Διαχειριστική Επιτροπή NICOLAOU & ZAVOS CENTER ν. Σταύρος Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 4206/10, 12/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A391 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4206/10 Μεταξύ: Διαχειριστική Επιτροπή NICOLAOU & ZAVOS CENTER Εναγόντων και
- Σταύρος Στυλιανού
- M.G. TOUMAZOU TRADING LTD
- Λουκάς Λουκά Εναγομένων Ημερομηνία: 12.12.2013 Για Ενάγοντες: κ. Μ. Γαβριηλίδης. Για Εναγόμενο 1: κα Α. Χ'Χαραλάμπους. Για Εναγόμενους 2 και 3: κα Ιωάννου. ΑΠΟΦΑΣΗ Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης στην ως άνω αγωγή οι Ενάγοντες είναι η δεόντως καταχωρημένη και εγγεγραμμένη Διαχειριστική Επιτροπή της πολυκατοικίας NICOLAOU & ZAVOS CENTER, η οποία βρίσκεται στη Λεμεσό. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Εναγόμενος 1 ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης ή δικαιούμενος προς εγγραφή καταστήματος στην εν λόγω πολυκατοικία ενώ οι Εναγόμενοι 2 και 3 ήταν ενοικιαστές άλλων δύο καταστημάτων στην ίδια πολυκατοικία. Ο Εναγόμενος 1 τοποθέτησε SΚIP στον κοινόχρηστο χώρο έμπροσθεν της πρόσοψης των καταστημάτων της εν λόγω πολυκατοικίας χωρίς την άδεια των Εναγόντων και παρά τις συνεχείς οχλήσεις αυτών για άρση της οχληρίας δεν το έπραξε με αποτέλεσμα να δημιουργείται οχληρία, παρεμπόδιση ελεύθερης διακίνησης των ενοίκων, να αποτελεί εστία μόλυνσης και πηγή κινδύνων για πρόκληση δυστυχημάτων. Οι δε Εναγόμενοι 2 και 3 παραβίαζαν τις αποφάσεις των Εναγόντων για χρήση συγκεκριμένου μέρους του κοινόχρηστου χώρου έμπροσθεν των καταστημάτων για έκθεση των προϊόντων τους και παρά την ειδοποίηση των Εναγόντων όπως συμμορφωθούν αρνήθηκαν να το πράξουν. Ως εκ των άνω οι Ενάγοντες αξίωναν τις ακόλουθες θεραπείες: Α. Διάταγµα που να υποχρεώνει τον Εναγόµενο 1, όπως µετακινήσει τα SΚIP από τον κοινόχρηστο χώρο. Β. Διάταγµα εναντίον των Εναγόµενων 2 όπως µη χρησιµοποιούν κοινόχρηστο χώρο πλην των ορίων που έχει καθορίσει η Διαχειριστική Επιτροπή. Γ. Διάταγµα εναντίον του Εναγόµενου 3 όπως µη χρησιµοποιεί κοινόχρηστο χώρο πλην των ορίων που έχει καθορίσει η Διαχειριστική Επιτροπή, και Δ. Το ποσό των €500 για αποκατάσταση των ζηµιών που προήρθαν ένεκα της συµπεριφοράς των Εναγομένων 1, 2 και
- Στις 4.12.13 ενώ η υπόθεση ήταν ορισμένη για οδηγίες ο συνήγορος των Εναγόντων ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να αποσύρει την αγωγή για όλους τους Εναγόμενους καθότι, ως δήλωσε, δεν υφίσταται πλέον ο λόγος που αυτή καταχωρήθηκε καθότι ο Εναγόμενος 1 έχει μετακινήσει τα skip, οι Εναγόμενοι 2 έχουν αλλάξει τη χρήση του καταστήματος και ο Εναγόμενος 3 έχει μετακομίσει σε άλλη περιοχή. Οι συνήγοροι των Εναγομένων 1, 2 και 3 δεν έφεραν ένσταση στο εν λόγω αίτημα αλλά ζήτησαν όπως τα έξοδα επιδικασθούν υπέρ των πελατών τους. Ο συνήγορος των Εναγόντων δεν συμφώνησε και υποστήριξε ότι η κάθε πλευρά πρέπει να επωμισθεί τα έξοδα της. Ως εκ των άνω η αγωγή απορρίφθηκε για όλους τους Εναγόμενους και οι συνήγοροι την ίδια μέρα αγόρευσαν επί του θέματος των εξόδων. Συγκεκριμένα: Ο συνήγορος των Εναγόντων ανέφερε ότι η αγωγή αφορούσε απαίτηση των Εναγόντων, ως Διαχειριστικής Επιτροπής, για την µετακίνηση δύο skip που ο Εναγόµενος 1 τοποθέτησε παράνοµα σε κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας καθώς και απαίτηση εναντίον των Eναγοµένων 2 και 3 όπως συµµορφωθούν µε τις αποφάσεις της Eπιτροπής για χρησιµοποίηση των χώρων της πολυκατοικίας συµφώνως των ορίων που έχουν ορισθεί µετά από συνεχείς προστριβές και συγκρούσεις µεταξύ των Eναγοµένων. Οι Ενάγοντες είχαν γνωστοποίησει στους Εναγόµενους τα όρια των καταστηµάτων τους και τους προέτρεψαν να συµµορφωθούν µε την απόφαση τους τόσο για αποµάκρυνση των 2 skip όσο και την οριοθέτηση των κοινόχρηστων χώρων και των ορίων των καταστηµάτων τους. Τα γεγονότα έχουν διαφοροποιηθεί πλέον, με την συµµόρφωση των Εναγοµένων προς τις απαιτήσει των Εναγόντων. Ως εκ τούτου είναι η θέση του συνηγόρου ότι οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται τα έξοδα καθότι η αγωγή δεν έχει απορριφθεί εις βάρος των Εναγόντων αλλά απλά έχει διευθετηθεί µε τη συµµόρφωση των Εναγοµένων. Κατέστη δηλ. πλέον άνευ αντικειµένου λόγω της συμμόρφωσης και δεν υφίσταται αιτία αγωγής. Πρόσθεσε δε ότι ήταν η συµπεριφορά των ιδίων των Εναγοµένων τόσο πριν την καταχώρηση της αγωγής όσο και στην πορεία αυτής, η οποία οδήγησε την αγωγή στο σηµείο αυτό και οι ίδιοι ευθύνονται για την καθυστέρηση που προκλήθηκε. Εποµένως θεωρείται το λιγότερο ως άδικο και/ή µη εύλογο οι Ενάγοντες να επωµιστούν τα έξοδα της αγωγής όταν δεν φέρουν ευθύνη για την µη διευθέτηση της αγωγής. Ως εκ των άνω και αφού αναφέρθηκε και σε σχετική νομολογία ήταν η θέση του κ. Γαβριηλίδη ότι θα πρέπει η κάθε πλευρά να επωµισθεί τα δικά της έξοδα καθότι δεν υπάρχει «επιτυχών» και «αποτυχών» διάδικος, έτσι ώστε να ακολουθήσουν το αποτέλεσµα της αγωγής και να επιβαρύνουν τους Ενάγοντες. Η συνήγορος των Εναγομένων 2 και 3 ανέφερε ότι το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο δεν θα εξετάσει την ουσία της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων. Παρέπεμψε δε ως προς τις θέσεις των πελατών της στην Έκθεση Υπεράσπισης αυτών. Αφού δε αναφέρθηκε στη σχετική νομολογία και στον κανόνα που προκύπτει από αυτή ότι τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, υποστήριξε ότι εφόσον στην παρούσα η αγωγή έχει αποσυρθεί εναντίον των Εναγομένων 2 και 3, τα έξοδα θα πρέπει να ακολουθήσουν το αποτέλεσμα αυτής και άρα να επιδικασθούν υπέρ των πελατών της. Δεν συντρέχει δε, κατέληξε η κα Ιωάννου, οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί εξαίρεση από τον πιο πάνω κανόνα καθότι οι Εναγόµενοι 2 και 3 σε καµία περίπτωση δηµιούργησαν έξοδα ή συνέβαλαν µε την συµπεριφορά τους στη δηµιουργία αδικαιολόγητων εξόδων κάτι που ως υποστήριξε προκύπτει από τα γεγονότα της υπόθεσης όπως φαίνονται από το φάκελο του Δικαστηρίου. Τέλος η συνήγορος του Εναγόμενου 1, προς υποστήριξη της δικής της θέσης, αρκέσθηκε στο να υιοθετήσει τα όσα ανέφερε η κα Ιωάννου. Νομική Πτυχή Η εξουσία του Δικαστηρίου να επιδικάζει έξοδα εκπηγάζει από το άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και από τη Δ.59 Κ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, που προνοούν τα εξής: «
- Τα έξοδα οιασδήποτε πολιτικής διαδικασίας ή τα σχετιζόμενα προς αυτήν, ενώπιον οιουδήποτε Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται υπό οιουδήποτε εκάστοτε ισχύοντος νόμου ή δευτερογενούς νομοθεσίας, θα τελούν υπό την διακριτικήν εξουσίαν του Δικαστηρίου και το Δικαστήριον θα έχει πλήρη εξουσίαν να αποφασίζει υπό τίνος και κατά τίνα έκτασιν τα τοιαύτα έξοδα θα πληρωθώσι.» «Δ.59 Κ.1: Subject to the provisions of any law or rules, the costs of and incident to any proceeding shall be in the discretion of the Court or Judge, who may authorize an executor, administrator or trustee who has not unreasonably instituted, or carried on, or resisted any proceeding, to have his costs paid out of a particular estate or fund.» Στην υπόθεση Φιλίππου ν. Φιλίππου
(1990)1 Α.Α.Δ. 890 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «. παρέχεται στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική εξουσία να εκδίδει διατάγματα σχετικά με έξοδα. Είναι καθιερωμένη πρακτική των Δικαστηρίων ότι συνήθως τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα της δίκης εκτός εάν το Δικαστήριο ενασκώντας τη διακριτική του εξουσία και με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνει διαφορετικά. Η διακριτική όμως αυτή εξουσία πρέπει να ασκείται δικαστικά και κατά συνέπεια η άσκηση της υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο. .................................................................................................................................... Η συμπεριφορά των διαδίκων κατά τη διαδικασία δεν είναι στοιχείο άσχετο με την υπόθεση ώστε σε περίπτωση που λαμβάνεται υπόψη στην επιδίκαση εξόδων να θεωρηθεί ότι ισοδυναμεί με κακή άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστή (βλέπε σχετικά Baylis Baxter Ltd v. Sabath
(1958)2 Αll E.R. 209, Papakokkinou and Others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65; Saab and Another v. The Holy Monastery Ayios Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499).» Περαιτέρω στην υπόθεση Θρασυβούλου ν. Arto Estates Ltd
(1993)1 A.A.Δ. 12 λέχθηκαν τα εξής: «Είναι θεμελιωμένο ότι ο βασικός παράγοντας που διέπει την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα, είναι το αποτέλεσμα της δίκης. Θεωρείται ασύννομο ο δικαιωθείς διάδικος να επωμίζεται τα έξοδα της υπεράσπισης των δικαιωμάτων του και εύλογο να τα επωμίζεται ο αποτυχών διάδικος, η αδικαιολόγητη προσφυγή του οποίου στο Δικαστήριο (όπως τεκμηριώνεται από το αποτέλεσμα) αποτέλεσε τη γενεσιουργό αιτία των εξόδων. Κλασσικό παράδειγμα εξαίρεσης από τον κανόνα αποτελεί η περίπτωση επιτυχόντα διαδίκου ο οποίος συμβάλλει με το χειρισμό της υπόθεσής του στην αύξηση των εξόδων της δίκης∙ σ΄εκείνη την περίπτωση δικαιολογείται ο μετριασμός της εφαρμογής του κανόνα (τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα) και η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να αντανακλάται η συμβολή του επιτυχόντα διαδίκου στη διόγκωση των εξόδων. Δεν είναι όμως παραδεκτή η αποστέρηση των εξόδων του επιτυχόντα διαδίκου χωρίς αποχρώντα λόγο.» Ακόμα στην υπόθεση Χάσικος κ.α ν. Χαραλαμπίδη
(1990)1 Α.Α.Δ. 389 επισημαίνεται μεταξύ άλλων ότι «η δικαίωση δεν πρέπει να επάγεται την καταβολή δαπάνης» και επαναλαμβάνεται ότι το αποτέλεσμα αποτελεί τον κύριο καθοδηγητικό παράγοντα για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου ως προς τα έξοδα. Τονίζεται επίσης ότι απόκλιση από αυτό τον κανόνα πρακτικής δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχουν ικανοί λόγοι που ανάγονται στην γενεσιουργό αιτία της πρόκλησης των εξόδων της δίκης ή μέρους της. Στην δε Georgios E. Glykys ν. Ioannis Stylianou Ioannides 24 C.L.R. 220 υποδεικνύεται ότι δεν χωρεί, στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας, η επίδραση παραγόντων άλλων από εκείνων που σχετίζονται με την ουσία του αποτελέσματος. Έτσι στην ίδια αυτή υπόθεση τονίστηκε ότι η επίδειξη καλής προαίρεσης (kindness) από το Δικαστήριο προς τον αποτυχόντα διάδικο προς μετριασμό αισθημάτων πικρίας του αποτυχόντα διαδίκου, δε συνιστά δικαστική άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Τέλος στην υπόθεση Ζαβρού ν. Μιχαηλίδου
(1996)1 Α.Α.Δ. 477 λέχθηκε ότι ο κανόνας είναι τόσο ισχυρός που από μόνος του «παρέχει την αιτιολόγηση στην κάθε αντίστοιχη εξέλιξη χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξειδίκευσης». Παρέκκλιση, αναφέρεται, δικαιολογείται μόνο εφόσον συντρέχει άλλη επαρκής περίσταση, η οποία και πρέπει να εκτίθεται. Για σκοπούς εξέτασης του υπό αναφορά θέματος κρίνω ότι είναι ορθό όπως παρατεθεί το ιστορικό της πορείας της παρούσας υπόθεσης. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε την 1.9.
- Στις 8.9.10 και 10.9.10 καταχωρήθηκαν σημειώματα εμφάνισης για τους Εναγόμενους 2 και 3 και για τον Εναγόμενο 1 αντίστοιχα. Στις 24.9.10 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν Έκθεση Υπεράσπισης και την ίδια μέρα Ειδοποίηση Συνεναγομένου απευθυνόμενη προς τον Εναγόμενο
- Ακολούθησε στις 8.12.10 αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 προς έκδοση οδηγιών Συνεναγομένων. Στις 29.12.10 οι Ενάγοντες καταχώρησαν εναντίον του Εναγόμενου 1 αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης. Ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε στις 30.12.10 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση. Στις 3.2.11 δόθηκαν από το Δικαστήριο οδηγίες προς ανταλλαγή δικογράφων μεταξύ των Συνεναγομένων στη βάση της αίτηση ημερ. 8.12.
- Στις 22.3.11 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν αίτηση για παράταση του χρόνου καταχώρησης της Έκθεσης Απαίτησης τους εναντίον του Εναγόμενου 1, αίτημα το οποίο εγκρίθηκε στις 31.3.
- Η εν λόγω Έκθεση Απαίτησης των Εναγομένων 2 και 3 καταχωρήθηκε στις 4.4.
- Ακολούθησε στις 5.5.11 αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 για έκδοση απόφασης εναντίον του Εναγόμενου 1 λόγω μη καταχώρησης Έκθεσης Υπεράσπισης από τον τελευταίο. Στη συνέχεια ο Εναγόμενος 1 καταχώρησε στις 12.5.11 Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση όσο αφορά την απαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 εναντίον του και στις 18.5.11 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν Απάντηση στην Έκθεση Υπεράσπισης του Εναγόμενου 1 και Έκθεση Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση αυτού. Στις 15.6.11 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν αίτηση ορισμού της υπόθεσης. Έτσι η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 26.10.
- Στο μεσοδιάστημα, στις 7.9.11 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν μονομερή αίτηση, η οποία ορίσθηκε στις 14.9.11 και με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου 1 μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Συγκεκριμένα ζητούσαν όπως ο Εναγόμενος 1 διαταχθεί να μετακινήσει δύο μεταλλικά skip τα οποία τοποθέτησε μπροστά στα καταστήματα των Εναγομένων 2 και 3 καθώς και να μην τοποθετεί οποιοδήποτε αντικείμενα μπροστά από τις προθήκες των καταστημάτων τους. Στις 14.9.11 η εν λόγω αίτηση διατάχθηκε να επιδοθεί και ορίσθηκε για το σκοπό αυτό στις 28.9.11 ημερομηνία κατά την οποία εμφανίσθηκε δικηγόρος για τον Εναγόμενο 1 και ζήτησε χρόνο για να καταχωρήσει ένσταση. Έτσι η αίτηση ορίσθηκε για ακρόαση στις 16.11.
- Στις 26.10.11 που ήταν ορισμένη η αγωγή για οδηγίες οι συνήγοροι των διαδίκων ζήτησαν και δόθηκαν οδηγίες για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων. Η αγωγή ορίσθηκε στη συνέχεια για οδηγίες στις 16.11.11 ημερομηνία κατά την οποία η αίτηση των Εναγομένων 2 και 3 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αποσύρθηκε και η αγωγή ορίσθηκε για οδηγίες με σκοπό τη συζήτηση της στις 17.1.
- Στις 17.1.12 η αγωγή ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 14.6.
- Στις 14.6.12 μετά από δήλωση των δικηγόρων ότι βρέθηκε λύση συμβιβασμού για τους Εναγόμενους 2 και 3 μόνον αλλά όχι για τον Εναγόμενο 1, η υπόθεση ορίσθηκε για οδηγίες στις 26.6.12 ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκε ότι τελικά η προσπάθεια συμβιβασμού για τους Εναγόμενους 2 και 3 δεν καρποφόρησε οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 24.4.
- Στις 24.4.13 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 15.10.13 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε αναβολή από κοινού καθότι, ως δηλώθηκε, υπήρχε πρόθεση απόσυρσης της αγωγής αλλά δεν υπήρχε κατάληξη για τα έξοδα και επίσης θα έπρεπε να τοποθετηθεί η συνήγορος του Εναγόμενου 1 σε σχέση με την Ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων και των Εναγομένων 2 και
- Ενόψει των ανωτέρω το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίσθηκε στις 4.12.13 για οδηγίες. Στις 4.12.13, ως προαναφέρθηκε, η αγωγή αποσύρθηκε και παρέμεινε το υπό εξέταση θέμα επιδίκασης των εξόδων. Περαιτέρω την ίδια μέρα η Ανταπαίτηση του Εναγόμενου 1 εναντίον των Εναγόντων ορίσθηκε για ακρόαση στις 12.6.13 ενώ αποσύρθηκαν, χωρίς έξοδα, τόσο η Απαίτηση των Εναγομένων 2 και 3 εναντίον του Εναγόμενου 1 όσο και η Ανταπαίτηση του τελευταίου εναντίον των Εναγομένων 2 και
- Προχωρώντας τώρα στη εξέταση των θέσεων των διαδίκων θα πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Αποτελεί ουσιαστικά θέση του συνηγόρου των Εναγόντων ότι στην παρούσα δεν υπάρχει «επιτυχών» και «αποτυχών» διάδικος, έτσι ώστε τα έξοδα να ακολουθήσουν το αποτέλεσµα της αγωγής και να επιβαρύνουν τους Ενάγοντες εφόσον η αγωγή δεν απορρίφθηκε εις βάρος των Εναγόντων αλλά διευθετήθηκε ή κατέστη άνευ αντικειμένου λόγω της συμμόρφωσης των Εναγομένων στις απαιτήσεις των Εναγόντων. Η θέση όμως αυτή δεν με βρίσκει σύμφωνο εφόσον ούτε βάσιμη είναι αλλά ούτε και λογική. Η εν λόγω διαδικασία εγέρθηκε από τους Ενάγοντες και εν τέλει αποσύρθηκε. Ανεξαρτήτως δε του λόγου για τον οποίο αποσύρθηκε, αποτελεί γεγονός ότι η εν λόγω αγωγή, έλαβε τέλος χωρίς οι Ενάγοντες να επιτύχουν την αξιούμενη θεραπεία. Δεν υπάρχει λοιπόν καμία αμφιβολία ότι οι Ενάγοντες είναι ο αποτυχών διάδικος. Υιοθέτηση της εν λόγω θέσης της συνηγόρου των Εναγόντων θα οδηγούσε άλλωστε στο μη λογικό αποτέλεσμα όταν μια διαδικασία αποσύρεται για οποιονδήποτε λόγο χωρίς όμως να εξετασθεί και να αποφασισθεί επί της ουσίας της, τα έξοδα αυτής να βαρύνουν όχι αυτό που την ήγειρε αλλά τον αντίδικο του. Η όλη θέση όμως των Εναγόντων εμπεριέχει και κάτι άλλο το οποίο κρίνεται ότι θα πρέπει να εξετασθεί ως παράγοντας σχετικός με το θέμα των εξόδων. Συγκεκριμένα ο κ. Γαβριηλίδης ουσιαστικά υποστήριξε ότι τα έξοδα της διαδικασίας δεν προκλήθηκαν αδίκως εφόσον η αγωγή εγέρθηκε ένεκα της συμπεριφοράς των Εναγομένων καθώς και ότι για την καθυστέρηση και τα έξοδα που προκλήθηκαν στην πορεία της διαδικασίας μέχρι σήμερα ευθύνονται και πάλι οι Εναγόμενοι λόγω και πάλι της συμπεριφοράς τους. Όσον αφορά το αναγκαίο και δίκαιο της έγερσης της αγωγής θα πρέπει να λεχθεί ότι σίγουρα δεν είναι ορθό και δεν ενδείκνυται, το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης του θέματος των εξόδων να προβεί σε αξιολόγηση της ουσίας της υπόθεσης και να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα, πόσο μάλλον όταν εκκρεμεί ακόμη η εκδίκαση της Ανταπαίτησης του Εναγόμενου
- Άλλωστε κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει ούτως η άλλως χωρίς την προσκόμιση μαρτυρίας, με βάση μόνο του δικογραφημένους ισχυρισμούς των διαδίκων. Για σκοπούς και μόνο λοιπόν του υπό εξέταση θέματος και χωρίς αυτό να αποτελεί οποιαδήποτε παραδοχή και κατ' επέκταση εύρημα του Δικαστηρίου επί της ουσίας της υπόθεσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 στις δικές τους αγορεύσεις δεν αμφισβήτησαν ότι η έγερση της αγωγής ήταν ουσιαστικά αναγκαία λόγω της συμπεριφοράς τους και συγκεκριμένα ότι έγινε με σκοπό να επιτευχθεί η µετακίνηση δύο skip που ο Εναγόµενος 1 τοποθέτησε σε κοινόχρηστο χώρο της πολυκατοικίας καθώς για να συμμορφωθούν οι Eναγόμενοι 2 και 3 µε τις αποφάσεις των Εναγόντων για χρησιµοποίηση συγκεκριμένου μέρους των κοινόχρηστων χώρων της πολυκατοικίας συµφώνως των ορίων που ορίσθηκαν µετά από συνεχείς προστριβές και συγκρούσεις µεταξύ των Eναγοµένων. Το ότι υπήρχαν διαφορές και προστριβές μεταξύ των Εναγομένων 2 και 3 από τη μια και του Εναγόμενου 1 από την άλλη προκύπτει άλλωστε και από τα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης των πρώτων εναντίον του δεύτερου και στην Ανταπαίτηση του δεύτερου εναντίον των πρώτων αλλά και από το ότι οι πρώτοι σε κάποιο στάδιο επιδίωξαν την έκδοση εναντίον του δεύτερου προσωρινών διαταγμάτων για απομάκρυνση των skip. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων ήταν αυτή που οδήγησε στην έγερση της αγωγής από τους Ενάγοντες. Περαιτέρω προκύπτει σαφώς από το ιστορικό της υπόθεσης, ως παρατέθηκε με λεπτομέρεια ανωτέρω, ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 συνέβαλαν σε μεγάλο βαθμό στην καθυστέρηση που παρατηρήθηκε ώστε η υπόθεση να φτάσει να εκκρεμεί μέχρι σήμερα και κατ' επέκταση στην αύξηση των εξόδων. Συγκεκριμένα: Παρά το ότι η αγωγή καταχωρήθηκε την 1.9.10 και σημειώματα εμφάνισης στις 8.9.10 και 10.9.10, τα δικόγραφα δεν έκλεισαν παρά μόνο στις 18.5.11 δηλ. πέραν των οκτώ μηνών αργότερα ενόψει της Ειδοποίησης Συνεναγομένων που επίδοσαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 στον Εναγόμενο 1 και στη συνέχεια της Ανταπαίτησης του τελευταίου εναντίον των πρώτων. Η δε αίτηση ορισμού δεν έγινε παρά ένα μήνα αργότερα δηλ. στις 15.6.11 με αποτέλεσμα η υπόθεση να ορισθεί για πρώτη φορά για οδηγίες στις 26.10.
- Στο μεσοδιάστημα, στις 7.9.11 οι Εναγόμενοι 2 και 3 καταχώρησαν μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων εναντίον του Εναγόμενου 1 μέχρι την αποπεράτωση της αγωγής. Η εκκρεμότητα δε αυτής της αίτησης φαίνεται ότι είχε ως αποτέλεσμα στις 26.10.11 που η αγωγή ήταν ορισμένη για οδηγίες να ζητηθεί χρόνος μόνο για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων και να μην συζητηθεί η υπόθεση κάτι που ζητήθηκε στις 16.11.11, ημερομηνία κατά την οποία αποσύρθηκε η προαναφερόμενη αίτηση των Εναγομένων 2 και
- Έτσι η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για οδηγίες με σκοπό τη συζήτηση της στις 17.1.12 ημερομηνία κατά την οποία η αγωγή ορίσθηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 14.6.
- Στις 14.6.12 η ακρόαση αναβλήθηκε κατόπιν κοινού αιτήματος των διαδικών μετά από δήλωση των δικηγόρων ότι βρέθηκε λύση συμβιβασμού για τους Εναγόμενους 2 και 3 μόνον αλλά όχι για τον Εναγόμενο 1 και ορίσθηκε για οδηγίες στις 26.6.12 ημερομηνία κατά την οποία αναφέρθηκε ότι τελικά η προσπάθεια συμβιβασμού δεν καρποφόρησε οπόταν η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 24.4.
- Στις 24.4.13 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και η υπόθεση ορίσθηκε εκ νέου για ακρόαση στις 15.10.13 ημερομηνία κατά την οποία ζητήθηκε αναβολή από κοινού καθότι παρά την πρόθεση για απόσυρσης της αγωγής δεν υπήρχε κατάληξη για τα έξοδα και επίσης θα έπρεπε να τοποθετηθεί η συνήγορος του Εναγόμενου 1 σε σχέση με την Ανταπαίτηση εναντίον των Εναγόντων και των Εναγομένων 2 και
- Προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω ότι οι Εναγόμενοι φέρουν ευθύνη για την έγερση της αγωγής που ήταν και η γενεσιουργός αιτία πρόκλησης των υπό εξέταση εξόδων ενώ περαιτέρω ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό και για την καθυστέρηση που παρατηρήθηκε ώστε η υπόθεση να φτάσει να εκκρεμεί μέχρι πρότινος και κατ' επέκταση για την αύξηση των εξόδων. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν στις αγορεύσεις τους ούτε ότι ο Εναγόμενος 1 έχει μετακινήσει τα skip, ούτε ότι οι Εναγόμενοι 2 έχουν αλλάξει τη χρήση του καταστήματος και ο Εναγόμενος 3 έχει μετακομίσει σε άλλη περιοχή. Συνεπώς λαμβάνοντας υπόψην και τις θεραπείες που ζητούνταν με την αγωγή δεν μπορεί να απορριφθεί η θέση των Εναγόντων ότι η αγωγή αποσύρθηκε ενόψει του ότι δεν είχε πλέον λόγο ύπαρξης. Σε σχέση με το πότε έγινε η εν λόγω συμμόρφωση δεν αναφέρθηκε και δεν φαίνεται από το ιστορικό της υπόθεσης αυτή να έγινε παλαιότερα. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψη τις νομικές αρχές που τέθηκαν ανωτέρω και κυρίως το ότι η έκδοση διαταγής για τα έξοδα ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας γίνεται με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης, κρίνω ότι υπό τις συνθήκες και τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης ως εκτέθηκαν ανωτέρω, είναι ορθό και δίκαιο όπως μη εφαρμοσθεί ο κανόνας δηλ. να διαταχθεί όπως τα έξοδα ακολουθήσουν το αποτέλεσμα. Αντίθετα, λαμβάνοντας υπόψην και τα σχετικά αιτήματα των διαδίκων, κρίνω ότι η διακριτική μου ευχέρεια θα πρέπει να ασκηθεί με έκδοση διαταγής ώστε η κάθε πλευρά να επωμισθεί τα έξοδα της. Ως εκ των άνω σε σχέση με την αγωγή διατάσσεται όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.)................. Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final (Αναφορά: Αγωγή - Απόσυρση - Έξοδα) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο