← Κύπρος

Dona Amaratunga Krisanthi ν. Μαρίας Φειδία Ηροδότου, Αρ. Αγωγής: 5525/07, 20/12/2013

Dona Amaratunga Krisanthi ν. Μαρίας Φειδία Ηροδότου, Αρ. Αγωγής: 5525/07, 20/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A413 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής׃ 5525/07 Μεταξύ: Dona Amaratunga Krisanthi Ενάγουσας και Μαρίας Φειδία Ηροδότου Eναγομένης Ημερομηνία: 20/12/2013 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα κα Α.Ιωάννου (για να ακούσει απόφαση η κα Ρ. Σάββα) Για Εναγόμενη κ. Κ. Σαβεριάδης ΑΠΟΦΑΣΗ Αφορμή για έκδοση της παρούσας απόφασης αποτέλεσε η αγωγή της ενάγουσας με την οποία αξιώνει εναντίον της εναγομένης, γενικές, ειδικές, επαυξημένες αλλά και τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, για σωματικές βλάβες, ζημιές και προσβολή της αξιοπρέπειας και της προσωπικότητας της που όπως ισχυρίζεται υπέστη όταν η εναγόμενη της επιτέθηκε στις 31/3/2004. Η εναγόμενη με την Υπεράσπιση της, εγείρει προδικαστική ένσταση και προβάλλει ότι το αγώγιμο δικαίωμα έχει παραγραφεί. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που της επιτέθηκε και ότι οι οποιεσδήποτε τυχόν σωματικές βλάβες που η ενάγουσα υπέστη προκλήθηκαν ενώ η εναγόμενη βρισκόταν σε αυτοάμυνα. Γι' αυτό και αιτείται απόρριψη της αγωγής με έξοδα σε βάρος της ενάγουσας. Όπως ήταν αναμενόμενο και σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες επισυνέβη το επίδικο επεισόδιο, τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο διαφορετικές εκδοχές οι οποίες προωθήθηκαν με τις μαρτυρίες της ενάγουσας και της εναγομένης. Προς απόδειξη δε των σωματικών βλαβών που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη κατάθεσαν εκτός από την ίδια, οι ιατροί Δρ Α. Μαλεκκίδου, Δρ Δέσπω Νικολάου και Δρ Παντελάκης Διονυσίου. Ως μάρτυρας κλήθηκε επίσης και κατάθεσε η Πρωτοκολλητής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού Μαρία Ορφανίδου. Στη συνέχεια δε και μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων κατάθεσαν στο Δικαστήριο τις γραπτές τους αγορεύσεις, όπου εκτίθενται οι θέσεις και τα επιχειρήματα τους και τα οποία για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω. Έχοντας κατά νου τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, ότι πρόκειται για υπόθεση πολιτικής φύσης που κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικά ή εξ' ολοκλήρου (βλ. Αγαπίου v. Παναγιώτου 1983

(1)ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη 1995
(2)ΑΑΔ 207, Χάρης Χρίστου v. EυγενίαKhoreva 2002 (1Α) 454), θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της δοθείσας μαρτυρίας ξεκινώντας από την ενάγουσα. Παρακολουθώντας την να καταθέτει, παρατηρώντας το ύφος και τη συμπεριφορά της θεωρώ ότι μαρτύρησε την αλήθεια, ειδικότερα σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επεισόδιο. Και αυτό γιατί υποστήριξε και προώθησε τη δική της εκδοχή με σταθερότητα και σαφήνεια, σε αντίθεση με την εναγόμενη η οποία όχι μόνο δεν ήταν σταθερή στη μαρτυρία της, αλλά ακόμα προώθησε θέσεις συγκεχυμένες, ασαφείς και καθόλου πειστικές. Από τη μαρτυρία της ενάγουσας δεν αποδέχομαι μόνο τα ακόλουθα σημεία. Ότι παρέμεινε στο πρόσωπο της μια ουλή και ότι ένεκα των τραυμάτων έλαβε άδεια ασθενείας. Και αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά γιατί οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συμπεριλαμβάνονται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της καθώς και όπως είναι σαφώς νομολογημένο, «Μαρτυρία που προσάγεται για θέματα που δεν καλύπτονται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Τα επίδικα θέματα επί των οποίων το δικαστήριο καλείται να βασίσει την απόφασή του καθορίζονται με αναφορά στο περιεχόμενο των δικογράφων (Πουρίκκος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 507, 517)». (βλ. επίσης Γενικός Εισαγγελέας v. Στυλιανού κ.α.
(2002)1Γ ΑΑΔ 1718). Έτσι και στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα θα έπρεπε να συμπεριλάβει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της ότι παρέμεινε σε αυτή ουλή καθώς και ότι έλαβε άδεια ασθενείας, αφού αυτά αποτελούν ουσιώδη γεγονότα τα οποία όφειλε να δικογραφήσει. Εξετάζοντας τα όσα προέβαλε για τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη ένεκα των τραυμάτων που της προκάλεσε η εναγόμενη, θεωρώ ότι σε κάποια σημεία υπήρξε υπερβολική στην προσπάθεια της να πετύχει την επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού αποζημιώσεων. Πιο συγκεκριμένα δεν αποδέχομαι αυτά που εκτίθενται στην παράγραφο 5 της δήλωσης που κατάθεσε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο Α και τα οποία υιοθέτησε ως μέρος της κύριας εξέτασης της, ότι δηλαδή είχε «...συνεχόμενο και ασταμάτητο πονοκέφαλο και ζάλη για περίοδο πέραν των 3 μηνών...». Και αυτό γιατί σε κάποια σημεία της μαρτυρίας της προέβαλε άλλους διαφορετικούς ισχυρισμούς. Είπε συγκεκριμένα σε κάποιο σημείο αντεξεταζόμενη ότι « .. κάποτε ζαλιζόμουν, είχα πόνο και έχανα τις αισθήσεις μου και λόγω αυτών έπρεπε να πάω αρκετές φορές σε γιατρό», προβάλλοντας στη συνέχεια ότι επισκέφθηκε αρκετές φορές γιατρούς, όποτε είχε πρόβλημα όπως ανάφερε, κάτι που συνέβη μεταξύ πέντε και δέκα φορών. Από τη μια δηλαδή ισχυρίσθηκε ότι για περίοδο τριών μηνών είχε συνεχόμενο και ασταμάτητο πονοκέφαλο και ζάλη και στη συνέχεια ότι «κάποτε» ζαλιζόταν προσθέτοντας στη συνέχεια ότι έχανε και τις αισθήσεις της. Για τους πιο πάνω λόγους και επειδή το μέρος αυτό της μαρτυρίας της δεν επιβεβαιώθηκε ούτε και από ιατρική μαρτυρία, εκτός μόνο για την χρονική περίοδο που παρέμεινε νοσηλευόμενη στο νοσοκομείο, αποδέχομαι μόνο ότι για το διάστημα που παρέμεινε στο νοσοκομείο και για κάποιο περαιτέρω μικρό χρονικό διάστημα υπέφερε από ζαλάδες και πονοκεφάλους. Η εναγόμενη δεν με έπεισε ότι είπε στο Δικαστήριο την αλήθεια. Και αυτό για διάφορους λόγους. Κατά την ένορκο της κατάθεση, προέβαλε μια εκδοχή η οποία δεν συνάδει με τους δικογραφημένους της ισχυρισμούς. Ενώ στην Έκθεση Υπεράσπισης ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που της επιτέθηκε «ένεκα της έκπληξης που ένοιωσε η Ενάγουσα όταν η Εναγόμενη αντίκρισε την Ενάγουσα να επιδίδεται σε σεξουαλική επαφή μετά του συζύγου της Εναγομένης», ισχυριζόμενη περαιτέρω ότι οι οποιεσδήποτε τυχόν σωματικές βλάβες της ενάγουσας προκλήθηκαν ενώ η εναγόμενη βρισκόταν σε αυτοάμυνα, δίδοντας ένορκο μαρτυρία προέβαλε εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς. Πιο συγκεκριμένα ισχυρίσθηκε ότι περνώντας από τον κύριο δρόμο του χωριού στο οποίο και οι δύο διέμεναν κατά τον ουσιώδη χρόνο για να πάρει ένα από τα ζώα της στον κτηνίατρο, είδε μπροστά από το αυτοκίνητο της την ενάγουσα. Η εναγόμενη της ζήτησε να απομακρυνθεί αλλά η ενάγουσα δεν το έπραξε. Τότε η εναγόμενη και επειδή φοβήθηκε, άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου της και κατέβηκε κάτω από αυτό. Ο λόγος που είχε φοβηθεί ήταν γιατί πριν από κάποιο χρονικό διάστημα η ενάγουσα είχε επιτεθεί σε μία άλλη κοπέλα από τη Σρι Λάνκα με το κουζινομάχαιρο, γι' αυτό και ένοιωσε φόβο μήπως και πάλι κρατά μαχαίρι και της επιτεθεί. Τότε η ενάγουσα έτρεξε για να μπει στο σπίτι της, αλλά έπεσε κάτω στο χώμα και χτύπησε στη λεμονιά του σπιτιού. Όπως διαφαίνεται από τα πιο πάνω η εναγόμενη καταθέτοντας ενόρκως, προώθησε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς της με τους οποίους υπάρχει μεγάλη διάσταση. Αυτό όμως δεν είναι το μοναδικό σημείο όπου η εναγόμενη δεν ήταν σταθερή στα όσα προέβαλε. Σε κάποιο σημείο της κύριας εξέτασης της και μετά την προβολή των πιο πάνω, όταν ρωτήθηκε από τον συνήγορο της εάν την ώρα που κατέβηκε από το αυτοκίνητο της έγινε κάποιο περιστατικό, απάντησε κατά λέξη «Εντάξει. Γύρισα το χέρι μου. Από το ραφτί το πολλή που έφαγα από τον άντρα μου, δεν μπορείτε να φανταστείτε, αγανάκτησα. Λόγω αγανάκτησης το έκανα. Για τον άντρα μου αυτό το πράμα. Δεν ήθελα να χτυπήσω κανένα». Παρά την παραδοχή της ότι «γύρισε το χέρι της»,φράση που είναι σε όλους γνωστό τι υποδηλοί και ότι δεν ήθελε να χτυπήσει κανένα, επέμενε κατά τη διάρκεια της λοιπής μαρτυρίας της ότι ποτέ δεν κτύπησε την ενάγουσα. Εκτός των πιο πάνω κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης προέβαλε και πάλι άλλους αντιφατικούς ισχυρισμούς, λέγοντας ότι το μόνο που έκαμε ήταν να σπρώξει την ενάγουσα για να φύγει μπροστά από το αυτοκίνητο της με αποτέλεσμα η τελευταία να πέσει χάμω. Σημαντικό είναι και πρέπει να λεχθεί ότι η ενάγουσα σχεδόν καθόλου δεν αντεξετάσθηκε για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το επεισόδιο, ενώ οι υποβολές που της έγιναν κατά το στάδιο της αντεξέτασης της, εμπεριείχαν θέσεις που δεν υποστηρίζονται από την προσαχθείσα εκ μέρους της εναγόμενης μαρτυρία. Τέτοιες υποβολές μέσα από τις οποίες αναδεικνύονται τα πιο πάνω, είναι αυτές που έγιναν στην ενάγουσα περί το τέλος της αντεξέτασης, όπως ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που επιτέθηκε στην εναγόμενη και ότι τα όσα έπραξε η εναγόμενη ήταν στα πλαίσια αυτοάμυνας. Παρά το ότι υποβλήθηκαν στην ενάγουσα οι πιο πάνω θέσεις, η εναγόμενη σε κανένα σημείο της μαρτυρίας της δεν ισχυρίσθηκε ότι η ενάγουσα ήταν αυτή που της επιτέθηκε και ότι αναγκάσθηκε να αμυνθεί. Παρατηρούνται όμως και άλλα περαιτέρω σημεία στη μαρτυρία της, στα οποία δεν ήταν σταθερή και πειστική στις θέσεις που προέβαλε. Σε ερώτηση που της υποβλήθηκε στην αρχή της αντεξέτασης κατά πόσο πριν το επεισόδιο «μιλούσε» φιλικά με την ενάγουσα απάντησε ότι απλώς την χαιρετούσε και ότι ποτέ η ενάγουσα δεν πήγε στο σπίτι της ίδιας και του συζύγου της για να τους ζητήσει οποιαδήποτε βοήθεια. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν η ενάγουσα της ζήτησε βοήθεια για να φέρει κάποιο τρίτο πρόσωπο στην Κύπρο, απάντησε ότι αυτό η ενάγουσα μπορεί να το ζήτησε από το σύζυγο της. Όπως όμως διαφάνηκε στη συνέχεια των απαντήσεων που έδωσε ερωτώμενη για το ίδιο θέμα, ήταν ότι μεταξύ της εναγόμενης και του συζύγου της έγινε συζήτηση για το θέμα, αφού όπως και η ίδια προέβαλε ο σύζυγος της, της ανάφερε «ρε θα φέρουμε τον άντρα της Donna για να μας βοηθά», αλλά η ίδια του απάντησε ότι δεν χρειάζονταν βοήθεια. Συνάγεται προφανώς ότι ο υποθετικός τρόπος με τον οποίο απάντησε αρχικά, δεν μπορεί να ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Ότι προέκυψε περαιτέρω από τη μαρτυρία της, ήταν ότι η εναγόμενη θεωρούσε ότι η ενάγουσα διατηρούσε σχέση με το σύζυγο της και ότι πολλές φορές συναντήθηκαν και έγιναν μεταξύ τους και άλλα επεισόδια και συζητήσεις. Ενώ ισχυριζόταν ότι η ενάγουσα τρέχοντας να μπει στο σπίτι της κτύπησε πάνω σε μια λεμονιά, περί το τέλος της αντεξέτασης διαφοροποίησε και πάλι τους ισχυρισμούς της λέγοντας «Αν κουτσούφλισε και έδωσε πάνω στο δέντρο που να ξέρω». Αντεξετάσθηκε περαιτέρω η εναγόμενη επί της ποινικής υπόθεσης 15731/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που καταχωρήθηκε εναντίον της με παραπονούμενη την ενάγουσα για τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, της απειλής βιαιοπραγίας, καθώς και της εγκληματικής επέμβασης. Στην υπόθεση αυτή η ενάγουσα παραδέχθηκε ενοχή στην 1η και 2η κατηγορία και η 3η διακόπηκε. Για να δικαιολογήσει τους λόγους της παραδοχής της, η εναγόμενη προέβαλε μη πειστικούς ισχυρισμούς ότι δηλαδή το έπραξε γιατί κάποιος αστυφύλακας, προφανώς κάποιος που αναμίχθηκε στη διερεύνηση της υπόθεσης, την πίεσε να πει ότι μπήκε στο σπίτι της ενάγουσας και ότι την κτύπησε. Για όλους τους πιο πάνω λόγους απορρίπτω τη μαρτυρία της εναγομένης, εκτός μόνο ότι είχε την πεποίθηση ότι ο σύζυγος της διατηρούσε δεσμό με την ενάγουσα και ότι αυτός την ξυλοκοπούσε. Πέραν όλων των πιο πάνω σημαντική είναι και λαμβάνεται υπόψη και η παραδοχή της εναγόμενης στην ποινική υπόθεση αρ.15731/04. Για το πώς αξιολογείται η αποδεικτική αξία παραδοχής σε ποινική υπόθεση μέσα στα πλαίσια αστικής υπόθεσης σχετικά είναι τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Πουρίκκος ν. Βασιλείου
(1993)1 Α.Α.Δ. 256. Λέχθηκε στην υπόθεση αυτή ότι η παραδοχή ενοχής σε ποινική υπόθεση αποτιμάται σε συνάρτηση με τα γεγονότα που θεωρήθηκαν ότι στοιχειοθετούν το αδίκημα για να αξιολογηθεί η αποδεικτική σημασία της στην αστική υπόθεση (βλ. επίσης Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Μαυροβέλη κ.α., Πολ. Έφεση 319/07, ημερ. 18.7.11). Περαιτέρω στην Αγησιλάου ν. Χρίστου
(1989)1 Α.Α.Δ. 713 αποφασίστηκε ότι μαζί με την υπόλοιπη μαρτυρία το Δικαστήριο έχει καθήκον να λάβει υπόψη και να συνεκτιμήσει τη μαρτυρία για την παραδοχή του εναγόμενου για σκοπούς εξαγωγής ορθών συμπερασμάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας. Στην εξεταζόμενη περίπτωση έχουμε την παραδοχή της εναγόμενης ενώ τα γεγονότα που τέθηκαν στην ποινική διαδικασία είναι τα ακόλουθα. «Η παραπονούμενη κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργάζετο ως οικιακή βοηθός στην οικία του μάρτυρα
  1. Την 31/3/04 και περί ώρα 10.00 π.μ. η παραπονούμενη ενώ έγραφε κάποιο γράμμα στη μητέρα της μετά από λίγο χρονικό διάστημα συνάντησε την κατηγορούμενη η οποία κρατούσε στο δεξί της χέρι ένα ξύλο μήκους 45 εκατοστών περίπου. Πλησίασε την παραπονούμενη, την άρπαξε με το αριστερό της χέρι από τα μαλλιά και αφού της επιτέθηκε με το ξύλο, τη χτύπησε στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος της. Και ενώ τη χτυπούσε της ανέφερε τις φράσεις της κατηγορίας
  2. Αμέσως μετά το συμβάν η παραπονούμενη κατάγγειλε την υπόθεση στον αστυνομικό σταθμό Πλατρών. Ο μάρτυρας 4 επισκέφθηκε το μέρος περί ώρα 10.
  3. Είδε την παραπονούμενη που ήταν τραυματισμένη στο πρόσωπο και τη μετέφερε στο νοσοκομείο Πλατρών όπου εξετάστηκε από τον κο Διονυσίου. Παρουσιάζω σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό όπου αναφέρεται στις σωματικές βλάβες της παραπονούμενης. Την ίδια μέρα ο μάρτυρας 5 συνέλαβε με δικαστικό ένταλμα σύλληψης την κατηγορούμενη. Αφού της επίστησε την προσοχή της στο Νόμο, αυτή απάντησε εγώ δεν μπήκα σπίτι του Νικόλα και την Dona έδερα την μες στη στράτα. Επίσης λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από την κατηγορούμενη στην οποία ανέφερε ως αιτία του επεισοδίου ότι είχε υποψίες η κατηγορούμενη ότι η παραπονούμενη διατηρούσε δεσμό με το σύζυγο της. Κατηγορήθηκε γραπτώς η κατηγορούμενη και απάντησε παραδέχομαι μόνο τη 2η και 3η κατηγορία αλλά δεν παραδέχομαι τη 1η και το έκαμα διότι πείραξε την οικογένεια μου και ζητώ συγνώμη. Η κατηγορούμενη δεν έχει προηγούμενα. ........». Ο κ. Σαβεριάδης αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, συμφώνησε λέγοντας «ότι όντως τα γεγονότα είναι όπως έχουν κατατεθεί από την κατηγορούσα αρχή. Η διαφορά στις δικές μου οδηγίες. Θεωρώ ότι δεν αλλάζει την απάντηση, είναι ότι τα χτυπήματα έγιναν με το χέρι και όχι με το ξύλο. Ούτε εντοπίστηκε ξύλο........Η πελάτιδα μου απολογείται. Όπως είπα και φαίνεται εξ αρχής ότι μετάνοιωσε για την πράξη της. Παραδέχτηκε και στην αστυνομία, απολογήθηκε και απολογείται και διά μέσου μου ακόμα μία φορά......». Όπως προκύπτει δηλαδή από τα γεγονότα που εκτέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή και έγιναν παραδεκτά από την υπεράσπιση η εναγόμενη παραδέχτηκε ότι κτύπησε την ενάγουσα έστω και με το χέρι της όπως ήταν η παραδοχή. Δεν αμφισβήτησε επίσης η εναγόμενη στην ποινική υπόθεση ότι η ίδια πλησίασε την ενάγουσα, την άρπαξε από τα μαλλιά και αφού της επιτέθηκε, τη χτύπησε στο κεφάλι και σε διάφορα μέρη του σώματος της. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι η παραδοχή της εναγόμενης στην ποινική υπόθεση έχει αποδεικτική αξία στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το γεγονός ότι δεν αναφέρθηκε στα πλαίσια της έκθεσης γεγονότων από την κατηγορούσα αρχή ότι η εναγόμενη έσερνε την ενάγουσα από τα μαλλιά, δεν αλλοιώνει τη σημασία της παραδοχής ως αποδεικτικού υλικού όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης κατά το στάδιο της αγόρευσης του, αφού η ουσία αυτής είναι ότι παραδέχτηκε την κατηγορία της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη. Σε σχέση με τις σωματικές βλάβες που η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι υπέστη μαρτύρησαν εκτός από την ίδια και οι ιατροί Δρ Μαλικκίδου, η Δρ Δ. Νικολάου και ο Δρ Π. Διονυσίου που την εξέτασαν (Μ.Ε.2, 3 και 5 αντίστοιχα). Πως πρέπει να προσεγγίζεται η μαρτυρία των ιατρών, προσδιορίσθηκε στην υπόθεση Σπύρου v. Χαραλάμπους
(1989)1 ΑΑΔ 289. Σε αυτήν αναφέρονται μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Με την πρόοδο της επιστήμης τα Δικαστήρια δέχονται μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώση τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον των μαρτύρων αυτών είναι να δώσουν στον δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης τους και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα (R. V. Lantear
(1968)1 AllE.R. 683, Andreas Anastasiades v. TheRepublic
(1977)2 CLR 97, Kyriakos Nicole Kouppis v.TheRepublic
(1977)2 CLR 361)». Θα ξεκινήσω πρώτα από τη μαρτυρία του Δρ Διονυσίου (Μ.Ε.5), ο οποίος ήταν ο πρώτος γιατρός που εξέτασε την ενάγουσα μετά την επίθεση την οποία ισχυρίζεται ότι υπέστη. Αυτός εργάζεται στο αγροτικό ιατρείο Πλατρών και εξέτασε την ενάγουσα όταν μεταφέρθηκε εκεί από την αστυνομία. Αναγνώρισε το Τεκμήριο 1Α για Αναγνώριση, ως την ιατρική αναφορά που ο ίδιος συνέταξε, αναφέροντας περαιτέρω ότι κατά την εξέταση στην οποία υπέβαλε την ενάγουσα στις 31/3/2004 διαπίστωσε ότι αυτή παρουσίαζε τραύμα μεταξύ του ρινικού οστού και του μετωπιαίου λοβού, το οποίο σημείο έδειξε στο Δικαστήριο να είναι στο μέτωπο και μεταξύ των φρυδιών. Το τραύμα αυτό ήταν βαθύ και αιμορραγούσε και επειδή δεν ήταν σε θέση να το συρράψουν στο αγροτικό ιατρείο, η ενάγουσα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Λεμεσού. Στη δεξιά κνήμη και περόνη η ενάγουσα, παρουσίαζε οίδημα χρώματος ερυθρού, στο αριστερό γόνατο παρατηρείτο ευαισθησία και στον αριστερό αγκώνα και αντιβραχίονα εκδορές και πόνος. Είχε επίσης εκδορές μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη του δεξιού χεριού και πονούσε το δεξιό γλουτό. Ο μάρτυρας αυτός προσκόμισε και εξ' ακοής μαρτυρία για το τι του ανάφερε η ενάγουσα. Είπε συγκεκριμένα ότι αυτή τους είχε αναφέρει ότι είχε κάμει μία φορά εμετό πριν μεταφερθεί στο αγροτικό ιατρείο των Πλατρών και πιθανολόγησε ότι μπορεί να είχε υποστεί ελαφρά διάσειση λόγω του κτυπήματος στο μέτωπο. Η Δρ Μαλικκίδου (Μ.Ε.2) αναγνώρισε το Τεκμήριο 2 ως το ιατρικό πιστοποιητικό που συνέταξε και υιοθέτησε το περιεχόμενο του, χωρίς καθόλου να αντεξετασθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγομένης. Σύμφωνα με αυτό, η ενάγουσα υπέστη διάσειση εγκεφάλου με υποκειμενική μεταδιασειστική συμπτωματολογία. Νοσηλεύθηκε στο χειρουργικό θάλαμο για 4 μέρες και παρουσίαζε επώδυνες κινήσεις αυχένα ενώ κατά την εξέταση παραπονείτο για κεφαλαλγίες, ζαλάδες και αυχεναλγία. Ως Μ.Ε.3 κατάθεσε η ιατρός Δρ. Δ. Νικολάου, χειρουργός στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Αυτή ανάφερε ότι η ενάγουσα είχε υποστεί ελαφρά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διάσειση, εκδορά στο μηρό, εκχυμώσεις στα κάτω άκρα και εκχυμώσεις επίσης και μικρές εκδορές στα χέρια ενώ παρουσίαζε και θλαστικό τραύμα ανάμεσα στα φρύδια του οποίου έγινε συρραφή στο τμήμα Πρώτων Βοηθειών. Και οι τρείς αυτοί ιατροί ήταν φανερό ότι μαρτύρησαν τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους, χωρίς να έχουν κανένα απολύτως λόγο να αλλοιώσουν την αλήθεια. Γι' αυτό και αποδέχομαι πλήρως τη μαρτυρία τους συμπεριλαμβανομένης και της εξ' ακοής μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Μ.Ε.3 και 5 εκτός μόνο του σημείου στο οποίο πιο κάτω γίνεται αναφορά. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον γι' αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο κατά την κρίση του, μπορεί να λάβει υπόψη του διάφορους παράγοντες οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση η εξ' ακοής μαρτυρία αφορούσε το τι τους ανάφερε η ενάγουσα όταν μεταφέρθηκε στο αγροτικό ιατρείο Πλατρών και στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού, ότι δηλαδή υπέστη ξυλοδαρμό με ξύλο και ότι έκαμε εμετό πριν τη μεταφορά της στο ιατρείο στις Πλάτρες. Στη μαρτυρία για τον ξυλοδαρμό θα προσδοθεί πλήρης βαρύτητα, λόγω της θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για τους γιατρούς ως μάρτυρες της αλήθειας σε συνάρτηση με το γεγονός ότι και ίδια η ενάγουσα το ανάφερε στη μαρτυρία της η οποία και έγινε αποδεκτή. Όσο αφορά την αναφορά του ιατρού Διονυσίου ότι η ενάγουσα του είχε πει ότι πριν τη μεταφορά της στο αγροτικό ιατρείο Πλατρών έκαμε εμετό, δεν θα προσδώσω βαρύτητα. Και αυτό όχι για κανένα άλλο λόγο, αλλά απλώς γιατί η ενάγουσα δεν το έχει αναφέρει στη μαρτυρία της, κάτι που θεωρώ ότι θα ήταν εύλογο και αναμενόμενο Θα πρέπει στο σημείο αυτό να σχολιασθεί ότι παρόλο που ο Μ.Ε. 5 αναγνώρισε το Τεκμήριο 1Α για Αναγνώριση, ως έγγραφο που ο ίδιος συνέταξε, αυτό δεν ζητήθηκε να γίνει και δεν έγινε κανονικό τεκμήριο και συνεπώς τα όσα αναγράφονται σε αυτό παραμένουν ως μαρτυρία ανενεργή (βλ. Γιώργος Μελάς v. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 ΑΑΔ 826). Εν τούτοις ο Δρ Διονυσίου εξέθεσε προφορικά τα όσα καταγράφονται σε αυτό και έτσι η προφορική αυτή μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Ως Μ.Ε.4 κατάθεσε η Μαρία Ορφανίδου, Πρωτοκολλητής στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού η οποία και καταχώρησε ως Τεκμήριο 4 το κατηγορητήριο της Ποινικής Υπόθεσης 15731/04 και ως Τεκμήριο 5 τα πρακτικά της ίδιας υπόθεσης που αφορούν την ημερομηνία 30/5/2005 κατά την οποία η εναγόμενη ζήτησε άδεια να αλλάξει απάντηση στην 1η και 2η κατηγορία κάτι που έγινε και η 3η κατηγορία διακόπηκε. Κατά την ημερομηνία εκείνη εκτέθηκαν γεγονότα από την κατηγορούσα αρχή και ο συνήγορος της εναγόμενης αγόρευσε για σκοπούς μετριασμούς της ποινής. Η μάρτυρας αυτή καθόλου δεν αντεξετάσθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο της εναγόμενης και η μαρτυρία της γίνεται επίσης πλήρως αποδεκτή. Δεδομένης της πιο πάνω αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Η ενάγουσα κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν ως φροντίστρια ηλικιωμένου ζεύγους στο χωριό Κοιλάνι. Στις 31/3/2004 και ενώ βρισκόταν στο σπίτι στο οποίο εργαζόταν και έγραφε επιστολή προς τη μητέρα της, η εναγόμενη η οποία επίσης διέμενε στο ίδιο χωριό και η οποία είχε την πεποίθηση ότι η ενάγουσα διατηρούσε ερωτική σχέση με το σύζυγο της, εισήλθε στην αυλή του σπιτιού στο οποίο η ενάγουσα διέμενε μαζί με το ηλικιωμένο ζεύγος το οποίο φρόντιζε και της επιτέθηκε κτυπώντας την επανειλημμένα στο κεφάλι με πλάστη της κουζίνας. Στη συνέχεια κρατώντας την από τα μαλλιά την έσυρε σε απόσταση 15 μέτρων περίπου στην αυλή της οικίας. Η εναγόμενη κτύπησε την ενάγουσα χωρίς η τελευταία να προλάβει να αντιδράσει και να αμυνθεί και σταμάτησε να την κτυπά και αποχώρησε όταν η ηλικιωμένη γυναίκα την οποία η ενάγουσα φρόντιζε εμφανίστηκε στο μέρος. Αρχικά η ενάγουσα μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο αγροτικό ιατρείο Πλατρών και ακολούθως και επειδή παρουσίαζε βαθύ τραύμα μεταξύ του ρινικού οστού και του μετωπιαίου λοβού και επειδή το τραύμα αυτό αιμορραγούσε και δεν ήταν σε θέση να το συρράψουν στο αγροτικό ιατρείο, μεταφέρθηκε στο γενικό νοσοκομείο Λεμεσού. Για τις πιο πάνω ενέργειες της, η εναγόμενη κατηγορήθηκε στην Ποινική Υπόθεση 15731/04 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού για τα αδικήματα της επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, της απειλής βιαιοπραγίας και τα δύο με παραπονούμενη την ενάγουσα, καθώς και της εγκληματικής επέμβασης. Στην υπόθεση αυτή η εναγόμενη παραδέχθηκε ενοχή στην 1η και 2η κατηγορία και η 3η διακόπηκε. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, ούτε και στη συνέχεια κατά το στάδιο των αγορεύσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της εναγομένης αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με την προβαλλόμενη στην Έκθεση Υπεράσπισης προδικαστική ένσταση για παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της ενάγουσας, γι' αυτό και θεωρώ ότι η ένσταση αυτή έχει εγκαταλειφθεί και δεν θα με απασχολήσει περαιτέρω. Το άρθρο 26 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148 που ρυθμίζει το αστικό αδίκημα της επίθεσης προνοεί τα ακόλουθα: «Επίθεση συνίσταται στην εκ προθέσεως χρήση κάθε είδους βίας κατά του προσώπου άλλου, είτε με κτύπημα, επαφή, μετακίνηση είτε άλλως πως, είτε άμεσα είτε έμμεσα, χωρίς τη συναίνεση του, ή με τη συναίνεση του αν η συναίνεση για αυτό λήφθηκε με απάτη, ή κατόπι απόπειρας ή απειλής με πράξη ή χειρονομία χρήσης τέτοιας βίας κατά του προσώπου άλλου αν το πρόσωπο που αποπειράται ή απειλεί τη χρήση βίας προκαλεί στον άλλο πεποίθηση η οποία εδραιώνεται σε εύλογη αιτία, ότι αυτός έχει κατά τον εν λόγω χρόνο την πρόθεση και την ικανότητα για πραγμάτωση του σκοπού αυτού». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού που είναι αδίκημα per se, που σημαίνει πως δεν απαιτείται η πρόκληση ζημιάς, είναι τα ακόλουθα: 1. Η απειλή χρήσης βίας ή η χρήση βίας 2. Η ύπαρξη πρόθεσης 3. Η έλλειψη συναίνεσης Στο σύγγραμμα των κ. κ. Αρτέμη - Ερωτοκρίτου, Αστικά Αδικήματα (Τόμος 1) στις σελ. 92-94 αναφέρεται ότι το αδίκημα της επίθεσης περιλαμβάνει τα δύο συναφή αδικήματα του κοινού δικαίου της απειλής χρήσης βίας (assault) και της εφαρμογής βίας (battery). Όσον αφορά τη χρήση βίας αναφέρεται ότι η βία θα πρέπει να συνίσταται σε άμεση επαφή είτε με το σώμα του εναγόμενου (π.χ. με γροθιά), είτε με κάποιο όργανο (π.χ. κτύπημα με ρόπαλο). Εδώ να σημειωθεί ότι στην παρ. 2 του άρθρου 26 αναφέρονται και άλλες περιστάσεις, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στην έννοια της χρήσης βίας. Αναφέρεται ακόμα ότι για την επίθεση δεν υπάρχει προϋπόθεση πρόκλησης ζημιάς εφόσον το αδίκημα είναι αγώγιμο per se, σε αντίθεση με τις περιπτώσεις που προβλέπονται στην παρ. 2 του άρθρου 26 για τις οποίες απαιτείται η πρόκληση ζημιάς. Στην υπόθεση Letana v. Cooper,
(1964)2 AllE.R. 919, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «If one man intentionally applies force directly to another, the plaintiff has a cause of action in assault and battery, or if you so please to describe it, in trespass to the person.» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τεύχος 38, σ.760, παραγρ.1251, κάτω από τον τίτλο «Trespass to the person (Classification)» αναφέρονται τα σακόλουθα: «Trespass to the person is a wrong committed against the personal security liberty of any man by another. There are three varieties of trespass to the person, namely, assault, assault and battery, and wrongful imprisonment. The act complained of must be either intentional or negligent. The onus of proof lies on the plaintiff who must plead either that the act was intentional or that the defendant was negligent, stating the facts alleged to constitute the negligence. The act must be done against the will of the person who sues for the wrong.» Αναφορικά με το πρώτο συστατικό, η επαφή πρέπει να είναι άμεση, είτε με το σώμα του εναγόμενου, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου. Στην Αγγλική υπόθεση Fagan v. Metropolitan Police Commissioner
(1968)3 All E R 442 επιβεβαιώθηκε, ότι η βία μπορεί να ασκηθεί, είτε κατ' ευθεία από το σώμα του παραβάτη, είτε διά μέσου κάποιου οργάνου, το οποίο ελέγχεται από τις πράξεις του. Στοιχειοθετείται δηλαδή το αδίκημα της επίθεσης είτε γίνεται με το χέρι του παραβάτη, που έρχεται σε επαφή με το σώμα του παραπονούμενου, είτε με όργανο, το οποίο ο παραβάτης κρατά στο χέρι του και χρησιμοποιεί για να ασκήσει βία. Η πρόθεση είναι αυτή που ξεχωρίζει το αδίκημα της επίθεσης από το αδίκημα της αμέλειας. Απαιτείται η απόδειξη πρόθεσης άσκησης βίας κατά του προσώπου άλλου. Όπου, όμως, η χρήση βίας είναι αποτέλεσμα αμελούς πράξης, τότε η βάση αγωγής θα πρέπει να είναι η αμέλεια και όχι η επίθεση (Βλ., επίσης, Wilson v. Pringle, πιο πάνω, και Rasid v. Braybrook
(1972)8 JSC 1082). Στην εξεταζόμενη υπόθεση και με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το αδίκημα της επίθεσης έχει στοιχειοθετηθεί, αφού οι πράξεις της εναγομένης έναντι της ενάγουσας, αναμφίβολα εμπίπτουν στην συμπεριφορά που προϋποτίθεται για στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού του οποίου τα συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί. Παραμένει συνεπώς να εξετασθεί το θέμα των αποζημιώσεων. Αποτελεί εύρημα του Δικαστηρίου ότι η ενάγουσα από την επίθεση της εναγόμενης υπέστη τα ακόλουθα τραύματα. Θλαστικό τραύμα μεταξύ του ρινικού οστού και του μετωπιαίου λοβού το οποίο αιμορραγούσε και στο οποίο έγινε συρραφή, ελαφρά κρανιοεγκεφαλική κάκωση και διάσειση εγκεφάλου ενώ επίσης παρουσίαζε επώδυνες κινήσεις αυχένα. Παρουσίαζε περαιτέρω στη δεξιά κνήμη και περόνη οίδημα χρώματος ερυθρού, στο αριστερό γόνατο ευαισθησία και στον αριστερό αγκώνα και αντιβραχίονα εκδορές και πόνο. Είχε ακόμα εκδορές μεταξύ του αντίχειρα και του δείκτη του δεξιού χεριού και πόνο στο δεξιό γλουτό, εκδορά στο μηρό, εκχυμώσεις στα κάτω άκρα και μικρές εκδορές στα χέρια. Η ενάγουσα νοσηλεύθηκε στο χειρουργικό θάλαμο για 4 μέρες και παρουσίαζε κεφαλαλγίες, ζαλάδες και αυχεναλγία οι οποίες συνεχίσθηκαν για κάποιο μικρό χρονικό διάστημα μετά την έξοδο της από το νοσοκομείο. Με βάση τις αρχές που διέπουν τον καθορισμό του ύψους των γενικών αποζημιώσεων, προκύπτει ότι η αποζημίωση σε περιπτώσεις αδικοπραξιών,έχει σκοπό την αποκατάσταση του ζημιωθέντος και όχι την τιμωρία του αδικοπραγούντος (βλ. Δημήτρης Κουμπαρή κ.α. ν. Δήμου Χρίστου Φούτρη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ.921). Στην υπόθεση Ioannou Paraskevaides (Overseas) Ltd and another v. Christofis P. Christofis
(1982)1 CLR 789, αναφέρθηκαν μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: "The object of an award of damages is to do justice to the loss and damage of the injured party without imposing an inordinate burden upon the tort-feasor. (See Fletcher v. Autocar Transporters Ltd. [1968] 1 All E.R. 726; Constantinou v. Salahouris
(1969)1 C.L.R. 416). In other words the award must be socially acceptable. Consequently, social ethos at the material time is invariably a consideration relevant to our task particularly with regard to non pecuniary loss. Pecuniary loss being more amenable to mathematical calculation is less dependent on social norms. The object of the exercise is to arrive at a figure at the end of the process, that is fair and reasonable in the circumstances of the case." Περαιτέρω στην υπόθεση Γεώργιος Ταμπούρας ν. Κυριακής Κολάνη κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ.384, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όσον αφορά ευρύτερα την επάρκεια των γενικών αποζημιώσεων που δόθηκαν είναι δεδομένη και αποδεκτή από τη νομολογία η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις για τον ανθρώπινο πόνο και την ταλαιπωρία, έχοντας υπόψη και τη σημασία των αποζημιώσεων. (A. Panayides Contracting Ltd v. Χαραλάμπους
(2004)1 Α.Α.Δ. 416). Η απόδοση αποζημιώσεων πρέπει επίσης να αντανακλά και να αντικατοπτρίζει την αγοραστική αξία του χρήματος σε δεδομένη στιγμή, ώστε με εύλογο τρόπο να προσεγγίζεται τουλάχιστο χρηματικά η αποκατάσταση της ζημιάς. (Lankuttisv. Νικόλα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1128). Βεβαίως, ορθή είναι και η άλλη διαπίστωση στη νομολογία ότι προηγούμενες αποφάσεις στα θέματα των αποζημιώσεων δεν αποτελούν κατ' ανάγκη δεσμευτικό προηγούμενο (G&L Calibers Ltd v. Λεμεσιανού
(2003)1 Α.Α.Δ. 948), ενώ η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις δεν αποτελεί και οδικό χάρτη για αιτιολόγηση παροχής αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση (Σπύρος Μελάς και Ελένη Λτδ ν. Πολίτη
(2003)1 Α.Α.Δ. 590).» Όπως έχει επανειλημμένα λεχθεί οι αποζημιώσεις θα πρέπει να συνιστούν εύλογη και δίκαιη αποκατάσταση του ενάγοντα (IoannouandParaskevaides (Overseas) Ltdandanother v. Christofis
(1982)1 C.L.R. 789), αλλά το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αποπειράται να επιδικάσει αποζημιώσεις για το πλήρες ποσό ή να προβεί σε τέλεια χρηματική αποκατάσταση (Paraskevopoullos v. Georghiou
(1970)1 C.L.R. 116 και Xenophontos and another v. Anastassiou
(1981)1 C.L.R. 521). Από την άλλη, οι αποζημιώσεις θα πρέπει να είναι κοινωνικά αποδεκτές. Όπως σε κάθε αστικό αδίκημα έτσι και στο αδίκημα της επίθεσης, οι αποζημιώσεις έχουν βασικά αντισταθμιστικό χαρακτήρα (compensatory) και σκοπό έχουν την αποκατάσταση του θύματος. Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται και επαυξημένες (aggravated) αποζημιώσεις, οι οποίες μέσα στα πλαίσια των συνηθισμένων αποζημιώσεων αποσκοπούν στην επίτευξη του στόχου της αποκατάστασης του θύματος στη θέση που βρισκόταν πριν την διάπραξη του αδικήματος. Η δυνατότητα για επιδίκαση επαυξημένων αποζημιώσεων δεν παρέχεται σαν μέτρο τιμωρίας του εναγόμενου, αλλά για να αντικατοπτρίζεται το αυξημένο μέγεθος της βλάβης που έχει υποστεί η αξιοπρέπεια του ενάγοντα λόγω της συμπεριφοράς του εναγόμενου. Είναι αποζημιώσεις αποκατάστασης, εφόσον αποσκοπούν στην αποκατάσταση της πληγείσας αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος και για τον λόγο αυτό διακρίνονται από τις τιμωρητικές ή παραδειγματικές αποζημιώσεις, οι οποίες αποσκοπούν στην τιμωρία του παραβάτη και την αποτροπή. Το θέμα των παραδειγματικών αποζημιώσεων το πραγματεύτηκε η υπόθεση Socrates Eliades v. Vassos Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254. Η υπόθεση αυτή αφορούσε επίθεσηπου έγινε σε αίθουσα ξενοδοχείου στην παρουσία αρκετών προσώπων. Το Εφετείο επικύρωσε την επιδίκαση αποζημιώσεων Λ.Κ.700 διαπιστώνοντας όμως ότι στην πραγματικότητα είχαν επιδικαστεί από το πρωτόδικο Δικαστήριο ως επαυξημένες αποζημιώσεις (aggravated damages) και όχι ως παραδειγματικές (exemplary damages), αφού δόθηκαν με αναφορά προς το αίσθημα αξιοπρέπειας και περηφάνιας του θύματος. Όπως αναφέρεται σε απόσπασμα που παρατίθεται από τους Winfieldand Jolowiczon Tort (10η έκδ. σελ. 555-556): ″These ″aggravated damages″ are truly compensatory, being given for the injury to the plaintiff's proper feelings of dignity and pride. Exemplary damages on the other hand, are not compensatory but are awarded to punish the defendant and to deter him from similar behavior in the future″. Η υπόθεση Gregoriades v. Kyriakides
(1970)1 C.L.R. 120 αφορούσε απρόκλητη επίθεση στο χώρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Πρωτοδίκως αλλά και κατ΄ έφεση κρίθηκε πως η πράξη, αποτελούσε βιαιοπραγία υπό επιβαρυντικές περιστάσεις και ότι υπήρχε ανάγκη επιδίκασης παραδειγματικών αποζημιώσεων. Το Εφετείο αύξησε το ποσό των γενικών αποζημιώσεων από Λ.Κ.100 σε Λ.Κ.300. Εκτενέστερη ανάλυση του θέματος έγινε στην υπόθεση Papakokkinou and others v. Kanther
(1982)1 C.L.R. 65 στην οποία αναφέρονται τα εξής στη σελ. 77: ″The fact is that conduct accompanied by a marked element of arrogance, insolence or malice, may justify an award of exemplary damages, particularly if it tends to humiliate the victim of the tort. Therefore, no conflict is discernible between the decisions of the Supreme Court in Gregoriades v. Kyriakides
(1971)1 C.L.R. 120, and Eliades v. Lyssarides
(1979)1 C.L.R. 254, and the decision in Rookes, supra. Arguably, the damages awarded in the above cases classify as ″aggravated″, an intermediate category between compensatory and exemplary damages; a kind of inflated compensatory damages, inflated to the extent of indicating the disapproval of the Court of the conduct of the defendant but within the range of compensatory damages. ″ Το Δικαστήριο στην πιο πάνω υπόθεση έκλινε προς την υιοθέτηση της ευρύτερης προσέγγισης που επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων όπου το αστικό αδίκημα είναι τόσο αξιόμεμπτο ώστε να αξίζει τιμωρίας από το αστικό δίκαιο. Περαιτέρω, με αναφορά στην υπόθεση Cassell & Co Ltd v. Broome
(1972)1 All E.R. 801 επιδοκιμάστηκε η θέση ότι είναι λάθος να διαχωρίζονται οι γενικές αποζημιώσεις από τις παραδειγματικές. Στο τέλος θα πρέπει να δίδεται ένα ποσό βασισμένο στη σφαιρική αντίληψη των γεγονότων της υπόθεσης. Στην υπόθεση Γιαννάκη Ερωτοκρίτου ν. Ειρήναρχου Θεοδώρου κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 1800 ο Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου, κ. Πικής, όπως ήταν τότε, επιβεβαίωσε την δυνατότητα επιδίκασης τιμωρητικών αποζημιώσεων σε περιπτώσεις αστικών αδικημάτων. Και τέλος, στην υπόθεση Adrian Holdings Ltd v. Κυπριακής Δημοκρατίας διά του Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 ΑΑΔ 1836 επιβεβαιώθηκε η προσέγγιση που ακολουθήθηκε από τα Κυπριακά Δικαστήρια, ότι η επιδίκαση τιμωρητικών αποζημιώσεων επιτρέπεται στις περιπτώσεις εκείνες που η διαγωγή του εναγόμενου είναι τόσο αξιόμεμπτη, ώστε να αρμόζει επιβολή τιμωρίας από πολιτικό Δικαστήριο. Αξιόμεμπτη διαγωγή είναι εκείνη που συνοδεύεται από έντονα στοιχεία αλαζονείας, θρασύτητας ή αθέμιτου κίνητρου ή όταν τείνει να ταπεινώσει το θύμα του αδικήματος. Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχοντας υπόψη τη φύση και έκταση των τραυματισμών της ενάγουσας που όπως ήταν φυσικό προκάλεσαν σε αυτή πόνο και ταλαιπωρία, καταλήγω ότι υπό τις περιστάσεις το ορθό και δίκαιο για σκοπούς αποκατάστασης ποσό αποζημίωσης είναι το ποσό των €8.500,00=. Στο ποσό αυτό συμπεριλαμβάνονται αποζημιώσεις για τις σωματικές βλάβες της ενάγουσας, αλλά και αποζημιώσεις για την βλάβη που αυτή υπέστη στα αισθήματα της και το πλήγμα που επήλθε στην αξιοπρέπειά της ένεκα της απαράδεκτης συμπεριφοράς της εναγομένης. Η ενάγουσα δεν δικαιούται όμως στην καταβολή παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων, γιατί καμία απολύτως μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της εναγομένης, παράγοντας που όπως έχει νομολογηθεί (βλ. Papakokkinou and Othersv. Kanther
(1982)1 C.LR. 65 και Κωνσταντίνου ή Μήτα ν. Γ. & Κ. Σοφοκλέους Λτδ
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1952), πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αναφορικά με το ύψος των συγκεκριμένων αποζημιώσεων. Και αυτό παρά το γεγονός ότι η συμπεριφορά της εναγομένης να επιτεθεί απρόκλητα στην ενάγουσα ενώ η τελευταία βρισκόταν στο σπίτι στο οποίο εργαζόταν και διέμενε παράλληλα, συνιστά απαράδεκτη πράξη και συμπεριφορά. Θα προχωρήσω τέλος να εξετάσω το ζήτημα των ειδικών αποζημιώσεων. Η νομολογία είναι σαφέστατη ότι αυτές, πρέπει όχι μόνο να εξειδικεύονται στα δικόγραφα, αλλά και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα (βλ. Σπύρου ν. Χ΄ Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298, Ηρακλέους ν. Σκάφους Νίκη,
(1994)1 Α.Α.Δ. 510, Ηρακλέους ν. Πέτρου
(1994)1 Α.Α.Δ. 239 και Παναγιώτου ν. Φραγκέσκου
(1999)1 Α.Α.Δ. 687). Στη συγκεκριμένη περίπτωση η ενάγουσα δικογραφεί με την απαιτούμενη επάρκεια τις αξιούμενες ειδικές ζημιές όμως στη μαρτυρία της ανάφερε κάποια ποσά ως τα έξοδα τα οποία υπέστη, δεν προσκόμισε όμως ούτε απόδειξη, ούτε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να επιβεβαιώνει την καταβολή των κονδυλίων αυτών. Λαμβάνοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές της νομολογίας, κρίνεται ότι οι αξιούμενες ειδικές αποζημιώσεις δεν έχουν αποδειχθεί με την αυστηρότητα που απαιτεί η νομολογία. Όσον αφορά το θέμα της επιδίκασης τόκων και με βάση τις αρχές όπως καθορίσθηκαν στην υπόθεση Φοινικαρίδη κ.α. v. Γεωργίου κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 475 και επαναλήφθηκαν και στην υπόθεση Miller Rosa Maria v. Ute Petek
(1991)1 (Γ) ΑΑΔ 2091 θεωρώ ότι παρατηρήθηκε καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής. Ενώ η επίθεση έγινε στις 31/3/2004, το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 5/10/2007. Ενόψει τούτου και δεδομένου ότι δεν έχει δοθεί από την ενάγουσα κάποιος λόγος, για την καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως το επιδικασθέν ποσό φέρει νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Συνακόλουθα εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης για το ποσό των €8.500= πλέον νόμιμο τόκο από τις 5/10/2007, πλέον δικηγορικά έξοδα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.... ...... ....... Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Civil/final Subject :epithesi cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.