← Κύπρος

Ανδρέας Κυριάκου ν. EUROLIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 3621/08, 13/12/2013

Ανδρέας Κυριάκου ν. EUROLIFE LTD, Αρ. Αγωγής: 3621/08, 13/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A395 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3621/08 Μεταξύ: Ανδρέας Κυριάκου Ενάγοντα και EUROLIFE LTD Εναγόμενου Ημερομηνία: 13.12.13 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη εταιρεία / Αιτήτρια: κα Α. Λιβέρα για κκ Χρυσαφίνης και Πολυβίου (για να ακούσει την απόφαση η κα Ν. Βρυωνίδου) Για τον Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση: κ. Ζ. Νικολαίδης για κκ Ν. Ε. Νεοκλέους ΔΕΠΕ -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την Εναγόμενη εταιρεία / Αιτήτρια στις 18.10.13 με την οποία εξαιτείται τροποποίηση της Υπεράσπισης με την διαγραφή στις παραγράφους 4 και 8 αυτής του όρου «3.4(γ)(iii)» του επίδικου ασφαλιστηρίου εγγράφου, από τώρα και στο εξής «το ασφαλιστήριο έγγραφο», και την αντικατάστασή του με τον όρο «3.6(γ)» αυτού. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.25, θθ 1-6, Δ.48, θθ 1-9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, τις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και την γενική πρακτική. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Θάλειας Καουτζάνη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων της Αιτήτριας και δεόντως εξουσιοδοτημένη από την Αιτήτρια όπως προβεί στην εν λόγω ένορκο δήλωση. Η Αιτήτρια βασίζει, μεταξύ άλλων, την υπεράσπισή της στο ότι ο Ενάγων / Καθ' ου η αίτηση κατά τον ουσιώδη χρόνο οδηγούσε υπό την επήρεια αλκοόλ και/ή σε κατάσταση μέθης. Σύμφωνα με το ασφαλιστήριο έγγραφο τα οποιαδήποτε ωφελήματα που πιθανόν να δικαιούται ο Καθ' ου η αίτηση δυνάμει του ασφαλιστηρίου εγγράφου σε περίπτωση ολικής ανικανότητας υπόκεινται στις εξαιρέσεις στις οποίες περιλαμβάνεται και η μέθη. Ο όρος που αναφέρεται στις εξαιρέσεις είναι ο όρος 3.6(γ) του ασφαλιστηρίου εγγράφου, η δε μέθη εκτίθεται στην υποπαράγραφο (iii) του πιο πάνω όρου. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση εκ παραδρομής και/ή από τυπογραφικό λάθος αναγράφηκε στην Υπεράσπιση - παράγραφοι 4 και 8 - ότι ο όρος που αναφέρεται στις εξαιρέσεις είναι ο όρος 3.4(γ)(iii). Αυτός ουδεμία σχέση έχει με τις εξαιρέσεις, ο ορθός δε όρος είναι ο πιο πάνω αναφερόμενος όρος 3.6(γ). Με την υπό κρίση αίτηση ό,τι η Αιτήτρια επιδιώκει είναι την απάλειψη του όρου 3.4(γ)(iii) από τις πιο πάνω παραγράφους της Υπεράσπισης και την αντικατάστασή του με τον όρο 3.6(γ) ώστε οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί της να συνάδουν με το ασφαλιστήριο έγγραφο. Σημειώνεται ότι το ασφαλιστήριο έγγραφο κατατέθηκε υπό του Καθ' ου η αίτηση στα πλαίσια της κυρίως εξέτασής του και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 3. Η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του Καθ' ου η αίτηση. Το λάθος εντοπίσθηκε κατά την προετοιμασία της ακρόασης και, ειδικότερα, κατά την προετοιμασία για την αντεξέταση του Καθ' ου η αίτηση. Ευθύς μετά τον εντοπισμό του καταχωρήθηκε η υπό κρίση αίτηση. Το λάθος δεν εντοπίσθηκε ενωρίτερα λόγω αβλεψίας. Η αιτούμενη τροποποίηση είναι απαραίτητη και αναγκαία και θα «πρέπει να τεθεί ενώπιον και υπόψη του Δικαστηρίου, με σκοπό την ουσιαστική απονομή της δικαιοσύνης». Καμία δε ζημία δεν θα υποστεί ο Καθ' ου η αίτηση από την έγκριση της υπό κρίση αίτησης η οποία να μην μπορεί να αποζημιωθεί με έξοδα, ούτε και θα παραβλαφθούν τα συμφέροντά του. Η αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Καθ' ου η αίτηση προβάλλονται έξι λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Άντρεας Αδρατζιώτη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Για τους λόγους που επεξηγεί στην ένορκό της δήλωση είναι η θέση της κυρίας Αδρατζιώτη ότι η υπό κρίση αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Αναφορά στους λόγους ένστασης και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση θα γίνει κατά την εξέταση των προβαλόμενων λόγων ένστασης. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Δ.25, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας βασίζεται η αίτηση προβλέπει πως: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιτρέψει σε οποιοδήποτε από τους διαδίκους να μεταβάλει ή να τροποποιήσει την οπισθογράφηση του ή τα δικόγραφα με τέτοιο τρόπο και με τέτοιους όρους που θα είναι δίκαιοι και όλες αυτές οι τροποποιήσεις θα γίνουν αν είναι αναγκαίες για σκοπούς καθορισμού των πραγματικών ζητημάτων που αμφισβητούνται μεταξύ των διαδίκων». Το αίτημα τροποποίησης εγγράφων προτάσεων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου αναλύθηκαν εκτενώς σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές έχουν καλά θεμελιωθεί και αποτελεί πλέον αξίωμα ότι ανεξάρτητα από την οποιαδήποτε αμέλεια ή απροσεξία που έχει επιδειχθεί στα δικόγραφα ή το καθυστερημένο της προτεινόμενης τροποποίησης, αυτή κατά κανόνα επιτρέπεται, όταν μπορεί να γίνει χωρίς να επέλθει αδικία στην άλλη πλευρά. Θεωρείται ότι δεν υπάρχει αδικία αν μπορεί να υπάρξει ικανοποιητική αποζημίωση της άλλης πλευράς με την επιδίκαση των εξόδων. Αποτελεί, επίσης, γενική αρχή, ότι πριν την έναρξη της δίκης είναι ευκολότερο να επιτραπεί η τροποποίηση, ενώ μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας το Δικαστήριο δεν επιτρέπει με ευκολία την τροποποίηση, ιδιαίτερα, όταν η αναγκαιότητα για την τροποποίηση διεφάνη από πριν και δεν ζητήθηκε έγκαιρα. Όσο πιο καθυστερημένο είναι το στάδιο υποβολής της αίτησης, τόσο και πιο μεγάλο είναι το βάρος που έχει να αποσείσει ο αιτητής πριν επιτραπεί η σκοπούμενη τροποποίηση. Η αρχή που επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Associated Leisure Ltd and Others v. Associated Newspapers Ltd

(1970)2 All ER 754 έχει υιοθετηθεί και στην Κύπρο σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου μεταξύ των οποίων οι Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 CLR 1, Δόμνα Χριστοδούλου v. Α. Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 και Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426. Στην πιο πάνω αναφερόμενη Αγγλική υπόθεση ο Λόρδος Denning ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα: «I start with the principle well settled that an amendment ought to be allowed, even if it comes late, if it is necessary to do justice between the parties, so long as any hardship done thereby can be compensated in money». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ξεκινώ από την αρχή, η οποία είναι καλά θεμελιωμένη, πως η τροποποίηση θα πρέπει να επιτρέπεται, έστω και αν υποβάλλεται καθυστερημένα, αν είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη ανάμεσα στους διαδίκους, νοουμένου ότι οποιαδήποτε δυσχέρεια που προκαλείται εξ' αιτίας της μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα». Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Οι αρχές αυτές είναι οι ακόλουθες:
  1. «Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
  2. Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης . συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διαδίκου.
  3. Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο, δηλαδή, ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος.
  4. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο όμως αυτό η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου.» Στην υπόθεση Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 934 αναφέρθηκε πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σύγχρονη Νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα». Στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714, λέχθηκε (στην σελίδα 716) πως: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 προβάλλεται η σύγχρονη τάση αντιμετώπισης του θέματος: «Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις είναι πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής . Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Η αρχή που διακηρύχθηκε στη Δόμνα Χριστοδούλου v. Α.Ι. Χριστοδούλου κ.α., πιο πάνω, περιορίσθηκε από μεταγενέστερη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Ανδρέας Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου στη σελίδα 562 της απόφασης λέχθηκε πως: «Όσο φιλελεύθερη και να δικαιολογείται να είναι η προσέγγιση το ζήτημα εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακριτικής εξουσίας είναι το σύνολο των περιστατικών και η εισήγηση των εφεσειόντων στην έκταση που την θέλει να ασκείται μόνο με αναφορά στο επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης, ανεξάρτητα, δηλαδή, από οτιδήποτε άλλο, δεν μας βρίσκει σύμφωνους». Παρά το γεγονός, ότι στο θέμα της τροποποίησης επικρατεί, όπως προκύπτει από την Νομολογία, μια φιλελεύθερη τάση, ιδιαίτερα, όταν αυτή υποβάλλεται πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δεν παύει, εν τούτοις, να εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση του αιτητή να δικαιολογήσει τους λόγους για τους οποίους υποβάλλει το αίτημα, συμπεριλαμβανομένης και οποιασδήποτε τυχόν καθυστέρησης στην υποβολή του. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(2002)1 ΑΑΔ 223 τονίσθηκε, ότι είναι η θέση της Νομολογίας, ότι όπου υπάρχει καθυστέρηση απαιτείται η παροχή κάποιας εξήγησης. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (β) έγκριση της υπό κρίση αίτησης θα προκαλέσει μεγάλη ταλαιπωρία και ανεπανόρθωτη βλάβη και ζημιά στον Καθ' ου η αίτηση και τα δικαιώματά του. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (ε) με την αιτούμενη τροποποίηση αλλάζει εντελώς και εκ βάθρων η γραμμή υπεράσπισης. Σύμφωνα δε με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (στ) η υπό κρίση αίτηση είναι κακόπιστη, καταχρηστική και υστερόβουλη. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης θα εξετασθούν μαζί καθότι είναι συναφείς. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση γίνεται αποδεκτό ότι ο όρος 3.4.(γ)(iii) του ασφαλιστηρίου εγγράφου δεν ανταποκρίνεται στην ουσία της όλης υπεράσπισης και εκ παραδρομής έχει αναγραφεί. Σύμφωνα δε με την ομνύσασα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση από την Υπεράσπιση προκύπτει ότι ο όρος από το ασφαλιστήριο έγγραφο που συνάδει και ανταποκρίνεται στην υπεράσπιση είναι ο όρος 3.6(γ)(iii) και όχι ο γενικός όρος 3.6(γ) που η Αιτήτρια επιθυμεί με την υπό κρίση αίτηση να εισάξει στην Υπεράσπισή της. Με την εισαγωγή του όρου 3.6(γ) στην Υπεράσπιση η Αιτήτρια επιδιώκει να επαναπροσδιορίσει την γραμμή της υπεράσπισής της, αφού ό,τι με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται είναι η εισαγωγή όλων των εξαιρέσεων που αναγράφονται στον πιο πάνω όρο, πράγμα που η Αιτήτρια αποφάσισε εκ των υστέρων. Έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επηρεάσει δυσμενώς και ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση. Υπό το φως των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση είναι υστερόβουλη και κακόπιστη και θα καθυστερήσει την όλη διαδικασία αφού ο Καθ' ου η αίτηση θα πρέπει να προβεί σε τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησής του. Είναι, επίσης, κακόπιστη καθότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνάδει με το δικογραφημένο ισχυρισμό της Υπεράσπισης περί μέθης ο οποίος απαντάται εξειδικευμένα στον όρο 3.6.(γ)(iii) του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Δεν θα συμφωνήσω με καμία από τις πιο πάνω θέσεις. Με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επαναπροσδιορίζεται ούτε και αλλάζει η υπεράσπιση. Απλά επιδιώκεται η απάλειψη του όρου εκείνου που λανθασμένα έχει αναγραφεί και η αντικαστασή του με τον ορθό όρο του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Αντιλαμβάνομαι ότι με την αιτούμενη τροποποίηση δεν επιδιώκεται η εισαγωγή στην Υπεράσπιση του όρου 3.6.(γ)(iii) που είναι ο όρος εκείνος από το ασφαλιστήριο έγγραφο που άπτεται ρητά της μέθης. Αυτό, όμως, δεν κρίνω πως είναι επιλήψιμο καθότι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που υπάρχουν διάσπαρτοι στην Υπεράσπιση και που αναφέρονται στην μέθη παραμένουν. Συναφώς δεν επιδιώκεται τροποποίηση της Υπεράσπισης ώστε να προστεθούν και άλλες εξαιρέσεις από τον όρο 3.6.(γ). Αν αυτή ήταν η πρόθεση της Αιτήτριας η τελευταία θα εξαιτείτο και όφειλε στην υπό κρίση αίτηση να αιτείται τροποποίησης που να περιλαμβάνει την εισαγωγή στην Υπεράσπιση και άλλων εξαιρέσεων από τον όρο 3.6(γ). Η υπό εξέταση περίπτωση δεν είναι, όμως, τέτοια. Επομένως, η εισαγωγή στην Υπεράσπιση του όρου 3.6(γ) δεν επιφέρει οποιαδήποτε αλλαγή στην Υπεράσπιση παρά μόνο τον καθορισμό και/ή τον ακριβή καθορισμό του όρου εκείνου από το ασφαλιστήριο έγγραφο που άπτεται των εξαιρέσεων ώστε να διαφανεί ότι η επικαλούμενη μέθη εμπίπτει στον όρο αυτό και όχι στον όρο 3.4.(γ)(iii) που είναι εντελώς άσχετος με την ουσία της υπεράσπισης και που λανθασμένα αναγράφηκε. Κρίνω δε σκόπιμο να μεταφέρω αυτούσιο το περιεχόμενο των παραγράφων 4 και 8 της Υπεράσπισης. Στην παράγραφο 4 της Υπεράσπισης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Εις απάντηση των παραγράφων 2 και 3 της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα οι εναγόμενοι λέγουν ότι πλήρης αναφορά στους λεπτομερείς όρους του εν λόγω Ασφαλιστηρίου εγγράφου θα γίνει από τους εναγόμενους κατά την ακρόαση της παρούσας αγωγής ενώ ισχυρίζονταν ότι τα οποιαδήποτε ωφελήματα που πιθανόν να δικαιούται ο ενάγων δυνάμει του εν λόγω Ασφαλιστηρίου σε περίπτωση ολικής ανικανότητας υπόκεινται στις Εξαιρέσεις οι οποίες απαριθμούνται υπό τον όρο 3.4(γ)(iii) του τελευταίου». Με την πιο πάνω παράγραφο ό,τι γίνεται είναι απλά πληροφόρηση σε ποιον όρο του ασφαλιστηρίου εγγράφου περιλαμβάνονται οι εξαιρέσεις. Με την αιτούμενη δε τροποποίηση ό,τι σκοπείται είναι η συμπερίληψη στην εν λόγω παράγραφο του ορθού όρου από το ασφαλιστήριο έγγραφο που αναφέρεται στις εξαιρέσεις και η απάλειψη του λανθασμένου. Στην παράγραφο 8 της Υπεράσπισης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι εναγόμενοι παραδέχονται το πειρεχόμενο της παραγράφου 6 της Έκθεσης Απαίτησης του ενάγοντα και σημειώνουν ότι με βάση τον όρο 3.4(γ)(iii) του επίδικου Ασφαλιστικού Συμβολαίου δεν πληρώνονται κανένα ωφέλημα σε σχέση με ανικανότητα που προήλθε άμεσα ή έμμεσα, μεταξύ άλλων, από μέθη». Ό,τι με την πιο πάνω παράγραφο γίνεται είναι η πληροφόρηση ότι η μέθη εμπίπτει στον όρο 3.4.γ(iii), πράγμα το οποίο δεν είναι ορθό. Ό,τι δε με την αιτούμενη τροποποίηση επιδιώκεται είναι η συμπερίληψη στην Υπεράσπιση του ισχυρισμού ότι η μέθη εκτίθενται στον όρο 3.6.(γ) του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Υπό το φως όλων των πιο πάνω λανθασμένη θα πρέπει να θεωρηθεί η θέση του Καθ' ου η αίτηση ότι με την αιτούμενη τροποποίηση σκοπείται ο επαναπροσδιορισμός της υπεράσπισης και η εκ βάθρων αλλαγή της. Στην βάση δε του σκεπτικού της ένστασης, το οποίο για τους λόγους που πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν έπεισε το Δικαστήριο, απορρίπτονται και όλες οι άλλες συναφείς θέσεις του Καθ' ου η αίτηση, όπως ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και υστερόβουλη και ότι θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα τα συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση. Αναφορικά με το πρώτο αναφέρεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και ότι δεν υποβάλλεται με κακή πίστη αφού ό,τι σκοπεύει να διορθώσει είναι έναν ισχυρισμό ο οποίος προβλήθηκε από γνήσιο λάθος και παραδρομή. Αναφορικά με το τελευταίο κρίνω σημαντικό να αναφέρω ότι και με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση είναι αποδεκτό από τον Καθ' ου η αίτηση ότι ο όρος 3.4.(γ)(iii) του ασφαλιστηρίου εγγράφου δεν ανταποκρίνεται στην ουσία της υπεράσπισης και ότι εκ παραδρομής έχει αναγραφεί. Και ότι από την Υπεράσπιση προκύπτει ότι ο όρος από το ασφαλιστήριο έγγραφο που συνάδει και ανταποκρίνεται στην υπεράσπιση είναι η υποπαράγραφος που αναφέρεται στην μέθη από τον όρο 3.6(γ) του ασφαλιστηρίου εγγράφου. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές ότι είναι αντιληπτό στον Καθ' ου η αίτηση: (α) το λάθος, (β) ότι η υπεράσπιση βασίζεται στον ισχυρισμό περί μέθης, (γ) ότι λανθασμένα αναγράφηκε στην Υπεράσπιση ο όρος 3.4(γ)(iii) και (δ) ότι ο όρος που έπρεπε να αναφέρεται στην Υπεράσπιση είναι ο όρος 3.6.(γ) του ασφαλιστηρίου εγγράφου και, ειδικότερα, η υποπαράγραφος (iii). Υπό το φως των πιο πάνω κανένας δυσμενής επηρεασμός στα συμφέροντα του Καθ' ου η αίτηση δεν μπορεί εύλογα να θεωρηθεί ότι προκύπτει από την αιτούμενη τροποποίηση. Συναφώς με την έγκριση της υπό κρίση αίτησης δεν καθίσταται αναγκαία η τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Αναφορικά με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (α) καμία ικανοποιητική εξήγηση ή δικαιολογία δεν προβάλλεται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση για την καθυστέρηση στην υποβολή της. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (γ) τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα προκαλέσει περαιτέρω καθυστέρηση στην πορεία της υπόθεσης καθώς έχει ήδη ξεκινήσει η ακροαματική διαδικασία η οποία είναι αντίθετη με την ανάγκη διεξαγωγής δίκαιης δίκης εντός εύλογου χρόνου όπως ορίζει το άρθρο 30.2. του Συντάγματος και το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με τον λόγο ένστασης υπό παράγραφο (δ) η υπό κρίση αίτηση δεν υποβλήθηκε έγκαιρα αλλά μετά από πάροδο 4 χρόνων από την καταχώρηση της Υπεράσπισης και αφού η παρούσα αγωγή ορίσθηκε για ακρόαση αρκετές φορές και έχει ολοκληρωθεί η κυρίως εξέταση του Καθ' ου η αίτηση. Οι πιο πάνω λόγοι ένστασης θα εξετασθούν μαζί καθότι είναι συναφείς. Με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση προβάλλονται οι ακόλουθες θέσεις. Η υπό κρίση υποβλήθηκε 4 χρόνια μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης - στην πραγματικότητα 4 χρόνια και 9 μήνες μετά την καταχώρηση της Υπεράσπισης - και ενώ ο Καθ' ου η αίτηση και οι δικηγόροι του είχαν όλα τα απαραίτητα και αναγκαία στοιχεία και έγγραφα για την σύνταξή της. Η αγωγή ορίσθηκε αρκετές φορές για οδηγίες και οι διάδικοι προέβησαν σε αποκάλυψη εγγράφων. Επίσης, η αγωγή ορίσθηκε πολλές φορές για ακρόαση αν και αναβαλλόταν λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Επομένως, η καθυστέρηση που παρατηρείται είναι αδικαιολόγητη. Αν δε η πλευρά της Αιτήτριας ήταν έτοιμη, όπως δήλωσε, κάθε φορά που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση θα είχε προσέξει το λάθος και δεν θα το είχε αντιληφθεί μόλις πρόσφατα όπως άλλωστε ισχυρίζεται. Στην υπόθεση Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33 υποστηρίχθηκε, όπως και πιο πάνω είδαμε, ότι το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση του διατάγματος. Στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέα Στυλιανού Αζά
(1992)1 ΑΑΔ 704 λέχθηκε, πως: «Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγοντας της καθυστέρησης στην υποβολή αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την διεξαγωγή και περάτωση της δίκης σε εύλογα χρονικά όρια». Για την σημασία της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος για τροποποίηση δικογράφων χαρακτηριστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Saba & Co (TMP) v. TMP Agents
(1994)1 AAΔ 426: «Μένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. Η σημασία του ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. .......................................................................................................................... Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 ΑΑΔ 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσία τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση». Καθίσταται έκδηλο από τα πιο πάνω ότι ο παράγοντας καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τους ουσιαστικότερους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο και οι οποίοι είναι: (α) η προβολή των αληθινών και πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης και, κατ' επέκταση, ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς και (β) ο τυχόν επηρεασμός στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση. Η Νομολογία κατέδειξε, επίσης, ότι η τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί παρά και την ύπαρξη μεγάλης ακόμα καθυστέρησης νοουμένου ότι αυτή κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς αλλά και για να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου όλες οι πραγματικές διαφορές. Δεν μου διαφεύγει ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε με μεγάλη καθυστέρηση και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Είναι, όμως, αναγκαία για τον προσδιορισμό της επίδικης διαφοράς και δεν διέπεται από κακή πίστη. Επίσης, δεν υποβλήθηκε σε προχωρημένο στάδιο της δίκης, αλλά μόλις μετά την ολοκλήρωση της κυρίως εξέτασης του πρώτου μάρτυρα της πλευράς του Ενάγοντα. Στην υπόθεση Astor Manufacturing & Export Co. κ.α. v. Leventis Company (Nigeria) Ltd και άλλοι
(1993)1 ΑΑΔ 726 υποδείχθηκε ότι: «Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας» και στην υπόθεση Geto Trading Import-Export Ltd v. Το Πλοίο Μ/V Vladimir Vaslyayev (aρ. 4)
(1993)1 ΑΑΔ 714 (στην σελίδα 716) ότι: «Ο κυρίαρχος λόγος που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη για να επιτρέψει τροποποίηση, είναι να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να θέσουν ενώπιον του τις πραγματικές επίδικες διαφορές». Στην υπόθεση Ε. Φιλίππου Λτδ v. Compass Insurance Co Ltd
(1990)1 AAΔ 24 αίτημα για τροποποίηση υποβλήθηκε στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων και αφού είχε ολοκληρωθεί η αγόρευση της μιας πλευράς. Η αίτηση βασίζετο στον Κανονισμό 90 των Κυπριακών Θεσμών Ναυτοδικείου. Σημειώνεται, ότι η εξουσιοδότηση της τροποποίησης σε υποθέσεις Ναυτοδικείου ανάγεται στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται στη βάση κριτηρίων ανάλογων με εκείνα τα οποία διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου βάση του αντίστοιχου θεσμού της Πολιτικής Δικονομίας, ήτοι της Δ.25, θ.1. Στην σελίδα 26 της απόφασης αναφέρονται τα ακόλουθα: «Τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι ο παράγων ο οποίος δεσπόζει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τα στοιχεία τα οποία συνθέτουν και προσδιορίζουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης εξισορροπούνται μετά από την συνεκτίμηση των συμφερόντων των διαδίκων και των ευρύτερων συμφερόντων της δικαιοσύνης για τελεσφόρο επίλυση όλων των συναφών διαφορών μεταξύ τους και των συμφερόντων του δημοσίου στην εξασφάλιση της ταχείας απονομής της δικαιοσύνης». Αναφορικά με την δικαιολογία που προβλήθηκε για την καθυστέρηση έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Αν και κρίνεται ότι για την καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της υπό κρίση αίτησης δόθηκε κάποια δικαιολογία, αυτή της αβλεψίας και της παραδρομής, δεν θεωρώ πως αυτή είναι επαρκής με δεδομένη την μεγάλη καθυστέρηση με την οποία αυτή υποβλήθηκε (Βλ. Στέλιος Φοινιώτης v. Greenmar Navigation Ltd and another
(1989)1 AAΔ.33). Εν' όψει, όμως, του ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι καλόπιστη και αναγκαία για τον προσδιορισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων κρίνω πως άρνηση έγκρισης της υπό κρίση αίτησης στην βάση του πιο πάνω λόγου θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωή Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1 ΑΑΔ 1005 λέχθηκαν τα ακόλουθα στην σελίδα 1007 «Οι αρχές με βάση τις οποίες δίδεται άδεια για τροποποίηση είναι ευρέως νομολογημένες και σε αυτή τη νομολογία έχει αναφερθεί εκτενώς, όπως ήδη αναφέραμε και ο πρωτόδικος Δικαστής. Η εξουσία για έκδοση άδειας για τροποποίηση περιέχεται στην Δ.25 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, όπου προνοείται ότι, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας μπορεί να δοθεί η άδεια, ούτως ώστε να γίνουν όλες οι αναγκαίες τροποποιήσεις για να εκδικαστούν όλα τα επίδικα θέματα που εγείρονται μεταξύ των διαδίκων. Το κυρίαρχο στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Κατά την εξέταση του θέματος, το δικαστήριο βασίζεται σε διάφορους παράγοντες, αλλά τελικά ο κρίσιμος παράγων είναι η ανάγκη για προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων και η διατύπωση των θέσεων των διαδίκων. Τροποποίηση μπορεί να επιτραπεί, ασχέτως του αν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Η άδεια για τροποποίηση δίδεται ευκολότερα στα αρχικά στάδια, αλλά τούτο μπορεί ακόμη να γίνει και σε πολύ προχωρημένο στάδιο, μέχρι και το τελικό της διαδικασίας, αν δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο. Ο όρος ανεπανόρθωτη ζημιά χρησιμοποιείται με την έννοια του ότι αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή εξόδων. Σχετικές με τις πιο πάνω αρχές είναι και οι υποθέσεις που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R. 1, Πουρίκκος ν. Σάββα
(1990)1 Α.Α.Δ. 862, Jack v. Philiappa Estates Ltd
(1988)1 C.L.R. 607, Christodoulou v. Christodoulou και Άλλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934». Και στην σελίδα 1009 της απόφασης διατύπωθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. ..........................................................................................................................Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θεωρώ ότι η καθυστέρηση θα πρέπει να διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο για την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Συνεκτίμηση των αρχών και εφαρμογή τους στα πλαίσια των γεγονότων της υπό εξέταση υπόθεσης κρίνω πως δικαιολογεί την έγκριση του αιτήματος. Δεν παραγνωρίζω, ότι η τροποποίηση θα προκαλέσει καθυστέρηση και/ή περαιτέρω καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης. Απόρριψή της, όμως, θα αντιστρατευόταν τα ευρύτερα συμφέροντα της δικαιοσύνης και δεν θα επέτρεπε την επίλυση όλων των μεταξύ των διαδίκων εγειρόμενων στην υπόθεση διαφορών. Κρίνω, επίσης, ότι έγκριση της αίτησης υπό τις δοσμένες περιστάσεις δεν θα προκαλούσε στοιν Καθ' ου η αίτηση ζημία άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Συνακόλουθα η υπό κρίση αίτηση εγκρίνεται. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 5 (πέντε) ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος και να επιδοθεί εντός 3 (τριών) ημερών από της καταχώρησής της στον δικηγόρο του Καθ' ου η αίτηση. Τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 5 (πέντε) ημερών από της επίδοσης της τροποποιημένης Υπεράσπισης. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης (thrown away expenses) όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα / Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Εναγόμενης εταιρείας / Αιτήτριας και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. Η σύνταξη του παρόντος διατάγματος να ζητηθεί το αργότερο μέχρι τις 16.12.13. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Τροποποίηση Υπεράσπισης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.