← Κύπρος

Sergei Petrovich Poymanov ν. Aletarro Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3463/13, 3/12/2013

Sergei Petrovich Poymanov ν. Aletarro Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 3463/13, 3/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A378 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3463/13 Μεταξύ: Sergei Petrovich Poymanov Ενάγοντα - και -

  1. Aletarro Limited
  2. Nisoram Holding Limited
  3. Totalserve Management Limited
  4. Mr Yuri Zhukov
  5. Atlantic LLC
  6. Urasay Limited
  7. Mostra Consulting Limited
  8. Totalserve Trust Company Limited
  9. Limited Liability Company Sberbank Capital Εναγομένων - - - - - - - - - - - - - - - - - - - Αίτηση ημερομηνίας 7.8.2013 3.12.2013 Για τον Ενάγοντα - Αιτητή: κ. Α. Τσιρίδης με κ. Δράκο για Κώστας Τσιρίδης & Σία ΔΕΠΕ και Δράκος & Ευθυμίου ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2 - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Χρ. Κωνσταντίνου με κ. Θεοδούλου για Χ. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 3 και 8 - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Χρ. Νικολάου με κα Κ. Φιλιππίδου για Πατρίκιος Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 4 - Καθ΄ου η Αίτηση: κ. Κ. Βελάρης με κ. Χ. Βελάρη για Βελάρης και Βελάρης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 5, 6 και 7 - Καθ΄ων η Αίτηση: κ. Α. Μαρκίδης με κα Σ. Ισιδώρου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 9: κα Π. Κολατσή για κ. Σκορδής & Παπαπέτρου ΔΕΠΕ (παρακολουθεί τη διαδικασία) Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Αγωγή καταχωρίστηκε την 7.8.2013 με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο. Έκθεση Απαίτησης δεν έχει ακόμα καταχωριστεί. Η αξίωση του Ενάγοντα, όπως προκύπτει από την οπισθογράφηση της Απαίτησης, είναι ότι οι Εναγόμενοι 1, 2, 4, 5, 6, 7 και 9 συνωμότησαν και τον καταδολίευσαν προβαίνοντας σε παράνομες μεταβιβάσεις στους Εναγόμενους 1, 2, 4, 5, 6 και 7 των μετοχών της JSC Pavlovskgranit των οποίων ο Ενάγοντας ήταν ο τελικός δικαιούχος. Αξιώνει από τους τελευταίους να του μεταβιβάσουν τις μετοχές που απέκτησαν και περαιτέρω ή διαζευκτικά από όλους αποζημιώσεις ύψους €202.276.506,74 (8.862.836.031 ρούβλια). Περαιτέρω, αξιώνεται εναντίον των Εναγομένων 3 και 8 διάταγμα αποκάλυψης που να τους διατάσσει να παρουσιάσουν τα έγγραφα που σχετίζονται με τους υπόλοιπους Εναγόμενους. Αυθημερόν με την καταχώριση της Αγωγής καταχωρίστηκε μονομερής Αίτηση υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 7.8.2013 του Justin Barrie Michaelson, Άγγλου δικηγόρου του Ενάγοντα. Σύμφωνα με αυτήν, ο Ενάγοντας ήταν ο κατά 90,5% τελικός δικαιούχος των μετοχών της «Pavlovrskgranit», μιας ευημερούσας και επιτυχημένης επιχείρησης. Κατείχε άμεσα το 24,67%. Κατείχε ακόμα το 50% της LLC Vitera που κατείχε το 36,37% της «Pavlovrskgranit». Μέσω της εταιρείας του CJSC Pavlovrskgranit - Invest, αγόρασε τον Ιούνιο του 2008 την PNH Limited που κατείχε το 29,46% της «Pavlovrskgranit» και το υπόλοιπο 50% της «Vitera». Για την αγορά της «PNH», η «P-Invest» έλαβε, δυνάμει Συμφωνίας Πιστωτικής Διευκόλυνσης ημερομηνίας 4.8.2008, χρηματοδότηση 5,1 δισεκατομμύρια ρούβλια από την τράπεζα JSC Sberbank και όλο το πιο πάνω μετοχικό μερίδιο, αλλά και το υπόλοιπο 9,5% που ανήκε κατά μεγάλο μέρος σε μέλη της οικογένειας του Ενάγοντα, ενεχυριάστηκε προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση. Ενεχυριάστηκαν επίσης οι μετοχές της «P-Invest» και της «Vitera». Τα μερίδια που η παρούσα αγωγή αφορά είναι του Ενάγοντα, της «Vitera» και της «PNH» που ενεχυριάστηκαν με τις Συμφωνίες Ενεχυρίασης ημερομηνίας 4.8.2008 (JBM 4), 6.10.2008 (JBM 5) και 7.10.2008 (JBM 6) αντίστοιχα. Συνάφθηκαν περαιτέρω συμφωνίες για εξωδικαστηριακή εκποίηση των μεριδίων, ημερομηνίας 4.6.2009 (JBM 14, 15 και 16 αντίστοιχα) που έδιδαν το δικαίωμα στην Τράπεζα να υποβάλει απαίτηση κάτω από τις ενεχυριάσεις, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει στο Δικαστήριο. Μπορούσε η Τράπεζα είτε να αποκτήσει την κυριότητα των ενεχυριασμένων μετοχών με την τιμή να καθορίζεται από ανεξάρτητο εκτιμητή αξιολόγησης ή να τις πωλήσει είτε σε πλειστηριασμό σύμφωνα με το Ρωσικό νόμο, είτε σε τρίτο πρόσωπο χωρίς πλειστηριασμό (όρος 4.1). Τα δικαιώματα της Τράπεζας από τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης και τις Συμφωνίες Ενεχυρίασης εκχωρήθηκαν στην Εναγόμενη 9, ρωσική εταιρεία που της ανήκει εξολοκλήρου και στην Εναγόμενη 5, επίσης ρωσική εταιρεία. Κατ΄ ακολουθία ασυμφωνίας της Τράπεζας με την «Ρ-Invest» για την αναδιοργάνωση της χρηματοδότησης, οι Εναγόμενες 5 και 9 προχώρησαν σε εξωδικαστική εκτέλεση των ενεχύρων. Είναι η θέση του Ενάγοντα πως χρησιμοποιήθηκαν οι πρόνοιες των συμφωνιών κατά παράνομο τρόπο και προς διευκόλυνση της διάπραξης απάτης εναντίον του και κατά παράβαση του ρωσικού δικαίου που εφαρμοζόταν, ενώ οι επιφυλαχθείσες τιμές πώλησης των μετοχών καθορίστηκαν στη βάση αναξιόπιστων, ψευδών και απατηλών εκθέσεων αποτίμησης, αφού οι τρεις οργανισμοί που τις έκαμαν δεν ζήτησαν πληροφορίες από την «Pavlovrskgranit». Περαιτέρω αφήνονται σαφείς υπόνοιες ότι αυτοί οι οργανισμοί επηρεάστηκαν από την Τράπεζα και τον πρόεδρο του διοικητικού της συμβουλίου. Οι πιο πάνω εκθέσεις αποτίμησης διαφέρουν σε μεγάλο βαθμό από την αποτίμηση ανεξάρτητης εταιρείας αξιολόγησης της Financial Business Service Consulting Group που διόρισε ο Ενάγοντας. Ως αποτέλεσμα, οι επίδικες μετοχές μεταβιβάστηκαν υποτιμημένες και προκλήθηκε στον Ενάγοντα η οικονομική ζημιά που αξιώνει με την Αγωγή. Σύμφωνα με τον Michaelson τα μερίδια πωλήθηκαν σε χαμηλότερη τιμή από την πραγματική τους αξία, ως ακολούθως: - Το μερίδιο του Ενάγοντα πωλήθηκε για 516.174.826 ρούβλια ενώ άξιζε 2.956.641.000 ρούβλια με απώλεια 2.440.464.174 ρούβλια και κατέληξε στην Εναγόμενη 6 εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. - Το μερίδιο της «Vitera» πωλήθηκε για 1.144.189.143 ρούβλια ενώ άξιζε 4.660.778.000 ρούβλια με απώλεια 3.516.588.857 ρούβλια και κατέληξε στις Εναγόμενες 1 και 2, κυπριακές εταιρείες. - Το μερίδιο της «PNH» εξαγοράστηκε για 760.000.000 ρούβλια ενώ άξιζε 3.665.781.000 ρούβλια με απώλεια 2.905.781.000 ρούβλια και κατέληξε στην Εναγόμενη 5, ρωσική εταιρεία που ανήκει στην Εναγόμενη 7, εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Σύμφωνα πάντα με τον Michaelson, οι Εναγόμενες εταιρείες που απόκτησαν τις επίδικες μετοχές, σχετίζονται με τον Εναγόμενο 4, Ρώσο πολίτη που διαμένει στη Ρωσία, ιδιοκτήτη της εταιρείας OJSC Nationalnaya Nerudnaya Kompaniya, «ΝΝΚ», που είναι ο κύριος ανταγωνιστής της «Pavlovrskgranit» και η απόκτηση των επίδικων μετοχών πραγματοποιήθηκε κατόπιν δόλιου σχεδιασμού του Εναγόμενου 4 που χρησιμοποίησε συνδεδεμένες εταιρείες και φυσικά πρόσωπα στην Εναγόμενη
  10. Ο Ενάγοντας υπήρξε θύμα συνωμοσίας για την καταδολίευση του με κύρια μέρη τον Εναγόμενο 4 και τις Εναγόμενες 5 και 9 εταιρείες. Γίνονται αναφορές που, κατά τον Ενάγοντα, καταδεικνύουν πως ο Εναγόμενος 4 σχετίζεται με τις Εναγόμενες 1, 2, 4, 5, 6 και 9 ενώ αναφέρεται πως η Εναγόμενη 8 είναι ο εγγεγραμμένος αντιπρόσωπος εταιρειών των Βρετανικών Παρθένων Νήσων στις οποίες ο Εναγόμενος 4 είναι ο δικαιούχος ή φερόμενος δικαιούχος και η Εναγόμενη 3 προσφέρει εταιρικές υπηρεσίες σε κυπριακές εταιρείες στις οποίες ο Εναγόμενος 4 είναι ο δικαιούχος ή φερόμενος δικαιούχος. Σημειώνεται ακόμα πως οι Εναγόμενες 1 και 2 δέχονται υπηρεσίες από την Εναγόμενη 3 και η Εναγόμενη 7 από την Εναγόμενη
  11. Ως προς το ζήτημα της δυσκολίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, ο Michaelson αναφέρεται σε επικείμενο κίνδυνο διάθεσης των επίδικων μεριδίων σε άλλες οντότητες. Ακόμα επικαλείται ειδησεογραφικό άρθρο ημερομηνίας 21.6.2013 που αναφέρεται σε απόπειρα του Εναγόμενου 4 να μειώσει την αξία των επίδικων μεριδίων με την έκδοση αριθμού νέων μετοχών της «Pavlovrskgranit». Σημειώνει, ωστόσο, πως η έκδοση τέτοιων μετοχών έχει απορριφθεί από την Ομοσπονδιακή Αρχή Χρηματοπιστωτικών Αγορών. Επικαλείται ακόμα ειδησεογραφικό άρθρο ημερομηνίας 24.6.2013 ότι η Εναγόμενη 5 θα μεταβιβάσει το μερίδιο της στην «NNK». Αναφέρει ότι επιτεύχθηκε διακανονισμός μεταξύ της Εναγόμενης 5 και της «Pavlovrskgranit» και τα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας θα μεταβιβάζονταν στην «Nerud» και την «Promvzryv» σημειώνοντας πως ο διακανονισμός εγκρίθηκε από Ρωσικό Δικαστήριο στις 17.7.
  12. Αναφορικά με την αρμοδιότητα των κυπριακών δικαστηρίων, είναι η θέση του Ενάγοντα πως εφόσον οι Εναγόμενες 1, 2 και 3 εταιρείες είναι κυπριακές και οι υπόλοιποι Εναγόμενοι απαραίτητοι διάδικοι, υπάρχει δικαιοδοσία. Στη βάση των πιο πάνω θέσεων, εκδόθηκαν όλα τα εξαιτούμενα διατάγματα. Πρόκειται για οκτώ απαγορευτικά διατάγματα και ένα διάταγμα αποκάλυψης. Κανένα διάταγμα δεν απευθύνεται προς την Εναγόμενη
  13. Τα πρώτα πέντε, αφορούν τις μετοχές της «Pavlovrskgranit». Απαγορεύεται στις Εναγόμενες 1, 2, 6 και 5 ουσιαστικά να διαχειρίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις μετοχές που κατέχουν στην «Pavlovrskgranit», όπως και στον Εναγόμενο 4.

(1)Στην Εναγόμενη 1 που κατέχει 100.423 μετοχές.
(2)Στην Εναγόμενη 2 που κατέχει 220.820 μετοχές.
(3)Στον Εναγόμενο 4.
(4)Στην Εναγόμενη 6 που κατέχει 217.915 μετοχές, και
(5)Στην Εναγόμενη 5 που κατέχει 260.179 μετοχές. Το Διάταγμα αυτό στρέφεται και εναντίον της Εναγόμενης 7 που κατέχει το σύνολο των μετοχών της Εναγόμενης 5. Με το Διάταγμα
(6)απαγορεύεται σε όλους τους πιο πάνω να αλλοιώσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το μετοχικό, ονομαστικό ή εκδομένο κεφάλαιο ή τις τάξεις ή δικαιώματα των μετοχών της «Pavlovrskgranit». Το Διάταγμα
(7)απαγορεύει στους Εναγόμενους 4, 5 και 7, ουσιαστικά να διαχειρίζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο τις μετοχές στις ΟAO Pavlovsk Nerud και ΟAO Pavlovsk Promvzryv και με το Διάταγμα
(8)τους απαγορεύεται να αλλοιώσουν καθ΄ οιονδήποτε τρόπο το μετοχικό, ονομαστικό ή εκδομένο κεφάλαιο ή τις τάξεις ή δικαιώματα των μετοχών των δύο αυτών εταιρειών που ανήκουν στην Εναγόμενη 5 και που, σύμφωνα με τον Michaelson, σε αυτές θα μεταφέρονταν τα περιουσιακά στοιχεία της «Pavlovrskgranit». Το Διάταγμα αποκάλυψης
(9)απευθύνεται προς τις Εναγόμενες 3 και 8 εταιρείες ώστε να αποκαλύψουν τους ιδιοκτήτες και τελικούς δικαιούχους των μετοχών των Εναγομένων 1, 2, 6 και 7 εταιρειών. Ο Ενάγοντας συναίνεσε έτσι που το Διάταγμα αποκάλυψης να ανασταλεί μέχρι εκδίκασης της παρούσας Αίτησης. Εξ αντικειμένου, τούτο σημαίνει ότι αναγνωρίζει ο Ενάγοντας πως δεν ήταν επείγον να εκδοθεί μονομερώς στην απουσία των Εναγομένων 3 και 8. Υπό άλλες περιστάσεις, αυτό θα ήταν ίσως αρκετό για να ακυρωθεί, χωρίς καν το Δικαστήριο να ενασχοληθεί με την ουσία του. Όμως, ως εκ της φύσης του Διατάγματος και το γεγονός πως η ισχύς του αναστάληκε προτού εκπνεύσει ο χρόνος για αποκάλυψη, το αποτέλεσμα είναι πως δεν έγινε αποκάλυψη και ο Ενάγοντας ουδέν πλεονέκτημα αποκόμισε ζητώντας το μονομερώς. Στην ουσία, είναι ως εάν το Διάταγμα
(9)να μην χορηγήθηκε. Η διαδικασία στην παρουσία όλων των πλευρών είναι που θα κρίνει κατά πόσο, στο τέλος της ημέρας, η αποκάλυψη θα διαταχθεί να γίνει ή όχι. Το άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κλασσική επί του προκειμένου θεωρείται η απόφαση στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 όπου επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041 υιοθετείται η επί του προκειμένου Αγγλική νομολογία όπως εκφράζεται στο σύγγραμμα Copinger and Skone James on Copyright, 12η έκδ., παραγ. 621 (σε μετάφραση): «Συζητήσιμη υπόθεση. .. Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγων δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο, πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση .» Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε πως: «Η δεύτερη προϋπόθεση επιβάλλει στις εφεσείουσες να δείξουν ότι έχουν πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει αποφασιστεί στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Σύμφωνα με την Odysseos (πιο πάνω) στη σελίδα 569 η πιθανότητα στα πλαίσια της επιφύλαξης του άρθρου 32
(1)του Νόμου 14/60, απαιτεί από τις εφεσείουσες να δείξουν ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας.» Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι: «Η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας που αποτελεί προϋπόθεση, γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας: βλ. Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557. Διευκρινίζουμε ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Το Εφετείο στην υπόθεση Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, παρέθεσε επιδοκιμαστικά το εξής απόσπασμα από την απόφαση του Δικαστή Slade J., στην Re Lord Cable (deceased) Garatt and Others v. Wafers and others
(1976)3 All E.R. 417 (σελ. 430) στην οποία εξηγείται ότι, ακόμα και μετά την απόφαση στην American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504, η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας: "Nevertheless, in my judgment it is still necessary for any plaintiff who is seeking interlocutory relied to adduce sufficiently precise factual evidence to satisfy the Court that he has a real prospect of succeeding in his claim for a permanent injunction at the trial. If the facts adduced by him in support of his motion do not by themselves suffice to satisfy the Court as to this, he cannot in my judgment expect it to assist him by inventing hypotheses of fact on which he might have a real prospect of success. For example, if he wishes the Court to grant him relief on the basis that another person has at all material times held certain assets as nominee for a third party, he must adduce sufficient factual evidence to show both the grounds on which such claim is made and that he has a real prospect of establishing that such assets are so held."» Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236). Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 και σε σχέση με τα Διατάγματα
(1)μέχρι
(8)που αφορούν σε δέσμευση περιουσιακών στοιχείων, αναφέρεται στην Poltava Petroleum Co. v. Mexana Oil Ltd κ.α.
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1301, 1316-1320 πως ο μοναδικός σκοπός ή δικαιολογία για διάταγμα τύπου Mareva είναι να αποτρέψει την απόσπαση με απάτη του προϊόντος της αγωγής σε περίπτωση επιτυχίας της, είτε με το να μεταφέρει ο εναγόμενος τα περιουσιακά του στοιχεία στο εξωτερικό ή με το να τα εξαφανίσει εντός της δικαιοδοσίας. Μνημονεύεται απόσπασμα από την C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Οι Εναγόμενες 1 και 2 (που απέκτησαν το μερίδιο της «Vitera») καταχώρισαν από κοινού Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.10.2013 του Andrey Pozhitkov, Ρώσου δικηγόρου που αντιπροσωπεύει τις Εναγόμενες 1 και 2 στη Ρωσία. Από κοινού Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης καταχώρισαν και οι Εναγόμενες 5 και 7 (που απέκτησαν το μερίδιο της «PNH») και η Εναγόμενη 6 (που απέκτησε το μερίδιο του Ενάγοντα) που υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.10.2013 του Igor Kovalevich, Ρώσου δικηγόρου που αντιπροσωπεύει την Εναγόμενη 5 στη Ρωσία. Η ένορκη δήλωση Kovalevich είναι σχεδόν πανομοιότυπη με τις πρώτες 81 παραγράφους της ένορκης δήλωσης Pozhitkov. Η Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης του Εναγόμενου 4, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 9.10.2013 του Maxim Barashev, Ρώσου δικηγόρου του. Τέλος, κοινή Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης καταχωρίστηκε και από τις Εναγόμενες 3 και 8 υποστηριζόμενη από ένορκη δήλωση ημερομηνίας 10.9.2013 της Μελίνας Διονυσίου, νομικού και εκ των διευθυντών της Εναγόμενης
  1. Η ένορκη δήλωση Barashev δεν είναι ιδιαίτερα εκτενής. Υποστηρίζεται πως ο Εναγόμενος 4 ουδέποτε συνωμότησε με τους άλλους Εναγόμενους, όπως του καταλογίζεται ή άλλως, και πως το ισχυριζόμενο δόλιο σχέδιο που ο Ενάγοντας επικαλείται είναι φανταστικό, τουλάχιστον στην έκταση που τον εμπλέκει. Άλλα ζητήματα που εγείρονται επισημαίνονται και από τους Pozhitkov και Kovalevich στις ένορκες δηλώσεις των οποίων παρατίθενται με περισσότερη λεπτομέρεια τα υποστηρικτικά γεγονότα. Τα ζητήματα που εγείρονται στις ενστάσεις συνοψίζονται ως ακολούθως: - Όλες οι διαδικασίες κάτω από τις οποίες οι Εναγόμενες 1, 2, 5 και 6 απόκτησαν τις επίδικες μετοχές έγιναν από την Τράπεζα κατά την άσκηση των δικαιωμάτων της των κατοχυρωμένων από τη Σύμβαση Πιστωτικής Διευκόλυνσης και τις Συμβάσεις Ενεχυρίασης. - Οι διαδικασίες έγιναν σύμφωνα με το εφαρμοστέο Ρωσικό δίκαιο. - Ο Michaelson δεν είναι γνώστης του Ρωσικού δικαίου και δεν αποκαλύπτει τις πηγές του (το όνομα του Ρώσου δικηγόρου που συμβουλεύτηκε) για το Ρωσικό δίκαιο το οποίο επικαλείται πως παραβιάστηκε. - Οι διαδικασίες για τις οποίες ο Ενάγοντας παραπονείται, προσβλήθηκαν μέσω δικαστικών διαδικασιών στη Ρωσία και η νομιμότητα τους επικυρώθηκε με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις. - Οι κατ΄ ισχυρισμό παρανομίες διαπράχθηκαν στη Ρωσία, εκτός της δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων και τα κυπριακά δικαστήρια είναι αναρμόδια να εκδικάσουν την παρούσα αγωγή. Σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν βολικό τα ζητήματα να εκδικαστούν στην Κύπρο (forum non-convenience). - Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων. - Ο Ενάγοντας απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και παραπλάνησε το Δικαστήριο. - Δεν συνέτρεχε ο δικαιοδοτικός όρος του κατεπείγοντος ώστε οποιοδήποτε διάταγμα να εκδοθεί μονομερώς. Επισημαίνεται πως η Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης της «P-Invest» που ήταν η βάση των απαιτήσεων της Τράπεζας και στην οποία παραπέμπουν οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης (όρος 1.2), περιέχει ρήτρα δικαιοδοσίας (όρος 9.4) η οποία παραπέμπει την επίλυση όλων των διαφορών στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Βορονέζ και καθορίζει το ρωσικό δίκαιο ως το εφαρμοστέο, ζητήματα που ο Michaelson δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο και σημειώνεται πως η μετάφραση στην αγγλική του αυθεντικού ρωσικού κειμένου που παρουσιάστηκε (JΒΜ 2) ήταν λανθασμένη, ώστε να αποκρυβούν τα πιο πάνω. Επισυνάπτονται από τους ενιστάμενους, κατά τη θέση τους, ορθές μεταφράσεις (ΜΜ 1, ΙΚ 2 και ΑΡ 2). Είναι γεγονός πως το κείμενο του όρου στη μετάφραση που παρουσίασε ο Michaelson είναι δυσνόητο. Αντικειμενικά καλύτερη διατύπωση έχουν οι υπόλοιπες μεταφράσεις. Αυτές είναι που λαμβάνονται υπόψη αφού η πρώτη δεν υποστηρίζεται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο από πρόσωπο που γνωρίζει τη ρωσική γλώσσα. Σημειώνεται ακόμη πως δεν επιστήθηκε η προσοχή του Δικαστηρίου στον όρο από τον Michaelson (παράγρ. 31). Εκθέτει ο Michaelson πώς μεθοδεύτηκε η απόκτηση των επίδικων μετοχών και πώς ο δόλιος σχεδιασμός τέθηκε σε εφαρμογή. Όμως, παρά το ότι στην παράγρ. 42(α) της ένορκης του δήλωσης προβάλλεται ως το πρώτο βήμα του δόλιου σχεδίου η δημιουργία του απαραίτητου υπόβαθρου που θα επέτρεπε στην Τράπεζα να απαιτήσει επιτάχυνση της αποπληρωμής του δανείου ώστε η «Ρ-Invest» να μην μπορεί να πληρώσει, διαφαίνεται από το περιεχόμενο των παράγρ. 43 - 53, πως ήταν ο Ενάγοντας για λογαριασμό της «P-Invest» που ζήτησε αναδιοργάνωση της αποπληρωμής του δανείου για δύο χρόνια, και που τελικά δεν επιτεύχθηκε, με την Τράπεζα να παραχωρεί, όπως αναφέρει ο Michaelson, ένα μήνα. Η «P-Invest» δεν προέβηκε στην αποπληρωμή του δανείου στις 20.2.2010 και στις 19.3.2010 η Τράπεζα έδωσε επίσημη απαίτηση για άμεση αποπληρωμή ολόκληρου του οφειλόμενου ποσού που ανερχόταν σε 4.457.364.652 ρούβλια. Κατά πόσο ήταν προς το συμφέρον της Τράπεζας να αποδεχτεί την πρόταση του Ενάγοντα και η Επιτροπή Παραχώρησης Δανείων και Επενδύσεων της Τράπεζας αρχικά προσέγγισε θετικά την πρόταση για να αλλάξει αιφνίδια στάση η Τράπεζα και να αντιπροτείνει την παραχώρηση δύο μηνών με όρους που ο Ενάγοντας δεν μπορούσε να αποδεχτεί, όπως διατείνεται ο Michaelson, είναι ζητήματα της δεύτερης γραμμής. Στην πρώτη γραμμή έχουμε την «P-Invest» να ζητεί τροποποίηση των συμπεφωνημένων γιατί δεν μπορούσε να ανταποκριθεί και δεν ανταποκρινόταν σε αυτά. Άλλο είναι να υφίσταται δόλιος σχεδιασμός και να επιστρατεύονται άνομες μέθοδοι και διαφορετικό μια τράπεζα, έστω άσπλαχνα, να εμμένει στα συμβατικά της δικαιώματα και ακόμα να εκμεταλλεύεται τις περιστάσεις. Εξηγείται στις ένορκες δηλώσεις Kovalevich και Pozhitkov πως ενόψει της αδυναμίας της «P-Invest» να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της στις 20.5.2010 η Τράπεζα, στα πλαίσια πάγιας πρακτικής της σε σχέση με την είσπραξη χρεών, εκχώρησε (JBM 24) όλες της τις απαιτήσεις που πήγαζαν από τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης στην Εναγόμενη 9, η οποία παραδεκτά της ανήκει και που λειτουργεί ειδικά για την είσπραξη των οφειλών προς την Τράπεζα. Προς τούτο αποστάληκε ειδοποίηση προς την «P-Invest» (ΙΚ 8). Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ της Εναγόμενης 9 με τον Ενάγοντα για τις οφειλές της «P-Invest» που δεν κατέληξαν σε συμφωνία και στις 25.6.2010 η Εναγόμενη 9 απαίτησε (ΙΚ 9) από την «P-Invest» την άμεση αποπληρωμή σύμφωνα με τη Συμφωνία Πιστωτικής Διευκόλυνσης. Την 6.7.2010 η Εναγόμενη 9 καταχώρισε απαίτηση στο Διαιτητικό (Εμπορικό) Δικαστήριο του Βορονέζ που στις 3.6.2011 εξέδωσε απόφαση ότι η Εναγόμενη 9 είχε το δικαίωμα να απαιτήσει τα οφειλόμενα ποσά της οφειλής από την οφειλέτρια και τις εγγυήσεις από τους εγγυητές. Όπως αναφέρει ο Michaelson, το μερίδιο του Ενάγοντα πωλήθηκε με δημόσιο πλειστηριασμό για το προαναφερθέν ποσό στις 30.12.2011 στη βάση απόφασης δικαστικού επιμελητή. Προβάλλονται παράπονα αναφορικά με τη διεξαγωγή του πλειστηριασμού και την έκθεση αξιολόγησης της Primula LLC που χρησιμοποιήθηκε και υποβάλλεται πως πραγματοποιήθηκε ενάντια απόφασης του Ρωσικού Ανωτάτου Δικαστηρίου. Σημειώνεται, ωστόσο, πως ο Ενάγοντας επεδίωξε να ακυρώσει τον πλειστηριασμό στη Ρωσία, προφανώς μέσω της δικαστικής οδού, αλλά δεν τα κατάφερε. Το μερίδιο του κατέληξε στην Εναγόμενη 6 μέσω κάποιας εταιρείας Trade LLC. Επεξηγείται στις ένορκες δηλώσεις Pozhitkov και Kovalevich πως η Εναγόμενη 9 καταχώρισε απαίτηση στο Δικαστήριο του Odintsovsky της Περιφέρειας Μόσχας για την εκτέλεση των οφειλών που της όφειλε ο Ενάγοντας και στις 18.11.2011 εκδόθηκε δικαστική απόφαση (ΙΚ 10) με την οποία επιτράπηκε η αξίωση της Εναγόμενης 9 εναντίον του Ενάγοντα. Την 14.4.2011 το Περιφερειακό Δικαστήριο της Μόσχας επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση (ΙΚ 11). Στις 20.12.2011 η Εναγόμενη 9 εκχώρησε τα δικαιώματα της στην Εναγόμενη 5 για το ποσό των 3.608.575.738,47 ρουβλιών (ΙΚ 13). Στις 30.12.2011 η Εναγόμενη 5 άσκησε τα δικαιώματα της επί του μεριδίου του Ενάγοντα. Το μερίδιο πωλήθηκε σε δημόσιο πλειστηριασμό σύμφωνα με τους νόμους της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η Primula LLC που ανέλαβε την εκτίμηση του μεριδίου, ήταν ανεξάρτητος εκτιμητής που διορίστηκε από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Εκτέλεσης Δικαστικών Αποφάσεων και η εκτίμηση της ήταν ακόμα πιο χαμηλή σε σύγκριση με την εκτίμηση της ΝeoCentre LLC, που διόρισε η Εναγόμενη
  2. Ο πλειστηριασμός διεξάχθηκε σύμφωνα με το Ρωσικό Δίκαιο και το μερίδιο του Ενάγοντα πράγματι αγόρασε η Trade LLC πληρώνοντας 516.174.826 ρούβλια. Από αυτήν το εξαγόρασε η Εναγόμενη
  3. Αναφέρεται στις ενστάσεις πως ο Ενάγοντας αμφισβήτησε την εκτίμηση της «Primula» ενώπιον του Δικαστηρίου Krasnogorsk Περιφέρειας Μόσχας το οποίο με απόφαση του ημερομηνίας 7.11.2011 απέρριψε τη θέση του υποδεικνύοντας ότι η έκθεση της «FBS» που ο Ενάγοντας προέβαλε ως ορθή δεν στηριζόταν σε αξιόπιστες πηγές (ΙΚ 21). Ο Michaelson δεν αναφέρθηκε σε αυτή τη δικαστική απόφαση στην ένορκη του δήλωση. Ο Ενάγοντας πράγματι αμφισβήτησε τη νομιμότητα του πλειστηριασμού και στις 8.12.2011 το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας ανέστειλε προσωρινά τον πλειστηριασμό μέχρι να εκδώσει την απόφαση του επί της ουσίας (JBM 87). Ο ισχυρισμός του Michaelson πως η απόφαση της 8.12.2011 ήταν ακυρωτική της απόφασης του κατώτερου δικαστηρίου αμφισβητείται. Μετάφραση αυτής δεν παρουσιάστηκε. Ούτε από τους ενιστάμενους που διατείνονται πως επρόκειτο περί προσωρινής αναστολής. Σε κάθε περίπτωση, στις 29.12.2011 (IK 16) το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου του Odinstovsky. Είναι συνεπώς κοινό έδαφος πως τα παράπονα του Ενάγοντα αναφορικά με τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το μερίδιο του πωλήθηκε ήταν το αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας στη Ρωσία και ότι προς τούτο υπάρχει δικαστική δευτεροβάθμια απόφαση από το Ανώτατο Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Για το μερίδιο της «Vitera», αναφέρει ο Michaelson πως μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 9 την 22.6.2011 που την επόμενη μέρα μεταβίβασε μέρος στην Εναγόμενη 2 και μέρος στην Εναγόμενη
  4. Υφίσταται παράπονο για τη διαδικασία που ακολουθήθηκε και όπως ο Michaelson συμβουλεύεται από τους νομικούς συμβούλους του Ενάγοντα, υπήρξε παρανομία. Η «Vitera» προσέφυγε στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Αρμπιτράζ για να ανακτήσει το μερίδιο της από τις Εναγόμενες 1 και 2 και πρωτοδίκως πέτυχε. Καταχωρίστηκαν εφέσεις αλλά μέχρι την εκδίκαση τους, η «Vitera» πτώχευσε και εφόσον ο μόνος πιστωτής της ήταν η Εναγόμενη 5, ο εκκαθαριστής υποδείχθηκε από αυτήν και δεν υποστήριξε την υπόθεση της «Vitera» κατά τις εφέσεις, με αποτέλεσμα το εφετείο να ανατρέψει τις πρωτόδικες αποφάσεις. Έτσι, έχουμε εφετειακές αποφάσεις του Αρμπιτράζ ημερομηνίας 20.7.2012 και 15.5.2012 που απορρίπτουν την αξίωση της «Vitera» εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αντίστοιχα. Σύμφωνα με τον Michaelson, η παράδοξη απόφαση του εκκαθαριστή εξηγείται, αφού αυτός υποδείχθηκε από την Εναγόμενη 5, που ήταν μέρος στη συνωμοσία. Υποδεικνύεται στις ενστάσεις πως η «Vitera» καταχώρησε δύο αγωγές στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Βορονέζ αμφισβητώντας τις εκθέσεις αποτίμησης της NeoCentre. Φαίνεται πως πρωτοβάθμια πέτυχε αλλά το Διαιτητικό Εφετείο με αποφάσεις του ημερομηνίας 15.2.2012 και 20.7.2012 απέρριψε τις θέσεις της «Vitera» (ΙΚ 18 και 19). Ούτε αυτές οι διαδικασίες αποκαλύφθηκαν από τον Ενάγοντα. Η «PNH» αποτάθηκε στη συνέχεια στο Κεντρικό Περιφερειακό Ομοσπονδιακό Διαιτητικό Δικαστήριο και στο Ανώτατο Διαιτητικό Δικαστήριο προς ανατροπή της εφετειακής απόφασης, οι αιτήσεις της όμως απορρίφθηκαν στις 6 και 11.3.
  5. Αναφέρεται στις ενστάσεις πως στις 12.6.2011 η Εναγόμενη 9 άσκησε τα δικαιώματα της σύμφωνα με τη Συμφωνία Ενεχυρίασης του μεριδίου της «Vitera» και πως τούτο έγινε με πλήρη συμμόρφωση με τις απαιτήσεις των σχετικών νόμων της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Στις 22.6.2011 η εκποίηση εκτελέστηκε και το μερίδιο της «Vitera» μεταβιβάστηκε στην Εναγόμενη 1 προς ικανοποίηση αξίωσης για ποσό 1.144.198.143 ρούβλια. Το μερίδιο της «PNH» εκποιήθηκε εξωδικαστικά στις 26.10.2012 και εξαγοράστηκε από την Εναγόμενη 5 (που κατέχεται από την Εναγόμενη 7). Εξαγοράστηκε για το ποσό των 760.000.000 ρουβλιών βάσει έκθεσης αξιολόγησης της Financial Appraisal Consulting LLC για την οποία ο Ενάγοντας παραπονείται. Αναφέρει ο Michaelson πως, όπως τον ενημερώνει ο Ενάγοντας, η διαδικασία θεωρήθηκε παράνομη από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Χρηματοοικονομικών Αγορών της Ρωσίας και κρίθηκε κολάσιμη σύμφωνα με τον Κώδικα Διοικητικών Παραπτωμάτων της Ρωσικής Ομοσπονδίας λόγω παραβάσεων στη διαδικασία. Δεν επεξηγεί όμως ποια ήταν η κατάληξη του ζητήματος. Είναι η θέση των ενισταμένων ότι ακολουθήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες της νομοθεσίας της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Αναφέρεται ακόμη πως το Φεβρουάριο του 2012 η Εναγόμενη 7 απέκτησε το μερίδιο από την Εναγόμενη
  6. Σημειώνεται ακόμα πως η «PNH» αμφισβήτησε τη νομιμότητα της απόκτησης του μεριδίου της από την Εναγόμενη 5 αλλά η αξίωση της απορρίφθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο της Μόσχας με απόφαση ημερομηνίας 21.12.2012 (ΙΚ 24). . Η παρούσα αγωγή αφορά σε τρία μερίδια μετοχών της «Pavlovrskgranit». Μόνο ένα από αυτά ανήκε στον Ενάγοντα. Τα άλλα μερίδια κατέχοντο από εταιρείες, την «Vitera» και την «PNH», στις οποίες ο Ενάγοντας είχε μετοχές ή είχε μετοχές σε εταιρείες που είχαν μετοχές σε αυτές. Η «Vitera» και η «PNH» είναι ρωσικές εταιρείες και πώς αυτές μπορούν να προβάλουν τις αξιώσεις τους ενώπιον δικαστηρίων, διέπεται από το ρωσικό νόμο. Όταν αλλοδαπό δίκαιο είναι απαραίτητο για την επίλυση επίδικου ζητήματος, αυτό αποδεικνύεται ως πραγματικό γεγονός, δηλαδή με την προσκόμιση μαρτυρίας προς απόδειξη του. Όταν δεν αποδειχθεί τεκμαίρεται ότι είναι το ίδιο με το κυπριακό. (βλ. Royal Bank of Scotland v. Geodrill Co Ltd κ.α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 753 και Sat Vision Ltd v. Interamerican Property and Casualty Ins. Co.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1811). Δεν αποδείχθηκαν οι σχετικές πρόνοιες του ρωσικού δικαίου. Υπάρχουν όμως στοιχεία στις πολυάριθμες υποθέσεις ενώπιον των ρωσικών δικαστηρίων και διαιτητικών δικαστηρίων στη χώρα αυτή που παρουσιάστηκαν απ΄ όπου φαίνεται πως οι εταιρείες προώθησαν διαδικασίες εξ ονόματος τους. Είτε με αυτό ως δεδομένο, είτε στη βάση ότι το ρωσικό δίκαιο είναι το ίδιο με το κυπριακό, η κατάληξη είναι η ίδια. Αναφέρεται στην Johnson v. Gore Wood & Co [2001] 1 All E.R. 481 (H.L.), 528-29 ότι: «A company is a legal entity separate and distinct from its shareholders. It has its own assets and liabilities and its own creditors. The company's property belongs to the company and not to its shareholders. If the company has a cause of action, this represents a legal chose in action which represents part of its assets. Accordingly, where a company suffers loss as a result of an actionable wrong done to it, the cause of action is vested in the company and the company alone can sue. No action lies at the suit of a shareholder suing as such, though exceptionally he may be permitted to bring a derivative action in right of the company and recover damages on its behalf: see Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 357, [1982] Ch 204 at 210. Correspondingly, of course, a company's shares are the property of the shareholders and not of the company, and if he suffers loss as a result of an actionable wrong done to him, then prima facie he alone can sue and the company cannot. On the other hand, although a share is an identifiable piece of property which belongs to the shareholders and has an ascertainable value, it also represents a proportionate part of the company's net assets, and if these are depleted the diminution in its assets will be reflected in the diminution in the value of the shares. ................................... The position is, however, different where the company suffers loss caused by the breach of a duty owed both to the company and to the shareholder. In such a case the shareholder's loss, in so far as this is measured by the diminution in value of his shareholding or the loss of dividends, merely reflects the loss suffered by the company in respect of which the company has its own cause of action. If the shareholder is allowed to recover in respect of such loss, then either there will be double recovery at the expense of the defendant or the shareholder will recover at the expense of the company and its creditors and other shareholders. Neither course can be permitted. This is a matter of principle; there is no discretion involved. Justice to the defendant requires the exclusion of one claim or the other; protection of the interests of the company's creditors requires that it is the company which is allowed to recover to the exclusion of the shareholder. These principles have been established in a number of cases, though they have not always been faithfully observed. The position was explained in a well-known language in Prudential Assurance Co Ltd v. Newman Industries Ltd (No 2) [1982] 1 All E.R. 354 at 336-337, [1982] Ch 204 at 222-223: "But what he cannot do is to recover damages merely because the company in which he is interested has suffered damage. He cannot recover a sum equal to the diminution in the market value of his shares or equal to the likely diminution in dividend, because such a "loss" is merely a reflection of the loss suffered by the company. The shareholder does not suffer any personal loss. His only "loss" is through the company, in the diminution in the value of the net assets of the company, in which he has (say) a 3% shareholding. The plaintiff's shares are merely a right of participation in the company on the terms of the articles of association. The shares themselves, his right of participation, are not directly affected by the wrongdoing. The plaintiff still holds all the shares as his own absolutely unincumbered property. The deceit practiced on the plaintiff does not affect the shares; it merely enables the defendant to rob the company. A simple illustration will prove the logic of this approach. Suppose that the sole asset of a company is a cash box containing £100,000. The company has an issued share capital of 100 shares, of which 99 are held by the plaintiff. The plaintiff holds the key of the cash box. The defendant by a fraudulent misrepresentation persuades the plaintiff to part with the key. The defendant then robs the company of all its money. The effect of the fraud and the subsequent robbery, assuming that the defendant successfully flees with his plunder, is (
  1. i)to denude the company of all its assets and (
  2. ii)to reduce the sale value of the plaintiff's shares from a figure approaching £100,000 to nil. There are two wrongs, the deceit practiced on the plaintiff and the robbery of the company. But the deceit on the plaintiff causes the plaintiff no loss which is separate and distinct from the loss to the company. The deceit was merely a step in the robbery. The plaintiff obviously cannot recover personally some £100,000 damages in addition to the £100,000 damages recoverable by the company." ................................... It is equally obvious, however, that if the damages were recoverable by the shareholder instead of by the company, this would achieve the same extraction of the company's capital to the prejudice of the creditors of the company as the defendant's misappropriation had done.» Το μερίδιο της «PNH» (29,46%) ανήκε στην ίδια την εταιρεία. Μόνο αυτή θα μπορούσε να το διεκδικήσει. Το συμφέρον του Ενάγοντα σε αυτό το μερίδιο ήταν έμμεσο, επειδή αυτός ήταν ο μέτοχος της «PNH». Η «PNH» έχει απωλέσει το μερίδιο της το οποίο κατέληξε στην Εναγόμενη 5 και έχει η «PNH» κατ΄ αυτό τον τρόπο απωλέσει ένα περιουσιακό της στοιχείο. Αυτό το περιουσιακό στοιχείο, δηλαδή το 29,46% των μετοχών της «Pavlovrskgranit» απώλεσε η «PNH» και κανένας άλλος. Αυτή έχει ζημιώσει. Ο Ενάγοντας διατηρεί τις μετοχές του στην «PNH» (ή κι αν δεν τις κατέχει πλέον είναι ζήτημα ανεξάρτητο της παραμέτρου που εξετάζεται). Η αξία των μετοχών της «PNH» έχει μειωθεί λόγω της απώλειας από την εταιρεία του πιο πάνω περιουσιακού της στοιχείου και εδώ έγκειται η ζημιά του Ενάγοντα, ότι δηλαδή οι μετοχές του στην «PNH» αξίζουν λιγότερα. Πρόκειται για αντανακλώμενη ζημιά ως εκ του γεγονότος πως η «PNH» απώλεσε το πιο πάνω περιουσιακό της στοιχείο. Για το μερίδιο όμως αυτό των μετοχών στην «Pavlovrskgranit», την αξίωση μπορούσε να καταχωρίσει η «PNH» και όχι ο Ενάγοντας. Συνεπώς, ο Ενάγοντας ούτε συζητήσιμη υπόθεση, ούτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας έχει αποκαλύψει για το μερίδιο της «PNH». Η δική του ζημιά είναι άλλη. Ούτε θα μπορούσε να επιτύχει η αξίωση του να επιστραφούν στον ίδιο οι μετοχές που ανήκαν στην «PNH» (παράγρ. 5 της οπισθογράφησης του Κλητηρίου). Το μερίδιο της «Vitera» (36,37%) ανήκε στην ίδια τη «Vitera». Κατά τον ίδιο τρόπο το συμφέρον του Ενάγοντα και της «PNH» σε αυτό το μερίδιο ήταν έμμεσο, επειδή αυτοί ήταν οι κατά 50% έκαστος μέτοχοι της «Vitera». Για το μερίδιο αυτό, την αξίωση μπορούσε να καταχωρίσει η «Vitera» και όχι η «PNH» ή και ο Ενάγοντας. Προκύπτει πως ενδεχομένως πάνω σε αυτή ή ανάλογη νομική βάση απορρίφθηκαν οι αιτήσεις της «PNH» που καταχωρίστηκαν για ανατροπή της εφετειακής απόφασης που αφορούσε το μερίδιο της «Vitera». Αναφέρεται στην παράγρ. 78 της ένορκης δήλωσης Michaelson ότι: «. υποστηρίχθηκε ότι η PNH Limited, η οποία δε συμμετείχε στην υπόθεση, δεν είχε το δικαίωμα να εφεσιβάλει εναντίον των αποφάσεων του 19ου Διαιτητικού Εφετείου σχετικά με τις απαιτήσεις της Vitera. Αναφέρθηκε ότι βάσει του Άρθρου 42 του κώδικα διαιτησίας, ένα πρόσωπο/οντότητα που δεν εμπλέκεται σε μια υπόθεση μπορεί να υποβάλει έφεση εναντίον δικαστικής πράξης, αν η δικαστική πράξη επηρεάζει άμεσα τα δικαιώματα/υποχρεώσεις του και το Ανώτατο Διαιτητικό δικαστήριο ανέφερε ότι δεν φαινόταν η απόφαση του 19ου Διαιτητικού Εφετείου να επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της PNH Limited.» Επομένως, ο Ενάγοντας δεν έχει αποκαλύψει συζητήσιμη υπόθεση ή ορατή πιθανότητα επιτυχίας ούτε για το μερίδιο της «Vitera». Τούτο έχει μια περαιτέρω προέκταση γιατί η εμπλοκή των δύο κυπριακών εταιρειών που απέκτησαν μετοχές της «Pavlovrskgranit», της Εναγόμενης 1 και 2, αφορούσε το μερίδιο της «Vitera». Εφόσον τα μερίδια της «PNH» και της «Vitera» δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της υπόθεσης που ο Ενάγοντας καταχώρησε, η διασύνδεση των Εναγομένων 1, 2, 5 και 7 εταιρειών με την υπόθεση, καταρρέει. Ο Ενάγοντας νομιμοποιείτο, εφόσον πληρούνταν και άλλα κριτήρια, να καταχωρίσει την παρούσα αγωγή για το δικό του μερίδιο που κατέληξε στην Εναγόμενη 6 εταιρεία από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους. Η διασύνδεση της αγωγής με την Κύπρο που, κατά τον Ενάγοντα (παράγρ. 151) προσέδιδε δικαιοδοσία στο Δικαστήριο τούτο, ήταν η εμπλοκή των Εναγομένων 1, 2 και 3, κυπριακών εταιρειών. Οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν εμπλέκονται σε σχέση με το μερίδιο του Ενάγοντα, ενώ η Εναγόμενη 3 δεν ενάγεται στη βάση ουσιαστικού ζητήματος, αλλά μόνο προς εξασφάλιση εναντίον της διατάγματος παροχής πληροφοριών τύπου Norwich Pharmacal. Από τα παρουσιασθέντα στοιχεία, προκύπτει να είναι η θέση του Ενάγοντα, που συνάδει και με τη λογική, πως πληροφορίες για την Εναγόμενη 6 κατέχει η Εναγόμενη 8 από τις Βρετανικές Παρθένες Νήσους, που αναφέρεται ως αντίκλητος της (παράγρ. 22). Η Εναγόμενη 3 φέρεται να κατέχει πληροφορίες για τις Εναγόμενες 1 και 2 (παράγρ. 17 ένορκης δήλωσης Michaelson). Είναι η κατάληξη μου πως στην όποια αξίωση ο Ενάγοντας θα μπορούσε να προωθήσει για το μερίδιο του στην «Pavlovrskgranit» ελλείπει, και τουλάχιστον δεν έχει καταδειχθεί, σημείο διασύνδεσης με την Κύπρο ώστε να μπορούσε το παρόν Δικαστήριο να αντλήσει αρμοδιότητα. Ένα περαιτέρω ζήτημα αφορά στο γεγονός της εκδίκασης διαφόρων σχετικών ζητημάτων από Ρωσικά Δικαστήρια και Ρωσικά Διαιτητικά Δικαστήρια. Κατά την αγόρευση του ο ευπαίδευτος δικηγόρος του Ενάγοντα εισηγήθηκε πως η εξέταση από τα Ρωσικά Δικαστήρια του ζητήματος της ορθότητας των εκθέσεων αποτίμησης, δεν δημιουργεί κώλυμα για την εκδίκαση της παρούσας αγωγής που εδράζεται σε συνωμοσία. Έχω την εντύπωση πως επιχειρείται αλλαγή πλεύσης από τον Ενάγοντα μετά και την αποκάλυψη από τους ενισταμένους πως οι εκθέσεις αποτίμησης της Primula και της NeoCentre υπήρξαν το αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών όπου οι θέσεις του Ενάγοντα απορρίφθηκαν. Η απόκρυψη από τον Ενάγοντα θα ήταν ένας περαιτέρω λόγος για την ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων. Σε κάθε περίπτωση, ανάγνωση της ένορκης δήλωσης Michaelson αποκαλύπτει πως το ζήτημα των κατ΄ ισχυρισμό ψευδών και απατηλών εκθέσεων αποτίμησης ήταν η αιχμή του δόρατος στην προβαλλόμενη υπόθεση του Ενάγοντα για να επιτύχει την έκδοση των συντηρητικών Διαταγμάτων στην απουσία των Εναγομένων. Ενδεχομένως δεν θα μπορούσε να ήταν και διαφορετικά. Γιατί η επιδίωξη από μια εταιρεία ή ένα επιχειρηματία να αποκτήσει τη δραστηριότητα ή επιχείρηση μιας άλλης εταιρείας, έστω εκμεταλλευόμενος την οικονομική κατάστασή της ή του ιδιοκτήτης της ή άλλες περιστάσεις, μπορεί να μην είναι παράνομη. Η υπόθεση του Ενάγοντα ήταν πως οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν τις περιστάσεις, όχι όμως για να αποκτήσουν νόμιμα τα μερίδια στην πραγματική τους αξία, όπως ήταν ορθό και δίκαιο να πωληθούν, αλλά δολίως, εισάγοντας ψευδείς και απατηλές εκθέσεις αποτίμησης ώστε να τα αποκτήσουν υποτιμημένα. Με την κατάρρευση αυτού του υπόβαθρου ως αποτέλεσμα των αποφάσεων των Ρωσικών Δικαστηρίων, δεν απομένει σχεδόν τίποτε για να υποστηρίξει την υπόθεση του Ενάγοντα. Με δεδομένες τις αποφάσεις των Ρωσικών Δικαστηρίων, ο Ενάγοντας δεν θα είχε ορατή πιθανότητα στο να καταδείξει πως οι εκθέσεις αποτίμησης ήταν ψευδείς και απατηλές ώστε να υποστηρίξει τη θέση του για συνωμοσία. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται και τα συντηρητικά διατάγματα παύουν να ισχύουν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντα όπως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Οι Εναγόμενες 1 και 2, οι Εναγόμενες 3 και 8, ο Εναγόμενος 4 και οι Εναγόμενες 5, 6 και 7, που είχαν διαφορετική εκπροσώπηση, θα δικαιούνται σε διαφορετικό σετ εξόδων. (Υπ.) ................. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΔ Subject: Civil/Other Action/Interim Αναφορά: Αίτηση για Συντηρητικό Διάταγμα cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.