← Κύπρος

Caretaking Committee Pissouri Beach Apartments ν. Θεοφάνης Περικλέους, Αρ. Αγωγής: 2356/12, 6/12/2013

Caretaking Committee Pissouri Beach Apartments ν. Θεοφάνης Περικλέους, Αρ. Αγωγής: 2356/12, 6/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A382 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2356/12 Μεταξύ: Caretaking Committee Pissouri Beach Apartments, από την Λεμεσό Εναγόντων και Θεοφάνης Περικλέους, από τις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής Εναγομένου Ημερομηνία: 6.12.13 Εμφανίσεις: Για τον Εναγόμενο / Αιτητή: κ. Στ. Στυλιανού (για να ακούσει την απόφαση η κα Δ. Νικολάου) Για τους Ενάγοντες / Καθ' ων η αίτηση: κ. Κ. Καρατσής για κκ Ν. Πιριλλίδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση ο κ Παρταουρίδης) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 29.3.13 ο Εναγόμενος / Αιτητής εξαιτείται διατάγματος του Δικαστηρίου που να «ακυρώνει το κλητήριο ένταλμα και/ή την επίδοση του στον Αιτητή». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στην Δ.1, θ.2, Δ.2, θ.14, Δ.16, θ.9, Δ.48, θθ. 2, 3 και 13, Δ.64, θθ. 1-4 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στον Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμο, Κεφ. 224, όπως τροποποιήθηκε, άρθρα 38Α, 38Κ, 38ΚΑ, 38ΚΒ, 38ΚΖ, 38ΚΣΤ, στους Πρότυπους Κανονισμούς δυνάμει του Ν.6

(7)/93, στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του Περικλή Περικλέους. Ο εν λόγω Περικλέους, από τώρα και στο εξής «ο Περικλέους», είναι το πρόσωπο στο οποίο διατάχθηκε να γίνει η υποκατάστατη επίδοση του κλητηρίου εντάλματος δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.1.13. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης στην οποία εκτίθενται πέντε λόγοι ένστασης οι Καθ' ων η αίτηση ενίσταται στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Μαρίας Μπέρου, η οποία είναι προσωπική γραμματέας του Προέδρου των Καθ' ων η αίτηση και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους τελευταίους να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Το εν λόγω πρόσωπο γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης, προβαίνει δε στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση βασιζόμενη, επίσης, στις νομικές συμβουλές των δικηγόρων των Καθ' ων η αίτηση. Τρεις είναι οι λόγοι στους οποίους ο Αιτητής βασίζει το αίτημά του: ό,τι επιδόθηκε στον Περικλέους είναι το κλητήριο ένταλμα καθώς και το διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23.1.13 με το οποίο δόθηκε στους Καθ' ων η αίτηση η άδεια για υποκατάστατη επίδοση του. Δεν επιδόθηκε και η μονομερής αίτηση καθώς και η ένορκος δήλωση που την συνόδευε και στην βάση των οποίων το προαναφερόμενο διάταγμα εκδόθηκε. Υπό το φως των πιο πάνω η επίδοση του κλητηρίου εντάλματος είναι αντικανονική, παράτυπη και ελαττωματική και πρέπει να ακυρωθεί το κλητήριο ένταλμα σφραγίσθηκε χωρίς να συνοδεύεται από διοριστήριο κατάλληλα, νόμιμα και νομότυπα υπογραμμένο αφού αυτό δεν υπογράφεται από εξουσιοδοτημένο μέλος των Καθ' ων η αίτηση η αγωγή είναι αντικανονική, παράτυπη και ελαττωματική καθότι δεν καθορίζει στον τίτλο της τα πρόσωπα που την απαρτίζουν. Οι τέσσερεις από τους πέντε λόγους ένστασης είναι επάλληλοι και καταπιάνονται με την υπό των Καθ' ων η αίτηση ισχυριζόμενη λανθασμένη διαδικασία που οι Καθ' ων η αίτηση ακολούθησαν και η οποία έχει σύμφωνα με τους Καθ' ων η αίτηση ως αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην νομιμοποιείται να αξιώνει το αιτούμενο με την υπό κρίση αίτηση διάταγμα. Και αυτό γιατί με την διαδικασία που ο Αιτητής ακολούθησε αποδέχθηκε τελεσίδικα την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Ως πέμπτος λόγος ένστασης προβάλλεται το ότι η υπό κρίση αίτηση είναι εκδικητική και κακόπιστη. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση της αίτησης και της ένστασης. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν την θέση του διαδίκου που ο καθένας εκπροσωπεί. Στην υπόθεση G. J. Madgon Ltd v. A. L. Metal Trading Ltd
(2001)1(Γ) ΑΑΔ 2064 η ενάγουσα / εφεσίβλητη καταχώρισε αγωγή εναντίον της εφεσείουσας / εναγόμενης σε ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα για υπόλοιπο συμφωνηθέντος και ή ευλόγου τιμήματος για την εκτέλεση εργασιών και την προμήθεια υλικών σε κτήρια και εγκαταστάσεις στη Μόσχα στα οποία η εφεσείουσα εκτελούσε εργολαβικές εργασίες. Η εφεσείουσα καταχώρησε χωρίς προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία. Εννέα μήνες αργότερα καταχώρησε αίτηση με την οποία ζητούσε την ακύρωση ή αναστολή ή παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας ή γιατί τα Δικαστήρια της Κύπρου δεν ήταν τα προσφορότερα για να εκδικάσουν την αγωγή. Η εφεσίβλητη πρόβαλε ένσταση. Η αίτηση προχώρησε σε ακρόαση στη βάση του υλικού των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση. Αφού εξέτασε με λεπτομέρεια την Δ.16, θ.9 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας η οποία προβλέπει πως ο εναγόμενος δικαιούται χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση να υποβάλει αίτηση για τον παραμερισμό της επίδοσης προς αυτόν του κλητηρίου εντάλματος, παρατήρησε πως ο δικηγόρος της εφεσείουσας δεν ακολούθησε τις πιο πάνω πρόνοιες. Στην συνέχεια το πρωτόδικο Δικαστήριο ασχολήθηκε με την Νομολογία επικεντρώνοντας την προσοχή του στις υποθέσεις Γεωργιάδης ν. Χάσικου
(1991)1 ΑΑΔ 1136 και Παπακόκκινου ν. Landroke P/C
(1995)1 ΑΑΔ 1090 για να εκφράσει την άποψη πως ο δεύτερος τρόπος για την προώθηση αίτησης παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος είναι η ταυτόχρονη καταχώρηση τέτοιας αίτησης μαζί με την καταχώριση της υπό αίρεση εμφάνισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η εφεσείουσα δεν είχε χρησιμοποιήσει ούτε αυτή την διαδικασία. Τουναντίον, καταχώρησε την επίδικη αίτηση εννέα μήνες μετά την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης. Με τα δεδομένα αυτά το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάνθηκε και πολύ ορθά κατά το Εφετείο πως η εφεσείουσα είχε δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Προβλήθηκε ενώπιον του Εφετείου η εισήγηση πως το Δικαστήριο δεν είχε ερμηνεύσει ορθά την Νομολογία. Ήταν η θέση του δικηγόρου της εφεσείουσας πως ο εναγόμενος, εφόσο δεν προέβη σε οποιοδήποτε νέο διάβημα στην διαδικασία, μπορούσε μετά την καταχώρηση της υπό αίρεση εμφάνισης να προχωρήσει με την επίδικη αίτηση ακύρωσης του κλητηρίου εντάλματος. Λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο στην σελίδα 2067 της απόφασης: «Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση, η οποία απολήγει στην ουσία σε απεριόριστο δικαίωμα του εναγομένου να ενεργεί κατά το δοκούν ενώ εκκρεμεί εναντίον του καταχωρισθείσα αγωγή. Αυτό έγινε και στην υπόθεση που εξετάζουμε, όπου η εφεσείουσα επέλεξε να καταχωρίσει την επίμαχη αίτηση 9 μήνες μετά την εκ μέρους της καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης. Ο κανονισμός που θέσαμε πιο πάνω, και η νομολογία, αποσκοπούν στην άμεση και κατά προτεραιότητα εξέταση πιθανής ένστασης στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου. Τέτοιο ζήτημα δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο». Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι δύο είναι οι τρόποι για να αμφισβητήσει ένας εναγόμενος το κλητήριο ή την επίδοση του αξιώνοντας τον παραμερισμό και/ή την ακύρωσή τους: καταχωρώντας αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του χωρίς προηγουμένως να έχει διαταγή του Δικαστηρίου που να του επιτρέπει να καταχωρήσει εμφάνιση υπό αίρεση και καταχωρώντας ταυτόχρονα με την εμφάνιση υπό αίρεση αίτηση για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του. Υπάρχει και μια τρίτη διαδικασία. Σύμφωνα με αυτήν ο εναγόμενος εξαιτείται αδείας του Δικαστηρίου για να καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία (Βλ. Βερεγγάρια Π. Παπακοκκίνου ν. Εταιρείας Landbroke Group P.L.C. και Άλλων
(1995)1 ΑΑΔ 1090 και Δ.16, θ.9 σε συνδυασμό με την Δ.48, θ.8
(1)(r.1)). Το Δικαστήριο εκδίδοντας το διάταγμα και δίδοντας την άδεια ορίζει προθεσμία εντός της οποίας ο εναγόμενος να καταχωρήσει αίτηση παραμερισμού του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του (Βλ. Annual Practice του 1953, σελίδα 145). Στο Αγγλικό σύγγραμμα Annual Practice του 1953 αναφέρεται στην σελίδα 144 ότι με την καταχώρηση εμφάνισης υπό όρους ο εναγόμενος διατηρεί το δικαίωμά του να αιτηθεί στο Δικαστήριο για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος ή της επίδοσής του για παρατυπία (informality) ή αντικανονικότητα (irregularity) η οποία καθιστά το κλητήριο ή την επίδοση άκυρη ή για έλλειψη δικαιοδοσίας. Υπό το φως των πιο πάνω η καταχώρηση εμφάνισης υπό διαμαρτυρία ήταν απαραίτητη στην υπό εξέταση περίπτωση για να μπορεί ο εναγόμενος να εξαιτείται τον παραμερισμό του κλητηρίου και της επίδοσής του στην βάση των δύο πρώτων λόγων που αποτελούν μέρος του ερείσματος για την υπό κρίση αίτηση. Σημειώνεται ότι αναφορικά με τους δύο πρώτους λόγους επί των οποίων βασίζεται η υπό κρίση αίτηση σχετικοί είναι η Διάταξη 48, θεσμός 13 και η Διάταξη 2, θεσμός 14 αντίστοιχα. Στην υπό εξέταση περίπτωση ο Αιτητής καμία από τις τρεις πιο πάνω διαδικασίες δεν ακολούθησε. Αυτός χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Δικαστηρίου καταχώρησε στις 4.3.13 εμφάνιση υπό όρους χωρίς ταυτόχρονα να καταχωρήσει την υπό κρίση αίτηση. Αυτή καταχωρήθηκε 25 ημέρες αργότερα και συγκεκριμένα στις 29.3.13. Πράγμα που σημαίνει ότι η υπό όρους εμφάνιση του Αιτητή κατέστη εμφάνιση άνευ όρων. Με αποτέλεσμα ο Αιτητής να μην νομιμοποιείται να αμφισβητεί το κλητήριο ή την επίδοσή του στην βάση των δύο πρώτων λόγων. Αναφορικά με τον τρίτο λόγο επί του οποίου ο Αιτητής βασίζει το αίτημά του θα πρέπει να λεχθεί ότι το ορθό δικονομικό μέτρο δεν είναι ο παραμερισμός του κλητηρίου αλλά η διαγραφή της αγωγής στην βάση της Διάταξης 27, θεσμός 3 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η υπόθεση Χριστίνα Ταλιάνου ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Belmar Complex
(2002)1 ΑΑΔ 102 είναι καθοριστική καθότι σε αυτήν ηγέρθη ακριβώς το ίδιο ζήτημα. Στην πιο πάνω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του απέρριψε αίτηση της εφεσείουσας για την διαγραφή της αγωγής η οποία είχε εγερθεί εναντίον της υπό της εφεσίβλητης, της Διαχειριστικής Επιτροπής Belmar Complex, ως εγερθείσας υπό ανύπαρκτου προσώπου. Βασικά η θέση της εφεσείουσας ήταν ότι ο νόμος πουθενά δεν διαλαμβάνει ότι η διαχειριστική επιτροπή μπορεί να ενάγει «με το όνομά της» ή να ενάγεται «στο όνομά της» ή με οποιοδήποτε άλλο όνομα εκτός του ονόματος του προσώπου ή των προσώπων που την αποτελούν. Η αίτηση είχε ως νομική βάση την Διαταγή 2, θεσμό 3, την Διαταγή 27, θεσμό 3 και την γενική εξουσία του Δικαστηρίου. Η εφεσίβλητη καταχώρησε ένσταση υποστηρίζοντας ότι η αγωγή καταχωρήθηκε από την Διαχειριστική Επιτροπή με βάση τους κανονισμούς του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) (Τροποποιητικού) Νόμου του 1993 - Ν. 6(Ι)/93, (ο Νόμος) και οι οποίοι σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΑ
(1)λογίζονται ως κανονισμοί εγγεγραμμένοι σε σχέση με την οικεία κοινόκτητη οικοδομή. Το πρωτόδικο Δικαστήριο αποφάσισε ότι οι εφεσίβλητοι αποτελούσαν εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα με δικαίωμα να ενάγει και να ενάγεται. Η απόφαση αυτή ήταν το αντικείμενο της έφεσης. Το Εφετείο στις σελίδες 106 - 108 της απόφασης αποφάσισε τα ακόλουθα: «Η Διαταγή 23 καν. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει το δικονομικό πλαίσιο για την κίνηση του μηχανισμού για τη διαγραφή αγωγής εκ μέρους ανύπαρκτου διαδίκου. Στην Lioufis & Co Ltd v. Ανδρονίκου κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 773 ειπώθηκαν τα εξής: " ... ... ... ... ... ... ... Η ύπαρξη των εναγόντων δεν θα μπορούσε να αποτελέσει το αντικείμενο αντιδικίας μέσω των δικογράφων. Οι έγγραφες προτάσεις έχουν ως λόγο τον προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων μεταξύ των διαδίκων. Η αντιδικία προϋποθέτει την ύπαρξη των διαδίκων. Αν ο ενάγων δεν είναι υπαρκτό πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, δεν τίθεται, ούτε θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα αντιδικίας με τον εναγόμενο. Αγωγή εκ μέρους ανύπαρκτου προσώπου συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Το μέσο για την αμφισβήτηση της οντότητας του ενάγοντα είναι αίτηση για τη διαγραφή της αγωγής. Η θέση αυτή ευρίσκει έρεισμα στην απόφαση Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D' Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 (HL)." Ορθά λοιπόν, διαπιστώνει ο πρωτόδικος δικαστής ότι εδώ δεν τίθεται ζήτημα λανθασμένης περιγραφής διαδίκου (misnomer) όπου το λάθος μπορεί να διορθωθεί με αίτηση τροποποίησης κατ΄ εφαρμογή της Διαταγής 25 καν. 6 αλλά ούτε πρόκειται περί απλής παρατυπίας οπότε θα μπορούσε να τύχει εφαρμογής η Διαταγή 64. Στην προκείμενη περίπτωση το ζητούμενο είναι κατά πόσο η εκ του νόμου συγκρότηση διαχειριστικής επιτροπής, για τους σκοπούς του νόμου, αποτελεί αφ' εαυτού στοιχείο νομιμοποιητικό των εφεσιβλήτων ως εναγόντων. Σύμφωνα με τη νομολογία, τα μη συγκροτημένα σώματα δεν μπορούν να ενάγουν και να ενάγονται. Βλ. Κάρμιος κ.ά. ν. B.E.M.R.S. OF ECO κ.ά.
(1996)1(B) Α.Α.Δ. 1123 και Halsbury's Laws of England, 3η έκδ., vol. 18, παρ. 242. Σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΒ του νόμου: "Κάθε κοινόκτητη οικοδομή πρέπει να έχει Διαχειριστική Επιτροπή για τη ρύθμιση και διαχείρηση των υποθέσεών της. Η Διαχειριστική Επιτροπή συνίσταται και ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους αυτού και των Κανονισμών." Ανάμεσα στις εξουσίες της Διαχειριστικής Επιτροπής είναι, σύμφωνα με το άρθρο 38ΚΗ
(1)(δ) του νόμου, η ανάκτηση με αγωγή από κύριο μονάδας οποιουδήποτε ποσού χρημάτων που δαπανήθηκε σε σχέση με τις κοινόκτητες οικοδομές. ενώ με βάση το άρθρο 38ΚΣΤ
(1)"η Διαχειριστική Επιτροπή θα ενεργεί από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων ...........". Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο ΚΣΤ
(2), η Διαχειριστική Επιτροπή μπορεί να ενάγει και να ενάγεται σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα αφορά την κοινόκτητη οικοδομή και να ενάγει σε σχέση με ζημιές ή βλάβες που προκλήθηκαν στην οικοδομή, να συνάπτει συμβάσεις και να ενάγει και ενάγεται σε σχέση με ζητήματα που αφορούν την εφαρμογή του νόμου και των κανονισμών. Προκύπτει από τις πιο πάνω νομοθετικές διατάξεις ότι ο νομοθέτης θέλησε να προσδώσει στις προβλεπόμενες από το νόμο Διαχειριστικές Επιτροπές νομική υπόσταση και δικαιοπρακτική ικανότητα. Προκύπτει επίσης ότι οι Διαχειριστικές αυτές Επιτροπές έχουν δικαίωμα να εμφανίζονται στο Δικαστήριο ως διάδικοι, να ενάγουν και να ενάγονται. Η ανησυχία της εφεσείουσας ότι θα αποτελούσε έκπληξη για τους ιδιοκτήτες των μονάδων των κοινόκτητων οικοδομών να πληροφορηθούν ότι ο διαχειριστής τους δεν είναι το πρόσωπο που διόρισαν αλλά κάποιο πλασματικό πρόσωπο χωρίς κανένα αντίκρυσμα είναι ανεδαφική γιατί οι συγκεκριμένες διαχειριστικές επιτροπές, ενεργούν, σύμφωνα με το νόμο, από μέρους και για λογαριασμό των κυρίων των μονάδων κλπ. Επομένως, τα πρόσωπα που αποτελούν μια τέτοια Διαχειριστική Επιτροπή δεν εμφανίζονται προς τα έξω υπό την προσωπική τους ιδιότητα ούτε ενάγουν ή ενάγονται υπό την προσωπική τους ιδιότητα. Για τους σκοπούς του νόμου, τα πρόσωπα που αποτελούν τη Διαχειριστική Επιτροπή, αποτελούν ένα εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα το οποίο εύλογα μπορεί να ονομάζεται Διαχειριστική Επιτροπή με την προσθήκη κάποιου άλλου διακριτικού ονόματος ή χαρακτηριστικού για σκοπούς προσδιορισμού ή διάκρισης από άλλες παρόμοιες Διαχειριστικές Επιτροπές. Στην προκείμενη περίπτωση που οι εφεσίβλητοι, "Διαχειριστική Επιτροπή Belmar Complex" συνιστούν πράγματι εκ του νόμου συγκροτημένο σώμα και νομιμοποιούνται ως ενάγοντες στην αγωγή εναντίον της εφεσείουσας». Υπό το φως όλων των πιο πάνω η υπό κρίση αίτηση είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Η εξέταση του πέμπτου λόγου ένστασης κρίνεται περιττή. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόντων / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) ............ Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Ακύρωση κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσής του Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.