SUSAN DIANE RODEN ν. NIGEL EDWARD RODEN, Αρ. Aίτησης 5/12, 10/12/2013 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2013:A388 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Αρ. Aίτησης 5/12 Μεταξύ: Αναφορικά με τον Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 44/2001 του Συμβουλίου για την Διεθνή Δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και Αναφορικά με την απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου του Manchester οποία εκδόθηκε στις 14/07/11 και SUSAN DIANE RODEN, από το Ηνωμένο Βασίλειο και NIGEL EDWARD RODEN, από το Ηνωμένο Βασίλειο ----------------------------------- Αίτηση ημερ. 26.3.2013 για παρακοή διατάγματος 10 Δεκεμβρίου 2013 Για Αιτήτρια: κα Ε. Πιτσιλλίδου Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Ο. Λάμπρου Καθ' ου η Αίτηση παρών (Διερμηνέας παρούσα) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 14.7.2011 το Δικαστήριο στο Manchester (County Court) εξέδωσε απόφαση και διάταγμα εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα και υπέρ της Αιτήτριας στην παρούσα. Με την απόφαση ουσιαστικά ρυθμίζονταν οι περιουσιακές σχέσεις των διαδίκων που υπήρξαν σύζυγοι. Στις 12.3.2012 εξεδόθη υπό του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού διάταγμα που επέτρεπε την εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της πιο πάνω απόφασης και καθόριζε χρόνο καταχώρησης ένστασης κατά του διατάγματος δυο μήνες από την επίδοση του διατάγματος. Το διάταγμα επιδόθηκε στον Καθ' ου η Αίτηση στις 23.5.
- Αίτηση ημερομηνίας 20.7.2012 που καταχωρήθηκε γι' αυτό το σκοπό τελικά αποσύρθηκε «ως αποσυρθείσα-διευθετηθείσα» στις 19.10.
- Στις 26.3.201καταχωρείται η παρούσα αίτηση παρακοής με την οποία ζητείται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τον Καθ' ου η αίτηση όπως παρουσιασθεί και δείξει λόγο γιατί να μη φυλακισθεί ή καταβάλει πρόστιμο ως ήθελε το Δικαστήριο διατάξει καθ' όσον ο Εναγόμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 12/03/12 με το οποίο επιτράπηκε η εγγραφή και/ή η εκτέλεση στην Κύπρο της απόφασης του Δικαστηρίου του Manchester ημερομηνίας 14/07/11.» Στην παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στις 10.6.2013 και μετά από κάποιες αναβολές η υπόθεση ακούσθηκε στις 27.11.2013 με την καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων. Επειδή ακριβώς μια αίτηση παρακοής έχει ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις τόσο τυπικές αλλά και στην ουσία αυτής λόγω του ιδιόμορφου της χαρακτήρα αυτής είναι σημαντικό να δοθούν αυτούσιες οι θέσεις της Αιτήτριας όπως καταγράφονται σε ένορκη δήλωση που έγινε από την Άνθια Σαββίδου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που αντιπροσωπεύει την Αιτήτρια και η οποία δηλώνει γνώστρια των γεγονότων από πληροφορίες εκ της Αιτήτριας αλλά και μελέτη των σχετικών εγγράφων. Δηλώνει επίσης ότι έχει κατάλληλη εξουσιοδότηση από την Αιτήτρια να προβεί στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση. Στις σχετικές παραγράφους της ΕΔ της λοιπόν καταγράφονται τα εξής: «Η Αιτήτρια παντρεύτηκε τον Καθ' ου η αίτηση στις 6/08/
- Η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η αίτηση είναι διαζευγμένοι με διάταγμα του Δικαστηρίου του Μάντσεστερ ημερομηνίας 19/02/
- Την 14/07/11 το Manchester County Court εξέδωσε απόφαση για την επίλυση των οικονομικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων και τη διαχείριση της περιουσίας τους με διατάγματα ημερομηνίας 16/01/09 και 14/07/
- Ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει συμμορφωθεί με τα πιο πάνω διατάγματα ως εκ τούτου την 12/03/13 εκδόθηκε διάταγμα ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με το οποίο επιτράπηκε η εγγραφή και/ή η εκτέλεση στην Κύπρο της απόφασης του Δικαστηρίου του Manchester. Συγκεκριμένα ενώ είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι η κατοικία στο Σούνι θα προσφερθεί για ενοικίαση και για πώληση εντός των χρονικών πλαισίων που προβλέπουν τα διατάγματα, ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται και/ή παραλείπει να εγκαταλείψει την κατοικία. Οι διάδικοι διέμεναν μαζί στο Σπίτι στο Σούνι μέχρι τη διάλυση του γάμου τους. Ωστόσο η Αιτήτρια εγκατέλειψε το Σπίτι και αφού δεν έχει μόνιμη κατοικία ζει με τον πατέρα της στο Μάντσεστερ, Ηνωμένο Βασίλειο. Η Αιτήτρια και ο Καθ' ου η αίτηση είναι ιδιοκτήτες ενός κομματιού γης στην Αγία Θέκλα, Κύπρος. Σύμφωνα με την παράγραφο 2 του διατάγματος ημερομηνίας 16/01/2009, ο Καθ' ου η αίτηση πρέπει να πληρώσει στην Αιτήτρια το ποσό των £68,949 είτε από τα χρήματα που ανακτήθηκαν σε σχέση με την ιδιοκτησία στην Αγία Θέκλα ή από την πράξη της πώλησης του Σπίτι στο Σούνι. Η Αιτήτρια δεν έχει πάρει τα λεφτά αυτά. Ωστόσο, ο Καθ' ου η αίτηση αρνούμενος να συμμορφωθεί με τα διατάγματα εξακολουθεί να διαμένει στο Σπίτι στο Σούνι σχεδόν 5 χρόνια μετά την έκδοση της αποφάσεως διαζυγίου. Η Αιτήτρια πιστεύει ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν έχει κανένα σκοπό να πωλήσει το Σπίτι στο Σούνι ή να μετακομίσει έξω από την οικία και ο Καθ' ου η αίτηση παρεμποδίζει τις προσπάθειες της Αιτήτριας για πώληση ή ενοικίαση του ακινήτου σύμφωνα με τις δικαστικές αποφάσεις. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι ο Καθ' ου η αίτηση δεν συμμορφώνεται με τις δικαστικές αποφάσεις για τους πιο κάτω λόγους: Ο Καθ' ου η αίτηση έχει αρνηθεί να χωρίσει τα αντικείμενα που βρίσκονται στο Σπίτι στο Σούνι σύμφωνα με την παράγραφο iv του διατάγματος ημερομηνίας 16/01/
- Ο Καθ' ου η αίτηση έχει αποτύχει να παρέχει στην Αιτήτρια κλειδιά για το Σπίτι στο Σούνι σε παράβαση της παραγράφου 2 (α) του διατάγματος ημερομηνίας 14/07/
- Τα κλειδιά δεν δόθηκαν στην Αιτήτρια μέχρι τις 4:00 μμ. στις 22/07/2011 και δεν δόθηκαν οποιαδήποτε στιγμή μετά τη λήξη της προθεσμίας. Το διάταγμα ημερομηνίας 14/07/2011, προβλέπει ότι η Αιτήτρια πρέπει να προβεί στην πώληση του Σπιτιού στο Σούνι, αφού οι διάδικοι συμφώνησαν ότι το ακίνητο θα πρέπει να διατεθεί στην αγορά για περίοδο ενός μηνός για €700.000 και στη συνέχεια για €650.000 και κάθε περαιτέρω μείωση της τιμής να συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων Περαιτέρω είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διάδικων υπό την προϋπόθεση ότι εάν δεν ληφθεί οποιαδήποτε πώληση μέχρι τις 4:00 μμ. την 1/11/2011, το ακίνητο θα προσφερόταν να αφεθεί πάραυτα. Η Αιτήτρια θα ήταν υπεύθυνη να προβεί στην ενοικίαση και τη διαχείριση της περιουσίας και το ενοίκιο που θα λάμβανε θα έπρεπε να κατανεμηθεί μεταξύ των μερών σε ίσα μερίδια μετά την αφαίρεση των εξόδων. Επιπλέον, ο Καθ' ου η αίτηση συμφώνησε να εκκενώσει το Σπίτι στο Σούνι όχι αργότερα από 7 μέρες μετά την ανταλλαγή συμβολαίων της πώλησης του Σπιτιού στο Σούνι ή από την ενοικίαση της οικίας και να μην επιστρέψει στην οικία έπειτα από γραπτή συμφωνία με την Αιτήτρια. Ο Καθ' ου η αίτηση αρνείται να συμμορφωθεί με τις Αγγλικές δικαστικές αποφάσεις που καταχωρήθηκαν στην Κύπρο. Ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 24/01/2012 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να διαθέσει ελεύθερα το ακίνητο για πώληση ή ενοικίαση κατά τη διάρκεια του 2012, καθώς ο Καθ' ου η αίτηση είχε καταστήσει σαφές στην Αιτήτρια ότι δεν θα συμμορφωθεί με την αγγλική δικαστική απόφαση και να εκκενώσει την ιδιοκτησία και δεν θα συμφωνήσει σε ενοικίαση του ακινήτου. Προς στήριξη των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην παρούσα Ένορκη Δήλωση, επισυνάπτονται: Ηλεκτρονικό Μήνυμα από τον Καθ' ου η αίτηση στον δικηγόρο της Αιτήτριας, Peter Woolf στο Ηνωμένο Βασίλειο, ημερομηνίας 14/01/2013, στο οποίο αναφέρει ότι ελάχιστη τιμή πώλησης του Σπιτιού στο Σούνι θα πρέπει να είναι €850.000, επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Ηλεκτρονικό Μήνυμα από τον Καθ' ου η αίτηση προς την Αιτήτρια ημερομηνίας 7/02/2013 στο οποία δηλώνει ότι η τιμή των €650.000 δεν ισχύει πλέον επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Όπως εμφαίνεται από το ηλεκτρονικό μήνυμα του Καθ' ου η αίτηση, δεν έχει καμία πρόθεση να συμφωνήσει στην πώληση ή την ενοικίαση του ακινήτου και θα συνεχίσει να κατέχει το ακίνητο χωρίς να λάβει υπόψη τις αγγλικές δικαστικές αποφάσεις καθώς και την εγγραφή αυτών με διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ημερομηνίας 12/03/
- Επίδοση του Διατάγματος και της αίτησης ημερομηνίας 20/02/12 στον Καθ' ου η αίτηση που μαρτυρεί ότι ο Καθ' ου η αίτηση έχει λάβει γνώση του διατάγματος ημερομηνίας 12/03/12 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους αιτούμαι ως η επισυνημμένη αίτηση.» Η ένσταση έχει νομική και επί των γεγονότων πτυχή και συνοδεύεται από Ένορκη Δήλωση του ιδίου του Καθ' ου η Αίτηση από την οποία προκύπτουν κυρίως τα εξής: «(α) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Διάταξης 42Α των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και τα συστατικά στοιχεία του άρθρου 42 των περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/
- (β) Δεν υφίσταται οποιαδήποτε παρακοή οποιουδήποτε διατάγματος είτε κατά την ημερομηνία καταχώρησης της αίτησης είτε και σήμερα. (γ) Δεν αποκαλύπτονται οποιαδήποτε γεγονότα στην ένορκη δήλωση με τα οποία να αποδεικνύεται ότι υφίσταται παρακοή από μέρους του Καθ' ου η Αίτηση. (δ) Δεν αποκαλύπτονται οποιαδήποτε γεγονότα στην ένορκη δήλωση με τα οποία να αποδεικνύεται ότι ο Καθ' ου η Αίτηση είχε πρόθεση για παρακοή του διατάγματος του Δικαστηρίου. (ε) Η αίτηση είναι ασαφής και ελλιπής και δεν δίδονται λεπτομέρειες των πράξεων για τις οποίες κατηγορείται ο Καθ' ου η Αίτηση. (στ) Η ενόρκως δηλούσα δεν δύναται να ορκιστεί την ένορκη δήλωση καθ' ότι δεν έχει πλήρη γνώση των γεγονότων και ούτε δίδεται οποιαδήποτε εξήγηση γιατί δεν ορκίζεται την ένορκη δήλωση η Αιτήτρια. (η) Δεν έχει χρησιμοποιηθεί ο σωστός τύπος της αίτησης καθ' ότι δεν έχει εκδοθεί και επιδοθεί προς τον Καθ' ου η Αίτηση μαρτυρική κλήση. (θ) Δεν έχει επιδοθεί προς τον Καθ' ου η Αίτηση οποιοδήποτε οπισθογραφημένο διάταγμα. (ι) Το διάταγμα ημερ. 12.3.2012 για το οποίο ζητείται η τιμωρία του Καθ' ου η Αίτηση για παράλειψη συμμόρφωσης του προς αυτό, δεν εμπεριέχει ενσωματωμένη οποιαδήποτε οπισθογράφηση.» Η σχετική Νομική Βάση Το ουσιαστικό Δίκαιο επί αιτήσεων παρακοής βρίσκεται βέβαια στο άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιοασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφή αποζημιώσεως ως το δικαστήριο δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος.» Η δε Δικονομική διάταξη που παρέχει την δυνατότητα να εφαρμοσθεί είναι το άρθρο 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο έχει ως εξής: «
- Όπου οιονδήποτε Διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι, θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σε αυτό με μία σημείωση ως εξής: - Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε στο Διάταγμα αυτό εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη (προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου) και η περιουσία σας σε κατάσχεση.
- Επίσημο αντίγραφο Διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθορίζει το Διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική.
- Αν ο καθ΄ ου η αίτηση δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιαστεί και δεν δείξει καλή βάση που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μη τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον καταδικάσει σε τέτοιο πρόστιμο ή σε φυλάκιση για τέτοιο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει .» Προκύπτει από το άρθρο 42Α ανωτέρω ότι οι πιο κάτω προϋποθέσεις πρέπει να υφίστανται: (α) Η ύπαρξη σαφούς διατάγματος, (β) Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης, (γ) Προσωπική επίδοση του διατάγματος, (δ) Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. Είναι χρήσιμο να εξετασθούν τα δυο πιο πάνω άρθρα υπό το πρίσμα της παλαιότερης και σύγχρονης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να καταδειχθούν οι αρχές και τα πλαίσια εφαρμογής τους. Στην απόφαση Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 C.L.R. 738 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Ένα διάταγμα Δικαστηρίου ισοδυναμεί με διαταγή του ίδιου του Νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Κατά κανόνα, η ανυπακοή προς τέτοιο Διάταγμα, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας και αποτελεί μια περιφρόνηση με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η υπακοή σε Διατάγματα Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης ζωής.» Στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου Poliakova Π.Ε. 22/2009 ημερ.24.2.2011, λέχθηκαν τα εξής: "Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: «.. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου.» Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1)". Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, 406 αναφέρεται πως: «. σε περιπτώσεις, όπως εδώ που αφορούν την ελευθερία του πολίτη οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα.» Στη βάση των πιο πάνω αρχών έρχομαι να εξετάσω την παρούσα υπό το πρίσμα και των αγορεύσεων των δυο πλευρών. Θεωρώ ότι η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει για το εξής κύριο και σημαντικό λόγο: Το διάταγμα που κατηγορείται ο Καθ' ου η Αίτηση ότι δεν συμμορφώθηκε είναι ως εμφαίνεται πιο πάνω το διάταγμα ημερομηνίας 12.3.2012, με το οποίο διατάχθηκε η εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου του Μάντσεστερ με ημερ. 14.7.2011, εντός της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Το διάταγμα αυτό - στη φύση του αλλά και στον τύπο του - είναι, εμφανώς, ένα αναγνωριστικό διάταγμα και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο επιβολής δυνάμει του άρθρου 42 ανωτέρω. Στην απόφαση Πέτρος Πετράκης v. Anne - Marie Marks Petraki
(2002)1 Α.Α.Δ 911 αναφέρονται τα εξής: "Από το κείμενο του άρθρου 42 του Ν. 14/60, όπως και η νομολογία το έχει ερμηνεύσει, προκύπτει ότι για να είναι επιβλητό (enforceable) ένα διάταγμα του Δικαστηρίου πρέπει να είναι είτε αναγκαστικό (coercive order) είτε διατακτικό (mandatory) είτε απαγορευτικό (prohibitory). Αναγνωριστικά διατάγματα δικαιώματος, τα οποία εκδίδονται δυνάμει του άρθρου 41 του Ν. 14/60, δεν είναι επιβλητά δυνάμει του άρθρου 42. Στο σύγγραμμα των Borvie and Lowe's Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 418, αναφέρονται τα εξής: "Not every order that the courts make is enforceable......it was established that declaratory order was not a coercive order and that a refusal to comply with it did not amount to contempt. If therefore a litigant or even the court is in doubt as to whether a declaration will be observed they would be better advised to seek an injunction." Στην Αγγλική απόφαση D. v. D.
(1991)FCR 323 έχουν λεχθεί τα εξής: "What is fundamental in each case is that an order can only be enforced by committal if it is an order requiring a person to do an act or to abstain from doing an act. Thus an order which makes a declaration of rights cannot be enforced by committal against a person who chooses to ignore it....» Στην απόφαση Webster v. Southwark London B. Council
(1983)2 WLR 217 αναφέρεται: "....Where a court makes only a declaratory order, it is not contempt for the party affected by the order to refuse to abide by it. ....but mere refusal of one party to an action to abide by a declaratory order it not, as I understand it, contempt of court." Είναι φανερό λοιπόν ότι το εν λόγω διάταγμα για το οποίο ζητείται τιμωρία λόγω μη συμμόρφωσης δεν μπορεί να είναι επιβλητό δυνάμει του άρθρου 42 του Νόμου 14/60. Περαιτέρω, έχω διαπιστώσει ότι το διάταγμα ημερομηνίας 12.3.2012 δεν εμπεριέχει οποιαδήποτε οπισθογράφηση με την οποία να απαγορεύεται στον Καθ' ου η Αίτηση να προβεί σε οποιαδήποτε πράξη ή να τον διατάσσει να προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες εντός ταχθείσας προθεσμίας και να τον ενημερώνει για τις συνέπειες της παράλειψης συμμόρφωσης του. Τονίζεται και πάλι ότι είναι εναντίον αυτού του διατάγματος που ζητείται συμμόρφωση. Ακόμη όμως και αν έπρεπε να θεωρήσω ως έμμεσα επιβλητή την ίδια την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου και σ' αυτό ελλείπει η δέουσα οπισθογράφηση που ορίζεται εκ του νόμου και η πλευρά της Αιτήτριας δεν υπέδειξε ο,τιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση. Άλλωστε και ο τρόπος που έγινε η επίδοση αφήνει ερωτηματικά, αφού όπως φαίνεται από το Τεκμ.Α της Ε.Δ. επί της αίτησης, δηλαδή την ένορκη δήλωση του επιδότη ημερομηνίας 28.5.2012, αυτός ορκίζεται ότι είναι επιστολή που επιδίδει. (Εγώ .... ορκίζομαι ότι επέδωσα αντίγραφο επιστολής ημερομηνίας 6.4.2012 ...). Στην απόφαση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1085, 1089-1090 αναφέρεται ότι: «Στην Antonis Mouzouris and Another v. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, διευκρινίστηκε και, σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων, βεβαιώθηκε ότι η επίδοση συντεταγμένου διατάγματος δικαστηρίου, οπισθογραφημένου με προειδοποίηση για τις συνέπειες που ενέχει η παρακοή του, αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για παρακοή του υπό κρίση διατάγματος του Δικαστηρίου. Η διαδικασία για τη διαπίστωση της ευθύνης ατόμου για παρακοή διατάγματος δικαστηρίου είναι ιδιόμορφη. Ενώ η διαδικασία εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η στοιχειοθέτηση και απόδειξη της κατηγορίας συναρτώνται με τα θέσμια και τους κανόνες της ποινικής δίκης. Αυτό επιβάλλεται από τις συνέπειες που συνεπάγεται η καταδίκη του καθ' ου η αίτηση, που ταυτίζονται με τις κυρώσεις ποινικού δικαστηρίου. Στην Krashias Shoe Factory v. Adidas
(1989)1 Α.Α.Δ. 750, εξηγείται ότι το Άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, παρέχει δικαιοδοσία στο Επαρχιακό Δικαστήριο, κατά την ενάσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας να τιμωρεί, κατ' ανάλογο τρόπο προς το ποινικό δικαστήριο, τους καταφρονούντες τα διατάγματα του. Διασαφηνίστηκε, επίσης, ότι η άσκηση της δικαιοδοσίας αυτής διέπεται από τις διατάξεις της Δ.42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η οποία:- «. καθιστά την προσωπική επίδοση τόσο του οπισθογραφημένου διατάγματος όσο και της αίτησης, απαρέγκλιτο όρο για την καταδίκη προσώπου για την παρακοή διατάγματος.» Ανάλογη υπήρξε η προσέγγιση του Δικαστηρίου στην Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, σε διαδικασία καταφρόνησης διατάγματος του Οικογενειακού Δικαστηρίου. (Βλ. επίσης Photiou v. HadjiForados
(1988)1 C.L.R. 384, Αρχιεπίσκοπος Κύπρου (Αρ.4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 961, Μαύρος ν. Στυλιανού κ.ά.
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389). Η επίδοση οπισθογραφημένου διατάγματος του δικαστηρίου αποτελεί προϋπόθεση για τη στοιχειοθέτηση κατηγορίας για την παρακοή διατάγματος του δικαστηρίου. Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βαρύνει, όπως και σε κάθε ποινική υπόθεση, τον κατήγορο. Υποθέσεις για την ύπαρξη γεγονότων, που συνθέτουν την κατηγορία, δεν χωρούν - Λοΐζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365.» Η διαδικασία παρακοής διατάγματος αποτελεί διαδικασία strictissimi juris και όλα τα δικονομικά εχέγγυα πρέπει να τηρούνται με αυστηρότητα, εφόσον αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας μπορεί να είναι ποινή στερητική της ελευθερίας των ατόμων και/ή μεσεγγύηση της περιουσίας τους. (Βλ. Μακρίδης, Αίτηση 183/90,
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, Carter v. Robents
(1903)2 Ch.312 και στο Σύγγραμμα Arlidge on Contempt, σελ. 280). Έχοντας όλα λοιπόν αυτά κατά νου κρίνω ότι η απουσία οπισθογράφησης έχει θανάσιμη συνέπεια για την αίτηση, εφόσον δεν έχει τεθεί, σύμφωνα και με την υπόθεση ως άνω, το υπόστρωμα για την καταδίκη του Καθ' ου η Αίτηση. Τα πιο πάνω προσδιορίζουν βέβαια την μοίρα της Αίτησης σε αποτυχία. Έχω προβληματισθεί αν θα πρέπει να προχωρήσω στα υπόλοιπα θέματα που εγείρονται επί της ένστασης και της επιμελούς αγόρευσης των δικηγόρων του Καθ' ου η Αίτηση. Έχω καταλήξει ότι εν όψει του θνησιγενούς των σημαντικών σημείων που έχουν αναφερθεί πιο πάνω ότι αυτό δεν είναι επωφελές. Όμως θεωρώ ορθό να προβώ σε μια τελική παρατήρηση ομοίως επί της ποιότητας άρα και της αποτελεσματικότητας της ένορκης δήλωσης που στηρίζει την αίτηση η οποία θα πρέπει να εκληφθεί ως άκυρη. Δεν είναι δυνατόν μια αίτηση παρακοής που ενδεχόμενα να έχει ως αποτέλεσμα στέρηση ελευθερίας ατόμου να στηρίζεται σε ένορκη δήλωση δικηγόρου που εκ των πραγμάτων η γνώση του προέρχεται είτε από την μελέτη κάποιων εγγράφων που του δόθηκαν είτε από αυτά που λέχθηκαν. Με όλο το σεβασμό αυτό ίσως να ήταν εξαιρετικά δύσκολο να γίνει και μόνον υπό τις προϋποθέσεις αδυναμίας της ιδίας της Αιτήτριας να το πράξει. Η σχετική νομολογία για τον επιθυμητό αποφυγής ένορκης δήλωσης από δικηγόρους για στηρικτικές αιτήσεων παίρνει μια πιο ισχυρή απαξία όταν φυσικά αφορά αιτήσεις παρακοής, ειδικά εν προκειμένω όπου καμιά εξήγηση δεν δίδεται για την μη καταχώρηση ένορκης δήλωσης της ίδιας της Αιτήτριας. (Βλ. Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1 A.A.Δ. 82). Για τους λόγους που έχω εξηγήσει η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Καθ' ου η Αίτηση όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Τ. Ψαρά-Μιλτιάδου, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / General Application / Final Αναφορά: Παρακοή Διατάγματος cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο