← Κύπρος

Σοφιανίδου Μαρία μέσω των φυσικών γονέων και κηδεμόνων αυτής Οδυσσέα και Ναταλίας Σοφιανίδη ν. Γιώργου Αντωνιάδη, Αρ. Αγωγής: 3334/12, 18/12/2013

Σοφιανίδου Μαρία μέσω των φυσικών γονέων και κηδεμόνων αυτής Οδυσσέα και Ναταλίας Σοφιανίδη ν. Γιώργου Αντωνιάδη, Αρ. Αγωγής: 3334/12, 18/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A402 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3334/12 Μεταξύ: Σοφιανίδου Μαρία μέσω των φυσικών γονέων και κηδεμόνων αυτής Οδυσσέα και Ναταλίας Σοφιανίδη Ενάγουσας και Γιώργου Αντωνιάδη Eναγομένου Ημερομηνία: 18/12/13 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια׃ κα Φρ. Χριστοδουλίδου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Περίκκου) Για Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση: κ. Ιγνατίου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Παναγιώτου) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η υπό κρίση αίτηση ημερομηνίας 20/7/2012 καταχωρήθηκε μονομερώς, όμως το Δικαστήριο ασκώντας την εξουσία που παρέχεται από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας διέταξε την επίδοση της. Με αυτήν επιδιώκεται η έκδοση του ακόλουθου διατάγματος. «Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου διατάττον τον Εναγόμενο να απαγορεύεται να προσεγγίζει και/ή να έρθει και/ή να εισέλθει εντóς 20 μέτρων περιμετρικά του προσώπου της Ενάγουσας σε οποιονδήποτε δημόσιο χώρο και ή δρόμο και/ή πεζοδρόμιο και/ή ιδιωτικό χώρο ελεύθερης διακίνησης και/ή ελευθέρας εισόδου μέχρι την πλήρη εκδίκαση και αποπεράτωση της Αγωγής αυτής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού». Η αίτηση συνάντησε την ένσταση του καθ' ου η αίτηση /εναγόμενου και αφού καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση ένστασης εκ μέρους του, προχώρησε σε ακροαματική διαδικασία η οποία περιορίσθηκε σε αγορεύσεις. Οι θέσεις και τα επιχειρήματα των διαδίκων, καταγράφονται και προκύπτουν από την αίτηση, την ένσταση και τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν, καθώς επίσης και από τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων τους, γι' αυτό και δεν θεωρώ απαραίτητο να τα παραθέσω. Δικαιοδοτικό βάθρο της αίτησης αποτελεί το άρθρο 32 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Οι αρχές που διέπουν το ζήτημα έκδοσης διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου αυτού, έχουν καθορισθεί σε πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Οδυσσέως v. Πιερής Estates

(1982)1 AAΔ 557, Μ. Δημητρίου κ.α. v. Royal Ris Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1164, Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos Ltd
(2002)1 (B) AAΔ.1361, Μαίρη Ν. Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού
(2002)1(Γ) 1980, Papapetrou Bros Ltd v. Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741). Στην κλασσική για το θέμα απόφαση Οδυσσέως πιο πάνω, επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32, απαιτείται να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι συντρέχουν οι ακόλουθες τρεις προϋποθέσεις: (α) να υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση (β) να υπάρχουν πιθανότητες επιτυχίας οι αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα. Αναλύοντας το Ανώτατο Δικαστήριο τις πιο πάνω προϋποθέσεις ανάφερε ότι η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης με βάση τη δύναμη των δικογράφων. Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στον αιτητή να δείξει ότι έχει πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις, ενώ η τρίτη προϋπόθεση είναι η αδυναμία απόδοσης δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην υπόθεση Χάρης Φεσσάς, Αίτηση
(1990)1 ΑΑΔ 704, αποφασίσθηκε ότι το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 περιέχει ουσιαστικό και όχι δικονομικό δίκαιο και ότι το πρόσωπο που επιζητεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος φέρει το βάρος να αποδείξει ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας για εκδίκαση κάποιου συντηρητικού διατάγματος, η υποχρέωση απόδειξης αμφισβητούμενων γεγονότων βαρύνει πάντοτε τους ώμους του αιτητή (βλ. Iacovou Brothers v. Fashionwise Ltd
(2000)1 (B) AAΔ.1377). Σύμφωνα με τη νομολογία το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ούτε και προχωρεί στην εξαγωγή συμπερασμάτων σε σχέση με την αξιοπιστία (βλ. Jonitexo v. Adidas
(1984)1 CLR 263). Κατά την εκδίκαση αιτήσεων αυτής της φύσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει την ουσία της υπόθεσης. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων (βλ. C.T.Tobacco Ltd v. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ κ.α.
(2003)1(Β) ΑΑΔ 853). Η ύπαρξη απλώς των θεσμικών αυτών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή αλλά το Δικαστήριο στο τελικό στάδιο θα πρέπει πρόσθετα να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others
(1982)2 CLR 557, Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού v. Θεωρή
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 255), το οποίο πάντοτε στοχεύει στην εξυπηρέτηση των αναγκών της δικαιοσύνης και κρίνεται με βάση πάντα τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Εφόσον ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και να σταθμίσει στα πλαίσια αυτά κατά πόσο με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης είναι εύλογο και δίκαιο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 152, Bacardi v. Vinko
(1996)ΑΑΔ 788, C.T. Tobacco v. Εταιρεία Εκδόσεων Αρκτίνος
(2003)1 ΑΑΔ 853 και Χρ. Κούνουνα v. C & A Simonos
(2002)1(B) ΑΑΔ 136). Σε σχέση με το βάρος απόδειξης σε τέτοιου είδους υποθέσεις λέχθηκε στην υπόθεση Σεβαστού v. Σεβαστού,
(2002)1Γ ΑΑΔ 1980 ότι: «Η μαρτυρία της εφεσείουσας ήταν αντινομική και το Δικαστήριο δεν μπορούσε να αγνοήσει τον αντινομικό χαρακτήρα της εν λόγω μαρτυρίας. Ο εφεσίβλητος με την ένορκη δήλωσή του αρνήθηκε τους βασικούς ισχυρισμούς της, θέτοντας μια άλλη εκδοχή. Όμως τα θέματα, οι ασάφειες και οι αντιφάσεις παρέμειναν αδιευκρίνιστες, αφού η εφεσείουσα, που είχε το βάρος απόδειξης, δεν έκαμε χρήση του δικαιώματος αντεξέτασης που της παρείχε η Δ.48 θ.8». Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω την αίτηση με βάση τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Θα πρέπει από το σημείο αυτό να λεχθεί ότι δύο από αυτούς δεν μπορούν να ευσταθήσουν γιατί σχετίζονται και αφορούν διατάγματα που εκδίδονται μονομερώς και δεν καλύπτουν και περιπτώσεις όπως και η παρούσα κατά την οποία το διάταγμα δεν έχει εκδοθεί μονομερώς, αλλά πριν την έκδοση του έχει διαταχθεί η επίδοση της αίτησης με αποτέλεσμα αυτή να εξετάζεται πλέον ως διά κλήσεως αίτηση και όχι ως μονομερής. Αυτοί οι λόγοι καταγράφονται στην ειδοποίηση ένστασης με αρίθμηση (γ) και (η) και αφορούν την θέση του εναγομένου ότι οι ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ουσιώδη γεγονότα και ότι δεν συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. Και αυτό γιατί όπως είναι νομολογημένο η υποχρέωση αποκάλυψης στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων, που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση, υποχρέωση που είναι υψίστης πίστεως (uberrima fides) έχει καταλυτική σημασία στις περιπτώσεις που ο διάδικος αποτείνεται και εξασφαλίζει διάταγμα μονομερώς. Είναι σε αυτές τις περιπτώσεις που ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Ο λόγος είναι ότι η έκδοση διατάγματος μονομερώς συνιστά παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598 και Zein ν. Καμπανέλλα Λτδ,
(2000), 1 Α.Α.Δ. 606). Η απόκρυψη ουσιώδους γεγονότος από το Δικαστήριο, διασαλεύει την ίδια τη βάση του διατάγματος. Όσο αφορά την ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος θα πρέπει να λεχθεί ότι το στοιχείο αυτό είναι απαραίτητο και πάλι στις περιπτώσεις που το διάταγμα έχει εξασφαλισθεί μετά από μονομερή αίτηση. Όπως είναι νομολογημένο το άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 έχει εφαρμογή μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο εφόσον καταδεικνύονται επείγουσες ή άλλες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση του διατάγματος μονομερώς. Η δικαιοδοτική ικανότητα έκδοσης ex-parte διατάγματος βασίζεται πάντοτε στο άρθρο 9
(1)σαν εξαιρετικό μέτρο προς το οποίο ο παράγοντας του χρόνου είναι ως εκ των πραγμάτων άμεση συνάρτηση αφού ανάγεται στο θεμελιακό ερώτημα του κατεπείγοντος του πράγματος. Μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του αντιδίκου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούονται και τα δύο μέρη πριν το Δικαστήριο εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd ν. Χρήστου (πιο πάνω) και Zein κ.α. ν. Καμπανέλλα Λτδ, (πιο πάνω). Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της αίτησης. Στην εξεταζόμενη υπόθεση στις 20/7/2012 καταχωρήθηκε κλητήριο ένταλμα γενικά οπισθογραφημένο χωρίς μέχρι σήμερα να έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης. Όπως προκύπτει από τη γενική αυτή οπισθογράφηση η ενάγουσα αξιώνει από τον εναγόμενο γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για σωματικές βλάβες, πόνο, οδύνη και ταλαιπωρία που υπέστη από επίθεση του εναγόμενου κατά ή περί τις 14/7/2012 και/ή λόγω παραβίασης των συνταγματικών της δικαιωμάτων από τον εναγόμενο. Αποτελούν συνεπώς βάσεις της αγωγής της ενάγουσας το αστικό αδίκημα της επίθεσης και η παραβίαση βασικών ελευθεριών. Το άρθρο που ρυθμίζει το αστικό αδίκημα της επίθεσης είναι το 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 και προνοεί τα ακόλουθα: «Επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεση του, ή με τη συναίνεση του αν η συναίνεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού αυτού». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού, είναι τα ακόλουθα:
  1. Η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας
  2. Η ύπαρξη πρόθεσης
  3. Η έλλειψη συναίνεσης Στο σύγγραμμα των κ. κ. Αρτέμη - Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) στις σελ. 92-94 αναφέρεται ότι το αδίκημα της επίθεσης περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery). Όσον αφορά τη χρήση βίας αναφέρεται ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά), είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Αναφέρεται ακόμα ότι για την επίθεση δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Αυτό που κατ' αρχήν πρέπει να εξετασθεί είναι εάν το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει προσωρινό διάταγμα στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Όπως αναφέρεται στους Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 37, σελ. 142, παράγραφος 254: «There is a discretion in the High Court or a county court to grant injunctions compelling persons to do or restraining them from doing acts where otherwise the plaintiff will suffer, or continue to suffer, wrongful injury for which an award of damages will not adequately compensate him. A restrictive injunction may be permanent or of an interlocutory character and may be granted where injury has already been caused and will otherwise continue, or where it has not yet been caused but is imminently threatened. The court has jurisdiction to award damages either in addition to or in substitution for an injunction». Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, στην 20η έκδοση, στη σελίδα 1979 στην παράγραφο 29-01 καταγράφονται τα ακόλουθα κάτω από τον τίτλο principle on which injunction granted. « In addition to the remedy by action for damages in respect of torts which have actually been committed, there is, in certain cases, a remedy by way of injunction to prevent the commission of torts which are threatened or anticipated or, in cases of continuing injuries, to restrain their continuances. The principle upon which such injunction is granted is that the injury to be inflicted would be of such a character that the claimant could not practically be compensated in damages". Και πιο κάτω στην παράγραφο 29-02 του ιδίου συγγράμματος αναφέρεται ότι το Δικαστήριο λειτουργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας (court of equity) έχει εξουσία να εκδώσει ένα τέτοιο διάταγμα εφόσον κρίνει τούτο ορθό και δίκαιο. Στην υπόθεση Τάκης Γιάλλουρος v. Ευγένιου Νικολάου
(2001)1 Α ΑΑΔ 558 αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα σε αποζημίωση σε περιπτώσεις παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων που δεν συνιστούν αστικό αδίκημα. Όπως αποφασίστηκε στην υπόθεση αυτή: «
  1. Η παραβίαση του δικαιώματος της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας, που κατοχυρώνονται αντίστοιχα, στα Άρθρα 15.1 και 17 του Συντάγματος παρέχει δικαίωμα έννομης προστασίας μέσω της δικαστικής οδού, με τις θεραπείες του δικαίου.
  2. Η πιο πάνω κατάληξη συνάδει και με την αρχή δικαίου ότι όπου υπάρχει αδικοπραξία (wrong )πρέπει να υπάρχει και θεραπεία (remedy). Παρέκκλιση από την αρχή αυτή συνιστά ανωμαλία». Όπως δε αναφέρεται στη συνέχεια από τον Δικαστή Αρτεμίδη: «1.......................................................................2.......................................................................Όταν γίνεται βλάβη ο παθών δικαιούχος έχει δικαίωμα στην απόδοση θεραπείας. Στο Άρθρο 30 του Συντάγματος εμπεριέχεται το αξίωμα Ubi jus ibi remedium. 4.Το Άρθρο 30 του Συντάγματος προεκτείνει το λατινικό αξίωμα επιβάλλοντας στα Δικαστήρια να αναγνωρίζουν και εξασφαλίζουν κατά την άσκηση της αστικής τους δικαιοδοσίας κάθε αστικό δικαίωμα και υποχρέωση. Επομένως ο ενάγων- εφεσίσβλητος είχε αγώγιμο δικαίωμα που πηγάζει ευθέως από τα άρθρα 15 και 17 του Συντάγματος». Στην υπόθεση Κατζουράκη v. Επαμεινώνδα
(2005)1 (Α) ΑΑΔ 219, αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα ενός διαδίκου να ζητήσει δικαστική προστασία για να παρεμποδίσει την παρενόχληση του ή την επέμβαση στην ιδιωτική ή προσωπική του ζωή, ως δικαίωμα που υφίσταται ανεξαρτήτως συγγενικής σχέσης και το οποίο εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Κρίνεται συνεπώς ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει διάταγμα ως το αιτούμενο και γι' αυτό θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσον πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου
  1. Πρέπει στο σημείο αυτό να λεχθεί ότι η ενάγουσα με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση περιορίζει την αιτούμενη θεραπεία στη βάση του αδικήματος της επίθεσης, αφού καμία απολύτως αναφορά δεν υπάρχει σε σχέση με την ισχυριζόμενη παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων. Αποτελεί λόγο ένστασης ότι ο πατέρας της ενάγουσας ο οποίος ορκίζεται την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, δεν έχει προσωπική γνώση των γεγονότων για τα οποία ορκίζεται. Στην ένορκο αυτή δήλωση, παρατηρείται ότι ο ενόρκως δηλών επικαλείται γεγονότα που επισυνέβησαν σε τρεις ημερομηνίες, στις 10/7/2012, στις 12/7/2012 και στις 14/7/
  2. Αναφορικά με το επεισόδιο το οποίο όπως ισχυρίζεται επισυνέβη στις 10/7/2012 και σύμφωνα πάντα με τα όσα προβάλλει, αυτό έγινε μόνο στην παρουσία της ανήλικης χωρίς ο ενόρκως δηλών να αναφέρει ότι ήταν παρών και είδε το συμβάν που ισχυρίζεται ότι συνέβη. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας ο ενόρκως δηλών όφειλε να αποκαλύψει την πηγή της πληροφόρησης του και να αναφέρει από πού πληροφορήθηκε τα γεγονότα αυτά. Όπως αποφασίσθηκε και στην υπόθεση Fashion Box Srl v. Ferro Fashions Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1858 μια ένορκος δήλωση μπορεί να περιέχει πληροφορίες εφόσον όμως παρατεθούν οι πηγές και οι λόγοι πάνω στους οποίους στηρίζονται. Όπως λέχθηκε και στη Resola (Cyprus) Ltd κ.α. ν. Χρίστου,
(1998), 1 Α.Α.Δ. 598, σε περίπτωση μη αποκάλυψη της πηγής των πληροφοριών του ομνύσαντος, η ένορκος δήλωση θα έπρεπε να αγνοηθεί. Σε σχέση όμως με το ζήτημα αυτό ενδιαφέροντα και καθοδηγητικά είναι τα όσα αποφασίσθηκαν στην πιο πρόσφατη υπόθεση Χριστάκης Αντωνίου Σοφιανού v. Minas Makris Developers Ltd κ.α. Πολιτ. Εφ. 378/08 ημερομ. 23/9/2011 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: Το πρωτόδικο δικαστήριο με αναφορά στη Louis Vuitton v. Dermosak Ltd κα
(1992)1 ΑΑΔ 1453 έκρινε ότι ο αιτητής παρέλειψε να αναφέρει στην ένορκο δήλωσή του την πηγή των πληροφοριών του για την αλλαγή των μεριδίων επί του επίδικου κτήματος, παράλειψη η οποία, καθώς κρίθηκε «.. καθιστά την ένορκο του δήλωση αντικανονική και την υπό κρίση αίτηση μετέωρη, αφού ελλείπουν το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων για να μπορέσει αυτή να επιτύχει.» Η εν λόγω διαπίστωση οδήγησε, χωρίς ο,τιδήποτε άλλο στην απόρριψη της αίτησης. Προφανώς διέφυγε της προσοχής του ευπαίδευτου δικαστή ότι οι εφεσίβλητοι δεν αρνήθηκαν τη μεταβίβαση των μεριδίων επί του επίδικου κτήματος στην Εργοληπτική Εταιρεία Μακρής & Υιοί Λτδ και ότι, μετά τη Louis Vuitton (ανωτέρω), ο περί Αποδείξεως Νόμος Κεφ. 9 υπέστη τροποποιήσεις με οι οποίες διαφοροποιούν την προϋπάρχουσα κατάσταση με βάση τα νομολογηθέντα στη Louis Vuitton». Προκύπτει λοιπόν από την πιο πάνω απόφαση ότι η Δ.39 Θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας υπερκεράσθηκε από τον τροποποιητικό Νόμο 32(Ι)/2004 σύμφωνα με τον οποίο καμία μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον για το λόγο και μόνο ότι αποτελεί εξ' ακοής μαρτυρία. Επομένως το γεγονός ότι ο ενόρκως δηλών δεν αποκαλύπτει την πηγή της πληροφόρησης του αναφορικά με κάποιο ισχυρισμό που εκτίθεται σε ένορκο δήλωση δεν αποβαίνει πλέον μοιραίο για την τύχη της αίτησης και ούτε καθιστά τον ισχυρισμό αυτόν μη αποδεκτή μαρτυρία. Όπως κάθε εξ' ακοής μαρτυρία έτσι και ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί πλέον αποδεκτή μαρτυρία και επαφίεται στο Δικαστήριο να προσδώσει σε αυτόν τον ισχυρισμό την ανάλογη βαρύτητα. Θα πρέπει λοιπόν να εξετασθεί εάν θα πρέπει να προσδοθεί βαρύτητα και ποια στους ισχυρισμούς αυτούς που αφορούν τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Ο εναγόμενος με την ένορκο του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αρνείται κατηγορηματικά τα όσα προβάλλονται από την ενάγουσα σε σχέση με τα διαδραματισθέντα την ημερομηνία αυτή, λέγοντας ότι το περιγραφόμενο περιστατικό ποτέ δεν συνέβη. Από τη στιγμή που το πρόσωπο που ορκίζεται την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, αναφέρεται σε ένα γεγονός στο οποίο δεν αναφέρει ότι ο ίδιος ήταν παρών και για την περιγραφή του οποίου δεν προσδιορίζει από πού άντλησε πληροφορίες για τα όσα αναφέρει, ενώ από την άλλη ο εναγόμενος αρνείται τον ισχυρισμό αυτό με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση, κρίνεται ότι καμία απολύτως βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στους ισχυρισμούς αυτούς. Επίσης καμία βαρύτητα δεν μπορεί να αποδοθεί στα όσα προβάλλονται με την ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση ότι διαδραματίσθηκαν στις 12/7/
  1. Και αυτό γιατί ο ενόρκως δηλών δεν αναφέρει ότι τη συγκεκριμένη ημέρα και η ενάγουσα ήταν παρούσα όταν ο εναγόμενος εκδήλωσε την συμπεριφορά η οποία του αποδίδεται. Περιορίζεται μόνο και περιγράφει κάποια γεγονότα λέγοντας ότι «ο εναγόμενος στεκότανε στη μέση του δρόμου..... κοιτάζοντας προς εμάς κρατώντας ένα μαχαίρι με λεπίδα 30 εκατοστών». Αναφέρεται δηλαδή σε ένα γεγονός στο οποίο μεταξύ άλλων προσώπων τοποθετεί και τον εαυτό του, παραλείποντας όμως να προσδιορίσει ποιοι άλλοι ήταν παρόντες και ειδικότερα εάν ήταν παρούσα η ίδια η ενάγουσα η οποία είναι το άτομο για προστασία της οποίας επιδιώκεται η έκδοση του διατάγματος. Συνεπώς τα όσα αναφέρει για τη συγκεκριμένη ημερομηνία ακόμα και αν όντως έχουν συμβεί, δεν μπορούν να προσθέσουν οτιδήποτε στην υπόθεση της ενάγουσας. Τα μόνα λοιπόν γεγονότα που μπορούν να ληφθούν υπόψη κατά την εξέταση της αίτησης, είναι αυτά της 14/7/
  2. Σε σχέση με τα όσα συνέβησαν την ημερομηνία αυτή, προβάλλεται ότι όπως ο ομνύοντας πληροφορήθηκε από την ενάγουσα και τον αδελφό του σε κάποια στιγμή η ενάγουσα και η μητέρα της άκουσαν τις φωνές του εναγόμενου και βγήκαν έξω στο μπαλκόνι να δουν τι συμβαίνει. Ο εναγόμενος όταν είδε την ενάγουσα και τη μητέρα της να τον κοιτάζουν άρχισε να βρίζει τη μητέρα της ενάγουσας με χυδαίες βρισιές όπως «πουτάνα και πόρνη». Η ενάγουσα τότε του είπε ότι δεν είχε δικαίωμα να προσβάλλει με τον τρόπο αυτό τη μητέρα της και ο εναγόμενος την απείλησε πως εάν βγει έξω στο δρόμο θα την βιάσει και θα την σκοτώσει. Αμέσως μετά τις απειλές εναντίον της ενάγουσας, η μητέρα της τελευταίας, τηλεφώνησε στον αδελφό του συζύγου της Χρίστο Σοφιανίδη ο οποίος όταν έφθασε στο μέρος δέχθηκε επίθεση από τον εναγόμενο ο οποίος κρατούσε στο ένα χέρι ρόπαλο και στο άλλο τσεκούρι τα οποία και ανέμιζε προς τον αδελφό του συζύγου της Χρ. Σοφιανίδη ο οποίος έτρεξε εντός της πολυκατοικίας για να προστατευθεί. Ο εναγόμενος προβάλλει αντίθετη εκδοχή. Ενώ παραδέχεται ότι τη συγκεκριμένη ημερομηνία έγινε κάποιο επεισόδιο μεταξύ του ίδιου και της μητέρας της ενάγουσας, προβάλλει άλλους δικούς του ισχυρισμούς λέγοντας ότι αλληλοβρίσθηκαν με την μητέρα της ενάγουσας και ότι στο επεισόδιο ενεπλάκη και η ίδια η ενάγουσα η οποία και τον εξύβρισε. Αρνείται κατηγορηματικά ότι της ανάφερε ότι θα την βιάσει και περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο Χρίστος Σοφιανίδης κατέφθασε στο μέρος μαζί με άλλα τέσσερα άτομα οι οποίοι κρατούσαν λοστούς και σίδερα οικοδομής και τον απειλούσαν ότι θα τον σκοτώσουν. Για να γλυτώσει ανέβηκε στην πολυκατοικία και όταν μετά από κάποιο χρόνο κατέβηκε από την πολυκατοικία για να μεταβεί στην αστυνομία να καταγγείλει το περιστατικό δέχθηκε κτύπημα στο κεφάλι από κάποιο πρόσωπο. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα που εκτίθενται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση, αυτό που επικαλείται η ενάγουσα είναι η απειλή χρήσης βίας η οποία έγινε προς το πρόσωπο της με λόγια όταν ο εναγόμενος την απείλησε ότι θα την βιάσει και θα την σκοτώσει. Όμως οι απειλές αυτές ακόμα και αν γίνει αποδεκτό ότι πράγματι εκτοξεύθηκαν από τον εναγόμενο δεν συνοδεύθηκαν από πράξεις οι οποίες να καταδεικνύουν την πρόθεση του εναγόμενου για υλοποίηση των όσων εξέφρασε. Τα όσα δε προβάλλονται στην παράγραφο 11 της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση, ότι δηλαδή αμέσως μετά τις απειλές εναντίον της ενάγουσας η μητέρα της τελευταίας τηλεφώνησε στον αδελφό του συζύγου της ο οποίος όταν έφθασε στο μέρος δέχθηκε επίθεση από τον εναγόμενο ο οποίος κρατούσε στο ένα χέρι ρόπαλο και στο άλλο τσεκούρι τα οποία και ανέμιζε προς τον αδελφό του ο οποίος έτρεξε εντός της πολυκατοικίας για να προστατευθεί τίποτε δεν προσθέτουν στην υπόθεση της ενάγουσας. Και αυτό γιατί η ισχυριζόμενη αυτή επίθεση δεν έγινε εναντίον της ενάγουσας αλλά εναντίον του αδελφού του πατέρα της, αλλά και γιατί δεν αναφέρεται ότι όταν αυτή έγινε ήταν παρούσα και η ενάγουσα έτσι ώστε το ζήτημα να εξετασθεί μέσα από το συγκεκριμένο πρίσμα. Σημαντικό είναι και θα πρέπει να λεχθεί ότι ο εναγόμενος αρνείται κατηγορηματικά τους ισχυρισμούς της ενάγουσας προβάλλοντας τη δική του εκδοχή η οποία παρέμεινε ουσιαστικά αναντίλεκτη αφού η ενάγουσα δεν ζήτησε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης ενώ η προσπάθεια της να αντεξετάσει τον εναγόμενο απέτυχε αφού αίτηση που καταχώρησε προς τον σκοπό αυτό απορρίφθηκε με άλλη προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου. Θα προχωρήσω λοιπόν να εξετάσω εάν με βάση τα γεγονότα που πιο πάνω περιγράφονται και αφορούν την 14η Ιουλίου 2012 πληρούται στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης η 1η προϋπόθεση του άρθρου
  3. Στο ερώτημα αυτό η απάντηση είναι αρνητική. Και αυτό γιατί η συμπεριφορά που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της ενάγουσας εκδήλωσε ο εναγόμενος περιορίστηκε στην απειλή χρήσης βίας χωρίς όμως να συνοδεύεται από οποιαδήποτε πράξη εκ μέρους του με την οποία να εκδηλώνεται πρόθεση και ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού του. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) στο οποίο πιο πάνω γίνεται αναφορά υπό τον τίτλο «Απειλή χρήσης βίας», «Αν κάποιος με οποιαδήποτε πράξη ή χειρονομία αποπειράται ή απειλεί στη χρήση βίας εναντίον άλλου ώστε να του δημιουργείται εύλογα η πεποίθηση ότι αυτός έχει την πρόθεση και ικανότητα πραγμάτωσης του σκοπού του, τότε διαπράττεται το αδίκημα. Παραδείγματα είναι η απόπειρα να κτυπήσεις κάποιο , έστω και αν αποτύχεις, το να τραβήξεις απειλητικά μαχαίρι ή το να απειλήσεις κάποιο με όπλο προτάσσοντας το , έστω και αν είναι άδειο σαν ο άλλος δεν το γνωρίζει. Λόγια από μόνα τους δεν συνιστούν επίθεση γιατί η πρόθεση πρέπει να εκδηλώνεται μέσα από πράξεις. Τα λόγια όμως που συνοδεύουν μια πράξη μπορεί να είναι τέτοια που να εμποδίζουν την πράξη να ισοδυναμεί με επίθεση. Έτσι, όπου ο εναγόμενος έβαλε το χέρι στο σπαθί του απειλητικά, αλλά ταυτόχρονα είπε στον ενάγοντα «αν δεν ήταν εποχή του κακουργιοδικείου, δεν θ' ανεχόμουν τέτοια γλώσσα από σένα», θεωρήθηκε ότι δεν διαπράχθηκε το αδίκημα» (η υπογράμμιση είναι δική μου). Ακόμα δηλαδή και να γίνει αποδεκτό ότι ο εναγόμενος εξέφρασε τα λόγια αυτά που του αποδίδονται, δεν έχει αποδειχθεί η πρόθεση του για εφαρμογή τους, ούτε οποιαδήποτε τέτοια αναφορά γίνεται στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση προς απόδειξη του συστατικού αυτού στοιχείου του αστικού αδικήματος της επίθεσης. Για τους πιο πάνω λόγους και παρά το ότι η πλήρωση της 1ης προϋπόθεσης δεν εξυπακούει οτιδήποτε περισσότερο από την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης κρίνεται ότι δεν έχει αποκαλυφθεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση στη βάση του αστικού αδικήματος της επίθεσης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να υφίσταται ούτε και η 2η προϋπόθεση που τίθεται από το Νόμο. Αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης δεν κατάφερε να αποκαλύψει η ενάγουσα ούτε στη βάση της παραβίασης των συνταγματικών της δικαιωμάτων αφού στην καταχωρηθείσα γενική οπισθογράφηση δεν αποκαλύπτει και δεν αναφέρει ποια τέτοια συγκεκριμένα δικαιώματα της, πως και με ποιο τρόπο, έχουν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της παραβλαφθεί, παράλειψη που παρατηρείται και στην ένορκο δήλωση που στηρίζει την αίτηση στην οποία και όπως και πιο πάνω αναφέρεται η ενάγουσα περιορίζει την αιτούμενη θεραπεία μόνο στο αστικό αδίκημα της επίθεσης αφού τίποτε απολύτως δεν αναφέρεται για παραβίαση των συνταγματικών της ελευθεριών. Οι παραλείψεις αυτές της ενάγουσας έχουν ως αποτέλεσμα το ζήτημα να μην μπορεί να εξετασθεί περαιτέρω. Ούτε τα άρθρα του Συντάγματος τα οποία εκτίθενται στη νομική βάση της αίτησης είναι ικανά να θεραπεύσουν την παράλειψη της αυτή αφού δεν προσδιορίζεται η παραβίαση των συνταγματικών της ελευθεριών και οτιδήποτε θα μπορούσε να λεχθεί θα ήταν αποτέλεσμα υποθέσεων και εικασιών και μόνο. Όπως λέχθηκε και από το δικαστή Kerr στην Cayne v. Global Natural Resources plc. [1984] 1 All E.R. 225, 229 ως προς την πρώτη προϋπόθεση: «... ... ... ... ... ... ...the question whether to grant or refuse an interlocutory injunction has been placed into a state of balance to the extent that the court can see that the plaintiffs' case raises a serious issue to be tried. If the plaintiffs fail at that point, then clearly there is no case for an injunction, and obviously the Cyanamid guidelines cannot come into play». Στην υπόθεση Σεβαστού στην οποία πιο πάνω γίνεται αναφορά λέχθηκε ότι: «.......... από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα». Παρά τα πιο πάνω θεωρώ απαραίτητο να αναφερθώ στους παράγοντες που πρέπει να συνυπολογίζει το Δικαστήριο λειτουργώντας ως Δικαστήριο της επιείκειας και τους οποίους πρέπει να λαμβάνει υπόψη πριν προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικού διατάγματος σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων και οι οποίοι εκτίθενται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts που αναφέρεται πιο πάνω και συγκεκριμένα στη σελίδα 1982 αυτού, στις παραγράφους 29-05 έως 29-
  4. Όπως αναφέρεται στην παράγραφο 29-05, «The mere proof of legal wrong done in the past is insufficient to entitle the claimant to an injunction; the court must be satisfied that the interference with the claimant' s right is continuing, as in many cases of nuisance and some of trespass, or that it is likely to be repeated unless restrained». Πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί είτε ότι η παρενόχληση είναι συνεχής, είτε ότι θα επαναληφθεί στην περίπτωση που δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Εξετάζοντας τα περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης με βάση τις πιο πάνω αρχές, καταλήγω ότι το αιτούμενο διάταγμα δεν θα μπορούσε να εκδοθεί και για τους ακόλουθους λόγους. Δεν έχει καταδειχθεί ούτε ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στον εναγόμενο είναι συνεχής, ούτε ακόμα ότι είναι δυνατό να επαναληφθεί στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Ότι προέκυψε από τα γεγονότα είναι ότι μεταξύ του εναγόμενου και του πατέρα της ενάγουσας αλλά και της ευρύτερης οικογένειας της τελευταίας, έχουν δημιουργηθεί διαφορές με αποτέλεσμα να υπάρξουν εκατέρωθεν καταγγελίες είτε στην αστυνομία είτε σε άλλες αρμόδιες αρχές. Τούτο αποτελεί κοινό έδαφος και προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που τέθηκαν εκατέρωθεν. Όμως ακόμα και στην περίπτωση που γινόταν αποδεκτό ότι ο εναγόμενος συμπεριφέρθηκε με τον τρόπο που του αποδίδεται στις 14/7/2012, αυτό αποτέλεσε ένα μεμονωμένο γεγονός και σε καμία περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί συνεχής και επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά του εναγομένου η οποία θα μπορούσε να επιτρέψει την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Ούτε υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από την πλευρά της ενάγουσας ότι η συμπεριφορά που αποδίδεται στον εναγόμενο είναι δυνατό να επαναληφθεί στο μέλλον γι' αυτό και θα πρέπει να αποτραπεί με την έκδοση του διατάγματος. Μνεία πρέπει να γίνει στην «ψυχολογική έκθεση» για την ενάγουσα η οποία ετοιμάσθηκε από τη ψυχολόγο Αριστονίκη Θεοδοσίου και οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην αίτηση. Η έκθεση αυτή ετοιμάσθηκε από τη ψυχολόγο στις 19/7/2012 λίγες δηλαδή μέρες μετά την 14/7/2012 που έγινε το επεισόδιο. Έγινε επίσης αναφορά από τον ευπαίδευτο συνήγορο της αιτήτριας στην υπόθεση Khorasandjian v. Bush
(1993)All L.R. 669. Στην εξεταζόμενη περίπτωση το ζήτημα αφορά ανήλικη η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται προς υποστήριξη της αίτησης έχει τρομοκρατηθεί και είναι στα πρόθυρα μόνιμης ψυχικής βλάβης. Αναμφίβολα λοιπόν το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Από τη στιγμή όμως που δεν έχει αποδειχθεί η πλήρωση της 1ης και της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32 το ζήτημα καθίσταται άνευ σημασίας. Απορίες όμως δημιουργεί το γεγονός ότι παρά την επιμονή της ενάγουσας να εξασφαλίσει ενδιάμεσο διάταγμα εν τούτοις και παρά την παρέλευση 17 μηνών από την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωρήσει Έκθεση Απαίτησης. Σχετικά με το θέμα αυτό είναι τα όσα παρατήρησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Louis Vuitton v. Δερμοσάκ Λτδ. και άλλης
(1992)1 ΑΑΔ 1453. "Πριν τελειώσουμε, θέλουμε να επισύρουμε την προσοχή σε μια απαράδεκτη τακτική. Παρά την επιμονή των εφεσειόντων στην εξασφάλιση επειγόντως ενδιάμεσης θεραπείας, παρέλειψαν να προωθήσουν την εκδίκαση της υπόθεσης, παραλείποντας μέχρι και την ακρόαση της έφεσης τριάμισυ περίπου χρόνια μετά την αγωγή, να καταχωρήσουν την έκθεση με την απαίτησή τους. Θέλουμε να τονίσουμε ότι η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας δεν είναι αυτοσκοπός αλλά μέτρο συνυφασμένο με την πιθανότητα εξασφάλισης ανάλογης θεραπείας κατά τη δίκη. Η δίκη είναι η καθιερωμένη διαδικασία για τον καθορισμό και διακήρυξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των διαδίκων. Το κύριο έρεισμα για την παροχή προσωρινής θεραπείας είναι η αντικειμενική αδυναμία της άμεσης διεξαγωγής της δίκης. Επομένως βαρύνεται ο διάδικος που την επιδιώκει να προλειάνει, το ταχύτερο, το έδαφος για την εκδίκαση της υπόθεσης.". Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα παρά την επιμονή της να εξασφαλίσει ενδιάμεσο διάταγμα παραλείπει για περίοδο 17 μηνών από την καταχώρηση του γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος να καταχωρήσει την Έκθεση Απαίτησης της. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση θα έχει απορριπτική κατάληξη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας/αιτήτριας και υπέρ του εναγομένου/καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και τα οποία να είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής. (Υπ.) .......... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής civil/interim subject:interim order cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.