← Κύπρος

Delincyp Company Limited ν. ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED, Αιτ. Εταιρείας: 6/08, 10/12/2013

Delincyp Company Limited ν. ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED, Αιτ. Εταιρείας: 6/08, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A387 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Μιχαηλίδη, Ε. Δ. Αιτ. Εταιρείας: 6/08 ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ. 113, Άρθρα 209, 210, 211(ε), 212, 213 και 214 και ΣΕ ΟΤΙ ΑΦΟΡΑ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ FIRST UKRANIAN DEVELOPMENT LIMITED Ημερομηνία: 10.12.13 Εμφανίσεις: Για την Delincyp Company Limited / Αιτήτρια: κα Λ. Πατσαλίδου (για να ακούσει την απόφαση η κα Αντιγόνη Γεωργίου) Για τον Καθ' ου η αίτηση: κα Μαυρονικόλα για κ. Άθω Δημητρίου (για να ακούσει την απόφαση ο κ. Μιχάλης Κονής) -------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την έκδοση της παρούσης απόφασης αποτέλεσε αίτηση που υποβλήθηκε από την εταιρεία Delincyp Company Limited / Αιτήτρια στις 26.8.13 με την οποία εξαιτείται διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να δίδεται παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης και, συγκεκριμένα, εντός 15 ημερών από την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος, σε δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου που εκδόθηκαν στις 19.7.13 και οι οποίες αφορούν, η μεν πρώτη, στην αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 9.11.11, η δεύτερη, στην αίτηση διά κλήσεως ημερομηνίας 9.8.12. Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται στην Δ.35, θ.2, Δ.48, θθ 1, 2, 4 και 8

(1)(qq), Δ.57, θ.2 και Δ.64, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, την Νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται δε από ένορκο δήλωση της Φρειδερίκης Κουδουνάρη, η οποία είναι διευθύντρια της εταιρείας Avery Nominees Limited, η οποία είναι μια εκ των διευθυντών της Αιτήτριας, και εξουσιοδοτημένη από το Διοικητικό Συμβούλιο της Αιτήτριας όπως προβεί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση της κυρίας Κουδουνάρη η προθεσμία για την καταχώρηση έφεσης στις δύο πιο πάνω αποφάσεις που εκδόθηκαν την ίδια ημέρα έληγε στις 2.8.
  1. Υπήρξε, όμως, «αναπόφευκτη καθυστέρηση στο θέμα εφέσεων» για τον εξής λόγο. Οι εκτελεστικοί διευθυντές της Αιτήτριας βρίσκονταν στο εξωτερικό, αφού είναι κάτοικοι Ισραήλ, και όταν μαζί τους επικοινώνησαν οι προηγούμενοι δικηγόροι της Αιτήτριας διαπιστώθηκε διαφορά ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης η οποία οδήγησε στην παραίτηση τους από δικηγόροι της Αιτήτριας στις 20.8.13 αφού είχαν προηγηθεί μεταξύ των εν λόγω διευθυντών και των προηγούμενων δικηγόρων της Αιτήτριας συνεχείς διαβουλεύσεις. Την επόμενη ημέρα, 21.8.13, δόθηκαν οδηγίες στην κυρία Λουκία Πατσαλίδου για μελέτη του ενδεχόμενου καταχώρησης έφεσης. Η κυρία Πατσαλίδου ζήτησε κάποιο λογικό χρονικό διάστημα για να μελετήσει την δικογραφία και να εξετάσει αν θα προωθήσει έφεση. Η ίδια δε διαβεβαίωσε την ενόρκως δηλούσα ότι αν τελικά το Δικαστήριο καταλήξει υπέρ της έγκρισης του αιτήματος θα προσπαθήσει να καταχωρήσει την έφεση το συντομότερο και πριν την έλευση των 15 ημερών. Είναι πεποίθηση της ενόρκως δηλούσας ότι είναι προς το συμφέρον της απονομής της δικαιοσύνης η παραχώρηση της αιτούμενης παράτασης της προθεσμίας για την καταχώρηση εφέσεων στις πιο πάνω αποφάσεις. Η υπό κρίση αίτηση προσέκρουσε στην ένσταση του Καθ' ου η αίτηση. Με Ειδοποίηση Ένστασης που καταχωρήθηκε εκ μέρους του από τον δικηγόρο του προβάλλονται έξι λόγοι ένστασης. Η Ειδοποίηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση της Ιφιγένειας Ιακώβου, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων του Καθ' ου η αίτηση, κύριου Χριστάκη Ιακωβίδη, ο οποίος είναι ο εκκαθαριστής της εταιρείας First Ukranian Development Ltd, από τώρα και στο εξής «η εταιρεία», και δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Καθ' ου η αίτηση να προβεί στην ένορκο δήλωση που συνοδεύει την ένσταση. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:
  2. το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση καθότι έχει παρέλθει ο χρόνος προθεσμίας καταχώρησης έφεσης που καθορίζουν οι Θεσμοί και ως εκ τούτου δικαιοδοσία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο
  3. δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που καθορίζουν οι Θεσμοί και η Νομολογία οι οποίες δικαιολογούν την έκδοση του αιτουμένου διατάγματος
  4. δεν υπάρχει επαρκής δικαιολογία για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της έφεσης και/ή οι λόγοι που προβάλλονται είναι ανεπαρκείς
  5. τυχόν έγκριση του αιτήματος θα παραβιάσει τις αρχές τελεσίδικης και έγκαιρης διάγνωσης των δικαιωμάτων της εταιρείας
  6. σε περίπτωση που εγκριθεί το αίτημα η εταιρεία θα υποστεί ανεπανόρθωτη και/ή σοβαρή ζημία
  7. η υπό κρίση αίτηση δεν εδράζεται στην σωστή νομική βάση. Η ακρόαση διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους υποστήριξαν ο καθένας την θέση του διαδίκου που εκπροσωπεί. Η Διάταξη 35, θεσμός 2 επί του βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «Subject and without prejudice to the power of the Court of Appeal under Order 57, rule 2, no appeal from any interlocutory order, or from an order, whether final or interlocutory, in any matter not being an action, shall be brought after the expiration of fourteen days, and no other appeal shall be brought after the expiration of six weeks, unless the Court or Judge, at the time of making the order or at any time subsequently, or the Court of Appeal shall enlarge the time .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Υπό την επιφύλαξη και άνευ βλάβης της εξουσίας του Εφετείου κάτω από την Διάταξη 57, θεσμός 2, καμία έφεση σε οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα ή διάταγμα, είτε τελικό είτε ενδιάμεσο, σε ζήτημα που δεν είναι αγωγή, δεν θα καταχωρείται μετά την λήξη των 14 ημερών και καμία άλλη έφεση δεν θα καταχωρείται μετά την λήξη 6 εβδομάδων εκτός αν το Δικαστήριο ή ο Δικαστής την στιγμή που εκδίδει το διάταγμα ή καθ' οιονδήποτε χρόνο αργότερα ή το Εφετείο παρατείνει τον χρόνο ...». Η Διάταξη 35, θεσμός 19 προνοεί τα ακόλουθα: «Whenever under these rules an application may be made either to the Court below or to the Court of Appeal, or to a Judge of either Court, it shall be made in the first instance to the Court or Judge below». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποτεδήποτε αίτηση δύναται σύμφωνα με τους Θεσμούς αυτούς να γίνει είτε στο κατώτερο Δικαστήριο είτε στο Εφετείο ή σε Δικαστή είτε του ενός είτε του άλλου Δικαστηρίου πρέπει πρώτα να γίνεται στο κατώτερο Δικαστήριο ή σε Δικαστή του κατώτερου Δικαστηρίου». Η Διάταξη 57, θεσμός 2 επί του βασίζεται η υπό κρίση αίτηση προνοεί τα ακόλουθα: «A Court or Judge shall have power to enlarge or abridge the time appointed by these rules, or fixed by any order enlarging time, for doing any act or taking any proceeding, upon such terms (if any) as the justice of the case may require, and any such enlargement may be ordered although the application for the same is not made until after the expiration of the time appointed or allowed .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το Δικαστήριο ή ο Δικαστής κέκτηται εξουσίας να επεκτείνει ή να μειώσει τον χρόνο που καθορίζεται από τους θεσμούς αυτούς ή που ορίζεται από οποιοδήποτε διάταγμα που επεκτείνει τον χρόνο για να γίνει οποιαδήποτε ενέργεια ή για να ληφθεί οποιαδήποτε διαδικασία με τέτοιους όρους ή χωρίς ως το δίκαιο της περίπτωσης απαιτεί και οποιαδήποτε τέτοια επέκταση χρόνου δύναται να διαταχθεί παρά το ότι η αίτηση για τον σκοπό αυτό δεν υποβάλλεται παρά μόνο μετά την εκπνοή του καθοριζόμενου ή επιτρεπόμενου χρόνου». Αν και ο έκτος λόγος ένστασης, ο οποίος άπτεται της ορθότητας της νομικής βάσης της υπό κρίση αίτησης, δεν προωθήθηκε με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Καθ' ου η αίτηση και, επομένως, θα πρέπει να θεωρηθεί ότι εγκαταλείφθηκε, σημειώνεται ότι υπό το φως των πιο πάνω θεσμών προκύπτει ότι η νομική βάση της υπό κρίση αίτησης είναι ορθή. Συνεπώς, ο υπό συζήτηση λόγος ένστασης κρίνεται αβάσιμος. Από την Διάταξη 35, θεσμούς 2 και 19 καθώς και την Νομολογία που διέπει το θέμα προκύπτει το αβάσιμο και του πρώτου λόγου ένστασης. Σύμφωνα με την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και είναι αναρμόδιο να εκδικάσει την υπό κρίση αίτηση καθότι η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης είχε ήδη παρέλθει κατά τον χρόνο υποβολής της. Σε μια τέτοια περίπτωση δικαιοδοσία έχει μόνο το Ανώτατο Δικαστήριο για να εξετάσει αίτημα για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Καθίσταται έκδηλο από τους πιο πάνω θεσμούς και ξεκάθαρο από την Νομολογία επί του θέματος ότι δικαιοδοσία για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης έχει σε όλες τις περιπτώσεις αρχικά το Επαρχιακό Δικαστήριο και σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης ακολούθως το Εφετείο. Με άλλα λόγια, σε περίπτωση που διάδικος επιδιώκει παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης εναντίον απόφασης Επαρχιακού Δικαστηρίου οφείλει να υποβάλει αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης πρώτα στο Επαρχιακό Δικαστήριο και σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο απορρίψει την αίτηση εκ νέου αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο ζητώντας το ίδιο αίτημα. Ο πιο πάνω θεσμός δεν δίδει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο μόνο στην περίπτωση που η αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης υποβάλλεται πριν την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης, αλλά και στην περίπτωση που η αίτηση υποβάλλεται μετά την εκπνοή της εν λόγω προθεσμίας (Βλ. Μαρούλλα Α. Κωστούλλου κ.α. ν. Παντελή Λοίζου κ.α.
(2004)1Β ΑΑΔ 697). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation v. Ιωάννη Φετοκάκη κ.α.
(2010)1Γ ΑΑΔ 1901: «Οι όροι του Κανονισμού είναι σαφέστατοι, αναφέροντας ότι οι προνοούμενοι χρόνοι για καταχώρηση έφεσης μπορούν να παραταθούν «by the Court or Judge ... subsequently ... or by the Court of Appeal itself.». Αυτό έχει πάντοτε εννοηθεί ως αναφερόμενο σε πρώτο στάδιο σε αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου που εκδίδει την απόφαση, και εδώ πρόκειται για τελική απόφαση, και, αν απορριφθεί η αίτηση από το Επαρχιακό Δικαστήριο, σε αίτηση ενώπιον του Εφετείου. Η ευπαίδευτος συνήγορος για την αιτήτρια μας πληροφόρησε σήμερα ότι θεωρεί ότι αυτό δεν ισχύει σε περίπτωση όπου ο χρόνος για καταχώρηση έφεσης έχει λήξει. Αυτό δεν ήταν ποτέ στοιχείο διαφοροποίησης στη νομολογία μας και ούτε βλέπουμε να μπορούσε να δικαιολογηθεί στη βάση των αναφορών που έχει κάνει και του συσχετισμού μεταξύ της Δ.35, θ.2 και Δ.57, θ.2. Δεν θα υπεισέλθουμε επομένως στην ουσία της αίτησης. Θα απορρίψουμε την αίτηση εφόσον προδικαστικώς κρίνεται ότι δεν θα έπρεπε να είχε γίνει απευθείας αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο αλλά να είχε εξαντληθεί η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Και αυτό βεβαίως δεν περιορίζει τη δυνατότητα της αιτήτριας-εφεσείουσας να αποταθεί και πάλι στο Ανώτατο Δικαστήριο εάν το αίτημα της απορριφθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο». Το ζήτημα της παράτασης προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης πραγματεύθηκε το Ανώτατο Δικαστήριο σε σωρεία αποφάσεων. Στην υπόθεση Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another
(1963)2 ΑΑΔ 405 η αίτηση για παράταση της προθεσμίας βασιζόταν στο γεγονός ότι η έφεση δεν είχε καταχωρηθεί εμπρόθεσμα λόγω παράλειψης ή αμέλειας του δικηγόρου των αιτητών καθώς και στον πρόσθετο ισχυρισμό ότι υπήρχε μεγάλης σπουδαιότητας νομικό σημείο για συζήτηση στην έφεση. Το Εφετείο τόνισε ότι το ζήτημα εναπόκειται στην διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου η οποία πρέπει να ασκείται δικαστικά και με βάση τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Λέχθηκε υπό μορφή γενικής δήλωσης (general statement), ότι η παράλειψη του δικηγόρου ή του διαδίκου να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα την έφεσή τους δεν αποτελεί λόγο παράτασης της προθεσμίας. Ο χαρακτηρισμός δε της συμπεριφοράς που οδήγησε στην ανάγκη για καταχώρηση της αίτησης για παράταση της προθεσμίας είτε ως παράλειψη, είτε ως αμέλεια, είτε ως αποτυχία είναι άνευ σημασίας. Πρόσθετα στην πιο πάνω αίτηση δεν καταδείχθηκαν γεγονότα που να δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή. Το Εφετείο απέρριψε την αίτηση. Στην υπόθεση Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis
(1968)1 CLR 291 η αίτηση βασιζόταν στο γεγονός ότι ο δικηγόρος που είχε χειρισθεί την υπόθεση πρωτόδικα άλλαξε και ο εναγόμενος - αιτητής μετά την λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης διόρισε άλλο δικηγόρο ο οποίος χρειαζόταν χρόνο να μελετήσει την απόφαση και τα πρακτικά της πρωτόδικης διαδικασίας. Το Εφετείο κάνοντας αναφορά στην υπόθεση Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another, που πιο πάνω μνημονεύεται, αλλά και στην Αγγλική υπόθεση Edwards v. Edwards
(1968)1 WLR 149 όπου τονίσθηκε ότι είναι επιθυμητό οι διαφορές να τελειώνουν όσο πιο σύντομα όσο είναι εύλογα πρακτικό (reasonably practical) και να μην αφήνονται να συνεχίζουν για ακαθόριστο χρόνο απέρριψε την αίτηση. Σύμφωνα με το Εφετείο δεν καταδείχθηκε ικανοποιητικός λόγος για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Εφετείου υπέρ του αιτητή και εναντίον του Καθ' ου η αίτηση, του οποίου τα δικαιώματα στην απόφαση είχαν πλέον μετά την λήξη της προθεσμίας για άσκηση έφεσης καταστεί τελεσίδικα (final). Στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Εφετείου προσμέτρησε σοβαρά το γεγονός ότι ο αιτητής αποτάθηκε στον νέο του δικηγόρο, στον οποίο και έδωσε εντολή για καταχώρηση έφεσης, μετά την λήξη της προθεσμίας για έφεση. Η αρχή που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another
(1963)2 ΑΑΔ 405 έτυχε εφαρμογής στην πολύ πρόσφατη υπόθεση Πρόεδρος και Μέλη Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας «Φαραώ Έλενα 24» ν. Βαλεντίνας Καρασάββα, Πολιτική Έφεση 103/11, ημερομηνίας 14.3.
  1. Στην πιο πάνω υπόθεση οι δικηγόροι των αιτητών/εναγομένων εκ παραδρομής άφησαν να παρέλθει η ημερομηνία καταχώρησης της έφεσης ανεπιτυχώς. Δύο ημέρες μετά την λήξη του χρονικού πλαισίου για έφεση ο δικηγόρος των εναγομένων αντιλήφθηκε το λάθος του και ετοίμασε πάραυτα αίτηση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης, η οποία απορρίφθηκε στις 29.8.
  2. Μετά την απόρριψη της αίτησής τους από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας οι εναγόμενοι καταχώρησαν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο με την οποία, επίσης, αξίωναν παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών ισχυρίσθηκε ότι λόγω λανθασμένου υπολογισμού σημείωσε τόσο στο φάκελο όσο και στο ημερολόγιό του ως τελευταία ημερομηνία καταχώρησης έφεσης την 25.2.11 αντί την 22.2.11, γεγονός που οδήγησε στην εκπνοή της σχετικής προθεσμίας. Οι αιτητές βασικά υποστήριξαν ότι επρόκειτο για απλό λάθος του δικηγόρου που χειριζόταν την υπόθεση, ενώ επισημάνθηκε και η άμεση αντίδρασή του μόλις αντελήφθη το λάθος. Υποστήριξαν, περαιτέρω, ότι τα συμφέροντα της άλλης πλευράς δεν παραβλάπτονταν, ενώ η Νομολογία συνηγορεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο κάνοντας λεπτομερή αναφορά στην Νομολογία έκρινε ότι η αίτηση δεν δικαιολογείτο. Αναγνωρίσθηκε από το Εφετείο ότι μόλις διαπιστώθηκε το λάθος οι εκπρόσωποι των αιτητών έσπευσαν να το διορθώσουν και ότι με αυτό τον τρόπο επέδειξαν σπουδή στην άσκηση των δικαιωμάτων τους. Δεν μπορούσε, όμως, σύμφωνα με το Εφετείο, να παραγνωριστεί η Νομολογία, σύμφωνα με την οποία η παράλειψη του δικηγόρου από μόνη της δεν συνιστά ικανοποιητικό λόγο για άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτητή, αλλά, κυρίως, το γεγονός ότι ο συγκεκριμένος δικηγόρος είχε επανειλημμένα προειδοποιηθεί από τους αντιδίκους του για την προθεσμία καταχώρησης έφεσης. Επισημάνθηκε ότι αν και ανορθόδοξο εν δυνάμει εφεσίβλητοι να προειδοποιούν τους αντίδικούς τους για την ανάγκη έγκαιρης καταχώρησης της έφεσης, στην παρούσα υπόθεση οι δικηγόροι των αιτητών παρά τις προειδοποιήσεις παρέλειψαν να ανταποκριθούν έγκαιρα. Στην υπόθεση Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 ΑΑΔ 698 τονίσθηκε ότι ο διάδικος δεν μπορεί, κατά κανόνα, να προβάλει το λάθος, αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του για να πετυχαίνει την παράταση προθεσμιών ή την αναγέννηση δικαστικών διαδικασιών, γιατί κάτι τέτοιο θα αποτελούσε ένα εύσχημο τρόπο υπερφαλάγγισης των δικονομικών διατάξεων. Από την συμμόρφωση προς τα χρονοδιαγράμματα εξαρτάται η απρόσκοπτη απονομή της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Σολιάτης και Συνεργάται ν. Ανδρέα Χριστοδουλίδη
(1990)1 ΑΑΔ 1162 ο μοναδικός λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της αίτησης για παράταση της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης ήταν ότι η δικηγόρος του αιτητή είχε την εντύπωση ότι ο χρόνος των θερινών διακοπών δεν υπολογίζετο στον υπολογισμό της προθεσμίας άσκησης έφεσης. Στην ένορκό της δήλωση η δικηγόρος ανέφερε ότι ανακάλυψε το λάθος, όταν στις 18.10.90, που κατά την εντύπωσή της ήταν η τελευταία ημέρα άσκησης της έφεσης επιχείρησε να την καταθέσει, οπότε προσέκρουσε στην άρνηση του Πρωτοκολλητείου. Την επόμενη ημέρα καταχώρησε αίτηση παράτασης της προθεσμίας στο Επαρχιακό Δικαστήριο και όταν αυτή απορρίφθηκε καταχώρησε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Αιτητή πρόβαλε το επιχείρημα ότι η ανελαστική προσέγγιση του θέματος όπως καθορίσθηκε στις υποθέσεις Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis και Areti Pavlou And Another v. George P. Cacoyiannis And Another, που πιο πάνω μνημονεύονται, εγκαταλήφθηκε και ότι σε μεταγενέστερες αποφάσεις του το Ανώτατο Δικαστήριο αναγνώρισε την αμέλεια ή παράλειψη του δικηγόρου του αιτητή ως λόγο ικανό να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης του χρόνου υποβολής της έφεσης. Υποστήριξε δε την θέση του με αναφορά σε δύο αποφάσεις που το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε στην άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας. Η πρώτη από τις δυο αυτές αποφάσεις, που εκδόθηκε 2 ½ μόνο μήνες μετά την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis και, που είναι απόφαση της Ολομέλειας με πλειοψηφία 3 προς 2, εκδόθηκε στην υπόθεση Niki Chr. Georghiou v. The Republic Of Cyprus
(1968)1 ΑΑΔ 411, η οποία υιοθέτησε την υπόθεση Erini Costa Hji Michael v. Maria Karamichael And Two Others
(1967)1 ΑΑΔ
  1. Η δεύτερη απόφαση ήταν Δικαστηρίου Μονομελούς σύνθεσης και εκδόθηκε στις 14 Οκτωβρίου 1989 στην Προσφυγή Αρ. 230/84 Ι. και Α. Φιλίππου v. Δημοκρατίας η οποία μέχρι τότε δεν είχε δημοσιευθεί. Και στις δύο αυτές υποθέσεις το Δικαστήριο άσκησε την διακριτική του ευχέρεια κάτω από τη Δ.35, θ.2 και την Δ.57, θ.
  2. υπέρ της αιτούμενης παράτασης παρά το γεγονός ότι σύμφωνα με ορισμένες γνώμες που εκφράσθηκαν, πιο δύσκολα επιτρέπεται παράταση όταν η έφεση στρέφεται εναντίον της νομιμότητας διοικητικής πράξης παρά σε υποθέσεις αστικής φύσης. Ο τότε Δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου κύριος Πογιατζής που εξέδωσε την απόφαση του Εφετείου σημείωσε ότι και στις δύο πιο πάνω αποφάσεις τονίσθηκε ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου είναι απεριόριστη, ότι η άσκηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και ότι η απροσεξία, το λάθος ή η αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή είναι δυνατό να αποτελέσει σε κάποιες περιπτώσεις ικανοποιητικό λόγο για την παράταση της προθεσμίας. Αναγνώρισε, επίσης, ότι οι αρχές που εκτέθηκαν στις δύο αυτές υποθέσεις καθορίζουν μια πιο επιεική προσέγγιση σε περιπτώσεις που παρατηρείται λάθος ή αμέλεια του δικηγόρου του αιτητή, προσέγγιση την οποία υιοθέτησε, αφού η προσέγγιση αυτή έχει τις ρίζες τις σε προγενέστερες αποφάσεις του Εφετείου και στηρίζεται στην ερμηνεία που έδωσαν τα Αγγλικά Δικαστήρια στους αντίστοιχους θεσμούς που είναι όμοιοι με τους δικούς μας, σύμφωνα με την οποία λόγος που αναφέρεται σε λάθος ή παρεξήγηση του εφεσείοντα ή του δικηγόρου του είναι δυνατό να γίνει δεκτός ως ικανοποιητικός λόγος για παράταση της προθεσμίας σε ορισμένες περιπτώσεις, πλην όμως, αν θα γίνει δεκτός ή όχι εξαρτάται από τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Έκανε δε αναφορά στις υποθέσεις Erini Costa Hji Michael v. Maria Karamichael And Two Others
(1967)1 ΑΑΔ 61 και Kerorkian v. Burney
(1937)4 All E R 97, C.A. Στην υπόθεση Niki Chr. Georghiou v. The Republic Of Cyprus
(1968)1 ΑΑΔ 411 η αλλοδαπή αιτήτρια είχε απελαθεί αμέσως μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης με την οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή της εναντίον της απέλασής της. Το εύρημα του Δικαστηρίου ήταν ότι δεν είχε τις αναγκαίες διευκολύνσεις για να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο της μετά την έκδοση της απόφασης και πριν απελαθεί, ότι είχε επικοινωνήσει από το εξωτερικό με τον δικηγόρο της με αλληλογραφία και ότι ένεκα της παράλειψης ή αμέλειας του δικηγόρου της η αίτηση για παράταση του χρόνου υποβλήθηκε τρεις μόνο μέρες μετά την εκπνοή της προθεσμίας για υποβολή της έφεσής της. Τα γεγονότα στην υπόθεση Ι. και Α. Φιλίππου v. Δημοκρατίας κ.α.
(1989)3 ΑΑΔ 2385 ήταν ότι ο Ανώτερος Δικηγόρος της Δημοκρατίας που χειριζόταν την υπόθεση είχε αρρωστήσει μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης και χρειάσθηκε να εισαχθεί στο νοσοκομείο και να υποβληθεί σε χειρουργική επέμβαση. Λόγω αυτών των γεγονότων η έφεση καταχωρήθηκε μια μόνο μέρα μετά την λήξη της καθορισμένης προθεσμίας. Το Δικαστήριο αποφάσισε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα παράτασης εν όψει των ειδικών περιστατικών της υπόθεσης χωρίς, όμως, να θεωρείται ότι η ασθένεια του δικηγόρου που χειρίζεται την υπόθεση, ανεξάρτητα από το χρόνο και τις ειδικές συνθήκες, αποτελεί αφ' εαυτής λόγο παράτασης της προθεσμίας υποβολής της έφεσης. Κρίθηκε από το Εφετείο ότι οι δύο πιο πάνω υποθέσεις αποτελούσαν περιπτώσεις υιοθέτησης της πιο πάνω προσέγγισης και εφαρμογής επί των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε μιας των αρχών που η πιο πάνω προσέγγιση καθορίζει. Τα ιδιαίτερα αυτά περιστατικά τους έγειραν τελικά την πλάστιγγα υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. Όμως, κατά τη γνώμη του Εφετείου αυτά διέφεραν ουσιαστικά από τα περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης, τα οποία, σύμφωνα με το Εφετείο, έκαναν την διαφορά εμφανή. Σε αντίθεση με τα γεγονότα των δύο πιο πάνω υποθέσεων, στην κρινόμενη υπόθεση δεν υπήρχαν, αλλά ούτε και ο αιτητής επικαλέσθηκε άλλα συντρέχοντα περιστατικά αποκαλυπτικά της ύπαρξης κάποιας μορφής αντικειμενικών δυσκολιών για την εμπρόθεσμη υποβολή της έφεσής του. Συν τοις άλλοις, καμία υπόθεση δεν υποδείχθηκε στην οποία η παράλειψη ή η αμέλεια του δικηγόρου να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την έφεσή του είχε θεωρηθεί από μόνη της ικανοποιητικός λόγος για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της παράτασης της προθεσμίας. Στην υπόθεση Erini Costa Hji Michael v. Maria Karamichael And Two Others
(1967)1 ΑΑΔ 61, που πιο πάνω μνημονεύεται, η πρωτόδικη απόφαση δόθηκε στις 27.9.1963 και η εναγόμενη - αιτήτρια αιτήθηκε για αντίγραφο της απόφασης στις 2.10.
  1. Η απόφαση δεν της είχε δοθεί πριν την παρέλευση 6 εβδομάδων από της έκδοσης της οπότε η αιτήτρια με αίτησή της εξασφάλισε την επέκταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης μέχρι τις 15.12.
  2. Επειδή και πάλι δεν της είχε δοθεί αντίγραφο της απόφασης αναγκάσθηκε να υποβάλει δεύτερη αίτηση για επέκταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης η οποία καταχωρήθηκε στις 13.12.1963 και ορίσθηκε στις 13.1.
  3. Η αίτηση βασιζόταν στην Δ.35, θ.2 και Δ.57, θ.2 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ένεκα των γνωστών ταραχών που ξέσπασαν στην Λευκωσία στις 21.12.1963 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σταμάτησε να λειτουργεί για κάποιο χρονικό διάστημα. Ο φάκελος της υπόθεσης μεταφέρθηκε στον νέο χώρο όπου στεγαζόταν προσωρινά το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας όχι αργότερα από τον Ιούνιο του 1964 πλην όμως η αιτήτρια παρέλειψε να αποταθεί στο Δικαστήριο για ορισμό της αίτησης της που εκκρεμούσε από τον Δεκέμβριο του
  4. Ο δικηγόρος της αιτήτριας πληροφορήθηκε ότι η απόφαση ήταν έτοιμη στις 22.8.
  5. Στις 29.10.1966 η αιτήτρια με νέα αίτησή της αιτήθηκε παράτασης του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε για τον λόγο ότι εκκρεμούσε η αίτηση του Δεκεμβρίου του
  6. Εν τέλει η αίτηση του Δεκεμβρίου του 1963 ακούσθηκε και απορρίφθηκε στις 21.1.
  7. Το Εφετείο αποφάσισε ότι παρά το ότι ο δικηγόρος της αιτήτριας δεν ενήργησε με την δέουσα σπουδή αφότου πληροφορήθηκε ότι η απόφαση ήταν έτοιμη, εντούτοις, ενέκρινε την αίτηση που υπεβλήθη ενώπιόν του με την οποία ζητείτο παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης ύστερα από την απορριπτική απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου. Αυτό που βάρυνε στην κρίση του Εφετείου ήταν η πολύ μεγάλη καθυστέρηση, 3 χρόνια περίπου, μεταξύ έκδοσης της απόφασης και παράδοσης αντιγράφου της αιτιολογημένης απόφασης. Κρίθηκε ότι η αίτηση αποτελούσε στην βάση των δικών της περιστατικών εξαιρετική περίπτωση. Στην υπόθεση Ελένη Γεωργίου Βούρια ν. Ευδοκίας Χριστοφόρου Δασκάλου
(1993)1 ΑΑΔ 808 αμέσως μετά την έκδοση, στις 19.3.93, απόφασης εναντίον της σε κτηματική υπόθεση η αιτήτρια αποτάθηκε στο δικηγόρο της με οδηγίες να υποβάλει έφεση. Η εντολή δεν έγινε δεκτή, οπότε η αιτήτρια αποτάθηκε χωρίς χρονοτριβή σε άλλο δικηγόρο με οδηγίες να υποβάλει έφεση. Ο δικηγόρος αν και, αρχικά, αποδέχθηκε την εντολή δεν προχώρησε στη καταχώρηση της έφεσης, ούτε απάντησε στην αιτήτρια κατά πόσο οριστικά δεχόταν να αναλάβει την υπόθεση, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της. Χωρίς να πάρει απάντηση από τον δεύτερο δικηγόρο, η αιτήτρια, στις 10.5.93, αποτάθηκε σε τρίτο δικηγόρο ο οποίος ανέλαβε την υπόθεση αλλά διαπίστωσε ότι η προθεσμία για την καταχώρηση της έφεσης είχε παρέλθει. Μετά από μελέτη της υπόθεσης ο νέος δικηγόρος υπέβαλε στις 3.7.93 αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης δυνάμει της Δ.35, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση απορρίφθηκε και προβλήθηκε εκ νέου ενώπιον του Εφετείου. Το Εφετείο στις σελίδες 810-811 ανέφερε τα ακόλουθα: «Η εφεσίβλητη δεν αμφισβητεί τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την αίτηση ή τις προεκτάσεις τους. Η ένστασή της επικεντρώνεται στις αντικειμενικές επιπτώσεις από την ανατροπή της τελεσιδικίας που θα επιφέρει η παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης. Εκτός από την παράταση της αβεβαιότητας ως προς τα δικαιώματα της εφεσίβλητης που θα επιφέρει η έγκριση του αιτήματος, δεν υπάρχει ισχυρισμός για άλλες δυσμενείς επιπτώσεις· συγκεκριμένα δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός, ότι μετά την εκπνοή του χρόνου για την άσκηση έφεσης, η εφεσίβλητη προέβη με έρεισμα την τελεσιδικία σε οποιεσδήποτε ενέργειες που δεν μπορεί να αναστραφούν. Και οι δυο πλευρές αναγνωρίζουν ότι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης δεν υπόκειται σε περιορισμούς. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου συναρτάται με τα συμφέροντα της δικαιοσύνης, όπως επαναβεβαιώνεται στην πρόσφατη απόφαση στη Χόππης ν. Παναγή
(1993)1 Α.Α.Δ. 140. Όπως εξηγείται, τα συμφέροντα της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Εκείνος ο οποίος επιδιώκει το δίκαιο δεν μπορεί να επιδείξει αδιαφορία για τα δικαιώματά του ή εκείνα του αντιδίκου του ή καταφρόνηση για τα θεσμικά πλαίσια άσκησης των δικαιωμάτων του. Εκεί όμως που επιδεικνύει σπουδή για την άσκηση των δικαιωμάτων του και εκτρέπεται λόγω σφάλματος ή αδιαφορίας του δικηγόρου, μπορεί να τύχει συγχώρησης νοουμένου ότι δε διαπιστώνεται άλλος ανατρεπτικός παράγοντας για την απονομή της δικαιοσύνης. Η αποκάλυψη των λόγων της έφεσης δεν αποτελεί προϋπόθεση για την παράταση της προθεσμίας για την υποβολή έφεσης. Στην προκείμενη περίπτωση η καθυστέρηση της αιτήτριας να υποβάλει έφεση μέσα στα θεσμικά χρονικά πλαίσια, δεν οφειλόταν σε αδιαφορία ή καταφρόνηση των θεσμών. Θα ήταν ασφαλώς καλύτερο αν υποβαλλόταν αίτηση για παράταση μόλις είχε διαπιστωθεί ότι εξέπνευσε ο χρόνος για την υποβολή έφεσης. Ο χρόνος όμως ο οποίος διέρρευσε για τη μελέτη της υπόθεσης, δε μετέβαλε ουσιωδώς τα κρίσιμα γεγονότα για την άσκηση της διακριτικής μας ευχέρειας». Υπό το φως όλων των πιο πάνω το Εφετείο έκρινε ότι εδικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας υπέρ της αιτήτριας και ενέκρινε την αίτηση. Στην υπόθεση Lapertas Fisheries Ltd κ.α. ν. Ρολάνδου Ευαγόρου
(2005)1 ΑΑΔ 1505 στις 5.8.04 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού απέρριψε αίτηση των εναγομένων για παραμερισμό απόφασης που είχε εκδοθεί ερήμην εναντίον τους. Στις 16.9.04 οι εναγόμενοι καταχώρησαν έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη επειδή δεν είχε καταχωρηθεί εντός 14 ημερών, όπως προνοούν οι θεσμοί, προκειμένου περί ενδιάμεσων αποφάσεων. Ο δικηγόρος των εναγόμενων / αιτητών είχε εκλάβει την απόφαση ημερομηνίας 5.8.04 ως τελική και όχι ως ενδιάμεση και γι' αυτό είχε καταχωρήσει την έφεση εντός 42 ημερών αντί εντός 14 ημερών από την έκδοση της. Στις 10.5.05 ο δικηγόρος των εναγομένων, αφού διαπίστωσε το σφάλμα του, καταχώρησε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού αίτηση για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης, ενώ στις 23.5.05 απέσυρε την έφεση. Η αίτηση βασιζόταν στην Δ.35, θθ.2 και 19, Δ.48, θθ.1-9, Δ.57, θ.2 και Δ.64, θ.1 των Θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 30 του Συντάγματος και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Μετά από ακρόαση το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού στις 21.7.05 απέρριψε την αίτηση. Μετά από 22 μέρες, ήτοι στις 12.8.05, οι εναγόμενοι καταχώρησαν στο Ανώτατο Δικαστήριο αίτηση με την οποία ζητούσαν διάταγμα για παράταση της προθεσμίας καταχώρησης έφεσης στην αγωγή. Οι ενάγοντες ενέστησαν στην αίτηση. Το Εφετείο δεν θεώρησε ότι ο συνήγορος των αιτητών επέδειξε ασύγγνωστη ολιγωρία. Αυτός είχε αποφασίσει, σύμφωνα και με τις οδηγίες των πελατών του, που του δόθηκαν έγκαιρα, να εφεσιβάλει την απόφαση της 5.8.
  1. Τελούσε, όμως, υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης ήταν 42 αντί 14 μέρες. Με αποτέλεσμα να καταχωρήσει εκπρόθεσμα την έφεση. Για 9 σχεδόν μήνες τελούσε υπό την εσφαλμένη εντύπωση ότι είχε εφεσιβάλει εμπρόθεσμα την απόφαση της 5.8.
  2. Όταν μετά τις 28.4.05, ημερομηνία κατά την οποία του είχε παραδοθεί το περίγραμμα αγόρευσης της δικηγόρου του ενάγοντος-εφεσίβλητου και το οποίο μελέτησε, διαπίστωσε το σφάλμα του καταχώρησε μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα, ήτοι στις 10.5.05, αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για παράταση της προθεσμίας, μετά δε την απόρριψή της, στις 21.7.2005, υπέβαλε, στις 12.8.2005, παρόμοια αίτηση ενώπιον του Εφετείου. Υπό το πρίσμα των πιο πάνω διαπιστώσεων το Εφετείο έκρινε ότι δικαιολογείτο η άσκηση της διακριτικής του εξουσίας υπέρ της αποδοχής της αίτησης. Δεν διέφυγε της προσοχής του Εφετείου ότι από της απόρριψης της αίτησης από το Επαρχιακό Δικαστήριο και της καταχώρησης νέας παρόμοιας αίτησης στο Ανώτατο Δικαστήριο είχαν παρέλθει 22 μέρες. Επρόκειτο, όμως, για περίοδο δικαστικών διακοπών. Συν τοις άλλοις, η παράταση της προθεσμίας δεν κρίθηκε να επηρεάζει το δικαίωμα του ενάγοντα - καθ' ου η αίτηση για διάγνωση των δικαιωμάτων του εντός ευλόγου χρόνου. Στην σελίδα 1509 της απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Σύμφωνα με τη Νομολογία το σφάλμα του δικηγόρου δε συνιστά, κατά κανόνα, λόγο παράτασης των προθεσμιών. Μπορεί, όμως, κατ' εξαίρεση, το σφάλμα να συγχωρεθεί, εφόσον δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά· όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα οφείλεται όχι σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης διαδραματίζουν κυριαρχικό ρόλο στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. (Βλ., μεταξύ άλλων, Βαρδιάνος ν. Richards
(1998)1 ΑΑΔ 698 και Evand Promotions Ltd κ.ά. ν. Rutman (Αρ.1)
(1998)1 ΑΑΔ 92)». Στην υπόθεση Cyprus Trading Corporation PLC v. Ιωάννη Φετοκάκη κ.α., Πολιτική Αίτηση 90/11, ημερομηνίας 21.11.11 η έφεση επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί εκπρόθεσμα λόγω σφάλματος της δικηγόρου. Το σφάλμα συνίστατο στον λανθασμένο υπολογισμό των 42 ημερών το οποίο και διαπιστώθηκε κατά την ημέρα που η έφεση επιχειρήθηκε να καταχωρηθεί οπότε και, επίσης, διαπιστώθηκε από την εν λόγω δικηγόρο ότι η προθεσμία είχε λήξει την αμέσως προηγούμενη ημέρα. Η δικηγόρος καταχώρησε αυθημερόν αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο η οποία απερρίφθη χωρίς εξέτασή της επί της ουσίας καθότι δεν είχε «εξαντληθεί η διαδικασία ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου». Χωρίς χρονοτριβή η δικηγόρος καταχώρησε αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο η οποία προσέκρουσε στην ένσταση της εναγόμενης 3 και εν τέλει απερρίφθη από το πρωτόδικο Δικαστήριο. Με αναφορά στις υποθέσεις Χόππη ν. Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140 και Evand Promotions Ltd κ.ά. ν. Rutman (Αρ.2)
(1998)1 ΑΑΔ 2123 το Εφετείο ενώπιον του οποίου επαναλήφθηκε η αίτηση ενέκρινε την αίτηση παρά την ένσταση της εναγόμενης 3 / καθ' ης η αίτηση. Έκρινε ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν πρόβαλε κανένα βάσιμο λόγο για δυσμενή επηρεασμό των συμφερόντων της. Σημείωσε δε ότι η κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο επίκληση ενός τέτοιου λόγου δεν συνιστά σοβαρή αντιμετώπιση του θέματος και συνεπώς δεν λαμβάνεται υπόψη. Στην υπόθεση Evand Promotions κ.α. v. Rutman (Αρ. 2)
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2123 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμούμενο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης, αποτελεί τη συνισταμένη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία για την υποβολή έφεσης. Η τήρηση των πρακτικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης, όπως εξηγήσαμε στη Χόππη (ανωτέρω) και πιο πρόσφατα στην Βερεγγάρια Παπακόκκινου κ.ά. v. Δήμου Πάφου
(1998)1 Α.Α.Δ. 634· δεν είναι όμως αφ' εαυτού καθοριστικός, όπως αναγνωρίζει η νομολογία, εκτός όπου επιδεικνύεται αδιαφορία για τα θέσμια, σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Καθυστέρηση οφειλόμενη σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτητή μπορεί να συγχωρηθεί εφόσο δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά· όλως ιδιαίτερα όταν το σφάλμα οφείλεται όχι σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων. Ο κυριαρχικός ρόλος που διαδραμάτιζαν τα γεγονότα της υπόθεσης στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας η οποία παρέχεται στο Δικαστήριο, υπογραμμίζεται και στην πρόσφατη απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Stabilad v. Stephens & Carter [1998] 4 All E.R. 129.» Στην υπόθεση Θεόδωρος Χόππης v. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140 ο αιτητής υπέβαλε αίτηση στο Ανώτατο Δικαστήριο, αφού είχε απορρισθεί παρόμοια αίτησή του από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, για παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης εναντίον απόφασης του εν λόγω Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η καθυστέρηση οφειλόταν στο ότι ο αιτητής είχε αφήσει το χρόνο να περάσει άπρακτος από τις 29.5.92, χρόνο έκδοσης της πρωτόδικης απόφασης, μέχρι την 7.7.92, όταν έδωσε οδηγίες στο δικηγόρο του για καταχώρηση έφεσης, και συμπληρώθηκε από το σφάλμα του δικηγόρου στον υπολογισμό του χρόνου εκπνοής της προθεσμίας. Το σφάλμα αποκαλύφθηκε όταν ο δικηγόρος αποπειράθηκε να καταχωρήσει την έφεση στις 14.7.92 και του υποδείχθηκε ότι η προθεσμία είχε εκπνεύσει στις 10.7.92. Αμέσως την επομένη κίνησε τον μηχανισμό για παράταση του χρόνου με την υποβολή της αίτησης στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το Εφετείο αφού συνεκτίμησε όλα τα γεγονότα και αφού αντιστάθμισε την αναστάτωση στα δικαιώματα του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά διαμορφώθηκαν μετά την εκπνοή της προθεσμίας και την συνακόλουθη εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας, αφενός, με το μικρό χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της εκπνοής του χρόνου και της υποβολής αίτησης για παράταση σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που δόθηκαν για την καθυστέρηση, αφετέρου, έκρινε το αίτημα δικαιολογημένο. Στις σελίδες 142 - 143 της απόφασης λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Η διακριτική ευχέρεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου σε αίτημα αυτής της φύσης (παράταση χρόνου) είναι πρωτογενής· επομένως συναρτάται αποκλειστικά με την κρίση για το βάσιμο του αιτήματος. Σύμφωνα με τη νομολογία στην οποία έγινε εκτενής αναφορά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου σ' αυτό τον τομέα δεν υπόκειται σε οποιουσδήποτε όρους, δηλαδή δεν αποκλείεται εκ προοιμίου ο συνυπολογισμός οποιουδήποτε γεγονότος στην κρίση του αιτήματος. Η νομολογία αποκαλύπτει ότι και σφάλμα του δικηγόρου, ακόμα και όταν αυτό οφείλεται σε αμέλεια, μπορεί να θεμελιώσει λόγο για την παράταση του χρόνου νοουμένου ότι το επιβάλλουν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. [Βλ. The Turkish Co Operative Carob Marketing Society Ltd v. Lutfi Kiamil & Another,
(1973)1 C.L.R. 1, Erini Costa HadjiMichael v. Maria Karamichael and two Others
(1967)1 C.L.R. 61, Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ. ν. Χ"Νικόλα
(1990)1 Α.Α.Δ. 470, Σολιάτης & Συνεργάται ν. Α. Χριστοδουλίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 1162 και Πεύκιος Γεωργιάδης ν. Δημοκρατίας, (Προσφ. Αρ. 547/90, ημερ. 30/4/92]. Αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης είναι τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Οι προθεσμίες που τίθενται από τους θεσμούς για τη λήψη δικονομικών μέτρων οριοθετούν το πλαίσιο για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Η τήρηση τους εξυπηρετεί τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Για να γίνει δεκτό αίτημα για την παράταση του χρόνου άσκησης έφεσης οι λόγοι της καθυστέρησης πρέπει να εξηγούνται και να αντισταθμίζουν ουσιαστικά τις δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του αντιδίκου και στο θεσμικό πλαίσιο απονομής της δικαιοσύνης. Η προθεσμία που τίθεται από τη Δ.35 Θ.2 για την άσκηση έφεσης είναι συνυφασμένη με την τελεσιδικία και τις αρχές της δικαιοσύνης που ταυτίζονται με αυτή. Μετά την εκπνοή της προθεσμίας για την άσκηση έφεσης ο επιτυχών διάδικος μπορεί με βεβαιότητα να προσβλέπει στην άσκηση των δικαιωμάτων που του αναγνωρίζονται με τη δικαστική απόφαση και το δημόσιο στην τελεσφόρηση των μηχανισμών της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης είναι έννοια σύνθετη και πολυδιάστατη, συνυφασμένη με το σύνολο των αρχών του δικαίου και τα ιδιαίτερα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Όσο μικρότερο είναι το χρονικό διάστημα που διαρρέει μεταξύ της εκπνοής της προθεσμίας και της κίνησης του μηχανισμού για παράταση ανάλογα μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα αποδοχής του αιτήματος». Στην υπόθεση Γιαννάκης Ιωάννου v. Χρ. Κράνου κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 7 όπου η καθυστέρηση στην υποβολή αντέφεσης οφειλόταν σε σφάλμα του δικηγόρου των εφεσίβλητων η αίτηση εγκρίθηκε παρά την έλευση 16 μηνών μεταξύ της καταχώρησης της έφεσης και της υποβολής της. Κρίθηκε στην βάση της αρχής που διακηρύχθηκε στην υπόθεση Θεόδωρος Χόππης v. Ιάκωβου Παναγή
(1993)1 ΑΑΔ 140, που πιο πάνω μνημονεύεται, ότι αυτό επέβαλλαν τα συμφέροντα της δικαιοσύνης που είναι και ο αποκλειστικός οδηγός για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Λέχθηκαν, επίσης, τα ακόλουθα: «Ο προσδιορισμός των συμφερόντων της δικαιοσύνης, σε κάθε περίπτωση, είναι έργο σύνθετο. Αντισταθμίζονται, αφενός, οι συνέπειες της παρεκτροπής από τα θέσμια, τα επακόλουθά τους στα δικαιώματα του αντιδίκου και, αφετέρου, οι συνέπειες άρνησης του αιτήματος στα συμφέροντα του αιτητή». Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προσμέτρησαν τα ακόλουθα: (α) το αίτημα είχε υποβληθεί πριν την ακρόαση της έφεσης, (β) η αντέφεση στρεφόταν κατά της ίδιας απόφασης που αποτελούσε το αντικείμενο της έφεσης, (γ) κανένας λόγος άλλος από το σφάλμα του δικηγόρου δεν επενήργησε στην εμπρόθεσμη καταχώρηση της έφεσης και (δ) δεν υπήρχε αδιαφορία είτε εκ μέρους των ίδιων των εφεσίβλητων, είτε του εκπροσώπου τους στην υποβολή της αντέφεσης. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω το Εφετείο έκρινε ότι το σφάλμα που είχε να κάνει με την γνώση δεν έπρεπε να αφεθεί να ανακόψει το δικαίωμα άσκησης αντέφεσης. Ό,τι στην υπό εξέταση περίπτωση επικαλείται η ενόρκως δηλούσα ως δικαιολογία για την μη έγκαιρη καταχώρηση έφεσης είναι ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι παραιτήθηκαν από δικηγόροι της Αιτήτριας στις 20.8.13, ήτοι 18 ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης, μετά από διαφωνία που προέκυψε μεταξύ τους ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης και αφού είχαν προηγηθεί συνεχείς διαβουλεύσεις μεταξύ των προηγούμενων δικηγόρων της Αιτήτριας και των διευθυντών της. Θα πρέπει να παρατηρήσω ότι τα δεδομένα τα οποία έχει παρουσιάσει η Αιτήτρια με την ένορκο δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση αίτηση και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από την πλευρά του Καθ' ου η αίτηση και επί των οποίων, επομένως, θα πρέπει να βασισθώ για να ασκήσω την διακριτική μου ευχέρεια δεν μου αφήνουν περιθώριο για να αποφασίσω υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Και αυτό, πρωτίστως, γιατί στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρονται τα ακόλουθα: πότε προέκυψε η διαφωνία ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης μεταξύ των προηγούμενων δικηγόρων της Αιτήτριας και των εκτελεστικών διευθυντών της. Ό,τι μόνο αναφέρεται είναι ότι προέκυψε διαφωνία, χωρίς να καθορίζεται πότε, και ότι στις 20.8.13 οι προηγούμενοι δικηγόροι της Αιτήτριας παραιτήθηκαν από δικηγόροι της ότι οι προηγούμενοι δικηγόροι της Αιτήτριας δεν υπέδειξαν στους διευθυντές της πότε έληγε η προθεσμία καταχώρησης έφεσης. Δεν μου διαφεύγουν τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος της Αιτήτριας ανέφερε στην αγόρευσή της σε σχέση με το θέμα της παραίτησης των δικηγόρων της Αιτήτριας. Πρόκειται, όμως, περί δηλώσεων που δεν προβάλλονται ενόρκως αφού δεν συμπεριλαμβάνονται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, γι' αυτό και μοιραία δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Σύμφωνα με την Νομολογία δηλώσεις δικηγόρου στα πλαίσια της αγόρευσής του δεν υπέχουν μορφή μαρτυρίας και δεν λαμβάνονται υπόψη. Κατ' επέκταση, η υπό κρίση αίτηση θα κριθεί στην βάση των όσων αναφέρονται στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει. Υπό το φως των πιο πάνω κρίνω περιττό να κάνω αναφορά στις επί του προκειμένου δηλώσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της Αιτήτριας από την αγόρευσή της. Στην απουσία μαρτυρίας αναφορικά με τις παραμέτρους που πιο πάνω υποδεικνύονται με τις παραγράφους 1 και 2 το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιόν του ξεκάθαρη και διασαφηνισμένη εικόνα για το πώς συμπεριφέρθηκαν οι διευθυντές της Αιτήτριας και, κατ' επέκταση, η ίδια η Αιτήτρια σε σχέση με ό,τι είναι ουσιώδες στην υπό εξέταση περίπτωση και που δεν είναι άλλο από την στάση της Αιτήτριας ως προς την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης και τις επακόλουθες προεκτάσεις της. Και εξηγώ. Αν η διαφωνία ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης με τους προηγούμενους δικηγόρους της Αιτήτριας προέκυψε από τις αρχές της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης, δηλαδή, αμέσως μετά την έκδοση των αποφάσεων ή σύντομα μετά, και οι διευθυντές της Αιτήτριας γνώριζαν ότι στις 2.8.13 έληγε η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης αναφύεται το ερώτημα γιατί δεν διόρισαν ή γιατί δεν έλαβαν όλα εκείνα τα απαραίτητα και ενδεικνυόμενα μέτρα ώστε να διορίσουν τους νέους δικηγόρους τους εντός χρόνου που επέτρεπε την καταχώρηση έφεσης έγκαιρα και εν πάση περιπτώσει εντός της προθεσμίας, αλλά άφησαν να παρέλθουν άλλες 18 ημέρες μέχρι το θέμα της αντιπροσώπευσης της Αιτήτριας από τους προηγούμενους δικηγόρους της να λήξει. Όπως και πιο πάνω υποδείχθηκε στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν υποστηρίζεται ότι οι διευθυντές της Αιτήτριας δεν γνώριζαν πότε έληγε η προθεσμία καταχώρησης έφεσης ή ότι δεν είχαν πληροφορηθεί περί τούτου από τους προηγούμενους δικηγόρους της. Αυτό που κρίνω πως όφειλε η Αιτήτρια να πράξει με σκοπό να καταχωρήσει τα δικαιώματά της ήταν όπως με την διαπίστωση της διαφωνίας της ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης με τους προηγούμενους δικηγόρους της ενεργήσει με σπουδή ώστε να εξεύρει νέους δικηγόρους στους οποίους να δώσει οδηγίες για καταχώρηση έφεσης. Συναφώς θα πρέπει να τονισθεί ότι στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρεται ότι η διαφωνία ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης με τους προηγούμενους δικηγόρους της Αιτήτριας προέκυψε μετά την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης. Βεβαίως, είναι αντιληπτό και δεν μπορεί να παραγνωρισθεί ότι ακόμα και αν η Αιτήτρια συμπεριφερόταν όπως πιο πάνω υποδείχθηκε η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης μπορεί να έληγε χωρίς η έφεση να μπορέσει να καταχωρηθεί. Για λόγους ευνόητους. Σε αυτό ενδεχομένως να προσμετρούσε η ανάλωση εύλογου χρόνου για εξεύρεση νέων δικηγόρων από την Αιτήτρια και ο χρόνος που θα απαιτείτο από τους νέους δικηγόρους να μελετήσουν την υπόθεση και να ετοιμάσουν την έφεση αφ' ης στιγμής η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης ήταν μόνο 14 ημέρες. Τούτες θα ήταν παράμετροι που το Δικαστήριο όφειλε να λάβει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπό εξέταση, όμως, περίπτωση το Δικαστήριο δεν έχει τέτοια δεδομένα για να αξιολογήσει. Αφ' ης στιγμής στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αναφέρεται πότε προέκυψε η διαφωνία με τους προηγούμενους δικηγόρους της Αιτήτριας ως προς τον χειρισμό της υπόθεσης δεν υπάρχει και οποιαδήποτε μαρτυρία για την περαιτέρω συμπεριφορά της Αιτήτριας ή μαρτυρία από την οποία το Δικαστήριο να μπορεί να εξάξει συμπέρασμα ως προς την περαιτέρω συμπεριφορά της Αιτήτριας και δη τον σεβασμό που αυτή επέδειξε ως προς την προθεσμία και, κατ' επέκταση, ως προς τα δικαιώματα του αντιδίκου της. Αν η διαφωνία αυτή προέκυψε, όπως και πιο πάνω αναφέρθηκε, από την αρχή της προθεσμίας και η Αιτήτρια αδιαφόρησε ως προς την προθεσμία παρατραβώντας τις διαβουλεύσεις με τους προηγούμενους δικηγόρους της - οι διαβουλεύσεις όπως αναφέρεται στην ένορκο δήλωση ήταν συνεχείς - και αφήνοντας το θέμα αυτό άλυτο για άλλες 18 ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας, ήτοι μέχρι τις 20.8.13, ημερομηνία κατά την οποία παραιτήθηκαν οι προηγούμενοι δικηγόροι της, φρονώ πως σε μια τέτοια περίπτωση δεν δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος. Σε μια τέτοια περίπτωση εύλογα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η Αιτήτρια ολιγώρησε και ότι δεν ενήργησε με την αναγκαία σπουδή. Με αποτέλεσμα και να διορίσει τους νέους δικηγόρους της μετά την εκπνοή της προθεσμίας για καταχώρηση έφεσης. Η περίπτωση ενδεχομένως να ήταν διάφορη αν οι διευθυντές της Αιτήτριας δεν γνώριζαν πότε έληγε η προθεσμία για καταχώρηση έφεσης ή αν οι προηγούμενοι δικηγόροι τους δεν τους είχαν πληροφορήσει για την παράμετρο αυτή. Τίποτα, όμως, τέτοιο δεν αναφέρεται στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση. Όπως είδαμε και ενωρίτερα ένας από τους λόγους που προσμέτρησαν στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου εναντίον της έγκρισης της αίτησης στην υπόθεση Andreas P. Loizou v. Panayiotis Ch. Konteatis
(1968)1 CLR 291 ήταν το γεγονός ότι η αιτητής διόρισε τον νέο του δικηγόρο, στον οποίο και έδωσε εντολή για καταχώρηση έφεσης, μετά την λήξη της προθεσμίας για έφεση. Στην υπό εξέταση περίπτωση και υπό το φως των δοσμένων περιστάσεων θεωρώ ότι η Αιτήτρια δεν κατέδειξε ικανοποιητικό λόγο για να επιτραπεί σε αυτήν η παράταση του χρόνου καταχώρησης έφεσης. Η Νομολογία τονίζει ότι είναι επιθυμητό όπως οι διαφορές τελειώνουν όσο πιο σύντομα όσο είναι εύλογα πρακτικό (reasonably practical) και όπως μη αφήνονται να συνεχίζουν για ακαθόριστο χρόνο. Στην υπό εξέταση περίπτωση δεν καταδείχθηκε ικανοποιητικός λόγος για να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, της οποίας τα δικαιώματα στην απόφαση έχουν πλέον μετά την λήξη της προθεσμίας για άσκηση έφεσης καταστεί τελεσίδικα (final). Στην υπόθεση Kyriacou v. Georghiadou
(1970)1 CLR 145 λέχθηκε ότι το δημόσιο συμφέρον εξυπηρετείται όταν δίδεται τέρμα στη δικαστική διαδικασία και ότι οι χρονικοί περιορισμοί που τίθενται από τους δικονομικούς κανονισμούς θα πρέπει να τηρούνται, εκτός αν η δικαιοσύνη προφανώς υπαγορεύει ότι οι θεσμοί θα πρέπει να εφαρμοστούν με ελαστικότητα (Βλ., επίσης, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου ν. Χριστοφόρου
(1993)1 ΑΑΔ 470). Στην υπόθεση Lavar Shipping Co Ltd v. Δημοκρατίας
(1990)3 ΑΑΔ 1635 λέχθηκε ότι η παράταση χρόνου για καταχώρηση έφεσης είναι ένα εξαιρετικό δικονομικό μέτρο. Ο αιτητής οφείλει να προβάλει τα αναγκαία στοιχεία για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η παράταση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης (Βλ. Ελένη Γεωργίου Βούρια ν. Ευδοκίας Χριστοφόρου Δασκάλου
(1993)1 ΑΑΔ 808). Στην υπό εξέταση περίπτωση η Αιτήτρια δεν προέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο στην βάση του οποίου το Δικαστήριο να μπορεί να αχθεί σε συμπέρασμα ότι η παραχώρηση της αιτούμενης παράτασης είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Με βάση τα όσα στην ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση αναφέρονται δεν έχω πεισθεί ότι η Αιτήτρια δεν επέδειξε αδιαφορία για τα δικαιώματα της εταιρείας ή καταφρόνηση για τα θεσμικά πλαίσια άσκησης των δικαιωμάτων της. Με τα κενά δε που παρουσιάζει η ένορκος δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση η συμπεριφορά της Αιτήτριας δεν μπορεί να κριθεί ως συγχωρητέα. Ούτε ότι η καθυστέρηση της να υποβάλει έφεση μέσα στα θεσμικά χρονικά πλαίσια μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν οφειλόταν σε αδιαφορία ή σε καταφρόνηση των θεσμών από μέρους της. Συνεκτιμώντας τα γεγονότα και αντισταθμίζοντας τα δικαιώματα της εταιρείας και την συνακόλουθη εκτροπή από την αρχή της τελεσιδικίας, από την μια, καθώς και το χρονικό διάστημα που διέρρευσε μεταξύ της εκπνοής του χρόνου και της υποβολής της υπό κρίση αίτησης, ο οποίος, θα πρέπει να λεχθεί, δεν είναι ούτε μικρός, ούτε ευκαταφρόνητος - 24 ημέρες - σε συνδυασμό με τις εξηγήσεις που δόθηκαν για την καθυστέρηση, από την άλλη, κρίνω το αίτημα αδικαιολόγητο. Η σημασία της συμμόρφωσης προς τους θεσμούς τονίσθηκε στην υπόθεση Αδελφοί Ιακώβου (Κατασκευαί) Λτδ ν. Λάμπρου Αδάμου Χ΄΄Νικόλα
(1990)1 ΑΑΔ 470. Στις σελίδες 475-476 λέχθηκαν τα ακόλουθα από το Εφετείο: «Ο Δικαστής Edmunt Davies είπε τα ακόλουθα:- "When a party has exceeded to a substantial degree the time limit set by the Rules of the Supreme Court within which an interlocutory step has to be taken, can it be said that he is entitled to have his time extended simply on undertaking to pay any costs occasioned by his delay, so that a judge who nevertheless refuses to extend his time must necessarily be regarded as having exercised his discretion wrongly? The notice of appeal herein submits (in effect) that the question calls for an affirmative answer, certainly in cases where it is not shown that the other side have suffered irreparable damage as a result of the delay. I disagree. On the contrary, the rules are there to be observed; and if there is non-compliance (other than a minimal kind), that is something which has to be explained away. Prima facie, if no excuse is offered, no indulgence should be granted: see Ratmam v. Cumarasamy, per LORD GUEST." Στην υπόθεση Edwards v. Edwards [1967] 2 All E.R. 1032 o Sir Jocelyn Simon είπε στη σελ.1034:- "So far as procedural delays are concerned, Parliament has left a discretion in the courts to dispense with the time requirements in certain respects. That does not mean, however, that the rules are to be regarded as, so to speak, antique timepieces of an ornamental value but no chronometric significance, so that lip service only need be paid to them. On the contrary, in my view, the stipulations which Parliament has laid down or sanctioned as to time are to be observed unless justice clearly indicates that they should be relaxed." Ο Λόρδος Δικαστής Guest, εκδίδοντας την απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής του Ανακτοβουλίου στην υπόθεση Ratnam v. Cumarasamy [1964] 3 All E.R. 933, είπε στη σελ.935:- "The rules of court must, prima facie, be obeyed, and, in order to justify a court in extending the time during which some step in procedure requires to be taken, there must be some material on which the court can exercise its discretion. If the law were otherwise, a party in breach would have an unqualified right to an extension of time which would defeat the purpose of the rules which is to provide a time table for the conduct of litigation. The only material before the Court of Appeal was the affidavit of the appellant." .......................................................................................................................... Στο "The Supreme Court Practice"
(1982), αναφορικά με την καθυστέρηση, διαβάζουμε τα ακόλουθα στη σελ. 960: "59/15/2 Principles upon which extension given.- An extension must be asked for promptly and any delay explained." Στη σελ. 17 σε σχόλιο στην παράγραφο 3/5/1 αναφέρεται:- "The Rules of the Supreme court as to time have to be observed, and if substantial delay occurs without any explanation being offered, the court is entitled, in the exercise of its discretion, to refuse the extension of time, e.g., to serve a notice of appeal from the Master to the Judge in Chambers, even though the delay could be compensated for by costs and no injustice would be done to the other party...". Οι προθεσμίες και οι χρόνοι που ορίζονται από τους θεσμούς πρέπει να τηρούνται. Η παράταση του χρόνου είναι εξαιρετικό δικονομικό μέτρο. Το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική εξουσία να παρατείνει το χρόνο. Η εξουσία αυτή είναι ελεύθερη και αδέσμευτη και ασκείται με βάση τα γεγονότα της κάθε συγκεκριμένης υπόθεσης. Καθυστέρηση, ειδικά όταν είναι μακρά, πρέπει να αιτιολογείται ικανοποιητικά, διαφορετικά αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για τον παραβάτη των προθεσμιών». Τέλος, στην υπόθεση De Luxe Terrazo Tiles & Marbles Ltd v. Εργοληπτική Εταιρεία «ΝΕΜΕΣΙΣ ΛΤΔ»
(1989)1 ΑΑΔ 658 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η διακριτική εξουσία που παρέχουν στο Δικαστήριο οι πιο πάνω Διατάξεις δεν υπόκειται σε οποιοδήποτε προκαθορισμένο περιορισμό και η άσκηση της υπέρ ή κατά του αιτητή εξαρτάται αποκλειστικά από τα ιδιαίτερα περιστασιακά και δεδομένα της κάθε υπόθεσης: Ειρήνη Κώστα Χατζημιχαήλ ν. Μαρίας Καράμιχαηλ και Άλλων
(1967)1 Α.Α.Δ. 61, και The Turkish Co-Operative Carob Marketing Society Ltd. v. Lutfi Kiamil and Another
(1973)Α.Α.Δ. 1. Παρά ταύτα, την προσέγγιση του Δικαστηρίου στην άσκηση της υπό εξέταση εξουσίας του χαρακτηρίζει πάντοτε η συμμόρφωση με ορισμένες αρχές που έχουν νομολογιακά καθιερωθεί ανάμεσα στις οποίες πρωτεύουσα θέση κατέχει η αρχή του σεβασμού των χρονικών προθεσμιών που καθόρισε ο Νομοθέτης για την άσκηση του δικαιώματος εφέσεως και ότι με φειδώ και σε εξαιρετικές μόνο περιπτώσεις οι προθεσμίες αυτές θα πρέπει να παρατείνονται. Και τούτο γιατί οποτεδήποτε οι προθεσμίες αυτές παρατείνονται επηρεάζονται το δημόσιο συμφέρον και τα δικαιώματα που οι διάδικοι έχουν στον τερματισμό των δικαστικών διαδικασιών και στο τελεσίδικο των δικαστικών αποφάσεων μέσα στις καθορισμένες για όλους προθεσμίες. Λαμβανομένων αυτών υπόψη επιβάλλεται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να ασκείται υπέρ του αιτητή μόνο στις περιπτώσεις που ο τελευταίος ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι η αιτούμενη παράταση είναι αντικειμενικά δικαιολογημένη από τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης. Η παράταση της προθεσμίας χωρίς αποχρώντα λόγο αποτελεί αυθαίρετη παραβίαση των σχετικών Κανόνων που καθορίζουν τις προθεσμίες και είναι ασυμβίβαστη με την άσκηση από τα Δικαστήρια της σχετικής διακριτικής της εξουσίας κατά τρόπο δικαστικό. Οι πιο πάνω αρχές έχουν καθιερωθεί σε σειρά αποφάσεων συμπεριλαμβανομένων των: Ανδρέα Π. Λοΐζου ν. Παναγιώτη Κοντεάτη
(1968)1 Α.Α.Δ. 291,2) Πολιτική Έφεση Αρ. 7742*, και 3) Αίτηση στην Πολιτική Έφεση 7026**. Στις Αγγλικές αποφάσεις Graig v. Phillips [1877] 7 Ch. D. 249, και McC (RD) v. McC (JA) and Another [1971] 2 All E.R. 1097, τονίστηκε ότι ο διάδικος που αιτείται χαλάρωση των προνοιών των Δικαστικών Κανόνων που αφορούν χρονικές προθεσμίες πρέπει να επιδείξει μεγάλη επιμέλεια και όχι αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησής του. Σχετική με περιπτώσεις μακράς καθυστέρησης είναι η υπόθεση W.T. Lamb & Sons v. Rider [1948] 2 All E.R. 402, στην οποία τονίστηκε ότι προϋπόθεση της παράτασης της προθεσμίας είναι η ικανόποιητική εξήγηση της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης». Σημειώνεται, επίσης, ότι από την ένορκο δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν προκύπτει ότι η μη καταχώρηση έφεσης εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο σχετικός θεσμός οφείλεται σε σφάλμα, αμέλεια ή εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση θεσμικών κανόνων από τους δικηγόρους της. Η Αιτήτρια έδωσε οδηγίες για καταχώρηση έφεσης στους νέους δικηγόρους της στις 21.8.13 και η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε πέντε ημέρες αργότερα. Ο χρόνος των πέντε αυτών ημερών κρίνεται εύλογος για την μελέτη της υπόθεσης και για λήψη απόφασης σε σχέση με το θέμα της καταχώρησης έφεσης με δεδομένο συν τοις άλλοις ότι ο φάκελος της υπόθεσης είναι ογκώδης. Επομένως, η αρχή που διακηρύχθηκε στις υποθέσεις που καταπιάνονται με το θέμα αυτό και στις οποίες θα πρέπει να λεχθεί παρατηρείται μια πιο φιλελεύθερη προσέγγιση από το Ανώτατο Δικαστήριο από ότι στο παρελθόν δεν είναι βοηθητικές για την Αιτήτρια. Υπό το φως όλων των πιο πάνω κρίνω πως η υπό κρίση αίτηση δεν μπορεί να έχει παρά απορριπτική κατάληξη. Η εξέταση δε των υπόλοιπων λόγων ένστασης καθίσταται περιττή. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Π. Μιχαηλίδης, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Αναφορά: Παράταση χρόνου καταχώρησης έφεσης Subject: Civil / Other Actions / Interim cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.