Σωτήρη Νόση ν. Taxiplon International Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3228/13, 23/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A414 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 3228/13 Μεταξύ: Σωτήρη Νόση, από την Ελλάδα Ενάγοντα και Taxiplon International Limited και Άλλοι Εναγόμενοι Ημερομηνία: 23.12.13 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα / Αιτητή: κ. Θ. Χριστοδούλου για κκ Χρ. Δημητριάδη & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση ο κ. McBride Γιώργος) Για τους Εναγόμενους / Καθ' ων η αίτηση: κ. Μ. Κυπριανού για κκ Μ. Κυπριανού & Σία ΔΕΠΕ (για να ακούσει την απόφαση η κα Μαρίνα Φιάκκα) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε εκ μέρους του Ενάγοντα / Αιτητή στις 24.7.13 μονομερώς και με την οποία ζητείτο η έκδοση διάφορων προσωρινών διαταγμάτων. Εν τέλει το Δικαστήριο την ίδια ημέρα ενέκρινε την έκδοση μονομερώς ορισμένων από τα αιτούμενα διατάγματα και, συγκεκριμένα, τα διατάγματα υπό παραγράφους (Α), (Β) και (Γ) της υπό κρίση αίτησης, ενώ για τα υπόλοιπα και, συγκεκριμένα, τα διατάγματα υπό παραγράφους (Δ) και (Ε) η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για επίδοση. Τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα ορίσθηκαν επιστρεπτέα και εκ μέρους των Εναγόμενων / Καθ' ων η αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση, αφενός, στην συνέχιση της ισχύος τους μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής, αφετέρου, στην έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων τα οποία δεν εγκρίθηκαν μονομερώς και για τα οποία η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για επίδοση. Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, θθ 1-9, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν 14/60, όπως τροποποιήθηκε, στα άρθρα 60, 112, 113, 126-128Α του Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, όπως τροποποιήθηκε, στην Νομολογία, τις αρχές της επιείκειας, την διακριτική εξουσία, την εγγενή εξουσία και την πρακτική του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση του ίδιου του Αιτητή. Με Ειδοποίηση ένστασης στην οποία εκτίθενται 13 λόγοι ένστασης, οι Καθ' ων η αίτηση ενίστανται στο να παραμείνουν σε ισχύ τα μονομερώς εκδοθέντα στις 24.7.13 διατάγματα μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής και να εκδοθούν τα διατάγματα για τα οποία η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για επίδοση. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση του Ξενοφώντα Παράσχου, προδήλως, Εναγόμενου 2, ο οποίος είναι ένας εκ των πραγματικών ιδιοκτητών (beneficial owners) της Εναγόμενης 1, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», και δεόντως εξουσιοδοτημένος από όλους τους Εναγόμενους να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που προβάλλονται εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση μέσα από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Αναφορά στα ουσιώδη για το σκεπτικό της απόφασης σημεία γίνεται κατά την εξέταση της υπό κρίση αίτησης και σε τέτοιο βαθμό όσο κρίνεται αναγκαίος για τον πιο πάνω σκοπό. Αξίζει, πάντως, να σημειωθεί ότι ουκ ολίγα είναι τα σημεία από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση τα οποία έρχονται σε έκδηλη αντίθεση με τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και τα οποία δίνουν στην όλη απαίτηση του Αιτητή μια εντελώς διαφορετική διάσταση και εικόνα από αυτή που επιχειρήθηκε να δοθεί από τον ίδιο με την ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Σημειώνεται, επίσης, ότι το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του Αιτητή το έχει ο ίδιος ο Αιτητής. Τα όσα, όμως, αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και που δεν συμφωνούν με τους ισχυρισμούς του Αιτητή παρέμειναν αναντίλεκτα από την πλευρά του Αιτητή, αφού ούτε άδεια για συμπληρωματική ένορκο δήλωση ζητήθηκε να καταχωρηθεί εκ μέρους του, ούτε άδεια για την αντεξέταση του ομνύσαντα την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση. Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω ευθύς εξ' αρχής τον λόγο ένστασης που αναφέρεται στην μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων από μέρους του Αιτητή. Σύμφωνα με τον λόγο αυτό «ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και/ή πληροφορίες (non disclosure) και/ή δεν προέβηκε σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη (full and frank disclosure) τέτοιων γεγονότων παραβαίνοντας την υποχρέωσή του να ενεργήσει με βάση την αρχή της μέγιστης καλής πίστης (utmost good faith) όταν αποτάθηκε μονομερώς για την έκδοση του διατάγματος». Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου στην μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Ακριβώς επειδή στο στάδιο που η αίτηση υποβάλλεται η μόνη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αυτή που προσκομίζεται από τον αιτητή, ο αιτητής οφείλει να παρουσιάσει και να περιγράψει την υπόθεση στον Δικαστή όσο πιο δίκαια γίνεται. Θα πρέπει να τεθούν εις γνώση του Δικαστή οιεσδήποτε τυχόν υπερασπίσεις του καθ' ου η αίτηση ή οποιαδήποτε τυχόν προβλήματα, ώστε η κρίση του Δικαστή να είναι όσο πιο αντικειμενική μπορεί να είναι στο αρχικό αυτό στάδιο της υπόθεσης (Βλ. Mark S.W. Hoyle, «The Mareva Injunction and Related Orders»,
(1997), 3η έκδοση, σελ. 71 υπό τον τίτλο «Lack of full disclosure»). Το Δικαστήριο στην περίπτωση της μη αποκάλυψης απαντά: «δεν σας ακούω πλέον» και ακυρώνει την διαταγή που έδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία (Βλ Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου, πιο πάνω). Η απόκρυψη ανατρέπει την βάση του διατάγματος και το καθιστά ακυρωτέο. Το διάταγμα που δόθηκε χωρίς να τηρηθεί η υποχρέωση αυτή του αιτητή θα πρέπει να ακυρωθεί κατά την inter partes ακρόαση της αίτησης (Βλ. Δήμος Πάφου ν. Σοφοκλή Βοσκού (
(2001)1 ΑΑΔ 1168). Οι παράμετροι και οι διαστάσεις της υποχρέωσης αποκάλυψης σε μονομερείς αιτήσεις αναπτύχθηκαν από τον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κ. Πική, όπως ήταν τότε, δίνοντας την απόφαση της Ολομέλειας στην υπόθεση Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd
(1996)1 ΑΑΔ 597 στις σελίδες 601-602: «Είναι θεμελιωμένο ότι διάδικος ο οποίος επιδιώκει με μονομερή αίτηση την χορήγηση θεραπείας πρέπει να προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των γεγονότων τα οποία επενεργούν στην άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου για την παροχή θεραπείας. Η αρχή αυτή συναρτάται με την καλή πίστη, η οποία πρέπει να επιδεικνύεται οποτεδήποτε επιδιώκεται η θεραπεία στην απουσία του αντιδίκου». Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος επενεργεί καταλυτικά, διασαλεύοντας την βάση του διατάγματος, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πρόθεσης για εξαπάτηση του Δικαστηρίου. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως ενδεικτικά αναφέρθηκε από τον Πρόεδρο Πική, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου, πιο πάνω, στις σελίδες 602-603: «Όπως διαπιστώσαμε στην Demstar Limited v. Zim Israel Navigation Co Ltd . πρόθεση εξαπάτησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση διατάγματος λόγω παράλειψης αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το κριτήριο είναι . κατά πόσο η μη αποκάλυψη συγκεκριμένων γεγονότων συνιστά εξ' αντικειμένου ουσιώδους σημασίας στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, οπότε, στην απουσία του αυτή τούτη η απόφαση του Δικαστηρίου καθίσταται ακροσφαλής». Στην Αγγλική υπόθεση The King v. The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, ex parte Princess Edmond De Polignac
(1917)1 KB 486 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «It has been for many years the rule of the Court and one which it is of the greatest importance to maintain, that when an applicant comes to the Court to obtain relief on an ex parte statement he should make a full and fair disclosure of all the material facts - facts, not law. He must not misstate the law if he can help it - the Court is supposed to know the law. But it knows nothing about the facts and the penalty by which the Court enforces that obligation is that if it finds out that the facts have not been fully and fairly stated to it, the Court will set aside any action which it has taken on the faith of the imperfect statement». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Για πολλά χρόνια αποτελεί κανόνα του Δικαστηρίου και είναι πολύ σημαντικό όπως ο κανόνας αυτός διατηρηθεί σε ισχύ ότι όταν ένας αιτητής αποτείνεται στο Δικαστήριο για ενδιάμεση θεραπεία με μονομερή αίτηση οφείλει να κάνει πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων - γεγονότων και όχι του Νόμου. Δεν πρέπει να παραθέσει λανθασμένα τον Νόμο - το Δικαστήριο θεωρείται ότι γνωρίζει τον Νόμο. Δεν γνωρίζει, όμως, τίποτα για τα γεγονότα και η τιμωρία με την οποία διασφαλίζει την υποχρέωση αυτή είναι ότι αν το Δικαστήριο ανακαλύψει ότι τα γεγονότα δεν έχουν εκτεθεί ενώπιόν του πλήρως και με τρόπο δίκαιο θα παραμερίσει οποιοδήποτε διάβημα που εκδόθηκε στην βάση ανακριβούς δήλωσης». Στην υπόθεση M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co of USA
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1791 αποφασίσθηκε ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της αντιδικίας των μερών. Το ουσιώδες του γεγονότος προσδιορίζεται με αναφορά στα επίδικα θέματα του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, όπως τροποποιήθηκε. Ό,τι πρέπει να αποκαλυφθεί σε κάθε περίπτωση είναι: «.γεγονότα γνωστά στον αιτητή ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογες προσπάθειες, τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του, όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του, (β) την σοβαρότητα του ζητήματος, το οποίο εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα επιτυχίας». Τέλος, η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο ουσιώδη γεγονότα, που είναι γνωστά στον αιτητή, αλλά και εκείνα που ο αιτητής μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Bank Mellat v. Nikpour
(1985)F.S.R. 87). Εναπόκειται στον Δικαστή, κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκτιμήσει την σημασία των στοιχείων που απεκρύβησαν. Ο Δικαστής κρίνει, και όχι ο αιτητής ή ο δικηγόρος του, αν το γεγονός που παραλείφθηκε είναι ουσιαστικό, αν ήταν γνωστό στον αιτητή ή όχι, αν μπορούσε εύλογα να γίνει γνωστό ή αν η παράλειψη έγινε χωρίς σκοπό παραπλάνησης (Βλ. Rex Kensington Income Tax Commissioners
(1917)1 KB 486). Είναι η θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής όχι μόνο παρέλειψε να αποκαλύψει και/ή απέκρυψε σημαντικά και ουσιώδη για την υπόθεση γεγονότα αλλά και παρουσίασε στο Δικαστήριο στοιχεία με τρόπο που να καθιστά την όλη απαίτηση του Αιτητή εντελώς διάφορη από αυτή που ισχύει στην πραγματικότητα με αποτέλεσμα και τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα να έχουν εξασφαλισθεί από τον Αιτητή κατόπιν εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Αν δε το Δικαστήριο γνώριζε τα γεγονότα στις πραγματικές τους διαστάσεις δεν θα τα εξέδιδε μονομερώς. Έχοντας κατά νου την ενωρίτερη διαπίστωσή μου σύμφωνα με την οποία καμία αμφισβήτηση δεν έγινε από την πλευρά του Αιτητή των ισχυρισμών του Ξενοφώντα Παράσχου οι οποίοι περιέχονται στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προχωρώ να παραθέσω τα ακόλουθα κατά την κρίση μου επιλήψιμα για την υπό κρίση αίτηση σημεία τα οποία εξάγονται από την εν λόγω ένορκο δήλωση: ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι κατά τον Φεβρουάριο του 2013 συστήθηκε η εταιρεία Aploon ΜΕΠΕ, η οποία είναι 100% θυγατρική της εταιρείας και ότι σε αυτήν μεταφέρθηκαν όλες οι διοικητικές, εμπορικές και τεχνικές δραστηριότητες της τελευταίας. Και ότι από τον Μάρτιο του 2013 και αφότου ο Παράσχος, με τον οποίο οι σχέσεις του Αιτητή κλονίσθηκαν όπως είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές, ανέλαβε την διαχείρηση της πιο πάνω αναφερόμενης θυγατρικής εταιρείας και αφότου ο Αιτητής κατά τον Μάιο του 2012 έπαυσε να είναι ο κύριος μέτοχος της εταιρείας η εξέλιξη και βελτίωση της εταιρείας από οικονομικής άποψης ήταν μεγάλη και ραγδαία. Λεπτομέρειες της βελτίωσης αυτής δίδονται στις παραγράφους 14 και 15 της ένορκης δήλωσης του Παράσχου που συνοδεύει την ένσταση στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση ο Αιτητής αναφέρει ότι υπήρχε προφορική συμφωνία μεταξύ του ιδίου, του Παράσχου και των Εναγόμενων 3 και 4 για την άσκηση των εξουσιών της Εναγόμενης 4 ως εγγεγραμμένης μετόχου της εταιρείας και συγκεκριμένα ότι η Εναγόμενη 4 θα λάμβανε οδηγίες από τον ίδιο καθώς και τα πρόσωπα που πιο πάνω αναφέρονται, σε περίπτωση δε διαφωνίας θα σταματούσε να ενεργεί ή να λαμβάνει οποιεσδήποτε αποφάσεις. Αναληθώς, όμως, ο Αιτητής δήλωσε στην ένορκό του δήλωση ότι υπήρξε μια τέτοια προφορική συμφωνία μεταξύ των πιο πάνω προσώπων για το πώς θα ασκούνταν η διοίκηση της εταιρείας. Συναφώς απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι τέτοια συμφωνία δεν υπήρξε και ότι επανειλημμένα είχε καταστήσει σαφές ότι δεν αναγνώριζε προφορικές συμφωνίες. Απέκρυψε, επίσης, από το Δικαστήριο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 14 και 15 που ο Παράσχος επισύναψε στην ένορκό του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση και με τα οποία εξηγείται στον Αιτητή πώς μπορεί να λειτουργεί μια εταιρεία με ονομαστικούς διευθυντές (nominee directors) ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο λόγος που ένα από τα θέματα της ημερήσιας διάταξης της γενικής συνέλευσης της 5.4.13 ήταν η λήψη απόφασης και ορισμός εκπροσώπου των μετόχων της εταιρείας ο οποίος θα έδιδε σχετικές εντολές ως προς την διοίκηση και διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας στους διορισμένους διευθυντές της ήταν ακριβώς επειδή δεν υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία για το πώς θα ασκούνταν η διοίκηση της εταιρείας και ότι στην εν λόγω συνέλευση ό,τι αποφασίσθηκε ήταν από ποιον θα έπαιρναν εντολή οι διευθυντές της εταιρείας και όχι ποιος θα διαχειριζόταν ή θα διοικούσε την εταιρεία είναι η θέση του Αιτητή ότι ο ορισμός του Εναγόμενου 2 ως εκπρόσωπου της εταιρείας μετά την ψηφοφορία που έλαβε χώρα για τον πιο πάνω σκοπό κατά την γενική συνέλευση της 5.4.13 τον απέκλεισε από την λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων για την διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας. Παρέλειψε, όμως, ο Αιτητής να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι κατά την πιο πάνω γενική συνέλευση για την θέση του εκπροσώπου της εταιρείας υποψηφιότητα υπέβαλε και ο ίδιος πλην όμως ο λόγος που δεν διορίσθηκε εκπρόσωπος ήταν γιατί δεν είχε εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο λόγος που δεν παραχωρήθηκαν νέες μετοχές είτε στον ίδιο είτε στους υπόλοιπους μετόχους ήταν γιατί η εταιρεία δεν είχε τα απαραίτητα διαθέσιμα κεφάλαια για να καταβάλει τον σχετικό φόρο κεφαλαίου και τα έξοδα αύξησης του κεφαλαίου είναι η θέση του Αιτητή ότι ο λόγος που η εταιρεία προέβη σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου ήταν για να μειωθεί το ποσοστό του σε μετοχές. Παρέλειψε, όμως, να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο λόγος που η εταιρεία αναγκάσθηκε να προβεί σε αύξηση του μετοχικού της κεφαλαίου δεν ήταν αυτός που επικαλέστηκε αλλά γιατί η εταιρεία βρισκόταν σε άσχημη οικονομική κατάσταση και υπήρχε επιτακτική η ανάγκη να εξεύρει πόρους. Παρέλειψε, επίσης, να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι οι μέτοχοι συμφώνησαν για διαδικασίες αύξησης του κεφαλαίου της εταιρείας χωρίς να γίνει οποιαδήποτε αναφορά σε έκδοση μετοχών. Και ότι σε όλες τις γενικές συνελεύσεις δεν συζητήθηκε ποτέ το θέμα της έκδοσης νέων μετοχών παρά μόνο οι ανάγκες της εταιρείας. Και ότι η συμφωνία για αύξηση κεφαλαίου ήταν ομόφωνη και ο Αιτητής δεν είχε φέρει ένσταση ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο το περιεχόμενο ηλεκτρονικού μηνύματος που απεστάλη από τον ίδιο στον Παράσχο και τον Εναγόμενο 3 - Τεκμήριο 21 στην ένορκο δήλωση του Παράσχου που υποστηρίζει την ένσταση - με το οποίο καταδεικνύεται ότι γνώριζε ότι η εταιρεία είχε χρηματοδοτικές ανάγκες ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη 4 έδωσε σχετικές εξουσιοδοτήσεις προς τον εκπρόσωπο του Αιτητή, στον Παράσχο και στον Εναγόμενο 3 ώστε οι πιο πάνω να ψηφίσουν σύμφωνα με τον αριθμό ψήφων που είχε ο κάθε μέτοχος και ότι ο ίδιος ψήφισε μέσω του αντιπροσώπου του βάση εξουσιοδότησης που έλαβε από την Εναγόμενη
- Παρέλειψε, επίσης, να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο Παράσχος είχε εξουσιοδότηση από τον Εναγόμενο 3 να ψηφίσει για τον τελευταίο ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι ο λόγος που οι καταθέσεις για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας είχε αποφασισθεί κατά την γενική συνέλευση της 17.5.13 να καταβληθούν στην εταιρεία μέχρι τις 27.5.13 ήταν για να μπορέσει η εταιρεία να πληρώσει τις υποχρεώσεις της μέχρι το τέλος του μηνός Μαίου του 2013 ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι αναφορικά με την ανάγκη για την αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας για το ποσό των Ευρώ 40.000,00 σεντ ετοιμάσθηκε τεκμηριωμένη ανάλυση των οικονομικών αναγκών της εταιρείας η οποία εκπονήθηκε από τον Εναγόμενο 5 και στάλθηκε σε όλους τους μετόχους στις 20.7.13 καλώντας τους για τα σχόλιά τους ενώ ισχυρίσθηκε ότι κατά την γενική συνέλευση της 11.7.13 οι μέτοχοι πλην του Παράσχου ο οποίος αντιπροσώπευε και τον Εναγόμενο 3 ψήφισαν θετικά για την αποδοχή της πληρωμής του ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει ή να διευκρινίσει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι κατά της αποδοχής της πληρωμής του ψήφισε το 53,1%. Επίσης, ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι δεν είναι μόνο η αποδοχή της πληρωμής του Αιτητή που καταψηφίσθηκε από το 53,1% αλλά και αυτής του Εναγόμενου 7 ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι για την σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης της 25.7.13 είχε δοθεί ειδοποίηση από την προηγούμενη γενική συνέλευση και ότι το θέμα της τελευταίας αύξησης του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας δεν θα συζητείτο στην πιο πάνω συνέλευση κατόπιν συμφωνίας μεταξύ του κύριου Τσινταβή και του κύριου Κοραχάη ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι στην έκτακτη γενική συνέλευση της 11.7.13 θέμα συζήτησης δεν ήταν μόνο η εκπρόθεσμη πληρωμή από τον Αιτητή, αλλά και η εκπρόθεσμη πληρωμή από τον Εναγόμενο
- Τέλος, ο Αιτητής παρέλειψε να αποκαλύψει και απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι οι οικονομικές ανάγκες της εταιρείας ήταν άμεσες και ότι έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων ενδέχετο σοβαρά να πλήξει οικονομικά την εταιρεία. Με τους ισχυρισμούς του Αιτητή δίδεται η εικόνα ότι οι Καθ' ων η αίτηση και, ειδικότερα, ο Εναγόμενος 2 με τις ενέργειές τους αποσκοπούσαν στο να αποκλεισθεί ο Αιτητής από την διοίκηση και διαχείριση της εταιρείας και να μειωθεί το ποσοστό του στο μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας με την άρνηση παραχώρησης των μετοχών που του αναλογούν. Οι ισχυρισμοί, όμως, του Παράσχου, οι οποίοι σημειώνεται για άλλη μια φορά ότι δεν αμφισβητήθηκαν από τον Αιτητή, ανατρέπουν αυτήν την εικόνα. Αυτοί δίνουν την εικόνα ότι οι αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας έγιναν προς το συμφέρον της με δεδομένη την ανάγκη της για εξεύρεση οικονομικών πόρων και ουδόλως είχαν σκοπό να πλήξουν τον Αιτητή. Υπό το φως των πιο πάνω ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια. Με τους ισχυρισμούς του προσπάθησε να δώσει στο Δικαστήριο μια διαφορετική εικόνα των πραγμάτων. Κρίνω πως η μη αποκάλυψη και απόκρυψη από το Δικαστήριο όλων των γεγονότων που πιο πάνω υποδείχθηκαν ως ουσιώδη είναι ικανή να επηρεάσει την δικαστική κρίση όπως και την επηρέασε με αποτέλεσμα η υπό κρίση αίτηση εν τέλει να εγκριθεί εν μέρει και τα διατάγματα που εν τέλει εκδόθηκαν να εκδοθούν μονομερώς. Θεωρώ ότι αν οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από την πλευρά των Καθ' ων η αίτηση τίθεντο στην προσοχή του Δικαστηρίου ενώπιον του οποίου παρουσιάσθηκε η υπό κρίση αίτηση η κρίση του θα επηρεαζόταν σε βαθμό τέτοιο ώστε αυτό δεν θα εξέδιδε μονομερώς τα διατάγματα που εν τέλει εξέδωσε. Για τους πιο πάνω λόγους δεν έχω άλλη επιλογή από του να ακυρώσω τα προσωρινά διατάγματα που εκδόθηκαν στις 24.7.
- Υπό το φως όλων των πιο πάνω και την εκ βάθρων ανατροπή της υπόθεσης του Αιτητή με την εκ μέρους των Καθ' ων η αίτηση προσκομισθείσα μαρτυρία η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη από την πλευρά του Αιτητή δεν διαφαίνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Αιτητή στην αγωγή του. Τα πιο πάνω συνιστούν επιπρόσθετο λόγο ακύρωσης των μονομερώς εκδοθέντων διαταγμάτων αλλά και την μη έγκριση της υπό κρίση αίτησης αναφορικά με τα αξιωμένα διατάγματα τα οποία δεν εκδόθηκαν μονομερώς και για τα οποία η υπό κρίση αίτηση ορίσθηκε για επίδοση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η υπό κρίση αίτηση απορρίπτεται και τα μονομερώς εκδοθέντα στις 24.7.13 διατάγματα ακυρώνονται. Εν' όψει του αποτελέσματος τα έξοδα της υπό κρίση αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων / Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Ενάγοντα / Αιτητή όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην αγωγή. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο