταθέτη το ποσό της κατάθεσής του, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης κατάθεσης. Εξηγείται δε περαιτέρω ότι ο λογαριασμός του με την τράπεζα δεν δίδει στον καταθέτη δικαίωμα σε συγκεκριμένα χρήματα παρά μόνο συνιστά το δούναι και λαβείν του, ως λογαριασμού, με την τράπεζα, υπό τη μορφή της καταγεγραμμένης κατάστασης της συμβατικής τους σχέσης. Συνεπώς το αξιούμενο στην παρούσα ποσό ως μέρος κατάθεσης σε λογαριασμό δεν είναι το αντικείμενο της αγωγής και δεν αποτελεί περιουσιακό στοιχείο το οποίο ενδεχομένως θα έπρεπε να παραμείνει άθικτο και να διατηρηθεί, ώστε να αποδοθεί ως τέτοιο σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής. Άλλωστε ως προκύπτει από την συμπληρωματική ένορκη δήλωση των Καθ' ων η αίτηση 1 ημερ. 13.11.13 και δεν έχει αμφισβητηθεί, ο λογαριασµός στον οποίο βρισκόταν δεσμευμένο το επίδικο ποσό έκλεισε και πλέον το ποσό αυτό υπάρχει στο αρχείο των Καθ' ων η αίτηση 1 ως απαίτηση των Αιτητών προς τους Καθ' ων η αίτηση
  7. Αυτό λοιπόν που θα λάβουν με άλλα λόγια οι Αιτητές σε περίτπωση επιτυχίας είναι αποζημιώσεις. Συνεπώς σε περίπτωση επιτυχίας οι Αιτητές θα αποζημιωθούν επαρκώς με την επιδίκαση αποζημιώσεων. Για δε τους Καθ' ων η αίτηση 2 και 3 οι Αιτητές δεν παρουσίασαν οποιαδήποτε μαρτυρία, η οποία να καταδυκνείει ότι αυτοί είναι μη φερέγγυοι. Μάλιστα όσον αφορά την Καθ' ης η αίτηση 3 δεν αμφισβήτησαν καν τη θέση αυτής, όπως διατυπώνεται στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση της, ότι «η Καθ' ης η αίτηση 3 είναι αυτόνομη και θεσμικά ανεξάρτητο όργανο, έχει το δικό της προϋπολογισμό, κατέχει περιουσία τόσο κινητή όσο και ακίνητη, που υπερβαίνει κατά πολύ το ποσό της απαίτησης και δεν είναι αφερέγγυα». Ως εκ των άνω κρίνω ότι δεν έχει στοιχειοθετηθεί η τρίτη προυπόθεση του άρθρου 32 ότι δηλ. χωρίς την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων θα είναι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Όσον αφορά τα υπό τις παραγράφους Ε και ΣΤ διατάγματα που εκδόθηκαν στις 11.7.13 φαίνεται ότι αυτά εμπίπτουν στην κατηγορία διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Ως αναφέρθηκε στην Avila Management Services Limited κ.α v. Stepanek κ.α, Πολιτική Έφεση Αρ. 54/2012, ημερ. 27.6.12, όπου έγινε μια ιστορική αναδρομή της εξέλιξης των διαταγμάτων αυτών, ενώ τέτοια αρχικά εκδίδονταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκαν ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών. Η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Στην ίδια υπόθεση αναφέρθηκαν και οι προυποθέσεις έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων με αναφορά στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)EWHC 62. Λέχθηκε επίσης ότι η δυνατότητα έκδοσης αυτών τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος και τέτοια διατάγματα δεν αποσκοπούν στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Ανεξαρτήτως δε του κατά πόσο τα εν λόγω διατάγματα στην παρούσα ήταν ή όχι τύπου Norwich Pharmacal θα πρέπει να λεχθούν σχετικά τα ακόλουθα: Από το τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην συμπληρωματική ένορκη δήλωση των ίδιων των Αιτητών ημερ. 21.10.13 φαίνεται ότι η Διαχειρίστρια των Καθ' ων η αίτηση 1, με επιστολή της ημερ. 6.9.13 ενημέρωσε τους Αιτητές αναλυτικά για τους «λόγους για τους οποίους δεν έχουν εξαιρεθεί της απομείωσης συγκεκριμένοι πελάτες, δικαιούχοι στο client account». Με την ενημέρωση αυτή είναι λογικό ότι οι Αιτητές, οι οποίοι γνώριζαν για ποιους πελάτες διατηρούσαν χρήματα στον επίδικο λογαριασμό (βλ. τεκμήρια 2 και 3 στην ένορκδη δήλωση τους ημερ. 10.7.13), είναι σε θέση να γνωρίζουν και ποιών πελατών τους τα χρήματα έχουν απελευθερωθεί. Συνεπώς προκύπτει ότι μετά την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων οι Καθ' ων η αίτηση 1 έδωσαν στους Αιτητές τις σχετικές πληροφορίες και κατ' επέκταση ο σκοπός των εν λόγω διαταγμάτων έχει ήδη επιτελεσθεί. Άρα δεν είναι πλέον αναγκαία η συνέχιση ισχύος των εν λόγω διαταγμάτων. Εν κατακλείδι κρίνεται ότι η αίτηση αποτυγχάνει και ως εκ τούτου απορρίπτεται. Τα υπό τις παραγράφους Ε και Στ εκδοθέντα, στις 11.7.13, διατάγματα ακυρώνονται. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1, 2 και 3 - Καθ' ων η αίτηση και εναντίον των Εναγόντων - Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα καταβληθούν στο τέλος της δίκης στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. (Υπ.) ............ Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Judgments (Αναφορά: Αίτηση για Προσωρινά Διατάγματα). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.